Thursday, 18 October 2012

Elder Ephraim Of Arizona(Philotheou)-Behind every test lurks the blessing of God

                                Elder Ephraim of Arizona

  Almost all attribute their conversion to some ordeal.
Sorrow is not nice. However, behind it, behind the pain, behind the sorrow, behind the test, lurks the blessing of God, the rebirth, the reforming of man, of family. Almost everyone attributes his/her conversion to some test. They believe everything goes well, then God takes their child, and then there is mourning, pain etc. Then comes the grace of God which overshadows them, making these people calm. They approach the Church, approach the confession, approach the priest. Thanks to that child they go to the Church. Their pain makes them to seek, to pray for repose, to request liturgies.
Pain relieves the heart and makes it receptive to the word of God, while earlier it was hard and unreceptive. For example, a man during his youthful exuberance thinks, "I am and no one else is". There go the degrees, the glories, the health, the beauty and everything else. However, when he is laid in bed sick, he thinks differently. Vanity of vanity, everything is vanity. I may die, he thinks. What is the benefit of all these and he starts to think differently. It is like a man approaching him and tells him, "read this book and check what it says". He hears a word of God and then he listens to it. And if you give him a book, his pain has already made his heart suitable and he opens the book and the Bible and reads it and thus starts the repose of man. And when he is healed, immediately then he stands up and lives carefully his life and does not live like before with pride and with the fantasy he had.
Sickness and sorrow is by and large medicine of the providence of God to bring man closer to Him and increase his virtue.
       The sickness and sorrow is by and large medicine of the providence of God to bring man closer to Him and increase his virtue. Job was the best man on earth but God wanted to make him even better. Before  he was tested, Job was not famous. As soon as he was tested and fought, struggled, crowned and became rich, after that began his glory to this day. His example is the most brilliant one and empowers every man that is being tested. If he was tested being a saint, so much more us who are sinners. The result was he was made holy and was given again years of life and blessed him doubly and thrice with what he had, thus becoming a bright example throughout the centuries and for him to relax and say: "As the Lord wished so it happened. May the name of the Lord be blessed". He lowers his head and says: "God gave and God took" And even if He took my child, hasn't God given him to me? He took it. Where is my child? In heaven? So what happens there? He reposes there.
       Behind every test lurks the will of God and the benefit which naturally he could not see at that time, but with time he will know the benefit. We have many such examples.
       Like also the Saints Andronicus and Athanasia. They were a couple. He was a jeweler of great wealth etc. Part of his profit from work was used to feed his family. Another part of his profit he gave to the poor and a third of his profit was lent to people who had no money, interest free. They had two happy daughters. One day both died from sickness. Both parents went to bury them. Athanasia, the unfortunate one, would cry inconsolably over their graves. So did Andronicus. With great pain he started for home. Poor Athanasia stayed behind to mourn over their graves. "My children" and "My children" she cried. The sun was setting and the cemetery was closing. In her sorrow she saw a monk coming to her and telling her: "Lady why are you crying?"
      How could I not cry Father?" (She thought he was the priest of the cemetery). "I buried both my children, my two angels, I laid them in their graves and I and my husband are left alone. We have no more freshness anymore.
       He tells her: "Your children are in paradise with the angels. They are in the joy and grace of God and you cry? Pity, and you are a Christian.
       "So they live my children? Are they angels?"
       Of course your children are angels"
       He was the Saint of that Church. Finally both Andronicus and Athanasia became monastics and were sanctified.

 Elder Ephraim, Abbot of the Holy Monastery of Philitheou.
Tested spiritual admonitions for receiving our spiritual health and salvation.
Publication, "Orthodox Kypseli" Thessalonica.

Πρέπει να φιλάμε το χέρι του παπά;

Πέθανε ο γέροντας ιερέας σας. Στη θέση του ήρθε ένας νεαρός ιερέας, που μόλις αποφοίτησε από την ιερατική σχολή. Με χαρά φιλούσατε το χέρι του γέροντα ιερέα. Αλλά τώρα σας ήρθε ένας νεαρός! Πως να του φιλήσετε το χέρι αφού είναι πολύ νεότερός σας;
Θα σας διηγηθώ μια ιστορία για τον σέρβο βασιλιά Μίλος. Κάποτε θα λειτουργούσε ένας όχι ηλικιωμένος, αλλά πολύ νέος ιερέας. Ο γερο - βασιλιάς ήταν πολύ ευσεβής.

