Sunday, 2 March 2014

When People Don’t Forgive...

There are people who insist on holding on to resentment, often inventing situations in their minds that never happened, justifying their bad behavior, and putting the blame on others. They see themselves as the abused party, always quick to take offense. Rarely are they able to have healthy relationships, for they are in reality, the abusers. Their world centers around them, and any attempt by others to appease them, only contributes to the anti-social behavior.

Such behavior betrays a deep spiritual and psychological illness, one that is not easily healed. Such people feel empowered by making other people uncomfortable, and normal attempts at rapprochement often end in failure, for such people are always looking for ways to continue their control over others. Their illness is difficult to heal, for their pride and deep seated sense of superiority makes repentance difficult, for they simply don’t see themselves as having a problem.

The cure for the illness of the soul is to be found in the life of the Church, where Her sacred mysteries (the sacraments), Her scriptures, and Her divine services, are the source for the healing that the heart so craves. Forgiveness Sunday Vespers is but one of the sources that can begin the process of healing, for it is during this service that the faithful, one by one, speak the words, “Please forgive me for any hurt or offense I have cause you in any way”.

The response, “God forgives. Please forgive me for any hurt or offense I have cause you in any way”, exemplifies the Church’s teaching that we can only forgive others if we have Christ in us, for it is Christ Who gives us the power to forgive. Since God forgives us, we, too, can forgive.

One of the Desert Fathers tells us of a young monk who came to his elder, complaining that he’d been wronged by one of his brothers, and following the holy tradition of the desert, had gone to the one who had wronged him, asking for forgiveness. The erring brother refused, so the wronged brother wanted to know what he should do in response. The elder told the young monk that he had walked away justified in the eyes of God, and that there was nothing left for him to do, except to pray for his erring brother.

This true story from the Desert Fathers makes clear that we must always be quick to forgive others, even if they were at fault, not remembering the wrong done to us, nor depend on the other cooperating in the reconciliation. Their repentance is not required, for we will be held accountable only for our own response. Before God, we will be justified.

When another person refuses to accept our heartfelt apology, we must be willing to let it be, and walk away, knowing that we’ve done our part. Abusive people such as these, can, if we let them, prevent us from living our own life in Christ, for they keep our focus away from the forgiveness that comes from Christ. When we walk away from such negative people, we walk away having forgiven them, and we commit ourselves to praying for their repentance. There is nothing more we can do.

Keeping our focus on Christ, we do not react, do not resent, and do not lose our inner peace. The sickness that is at the basis of controlling, abusive people, must not be allowed to take away from the inner joy and peace that comes from our personal relationship with Christ.

For your own soul’s sake, and for the soul of the abuser, continue to pray for them, but go your own way, “And the peace of God, which passeth all understanding, shall keep your hearts and minds through Christ Jesus (Philippians 4:7).”

By Fr. Tryphon, Abbot of All-Merciful Savior Monastery

This article originally appeared in The Morning Offering on February 28, 2012 and was posted here with permission.

