Monday, 17 March 2014

“Thank God for everything that happens”

              Elder Aimilianos of Simonopetras

Above all pray without ceasing and thank God for everything that happens to you

(Rule of Anthony the Great)

Anthony the Great is a realist. His rules or canons aren’t some formula he’s found and thrown to us. Each of them has something unique concerning the life of the monk and, if one is broken, everything comes crashing down. He says we have to pray without ceasing but at the same time thank God for everything that happens to us. He uses a coordinating conjunction because these two  things can’t be separated, they go together. We thank God for pleasant things, but even more for something else: in life, matters don’t always turn out as we would want them to. We pray, for instance, and it seems that God doesn’t listen. We ask for our health, and our illness worsens. We ask God to grant us certain things and He gives us nothing. Everything’s back to front.

People who don’t learn to thank God for everything, especially for adversity, will never advance even an inch beyond where they were when their mothers bore them. They’ll make no progress. And, of course, when their mothers bore them, such people were innocent babes, they had a natural sanctity, whereas we have cruelty, and knowledge that makes us guilty. So we have to learn to thank God. When we have bad thoughts, when our brother says something and we feel hatred within us, we must, at that very time, thank God and smile at our brother. Unless we do so, it’s impossible to advance a step, because everything will seem perverse to us. And then, in particular, others and our circumstances will cause us to have bad thoughts, temptations, passions and contrariness.

Ceaseless prayer and gratitude to God for all that happens to us are the necessary conditions for a natural life. If people don’t thank God for everything, they can’t even pray, nor live in the monastic state. People have to be grateful for whatever happens to them in the monastery, whether that comes from their inner world or from the brotherhood, from enemies or from demons. For instance, a monk has bad thoughts which torment him. He shouldn’t be worried, but should rejoice and thank God. He should say to the demon: “Get behind me, Satan” and send him on his way, or, if he refuses to leave, the monk should be able to say: “The bed’s big enough for the two of us. Sleep with me. Just turn over onto the other side so that I don’t have to put up with your foul breath”. The demon will then leave like lightning.

Unceasing prayer and gratitude for everything are directly connected to our personal rule. In other words, anyone can perform his rule when he learns to pray ceaselessly. And anyone who performs his rule can have unceasing prayer. If he wants to separate his rule from unceasing prayer, both will come tumbling down. This is basic and we must remember it. Miss your rule for two days and you’ll see that you’ll forget to say “Glory to you, our God” even once a day. That’s a law.

Archim. Aimilianos of Simonopetra, Νηπτική ζωή και Ασκητικοί κανόνες (Neptical life and ascetic rules), Indiktos Eds, Athens 2011, pp. 5-6.

Ντρέπεστε να εξομολογηθείτε;

Κάποτε ήταν στην καθημερινότητά μας τόσο το κατηχητικό όσο και η εξομολόγηση.

Με τα χρόνια, λίγες οικογένειες κατάφεραν να διατηρήσουν αυτή την συνήθεια. «Εξατμίστηκε», όπως χάθηκαν πολλά από τα ήθη μας.

Υπάρχουν όμως κι εκείνοι που θα ήθελαν να εξομολογηθούν κάποια στιγμή αλλά ντρέπονται…

Γι' αυτό ας διαβάσουμε την παρακάτω διδαχή του Αγίου Ιωάννη του Χρυσόστομου, που πιθανό να μας «αφυπνίσει».

