Showing posts with label Θεία Λειτουργία. Show all posts
Showing posts with label Θεία Λειτουργία. Show all posts

Friday, 8 February 2013

Ο Χερουβικός ύμνος και η ευχή αυτού..

 
 
Ο ΧΕΡΟΥΒΙΚΟΣ ΥΜΝΟΣ ΚΑΙ Η ΕΥΧΗ ΑΥΤΟΥ
«Οι τα χερουβείμ μυστικώς εικονίζοντες, και τη ζωοποιώ Τριάδι τον Τρισάγιον ύμνον προσάδοντες, πάσαν νυν βιοτικήν αποθώμεθα μέριμναν, ως τον Βασιλέα των όλων υποδεξόμενοι, ταις αγγελικαίς αοράτως δορυφορούμενον τάξεσιν. Αλληλούϊα».
«Εμείς που εικονίζουμε μυστικά τα χερουβείμ και ψάλλουμε στη ζωοποιό Τριάδα τον τρισάγιο ύμνο, ας αφήσουμε εδώ και τώρα κάθε βιοτική φροντίδα για να υποδεχθούμε τον Βασιλέα των όλων, που αόρατα συνοδεύεται από τις αγγελικές τάξεις. Αλληλούϊα».
Ο Χερουβικός Ύμνος, αγαπητοί αδελφοί, είναι από τους επίσημους ύμνους της θείας Λειτουργίας. Ονομάζεται έτσι, όπως συμβαίνει και με άλλους ύμνους της Εκκλησίας, από τις πρώτες λέξεις με τις οποίες αρχίζει, «Οι τα Χερουβείμ…». Ένας βυζαντινός εξηγητής της θείας Λειτουργίας γράφει τα εξής για τον Χερουβικό Ύμνο: «Ο Χερουβικός Ύμνος προτρέπει όλους τους πιστούς που είναι στη σύναξη, από τώρα ως το τέλος της ιερουργίας να προσέξουν περισσότερο και να αφήσουν κάθε βιοτική μέριμνα, γιατί με τη θεία Κοινωνία μέλλουν να υποδεχθούν τον μεγάλο Βασιλέα».
Ένας άλλος εξηγητής προσθέτει: «Ο Χερουβικός Ύμνος καθώς ψάλλεται από τους ψάλτες και από το λαό, φανερώνει πως μαζί με τους ανθρώπους ψάλλουν και οι Άγγελοι στον ουρανό».
Όταν στα προηγούμενα ο λόγος ήταν για τη Μικρή Είσοδο, είπαμε ότι στη Θεία Λειτουργία προσευχόμαστε και ψάλλουμε οι άνθρωποι μαζί με τις ουράνιες Δυνάμεις. Τότε ζητήσαμε «συν τη εισόδω ημών είσοδον αγίων αγγέλων γενέσθαι». Τώρα οι άνθρωποι μαζί με τους Αγγέλους τελούμε τη θεία Λειτουργία, εκείνη που γίνεται και στον ουρανό. Γιατί, καθώς γράφει ο άγιος Συμεών ο επίσκοπος Θεσσαλονίκης, ο Ιησούς Χριστός ένωσε την ουράνια και την επίγεια Εκκλησία. Αυτό το λέμε πάντα, κι ίσως πολλοί να το ακούνε παράξενα, ότι δηλαδή ο Ιησούς Χριστός δεν ίδρυσε καμία θρησκεία ούτε καν την Εκκλησία. Η Εκκλησία υπάρχει πριν από τον κόσμο, κι ο Ιησούς Χριστός γεννήθηκε άνθρωπος μέσα στην Εκκλησία, και το έργο του είναι ότι φανέρωσε στον κόσμο το μυστήριο της Εκκλησίας, κι όπως γράφει ο άγιος Συμεών, ένωσε τον ουρανό και τη γη σε μία Εκκλησία, «δια γαρ του Χριστού μία γέγονεν Εκκλησία».