Καθαρά Δευτέρα και Μεγάλη Τεσσαρακοστή

Με την Καθαρά Δευτέρα ξεκινά η Σαρακοστή για την Ορθόδοξη εκκλησία, ενώ ταυτόχρονα σημάνει το τέλος των Απόκρεω. Η Καθαρά Δευτέρα ονομάστηκε έτσι γιατί οι Χριστιανοί «καθαρίζονταν» πνευματικά και σωματικά. Είναι μέρα νηστείας αλλά και μέρα αργίας για τους Χριστιανούς.
Την Καθαρά Δευτέρα συνηθίζεται να τρώγεται λαγάνα (άζυμο ψωμί που παρασκευάζεται μόνο εκείνη τη μέρα), και άλλα νηστίσιμα φαγώσιμα, κυρίως λαχανικά, όπως και φασολάδα χωρίς λάδι. Επίσης συνηθίζεται το πέταγμα χαρταετού. Η Καθαρά Δευτέρα εορτάζεται 48 ημέρες πριν την Κυριακή του Πάσχα.
Η μεγαλύτερη και ή πιο αυστηρή περίοδος νηστείας είναι αυτή που ξεκινάμε από σήμερα, Καθαρά Δευτέρα και τελειώνει την Κυριακή του Πάσχα. Σύμφωνα με τους Κανόνες της Εκκλησίας μας επιβάλλεται να νηστεύουμε το λάδι όλες τις ήμερες, πλην Σαββάτου και Κυριακής. Αν ορισμένοι τώρα τρώνε λάδι και άλλες ήμερες (Δευτέρα, Τρίτη, Πέμπτη), αυτό θα πρέπει να γίνεται μόνο για λόγους αδυναμίας («δι' ασθένειαν σωματικήν») και ύστερα από έγκριση του Πνευματικού τους. Κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής καταλύουμε: Ψάρι κατά την εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, οποία μέρα κι αν τύχει, και την Κυριακή των Βαΐων. Λάδι των αγίων Τεσσαράκοντα μαρτύρων (9 Μαρτίου) και κατά την εορτή της Συνάξεως του αρχαγγέλου Γαβριήλ (26 Μαρτίου). Φτάσαμε λοιπόν στην Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Και ή περίοδος αυτή, είναι μία ιερή περίοδος πνευματικών αγώνων, μετανοίας και νηστείας.

Γιατί να νηστεύουμε;
Ασφαλώς όχι για να φανούμε στους ανθρώπους, ότι νηστεύουμε. Ο Κύριος μας, πριν αρχίσει τη δημόσια δράση του, νήστεψε σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες. Η νηστεία αυτή πού έκανε, έδωσε αφορμή στον Σατανά για να τον πειράξει. Παρόμοια και μας, ας ετοιμαζώμαστε και ας προγυμναζόμαστε στους αγώνες εναντίον των πνευματικών αντιπάλων. Σε μία αμφίβολη πολεμική συμπλοκή, τονίζει ο Μ. Βασίλειος, ή παρουσία συμμάχου στο πλευρό ενός εμπολέμου, προκαλεί την ήττα του άλλου. Το πνεύμα και ή σάρκα βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση. Με ποιόν θα συμμαχήσεις;
Αν συμμαχήσεις με τη σάρκα θα εξασθένηση το πνεύμα. Ενώ αν συμμαχήσεις με το πνεύμα θα υποδούλωσης τη σάρκα. Εφ' όσον λοιπόν θέλεις να ισχυροποίησης το πνεύμα σου, δάμασε τη σάρκα με τη νηστεία. Με τη νηστεία δείχνουμε τον σεβασμό και την υπακοή στον Δημιουργό και Κύριο μας. Γιατί ή πρώτη εντολή πού έδωσε στους πρωτοπλάστους, τον Αδάμ και την Εύα, ήταν εντολή νηστείας.
Μέσα στον αληθινό σκοπό της νηστείας υπάρχει ή αγάπη. Η αγάπη μας πρώτα-πρώτα για τον Χριστό. Γιατί τηρούμε το λόγο πού μας είπε: «Όταν απαρθή ο νυμφίος, τότε (οι μαθηταί μου) νηστεύσουσι» (Ματθ. θ΄ 15). Ο άγιος Μάξιμος ο ομολογητής σημειώνει: «Όποιος αγαπά τον Θεό, ζει αγγελικό βίο στη γη. Γι αυτό νηστεύει και αγρυπνεί, ψάλλει και προσεύχεται και πάντοτε σκέπτεται καλά για όλους τους ανθρώπους». Αλλά νηστεύουμε από αγάπη για τούς φτωχούς, τούς ελαχίστους αδελφούς του Χριστού μας.
Δεν τρώμε κρέας σαράντα μέρες π.χ. αλλά απλούστερα φαγητά και τα χρήματα πού εξοικονομούμε τα δίνουμε σε μία φτωχή οικογένεια. Ακόμα νηστεύουμε γιατί διδαχθήκαμε από τον Κύριο μας ότι: «Τούτο το γένος (των δαιμονίων) ουκ εκπορεύεται εί μή εν προσευχή και νηστεία» (Ματθ. ιζ΄ 21). Η νηστεία λοιπόν διώχνει τα δαιμόνια των παθών πού κυριεύουν και πολεμούν τη σάρκα μας και μολύνουν την ψυχή μας. Είναι για μας η νηστεία όπλο και φάρμακο.

