Showing posts with label ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΑ. Show all posts
Showing posts with label ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΑ. Show all posts

Saturday, 13 August 2016

Οἱ τελευταῖες στιγμές τῆς Παναγίας



Ἰωάννης ὁ Γεωμέτρης
 

Ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ λοιπόν ἔδειξε στούς Ἀποστόλους, πού ἤδη τό γνώριζαν, τό σύμβολο τῆς ἀναχωρήσεώς της, τό φοίνικα, τούς μετέδωσε ἐπίσης εὐλογία καί ἀνάλογη παρηγοριά καί ἀφοῦ τούς μίλησε γιά τήν ἔξοδό της καί τούς προθυμοποίησε γιά τό κήρυγμα, τούς εἶπε μέ λίγα λόγια ὁλόκληρη τήν οἰκονομία τῆς ἀποστολῆς τους. Ἔπειτα ἀσπάσθηκε τόν Πέτρο καί τούς ἄλλους Ἀποστόλους, “χαίρετε”, λέγοντας, “τέκνα καί φίλοι καί μαθηταί τοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ μου καί νά αἰσθάνεστε εὐτυχεῖς, πού ἀξιωθήκατε τέτοιο δάσκαλο καί Δεσπότη καί νά ὑπηρετεῖτε τέτοια μυστήρια καί νά μετέχετε τῶν διωγμῶν καί τῶν παθημάτων του, γιά νά γίνετε κοινωνοί τῆς δόξας καί τῆς Βασιλείας Του”.


Ἀφοῦ τούς μίλησε γιά τά τελευταία γεγονότα, τούς ζήτησε νά ψάλλουν τούς ἐπιτάφιους ὕμνους, ἐνῶ Ἐκείνη ἄρχισε τίς πρός τόν Θεό εὐχαριστίες της. Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ «Σέ εὐλογῶ”, ἔλεγε, “Δέσποτα καί Θεέ καί Υἱέ τοῦ Θεοῦ τοῦ προανάρχου σου Πατρός καί δικέ μου υἱέ, τῆς δούλης σου, γιά τήν φιλανθρωπία σου. Σέ εὐλογῶ, πού μᾶς λύτρωσες ἀπό τήν κατάρα καί μᾶς ἔδωσες τήν εὐλογία. Σέ εὐλογῶ τόν αἴτιο ὅλων τῶν ἀγαθῶν μας, τῆς ζωῆς, τοῦ φωτός, τῆς εἰρήνης, τῆς δυνατότητας νά γνωρίσουμε τόν Πατέρα σου καί τό συνάναρχό σου καί ζωοποιό Πνεῦμα. 

Σέ εὐλογῶ Λόγε, πού εὐλόγησες τήν κοιλιά μου κατοικώντας σ’ αὐτὴ μέ ἀνέκφραστο τρόπο. Σέ εὐλογῶ, πού μέ τέτοιο τρόπο μᾶς ἀγάπησες ὥστε καί γιά μᾶς νά σταυρωθεῖς καί νά πεθάνεις. Σέ εὐλογῶ, πού κατέστησες μακαρία τήν κοιλιά μου καί πιστεύω ὅτι θά ἐκπληρωθοῦν καί ὅλα τά ἄλλα, γιά τά ὁποῖα μοῦ ἔχεις μιλήσει». Η ΠΑΡΑΔΟΞΗ ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ Μετά ἀπό αὐτά τά λόγια ἀκολούθησε ἀμέσως ἡ παράδοξη κάθοδος τοῦ Υἱοῦ της πού συνοδευόταν ἀπό τούς Προφῆτες, τούς Πατριάρχες καί ὅλους τοὺς Δικαίους. Μπροστά πήγαιναν οἱ Ἄγγελοι καί Ἀρχάγγελοι καί ὅλες οἱ ὑπόλοιπες Ἀγγελικές δυνάμεις. 

Τότε ὁ ἀέρας καί ὁλόκληρο τό σπίτι γέμισε. Ὅλα ἐκεῖνα πού ἡ Παρθένος προγνώριζε, τότε τά ἔβλεπε μπροστά της, ἐνῶ οἱ ἄλλοι ἔβλεπαν μέρος ἀπό αὐτά τά θαυμάσια, ὁ καθένας ἀνάλογα μέ τήν ἁγιότητά του. Ἔτσι ἡ δεύτερη κατάβαση ἔγινε ἐνδοξότερη καί φρικωδέστερη τῆς πρώτης, καί προφανεστέρα γιά ὅσους εἶχαν ὅραση πνευματική. Δέν ἦσαν μόνον παρόντα τά κατώτερα ἀγγελικά τάγματα καί δυνάμεις, ἀλλά καί αὐτά ἀκόμη τά Σεραφείμ καί τά Χερουβείμ καί οἱ Θρόνοι παρευρίσκονταν μέ φόβο, ἱεραρχικά σύμφωνα μέ τήν τάξη τους. 

Ἔβλεπαν μέ φόβο ὄχι μικρότερο (ἴσως μεγαλύτερο θά ἔλεγα, ἄν ἐπιτρεπόταν), γεμάτοι ἔκπληξη γιά τήν δεύτερη κένωση καί συγκατάβασή του. Ὅ,τι ἔγινε ἄλλοτε γιά χάρη ὁλόκληρου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, τώρα γιά μιὰ μόνο ψυχή, γιά μιὰ μόνον γυναίκα γινόταν ἕνα τέτοιο θαῦμα. Ἡ συνοδεία ἦταν λαμπρή καί πολυάριθμη, ὅπως ἅρμοζε γιά τήν ἄφιξη τοῦ Δεσπότη καί τήν ἀναχώρηση τῆς Δέσποινας, ἀλλά ἡ θέαση αὐτῶν πού γίνονταν, ὅπως ἤδη εἶπα, γινόταν μόνον ἀπό τούς καθαρούς, ἄν καί ἡ παρουσία τοῦ Δεσπότη ἦταν ἀκατανόητη καί σ’ αὐτούς τούς Μαθητές καί Ἀποστόλους πού ἦσαν γεμάτοι ἀπό τή δύναμη τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού κατοικοῦσε μέσα τους. 

Παρευρισκόταν ἐκεῖ ὁ Χριστός μέ σῶμα καί μορφή πλήρως θεωμένη, λαμπρότερη τῆς ἀστραπῆς καί τῆς λάμψεώς της, ἀπό ὅ,τι στό Θαβώρ, ἀλλά μικρότερη τῆς φυσικῆς της λαμπρότητας ἐνῶ οἱ Ἀπόστολοι ἦσαν σάν νεκροί. Ὁ Κύριος ἀμέσως τούς λέγει, “εἰρήνη ὑμῖν”, ὅπως ἄλλοτε ὅταν «εἰσῆλθε τῶν θυρῶν κεκλεισμένων», στό ἴδιο σπίτι πού μαζεύτηκαν καί τότε καί τώρα, τό σπίτι τοῦ Ἰωάννη. Τότε συγκεντρώθηκαν γιά τόν φόβο τῶν Ἰουδαίων. Σήμερα τούς συγκέντρωσε αὐτή πού γέννησε τόν Κύριο, ἡ ὁποία καί κατοικοῦσε σ’ αὐτό μέ τόν ἀγαπημένο καί παρθένο μαθητή του, τό δεύτερο καί θετό υἱό της. Ἀκούοντας οἱ Μαθητές αὐτήν τή γλυκειά, τήν ἤρεμη καί γνώριμη φωνή, πῆραν θάρρος στό σῶμα καί στή ψυχή καί, ὅσο τούς ἦταν δυνατό, ὕψωσαν τά μάτια τους πρός τόν ἥλιο, τήν ὥρα πού Ἐκεῖνος χαμήλωνε λίγο τή λαμπρότητα τῆς ἀνατολῆς του καί τούς περιέλαμπε μέ μικρότερο φωτισμό. Ἀλλά ἄς σταθοῦμε λίγο στά ἐπιθανάτια τῆς Παρθένου. 

Ἡ ψυχή της βρίσκεται σέ μία μεγάλη συγκίνηση καί σχεδόν σκιρτᾶ καί προφθάνει ἀσυγκράτητη καί τρέχει νά ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τό σῶμα ὥστε τό γρηγορότερο νά βρεθεῖ μέ τόν Υἱό της καί νά προσπέσει στά χέρια του καί νά ἀναχώρησει μαζί του. Πῶς ἦταν δυνατό νά ὑπομείνει αὐτή τή χαρά, ὅπως τή λύπη τόν καιρό τοῦ Πάθους, καί πῶς ἐμεῖς νά μήν ἐπιθυμοῦμε νά ποῦμε πώς αὐτή δέν πέθανε, ἄν καί δέν τό λέμε αὐτό, γιά νά μήν ποῦμε πρωτάκουστα διδάγματα. Δάκρυσε, καί πάλι ἔγινε ἀνώτερη τῶν δακρύων ἀπό τή μεγάλη εὐτυχία καί τό παράδοξο θέαμα, ὅταν εἶδε μέ σῶμα ἐκεῖνον, πού λίγο παλιότερα τόν εἶδε νά σύρεται, νά καθυβρίζεται καί νά κτυπιέται, ἐνῶ περιβαλλόταν ἀπό τόσες μυριάδες Ἀγγέλων, ἀπό τόση λαμπρότητα καί τόση δόξα. Ἔβλεπε τό πρόσωπο καί τή μορφή ἐκείνου, πού ἄλλοτε τόν κορόιδευαν καί τόν ἔφτυναν, πού ἦταν ντυμένος τήν κόκκινη χλαίνα τῆς ντροπῆς, νά περιβάλλεται τώρα μέ τόση ἀξία καί λαμπρότητα. Αὐτόν πού δέν εἶχε οὔτε εἶδος οὔτε ὀμορφιά, τώρα νά ἀστράφτει ἀπό τήν ὀμορφιά τῆς θεότητάς του. 

Ἔβλεπε τόν ἄλλοτε νεκρό πού καταδικάστηκε σάν ἀντίθεος, Θεό καί Βασιλέα καί Κριτή τῶν πάντων, ἀθάνατο καί ἀνίκητο. Ὤ, πῶς ζοῦσε καί πάλι μέσα στίς ἀντιθέσεις, ὅπως τόν καιρό τῆς Σταυρώσεως. Τό ὅραμα τή γέμιζε εὐφροσύνη, χαιρόταν ὑπερβολικά ἡ ψυχή της, ἀλλά συστελλόταν ἐπειδή ἀναχωροῦσε πρός ἐκείνη τή δόξα καί λαμπρότητα. Τώρα πλέον δοξολογοῦσε περισσότερο ἀπό πρίν ἐκεῖνον πού τήν δόξασε. Προσευχόταν γιά τούς Ἀποστόλους καί γιά ὅλους τοὺς παρόντες, ἱκέτευε γιά τούς πιστούς ὅλης τῆς γῆς ἤ μᾶλλον γιά ὅλο τόν κόσμο καί αὐτῶν ἀκόμη τῶν ἐχθρῶν καί τῶν σταυρωτῶν. Ζητοῦσε νά λάβει ἀπό τό Δεσπότη κάποιο λόγο ἤ κάποιο σημεῖο ὡς ἐγγύηση τῆς σωτηρίας τους, ἁπλώνοντας ἱκετευτικά τά χέρια ἐκεῖνα μέ τά ὁποῖα τόν ἀγκαλίαζε, κινώντας τή γλώσσα καί τά χείλη μέ τά ὁποῖα τόν ἀσπαζόταν, θυμίζοντας τόν θηλασμό του, καί κλαίοντας ἀπό εὐτυχία, ἔκαμε τό πᾶν, λέγοντας ἀποχαιρετιστήριους λόγους καί προσευχές. 

Τότε ἀρχίζουν τήν ὑμνωδία οἱ Ἄγγελοι καί ὅλοι μένουν ἀκίνητοι καί ἐκστατικοί, ὄχι ἀπό φόβο ἀλλά ἀπό χαρά. Οἱ Ἀπόστολοι ἀντιφωνοῦν μέ τή δική τους ψαλμωδία, καί ἔτσι, περνώντας ἀπό τό πανάγιο στόμα ἡ ὑπεραγία ψυχή της, σάν σέ ὕπνο, παραδίδεται στόν Υἱόν της, ξεφεύγοντας τούς πόνους τοῦ θανάτου, ὅπως τούς διέφυγε καί κατά τήν γέννηση ἤ μᾶλλον μέ τήν ἴδια καί μεγαλύτερη χαρά καί ὅπως τότε, ὅταν ἀνέκφραστα γεννιόταν ἀπ’ αὐτή ὁ Υἱός καί Θεός της, καί τώρα πού αὐτή πήγαινε πρός τόν Θεό, ὁ ὁποῖος βρισκόταν μπροστά της ὄχι μόνο νοερά ἀλλά καί αἰσθητά.

Ἀμέσως ὅλοι οἱ Ἄγγελοι ἄρχισαν νά ψάλλουν, καί μετά τοῦ πνεύματος μέν ἔβγαινε κάποια ἄφθονη καί ἀνεξήγητη εὐωδία, ἐνῶ τό σῶμα περιβαλλόταν ἀπό πλούσιο καί ἀπλησίαστο φῶς, ὥστε καί ὁ ἀέρας γέμισε ἀπό ἤχους καί ἄσματα, περισσότερο ὅμως ἀπό τήν εὐχάριστη εὐωδία, τό δέ σῶμα ἀκτινοβολοῦσε ἀπό παντοῦ, ὥστε νά γίνεται κάπως ἀθέατο. Ἔτσι λοιπόν διαμοιράζονται τήν Παρθένο, οἱ μαθητές καί ὁ Διδάσκαλος, τά ἐπίγεια καί τά οὐράνια, ὅπως καί μετά ἀπό λίγο ὁ οὐρανός καί ὁ παράδεισος. Ὁ Κύριος καί τά γύρω ἀπό αὐτόν λειτουργικά πνεύματα πῆραν τή ψυχή, ἐνῶ οἱ μαθητές τό σῶμα.


Πηγή:Αγία Ζώνη

Wednesday, 5 August 2015

Τι σημαίνει: Μαρία – Θεοτόκος – Παναγία



Μαρία
Ασφαλώς δεν είναι γνωστό σε πολύ κόσμο το τι σημαίνει το όνομα Μαρία, και το οποίο είναι το καθ” αυτό όνομα που της δόθηκε αρχικά, και που αναφέρεται στην Καινή Διαθήκη και δεν της δόθηκε τυχαία.

«Το πανσεβάσμιον και κεχαριτωμένον όνομα της Μαρίας προσφυέστατα και αρμοδιώτατα εδόθη εις την αειπάρθενον Θεοτόκον κατά πρόγνωση και βουλή Θεού,παρά του οποίου ήταν ωρισμένη να γίνη Μητέρα Αυτού.

Σημαίνει δε το όνομα Μαρία: Παντοδυναμία, τουτέστιν εκείνη η οποία ήνωσε τα δύο άκρα αντικείμενα Θεό και άνθρωπο.
Ακόμη σημαίνει Σοφία, η οποία βρήκε τον τρόπο δια να ενώση δύο φύσεις σε μια υπόσταση, χωρίς να συγχύση τα ιδιώματα των φύσεων.


Και τρίτον σημαίνει Αγαθότης, ήτοι χάρις, η οποία εθεοποίησε την ανθρώπινη φύση και ανεβίβασε αυτή υπεράνω των ουρανίων δυνάμεων. Αυτά τα τρία περιέχει το όνομα Μαρία.