Ο Χερουβικός Ύμνος δεν είναι από τους ύμνους της αρχέγονης Εκκλησίας. Άρχισε να ψάλλεται πεντακόσια χρόνια αργότερα σ’ αυτή τη θέση της θείας Λειτουργίας, σαν ένας εισαγωγικός ύμνος, τώρα που πλησιάζουμε και φτάνουμε όλο και πιο κοντά στις μεγάλες στιγμές του θείου μυστηρίου. Όλα όσα προηγήθηκαν στην ιερή ακολουθία, ήταν η αρχή και μία κλιμακωτή προετοιμασία, αλλά τώρα φτάσαμε στην τελευταία ώρα. Ο Χερουβικός Ύμνος μας φέρνει στο νου τι είμαστε τώρα, τι κάνουμε αυτή τη στιγμή και πως και με ποιούς λογισμούς πρέπει να στεκόμαστε μέσα στο ναό και στη λειτουργική σύναξη. Εικονίζουμε μυστικά τους Αγγέλους, και όπως εκείνοι έτσι κι εμείς ψάλλουμε στην αγία Τριάδα τον Τρισάγιο Ύμνο, γι’ αυτό και πρέπει να αφήσουμε κάθε σκέψη μας και έγνοια, για να υποδεχθούμε τον Βασιλέα Χριστό, που τον συνοδεύουν οι αόρατες αγγελικές στρατιές.
Όταν αρχίσει να ψάλλεται ο Χερουβικός Ύμνος, αρχίζει κι ο λειτουργός ιερέας, μπροστά στην αγία Τράπεζα, να διαβάζει «καθ’ εαυτόν» και «υπέρ εαυτού» την ευχή, όπως λέγεται, του Χερουβικού Ύμνου. Είναι μία προσωπική και εξομολογητική ευχή του ιερέα, από τις πιο δυνατές και θεόπνευστες της θείας Λειτουργίας. Στις δύο ευχές των πιστών προηγουμένως πάλι ο λειτουργός ιερέας παρακάλεσε για τον εαυτό του, αλλά τώρα πιο πολύ έχει την ανάγκη να εξομολογηθεί και να μιλήσει «ενώπιος ενωπίω» προς τον Ιησού Χριστό. Είναι από τις λίγες ευχές της θείας Λειτουργίας, που λέγονται προς τον Ιησού Χριστό, και είναι η μόνη απ’ όλες τις ευχές που πρέπει να λέγεται μυστικά, όσο που να ακούνε μόνο οι συλλειτουργοί ιερείς.
Ο λειτουργός αρχίζει με μια συντριπτική ομολογία, με την οποία κάθε ιερέας τοποθετείται ενώπιον του Θεού. Το να υπηρετεί κανείς το Θεό και να τελεί τη θεία Λειτουργία είναι μεγάλο και φοβερό όχι μόνο για τον άνθρωπο, αλλά και γι’ αυτές τις επουράνιες δυνάμεις. Κανένας ιερέας ποτέ δεν πλησιάζει στην αγία Τράπεζα, για να κάνει θεία Λειτουργία, πιστεύοντας στην αγιότητά του. Αν γελαστεί και πιστέψει πως είναι άγιος, δεν πρέπει να λειτουργεί.
Με την ευχή του Χερουβικού ο λειτουργός ιερέας αναγνωρίζει και ομολογεί την αναξιότητά του και το θεϊκό μεγαλείο του μυστηρίου στο οποίο καλείται να διακονήσει. Προχωρεί όμως προς το θυσιαστήριο, ακριβώς επειδή δε στηρίζεται στις δικές του δυνάμεις αλλά στο έλεος του Θεού. Στηρίζεται στο πέλαγος της θείας φιλανθρωπίας. Διότι από φιλανθρωπία ο Θεός έγινε άνθρωπος και η φιλανθρωπία Του μας δώρισε το μυστήριο της αναίμακτης ιερουργίας. Κι όχι μόνο ήρθε άπαξ και προσφέρθηκε ο Χριστός, αλλά στο διηνεκές έρχεται σε κάθε θεία Λειτουργία και είναι Αυτός που προσφέρει και προσφέρεται, που δέχεται τη θυσία και διαμοιράζεται στους πιστούς.
Ο Χειρουβικός Ύμνος, αγαπητοί αδελφοί, τελειώνει με την ψαλμώδηση της φράσης «ως τον βασιλέα των όλων υποδεξόμενοι» και γίνεται η Μεγάλη Είσοδος. Για τους περισσότερους ερμηνευτές της θείας Λειτουργίας, η φράση αυτή έχει άμεση αναφορά στην υποδοχή της θείας κοινωνίας και έτσι τη μεταφράζουν: «προετοιμαζόμαστε για να μεταλάβουμε το βασιλέα της δόξης». Αμήν