«Η ντροπή στην Εξομολόγηση έρχεται από τον σατανά πού παρακολουθεί άγρυπνος τί θα κάνουμε…Ντρέπεσαι λοιπόν και κοκκινίζεις να ομολογήσεις τις αμαρτίες σου; Αλλά και αν ακόμα έπρεπε να τις ομολογείς μπροστά στους ανθρώπους και να εξευτελίζεσαι, ούτε και τότε θα έπρεπε να ντρέπεσαι διότι ντροπή και αισχύνη είναι το να αμαρτάνεις, και όχι το να ομολογείς τις αμαρτίες σου…Γνωρίζω και εγώ ότι δεν ανέχεται η συνείδηση την ενθύμηση των αμαρτιών μας. Διότι αν θυμηθούμε μόνον τις αμαρτίες μας η ψυχή μας αναπηδά όπως ακριβώς αναπηδά κάποιο αδάμαστο και δύστροπο πουλάρι. Όμως συγκράτησε, χαλιναγώγησε, χάιδευσε τη ψυχή με το χέρι, κάνε τη ήμερη, πείσε την, ότι αν δεν εξομολογηθεί τώρα στον ιερέα, θα αναγκαστεί να εξομολογηθεί εκεί όπου είναι περισσότερη η τιμωρία, όπου είναι μεγαλύτερος ο παραδειγματισμός.

Εδώ το δικαστήριο είναι χωρίς μάρτυρα και δικαστής του εαυτού σου είσαι συ ο οποίος αμάρτησες· εκεί όμως θα παρευρίσκεται όλο το πλήθος της οικουμένης αν δεν προλάβουμε να τα σβήσουμε εδώ.

Ντρέπεσαι να ομολογήσεις τα αμαρτήματα; Να ντρέπεσαι τότε και να τα διαπράττεις!

Εμείς όμως όταν διαπράττουμε αυτά τολμάμε να τα διαπράττουμε κατά τρόπον αναίσχυντο και προκλητικό όταν όμως πρόκειται να τα ομολογήσουμε, τότε ντρεπόμαστε και αποφεύγουμε, ενώ έπρεπε να κάνομε τούτο με μεγάλη προθυμία. Διότι δεν είναι ντροπή το να κατηγορείς τα αμαρτήματα, αλλά δικαιοσύνη και αρετή εάν δεν ήταν δικαιοσύνη και αρετή δεν θα έδινε γι’ αυτήν ο Θεός αμοιβή.

Το ότι πράγματι έχει αμοιβές η εξομολόγηση, άκουσε τι λέει «Λέγε πρώτος εσύ τα αμαρτήματά σου για να δικαιωθείς». Ποιός ντρέπεται να πράξει κάτι από το οποίο θα γίνει δίκαιος; Ποιός ντρέπεται να ομολογήσει τα αμαρτήματα, για να απαλλάξει τον εαυτόν του από τα αμαρτήματα; Μήπως σε προτρέπει να τα ομολογήσεις για να σε τιμωρήσει; Όχι βέβαια για να τιμωρήσει, αλλά για να συγχωρήσει.

Στα κοσμικά δικαστήρια συμβαίνει να επέρχεται η τιμωρία μετά την ομολογία της ενοχής. Για τούτο και ο ψαλμός υποπτευόμενος ακριβώς αυτό, μη τυχόν δηλαδή φοβούμενος κανείς τιμωρία μετά την εξομολόγηση αρνηθεί να εξομολογηθεί τα αμαρτήματά του, λέγει· «εξομολογηθείτε στον Κύριο τα αμαρτήματά σας, διότι είναι αγαθός, διότι το έλεος αυτού μένει εις τον αιώνα».

Μήπως (νομίζεις ότι ο Θεός) δεν γνωρίζει τα αμαρτήματα σου, εάν εσύ δεν τα ομολογήσεις;

Λοιπόν τι περισσότερο γίνεται σε σένα όταν δεν τα ομολογείς; Μήπως μπορείς να διαφύγεις την προσοχή του;

Και αν ακόμα δεν τα πεις εσύ, εκείνος τα είδε· αν δε τα πεις εσύ εκείνος τα λησμονεί. Διότι λέγει· «Ιδού εγώ είμαι ο Θεός εκείνος ο οποίος από αγάπη εξαλείφω τις αμαρτίες σου, και δεν τις ενθυμούμαι».

Βλέπεις; «Εγώ δεν θα τις ενθυμηθώ» λέγει· διότι τούτο είναι ίδιον της φιλανθρωπίας· συ να τις θυμηθείς για να σου γίνει αφορμή σωφρονισμού.