Δόθηκε διότι έμελλε να υπηρετήσει το μυστήριο της ενσάρκου οικονομίας.


…» Το όνομα Μαρία παράγεται από το εβραϊκό Αϊός το οποίο δηλοί Κύριος και ερμηνεύεται Κυρία διότι, ως Μήτηρ Θεού κυριεύει και εξουσιάζει ουράνια και επίγεια κτίσματα.
Έχει δε την κυριότητα της δυνάμεως επειδή το θεμέλιο της κυριότητος είναι η δύναμις».


(Αγ. Νικοδήμου Αγιορείτου, στην ερμηνεία της ενάτης ωδής της Παρθένου)

Θεοτόκος

Το κατ” εξοχήν θεολογικό όνομα της Μητέρας του Θεού είναι Θεοτόκος. Δι αυτό έγινε λόγος σ” όσα αναφέρθηκαν. Εδώ χρονολογικά πότε δόθηκε αυτό στη Μητέρα του φωτός.


«Θεοτόκον ονόμασαν την Παρθένον Πατέρες προ της Γ” Οικουμενικής Συνόδου. Στη δε Σύνοδο αυτή εδιορίσθη το πρώτον να καλείται Θεοτόκος η Παρθένος Μαρία. Ακόμη η Σύνοδος αύτη την γλυκυτάτην ταύτην της Παρθένου προσηγορίαν επικυρώσασα, ως όρον δογματικόν εις πάσαν την οικουμένην παρέδωσε. Πρώτος γαρ ο Ωριγένης Θεοτόκον την Παρθένον εκάλεσε… Ο δε Αλεξανδρείας Κύριλλος, γράφων προς Νεστόριον λέγει, ότι και ο Μέγας Αθανάσιος Θεοτόκον αυτήν και ωνόμασε και ωμολόγει».

(Πηδάλιον Εκκλησίας σ. 168)
 
Παναγία
 
Το προσφιλέστατο όνομα της Παναχράντου Δέσποινας είναι χωρίς άλλο το «ΠΑΝΑΓΙΑ». Πότε ιστορικά έλαβε αυτή την προσωνυμία η Παρθένος;


«Αποδίδεται εις την Θεοτόκον και σταθεροποιείται δι αυτήν η προσωνυμία «Παναγία». Ταύτην γνωρίζει ως επικρατούσαν πλέον κατά τον Ε” αιώνα ο Βασίλειος Σελευκείας
(P.G. 85 425). Βραδύτερον κατά τον Ζ” αιώνα, ο Ανδρέας Κρήτης αποκαλεί επιμόνως την Άχραντον «αγιωτέραν των αγίων» (P.G. 97 2108).


Το όνομα πλέον Παναγία υπερίσχυσε, ταυτίστηκε με την ιερά μορφή και προσωπικότητά της. Το πόσο έχει το όνομα Παναγία επικρατήσει στο Χριστεπώνυμο πλήρωμα, φαίνεται κυρίως στις δυσκολίες της ζωής, και μάλιστα σε ξαφνικούς κινδύνους, όπου αυθόρμητα προέρχεται εκ των έσωθεν το όνομα «Παναγία μου».


Σ” αυτές τις περιπτώσεις ούτε μάνα μου, ούτε, ούτε, όλα τότε δεν μετρούν υποχωρούν. Πώς συμβαίνει αυτό σε μικρούς και μεγάλους;


Μήπως οι πολέμιοι οι ολιγόπιστοι οι είρωνες της πίστεως μπορούν να μάς πουν πώς το όνομα της Παναγίας στις φουρτούνες της ζωής σε πολλούς ανθρώπους εκτοπίζει κάθε άλλο προσφιλές όνομα; Ασφαλώς η Παναγία δεν επέβαλε να την επικαλούνται,αυτό είναι θέμα επιλογής και αυθορμήτου ψυχικής ανάγκης των πιστών, που το αλάνθαστο ψυχικό τους κριτήριο, τους πληροφορεί, ότι απ” Εκείνη, θα έλθει η δύναμη η βοήθεια.

Αλλά γιατί; Διότι έχει όλη τη Χάρη του Θεού για παροχή βοηθείας σε ώρες κινδύνου που άλλες δυνάμεις, πρόσωπα, δεν δύναται να προσφέρουν. Διάχυτο πλέον τούτο ότι η θεία δύναμις παρέχεται μέσω της Παναγίας. Βέβαια, το πότε κανείς λαμβάνει και σ” αυτές τις ώρες του κινδύνου είναι αστάθμητο.

Από το βιβλίο «Σαράντα Εικόνες της Παναγίας»

xristianos.gr

Monday, 27 October 2014

Ὑπεράγαθε Δέσποινα Θεοτόκε...


Ἐπάκουσον τῆς οἰκτρᾶς μου δεήσεως καί μή καταισχύνῃς με ἀπό τῆς προσδοκίας μου, ἡ μετά Θεόν ἐλπίς πάντων τῶν περάτων τῆς γῆς. Τόν βρασμόν τῆς σαρκός μου κατάσβεσον.
Τόν ἐν τῇ ψυχῇ μου ἀγριώτατον· κλύδωνα κατεύνασον.

Τόν πικρόν θυμόν καταπράϋνον.
Τόν τύφον καί τήν ἀλαζονείαν τῆς ματαίας οἰήσεως ἐκ τοῦ νοός μου ἀφάνισον.
Τάς νυκτερινάς φαντασίας τῶν πονηρῶν πνευμάτων καί τάς μεθημερινάς τῶν ἀκαθάρων ἐννοιῶν προσβολάς ἐκ τῆς καρδίας μου μείωσον.
Παίδευσόν μου τήν γλῶσσαν λαλεῖν τά συμφέροντα.
Δίδαξον τούς ὀφθαλμούς μου βλέπειν ὀρθῶς τῆς ἀρετῆς τήν εὐθύτητα.
Τούς πόδας μου τρέχειν ἀνυποσκελίστως ποίησον τήν μακαρίαν ὁδόν τῶν τοῦ Θεοῦ ἐντολῶν.
Τάς χεῖράς μου ἁγιασθῆναι παρασκεύασον, ἵνα ἀξίως αἵρω αὐτάς πρός τόν Ὕψιστον.
Κάθαρόν μου τό στόμα, ἵνα μετά παῤῥησίας ἐπικαλῆται Πατέραν, τόν φοβερόν Θεόν καί πανάγιον.
Ἄνοιξόν μου τά ὦτα, ἵνα ἀκούω αἰσθητῶς καί νοητῶς τά ὑπέρ μέλι καί κηρίον γλυκύτερα τῶν ἁγίων Γραφῶν λόγια, καί βιῶ κατ᾿ αὐτά ἀπό Σοῦ κραταιούμενος.
Διά γάρ Σου, πανύμνητε καί ὑπεράγαθε Δέσποινα, περισώζεται πᾶσα βροτεία φύσις αἰνοῦσα καί εὐλογοῦσα Πατέρα, Υἱόν καί Ἅγιον Πνεῦμα, τήν παναγίαν Τριάδα καί ὁμοούσιον, πάντοτε, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. »
Ἀμήν!

Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ

Friday, 10 October 2014

Π. Μ. ΣΩΤΗΡΧΟΣ- ΚΛΑΨΕ ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΟΥ (Πώς θα βρούμε την άνωθεν βοήθεια)»

 
Η «ΟΥΡΑ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ»

Πηγαίνοντας σ’ ένα Μοναστήρι της Φθιώτιδος , συνάντησα στον δρόμο έναν παράξενο καλόγερο, με ανεμοδαρμένα γκρίζα γένια και αχτένιστα μαλλιά, που τον έλεγαν Ιωάννη. Τα ράσα του πολύ τριμμένα και όχι πολύ καθαρά κι ένα βλέμμα κοφτερό σαν αετίσιο που δεν βοηθούσε να λογαριάσης την ηλικία του. Ψηλός, λιπόσαρκος, σου έδινε την εντύπωση αντάρτη των βουνών και θύμιζε στιγμές-στιγμές τον μεγάλον εκείνον αντάρτη της Ερήμου, τον Πρόδρομο και Βαπτιστή Ιωάννη. Έδειχνε και τούτος ατρόμητος , αλλά και συγκλονισμένος ταυτόχρονα, ωσάν να έβλεπε αδιάκοπα μπροστά του τον Θεόν. Με χαιρέτησε πρώτος και με ρώτησε αν πηγαίνω στο Μοναστήρι που φαινόταν κατάντικρυ στην δασωμένη βουνοπλαγιά.
– Πηγαίνω να βρω τον Γέροντα Σωφρόνιο, είπα.
– Τον ίδιο σκοπό έχουμε, αποκρίθηκε. Κι εγώ στον Γέροντα Σωφρόνιο πηγαίνω. Στάσου όμως και πάρε μιαν ανάσα ,γιατί έχουμε ακόμα πολύ δρόμο να κάνουμε και ο κατσικόδρομος είναι ανηφορικός.
Καθήσαμε κάτω από ένα δέντρο. Εκείνος άνοιξε τον ντροβά του και έβγαλε το παγούρι με το νερό που κουβαλούσε πάντα μαζί του.
– Θες μια γουλιά; με ρώτησε.
Ήπιε μόνον εκείνος και ύστερα συστηθήκαμε. Ήταν ιερομόναχος και δεν ήξερε πολλά γράμματα κοσμικά. Μόνον το δημοτικό είχε τελειώσει και δυο τάξεις του παλιού γυμνασίου. Γρήγορα όμως κατάλαβε ότι ο κόσμος τούτος είναι γεμάτος λάσπη και πήρε τα βουνά για να καλογερέψη και να γλιτώση από την βρωμιά της ματαιότητος. Τον πήρε κοντά του , σαν υποτακτικόν, ο Γέροντας Ισαάκ ,και η πρώτη εντολή που του έδωσε ήταν:
– Μάθε να προσεύχεσαι.
– Και πώς θα μάθω, Γέροντα;
– Παρακάλεσε τον Θεό να σου δείξη, μου είπε. Και συνέχισε: «Πιστεύεις στον Χριστό;». Και όταν του απάντησα ότι πιστεύω, μου ξανάπε:
– Όσο περισσότερο πιστεύεις στον Θεό, τόσο και ο Θεός θα πιστεύη σε σένα και θα σε προστατεύη συνεχώς.
Έτσι, από την μιαν απορία έπεφτα σε άλλη, και ο Γέροντας Ισαάκ μου έδωσε την εξήγηση λέγοντάς μου: «Όταν αγκαλιάζης κάποιον πώς τον αγκαλιάζεις;
– Με τα χέρια μου τον αγκαλιάζω, απάντησα.
– Το ίδιο να κάνης και με τον Θεόν, όταν προσεύχεσαι.
– Μα τον Θεόν δεν τον βλέπω, δεν είναι μπροστά μου για να τον αγκαλιάσω!
– Ποιός σου το είπε αυτό, βρε κουτορνίθι; Ο Θεός είναι πάντοτε μπροστά σου, αφού είναι «πανταχού παρών και τα πάντα πληρών». Μόλις λοιπόν αρχίζεις να προσεύχεσαι, σε πλησιάζει ακόμα πιο πολύ και σε ακούει. Κατάλαβες;
– Μα εγώ δεν τον βλέπω, Γέροντα…
– Δεν τον βλέπεις, μου είπε, γιατί τα μάτια σου είναι γεμάτα τσίμπλες από τις αμαρτίες σου. Αυτό κάνουν οι αμαρτίες. Γεμίζουν τα μάτια της ψυχής με τσίμπλες, για να μη βλέπουμε πού βρισκόμαστε και πού πάμε και τί κάνουμε…
– Και έμαθες να προσεύχεσαι, π. Ιωάννη; τον ρώτησα.
– Τί να σου πω; Ακόμα προσπαθώ, αδελφέ μου, αποκρίθηκε. Η προσευχή είναι η πιο δύσκολη δουλειά σ’ αυτόν τον κόσμο, η αληθινή προσευχή ,βεβαίως, όχι να κρατάς ένα βιβλίο και να διαβάζης λόγια. Όποιος μάθει καλά την προσευχή, σώζεται. Γιατί ο προσευχόμενος αληθινά μιλά με τον Θεό και ο Θεός τον καθοδηγεί σε όλα.
– Αυτό ,που σου είπε ο Γέροντάς σου, να αγκαλιάζης τον Θεόν όταν προσεύχεσαι, δεν σου το εξήγησε πώς γίνεται;
– Βέβαια, βέβαια, είπε ο π. Ιωάννης. Γιατί και σε μένα έκανε μεγάλη εντύπωση αυτός ο λόγος και δεν κατάλαβα στην αρχή τί ήθελε να πη.
– Και τί εξήγηση σου έδωσε;
– Μου είπε ότι δεν αγκαλιάζουμε ποτέ την μάνα ή τον πατέρα μας ή το παιδί μας μόνο με το ένα χέρι, αλλά και με τα δυο. Και στην προσευχή έχουμε δύο χέρια, τον νου και την καρδιά. Πρέπει και με τα δυο αυτά χέρια να αγκαλιάζουμε τον Θεόν. Και αν φθάσουμε σιγά-σιγά στο σημείον να ενώσουμε τον νου με την καρδιά και την καρδιά με τον νου και να νοιώθουμε αληθινά τα όσα λέγει ο νους, τότε φτάνουμε στην αληθινή προσευχή και αγκαλιάζουμε τον Θεόν και ο Θεός αγκαλιάζει εμάς, όπως ο βιολογικός μας πατέρας , όταν τον αγκαλιάζη το παιδί του. Να το θυμάσαι πάντοτε ότι τα χέρια της ψυχής είναι ο νους και η καρδιά…