Wednesday, 14 November 2012

Ο σκοπός της Θείας Λειτουργίας..


Στην τελετουργία των αγίων και ιερών Μυστηρίων διακρίνουμε, από τη μια μεριά το έργο της λειτουργίας, που είναι η μεταβολή των τιμίων δώρων σε θείο σώμα και αίμα, κι από την άλλη το σκοπό, που είναι ο αγιασμός των πιστών, οι οποίοι, μεταλαμβάνοντας, κατορθώνουν να κερδίσουν την άφεση των αμαρτιών τους και ν’ αποχτήσουν σαν κληρονομιά τη βασιλεία των ουρανών, μαζί με όλα τ’ αγαθά που ακολουθούν.
β’. Ως προπαρασκευή δε και τελείωμα, στο έργο και στο σκοπό που αναφέραμε, πρέπει να δούμε τις ευχές, τις ψαλμωδίες, τις αναγνώσεις των θείων Γραφών και όλα γενικά, όσα τελούνται ή λέγονται με ιεροπρέπεια πριν και μετά τον αγιασμό των τιμίων δώρων. Και, αν και ο Θεός μας δίνει δωρεάν όλα τα άγια και τίποτε απ’ αυτά δεν προσφέρουμε πρώτοι εμείς σαν δικό μας —γιατί όλα είναι ευεργεσίες του— όμως, μας δεσμεύει με την απαίτησή του, πως πρέπει πρώτα να γίνουμε ικανοί για να τα δεχτούμε και έπειτα, κατ’ ανάγκη, να τα διατηρήσουμε. Και σε κανέναν δεν θα μετάδινε τον αγιασμό του αν δεν πλησίαζε τα άχραντα Μυστήρια μ’ αυτή τη διάθεση. Έτσι ακριβώς έχουμε τη δυνατότητα να βρούμε τον αγιασμό μας στο βάπτισμα, στο χρίσμα και στο δείπνο του, την αγία και φρικτή Τράπεζά του.
γ΄. Κι αυτό ίσα – ίσα μας φανέρωσε με την παραβολή του για το σπορέα, όπου λέει: βγήκε ο σποριάς, όχι να οργώσει τη γη, μα για να «σπείρει» (Ματθ. ιγ’ 3)’ γιατί το όργωμα και κάθε άλλη προπαρασκευή πρέπει να γίνει πριν από μας τους ίδιους.
δ΄. Επειδή, λοιπόν, ήταν υποχρεωτικό στη σειρά των αγίων μυστηρίων να γίνεται έτσι, δηλ. να είμαστε προετοιμασμένοι κατάλληλα και πλήρως προπαρασκευασμένοι για να προϋπαντήσουμε τον Κύριο, έπρεπε να υπάρχουν μέσα στην ιερά ακολουθία της λειτουργίας και αυτά τα κείμενα — όπως υπάρχουν. Σ’ αυτό ακριβώς μας βοηθούν οι ευχές, οι ψαλμωδίες και ό,τι άλλο με ιεροπρέπεια γίνεται ή λέγεται κατά τη διάρκεια της θείας Λειτουργίας. Γιατί, όλα αυτά, μας αγιάζουν και μας προδιαθέτουν με τον καλύτερο τρόπο, πρώτα να δεχτούμε, όπως πρέπει, τον αγιασμό και μετά να τον κρατήσουμε σίγουρα μέσα μας, με την πιο δυνατή ασφάλεια.
ε΄. Ο αγιασμός μας από τη θεία Λειτουργία γίνεται με δύο τρόπους. Στον πρώτο τρόπο, τον βλέπουμε να μπαίνει μέσα μας ως ωφέλεια από τις ίδιες τις ευχές, τους ψαλμούς και τα αγιογραφικά αναγνώσματα. Οι ευχές, που σαν προσευχή αναπέμπουμε, επιστρέφουν στο Θεό και προξενούν την άφεση των αμαρτιών μας· όπως ακριβώς και οι ψαλμωδίες μας, που εξιλεώνουν τον Κύριο και τον κάνουν να στρέψει γλυκά το βλέμμα του προς εμάς. «Θύσον γαρ — λέγει ο ψαλμωδός — τω Θεώ θυσίαν αινέσεως, και εξελούμαί σε και δοξάσεις με» (Ψαλμ. μθ’, 14-15). Μετά, τα ιερά αναγνώσματα από την αγία Γραφή μας φανερώνουν καθαρότατα την επιείκεια και τη φιλανθρωπία του Θεού, καθώς επίσης τη δικαιοσύνη και την αποφασιστική κρίση του· ακόμα, σταλάζουν επάνω στις ψυχές μας το φόβο του Θεού, ή ανάβουν μέσα μας την αγάπη για Κείνον, κ’ έτσι σιγά – σιγά μας βάζουν σε μεγάλη προθυμία να εφαρμόζουμε τις εντολές του. Κι όλα αυτά βοηθούν και τον ιερέα και το λαό να κάνουν ωραιότερη και θειότερη την ψυχή τους, ικανώνοντάς τους να δεχτούν μέσα τους και να κρατήσουν άξια τα τίμια δώρα, πράγμα που είναι ο σκοπός της θείας λειτουργίας· ιδιαίτερα, όμως, προπαρασκευάζουν τον ιερέα να αξιωθεί να τελέσει την αναίμακτη θυσία, που είναι το έργο της μυσταγωγίας, όπως είπαμε πιο πάνω. Αυτό ακριβώς βρίσκουμε πολλές φορές μέσα στις ευχές, όπου ο ιερεύς προσεύχεται να μη φανεί ανάξιος να κρατήσει τα προκείμενα δώρα, αλλά με καθαρά χέρια και ψυχή και γλώσσα να διακονήσει τ’ άχραντα Μυστήρια. Έτσι, μ’ αυτό τον τρόπο, μπαίνει μέσα μας η ωφέλεια από τη δύναμη των θείων ρημάτων, που λέγονται και ψάλλονται στην όλη τελετουργία της θείας λατρείας.