Η Θεία Λειτουργία δεν άρχιζε, αν δεν είχε ακόμη πάει και αυτός στην Εκκλησία. Και όταν επήγε, στάθηκε στη μέση στο θρόνο του, και προσευχόταν όπως όλοι.
Όταν τελείωσε η Λειτουργία, ο βασιλιάς πήγε να φιλήσει το χέρι του παπά και να πάρει αντίδωρο. Μα εκείνος από σεβασμό έδωσε το αντίδωρο, και τράβηξε γρήγορα το χέρι του, για να μην το φιλήσει ο γερο – βασιλιάς. Τότε ο βασιλιάς Μίλος τον κοίταξε αυστηρά και του είπε:
-Δος μου το χέρι σου. Δεν φιλάω το δικό σου χέρι, πάτερ. Την ιερωσύνη σου προσκυνώ, που είναι πιο μεγάλη και από μένα και από σένα!
Τώρα το καταλαβαίνεις το νόημα. Ο γερο – βασιλιάς μίλησε στην εκκλησία θεόπνευστα.
 Ο ιερέας σας μπορεί να είναι μόλις 25 χρονών. Μα η ιερωσύνη του είναι από καταβολής κόσμου. Όταν λοιπόν του ασπάζεσθε το χέρι, προσκυνάτε την ιερωσύνη του, που φθάνει διαδοχικά από τον Χριστό και τους Αποστόλους μέχρι τον ιερέα σας. Όταν φιλάτε το χέρι του παπά σας, φιλάτε ολόκληρη την αλυσίδα των Οσίων και αγίων ιερέων και Ιεραρχών, από τους Αποστόλους μέχρι σήμερα.
Ασπάζασθε και προσκυνάτε τον Άγιο Ιγνάτιο τον Θεοφόρο, τον άγιο Νικόλαο, τον άγιο Βασίλειο, τον άγιο Σάββα και “όλους τους επιγείους αγγέλους και ουρανίους ανθρώπους”, που όταν ήταν στη γη εκοσμούσαν την Εκκλησία και τώρα στολίζουν τον ουρανό!
Το φίλημα που κάνουμε στο χέρι του παπά δεν είναι φίλημα φυσικό. Είναι φίλημα άγιον, όπως γράφει στους Κορινθίους ο Απόστολος Παύλος.
 Να το ασπάζεσθε λοιπόν το χέρι του ιερέα που σας ευλογεί. Είναι ευλογημένο από τον Θεό. Με τη χάρη της ιερωσύνης. Με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος.
 Να το φιλάτε το χέρι του ιερέα σας. Όσο νέος και αν είναι. Και να τον ακούτε.

Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς

Αγ. Ιωάννου της Κρονστάνδης-Όσο ζεις, φρόντιζε να παρακολουθείς την καρδιά σου.

Πολλοί είναι εκείνοι που δεν προσεύχονται. Τους φαίνεται, λένε, πως δεν έλαβαν καμιά δωρεά από το Θεό όταν προσευχήθηκαν. Την προσευχή τη λογαριάζουν περιττή. Λένε ακόμα πως ο Θεός τα γνωρίζει όλα, δεν έχει ανάγκη να του θυμίσουμε εμείς τι χρειαζόμαστε. Ξεχνούν όμως ότι ο Κύριος είπε: «Αιτείτε και δοθήσεται υμίν, ζητείτε, και ευρήσετε, κρούετε, και ανοιγήσεται υμίν» (Ματθ, ζ’ 7). Οι προσευχές μας είναι απαραίτητες για να μας στερεώσουν στην πίστη. Και χωρίς πίστη δεν μπορούμε να σωθούμε. «Τη γαρ χάριτι εστέ σεσωσμένοι διά της πίστεως» (Εφεσ. β’ 8), είπε ο απόστολος Παύλος. Κι ο Κύριος είπε στη Χαναναία: «Ω, γύναι, μεγάλη σου η πίστις! γενηθήτω σοι ως θέλεις» (Ματθ. ιε’ 28). Γι’ αυτό το λόγο ο Κύριος άφησε τη Χαναναία να προσευχηθεί επίμονα, για να ξυπνήσει μέσα της την πίστη, να τη δυναμώσει. Αυτοί που δεν προσεύχονται δεν βλέπουν κάτι που είναι πολύ απλό· πως τους λείπει η πίστη, που είναι η πιο ανεκτίμητη κληρονομιά του χριστιανού, απαραίτητη όσο κι η ίδια η ζωή. Δεν καταλαβαίνουν ότι με την απιστία τους κατηγορούν ως ψεύτη τον ίδιο το Θεό (πρβλ. Α’ Ιωάν. α’ 10), ότι έτσι γίνονται τέκνα του διαβόλου, ανάξια να δεχτούν τις δωρεές του Θεού και οδηγούνται σίγουρα στον όλεθρο.