… – Και τι άλλο σου είπε ο π. Σωφρόνιος για την προσευχή;
– Πολλά μου έχει πει, αποκρίθηκε, αλλά εκείνο που μου έκανε μεγάλη εντύπωση, είναι αυτό που μου δίδαξε την πρώτη φορά όπου τον επισκέφθηκα. Μου είπε: «Όταν προσεύχεσαι, να ξέρης ότι αυτή είναι η τελευταία προσευχή σου σ’ αυτόν τον κόσμο και ότι την ίδια μέρα θα φύγης από αυτήν την ζωήν για πάντα. Να έχης την αίσθηση ότι αυτά είναι τα τελευταία λόγια σου στον Θεόν. Τότε τι θα του πης; Δεν θα βάλης τα κλάματα και δεν θα παρακαλής να σε συγχωρέση για τις αμαρτίες σου και δεν θα παρακαλής να σε σώση και δεν θα δοξάζης τον Θεόν για το παντοδύναμον μεγαλείον του, αφού είναι Κύριος της ζωής και του θανάτου, και από αυτόν τον ίδιον και μόνον από αυτόν εξαρτώνται τα σύμπαντα; Πώς θα προσευχηθής τότε, την τελευταία ώρα της ζωής σου; Έτσι να προσεύχεσαι πάντα, γιατί δεν ξέρεις πότε θα τελειώση η σύντομη πορεία σου σ’ αυτόν τον κόσμο…
– Σοφά λόγια, πολύ σοφά, είπα με θαυμασμό…
….
– Σε ακούω , πάτερ, να ψέλνης συνεχώς «Θεοτοκία» και «Δοξαστικά» για την Θεοτόκον. Σου αρέσουν τόσον πολύ αυτά τα τροπάρια ή έχουν άλλη σημασία; ξαναρώτησα.
– Και για τα δυο, που είπες φίλε μου. Και γιατί μου αρέσουν πολύ και γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, το να τιμούμε την Μητέρα του Θεού, το αγνότερον πλάσμα της παγκοσμίου ιστορίας. Τέτοιος άνθρωπος δεν έχει εμφανισθεί , ούτε πρόκειται να φανή σ’ αυτόν τον κόσμον. Είναι αυτό που λέγει ο Ψαλμός: «Χαίρε χαράς δοχείον». Και όντως είναι το δοχείον της αιώνιας χαράς . Και αυτό το δεύτερον μου το εξήγησε μια μέρα ο π. Σωφρόνιος.
– Για τα «Θεοτοκία»;
– Για κάθε προσευχή προς την Υπεραγίαν Θεοτόκον, συνέχισε ο π. Ιωάννης.
– Δηλαδή, πώς σου το είπε;
– Δεν θα τελειώνης, παιδί μου, την προσευχή σου, χωρίς να επικαλεσθής την βοήθεια και την μεσιτείαν της Θεοτόκου, χωρίς την «ουρά» της προσευχής, διότι αυτό κάνει και η Εκκλησία, που έχει καθιερώσει μετά από άλλα δοξολογικά υμνογραφήματα , να ψάλλεται και ένα Θεοτοκίον, που είναι πάντοτε αφιερωμένον στην Κυρίαν Θεοτόκον. Αλλά και ο λαός μας , μέσα στην σοφή απλότητά του, αυτό κάνει. Επικαλείται μετά τον Χριστόν την παναγία και λέγει: “Έλα Χριστέ και Παναγία” και κάνει τον σταυρό του και πορεύεται ανάλογα. Γι’ αυτό κι εσύ να κάνης το ίδιο και θα έχης πολλή βοήθεια και ευλογία εξ ύψους».
Σιώπησε ο Γέροντας Ιωάννης κι εγώ σκεφτόμουνα τα όσα είχε πει για την προσευχή προς την Παναγία. Κι ακόμα τα λόγια του για τα δυο χέρια της ψυχής, τον νου και την καρδιά, με τα οποία πρέπει να αγκαλιάζουμε τον Θεόν όταν προσευχόμαστε. Και ο π. Ιωάννης ξανάρχισε να σιγοψέλνη:
– Πάντων προστατεύεις, Αγαθή, των καταφευγόντων εν πίστει τη κραταιά σου χειρί∙ άλλην γαρ ουκ έχομεν αμαρτωλοί προς τον Θεόν…»…


Από το βιβλίο: «Π. Μ. ΣΩΤΗΡΧΟΣ
ΚΛΑΨΕ ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΟΥ
(Πώς θα βρούμε την άνωθεν βοήθεια)»
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
ΠΗΓΗ:ΕΙΣ ΔΟΞΑΝ ΘΕΟΥ

Monday, 8 September 2014

Π ρ ο ο ρ ι σ μ ὸ ς ἢ ἐ λ ε υ θ ε ρ ί α;


 π.   Δ η μ η τ ρ ί ο υ   Μ π ό κ ο υ
Ἡ Γέν­νη­ση τῆς Πα­να­γί­ας (ἑ­ορ­τὴ 8ης Σε­πτεμ­βρί­ου), ἔ­δω­σε τὸ ἔ­ναυ­σμα γιὰ τὴν ἐ­νερ­γο­ποί­η­ση τοῦ σχε­δί­ου τῆς Θεί­ας Οἰ­κο­νο­μί­ας, τῆς προ­αι­ώ­νιας δηλ. βου­λῆς τοῦ Θε­οῦ γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α τοῦ ἀν­θρώ­που καὶ τοῦ κό­σμου ἀ­πὸ τὴν ἁ­μαρ­τί­α, τὴ φθο­ρὰ καὶ τὸν θά­να­το, ποὺ εἶ­χε προ­κα­λέ­σει ἡ πτώ­ση τῶν Πρω­το­πλά­στων.
Τὸ κεν­τρι­κὸ γε­γο­νὸς τοῦ σχε­δί­ου αὐ­τοῦ ἦ­ταν ἡ ἐ­ναν­θρώ­πη­ση τοῦ Χρι­στοῦ, γιὰ τὴν πραγ­μα­το­ποί­η­ση τῆς ὁ­ποί­ας χρει­α­ζό­ταν ἡ συ­νερ­γα­σί­α τοῦ ἀν­θρώ­που. Μο­να­δι­κὸς ἄν­θρω­πος, κα­τ’ ἐ­ξο­χὴν κα­τάλ­λη­λος γιὰ τὸν σκο­πὸ αὐ­τὸ ἀ­νά­με­σα στὶς ἀν­θρώ­πι­νες γε­νι­ὲς ὅ­λων τῶν αἰ­ώ­νων, θε­ω­ρή­θη­κε ἡ Παρ­θέ­νος Μα­ρί­α. Γι’ αὐ­τὸ καὶ ἡ γέν­νη­σή της, ὡς γε­γο­νὸς παγ­κό­σμιας ση­μα­σί­ας, «χα­ρὰν ἐ­μή­νυ­σε πά­σῃ τῇ οἰ­κου­μέ­νῃ». Ἡ Πα­να­γί­α ἔ­γι­νε ἡ «παγ­κό­σμιος χα­ρά».
Μὲ ἰ­δι­αί­τε­ρα θρι­αμ­βι­κοὺς καὶ χαρ­μό­συ­νους τό­νους οἱ ὕ­μνοι τῆς ἑ­ορ­τῆς μι­λοῦν γι’ αὐ­τὸν τὸν εἰ­δι­κὸ προ­ο­ρι­σμὸ καὶ τὴν προ­αι­ώ­νια ἐ­πι­λο­γὴ τῆς Παρ­θέ­νου ἀ­πὸ τὸν Θε­ό. Εἶ­ναι ἡ «προ­ε­κλε­χθεῖ­σα ἐκ πα­σῶν τῶν γε­νε­ῶν»» καὶ ἡ «προο­ρι­σθεῖ­σα ἀ­πὸ γε­νε­ῶν ἀρ­χαί­ων» νὰ ἐκ­πλη­ρώ­σει τὴ Θεί­α Οἰ­κο­νο­μί­α, νὰ γί­νει μη­τέ­ρα τοῦ Θε­οῦ, δο­χεῖ­ο καὶ κα­τοι­κη­τή­ριό του.
Στὸ πρό­σω­πό της ἐ­φαρ­μό­ζε­ται κα­τ’ ἐ­ξο­χὴν ὁ λό­γος τοῦ ἀ­πο­στ. Παύ­λου: «Ἐ­κεί­νους ποὺ προ­ε­γνώ­ρι­σε, αὐ­τοὺς καὶ προ­ώ­ρι­σε νὰ γί­νουν σύμ­μορ­φοι (=ἴ­διοι) πρὸς τὴν εἰ­κό­να τοῦ Υἱ­οῦ του, …ἐ­κεί­νους δὲ ποὺ προ­ώ­ρι­σε, αὐ­τοὺς καὶ ἐ­κά­λε­σε, καὶ ἐ­κεί­νους ποὺ ἐ­κά­λε­σε, αὐ­τοὺς καὶ ἐ­δι­καί­ω­σε, ἐ­κεί­νους δὲ ποὺ ἐ­δι­καί­ω­σε, αὐ­τοὺς καὶ ἐ­δό­ξα­σε» (Ρωμ. 8, 29-30. Βλ. καὶ  κεφ. 9). 
Ἡ πα­ρα­νό­η­ση τῶν λό­γων αὐ­τῶν ἔ­δω­σε ἀ­φορ­μὴ νὰ ἀ­να­πτυ­χθεῖ μιὰ ἐν­τε­λῶς πα­ρά­λο­γη δι­δα­σκα­λί­α. Ὅ­τι δη­λα­δὴ ὁ Θε­ός, γιὰ δι­κούς του α­νε­ξε­ρεύ­νη­τους λό­γους, δι­α­λέ­γει καὶ προ­ο­ρί­ζει ἐξ ἀρ­χῆς αὐ­τοὺς ποὺ πρό­κει­ται νὰ σω­θοῦν καὶ αὐ­τούς ποὺ πρό­κει­ται νὰ κο­λα­σθοῦν. Ἂν ὁ ἄν­θρω­πος ἔ­χει προ­ο­ρι­σθεῖ γιὰ σω­τη­ρί­α, ὅ­σες ἁ­μαρ­τί­ες κι ἂν κά­νει, δὲν πρό­κει­ται νὰ χα­θεῖ. Καὶ ἀν­τι­στρό­φως, ἂν εἶ­ναι προ­ο­ρι­σμέ­νος γιὰ τὴν ἀ­πώ­λεια, ὅ­σες ἀ­ρε­τὲς κι ἂν ἀ­πο­κτή­σει, δὲν ὑ­πάρ­χει πε­ρί­πτω­ση νὰ σω­θεῖ.
Μιὰ ἀ­με­τά­κλη­τη δη­λα­δὴ εἱ­μαρ­μέ­νη προ­κα­θο­ρί­ζει τὴν πο­ρεί­α καὶ τὴν κα­τά­λη­ξη τοῦ ἀν­θρώ­που ἐ­ρή­μην τῆς θε­λή­σε­ώς του. Εἶ­ναι ἡ πε­ρι­βό­η­τη θεωρία πε­ρὶ τοῦ «ἀ­πο­λύ­του προ­ο­ρι­σμοῦ», ποὺ ἀναπτύχθηκε κυρίως ἀπὸ τὴ δυτικὴ Χριστιανοσύνη.
Ἡ ὄν­τως ἀ­πάν­θρω­πη ὅ­μως αὐ­τὴ θε­ω­ρί­α ἔρ­χε­ται σὲ ὀ­ξεῖ­α ἀν­τί­θε­ση μὲ δυ­ὸ κα­τα­λυ­τι­κὰ γε­γο­νό­τα: α) τὴν ἄ­πει­ρη ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ καὶ β) τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α τοῦ ἀν­θρώ­που.
α. Ὁ Θε­ὸς δὲν θέ­λει πο­τὲ τὸν θά­να­το τοῦ ἁ­μαρ­τω­λοῦ, ἀλ­λὰ τὴν ἐ­πι­στρο­φή του, ὥ­στε νὰ ἔ­χει (αἰ­ώ­νια) ζω­ὴ (Ἱ­εζ. 33, 11). Εἶ­ναι αὐ­τὸς ποὺ θέ­λει νὰ σω­θοῦν ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι (ὄ­χι μό­νο μιὰ με­ρί­δα ἐ­κλε­κτῶν) «καὶ εἰς ἐ­πί­γνω­σιν ἀ­λη­θεί­ας ἐλ­θεῖν» (Α΄ Τιμ.2, 4). Μᾶς ἀ­γά­πη­σε τό­σο πο­λύ, «ὥ­στε τὸν Υἱ­ὸν αὐ­τοῦ τὸν μο­νο­γε­νῆ ἔ­δω­κεν, ἵ­να πᾶς ὁ πι­στεύ­ων εἰς αὐ­τὸν μὴ ἀ­πό­λη­ται, ἀλ­λ’ ἔ­χει ζω­ὴν αἰ­ώ­νιον» (Ἰ­ω. 3, 16). Εἶ­ναι «τὸ φῶς τὸ ἀ­λη­θι­νόν», τὸ ὁ­ποῖ­ο «φω­τί­ζει (ὄ­χι μιὰ ἀ­ρι­στο­κρα­τί­α εὐ­σε­βῶν, ἀλ­λὰ) πάν­τα ἄν­θρω­πον ἐρ­χό­με­νον εἰς τὸν κό­σμον» (Ἰ­ω. 1, 9). Μᾶς ἔ­πλα­σε κι­νού­με­νος ἀ­πο­κλει­στι­κὰ ἀ­πὸ ἀ­γά­πη. Γιὰ νὰ συμ­με­τά­σχου­με κι ἐ­μεῖς στὸν πλοῦ­το τῆς δι­κῆς του ζω­ῆς.
β. Ἀλ­λ’ αὐ­τὸ θέ­λει νὰ γί­νε­ται μὲ δι­κή μας ἐ­λεύ­θε­ρη ἐ­πι­λο­γή. Ὅ­σοι τὸν δέ­χον­ται μὲ δι­κή τους θέ­λη­ση, ἀ­ξι­ώ­νον­ται νὰ γί­νουν «τέ­κνα Θε­οῦ» (Ἰ­ω. 1, 12). Δὲν θέ­λει ὄν­τα δου­λι­κὰ κον­τά του. Γι’ αὐ­τὸ καὶ «δὲν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τε τὸ πιὸ ἀ­πο­φα­σι­στι­κὸ 