ς΄. Ο άλλος τρόπος με τον οποίον αγιαζόμαστε από αυτά, κι απ’ όλα τ’ άλλα όσα τελούνται στη θεία λειτουργία, είναι αυτός εδώ: σ’ όλα αυτά βλέπουμε την παρουσία του Χριστού του ίδιου κι όσα Εκείνος έκαμε ή έπαθε για μας. Γιατί, στις ψαλμωδίες και στ’ αναγνώσματα, καθώς και σ’ όλα εκείνα που τελεί ο ιερεύς μέσα στη θεία λατρεία, φανερώνεται η θεία οικονομία του Σωτήρα μας: στην αρχή της λειτουργίας φανερώνονται οι πρώτες φάσεις του θείου έργου του· στο δεύτερο μέρος, σημαίνεται η συνέχεια του έργου του· και στο τελευταίο, ό,τι θ’ ακολουθήσει. Και πρέπει, εκείνοι που παρακολουθούν και βλέπουν όλα αυτά, να φέρνουν πάντα μπρος στα μάτια τους όλα εκείνα που σημαίνονται μ’ αυτά. Έτσι, ο καθαγιασμός των τιμίων δώρων, η αναίμακτη θυσία η ίδια, «τον θάνατον αυτού καταγγέλλει» (Α’ Κορ. ια’ 26) και την Ανάσταση με την Ανάληψή του, γιατί μεταβάλλει τα τίμια δώρα σε πραγματικό σώμα του Κυρίου, το οποίο δέχτηκε όλα αυτά, δηλ. που σταυρώθηκε, που αναστήθηκε και που αναλήφθηκε στους ουρανούς. Ενώ, όσα τελούνται πριν από τη θυσία, σημαίνουν το έργο του Χριστού πριν απ’ τη σταύρωση, δηλ. την παρουσία του, την δράση του, την πλήρη φανέρωσή του. Τελευταία, ίσα τελούνται και λέγονται μετά τη θυσία, σημαίνουν «την επαγγελίαν του Πατρός», όπως ο ίδιος είπε (Λουκ. κδ’ 49· Πράξ. α’ 4), την κάθοδο του αγίου Πνεύματος στους Αποστόλους και την επιστροφή των εθνών —με το αποστολικό κήρυγμα— στο δρόμο του Χριστού και στην ένωσή τους μ’ Αυτόν.
ζ΄. Η όλη μυσταγωγία παρουσιάζεται ακριβώς σαν μια εικόνα ενιαία του μοναδικού σώματος της ζωής του Σωτήρος, βάζοντας τάξη σε όλα τα γεγονότα, απ’ την αρχή μέχρι το τέλος, κ’ εναρμονίζοντάς τα μεταξύ τους.
η΄. Γι’ αυτό και οι ψαλμοί, που σαν προοίμια ψάλλονται, κι ακόμη πιο πριν απ’ αυτούς, τα όσα γίνονται και λέγονται στην πρόθεση των τιμίων δώρων, φανερώνουν τον πρώτο καιρό του θείου έργου της οικονομίας του Χριστού. Ενώ όσα ακολουθούν τους ψαλμούς, δηλ. τα ιερά αναγνώσματα από τις Γραφές και τ’ άλλα, σημαίνουν την περίοδο του έργου του Χριστού που ακολούθησε μετά.
θ΄. Αν κ’ έχει λεχθεί, πως γι’ άλλο λόγο έχουν εισαχθεί τα αναγνώσματα κ’ οι ψαλμωδίες, ότι δηλ. είναι ανάγκη να τα χρησιμοποιούμε για να μας προδιαθέτουν για τον ενάρετο βίο και να μας βοηθούν στο να εξιλεώνουμε το Θεό, όμως, τίποτε δεν εμποδίζει να μπορούν και τα δυό να συμβούν: τα ίδια ιερά άσματα και αναγνώσματα, και τους πιστούς να οδηγούν στην αρετή, και τη θεία οικονομία του Χριστού να σημαίνουν. Όπως ακριβώς συμβαίνει με τα ενδύματα: μας εξυπηρετούν στην ανάγκη του σώματος, για να το ντύνουμε ή να το καλύπτουμε, μ’ αυτά ή μ’ εκείνα τα ρούχα, ανάλογα με την περίσταση, αλλά κάποτε, όταν βλέπουμε τα ενδύματα, καταλαβαίνουμε το επάγγελμα, το βίο ή το αξίωμα εκείνου που τα φορεί. Αυτό συμβαίνει και με το θέμα μας. Διότι, με το να περιέχουν οι άγιες Γραφές θεόπνευστα λόγια και ύμνους του Θεού, τα οποία συμβάλλουν στην απόκτηση της αρετής, αγιάζουν εκείνους που τα μελετούν ή τα ψάλλουν. Όμως, με τον τρόπο που έχουν διαλεχτεί, κι όπως έχουν μπει στη σειρά, έχουν και την άλλη δυνατότητα, να βοηθούν δηλ. στο άγγελμα της παρουσίας του Χριστού και της ζωής του. Κι όχι μονάχα τα όσα ψάλλουμε ή όσα αναγινώσκουμε, μα και όλα όσα τελετουργούνται εκεί έχουν τον ίδιο χαρακτήρα. Και γίνεται μεν το κάθε τι για την αναγκαίουσα περίπτωση της στιγμής όπου παρουσιάζεται, αλλά στο βάθος πάντα κρύβει μια σημασία πού συμβολίζει κάτι από τα έργα, τα θαύματα ή τα πάθη του Χριστού. Όπως π.