In Consolation of a Certain Brother Made the Victim of Slander by St. Tikhon of Zadonsk

You are enduring terrible slander, as I hear. Accept what consolation I can offer.

1. Nothing happens to us without God; therefore, the wicked tongue also attacks us by the permission of God. For this reason be patient in the face of what God has sent. God hears the slander and also knows your conscience.
2. Be consoled by this -- that you are enduring false accusation. A clear conscience is consolation. It is better to be consoled by your conscience alone, even if the whole world slanders you, than to be accused by your conscience, when the whole world heaps praises upon you. This is my choice: let everyone slander me, if only my conscience will praise me. The conscience is a reliable witness that does not lie: it says what it sees and is silent about what it does not see. It stands alone against thousands of slanderers and offers a defense and consolation and, in time, shuts the mouths of the slanderers and covers them with shame.
3. You have many comrades in this misfortune. The saints of God endured much slander, and there are many who live now and who likewise suffer the same way. You are not the only one who suffers from this; many have traveled by this path and have made it smooth for us and summon us to come by the same path. Let us follow in their footsteps, that together with them we may glorify Jesus Christ Who redeemed us. O Jesus, attract us, weak and despondent to follow Thee and Thy saints.
4. Think on this and examine your conscience; have you not ever wounded anyone with your tongue? When this happens, then slander is punished by slander, and therefore endure with thanksgiving, that the sin be chastened here, so that he who committed the sin might be shown mercy later. "When we are judged, we are chastened of the Lord, that we should not be condemned with the world," says the Apostle (1 Cor. 11:32). O Lord, chasten us here, and have mercy on us there!
5. You see how God, with His mercy, turns to good that which Satan and the evil contrive for evil. Therefore, be calm now and console yourself, and forget all vanity.
6. Learn from this not to believe the gossip of others who spread slander. Just as you hear slander against yourself unexpectedly, so those concerning whom evil rumors are circulated often hear them unexpectedly, not even knowing what they are being accused of. Give thanks for this together with the prophet: "It is good for me that Thou hast humbled me" (Ps. 118:71). Read these points which I am sending, and you will discover what I mean. Work for your salvation and remember me, a sinner.