σ’ ὁ­λό­κλη­ρο τὸ σύμ­παν ἀ­πὸ τὶς συ­νει­δη­τὲς πρά­ξεις ἐ­πι­λο­γῆς, ποὺ γί­νον­ται ἀ­πὸ πρό­σω­πα προι­κι­σμέ­να μὲ λό­γο καὶ συ­νεί­δη­ση» (Καλ­λί­στου Ware, Ἡ ἐν­τὸς ἡ­μῶν Βα­σι­λεί­α, ἐκδ. ΑΚΡΙΤΑΣ, σ. 54).
Ἔ­τσι ὁ Θε­ὸς δὲν ἔ­κα­με τὸν ἄν­θρω­πο οὔ­τε θνη­τὸ οὔ­τε ἀ­θά­να­το. «Τὴ ζω­ὴ καὶ τὸν θά­να­το ἔ­βα­λα μπρο­στά σας», λέ­ει. Καὶ μᾶς συμ­βου­λεύ­ει (χω­ρὶς νὰ ἀ­ναγ­κά­ζει): «Δι­α­λέξ­τε τὴ ζω­ὴ» (Δευτ. 30, 19). «“Αὐ­τὸς ἐξ ἀρ­χῆς ἐ­ποί­η­σεν ἄν­θρω­πον” καὶ τὸν ἄ­φη­σε στὴν ἐ­λεύ­θε­ρη δι­ά­θε­σή του… Ἐ­νώ­πιόν σου το­πο­θέ­τη­σε φω­τιὰ καὶ νε­ρό: ὅ­που θέ­λεις μπο­ρεῖς νὰ ἁ­πλώ­σεις τὸ χέ­ρι σου. Ἐ­νώ­πιον τῶν ἀν­θρώ­πων ὑ­πάρ­χει ἡ ζω­ὴ καὶ ὁ θά­να­τος. Ὅ,τι θε­λή­σει καὶ προ­τι­μή­σει ὁ κα­θέ­νας, αὐ­τὸ θὰ τοῦ δο­θεῖ» (Σοφ. Σει­ράχ, 15, 14-17).
Ἡ σω­τη­ρί­α λοι­πὸν καὶ ἡ ἀ­πώ­λεια ἐ­ξαρ­τῶν­ται ἀ­πὸ μᾶς. Στὴν ἐ­λεύ­θε­ρη ἐ­πι­λο­γὴ γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α μας ἔρ­χε­ται βέ­βαι­α ἀ­ρω­γὸς καὶ ἡ Χά­ρη τοῦ Θε­οῦ. Καὶ μό­νο ὅ­ταν ὑ­πάρ­χει δυ­να­τό­τη­τα ἐ­λεύ­θε­ρης ἐ­πι­λο­γῆς (αὐ­τε­ξού­σιο), εἴ­μα­στε ὑ­πεύ­θυ­νοι γιὰ τὶς πρά­ξεις μας. Ἀ­ξι­έ­παι­νοι γιὰ τὶς κα­λές, κα­τα­κρι­τέ­οι γιὰ τὶς κα­κές. Ἀλ­λι­ῶς, δὲν θὰ ἦ­ταν δυ­να­τὸν νὰ μᾶς ζη­τη­θοῦν εὐ­θύ­νες, νὰ κρι­θοῦ­με ἀ­πὸ τὸν Θε­ό.
γ. Ὁ Θε­ὸς τώ­ρα, προ­γνω­ρί­ζον­τας τὴν πο­ρεί­α μας, κα­νο­νί­ζει τοὺς ρό­λους ποὺ ται­ριά­ζουν στὸν κα­θέ­να μας (=προ­ο­ρί­ζει). Προ­γνω­ρί­ζει ποι­οὶ θὰ κά­μουν κα­λὴ χρή­ση τοῦ αὐ­τε­ξου­σί­ου καὶ τοὺς κα­λεῖ σὲ ρό­λους ποὺ ὑ­πη­ρε­τοῦν τὸ κα­λό. Προ­ο­ρι­σμὸς θε­ω­ρεῖ­ται αὐ­τὸ τὸ ἀ­γα­θὸ καὶ ἀ­με­τά­θε­το θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ, ποὺ φα­νε­ρώ­νε­ται σὲ ὅ­σους προ­βλέ­πει ὅ­τι θὰ ἀν­τα­πο­κρι­θοῦν ἄ­ξια στὴν κλή­ση ποὺ τοὺς ἀ­πευ­θύ­νει. Καὶ πά­λι, ὡς δί­και­ος, ἔ­χει ἤ­δη κα­τα­κρί­νει καὶ προ­δι­κά­σει ὅ­σους (κα­τὰ τὴν πρό­γνω­σή του) θὰ κά­μουν κα­κὴ χρή­ση τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας τους. Πα­ρελ­θὸν καὶ μέλ­λον δὲν ὑ­πάρ­χουν γιὰ τὸν Θε­ό. Τὰ πάν­τα, «γυ­μνὰ καὶ τε­τρα­χη­λι­σμέ­να», συ­νω­θοῦν­ται σὲ ἕ­να δια­ρκὲς πα­ρὸν ἐ­νώ­πιόν του. 
δ. Ἡ πρό­γνω­ση ὅ­μως τοῦ Θε­οῦ δὲν ση­μαί­νει κα­τάρ­γη­ση τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας μας. Δὲν θὰ κά­νου­με μὲ ἐ­ξα­ναγ­κα­σμὸ κά­τι, πα­ρὰ τὴ θέ­λη­σή μας, μό­νο καὶ μό­νο ἐ­πει­δὴ τὸ προ­γνω­ρί­ζει ὁ Θε­ός, ἀλ­λὰ τὸ προ­γνω­ρί­ζει ὁ Θε­ός, ἐ­πει­δὴ θὰ τὸ κά­νου­με ἐ­μεῖς. Ἡ πρό­γνω­σή του προ­κα­θο­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ τὶς πρά­ξεις μας καὶ ὄ­χι οἱ πρά­ξεις μας ἀ­πὸ τὴν πρό­γνω­σή του.
Καὶ ἡ Πα­να­γί­α, μὲ κα­θα­ρὰ δι­κή της ἐ­λεύ­θε­ρη ἐ­πι­λο­γή, μὲ κα­λὴ χρή­ση τοῦ αὐ­τε­ξου­σί­ου της, ἁ­γι­ά­σθη­κε πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ κά­θε ἄλ­λο δη­μι­ούρ­γη­μα. Ἔ­γι­νε ἔ­τσι ἄ­ξια νὰ τὴν προ­ο­ρί­σει ὁ Θε­ὸς νὰ γί­νει ἡ μη­τέ­ρα τοῦ Κυ­ρί­ου μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, χω­ρὶς αὐ­τὸ νὰ κα­ταρ­γεῖ τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α της. Ὁ Ἀρ­χάγ­γε­λος τὴ στιγ­μὴ τοῦ Εὐ­αγ­γε­λι­σμοῦ «δὲν τὴν πλη­ρο­φο­ρεῖ ἁ­πλῶς γιὰ τὰ σχέ­δια τοῦ Θε­οῦ, ἀλ­λὰ πε­ρι­μέ­νει τὴν ἐ­λεύ­θε­ρη καὶ ἐ­θε­λού­σια ἀ­πάν­τη­σή της… Θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­χε ἀρ­νη­θεῖ. Ὁ Θε­ὸς παίρ­νει τὴν πρω­το­βου­λί­α, ἀλ­λὰ εἶ­ναι ἐν­τε­λῶς ἀ­πα­ραί­τη­τη καὶ ἡ αὐ­τό­βου­λη συ­νερ­γα­σί­α τῆς Πα­να­γί­ας, ποὺ δὲν εἶ­ναι ἁ­πλῶς ἕ­να πα­θη­τι­κὸ ἐρ­γα­λεῖ­ο, ἀλ­λὰ γί­νε­ται ἕ­νας ἐ­νερ­γὸς συμ­μέ­το­χος στὸ λυ­τρω­τι­κὸ ἔρ­γο» (Κάλ­λι­στος Ware, ὅ. π.).
Εἶ­ναι δι­κό της τὸ κα­τόρ­θω­μα αὐ­τό, μο­να­δι­κό, καὶ τῆς ἀ­ξί­ζει κά­θε ἔ­παι­νος. Μὲ εὐ­γνω­μο­σύ­νη τὸ ἀ­να­γνω­ρί­ζου­με, τὴν εὐ­χα­ρι­στοῦ­με «ἐκ βα­θέ­ων» γιὰ τὴ στά­ση της, καὶ ὅ­λες οἱ γε­νι­ὲς «ἕ­ως αἰ­ῶ­νος», ἀ­κού­ρα­στα, «τὴν ὄν­τως Θε­ο­τό­κον με­γα­λύ­νο­μεν».
(ΛΥΧΝΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ, ἀρ. φ. 374, Σε­πτ. 2014 - ἐ­πηυ­ξη­μέ­νη ἔκ­δο­ση) 

Thursday, 14 August 2014

''Μέγα θαύμα της οικουμένης''


Του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Καστορίας κ.κ. Σεραφείμ
Πανηγυρίζουμε και πάλι, αδελφοί μου, «την πανένδοξον Κοίμησιν και την εις ουρανούς Μετάστασιν» της Θεομήτορος, που που είναι για μας τους Ορθοδόξους Χριστιανούς, το «θεομητορικό Πάσχα» μέσα στην καρδιά του θέρους.
Ακολουθώντας την αληθέστατη παράδοση της Εκκλησίας μας, τιμούμε και μεγαλύνουμε με ύμνους και ωδές πνευματικές την «αειμακάριστον και παναμώμητον και μητέρα του Θεού ημών».
Πανηγυρίζει ο Ουρανός, αφού η Παρθένος, ο έμψυχος όντως ουρανός, «ενοικίζεται στις ουράνιες σκηνές».1
Πανηγυρίζουν οι Άγγελοι και οι Αρχάγγελοι, αφού τα τάγματα των Χερουβίμ και των Σεραφείμ στάθηκαν μπροστά της με αγαλλίαση και χαρά μεγάλη, δοξάζοντας την Μητέρα του Θεού, που είναι το μεθόριο μεταξύ του Ακτίστου και των κτισμάτων.
Πανηγυρίζουν οι Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, οι οποίοι Θείω Πνεύματι κινούμενοι, μίλησαν γι' αυτήν και την διακονία της στο μυστήριο της ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού.
Πανηγυρίζουν οι Απόστολοι, αφού «επικαίρως το παρθενικό της προέπεμψαν σώμα και με εφύμνια και επικήδεια άσματα, το ενταφίασαν στο χωρίο της Γεθσημανής».2
Πανηγυρίζουν οι Άγιοι, οι οποίοι την αναγνωρίζουν ως ευεργέτιδα πάσης της φύσεως3 και την προσκυνούν ως Βασίλισσα, Κυρία, Δέσποινα, Θεομήτορα και αληθή Θεοτόκο4.
Πανηγυρίζει η Εκκλησία του Χριστού και καλεί τα πιστά παιδιά της, με προεξάρχοντα τον θεοφόρο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, να την υμνήσουν με άσματα ιερά :
«Αυτήν με άσματα ιερά ας υμνήσουμε σήμερα, εμείς που είμαστε ο λαός του Χριστού ... Ας την ευχαριστήσουμε με την αγνότητα της ψυχής και του σώματος, αυτήν που είναι ύστερα από τον Θεό αληθινά αγνή πάνω απ' όλους ... Αυτή έγινε μεσίτρια για όλα μας τα αγαθά. Μέσα της ο Θεός έγινε άνθρωπος και σε Θεό ο άνθρωπος υψώθηκε». 5
Και θα ήθελα, αδελφοί μου, σε αυτόν τον πανηγυρισμό του ουρανού και της γης, να μου χαρίσετε για λίγο την προσοχή σας, προκειμένου να μεταφέρω στην αγάπη σας μία μόνο φράση δανεισμένη από τον φωστήρα της Ορθοδοξίας , τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά. Μιλώντας για την Παναγία, την χαρακτηρίζει ως «το μέγα θαύμα της οικουμένης» .
Α. Μέγα θαύμα της οικουμένης η Θεομήτωρ
Καρπός ευλογημένος του Ιωακείμ και της Άννης. Καρπός προσευχής και αρετής των Αγίων γεννητόρων της, οι οποίοι περισσότερο από τους άλλους ανθρώπους ήσαν οικείοι του Θεού.
Ο Δίκαιος Ιωακείμ, όπως τον χαρακτηρίζουν τα ιερά κείμενα, «ζούσε στη θεωρία του λόγου του Θεού και ευφραινόταν με το νερό της αναπαύσεως, που είναι η χάρις του Θεού».6 Αλλά και η Άννα, που το όνομά της ερμηνεύεται ως «χάρις», ήταν πλούσια προικισμένη με αρετές, έχοντας μόνο την ασθένεια της στειρότητας.7
Και θέλοντας ο Θεός να σώσει το πλάσμα των χειρών Του, λύει την ακαρπία της γυναικός και της χαρίζει την θυγατέρα εκείνη, όμοια με την οποία δεν είχε γεννηθεί, αλλά ούτε και θα γεννηθεί ποτέ.
«Για ποιό λόγο γεννήθηκε η Μητροπάρθενος από γυναίκα στείρα;» ρωτά ο θεοφόρος Δαμασκηνός. Και απαντά: «Γιατί έπρεπε, αυτό που είναι το μοναδικό και καινούργιο κάτω από τον ήλιο, το αποκορύφωμα των θαυμάτων, η γέννηση δηλαδή του Χριστού, να ανοίγει τον δρόμο του με θαύματα και από τα πιο ταπεινά να έλθουν τα πιο μεγάλα».8
Β. Μέγα θαύμα της οικουμένης η Θεομήτωρ
Με θαυμαστό τρόπο αρχίζει η δημιουργία του κόσμου : «Ότι αυτός είπε και εγενήθησαν· αυτός ενετείλατο και εκτίσθησαν»9. Με θαυμαστό τρόπο και φρικτότερο ακόμη, η αναδημιουργία του κόσμου.
Και διάκονος αυτού του θαύματος, η ταπεινή κόρη της Ναζαρέτ, η Μαριάμ. Αγιάζεται στα Άγια των Αγίων, σε χώρο άβατο και γι' αυτόν τον αρχιερέα της εποχής εκείνης.
Και αυτός ο χώρος προτύπωνε το πανάγιο πρόσωπό της, το οποίο ουσιαστικά ήταν τα πραγματικά Άγια των Αγίων, αφού δέχτηκε μέσα της, όχι άνθρωπο αρχιερέα, αλλά Αυτόν τον Μέγα Αρχιερέα, τον «διελυληθότα τους ουρανούς»10, τον Κύριο Ιησού Χριστό, όπως θα γράψει ο Άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας : «ο τύπος έπρεπε να συμπέση με την πραγματικότητα και η προτύπωσις να ταιριάζη με το πρόσωπο που προεικόνιζε».11
Γι’ αυτό την ημέρα του Ευαγγελισμού, ο ευγενής επισκέπτης του ουρανού, ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, την ονομάζει όχι απλώς χαριτωμένη, αλλά «Κεχαριτωμένη», αφού ήταν στολισμένη και κατάφορτη από όλες τις αρετές, με την παρουσία της θείας χάριτος μέσα στο χώρο της καρδιάς της και με τον νου της προσηλωμένο πάντοτε στα ουράνια και στην θεωρία του Θεού.
Έτσι, δέχεται με την ελεύθερη συγκατάθεσή της να τεθεί στην υπηρεσία του σχεδίου του Θεού για την σωτηρία του ανθρώπου· να υπογράψει εκ μέρους ολοκλήρου του ανθρωπίνου γένους το συμβόλαιο του Θεού με τον άνθρωπο για την ανάπλαση και την ανακαίνιση του βροτείου φυράματος.
Και όπως σε όλα τα θαύματα γίνεται αναστολή των νόμων της φύσεως, έτσι και στην περίπτωση της σαρκώσεως του Υιού του Θεού, «η φύσις εκαινοτόμησε», έγινε δηλαδή κάτι το καινούργιο και μεγάλο, κάτι το ασυνήθιστο και συγχρόνως παράδοξο, «το μόνο καινόν υπό τον ήλιον», όπως το ονομάζει ο Σαββαΐτης Μοναχός Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός.
Χρησιμοποιώντας ο Θεός την πάναγνη σάρκα της σαν υφάδι, ύφανε με το στημόνι της θείας φύσεως, τον άρραφο χιτώνα της θεανθρώπινης υποστάσεώς Του.12
Προσέφερε, έτσι, στον Υιό του Θεού την ωραιότατη ευπρέπεια, δηλαδή, την ωραιότερη ανθρώπινη φύση και «ως ωραία απεκύησε τον Ωραίον»13.
Με αυτόν τον τρόπο, έγινε η απαρχή του μυστικού και πνευματικού γάμου ανάμεσα στον Χριστό και στην ανθρώπινη ύπαρξη, η οποία από τότε ενώνεται μυστικά και μυστηριακά με τον εξ' αυτής Σαρκωθέντα Κύριο, ιδιαιτέρως μέσα στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας.
Μας το είπε ο ίδιος ο Χριστός: «Ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα εν εμοί μένει, καγώ εν αυτώ»14. Να γιατί την ευχαριστούμε αμέσως μετά την Θεία Κοινωνία, λέγοντας : «Ευχαριστώ σοι ότι ηξίωσάς με τον ανάξιον κοινωνόν γενέσθαι του Αχράντου Σώματος και του Τιμίου Αίματος του Υιού σου»15.
Γ. Μέγα θαύμα της οικουμένης η Θεομήτωρ
Θαυμαστή η γέννησή της, θαυμαστή η σύλληψη, η κυοφορία και η ενανθρώπηση του Σωτήρος Χριστού.
Θαυμαστή η διακονία της για τον Μονογενή Υιό του Θεού. Σιωπηλή η παρουσία της κοντά Του. Τρεις λέξεις υπογραμμίζουν την στάση της ζωής Της. «Συνετήρει», «διετήρει», «συμβάλλουσα»16. Δηλαδ: φύλαττε, τηρούσε, σύγκρινε.
Θαυμαστή και παράδοξος η κοίμηση και η εις ουρανούς μετάστασή της : «Γέγονε παράδοξος, ώσπερ η κύησις άχραντε, σου αληθώς, ούτω και η θεία, και σεπτή σου Μετάστασις»17, θα ψάλλει συγκινητικά ο ιερός υμνογράφος.
Παρούσα ολόκληρη η Εκκλησία του ουρανού και της γης, με επικεφαλής τον Σωτήρα Χριστό. Έρχεται ο Ίδιος «προς την οικείαν λοχεύτριαν»18 και με τις δεσποτικές Του παλάμες υποδέχεται την ιεράν αυτής ψυχή και μετά των αγγελικών δυνάμεων την ανεβάζει, όχι απλώς εις τον Ουρανόν, αλλά και έως αυτού του βασιλικού θρόνου Του19, εις τα επουράνια Άγια των Αγίων20.
Αλλά και ο θάνατος της ζωαρχικής Μητρός υπερβαίνει την έννοια του θανάτου. Δεν ονομάζεται ούτε καν θάνατος, αλλά κοίμησις και θεία μετάστασις και εκδημία, η ενδημία προς Κύριον, όπως θα υπογραμμίσει ο Ιερός Δαμασκηνός.
Είναι ζωηφόρος θάνατος και αρχή δευτέρας υπάρξεως, της αιωνίου21. Και αυτό το σώμα της, το οποίο φιλοξένησε το πυρ της Θεότητος, δεν γνωρίζει την φθορά του τάφου («τάφος και νέκρωσις ουκ εκράτησεν»), αλλά μετέστη στον ουρανό, αφού ενώθηκε με την αθάνατη ψυχή της.
Το δέχτηκε για λίγο ο τάφος, το παρέλαβε δε και ο ουρανός· αυτό το πνευματικό σώμα, την καινή γη, τον θησαυρό της δικής μας ζωής, το τιμιώτερο από τους Αγγέλους, το αγιώτερο από τους Αρχαγγέλους.22
Σ' αυτό το μέγα θαύμα της οικουμένης καταφεύγουμε κι εμείς σήμερα, αδελφοί μου. Σ' αυτήν αφήνουμε την ελπίδα μας και την προσδοκία μας και μαζί με τον ιερό υμνογράφο ικετευτικά την παρακαλούμε : «Την πάσαν ελπίδα μου εις σε ανατίθημι, Μήτερ του Θεού, φύλαξόν με υπό την σκέπην σου».
Κι αν πάντοτε πρέπει να την τιμούμε και να την ευλαβούμεθα, ακολουθώντας την σωστική υπόδειξή της «ιδού γαρ από του νυν μακαριούσί με πάσαι αι γενεαί», ιδιαιτέρως αυτό θα πρέπει να γίνεται στην απνευμάτιστη, άχρωμη και αμαρτωλή εποχή μας.
Σήμερα, που η γη κοκκινίζει πάλι από το αίμα των συνανθρώπων μας και ο πλανήτης μας ταράσσεται από την παρουσία του πολέμου·
Σήμερα, που οι άνθρωποι γνωρίζουν και πάλι τον διωγμό, γιατί απλά πιστεύουν στον Χριστό και κρατούν την ομολογία του ονόματός Του·
Σήμερα, που τα δάκρυα και ο πόνος της προσφυγιάς, των ασθενειών, των αναγκών και των προβλημάτων, ως νέφη λυπηρά καλύπτουν την ψυχή και την καρδιά μας·
Η επικοινωνία μας με τον Χριστό, η καταφυγή μας στην Παναγία, η συμμετοχή μας στην ζωή της Εκκλησίας θα πρέπει να χαρακτηρίζουν όλους μας.
Εκείνη, που είναι το πλήρωμα κάθε είδους καλοκαγαθίας·
Εκείνη, που είναι ο έμψυχος πίνακας κάθε αγαθού και αγαθότητος·
Εκείνη, που στέκεται , όχι μόνο πλησίον Του αλλά στα δεξιά Του·
Μπορεί να μεσιτεύσει για μας, να ειρηνεύσει την ζωή μας, να δώσει λύση στα δεινά μας και να μας χαρίσει βοήθεια και θεραπεία. Γι’ αυτό και σήμερα, ταπεινά και ικετευτικά μπροστά στην νεκρική της κλίνη, μαζί με τον θεοφόρο Παλαμά, την παρακαλούμε:
«Μετάδωσε, λοιπόν, πλούσια στον λαό σου, ω Δέσποινα,
Δώρισε πλούσια την χάρη Σου και διαρκή προς όλα, κι αν δεν την χωρούμε, κάνε μας χωρικοτέρους».23
Αυτήν την χάρη και την ευλογία της Παναγίας και την διαρκή πρεσβεία και μεσιτεία της επικαλούμαι για όλους σας, αδελφοί μου. Αμήν.

1. Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού, Ε.Π.Ε. 9, 276 – 278
2. Αγίου Ανδρέου Κρήτης, PG 97,1100
3. Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, Η Θεοτόκος – Τέσσερις θεομητορικές ομιλίες» –, εκδ. Αποστολικής Διακονίας Αθήνα 1990, σελ. 57.
4. Αυτόθι.
5. ό.π. σελ. 186-188.
6. ό.π. σελ. 115 – 117.
7. Ευθυμίου Στυλίου Επισκόπου (νυν Μητροπολίτου) Αχελώου, Η Πρώτη, εκδ. Σήμαντρο, Αθήνα 1987 - εκδ. Β΄- σελ. 69.
8. ο.π. σελ. 71
9. Ψαλμός 32,9
10. Εβρ, 4,14
11. Ευθυμίου Στυλίου, ένθ' ἀνωτ. σελ. 85
12. ό.π. σελ. 200
13. Μηναίον Μαρτίου, σελ. 201
14. Ιν, 6,56
15. Ευχαριστία μετά την Θεία Μετάληψη.
16. Λουκ, 2,19 / Λουκ, 2,51
17. Όρθρος ΙΔ' Αυγούστου, Ωδή γ'
18. Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού, ό.π. σελ. 170
19. Αυτόθι, σελ. 135.
20. Αυτόθι, σελ. 177.
21. Αυτόθι, σελ. σελ. 215.
22. Επισκόπου Αχελώου Ευθυμίου Κ. Στύλιου, ό.π. σελ. 264.
23. Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, Ομιλία ΛΖ' στην Κοίμηση της Θεοτόκου, Ε.Π.Ε. 70, 463

Wednesday, 13 August 2014

Τι είναι η ύψωση της Παναγίας ;


Όσοι έτυχε να παρευρεθείτε σε τράπεζα μίας Αγιορείτικης Μονής θα παρακολουθήσατε τη λεγομένη Ύψωση (του άρτου) της Παναγίας. Θα δώσουμε μια εξήγηση αυτής της ακολουθίας. Ο άρτος της Παναγίας είναι μια τριγω­νική μερίδα που κόβεται από ένα πρόσφορο και υψώνεται προς τιμή της Θεοτόκου. Ποιός κάνει την ύψωση; Σύμφωνα με τη λειτουργική παράδοση κατά το τέλος της τράπεζας ο τραπεζάρης της μονής. Τα παλαιά τυπικά και Ωρολόγια γράφουν ότι την ύψωση κάνει ο «ταχθείς αδελφός» ή ο «ταχθείς μοναχός» ή ο «μέλλων υψώσαι την Παναγίαν»ή «παρά του εις τούτο τεταγμένου μοναχού»(Άγιος Μάρκος Εφέσου). Ο Άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης αναφέρει ότι την ύψωση κάνει «ο αναγνούς και τα πνευματικά διακονήσας τοις αδελφοίς», δηλ. ο αναγνώστης του λόγου προς πνευματική οικοδομή των μοναχών και προσκυνητών. Σε καμιά περίπτωση δεν αναφέρεται ότι την κάνει ο ηγούμενος ή ο εφημέριος της Μονής. Αυτοί παρακολουθούν. Όταν γίνεται η ύψωση λέγεται το «Μέγα το όνομα της αγίας Τριάδος»,το «Παναγία Θεοτόκε, βοήθει ημίν», «Μακαρίζομεν σε πάσαι αι γενεαί…»και «Άξιον εστίν…».Προσφέρεται θυμίαμα και οι παρευρισκόμενοι παίρνουν από αυτό τον άρτο προς αγιασμό τους αλλά και προς δόξα ιδιαίτερη (εξαιρέτως) της Θεομήτορος, η οποία γέννησε τον ουράνιο άρτο της ζωής, δηλ. τον Κύριο Ιησού Χριστό, που διατρέφει τις ψυχές μας. Το εκκλησιαστικό έθιμο της υψώσεως είναι πολύ παλιό. Το «Ωρολόγιο το Μέγα» το ανάγει στους Αποστόλους, και συνδέεται με την ευλάβεια των χριστιανών ιδιαίτερα δε των μοναχών προς τη Θεοτόκο που αναζητούσε και για την Παναγία κάτι παράλληλο προς την προσφερόμενη στον Κύριο Θεία Ευχαριστία. Όπως η Θεία Ευχαριστία προσφέρεται σε ανάμνηση του Κυρίου έτσι και η ύψωση του άρτου γίνεται προς ανάμνηση της Παναγίας. Από τα λειτουργικά βιβλία, από πληροφορίες που μας δίνει ο Άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης και άλλοι συγγραφείς, φαίνεται ότι η ύψωση της Παναγίας γινόταν καθημερινά στην τράπεζα των μοναχών. Κατά την εποχή του Αγίου Συμεών γινόταν η ύψωση της Παναγίας στην ακολουθία του Όρθρου, ή σε οποιαδήποτε άλλη περίσταση όταν το ζητούσαν οι πιστοί ή τακτικά από πολλούς ιερείς. Πάντοτε δε κατά τη διάρκεια της Θ. Λειτουργίας μετά το «Εξαιρέτως…» όταν ψαλλόταν ο ύμνος προς την Θεοτόκο (το «Άξιον εστίν ως αληθώς…» ή η θ΄ωδή της Καταβασίας της εορτής) γινόταν η ύψωση της Παναγίας. Αυτό γίνεται από το μεγάλο πόθο του ιερέα και των πιστών «επικαλείσθαι και ανυμνείν την πανύμνητον» και «ως αν μείζονος της παρά ταύτης επιτύχοιμεν βοηθείας» δηλ. για να επιτύχουμε μεγαλύτερη βοήθεια από τη Θεοτόκο. Και συνεχίζοντας ο Άγιος Συμεών λέει, ότι η ύψωση έχει σκοπό να έχομε την Παναγία βεβαία βοηθό σε όλες τις ανάγκες και τις περιστάσεις. Αναφέρει δε ότι έχει προσωπική πείρα αυτής της βοήθειας αλλά καταθέτει και την μαρτυρία άλλων αξιοπίστων προσώπων.(Διάλογος κεφ. 357) («εν πάσαις ημών χρείαις και περιστάσεσι βοηθόν αυτήν και φρουρόν ούσαν ασφαλεστάτην… και πλείστης τυγχάνομεν εκ του ανυψούσθαι τον άρτον τούτον βοηθείας, ως και ημείς πείρα πολλάκις έγνωμεν και παρά πολλών άλλων αξιοπίστων εμάθομεν»). Η προσφορά του αντιδώρου προς ύψωση, που γίνεται σήμερα από τον ιερέα μετά τον καθαγιασμό των τιμίων δώρων παραπέμπει στη συνήθεια της υψώσεως της Παναγίας. Είναι γνωστό ότι το αντίδωρο συμβολίζει το «σώμα της Θεοτόκου» επειδή από τον άρτο της προθέσεως είχε αφαιρεθεί ο «Αμνός», (τετράγωνο κομμάτι του προσφόρου με τη σφραγίδα ΙΣ- ΧΡ- ΝΙ-ΚΑ), όπως ο Χριστός γεννήθηκε από την Παναγία.Η σταυροειδής ύψωση του αντιδώρου γίνεται όπως θα γινόταν και η ύψωση της Παναγίας.
  Α.Χ., Θεολόγος.

Monday, 11 August 2014

Προσευχή Στην Παναγία !

 
Παναγία μου ! Μητέρα μου γλυκειά και στοργική!

Βασίλισσά μου, που προσκυνείσαι από τάγματα Αγγέλων και Αρχαγγέλων, και υμνείσαι από αναρίθμητα πλήθη πιστών Χριστιανών σου, σκύψε , Παναγία μου, κοντά μου να σου πω τον μυστικό πόνο της ψυχής μου.
Με βλέπεις. Είμαι βασανισμένος άνθρωπος, αμαρτωλός, που δεύτερος αμαρτωλός σαν και μένα άλλος, δεν υπάρχει. Θλίβομαι, πονώ, κλαίω, σπαράζει η ψυχή μου που Σου το λέγω, Παναγία μου. Το κρατώ μυστικό από τους άλλους. Γιατί πώς να τους το πω; Με τι λόγια, με τι κουράγιο να τους μιλήσω, να τους παρουσιάσω την αθλιότητά μου, τις πολλές μου αμαρτίες; Σε Σένα, Παναγία μου, μητέρα μου γλυκειά, λέω τον πόνο και εκφράζω τη μεγάλη μου θλίψη. Τα βάσανά μου είναι πολλά, γιατί οι αμαρτίες μου είναι πολλές και μεγάλες. Έλα, λοιπόν, Παναγία μου, λυπήσου με και βοήθησέ με. Δώσε μου μετάνοια, δώσε μου χάρη να μετανοήσω, να κλάψω, όπως μου πρέπει, να πέσω κάτω να ζητήσω το έλεος από τον Μονογενή Σου Υιό, να ειρηνεύσω, να σωθώ.

Παναγία μου, Γλυκειά Μητέρα όλου του κόσμου , κάνε μου τούτο το μεγάλο καλό. Σήκωσε από πάνω μου την αμαρτία και τη θλίψη, τον πόνο της ψυχής μου. Διώξε από κοντά μου τα βάσανα και τους πειρασμούς. Και σώσε με, γλυκιά μου Παρθένα, Μητέρα του κυρίου και Σωτήρος μου.

Αμήν.
  
( Πηγή : Ιστοσελίδα Αγίου Δημητρίου του Μυροβλήτη )

Friday, 1 August 2014

Ἡ Παναγία Μητέρα μας...


(Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός)
Όλα τα κτίσματα έχουν προσφέρει, το κάθε ένα με τη σειρά του, τον τρόπο της εξυπηρετήσεως τους στο -θέμα της σαρκώσεως του Θεού Λόγου. Εκείνο δε πού προσφέραμε εμείς, η ανθρώπινη φύση, ως αντιπροσφορά για το μέγιστο δώρο της θείας κενώσεως του Ιησού μας, το κατ' εξοχήν τελειότατον των δώρων, είναι η Παναγία μητέρα Του και μητέρα όλων μας.