Την ώρα της προσευχής η καρδιά μας πρέπει να φλέγεται από την επιθυμία των πνευματικών χαρισμάτων κι από αγάπη για το Θεό. Πρέπει να έχουμε ζωηρά στο νου μας το μέγα Του έλεος προς το ανθρώπινο γένος, πως ο Θεός είναι πάντα έτοιμος ν’ ακούσει με πατρική αγάπη όλες τις προσευχές μας. «Ει ουν υμείς, πονηροί όντες, οίδατε δόματα αγαθά διδόναι τοις τέκνοις υμών, πόσω μάλλον ο πατήρ υμών ο εν τοις ουρανοίς δώσει αγαθά τοις αιτούσιν αυτόν;» (Ματθ. ζ’ 11).
Ο Θεός είναι η αιώνια Αλήθεια. Δεν ανέχεται από μας ν’ αμφιβάλλουμε στην αλήθειά Του ούτε για μια στιγμή. Ο Θεός είναι το αιώνιο έλεος, θέλει «πάντας ανθρώπους σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α’ Τιμοθ. β’ 4). Εμείς, τα παιδιά του Φιλεύσπλαχνου Θεού, έχουμε την υποχρέωση να επιθυμούμε μ’ όλη μας την καρδιά τη σωτηρία όλων των ανθρώπων, ακόμα και των εχθρών μας. Και πρέπει να φροντίζουμε και ν’ αγωνιζόμαστε γι’ αυτό.
Όσο ζεις, φρόντιζε να παρακολουθείς την καρδιά σου. Να την ερευνάς, να την ακούς και να ψάχνεις να βρεις τι είναι αυτό που την εμποδίζει για να ενωθεί με τον Υπερευλογημένο Κύριο. Αυτό να το λογαριάσεις σαν την επιστήμη που είναι πάνω από κάθε επιστήμη. Και με τη βοήθεια του Θεού θα διαπιστώσεις εύκολα τι σε αποξενώνει από το Θεό και τι σε προσεγγίζει και σε ενώνει μαζί Του. Εκείνο που στέκεται περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο ανάμεσα στις καρδιές μας και το Θεό, είναι το πονηρό πνεύμα. Ο διάβολος μας αποξενώνει από το Θεό με διάφορα πάθη, με τις επιθυμίες της σάρκας ή των οφθαλμών και με τη ματαιοδοξία του κόσμου.
Είναι υπέροχο το γεγονός ότι ο ίδιος ο Κύριος, ο δημιουργός όλης της κτίσης, ορατής και αόρατης, μεταβάλει τον άρτο και τον οίνο σε Σώμα και Αίμα. Στο δικό Του πάναγνο Σώμα και το δικό Του πάναγνο Αίμα. Με τον άρτο και τον οίνο ο Υιός του Θεού δεν ενσαρκώνεται ξανά. Μια φορά ενσαρκώθηκε, κι αυτή είναι αρκετή για τους αιώνες των αιώνων. Αλλά μετουσιώνεται σ’ αυτό το ίδιο το σώμα, το οποίο έλαβε κατά τη σάρκωσή Του, με τον ίδιο τρόπο που πολλαπλασίασε τους πέντε άρτους και έθρεψε χιλιάδες ανθρώπους.