Your well-wisher, Bishop Tikhon

Άγ. Ιουστίνος Πόποβιτς-Ποιά είναι η πραγματική αγάπη

 Οσίου Ιουστίνου Πόποβιτς

«Αγαπητοί, αγαπώμεν αλλήλους, ότι η αγάπη εκ του Θεού εστί, και πας ο αγαπών εκ του Θεού γεγέννηται και γινώσκει τον Θεόν. Ο μη αγαπών ουκ έγνω τον Θεόν, ότι ο Θεός αγάπη εστίν» (Α’ Ιωάν. δ’ 7-8).
«Είμαστε από τον Θεό», με ποιόν τρόπο; με την αγάπη. Γιατί η αγάπη είναι κυρίως η θεϊκή, ηθική δύναμη, η οποία μας γεννά «εκ του Θεού», μας κάνει «Υιούς Θεού», μας θεώνει, μας κάνει «ένθεους», «θεϊκούς». Σκιρτά το ανθρώπινο όν, ο άνθρωπος: Η αγάπη τον κάνει να σκιρτά με τις θεϊκές δυνάμεις οι οποίες τον μεταμορφώνουν, τον αναγεννούν σε καινό ον, σε καινή ψυχή, σε καινή αντίληψη, σε καινή ζωή.
Έτσι σ’ αυτόν όλες οι σκέψεις, όλες οι αισθήσεις και όλα τα έργα είναι από τον Θεό. Και γνωρίζει τον Θεό με ένα καινό, καινούργιο τρόπο, ένα τρόπο πραγματικότατο και πειστικότατο. Μόνο η αληθινή, οργανική ένωση με τον Θεό, η οποία πετυχαίνεται μόνο με την γέννηση «εκ Θεού», «εν αγάπη» δίνει την αληθινή γνώση περί του Θεού. Αν δεν γεννηθεί με αγάπη από τον Θεό ο άνθρωπος, δεν μπορεί να γνωρίζει τον Θεό. Όποιος όμως δεν γνωρίζει τον Θεό συνήθως δεν τον αναγνωρίζει. Επειδή ο Θεός είναι αγάπη, μας δένει, μας συνδέει με αγάπη και ψυχική προσέγγιση με όλα τα δημιουργήματα και πρώτα με τους ανθρώπους. Όποιος αγαπά τους αδελφούς έχει τον Θεό μέσα του, γνωρίζει τον Θεό, γιατί είναι γεννημένος από τον Θεό. Όποιος δεν αγαπά τους αδελφούς δεν έχει Θεό, δεν ξέρει τον Θεό, δεν βλέπει τα θεϊκά θεοειδή όντα στους ανθρώπους, γιατί δεν είναι γεννημένος από τον Θεό.
Ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος ευαγγελίζεται: «Αγαπητοί, αγαπώμεν αλλήλους ότι η αγάπη εκ του Θεού εστί και πας ο αγαπών εκ του Θεού γεγέννηται και γινώσκει τον Θεόν. Ο μη αγαπών ουκ έγνω τον Θεόν, ότι ο Θεός αγάπη εστίν» (Α’ Ιωάν. δ’ 7-8).
«Εν τούτω εφανερώθη η αγάπη του Θεού εν ημίν, ότι τον υιόν αυτού τον μονογενή απέσταλκεν ο Θεός εις τον κόσμον ίνα ζήσωμεν δι’ αυτού» (Α’ Ιωάν. δ’ 9). Πραγματικά, η αγάπη του Θεού στους ανθρώπους δεν μπορούσε καλύτερα να εκδηλωθεί από του να στείλει στον κόσμο τον Θεό-Λόγο, για να ζήσουν οι άνθρωποι «εν αυτώ». Η θεϊκή ζωή με την ενσάρκωση του Λόγου έγινε δική μας ανθρώπινη ζωή.
Ο Θεός – Λόγος έγινε άνθρωπος κι έδωσε στον άνθρωπο τη θεϊκή του ζωή, τον μύησε σ’ αυτή τη ζωή και του έδωσε τις δυνάμεις για να πραγματοποιήσει αυτή τη ζωή, παρά τους γήινους και ανθρώπινους όρους.
«Αγαπητοί, ει όντως ο Θεός ηγάπησεν ημάς, και ημείς οφείλομεν αλλήλους αγαπάν» (Δ’ Ιωάν. δ’ 11).
Το υπόδειγμα της αγάπης και της φιλανθρωπίας το τέλειο και παντέλειο υπόδειγμα είναι ο Κύριος Ιησούς Χριστός. Είμαστε υπόχρεοι στην αγάπη του Χριστού, την οποία αδιάκοπα βλέπουμε και ζούμε και για την οποία δεν αξίζουμε και για χάρη αυτής της αγάπης πρέπει να αγαπάμε ο ένας τον άλλο. Αύτη είναι η νέα αγάπη και η νέα εντολή περί της αγάπης.