Έτσι εδώ έγινε κάτι το απερίγραπτο. Πώς ευρέθη η ικανότητα σε αυτήν την Κόρη, ούτως ώστε να μπορέσει να εξυπηρέτηση έναν τέτοιο σκοπό, όπου όλα τα υπόλοιπα κτίσματα δεν ήσαν πλέον ικανά να προσφέρουν αυτό πού έλειπε; Εάν ο άνθρωπος δεν είχε την δυνατότητα να προσφέρη την Παναγία ως δώρο, τότε θα μπορούσε να πή κανείς ότι εματαιώνετο το θέμα της θείας οικονομίας, έτσι η σωτηρία του ανθρώπου, η επιστροφή και επαναφορά των κτισμάτων στην θέση τους και η αποκατάσταση στην ισορροπία της διεφθαρμένης κτίσεως, δεν θα εγίνετο.Αυτό το επίτευγμα πού η ανθρώπινη φύση κατόρθωσε, είναι το μεγαλύτερο πού έγινε και δεν πρόκειται ποτέ να επαναληφθή. Διεθέσαμε αυτό το μεγάλο δώρο στο να κολακεύσωμε, τρόπον τινά, την θείαν αγάπη για να μας πλησίαση.

Άπαξ δοθείσα η χαριτωμένη αυτή Κόρη, η οποία τώρα είναι Θεοτόκος, μένει πλέον στο διηνεκές να έχη ιδιαιτέραν θέση έναντι στον Θεό και σε μας. Μέσω της δικής της μεσολαβήσεως ο Υιός του Θεού απέκτησε την ανθρωπινή φύση και έγινε ταυτοχρόνως Θεάνθρωπος. Ότι είχε, αυτή του το έδωσε όλο, αφού του πρόσφερε ολόκληρη την ανθρώπινη φύση της. Έτσι και Αυτός με την σειρά Του της μετέδωσε την θέωση, όσο μπορεί βέβαια να χωρέση η ανθρώπινη φύση. Διότι να την μεταβολή σε κατά φύσιν Θεόν ήταν αδύνατο. Κατά Χάριν όμως την εθέωσε στο σημείο εκείνο πού, κατά τους θεολόγους της Εκκλησίας, να μην της λείπη τίποτα.

Με την προσφορά μας αυτή κατορθώσαμε και ανεβήκαμε και εμείς και πλησιάσαμε τον Θεό. Διότι έχομε από την δική μας φύση πλέον, τέτοιας μορφής συγγένεια, μέσω αυτής της Κόρης, πού απεκτήσαμε τον θεανθρωπισμό σε τέτοιο αναφαίρετο και πλούσιο σημείο, ώστε να είμεθα όντως «κληρονόμοι του Θεού και συγκληρονόμοι του Υιού Αυτού».

Γι΄ αυτό και η Εκκλησία μας μετά τα Χριστούγεννα, πού εορτάζει την εξ αυτής άσπορο Γέννηση του Θεού Λόγου, εορτάζει την Σύναξή της. Την παρουσιάζει στην θέση της μητρότητας πλέον και τιμά την προσφορά της, πού συνήργησε σαν κανένας άλλος στο υπέρτατον αυτό μυστήριο.

Κοιτάξετε με ποια σοφία η Θεία Πρόνοια αναμόρφωσε την «παλαιωθείσαν» εικόνα! Ο διάβολος κατόρθωσε να πλανέση το ένα εκ των δύο όντων πού εδημιούργησε ο Θεός. Επλάνεσε την γυναίκα και την έκανε όργανο απάτης και αφορμή καταστροφής. Η Θεία Πρόνοια οικονόμησε να συγκεντρωθή σ' αυτή την αγνή Κόρη ολόκληρη η αρετή της ανθρώπινης τελειότητας, ούτως ώστε το όργανο της απώλειας και της απάτης να γίνη τώρα όργανο σωτηρίας και επιστροφής. Και όχι μόνο να γίνη, αλλά να παραμείνη στον αιώνα.

Στην θέση πού ευρίσκεται τώρα η Δέσποινα μας Θεοτόκος, θεωθείσα πλέον, απέκτησε και ολόκληρη την μητρότητα, διότι είναι η πηγή της πραγματικής και αδιάφθορου μητρότητος. Η πρώτη Εύα, σαν πρώτη μητέρα, απώλεσε την αξία της μητρότητος, εφ' όσον μαζί με μας γέννησε και τον θάνατο και μαζί του την έχθρα, το μίσος, την φθορά, την καταστροφή. Δεν είχε πλέον προσωπικότητα μητρότητος. Η Δέσποινα μας Θεοτόκος με το αδιάφθορον της αγνότητας της, ολοκλήρωσε την μητρότητα στην εντέλεια. Όπως στον Θεό Πατέρα ευρίσκεται ολόκληρος η πατρική στοργή, ώστε «ουδέ του ιδίου Υιού να φεισθή», αλλά «υπέρ πάντων ημών» να παραδώση Αυτόν, έτσι και τώρα στα σπλάχνα της Δέσποινας μας Θεοτόκου, της Θεωθείσης αυτής Κόρης, ευρίσκεται ολόκληρος η προσωπικότης, ολόκληρος η θέση της τελείας μητρότητος.

Και τώρα μετά παρρησίας προσερχόμεθα σ' αυτόν τον θρόνον της Χάριτος της μητρότητος και σαν υιοί προς την μανούλα μας την ικετεύαμε και είναι αδύνατο να μην μας ακούση. Είναι αδύνατον διότι πώς γίνεται στην τελειότητα της μητρότητος να κλείσουν τα σπλάχνα, όταν φωνάζουν και ζητούν τα παιδιά;

Δεν είναι δύσκολο να δανεισθούμε από την οικογενειακή μας πείρα, ζωντανά παραδείγματα της μητρικής ιδιότητος. Αντικρίσαμε κάποτε να μεταβάλλεται η στοργή και η αγάπη της μητέρας εξ αιτίας της αταξίας και σκληρότητας του παιδιού, ώστε να πάρη την θέση της αγάπης η απειλή. Όταν όμως το παιδί πόνεσε, ταπεινώθηκε και έκλαψε, μεταβλήθη αμέσως η οργή της μητέρας σε συμπάθεια και φίλτρο και όλο το δυσάρεστο το αντικατέστησε η μητρική αγκάλη. Εάν αυτά υπάρχουν μέσα στην ευτελή, την ατελή, την διαβεβλημένη, την ασθενή ανθρώπινη φύση, σε πόση έκταση ευρίσκονται αυτά μέσα στην τελειότητα της πνευματικής, της θεοπρεπούς μητρότητος;

Έχοντες αυτήν την μητέρα σαν εχέγγυο και ισταμένην μεταξύ ημών και του Θεού, έχομε την τελεία ελπίδα ότι καμμιά προσδοκία μας, καμμιά επιθυμία μας εν Θεώ, κανένα αίτημα μας, αλλά και καμμιά ανάγκη τωρινή και μέλλουσα είναι δυνατόν να μην ικανοποιηθούν. Διότι, όταν τρέχωμε στην μητρικήν της αγάπη, δεν μπορεί να αρνηθή, δεν θέλει να το κάνη. Αρκεί φυσικά από μέρους μας να γίνεται ή ελαχίστη προσπάθεια, να στεκώμεθα σαν λογικά όντα πάνω στην βάση του προορισμού μας. Και έτσι, έχοντας την Δέσποινα μας Θεοτόκο σαν εγγύηση, καθ' ότι έγινε αφορμή της σωτηρίας μας, λύνομε κάθε πρόβλημα μας και στο παρόν και στο μέλλον.

Άρα λοιπόν τί απόκειται σε μας; Να ερευνήσωμε βαθύτερα την υίική μας πλέον κατάσταση απέναντι της, να την αγαπήσωμε ειλικρινέστερα, πιστότερα, υπολογίζοντες την πραγματική της θέση και να είμεθα βέβαιοι ότι το θέμα όλων μας των προβλημάτων είναι ήδη λελυμένο διότι, είναι μεσίτης μεταξύ ημών και του Υιού της, διότι, πλέον γι΄ αυτήν ο Θεός, ο Σωτήρ του κόσμου, ο Χριστός, δεν είναι Κύριος και Θεός μόνον, αλλά είναι και ο κατά φύσιν Υιός της. Και δεν είναι δυνατόν, όπως έχομε πείρα, να πλησίαση η ιδανική μητέρα τον ιδανικόν υιόν ζητώντας του κάποια χάρη και αυτός να της αρνηθή. Αυτό δεν γίνεται.

Εκείνο το όποιο απομένει σε μας είναι να ερεθίσωμε μέσα μας ο,τιδήποτε υπάρχει έναντι της μητρικής της αγάπης και ο,τιδήποτε άφορα αυτό, στην υμνολογία της, στην ευχαριστία της, στην δοξολογία της, στην παράκληση της, στην επίκληση της, ακόμα και σε κάθε άλλο το όποιον ευρίσκεται και αρμόζει στον θεοπρεπή χαρακτήρα της.

Αυτή είναι κατάφορτη με όλες τις αρετές. Ιδιαίτερα όμως περισσεύει η ταπεινοφροσύνη και η αγνότης, γι' αυτό λέγεται Αειπάρθενος. Δεν είναι μόνο Αειπάρθενος στο ότι πράγματι ήταν Παρθένος και δεν εγνώρισε ούτε καν την έννοια του ανδρός, αλλά και μέσα στην αγνότατη της ύπαρξη δεν συνελήφθη η αμαρτία ούτε κατά διάνοιαν. Ούτε στον αγνό ψυχικό της κόσμο εισήλθε η φθορά και η αμαρτία. Και έτσι ακριβώς είναι και μένει Παναγία και Αειπάρθενος.

Στους νέους, στους αγάμους, στους μοναχούς, πού το κέντρο της ιδιότητος τους είναι η παρθενία απευθύνομαι. Όποιος θέλει να την τίμηση, ας κάνη περισσότερη προσφορά κρατώντας την αγνότητα του. Να πώς δοξάζεται αυτή.

Το δεύτερο στοιχείο πού την χαρακτηρίζει – αν και είναι πλήρης από αρετές – είναι ειδικά η ταπεινοφροσύνη. Όταν ήλθε ο Αρχάγγελος και της είπε καθαρά: «Χαίρε, Μαρία, ευρήκες χάριν από τον Θεό και συ θα γίνης μητέρα του Θεού», δεν υπερηφανεύθη και να σκεφθή, «ώστε λοιπόν, εγώ θα είμαι πλέον μητέρα του Θεού;» Άλλα απάντησε ταπεινά. «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτο μοι κατά το ρήμα σου». Αρπάζει την πρακτική ταπείνωση, ονομάζοντας τον εαυτό της «δούλην Κυρίου» και προσφέρει την απόλυτη υποταγή, «γένοιτο μοι κατά το ρήμα σου». «Αμέσως τώρα, τί προστάζεις, Κύριε μου; Έτοιμη είμαι».

Βλέπετε με ποιο χειρισμό; Με δυο άπλες λέξεις, με δυο άπλες κινήσεις αυτό το τρυφερό κοριτσάκι, όπως ήτο τότε, προσέφερε όλη την δύναμη της τελειότητας της αρετής. Ταπείνωση και υποταγή. Αυτές οι αρετές είναι και για μας οι βάσεις. Διότι αυτές συγκροτούν το κεφάλαιο της ιδιότητος μας της πρακτικής – για μας τουλάχιστον τους μοναχούς – μέσω του οποίου και προσωπικά θα κρατήσωμε την μοναχική μας ιδιότητα, αλλά και στους συνανθρώπους μας και στην Εκκλησία θα φανούμε ποίοι είμεθα και θα δώσωμε το παράδειγμα και την γραμμή πλεύσεως στο υπόλοιπο χριστεπώνυμο πλήρωμα.

Όποιος λοιπόν θέλει να τίμηση την Πανάχραντο μας Δέσποινα και να την προκαλέση να σκορπίση πάνω του την μητρική της στοργή, θα καλλιεργήση αυτές τις αρετές, την ταπείνωση και την υποταγή. Όσο για την αγνότητα, δεν θα μιλήσω, διότι αλοίμονο αν δεν υπάρχη στον μοναχό αγνότης! Τότε χάθηκαν όλα τα κεφάλαια!

Και σεις λοιπόν, εκεί πού ευρίσκεσθε, μπορείτε να πήτε έναν δικό της ύμνο. Ψάλλετε ένα τροπάριο δικό της. Φέρτε στα χείλη σας την ευωδιά του ονόματος της.

Είδατε τί είπε μόνη της; Μόλις επλήσθη Πνεύματος Αγίου, άρχισε να προφητεύη για τον εαυτό της, ότι: «Ιδού γαρ από του νυν μακαριούσι με πάσαι αι γενεαί».

Αυτό της το φανέρωσε η Χάρις του Αγίου Πνεύματος πού κατοίκησε μέσα της μόνιμα. Την ανάγκασε να το πη. Εδανείσθη τα χείλη της η ενοικούσα σε αυτήν Χάρις του Αγίου Πνεύματος, σαν ένας μουσουργός πού κινεί τις χορδές για να παραγάγη μέλος. Και άρχισε να λέη μέσα της ταπεινά: «Ιδού γαρ από του νυν μακαριούσι με πάσαι αι γενεαί, ότι εποίησέ μοι μεγαλεία ο δυνατός».

Βέβαια μεγαλεία! Εφ' όσον κατοίκησε μέσα της ολόκληρο το πλήρωμα της θεότητος σωματικώς, τί άλλο μπορούσε να γίνη; Μία ακτίνα Χάριτος, μία μόνον ακτίνα εάν επιλάμψη σε ολόκληρη την κτίση, είναι ικανή αυτή και μόνη να την μεταφέρη σε θέση θεότητος, κατά Χάριν. Εδώ όμως, σ' αυτήν δεν πήγε απλώς ακτίνα Χάριτος. Κατοίκησε μέσα της ολόκληρο το πλήρωμα της Θεότητος σωματικώς.

Αυτά ήθελα να ενθυμίσω σήμερα στην αγάπη σας και να σας κάνω θερμούς και φλογερούς απέναντι της δικής της αγάπης. Διότι έχομε και ένα ζωντανό παράδειγμα, του αειμνήστου μας Γέροντα, πού τόσο πολύ τον αγαπούσε, γιατί και αυτός την αγάπησε. Ήταν αδύνατον, αν ήταν εδώ ο αείμνηστος και άκουγε αυτά, να μην χύση άφθονα δάκρυα. Μόνο πού άκουγε το όνομα της, σκιρτούσε σαν μωρό! Άλλα του έδειξε τόσες φορές την αγάπη της αισθητά και τον αξίωσε να φυγή την ήμερα πού και αυτή έφυγε οπό τον κόσμον αυτόν.

Η Χάρις της και οι πρεσβείες της και πάντων των αγίων να ενισχύουν και μας. Αμήν.