Υπάρχουν πάρα πολλά μυστήρια στη φύση τα οποία δεν μπορεί να συλλάβει ο νους μου. Αν κι έχουν συγκεκριμένη μορφή, όμως υφίστανται μέσα στο μυστήριο. Το ίδιο γίνεται και με το μυστήριο του ζωοποιού σώματος και αίματος. Πώς το σώμα και το αίμα μεταμορφώνονται σε Σώμα και Αίμα του ίδιου του Κυρίου; Αυτό είναι ακατανόητο για μένα, όμως το μυστήριο υπάρχει.
Είμαι σκέτος πηλός. Ο δημιουργός μου έδωσε σάρκα και αίμα, μορφή και ψυχή. Ο Πάνσοφος και Παντοδύναμος Κύριος έχει απειράριθμα μυστήρια. Εγώ ο ίδιος είμαι ένα μυστήριο, σαν πλάσμα των χειρών Του. Για την ψυχή μου υπάρχει το Πνεύμα του Κυρίου- για την ψυχή και το σώμα μου υπάρχουν το Σώμα και το Αίμα Του.
Όπως η ψυχή φέρει το σώμα της, έτσι κι ο Θεός φέρει το σύμπαν ολόκληρο, όλους τους κόσμους, αφού ο ίδιος είναι άπειρα πιο αχανής απ’ αυτούς. Η ψυχή γεμίζει όλο το σώμα.
Το Πνεύμα του Κυρίου «πεπλήρωκε την οικουμένην» (Σοφ. Σολ. α’ 7). Μόνο που η ψυχή περιορίζεται στο σώμα, αν κι αυτό δεν είναι απόλυτο, μιας και μπορεί να γεννηθεί οπουδήποτε. Το Πνεύμα του Κυρίου δεν περιορίζεται από το σύμπαν, δεν εμπεριέχεται στον κόσμο, όπως η ψυχή στο σώμα.
Ο Χριστός οδηγείται στην καρδιά με την πίστη και κατοικεί εκεί με ειρήνη και χαρά. Δεν ειπώθηκε χωρίς λόγο πως ο Θεός «είναι Άγιος και αναπαύεται εν τοις αγίοις».
Δεν πρέπει να προσέχεις το κάλλος του ανθρώπινου προσώπου, αλλά την ψυχή. Δεν πρέπει ν’ ασχολείσαι με το ένδυμα του ανθρώπου (το σώμα είναι το προσωρινό ένδυμά του), αλλά με εκείνον που είναι ντυμένος μ’ αυτό. Μη θαυμάζεις τη μεγαλοπρέπεια του πύργου, αλλά δώσε προσοχή στον ένοικο που ζει εκεί, τι λογής άνθρωπος είναι. Βλέποντας διαφορετικά τον άνθρωπο, θα προσβάλλεις την εικόνα του Θεού. Θ’ απαξιώσεις το βασιλιά προσκυνώντας το δούλο, δε θα του απονείμεις ούτε την ελάχιστη τιμή που του αξίζει. Μην προσέχεις την εξωτερική ομορφιά του βιβλίου, αλλά το περιεχόμενό του. Διαφορετικά θα υποτιμήσεις το πνεύμα και θα εκθειάσεις τη σάρκα. Τα γράμματα κι η εμφάνιση του βιβλίου είναι η σάρκα· το περιεχόμενό του είναι το πνεύμα. Μη μαγεύεσαι από τους μελωδικούς ήχους ενός οργάνου ή μιας φωνής, αλλά από την επίδραση που ασκούν στην ψυχή, από τα λόγια του τραγουδιού. Να εκτιμήσεις το πνεύμα τους. Αν οι ήχοι προκαλούν στην ψυχή σου ειρήνη, σεμνότητα και αισθήματα ιερά, τότε άκουσέ τους, τάϊσε την ψυχή σου με τους ήχους αυτούς. Αν όμως διεγείρουν τα πάθη σου, τότε μην τους ακούς. Να εγκαταλείψεις τόσο τη σάρκα (τη μελωδία) όσο και το πνεύμα (τα λόγια) τέτοιας μουσικής.