χ. είναι η είσοδος του αγίου Ευαγγελίου στο θυσιαστήριο και η είσοδος των τιμίων δώρων. Το καθένα απ’ αυτά έχει μια χρησιμότητα: η πρώτη είσοδος είναι για να διαβαστεί το Ευαγγέλιο, η δεύτερη για να τελεστεί η θυσία. Όμως, σημαίνουν και οι δύο την παρουσία και την πλήρη φανέρωση: η μία, τήν αρχή της παρουσίας του, με αμυδρή και ατελή ακόμη τη μορφή του· η άλλη, την τελειότητα και υπέρτατη εικόνα του προσώπου του. Ακόμα, υπάρχουν μερικά απ’ όσα γίνονται εδώ, που δεν έχουν καμμιά φανερή χρησιμότητα, μα που γίνονται μονάχα για να δηλώσουν συμβολικά κάτι· όπως π.χ. όταν ο ιερεύς λογχίζει τον άρτο, ή γράφει επάνω του το σημείο του σταυρού· ή, ακόμη, το μαχαίρι που κεντά τον άρτο και που φέρει το σχήμα της λόγχης· και, τελευταία, όταν ο ιερεύς προσθέτει στο άγιο Ποτήριον το ζεστό νερό.
ι΄. Ανάλογα παραδείγματα θα μπορούσες να βρεις και στ’ άλλα Μυστήρια· όπως π.χ. στο Βάπτισμα, όπου, υποχρεωτικά, πριν βαπτιστούν έβγαζαν τα υποδήματα και τα ρούχα τους, άπλωναν τα χέρια τους και φυσούσαν. Αλλά, βέβαια, εδώ δεν υπάρχει καμμιά χρησιμότητα, παρά ο συμβολισμός των κινήσεων, που μας διδάσκει το μίσος για το δαίμονα —όσο μίσος πρέπει να υπάρχει μέσα μας— και ότι είναι ανάγκη να τον διώξει πολύ μακριά του, όποιος θέλει να γίνει αληθινός χριστιανός μετά το βάπτισμα. Και, φυσικά, όπου υπάρχουν τέτοιες πράξεις και στ’ άλλα μυστήρια θα έχουν πάντα και την ανάλογη σημασία τους.
ια΄. Όσα τελούνται την ώρα του καθαγιασμού των τιμίων δώρων, έχουν όλα σχέση με το έργο της θείας οικονομίας του Σωτήρος· για να την έχουμε καθαρά εμπρός στα μάτια μας κ’ έτσι ν’ αγιάζει τις ψυχές μας, που θα γίνονται μ’ αυτό τον τρόπο άξιες να δεχτούν τ’ άχραντα Μυστήρια. Γιατί, όπως ακριβώς τότε, που για πρώτη φορά πραγματοποιήθηκε το θείο έργο του, ανάστησε τον πεσμένο κόσμο της οικουμένης, έτσι πάντα κάνει ωραιότερη και θειότερη την ψυχή όλων εκείνων που το βλέπουν εσωτερικά να πραγματοποιείται και πάλι. Ας προστεθεί ακόμη, πως δεν θα μπορούσε να δώσει καμμιάν ωφέλεια αν δεν το ενστερνίζονταν με τη μέσα θεωρία και την πίστη. Κ’ είναι γι’ αυτό που έχει κηρυχτεί και που, για να το πιστέψουμε, χρησιμοποίησε χίλιους δυο τρόπους και μέσα ο Θεός. Και τούτο γιατί, το έργο της θείας οικονομίας δεν θα μπορούσε να καρποφορήσει και να σώσει τους ανθρώπους, αν η πραγματοποίησή του έμενε άγνωστη στους ανθρώπους που περίμεναν να σωθούν. Βέβαια, τότε που πρωτοφανερωνόταν με το κήρυγμα, γεννούσε μέσα στις ψυχές των ανθρώπων το σεβασμό, την πίστη και την αγάπη για το Χριστό — πράγματα ως τότε άγνωστα γι’ αυτούς· σήμερα, όμως, όταν θεωρείται εσωτερικά και με θέρμη από τους πιστούς ήδη χριστιανούς, δεν γεννά βέβαια εκείνα τα ευλογημένα αισθήματα μέσα τους, αλλά βρίσκοντάς τα μέσα τους τα διατηρεί, τ’ αναγεννά και τα δυναμώνει. Κ’ έτσι, τους στηρίζει πιο πολύ στην πίστη, και τους κάνει πιο θερμούς στην ευσέβεια και στην αγάπη. Γιατί, εκείνα που δημιούργησε απ’ την ανυπαρξία τότε, θα είναι πολύ ευκολότερο να τα διασώσει, να τα διατηρήσει και να τ’ ανανεώσει σήμερα. Είναι ανάγκη, λοιπόν, πάντα μ’ αυτά τα αισθήματα να πλησιάζουμε τα άγια Μυστήρια· γιατί η ευλάβεια, η πίστη και η αγάπη προς το Θεό, μας ζεσταίνει εσωτερικά και πολύ μας ανυψώνει· ενώ, χωρίς όλα αυτά, και απλή ματιά έστω να ρίξουμε στ’ άγια Μυστήρια, βρισκόμαστε σε μεγάλη ασέβεια.