Καινή, νέα, καινούργια γιατί αγαπά τον άνθρωπο ενώ είναι αμαρτωλός. Καινή, γιατί σπλαχνίζεται τον αμαρτωλό. Γι’ αυτό η χριστολογική αυτή αγάπη, η τόσο τέλεια και σωτηριώδης, έγινε η πρώτη υποχρέωση των χριστιανών, «όφείλομεν αλλήλους αγαπάν». Γιατί εκπληρώνοντας αυτή την υποχρέωση συνεχίζουμε το θεανθρώπινο έργο της σωτηρίας των ανθρώπων, σώζουμε «εαυτούς και αλλήλους», ή ακριβέστερα σωζόμαστε διά μέσου των άλλων.
Η σωτηρία είναι η συνέχεια της αγάπης του Χριστού διά μέσου των ανθρώπων οι οποίοι πιστεύουν σ’ αυτόν. Σωζόμαστε από την αμαρτία, το θάνατο και το διάβολο με την αγάπη του Χριστού, τη φιλανθρωπία του Χριστού.
«Θεόν ουδείς πώποτε τεθέαται· εάν αγαπώμεν αλλήλους, ο Θεός εν ημίν μένει και η αγάπη αυτού τετελειωμένη εστίν εν ημίν» (Α’ Ιωάν. δ’ 12).
Η αγάπη φέρνει τον Θεό στη ψυχή και αυτή πάντα ζει «δι’ αυτού» και με αυτό τον τρόπο βλέπει τον Θεό, ο όποιος διαφορετικά είναι μη βλεπόμενος. Ο Θεός από αγάπη ενανθρώπησε, ενσαρκώθηκε, έγινε άνθρωπος. Έτσι και ο άνθρωπος. Με αγάπη θεώνεται, ενθεοποιείται, γίνεται θεός κατά χάριν. Ο αόρατος Θεός με την αγάπη γίνεται ενσαρκωμένος, ορατός. Γιατί η θεϊκή αγάπη είναι μια δύναμη που ενσαρκώνει. Η αγάπη μεταφέρει τον αγαπώντα στον αγαπημένο, ενσαρκώνει τον ένα στον άλλο. Οι ζωές τους γίνονται μία, οι ψυχές τους μία, οι καρδιές τους μία. Αυτοί αισθάνονται τους εαυτούς τους σαν ένα, παρά το ότι είναι και μένουν δυο ξεχωριστές προσωπικότητες.
Αυτό ισχύει για όλα τα μέλη της Εκκλησίας. Με την αμοιβαία αγάπη οι ανήκοντες στην Εκκλησία ενσαρκώνονται ο ένας στον άλλο, ο ένας σε όλους κι όλοι στον ένα. Έτσι με τον ίδιο τρόπο και σκέπτονται και αισθάνονται και πράττουν όλοι μαζί και καθολικά αγωνίζονται «συν πάσι τοις αγίοις» (Εφεσ. γ’ 18). Αυτό είναι εκείνο που έχει γραφτεί στις Πράξεις των Αποστόλων «του δε πλήθους των πιστευσάντων ην η καρδία και η ψυχή μία, και ουδέ εις τι των υπαρχόντων αυτού έλεγεν ίδιον είναι, αλλ’ ην αυτοίς άπαντα κοινά» (Πραξ. δ’ 32).
Με τη βίωση της αγάπης του Χρίστου ο άνθρωπος φέρνει τον Θεό στην ψυχή του, ζει «δι’ αυτού», πράττει «δι’ αυτού», φρονεί «δι’ αυτού», αισθάνεται «δι’ αυτού». Με μια λέξη «ο Θεός εν αυτώ μένει». Γιατί ο Θεός είναι σ’ αυτόν η πιο άμεση διαβίωση, η πιο άμεση πραγματικότητα, η πιο οφθαλμοφανής δοκιμή, η πιο ζωντανή εμπειρία. Κι όταν μένει ο Θεός στον άνθρωπο, τότε και την αγάπη αυτού τελειοποιεί. Γιατί από τον Θεό σταδιακά διαχέεται στην ανθρώπινη ψυχή η θεϊκή αγάπη, αυξάνεται σε κάθε τελειότητα, διά μέσου των λοιπών αγίων αρετών, μέχρι που να γεμίσει με αγάπη όλο το είναι του ανθρώπου, το οποίο δεν γνωρίζει τα σύνορα της αγάπης, διότι η θεϊκή αγάπη δεν εχει σύνορα, διότι «ο Θεός αγάπη εστί». Ο Θεός με την αγάπη κατοικεί στην ανθρώπινη ψυχή, γι’ αυτό αυτή είναι και τέλεια.

Μετάφραση: ΜΙΧΑΗΛ ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ Θεολόγος, Αγιογράφος.
( Περιοδικό ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ, αρ. 57, 1999 σ. 26-28).
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...