Μέσα στην εγκόσμια ματαιότητα και το σκοτασμό της
σάρκας, ο εσωτερικός άνθρωπος νιώθει πιο ελεύθερος νωρίς το πρωί. Τότε δεν επηρεάζεται πολύ από τους πειρασμούς του πονηρού. Με το που ξυπνάει, αισθάνεται σαν το ψάρι που μερικές φορές πετάγεται παιχνιδιάρικα στην επιφάνεια του νερού. Την υπόλοιπη μέρα είναι σχεδόν ολόκληρη κλεισμένος σε αδιαπέραστο σκοτάδι. Τα μάτια του είναι καλυμμένα σαν με επίδεσμο, που τον αποστερεί από τη δυνατότητα να βλέπει την πραγματική κατάσταση των πραγμάτων, φυσικών και πνευματικών. Αυτές τις πρωινές ώρες κοίταξε να τις επωφεληθείς. Είναι οι ώρες μιας καινούργιας ζωής. Μιας ζωής που ανανεώθηκε μετά από έναν πρόσκαιρο ύπνο. Οι ώρες αυτές μας προϊδεάζουν κατά ένα μέρος για την κατάσταση στην οποία θα βρεθούμε όταν αναστηθούμε αναγεννημένοι το μεγάλο και παγκόσμιο εκείνο πρωινό της ανέσπερης μέρας της ανάστασης, ή όταν θ’ απαλλαγούμε από το φθαρτό σώμα μας.
Ακόμα και την ώρα της προσευχής ο άνθρωπος κατά κανόνα δεν είναι γιός της ελευθερίας, αλλά δούλος της ανάγκης και του καθήκοντος. Πρόσεξε κάποιους ανθρώπους που συμπαθείς, ακόμα και ιερείς. Πόσοι απ’ αυτούς προσεύχονται με ανοιχτή καρδιά, με ζωντανή πίστη κι αγάπη;
Την ώρα της προσευχής μερικές φορές υπάρχουν στιγμές που κυριαρχεί πνευματική αγωνία, μαύρο σκοτάδι νεκρικό, που προέρχεται από την απιστία. Γιατί η απιστία είναι σκοτάδι. Τέτοιες στιγμές μην αφήσεις την ψυχή σου σε απόγνωση. Θυμήσου ότι αν έχεις δεχτεί το θείο φώς, αυτό εξακολουθεί να λάμπει πάντα σαν αστραπή, με όλη τη μεγαλοσύνη του, στην Εκκλησία του Χριστού, στον ουρανό και τη γη, μα και στον υλικό κόσμο, όπου «η αΐδιος αυτού δύναμις και θειότης» (Ρωμ. α’ 20) είναι ορατή. Μη νομίζεις πως έχασες την αλήθεια, γιατί αλήθεια είναι ο ίδιος ο Θεός. Όλα όσα υπάρχουν στον κόσμο έχουν αιτία τους τον Κύριο, θεμελιώνονται σ’ Αυτόν. Η δική σου αδύναμη, αμαρτωλή και σκοτισμένη καρδιά είναι που εκπίπτει από την αλήθεια. Γιατί πολλές φορές δεν μπορεί ν’ αντέξει τη δύναμη που έχει το φως της αλήθειας, δεν είναι πάντα ικανή να δεχτεί την καθαρότητά του, παρά μόνο αν έχει καθαριστεί από τις αμαρτίες της.
Η αμαρτία είναι η πρώτη αιτία του πνευματικού σκότους. Κι αυτό μπορείς να το διαπιστώσεις στον ίδιο σου τον εαυτό. Όταν στην καρδιά σου κατοικεί το φως της πίστης, η αλήθεια του Θεού, τότε μόνο νιώθει ειρηνική, δυνατή και ζωντανή. Όταν όμως η πίστη υποχωρήσει, τότε η καρδιά σου γίνεται ανήσυχη, αδύνατη σαν ένα καλάμι που το φυσάει ο άνεμος, χωρίς ζωή. Μη δίνεις καμιά σημασία σ’ αυτό το σκότος του σατανά. Διώξε το μακριά από την καρδιά σου, κάνοντας το σημείο του ζωοποιού σταυρού!