Πηγή- agiazoni.gr

Thursday, 31 July 2014

Η Ιστορία των παρακλήσεων στην Υπεραγία Θεοτόκο


Η αγάπη, ο σεβασμός και η τιμή των πιστών για το πρόσωπο της Θεοτόκου Μαρίας εκδηλώθηκαν από πολύ νωρίς, από την αρχή της σωτηρίου οικονομίας, όπως λέγουν οι άγιοι θεοφόροι Πατέρες της Εκκλησίας μας, και είναι τόσο μεγάλη, ώστε αδυνατεί ο ανθρώπινος λόγος να περιγράψει τα αισθήματα αυτά επαρκώς.
Από αυτήν την αγάπη, την τιμή και την ελπίδα στην μεσιτεία της προς τον μέγα και Μόνο Μεσίτη Χριστό και Υιό της, κατά το ανθρώπινον η Εκκλησία καθιέρωσε να τελείτε κατά την περίοδο της νηστείας του Δεκαπενταυγούστου, η ιερή Ακολουθία του Μικρού και του Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνος εναλλάξ, εκτός των εορτών της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος και της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.
Έτσι επ' ευκαιρίας του γεγονότος αυτού καλόν είναι να δούμε και να γνωρίσουμε μερικά πράγματα για το τι είναι κανόνας, και ποιος συνέθεσε τον Μικρό και τον Μεγάλο Παρακλητικό κανόνα στην Υπεραγία Θεοτόκο.
Κανόνας στην εκκλησιαστική υμνογραφία είναι ύμνοι μακροσκελής, αποτελούμενοι από μικρότερες ενότητες, που ονομάζονται Ωδές. Η κάθε ωδή αποτελείτε από τον ειρμό, που είναι η πρώτη στροφή κάθε Ωδής και χρησιμεύει σαν υπόδειγμα στα τροπάρια, που τρέπονται σύμφωνα με τον ήχο του ειρμού και τέλος το εφύμνιο όπου επαναλαμβάνεται σε κάθε τροπάριο «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς».
H Μεγάλη και Μικρή Παράκληση στην Ύπεραγία Θεοτόκο, είναι από τις πιο λαοφιλείς ακολουθίες της Ελληνικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, είναι υμνολογικά ποιήματα του δεκάτου τρίτου αιώνα, κληρονομιές της Αυτοκρατορίας της Νικαίας και της επανασυγκροτηθείσης Αυτοκρατορίας της Κωνσταντινουπόλεως αντίστοιχα.
Ελάχιστη έρευνα έχει γίνει πάνω στις ιστορικές συγκυρίες που οδήγησαν στην ποίηση όσο και στην τελική μορφολογία των δύο κανόνων.
Το σίγουρο γεγονός της Ιστορίας των δύο Παρακλήσεων είναι ότι ο Κανών της Μεγάλης Παρακλήσεως είναι ποίημα του Αυτοκράτορα της Νικαίας Θεοδώρου Β' Δούκα του Λασκάρεως.
Ο τίτλος του δούκα μάς δείχνει ότι συνέθεσε τον Κανόνα πριν την άνοδό του στον θρόνο της Νικαίας τον Νοέμβριο 1254.
Ο Θεόδωρος Β' Λάσκαρις ήταν προικισμένος υμνογράφος και υπήρξε συνθέτης πολλών Κανόνων και άλλων ύμνων, όμως δοκιμαζόταν από κάποια ασθένεια, η οποία τον ανάγκασε να παραιτηθεί από τον θρόνο της Νικαίας και να αποσυρθεί στην Μονή των Σωσάνδρων, δυτικά της Νικαίας, όπου και εκάρη μοναχός λίγο πριν τον θάνατο του.
Ο Θεόδωρος συνέθεσε τον Κανόνα της Μεγάλης Παρακλήσεως, ενώ ακόμα ήταν δούκας, μάλλον σε κάποια ύφεση της ασθενείας του που διήρκεσε περισσότερο του συνήθους, γεγονός που αποδόθηκε σε θαύμα της Θεοτόκου προς αυτόν.
Ο Κανών γρήγορα διαδόθηκε στις Μονές της Νικαίας και κατά πάσα πιθανότητα διαμορφώθηκε σε ακολουθία από τους μοναχούς των Σωσάνδρων ή των πέριξ Μονών.
Κατά την διάρκεια της βασιλείας του Θεοδώρου ο Κανών χρησιμοποιείται ήδη με την σημερινή του μορφή ως Παράκλησις σαν Βασιλική Ακολουθία και διαδίδεται σε όλη την Αυτοκρατορία της Νικαίας.
Ακόμα και κατά τις τελευταίες ώρες του Θεοδώρου η Μεγάλη Παράκλησις ετελείτο καθημερινώς προς ίασή του. Δεν γνωρίζουμε την ακριβή ημέρα της Κοιμήσεως τού Θεοδώρου, αλλά αφού συνέπεσε κοντά στην Κοίμηση της Θεοτόκου είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι οι μοναχοί των Σωσάνδρων αφιέρωσαν αυτή την ακολουθία στην μνήμη του Θεοδώρου και κατέστη συνήθεια έκτοτε να ψάλλεται η ακολουθία κάθε Αύγουστο εις μνήμην τού ποιητού της.
Βεβαίως το όνομα της ακολουθίας δεν ήτο ίδιο με το σημερινό της Μεγάλης Παρακλήσεως, αφού δεν υπήρχε ακόμα Μικρή Παράκλησις.
Θα μπορούσε κάλλιστα να είχε ονομαστή ευθύς εξ αρχής «Παρακλητικός Κανών», αφού αποτελούσε επίκληση προς βοήθεια και παρηγοριά άνωθεν.
Στις 25 Ιουλίου 1261 o Αλέξιος Στρατηγόπουλος καταλαμβάνει την Κωνσταντινούπολη για λογαριασμό του Αυτοκράτορα της Νικαίας Μιχαήλ Η' Παλαιολόγου τερματίζοντας έτσι την λατινική κατάληψη των Σταυροφόρων τού 1204.
Η αναίμακτη ανάκτηση της Πόλης χαρακτηρίστηκε αμέσως ως θαυματουργή παρέμβαση της Θεοτόκου. Ο Αυτοκράτωρ για να τιμήσει το θαύμα και την Θεοτόκο αποφάσισε να ηγηθεί θρησκευτικής πομπής και να εισέλθει στην Πόλη κατά τις εορταστικές εκδηλώσεις τού δεκαπενταύγουστου.
Μεταξύ της 25ης Ιουλίου και 15 Αυγούστου πολλές ευχαριστήριες ακολουθίες γινόντουσαν στην Κωνσταντινούπολη και μεταξύ αυτών ήταν και ο προσφάτως εισαχθείς Παρακλητικός Κανών τού Θεοδώρου Λασκάρεως.
Η νέα Βασιλική Αυλή του Μιχαήλ,, ευρέθη προ διλήμματος. Οι δύο βασιλικές δυναστείες τού Θεοδώρου Λασκάρεως και Μιχαήλ Παλαιολόγου ευρίσκοντο σε μεγάλο μίσος μεταξύ τους. Ο Μιχαήλ είχε ήδη σφετερισθεί την εξουσία από τον νόμιμο διάδοχο και γιο τού Θεοδώρου, Ιωάννη. Ήταν δύσκολο κατά συνέπεια να δεχθεί η Βασιλική Αυλή ακολουθίες που θύμιζαν την δυναστεία τού Θεοδώρου.
Ο άγνωστος μέχρι τότε μοναχός Θεοστήρικτος έδωσε την λύση. Χρησιμοποιώντας τον ήδη γνωστό Κανόνα προς την Υπεραγία Θεοτόκο τού Θεοφάνους Γραπτού και άλλα λειτουργικά στοιχεία, όπως βιβλικά αναγνώσματα, ευαγγέλιο, έφτιαξε την Ακολουθία τού Μικρού Παρακλητικού Κανόνος.
Ο Κανών τού Θεοφάνους Γραπτού είχε ήδη εισαχθεί ως πρώτος κανών τού όρθρου στις εορτές μεγάλων αγίων.
Ο Θεοφάνης με την σειρά του είχε χρησιμοποιήσει, προϋπάρχοντα στοιχεία από τον Κανόνα τού Ιωάννου Δαμάσκηνου στην έγερση τού Λαζάρου. Συγκεκριμένα είχε δανειστή τους ειρμούς της α', γ', ζ και η' ωδής, ενώ τους υπολοίπους ή τους συνέθεσε μόνος του ή τους δανείσθηκε από προγενέστερο λειτουργικό υλικό.
Έτσι ο Μικρός Παρακλητικός Κανών πήρε ανάλογη μορφή και σχήμα με τον ήδη υπάρχοντα Μεγάλο Παρακλητικό Κανόνα.
Ο τελευταίος παρέμεινε εις χρήση μόνο κατά την νηστεία του δεκαπενταύγουστου αφού ήταν τόσο στενά συνδεδεμένος με την μνήμη τού Θεοδώρου, ενώ βαθμιαία άρχισε να εναλλάσσεται με τον Μικρό, ο όποιος διεδόθη εξ ίσου ευρέως και χρησιμοποιείτο πλέον καθ' όλη την διάρκεια τού χρόνου (εις πάσαν περίστασιν). Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς καθιερώθη η εναλλακτική χρήση των δύο Παρακλήσεων κατά το δεκαπενταύγουστο.
Είναι φυσικό να υποθέσουμε πως αρκετά χρόνια μετά τον θάνατο τον Μιχαήλ και την λησμόνηση των διαφορών των δύο δυναστειών καθιερώθηκε η εναλλαγή των δύο Παρακλήσεων κατά το δεκαπενταύγουστο ως εναρμόνιση των δύο παραδόσεων Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως.
Έτσι σήμερα αποδίδουμε τιμή στην πρώτη πρέσβειρα και μεσίτρια, μετά τον Θεάνθρωπο Χριστόν, η Παναγία μας είναι εκείνη, που μπορεί και θέλει να μεταφέρει τις ικεσίες και τις δεήσεις μας στα πόδια του Παμβασιλέως Θεού.
Ας καταφύγουμε λοιπόν, αγαπητοί μου αδελφοί, με πίστη, με αληθινή ταπείνωση και με αγάπη στην φυσική μας μητέρα και ας την παρακαλούμε καθημερινά, ειλικρινά για τα προβλήματά μας, και εκείνη Πολυεύσπλαχνη, θα μας συμπαραστέκεται στις δύσκολες ώρες και θα μας ελεεί με τη μεγάλη χάρη της. Αμήν..

Monday, 24 March 2014

Το κοντάκιο του Ρωμανού του Μελωδού περί του Ευαγγελισμού.(Σχολιασμός)


Απόσπασμα από το άρθρο :Η Θεοτοκολογία του Αγίου Ρωμανού του Μελωδού.(πρωτ.Δημητρίου Αθανασίου)

Μία άλλη πιθανή  πηγή  της  σύνθεσης  της  ακολουθίας  του  Ευαγγελισμού, εκτός από τον  Ακάθιστο, είναι το κοντάκιο του Ρωμανού του Μελωδού,  αφιερωμένο  στο  ίδιο γεγονός.
Ήδη από την αρχή εμφανίζεται η πρωτότυπη, δραματική ποιητική  τέχνη  του  υμνογράφου,  που  αναφέρεται  πρώτα  απ’ όλα στο κίνητρο και το σκοπό  της  σάρκωσης·

«Ὅτι  οὐκ  ἔστιν  ὡς  σὺ  ἐλεήμων  ἔγνωμεν, Κύριε, ἀφ’ οὗ
ἐτέχθης/  καὶ  Υἱὸς  ὠνομάσθης  γυναικὸς   ἧς  ἐποίησας»

Ο Ρωμανός  υπογραμμίζει  τη  διαφορά  ακτίστου‐κτιστού, μ’  έναν  άριστο  ποιητικό  τρόπο  με  τον  οποίο  εκφράζει  το  παράδοξο  της  ενανθρώπησης·  ο  Θεός  γεννάται  από  το  πλάσμα που ο ίδιος έχει δημιουργήσει.
Ο πρώτος οίκος ονομάζει την Παρθένο «τροφόν τῆς ζωῆς ἡμῶν», που μας προσφέρει  μία  βαθειά  θεολογική  προσέγγιση  κατά  την  οποία  ο  ασπασμός  του  Γαβριήλ  φέρει  ταυτόχρονα  τη  σύλληψη  του  σώματος  του  Χριστού, σώμα που  γίνεται  η  σωτήρια  τροφή  όλης  της  ανθρωπότητας.  Το  τέλος  του  πρώτου  οίκου  εκφράζει την πρόθεση του Ρωμανού να τονίσει την αειπαρθενία της Θεοτόκου,  στοιχείο  που  χαρακτηρίζει  τα  περισσότερα  κοντάκιά  του  με  χριστολογικά  και θεομητορικά  θέματα

· «Χαῖρε  ἀκήρατε/, […] χαῖρε ἄσπορε, χαῖρε ἄφθορε, χαῖρε
μῆτερ ἄνανδρε,/ χαῖρε νύμφη ἀνύμφευτε».

Ο  σκοπός  της  Ενανθρώπησης  κατοχυρώνεται  στο  δεύτερο  οίκο. Στην προοπτική του Ρωμανού, η οικονομία του Θεού κινείται μόνο από την αγάπη Του  για  τους  ανθρώπους.
Ο «ἀρχιστράτηγος  τῶν  οὐρανίων  ταγμάτων» έρχεται να  φέρει «σύνθεμα  φιλανθρωπίας».  Το  μυστήριο  της  Ενανθρώπησης  εκφράζεται  συνήθως  με  οξυμωρικές  σειρές.  Ο  ποιητής  αναρωτιέται 

 «πῶς  ὁ  ὑψηλὸς  τοῖς  ταπεινοῖς  ἀγαπᾷ  συνεπάγεσθαι», πως ο Δεσπότης τον οποίο ο ολόκληρος  ουρανός και ο πύρινος θρόνος δεν μπορεί να χωρήσει, χωράει στην κτιστή μήτρα της Παρθένου, πως αυτός ο οποίος είναι «άνω» φρικτός, γίνεται «κάτω» ορατός.