ιβ΄. Αυτός είναι ο λόγος, για τον οποίον έπρεπε να μπει αυτή η εσωτερική θεωρία μέσα στην τάξη της θείας Λειτουργίας, που μας τοποθετεί συμβολικά, με την βοήθεια όλων των προηγουμένων, μπροστά στο έργο της θείας οικονομίας. Κι αυτό, για να μη μένουμε μονάχα με τη σκέψη προς τα τελούμενα· αλλά για να βλέπουμε με τα ίδια μας τα μάτια, κατά κάποιον τρόπο, τη μεγάλη φτώχεια του Πλουσίου· την ξενιτιά και τον ερχομό σ’ εμάς, Εκείνου, που κατοικούσε δικαιωματικά τον κάθε τόπο· τους εξευτελισμούς του Ευλογημένου κ’ εγκωμιαζόμενου απ’ όλους· τα πάθη Εκείνου, που δεν γνώρισε κανένα πάθος· για να βλέπουμε πόσο μισήθηκε και πόσον αγάπησε· πόσο ψηλά βρισκότανε και πόσο ταπεινώθηκε για χάρη μας· πόσα χρειάστηκε να κάμει και πόσα να πάθει, για να ετοιμάσει αυτό το θείο τραπέζι, που έχουμε μπροστά μας. Κ’ έτσι, θαυμάζοντας την ανανέωση του σωτηρίου έργου του κι αναμετρώντας συγκλονισμένοι το πλήθος των οικτιρμών του, να δείξουμε την ευλάβειά μας σ’ Εκείνον, που με τόση φιλανθρωπία μας σπλαχνίστηκε και μας έσωσε: με το να του εμπιστευτούμε την ψυχή μας, να του παραδώσουμε ολάκερη τη ζωή μας και ν’ ανάψουμε τις καρδιές μας με τη φωτιά της αγάπης του. Κι όταν πια φτάσουμε σ’ αυτό το σημείο, τότε θα μπορούμε να πλησιάσουμε τη φωτιά των αγίων Μυστηρίων με οικειότητα και δίχως κανέναν κίνδυνο.
ιγ΄. Ας προστεθεί ακόμη, πως δεν αρκεί το γεγονός ότι μάθαμε κάποτε τη διδασκαλία του Χριστού, ή το ότι πια την ξέρουμε, για ν’ αποχτήσουμε την πνευματική κατάσταση, τήν οποία πριν λίγο αναφέραμε. Αλλά είναι απόλυτη ανάγκη, εκείνη την ώρα, να έχουμε καρφωμένα τα μάτια του νου μας εκεί και να θεωρούμε εσωτερικά τα γινόμενα, διώχνοντας αποτελεσματικά κάθε ξένο λογισμό, αν βέβαια θέλουμε να καλλιεργήσουμε στην ψυχή μας εκείνες τις διαθέσεις και τα αισθήματα που αναφέραμε, προκειμένου να δεχτούμε τον άνωθεν αγιασμό. Γιατί, κι αν τύχει και ξέρουμε καλά τους λόγους της θρησκείας μας, κατά τρόπο που, αν μας ρωτήσει κάποιος κάτι να του απαντήσουμε σωστά, όμως αυτή η γνώση δεν θα μας ωφελήσει σε τίποτε απολύτως, αν την ώρα της μυσταγωγίας δεν προσέχουμε με όλη τη δύναμη της ψυχής μας εκεί, αλλ’ αφήνουμε το νου μας να τρέχει σ’ άλλα πράγματα· τέτοια ξερή γνώση, δεν μπορεί ν’ αφήσει κανένα από τα πάθη που προαναφέραμε να εισέλθει μέσα μας. Γιατί, οι διαθέσεις μας δημιουργούνται από τους λογισμούς και τις σκέψεις εκείνης της ώρας· επομένως, και τα πάθη κ’ αισθήματα που δοκιμάζουμε είναι αποτέλεσμα, ποιοτικά, ανάλογο πάντα με τους λογισμούς που τα γέννησαν.
ιδ΄. Οι άγιοι Πατέρες επινόησαν αυτόν το συμβολικό τύπο στη θεία λειτουργία γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο: γιατί δεν αρκείται στο να μας μιλήσει με λόγια μόνο, αλλά φέρνει τα πάντα μπρος στα μάτια μας, φανερώνοντας όλο το έργο της θείας οικονομίας κατά τη διάρκεια τής λειτουργίας. Κι αυτό, γιατί θέλουν, απ’ τη μια μεριά, να επιδράσει ευκολότερα πάνω στην ψυχή και να μη μείνει μια απλή θεωρία μονάχα, για να χαράξει μέσα μας εκείνο το βαθύ πάθος κ’ αίσθημα, έτσι που, αυτά που φανταζόμαστε, με την πρόσθετη αυτήν αίσθηση της οράσεως, να τυπωθούν και να μείνουν καθαρότερα μέσα μας. Απ’ την άλλη μεριά, θέλουν ακόμη, αυτός ο τύπος της λειτουργίας να μην αφήσει την παραμικρή λαβή στη λήθη, μήτε ν’ αφήσει να στραφεί ο λογισμός προς οτιδήποτε άλλο, ώσπου να οδηγηθούμε στο ουράνιο τραπέζι. Κ’ έτσι πια, γεμάτοι από τις ιερές αυτές έννοιες κ’ έχοντας ανθισμένη τη μνήμη από θειες εικόνες, να μεταλάβουμε τ’ άχραντα Μυστήρια, προσθέτοντας στον αγιασμό μας ένα νέον αγιασμό —δηλ. στον αγιασμό της εσωτερικής μας θεωρίας προσθέτουμε τον αγιασμό της τελετουργίας— και «μεταμορφούμενοι από δόξης εις
δόξαν» ( Β’ Κορ. γ’)   από  την κατώτερη στη μεγαλύτερη και υψηλότερη απ’ όλες  τις δόξες.