Ακόμα κι αν όλη τη μέρα την πέρασες με πολλές ασχολίες και σκοτούρες, μη λυπηθείς τον εαυτό σου και αμελήσεις το ιερό έργο της προσευχής. Να κάνεις την προσευχή σου στο Θεό ως το τέλος με προθυμία, μ’ όλη σου την καρδιά, γιατί είναι ένα καθήκον που το οφείλεις στο Θεό. Όταν βάλεις το χέρι σου στο αλέτρι, μην κοιτάζεις πίσω (πρβλ. Λουκ. θ’ 62). Αν επιτρέψεις στον εαυτό σου να προσευχηθεί αδιάφορα κι απρόσεκτα κι όχι από την καρδιά σου, τότε μην κοιμηθείς προτού κλάψεις με δάκρυα μπροστά στο Θεό, ζητώντας Του να σε συγχωρήσει για την αμαρτία σου. Αυτό βέβαια δε γίνεται με όλους τους ανθρώπους, αλλά με τους πιο προχωρημένους στην πνευματική ζωή. Γι’ αυτό να προσέχεις, να μη βάζεις τη σάρκα σου πάνω από το Θεό. Για χάρη Του να περιφρονείς τη σωματική ξεκούραση.
(Αγ. Ιωάννου της Κρονστάνδης, «Η εν Χριστώ ζωή μου». Αθήνα 2003, σ. 31-36)

Απόγνωση, αποθάρρυνση και θάρρος

 Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστή

                                    (Μνήμη Αγίου Νήφωνος)
  Στην πνευματική μας πορεία, υπάρχει κάτι που είναι ο μεγαλύτερος σκόπελος. Και είναι τόσο πολύ σημαντικό, γιατί αυτό, εάν το προσέξη ο άνθρωπος, πολλά κερδίζει. Εάν όμως δεν το προσέξη, πολύ ζημιώνεται. Ο σκόπελος αυτός λέγεται αποθάρρυνσι, απογοήτευσι και ευρίσκεται μέσα στην πρακτική υφή της ζωής μας. Όπως και άλλες φορές είπαμε, οι αρχές και οι γραμμές βάσει των οποίων γίνεται το ξεκίνημά μας, είναι η ορθή πίστι και η αγαθή προαίρεσι. Η πρακτική όμως, η κατ’ ενέργεια, η ενεργοποιός μερίς του ανθρώπου, είναι εκείνη η οποία τον αποδεικνύει πιστό, δηλαδή επισφραγίζει την ομολογία του. Μέσα σε αυτή την πρακτική, ο άνθρωπος είτε προβιβάζεται και επιτυγχάνει, είτε υποβιβάζεται και χάνει. Το σημείο εκείνο το οποίο είναι τόσο επωφελές για μας, έγκειται σε τούτο, στο να μην χάνωμε το θάρρος μας, αλλά να συνεχίζωμε, παρ όλες τις δυσχέρειες και τις επιπλοκές που υπάρχουν μέσα στην ενεργητικότητα της πρακτικής. 
Η αμαρτία επιδιώκει να απατήση τον άνθρωπο, διότι η φύσι της, αν την ερευνήσωμε, είναι απάτη. Στην ουσία δεν υπάρχει κακό, αλλά το νόημα είναι που το μεταβάλλει. Επειδή ακριβώς μεταβαλλόμενη δια του νοήματος μία πράξι γίνεται ένοχη, εάν δεν καλυφθή από την πρόφασι της απάτης, δεν πλανάται ο νους του ανθρώπου. Όπως δεν είναι δυνατό να βαδίση κανείς στην καταστροφή του και στην απώλειά του, βλέποντας τον προκείμενο κίνδυνο. Για να αψηφά τον κίνδυνο, πρέπει αυτός να συγκαλυφθή με κάποιο τρόπο, ούτως ώστε να απατήση τον άνθρωπο και να πέση στην παγίδα. Αυτός είναι ο απατηλός τρόπος της προβολής της αμαρτίας, του κακού και με αυτό τον τρόπο συλλαμβάνεται ο άνθρωπος, ελέγχεται ως άπιστος και ότι οι υποσχέσεις του προς τον Θεό, πως θα τον αγαπά εξ όλης της ψυχής, είναι ψευδείς.
