Thursday, 17 July 2014

Metropolitan Anthony of Sourozh-On Prayer and Life

Metropolitan Anthony of Sourozh

It is a joy to have the opportunity of bearing witness to something that strikes me and touches my heart, to something that impresses us, at times in a lightning flash, for only a moment or permanently, in the context and situations of our lives. The witness I bear is to the things our eyes have seen, our hands have touched, our ears have grasped; it is a witness to those things that have enlightened our understanding, deepened our hearts, directed our will and affected our very bodies, making them more obedient to grace.

I have to speak about prayer and action, but I should particularly like to talk to you about prayer, or rather about the aspect of that complex situation which is both prayer and action, and is constantly revealed in effective thinking, in a life grounded in the deepest possible reflection and a truly lucid understanding of the situations in which we live.


First, I would like to say a few words on the relation that exists, not in general terms but somewhat distinctly, between life and prayer, approaching this question from a hitherto unexplored angle. All too often the life we lead attests against the prayer we offer, and it is only when we have managed to harmonize the terms of our prayer with our way of life that our prayer acquires the strength, the splendour and the efficacy which we expect it to yield.

All too often we address the Lord hoping that he will do what we ought to do in his name and in his service. All too often our prayers are elegant, well-prepared discourses, grown stale moreover with the passing of centuries, which we offer to the Lord from day to day, as if it sufficed to repeat to him from year to year, with a cold heart and a dull mind, ardent words that were born in the desert and the wilderness, in the greatest of human sufferings, in the most intense situations that history has ever known.

We reiterate prayers bearing the names of the great spiritual leaders, and we believe that God listens to them, that he takes account of their content, whereas the only thing that matters to the Lord is the heart of the person addressing him, the will straining to do his will.

Ένα κομμάτι σοκολάτα...!

Την ιστορία αυτή την αφηγήθηκε η μητέρα μιας Μοναχής και αφορούσε την δική της οικογένεια.
«Κατά την  διάρκεια της γερμανικής κατοχής υποφέραμε πολύ.
Έφθασε ημέρα που στο σπίτι μας δεν υπήρχε τίποτε άλλο εκτός από νερό!
Τότε ο πατέρας μου μας πήρε από το χέρι και ανεβήκαμε ψηλά στο βουνό, που δέσποζε πάνω από το χωριό που μέναμε, και μαζέψαμε λούπινα.
Τα χιλιοέβρασε η καημένη η μητέρα μου, αλλά δεν λέγανε να ξεπικρίσουν.
Με αυτά ξεγελούσαμε την πείνα μας, αλλά τα μάτια μας έκαιγαν από την πίκρα.
Και να φανταστεί κανείς ότι είχαμε και σοβαρά άρρωστη την μεγαλύτερη αδελφούλα μου.
Αλλά και τα δύο αδέλφια μου αγόρια που εργάζονταν κι ήταν πάνω στην ανάπτυξή τους  τί να φάνε;
Κάποτε η μητέρα εξοικονόμησε ένα κομματάκι σοκολάτα!
Κανένας Άγγλος στρατιώτης της την έδωσε; από καμμιά φιλανθρωπική οργάνωση την πήρε;
Δεν γνωρίζω.
Η καλή μας μητέρα ούτε που την άγγιξε.
Την έφερε και κρυφά την έδωσε στην άρρωστη αδελφούλα μου, με την ελπίδα πως θα δυνάμωνε. Μάταια όμως.
Σε λίγο καιρό πέθανε, την πήρε ο Θεός  κοντά Του.
Ούτε όμως και η άρρωστη την έφαγε.
Επειδή άκουσε πως την άλλη μέρα η μητέρα κι εγώ θα κατεβαίναμε στην πόλη με το γαϊδουράκι για κάποια αναγκαία εργασία και θα περπατούσαμε τουλάχιστον οκτώ με δέκα ώρες, με φώναξε κρυφά κοντά της και δίνοντάς μου το κομματάκι της σοκολάτας, μου είπε:
- Πάρε το, να το φας εσύ, αδελφούλα μου, γιατί έχεις να περπατήσεις πολύ αύριο και πρέπει να δυναμώσεις.
Την πήρα και την φύλαξα για την αυριανή οδοιπορία. ¨
Όμως η καλή μου μητέρα έβαλε εμένα στο γαϊδουράκι κι εκείνη περπατούσε δίπλα με τα πόδια.
Την παρακαλούσα ν΄ ανέβει κι εκείνη, αλλά δεν θέλησε.
Με λυπόταν γιατί ήμουν μικρό.
Τότε έβγαλα από την τσεπούλα μου την σοκολάτα και της την έδωσα λέγοντας:
- Πάρε, μαμά, φάε εσύ σοκολάτα να δυναμώσεις που περπατάς τόσες ώρες, αφού εμένα με πάει το γαϊδουράκι!
Πριν προλάβει να αρνηθεί, την έβαλα στα χέρια της.
Τότε κοντοστάθηκε και την κοίταξε δακρυσμένη.
Είχε ξαναγυρίσει στα χέρια της!»

Μια ελληνική οικογένεια βασανισμένη από την φτώχεια και την αρρώστια είχε τέτοιο ήθος, τέτοια αγάπη, τέτοια αυταπάρνηση!
Ας την θαυμάσουμε αλλά και ας την μιμηθούμε!
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...