Είναι πράγματι και πολύτιμο φάρμακο η νηστεία, γιατί προφυλάσσει και θεραπεύει την αρρώστια της ψυχής και του σώματος. Η γαστριμαργία, η καταστρεπτική αυτή πολυφαγία, αποχαυνώνει τον άνθρωπο και βλάπτει ανεπανόρθωτα την υγεία του. Η νηστεία, λοιπόν, είναι ένα από τα μέσα, για να κατασιγάσουν τα πάθη. Επειδή υποβάλλει σε εκούσιες στερήσεις δοκιμάζει την ηθική δύναμη και δαμάζει τα άτακτα σκιρτήματα της σάρκας. Ο απόστολος Παύλος κάνει λόγο για τη χαλιναγώγηση του σώματος και των επιθυμιών. «Υποπιάζω μου το σώμα και δουλαγωγώ μήπως άλλοις κηρύξας, αυτός αδόκιμος γένομαι» (Α΄ Κορινθ. θ΄ 27). Γυμνάζω, λέει, το σώμα μου και το υποβάλλω σε στερήσεις, μήπως και άλλοι, στους οποίους εκήρυξα, βραβευθούν και εγώ αποδοκιμασθώ.
Πόσο ρεαλιστική και βαθιά ψυχολογημένη και η παρατήρηση ενός ασκητού, πού έζησε τον πέμπτο αιώνα: «Θα ρωτήσει κανείς από αυτούς, πού βαριούνται τη νηστεία: Είναι αμαρτία η χρησιμοποίηση της τροφής; Ασφαλώς όχι. Η τροφή δεν είναι αμαρτία. Η αμαρτία μπορεί να έλθει σαν επακόλουθο τής τροφής». Η νηστεία άλλωστε έχει ένα πλατύ περιεχόμενο. Η Εκκλησία μας δεν την στενεύει μονάχα στην τροφή. Την βλέπει με ευρύτητα θαυμαστή.
Σ' αυτό το σημείο ιδιαίτερα επιμένει ο λόγος τού Θεού και η πατερική σοφία και φρόνηση. Η νηστεία δεν πρέπει να είναι ένας ξηρός τύπος. Είναι προπάντων διάθεση ψυχής.
Συνδυάζεται πάντα με τις άλλες αρετές, την εγκράτεια, την προσευχή, την μετάνοια. «Τιμή γάρ νηστείας ουχί σιτίων αποχή, αλλά αμαρτημάτων αναχώρησις», τονίζει ο ιερός Χρυσόστομος.
Σε τίποτα, λοιπόν, δεν μας ωφελεί αν δεν είναι έκφραση ειλικρινούς μετανοίας. Ίσα - ίσα μπορεί να μας παραπλανά και να μας δημιουργεί την ψευδαίσθηση τής πνευματικής αυτάρκειας. Μας το υπογραμμίζει τόσο καθαρά ο Θεός με το στόμα τού προφήτη Ησαΐα: «Τη νηστεία και την αργία και τις γιορτές σας τις μισεί η ψυχή μου... εφ' όσον δεν συνοδεύονται με μετάνοια, ειλικρίνεια, αγάπη και δικαιοσύνη...»
Επομένως η νηστεία, ως πνευματικός αγώνας, ως αυτοκυριαρχία, ως εγκράτεια, ως άσκηση, πρέπει να είναι καθημερινό μας μέλημα. Όχι μόνο υπόθεση Σαρακοστής, αλλά ρυθμιστής ζωής.