Ένας μεγάλος ισχυρός παράγων, ο οποίος είναι ο συντελεστής της επιτυχίας μας, είναι ακριβώς το να κρατήση ο άνθρωπος το θάρρος του. Μου εδόθη αφορμή από την βιογραφία του μεγάλου Πατρός μας Νήφωνος, Επισκόπου Κωνσταντιανής, που σήμερα εορτάζομε, ο οποίος πολλά έχει να μας διδάξη στο θέμα του θάρρους. Σε αυτό έχει ιδιαίτερη επίδοσι.
Καθένας από τους μεγάλους και κορυφαίους Πατέρας, έχει μία επίδοσι ιδιαίτερη, παρ’ όλο που όλοι έχουν φθάσει στο τέρμα της κατά άνθρωπο τελειότητας. Εν τούτοις κατά ένα ιδιαίτερο φυσικά τρόπο επέτυχαν περισσότερο σε ένα τομέα, τον οποίο και εκφράζουν. Ειδικά στο πρόσωπο αυτού του μεγάλου φωστήρος, ευρίσκεται ακριβώς αυτός ο παράγων του θάρρους.
Στην πραγματικότητα αποθάρρυνσι δεν υπάρχει, για τον εξής λόγο. Το εάν είμεθα πιστοί και ιδίως αν ακολουθούμε αυτό τον ιδιαίτερο δρόμο που οδηγεί -ανθρωπίνως - στην τελειότητα, δεν είναι αυτό τυχαίο, ούτε εξ ιδιαιτέρας μόνο προθέσεως. Οι περισσότεροι από μας ευρεθήκαμε στην ζωή αυτή καθαρώς από ένα θαυματουργικό τρόπο της επεμβάσεως της Χάριτος του Θεού. Αυτός μας οδήγησε, γιατί ακριβώς μας είχε προορίσει. Έχοντας επίγνωσι ότι είμεθα προσκεκλημένοι, προορισμένοι και δεδικαιωμένοι ήδη, δεν τίθεται πλέον θέμα αποθαρρύνσεως, δεν τίθεται θέμα ερεύνης και αμφιβολίας. Τώρα γεννάται το δεύτερο θέμα, το πρακτικότατο. Στην ώρα της ενεργείας της μάχης, ενδέχεται ο άνθρωπος να πέση.
Αλάνθαστος άνθρωπος δεν υπάρχει, και ιδίως όταν είναι ακόμα ατελής και εμπαθής. Πολλά πράγματα δεν τα γνωρίζει, πολλά πράγματα δεν δύναται. Αλλά και απειρία έχει και άνισο πόλεμο διεξάγει, διότι οι εχθροί μας είναι πνεύματα, δεν είναι όπως εμείς, σώματα, τα οποία υφίστανται, τρόπο τινά, διάφορες τροπές και αλλοιώσεις. Όλα αυτά και τα τόσα αλλά τα οποία άλλες φορές ερμηνεύσαμε, είναι εκείνα που μας προκαλούν ολισθήματα, αποτυχίες και γενικά λάθη.
Ο διάβολος, ο οποίος είναι πονηρός και γνωρίζει την σημασία της αποθαρρύνσεως πόσο είναι ισχυρά, δίδει το μεγαλύτερο βάρος εδώ, κατά την γνώμη των Πατέρων, στο να προκαλέση αποθάρρυνσι, μετά το λάθος του αγωνιστή. Να του κόψη το θάρρος, γιατί το θάρρος είναι όπως στο σώμα το κεφάλι, που είναι το κεντρικώτερο μέρος από το οποίο και εξαρτάται ολόκληρο το σώμα. ‘Ετσι και στην ενεργητικότητα του ανθρώπου- το μεγαλύτερο μέρος είναι ακριβώς το θάρρος, ο ζήλος, η ορμή, από όπου πηγάζει η ενέργεια.