(Αγ. Νικολάου Καβάσιλα)

(«Χριστιανικό Συμπόσιον. Γ΄», εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας. Κολλάρου και Σία Α.Ε., σ.7-10)

Monday, 22 October 2012

Γ.Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης – H Oρθόδοξη Θεία Λειτουργία


 Πως αρχίζει η Θ. Λειτουργία και γιατί;Πώς αρχίζει η λειτουργία; «Ευλογημένη η βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αμήν». Γιατί αρχίζει έτσι ο ιερεύς; Τι θέλει να πη; Μπροστά μας ανοίγει ο Χριστός ένα εξαίσιο θέαμα. Μπροστά μας παρουσιάζει μια ουράνια οπτασία. Μπροστά μας ο Χριστός ανοίγει την βασιλείαν του. Όπως πηγαίνεις σε ένα κατάστημα και σου ανοίγει ο έμπορος το τόπι του υφάσματος και το βλέπεις, το πιάνεις, δοκιμάζεις την αντοχή του, βλέπεις την ομορφιά του και λες αυτό θα αγοράσω, έτσι κάνει εκείνην την ώρα ο Χριστός.

Μπροστά στα μάτια μας ανοίγει την βασιλείαν του, να την δούμε, να την νοιώσωμε, να την χορτάσωμε και να πούμε: Αυτήν διαλέγω και εγώ για την ζωή μου. Άραγε το νοιώθει η ψυχή μας αυτό;Ο ιερεύς το καταλαβαίνει την ώρα εκείνην εις το θυσιαστήριον. Κτυπά δυνατά η καρδιά του, πάει να τυφλωθή, όπως τυφλώθηκε ο Παύλος στον δρόμο προς την Δαμασκόν, όταν είδε τον Χριστόν. (Πράξ. 9,3-9). 
Τα μάτια του τα πνευματικά βλέπουν το εκθαμβωτικό φως του Θεού. Γι’ αυτό γεμάτος έκστασι ξεσπά• «Ευλογημένη η βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος». Η δόξα σου στην βασιλεία σου, Χριστέ μου, γεμίζει τα πάντα. Έχετε δει, όταν στολίζουν την νύφη για να την φωτογραφήσουν, πώς το μεγάλο πέπλο της πιάνει όλο το δωμάτιο και τα κράσπεδα του ιματίου της καλύπτουν το δάπεδο, για να δείξουν την δόξαν της και την ομορφιά της; Έτσι ακριβώς η Εκκλησία του Χριστού την ώρα εκείνην απλώνεται εις όλον τον χώρο μπροστά στα μάτια μας.Ποια είναι αυτή η ευλογημένη, η δοξασμένη, η τιμημένη, η ανώτερη από κάθε άλλο βασιλεία; Είναι η βασιλεία των ουρανών, η βασιλεία του Θεού• είναι ο παράδεισος, εις τον οποίον μας έβαλε ο Χριστός• είναι η αγία μας Εκκλησία. Βασιλεύς είναι ο τρισήλιος Θεός, ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα. Υπηρέται του βασιλέως είναι οι άγγελοι και οι αρχάγγελοι, θρόνοι, αρχαί, εξουσίαι, κυριότητες, δυνάμεις, τα πολυόμματα χερουβίμ και τα εξαπτέρυγα σεραφίμ.

 Στρατηγοί του βασιλέως είναι οι άγιοι. Βασίλισσα είναι η Κυρία Θεοτόκος. Στρατιώτες πιστοί είναι οι χριστιανοί, όσοι είναι έτοιμοι να ακολουθήσουν τον Χριστόν ό,τι και αν τους κοστίση, όλοι εκείνοι που είναι πρόθυμοι να φέρουν το τιμημένο όνομά του, όλοι εκείνοι που αποτελούν την Εκκλησίαν του.
Όλοι λοιπόν, ο Χριστός, οι άγιοι, η Θεοτόκος, οι άγγελοι, οι πιστοί όλων των αιώνων κατά την ώρα της λειτουργίας είναι μαζί μας.Επομένως, όταν λέγη ο ιερεύς «Ευλογημένη η βασιλεία του Πατρός», ξεχνάει τον εαυτόν του, το σπίτι του. Ξεχνάει τον κόσμο, όλα εκείνα που βλέπει, και προσηλώνει την καρδιά του και την σκέψι του σε εκείνα που καταλαβαίνει, τα μυστικά, τα αόρατα, που του παρουσιάζει μπροστά του ο Χριστός. Γι’ αυτό ακριβώς, νοιώθοντας την δόξαν του Χριστού, του ουρανίου βασιλέως, με γόνατα που τρέμουν, με ψυχή που πάει να λυγίση κάτω από το βάρος της ευθύνης, με μάτια που διεισδύουν εις τα μυστήρια της βασιλείας των ουρανών, τρεμάμενος λέγει• «Ότι πρέπει σοι πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις»• σε εσένα, Χριστέ μου, που είσαι τόσο δοξασμένος, που δορυφορείσαι από τόσους αγίους και αγγέλους, σε εσένα αρμόζει η δόξα και η τιμή και η προσκύνησις. Μπροστά μας λοιπόν ολόκληρη η Εκκλησία. Μπροστά μας παρών αληθινά, ουσιαστικά, μυστικά ο Χριστός! «Ου εισιν δύο ή τρεις συνηγμένοι εις το εμόν όνομα» (Ματθ. 18, 20), εκεί ανάμεσά τους είμαι και εγώ, λέγει ο Χριστός. Αυτό γίνεται την ώρα της λειτουργίας.
 ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ ο Σιμωνοπετρίτης