Καλή Δύναμη, καλό στάδιο και καλό υπόλοιπο Μεγάλης Τεσσαρακοστής

Ἡ διαφορά τῆς Θεϊκῆς ἀπό τίς ἀνθρώπινες ἀγάπες.

(ἀπομαγνητοφωνημένο ἀπόσπασμα ἀπό ὁμιλία    τοῦ Ἱερομονάχου Σάββα Ἁγιορείτη)

Ἡ διαφορά τῆς Θεϊκῆς ἀπό τίς ἀνθρώπινες ἀγάπες.
«Θά δεῖτε τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ καί θά γνωρίσετε τόν οὐράνιο δημιουργό. Καί ἡ ψυχή σας δέν θά γνωρίσει κορεσμό στήν ἀγάπη».
Οἱ ἀνθρώπινες ἀγάπες καί οἱ ἔρωτες ἔχουνε κορεσμό. Κάποια στιγμή ὅσοι εἶχαν πιαστεῖ στά δίχτυα των ὁμολογοῦνε: «βαρέθηκα». Ἐπίσης φοβοῦνται κάπως οἱ ἄνθρωποι καί λένε: «Θά παντρευτῶ καί θά περάσω τόσα χρόνια συνέχεια μέ τόν ἴδιο ἄνθρωπο;(!) Δέν θά βαρεθῶ;».
Ὡς ἐπακόλουθο αὐτοῦ λένε: «Νά παντρευτοῦμε πιό μεγάλοι (σέ πιό προχωρημένη ἡλικία) γιά νά μήν βαρεθοῦμε» καί...κάτι τέτοιες θεωρίες. Ἀλλά αὐτά εἶναι, θά λέγαμε, γελοῖα, ἀνόητα πράγματα.
-Διότι οἱ ἄνθρωποι πού τά λένε αὐτά δέν γνωρίζουν τόν σκοπό τοῦ γάμου. Δέν ἔχουν καταλάβει ὅτι αὐτή ἡ ἀρχική σαρκική ἀγά­πη, ἤ ἀκόμη καί ἡ ψυχική ἀγάπη, πού τούς ἕνωσε, (αὐτό, πού λέμε ἔρωτας), πρέπει μέσα στό γάμο νά μετα­στραφεῖ, νά ὑπερβαθεῖ καί νά γίνει πνευματική ἀγάπη. Ὁπότε μετά ἡ ἕνωση εἶναι αἰώνια, εἶναι ἀδιάσπαστη, διότι εἶναι Ἁγιοπνευματική ἕνωση-ἀγάπη.
Τότε δέν βαριέσαι ποτέ πλέον τόν ἄλλον διότι αἰσθάνεσαι ὅτι ὁ ἄλλος εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ καί εἶναι ἕνα μαζί σου. Σέ συνδέει μέ τόν ἄλλον ὄχι ἡ σάρκα, οὔτε ἡ ψυχή, οὔτε τά κοινά σημεῖα τοῦ χαρακτήρα. Σέ συνδέει τό Ἅγιο Πνεῦμα καί ὁ σύνδεσμος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ἀδιάλυτος, ἀδιάλειπτος, ἀκατάλυτος καί αἰώνιος.
Νά λοιπόν τί πρέπει νά προσπαθοῦν οἱ ἄνθρωποι, πού θέλουν νά συνδεθοῦν μεταξύ τους: νά ἀποκτήσουν τό Ἅγιο Πνεῦμα, τό Ὁποῖο θά τούς ἑνώσει γιά πάντα. Ἡ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἀγάπη πλέον δέν κουράζει, οὔτε κορέννυται, οὔτε τήν βαριέται κανείς. Ἐνῷ τίς ἡδονές τίς σαρκικές ἔρχεται κάποια στιγμή πού οἱ ἄνθρωποι τίς βαριοῦνται.
Γιά αὐτό καί οἱ φιλή­δονοι ἄνθρωποι, πού εἶναι παραδομένοι στίς σαρκικές ἡδονές, θέλουν συνεχῶς νά ἀλλάζουνε τρόπο ἱκανοποίησης τοῦ πάθους τῆς φιληδονίας τους. Προχωροῦν σέ διαστροφές, σέ πολύ ἄσχημα πράγματα καί πάλι ποτέ δέν εἶναι ἱκανοποιημένοι.