Η απάντηση σ’ όλα αυτά τα ανερμήνευτα ερωτήματα κατά το Ρωμανό, βρίσκεται  στην φιλάνθρωπη βούληση του Θεού.
Ο  τρίτος  οίκος  μας  προσφέρει  μία  πολύ  ενδιαφέρουσα  προεικόνιση της  Παρθένου  που  δέχεται  με  σωφροσύνη  τον  ασπασμό  του  Γαβριήλ. Ο Ρωμανός  βάζει  σε  αντίθεση  την  πύρινη,  «φλεγομὲνη  ἰδέα»  του  Αρχαγγέλου, με την  ταπεινή  παρουσία  της  Παρθένου,  κάτι  που  εμπνέει  αργότερα  και  την  εικονογραφική  παράδοση. Ο Ρωμανός μας δίνει μία μοναδική ερμηνεία της  συνάντησης και της συμπεριφοράς της Παρθένου μπροστά στον Αρχάγγελο,  λέγοντας ότι στην ακοή της αγγελίας «εὐθὺς ἐπὶ τὴν γῆν ἔκλινε τὴν κεφαλὴν καὶ  ἡσύχασε».  Το  τελευταίο  ρήμα  εκφράζει  την  ταπείνωση  της  Παρθένου  και  την υψηλή  πνευματικότητά  της  σ’ ένα μοναδικό τρόπο που χαρακτηρίζει την ρωμανική ποιητική τέχνη. Ο ποιητής δεν σταματάει εδώ αλλά αναλύει πιο βαθιά  τη  σοφή  έννοια  με  την  οποία  η  Παρθένος  δέχεται  τα  λόγια  του  αγγέλου, με  ειδική προσοχή ώστε να μήν πέσει στην απάτη της Εύας.
Ο Γαβριήλ προσπαθεί  να λύσει την απορία της Παρθένου προτείνοντάς της να πιστεύσει στο μυστήριο  τον ίδιο τρόπο που αυτός εμπιστεύτηκε το Θεό και ανέλαβε να το φέρει στην γή.
Γι’ αυτό, ο Αρχάγγελος της αποδεικνύει ότι δεν πρέπει να ταραχθεί από το λόγο  του, αφού αυτός είναι «σύνδουλος»  στην  οικονομία  του  Θεού, στην οποία  καλείται και η Μαρία να συμμετάσχει·

images (1)

«  μὴ  πτοοῦ  τὸν  λειτουργόν,  τὸν  πλαστουργὸν  γὰρ  <ἐγὼ> ἥκω φέρων  σοι∙…Τίκτεις τὸν Κύριον∙ τί πτοεῖσαι τὸν σύνδουλον;»

Η  ποιητική  διμιουργικότητα  του  Ρωμανού  αναπτύσσει  στους  ε′ και ς′ οίκους  το  διάλογο  της  ευαγγελικής  περικοπής.
Η  Παρθένος  αποκτά  μία  δραματική  δύναμη  που  εκφράζεται  με  συνδυασμούς,  με  ερωτήσεις, με φόβο, σ’  έκπληξη μπροστά στο γεγονός. Εάν η αποστολή του Γαβριήλ είναι από το Θεό,  δεν εξηγείται η άγνοιά του ότι η Παρθένος «ἐσφράγισται» και επομένως δεν  μπορεί να συλλήψει και να γεννήσει κατά τη τάξη της ανθρώπινης φύσης.
Ο Ρωμανός είναι πιστός στις ευαγγελικές πηγές, αλλά διακοσμεί την διήγηση με την προσωπική του αντίληψη του γεγονότος. Οι πρωταγωνιστές του  συμπεριφέρονται  μ’  έναν  πολυσύνθετο  ανθρώπινο  τρόπο.
Αν  και  Αρχάγγελος, και λειτουργός των θείων ταγμάτων, ο Γαβριήλ προσεγγίζεται στην ανθρώπινη  αδυναμία.  Απορεί  πως  να  πείσει  την  Παρθένο  για  το  μεγαλείο  του  μυστηρίου,  χωρίς να επαναλάβει την εμπειρία του Ζαχαρία, που δεν πίστευσε αρχικά στην ακοή της ευαγγελίας ότι η Ελισάβετ θα γεννήσει. Ο Αρχάγγελος έχει τo δύσκολo  στόχο να κηρύξει  ένα  ακατάληπτο  μυστήριο,  αλλά  καταλαβαίνει  και  το  υψηλό επίπεδο της παρθενικής αγιότητας της Μαρίας·
«…ἀλλ’ ὡς πρὶν ἐν τῷ ναῷ νῦν ἐν τῷ οἴκῳ τῆς κόρης ἠπίστημαι∙ ἴσως ἐδίστασεν ἐκεῖ ὁ Ζαχαρίας,/ καὶ ἐνταῦθα ἡ Μαρία.
Ὅμως οὐ δύναμαι, οὐ τολμῶ ἀποφήνασθαι∙ οὐχ ἱκανῶ ταύτης δεσμεῦσαι φωνὴν ὡς τὴν τοῦ γέροντος∙ τότε ἴσχυσα καὶ ἐφίμωσα, νῦν δὲ τρέμων φθέγγομαι∙
Χαῖρε, νύμφη ἀνύμφευτε»

Η  πιό  συνηθισμένη  ποιητική  τέχνη  της  έκφρασης  της  θείας πραγματικότητας  που  δεν  μπορεί  να  κατανοηθεί  από  την  ανθρώπινη διάνοια,  είναι η χρήση των συμβολισμών, που περιγράφουν εν μέρει το μυστήριο, αλλά  δεν  το  εξαντλούν. Προκειμένου να εκφράσει το μυστήριο της ασπόρου  σύλληψης, ο Ρωμανός συγκρίνει την μήτρα της Παρθένου με τη θάλασσα που  έγινε  πάλιν  θάλασσα  μετά  από  τη  διάβαση  του  Ισραήλ. Η χρήση αυτού του  συμβολισμού  είναι  για  το  Ρωμανό  μία  δυνατότητα  να  τονίσει  το  δόγμα  της  αειπαρθενίας·

«Πῶς τῷ λαῷ θάλασσα ὤφθη ξηρά, πάλιν δὲ θάλασσα;/ Οὕτως γίνεται καὶ ἡ μήτρα σου»

Ο Ρωμανός υπογραμμίζει ότι η Παναγία γώριζε τις Aγίες Γραφές και την οικονομία  του  Θεού. Η ιστορία του Ισραήλ είναι απόδειξη συνεργασίας της  ελεύθερης  ανθρώπινης  βούλησης  και  του  Θεού.  Κάθε  θαύμα  μεσιτεύται. Ο  Μωϋσής έγινε μεσίτης της σωτηρίας του Ισραήλ και η Παρθένος ξέρει αυτόν τον  τρόπο  συνεργασίας  των  δύο  θελήσεων. Τη στιγμή του Ευαγγελισμού όμως, τα  λόγια του αρχαγγέλου προθέτουν ένα έργο που δεν μπορεί να μεσιτεύσει, αφού  ξεπερνάει  τα  ανθρώπινα  όρια·

 «…ἀλλὰ ἦν πρῶτος Μωσῆς, ἔπειτα  εὐχαὶ  καὶ ῥάβδος μεσάζουσα./ Νῦν δὲ εἰς μέσον οὐδέν, καὶ πῶς ἔσται τοῦτο/ ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω;  Ἡ  ἀναρότρευτος  ἄρουρα,  ἀγεώργητος/  δώσω  καρπὸν  μὴ  δεξαμένη  σπορὰν μηδὲ τὸν σπείραντα;

Η συγκατάθεση της Παρθένου στα ευαγγελιζόμενα ακολουθεί στο Ρωμανό την τριάδα · βούληση του Θεού ‐ ενοίκηση του Λόγου στην μήτρα της ‐  τήρηση της αειπαρθενίας·

 «φράσον ἃ βούλεται∙/ καὶ οἰκήσει μοι καὶ τηρήσει με,  ἵνα πᾶς τις λέξῃ μοι∙/ Χαῖρε νύμφη ἀνύμφευτε»

Η  δημιουργικότητα  του  Ρωμανού  εκφράζεται  πλήρως  στον  ιβ′  οίκο, που  μας προσφέρει έναν πρωτότυπο διάλογο μεταξύ της Παρθένου και του  μνηστήρα  Ιωσήφ. Η Μαρία «κατηγορεί» τον Ιωσήφ για την απουσία του στη  στιγμή που ο Αρχάγγελος της έδωσε τα ευαγγέλια, ως δώρα μαργαριτάρια για  τα αυτιά της·

«Ποῦ ἦς, σοφέ; Πῶς οὐκ ἐφύλαξας τὴν παρθενίαν μου;/ Ἦλθεν γάρ τις πτερωτὸς καὶ ἔδωκε μνῆστρα,/ Μαργαρίτας τοῖς ὠσί μου»

Ο Ρωμανός χρησιμοποιεί την προτύπωση και σ’ ένα από τα κοντάκια της Γέννησης, όπου η Παρθένος τραγουδάει στο βρέφος, που κάθεται στην αγκαλιά  της ως ένα μαργαριτάρι στο κογχύλι.  Η  ίδια  εικόνα  εκφράζεται  από  τον  άγιο  Ιωάννη  τον  Δαμασκηνό  στην  ομιλία  για  τη  Γέννηση  της  Θεοτόκου·

«Εὐφραινέσθω ὁ οὐρανὸς ἄνωθεν καὶ ἀγαλλιάσθω ἡ γῆ, σαλευθήτω ἡ τοῦ  κόσμου  θάλασσα.  Ἐν  αὐτῇ  γὰρ  κόγχος  γεννᾶται, ἥτις οὐρανόθεν ἐκ τῆς  ἀστραπῆς  τῆς  θεότητος  ἐν  γαστρὶ  ἕξει  καὶ  τέξεται  τὸν  πολύτιμον μαργαρίτην, Χριστόν, ἐξ ἧς ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης τὴν τῆς σαρκὸς πορφύραν περιβαλλόμενος,  τοῖς  αἰχμαλώτοις  ἐπιδημήσας  κηρύξει  ἄφεσιν»

Eπίσης,  στον  κανόνα  του  Ιωσήφ  στον  Ακάθιστο· «κόχλος, ἡ τὸν θεῖον μαργαρίτην προαγοῦσα, χαῖρε» και στις ομιλίες του Γρηγορίου Θαυματουργού
Το πιο έντονο στοιχείο του κοντακίου του Ευαγγελισμού είναι η τάση του ποιητή  να  τονίσει  την  αειπαρθενία  της  Θεοτόκου.  Αυτό  εξηγείται  πιθανότατα πρώτα απ’ όλα ανάλογα με το δογματικό πλαίσιο της εποχής του Ιουστινιανού και  της  προσπάθειας  ξεκαθάρισης  των  χριστολογικών  και  μαριολογικών συνοδικών  όρων.

«Ὁ Ἰωσὴφ ἕως καιροῦ τὴν σὺν αὐτῷ Μαρίαν οὐκ ἐγίνωσκεν,/ ἕως οὗ ἔτεκε σαφῶς τὸν τοῦ Θεοῦ λόγον∙/ ὅπερ ἦν καὶ ἐδηλώθη/ ἕως οὗ ἔτεκεν, ἀλλὰ  οὐδὲ  μετέπειτα∙/ἔμεινε  γὰρ  κεκαλυμμένη  αὐτὴ  καὶ  ὃν  ἔτεκεν, καὶ/ οὔτεἔγνωσται, οὔτε γνωσθήσεται ᾗ δικαίως λέξομεν/ Χαῖρε νύμφη ἀνύμφευτε»

Μία  άλλη  τυπολογική  αντιπροσώπευση  της  Παρθένου  που  βρίσκεται ειδικά στο κοντάκιο του Ευαγγελισμού εντοπίζεται στη σύγκριση της μήτρας της με την άφλεκτο βάτο. Η παρθενική μήτρα δηλαδή αντέχει τη φλόγα της θεότητας  του  Χριστού, χωρίς να κατακαεί. Αυτό το σύμβολο ήταν διαδεδομένο μέχρι την εποχή του Ρωμανού στον Εφραίμ το Σύρο. Αν και το έργο του Εφραίμ είναι  η  πιο  πρόωρη  πηγή  που  κάνει  την  εξίσωση,  στον  Ρωμανό  πρόκειται περαιτέρω για δύο μοναδικούς παραλληλισμούς που ελκύουν την προσοχή μας.
Αυτή είναι η συγκεκριμένη εξίσωση της βάτου όχι μόνο με την Παρθένο, αλλά  και με τη μήτρα της, και στη συνέχεια, με την αναφορά στο Μωϋσή που αφαιρεί τα  σανδάλιά  του  μπροστά  από  τη  φλεγόμενη  βάτο. Ο Ρωμανός μετατρέπει το συμβολισμό  στον  Ιωσήφ  που  αναρωτιέται  εάν, όπως το Μωυσή, πρέπει να  αφαιρέσει τα υποδήματά του μπροστά στον ανερμήνευτο μυστήριο. Αυτή η ανατροπή  του  παραλληλισμού  βάζει  το  Ρωμανό  σ’ ένα διαφορετικό και πιό  δημιουργικό  ποιητικό  πλάνο  από  τον  Εφραίμ  τον  Σύρο.  Το  απόσπασμα  του  Εφραίμ έχει την εξής εικόνα·
«Μεγάλη που μένει η έκπληξη, αγαπημένη μου,… πως μπόρεσε, σάρξ  ούσα, η Μητέρα της αγάπης τη φλόγα να φορέσει   και πώς έμεινε η φλόγα στο δροσερό οίκημα χωρίς να το κάψει!
Η ακανθώδης βάτος στο Χορέβ έφερε στη φλόγα της το Θεό   Και η Μαρία, στην παρθενία της έφερε το Χριστό
Ο Μωυσής διαμόρφωσε ένα σύμβολο, πώς είδε το Θεό μέσα στη φλόγα της  βάτου / Και οι Μάγοι συμπλήρωσαν το σύμβολο, βλέποντες τη φλόγα μέσα στα σπάργανα. / Με μια φωνή εκάλεσε ο Θεός από τη βάτο τον Μωυσή να βγάλει τα υποδήματά του…»
Και η προεικόνιση του Ρωμανού·

« Ὦ φαεινή φλόγα ὁρῶ καὶ ἀνθρακιὰν κυκλοῦσάν σε∙ διὰ τοῦτο, Μαριάμ, πλήττομαι∙ φύλαξόν με καὶ μὴ φλέξῃς με∙ κλίβανος πλήρης πυρὸς ἐγένετο ἄφνω/ ἡ πανάμεμπτος γαστήρ σου. Μὴ οὖν χωνεύσῃ με, δέομαι,  ἀλλὰ  φεῖσαί  μου∙/  θέλεις  κἀγὼ  λύσω, ὡς πάλαι Μωσῆς,  τὰ  ὑποδήματα,/ καὶ ἐγγίσω σοι, καὶ ἀκούσω σου, καὶ μαθὼν λαλήσω σοι∙/ Χαῖρε νύμφη ἀνύμφευτε;»

Στον  ιστ′ οίκο ο Ρωμανός εισάγει μία άλλη λεπτομέρεια που λείπει στο ευαγγέλιο του Λουκά. Η Παναγία μαρτυρεί ότι ο Γαβριήλ 

«ἐπέστη…τῶν θυρῶν  κεκλεισμένων», ώστε να αποδείξει το μεγαλείο του θαύματος και τη θεική αποστολή  του  Αρχαγγέλου. Ο Ρωμανός αγαπά την οξύμωρο έκφραση ως ποιητικό  μέσον. Η πύρινη εμφάνιση του αρχαγγέλου δροσίζει τη διάνοια της Παρθένου με τα λόγια του· «φλόγινον ὅλον, δροσινά λαλοῦντά μοι»

Ένας  προβληματισμός του Ρωμανού συγκεκριμένα με την σύλληψη  του  Λόγου  βρίσκεται  στον  τονισμό  της  ατρέπτως  σάρκωσής  Του. Επομένως, αν και  ο  Λόγος  δέχθηκε  να  γεννηθεί  από  την  Παρθένο  και  να  γίνει  άνθρωπος, έμεινε εξολοκλήρου τέλειος Θεός και δεν αποχωρίσθηκε από τους κόλπους του Πατέρα  Του


«Ὕμνησον  οὖν  Χριστόν, ὦ Μαριάμ, τὸν καὶ κάτω σοι κόλποις φερόμενον καὶ ἄνω <τῷ> πατρὶ συγκαθήμενον»


Σχετικά με την ποιητική τέχνη και τον τρόπο σύνθεσης, το κοντάκιο στον Ευαγγελισμό  φαίνεται  κάπως  παράδοξο.  Τελειώνει  απότομα,  μετά  από  ιη′ οίκους,  χωρίς  τα  συνηθισμένα  ρωμανικά  στοιχεία·  το  συμπέρασμα  και  τελική προσευχή  ὴ  δοξολογία  πρός  τη  Θεοτόκο.  Το  τέλος  του  κοντακίου  εκφράζει  την τάση του Ιωσήφ να κρύψει την Παρθένο, ώστε να ολοκληρωθεί η οικονομία του Θεού μακρυά από την απιστία και την πονηρία του λαού του Ισραήλ.


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...