Sunday, 7 October 2012

Γέροντας Αιμιλιανός– H Oρθόδοξη Θεία Λειτουργία


          Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης

Πως αρχίζει η Θ. Λειτουργία και γιατί;Πώς αρχίζει η λειτουργία; «Ευλογημένη η βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αμήν». Γιατί αρχίζει έτσι ο ιερεύς; Τι θέλει να πη; Μπροστά μας ανοίγει ο Χριστός ένα εξαίσιο θέαμα. Μπροστά μας παρουσιάζει μια ουράνια οπτασία. Μπροστά μας ο Χριστός ανοίγει την βασιλείαν του. Όπως πηγαίνεις σε ένα κατάστημα και σου ανοίγει ο έμπορος το τόπι του υφάσματος και το βλέπεις, το πιάνεις, δοκιμάζεις την αντοχή του, βλέπεις την ομορφιά του και λες αυτό θα αγοράσω, έτσι κάνει εκείνην την ώρα ο Χριστός.
Μπροστά στα μάτια μας ανοίγει την βασιλείαν του, να την δούμε, να την νοιώσωμε, να την χορτάσωμε και να πούμε: Αυτήν διαλέγω και εγώ για την ζωή μου. Άραγε το νοιώθει η ψυχή μας αυτό;Ο ιερεύς το καταλαβαίνει την ώρα εκείνην εις το θυσιαστήριον. Κτυπά δυνατά η καρδιά του, πάει να τυφλωθή, όπως τυφλώθηκε ο Παύλος στον δρόμο προς την Δαμασκόν, όταν είδε τον Χριστόν. (Πράξ. 9,3-9). Τα μάτια του τα πνευματικά βλέπουν το εκθαμβωτικό φως του Θεού. 
Γι’ αυτό γεμάτος έκστασι ξεσπά• «Ευλογημένη η βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος». Η δόξα σου στην βασιλεία σου, Χριστέ μου, γεμίζει τα πάντα. Έχετε δει, όταν στολίζουν την νύφη για να την φωτογραφήσουν, πώς το μεγάλο πέπλο της πιάνει όλο το δωμάτιο και τα κράσπεδα του ιματίου της καλύπτουν το δάπεδο, για να δείξουν την δόξαν της και την ομορφιά της; Έτσι ακριβώς η Εκκλησία του Χριστού την ώρα εκείνην απλώνεται εις όλον τον χώρο μπροστά στα μάτια μας.Ποια είναι αυτή η ευλογημένη, η δοξασμένη, η τιμημένη, η ανώτερη από κάθε άλλο βασιλεία; Είναι η βασιλεία των ουρανών, η βασιλεία του Θεού• είναι ο παράδεισος, εις τον οποίον μας έβαλε ο Χριστός• είναι η αγία μας Εκκλησία. Βασιλεύς είναι ο τρισήλιος Θεός, ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα.
Υπηρέται του βασιλέως είναι οι άγγελοι και οι αρχάγγελοι, θρόνοι, αρχαί, εξουσίαι, κυριότητες, δυνάμεις, τα πολυόμματα χερουβίμ και τα εξαπτέρυγα σεραφίμ. Στρατηγοί του βασιλέως είναι οι άγιοι. Βασίλισσα είναι η Κυρία Θεοτόκος. Στρατιώτες πιστοί είναι οι χριστιανοί, όσοι είναι έτοιμοι να ακολουθήσουν τον Χριστόν ό,τι και αν τους κοστίση, όλοι εκείνοι που είναι πρόθυμοι να φέρουν το τιμημένο όνομά του, όλοι εκείνοι που αποτελούν την Εκκλησίαν του.
Όλοι λοιπόν, ο Χριστός, οι άγιοι, η Θεοτόκος, οι άγγελοι, οι πιστοί όλων των αιώνων κατά την ώρα της λειτουργίας είναι μαζί μας.Επομένως, όταν λέγη ο ιερεύς «Ευλογημένη η βασιλεία του Πατρός», ξεχνάει τον εαυτόν του, το σπίτι του. Ξεχνάει τον κόσμο, όλα εκείνα που βλέπει, και προσηλώνει την καρδιά του και την σκέψι του σε εκείνα που καταλαβαίνει, τα μυστικά, τα αόρατα, που του παρουσιάζει μπροστά του ο Χριστός. Γι’ αυτό ακριβώς, νοιώθοντας την δόξαν του Χριστού, του ουρανίου βασιλέως, με γόνατα που τρέμουν, με ψυχή που πάει να λυγίση κάτω από το βάρος της ευθύνης, με μάτια που διεισδύουν εις τα μυστήρια της βασιλείας των ουρανών, τρεμάμενος λέγει• «Ότι πρέπει σοι πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις»• σε εσένα, Χριστέ μου, που είσαι τόσο δοξασμένος, που δορυφορείσαι από τόσους αγίους και αγγέλους, σε εσένα αρμόζει η δόξα και η τιμή και η προσκύνησις. Μπροστά μας λοιπόν ολόκληρη η Εκκλησία. Μπροστά μας παρών αληθινά, ουσιαστικά, μυστικά ο Χριστός! «Ου εισιν δύο ή τρεις συνηγμένοι εις το εμόν όνομα» (Ματθ. 18, 20), εκεί ανάμεσά τους είμαι και εγώ, λέγει ο Χριστός. Αυτό γίνεται την ώρα της λειτουργίας.
 Περί Θεού: Λόγος Αισθήσεως
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...