Αὐτό εἶναι ἀκριβῶς τό στοιχεῖο τό διακριτικό, τό χαρακτηρι­στι­­κό τῆς σαρκικῆς ἡδονῆς: φέρνει κόρο, τήν βαριέται ὁ ἄνθρω­πος καί συνάμα νιώθει ἄδειος. Ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου ἔχει ἔνα ἄπειρο βάθος, ἔχει τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ . Γι’ αὐτό καί ἀναζητάει τό ἀπόλυτο, ἀναζητάει τόν Θεό. Δέν μπορεῖ νά γεμίσει μέ φτηνά, πρόσκαιρα, σαρκικά, γήινα πράγματα. Γεμίζει μόνον μέ τόν ἄπειρο Θεό.
Τό Ἅγιο Πνεῦμα μᾶς διδάσκει τί εἶναι ἡ ἀγάπη
«Κανένας δέν γνωρίζει ἀπό μόνος του ΤΙ εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἄν δέν τόν διδάξει τό Ἅγιο Πνεῦμα»1. Νά τώρα τόση ὥρα μιλᾶ­με γιά τόν Θεό, γιά τήν ἀγάπη πού μᾶς ἔχει ὁ Θεός...Τήν καταλάβαμε; Δέν τήν καταλάβαμε. Δέν μποροῦμε νά τήν καταλάβουμε ἐγκε­φα­λικά.
Κάποια στοιχεῖα λέμε... τήν περιγράφουμε κάπως, ἀλλά γιά νά τήν καταλάβουμε, νά τήν ζήσουμε, νά τήν νοιώσουμε, θά πρέπει νά μᾶς τήν διδάξει τό Ἅγιο Πνεῦμα. Και τήν διδάσκει τό Ἅγιο Πνεῦμα σ’ αὐτούς τούς ἀνθρώπους, πού θέλουνε νά ἀκούσουνε τήν διδαχή του. Σ’ αὐτούς πού, ὅπως εἴπαμε, μετανοοῦνε, πού προσεύχονται, πού μελετοῦν τόν Λόγο τοῦ Θεοῦ, πού ἐκκλησιάζονται.
«Στήν Ἐκκλησία μας ὅμως ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι γνωστή μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα. Γι’ αὐτό μιλᾶμε γιά αὐτήν»2.
Πιστεύω ὅτι ὅλοι μας ἐδῷ, πού προσπαθοῦμε κάπως νά ζήσουμε πνευματικά, μέ τήν βοήθεια τοῦ πνευματικοῦ μας ὁδηγοῦ, ἔχουμε αἰσθανθεῖ κάποιες φορές τήν μεγάλη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.
Εἴτε σέ κάποια ὥρα τῆς Θείας λειτουργίας, εἴτε σέ κάποια ὥρα, πού κάναμε καλή προσευχή -σωστή προσευχή- εἴτε σέ κάποια ὥρα πού μελετούσαμε τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, αἰσθανθήκαμε τήν πνοή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Κάπως διαφορετικά ἄγγιξαν τήν ψυχή μας αὐτά, πού διαβάσαμε ἤ ἀκούσαμε ἐκείνη τήν στιγμή.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...