Το θέμα της μετανοίας και της πρακτικής πίστεως δεν είναι αφηρημένο, είναι συγκεκριμένο. Πιστεύει κανείς και βαδίζει και όχι μόνο βαδίζει, αλλά εντατικά αγωνίζεται, επιμένει και κρούει, περιμένοντας ότι θα του ανοίξουν. Όταν όμως χάση το θάρρος; Τότε σταματά, δεν βαδίζει πλέον, ούτε κρούει, ούτε ζητεί, ούτε αιτεί και τρόπον τινά παραδίδεται άνευ όρων. Είναι πάρα πολύ μεγάλης σημασίας το θέμα του θάρρους, στο να το κρατή κανείς και να το ανακτά, όταν το βλέπη να κινδυνεύη και ποτέ να μην το προδίδη.
Η αμαρτία ποτέ δεν εμφανίζεται όπως είναι, γυμνή, αφηρημένη, γιατί εάν εμφανισθή έτσι, δεν απατά εύκολα τον νου του ανθρώπου, ώστε να αμαρτήση. Έρχεται κεκαλυμμένη από μια πρόφασι και με τον δόλο αυτό απατά τον άνθρωπο. Ξέροντάς το λοιπόν αυτό, ποτέ δεν προδίδομε το θάρρος μας υπό οποιανδήποτε μορφή και αν γλιστρήσωμε. Ακόμη, να πη κανείς, και στην πιο πρόδηλη αφορμή, που νομίζει ότι είναι απόλυτα υπαίτιος -αν ήθελα, δεν το πάθαινα-, και στην πιο προφανή ακόμα πρόφασι που εξ υπαιτιότητάς του ο άνθρωπος αμαρτάνει, δεν πρέπει να χάνη το θάρρος του, δηλαδή και εκεί που αμαρτάνει από ιδική του απροσεξία.
Στη βιογραφία αυτού του μεγάλου φωστήρας, είναι τόσο καταφανές αυτό το οποίο ακούσαμε στην ανάγνωσι, ώστε πράγματι προκαλεί σε όλους κατάπληξι. Στο πως, όχι απλώς σε παρεμπίπτουσες και λανθάνουσες καταστάσεις που του προκαλούσαν, τρόπο τινά, ήττα, αλλά και στις προφανέστερες, να μην υποχωρή και χάνη το θάρρος του. Ευρίσκαμε αυτό τον φωστήρα να μεγαλουργή και βλέπομε την ανταπόκρισι της Χάριτος του Θεού, στο πόσο εναγκαλίζεται και θεωρεί αθλητή αυτόν, ο οποίος, αν και ημαγμένος, δεν παραδίδεται. 
Και έτσι πρέπει. Διότι στην πραγματικότητα το γεγονός είναι ένα. Κάνει κάποιος μια έρευνα στον εαυτό του την ώρα που εγλίστρησε και έπεσε και συνετρίβη σταματά μια στιγμή και λέει· - Καλά, τώρα εγώ αρνήθηκα τον Θεό; Μέσα μου αλλοιώθηκε κάτι και απεφάσισα ότι θα παύσω να είμαι χριστιανός; Τώρα μέσα μου εγεννήθη κάτι, που με έπεισε ότι δεν πρέπει να πιστεύω στο Θεό, ούτε πρέπει να τον ακολουθώ; Μη γένοιτο κάτι τέτοιο. Ούτε ως σκέψι δεν είναι δυνατό να ευρέθη μέσα μου αυτό. Μάλλον καραδοκώ και αναμένω να με αξίωση η Χάρις Του, ακόμα και να αποθάνω. Όχι μόνο να αγωνίζομαι, αλλά, εάν δοθή αφορμή, να αποθάνω μόνο για την ιδική Του ομολογία. Αυτό δεν αλλοιώθηκε μέσα μου ποτέ, δεν άλλαξε πως λοιπόν τώρα, επειδή εγλίστρησα, αποθαρρύνομαι και προδίδω την αγάπη του Θεού; Απάτη είναι. Ήταν μεγάλο το τραύμα, ήταν μεγάλο το γλίστρημα. Μέσα στα μυστήρια του τρόπου της ενεργείας της Χάριτος έγινε, τρόπον τινά, αυτός ο πρακτικός τρόπος, που αυτή την ώρα δεν ερευνώ. Φυσικά λαμβάνοντας τη μομφή επάνω μου και ξέροντας ότι εξ υπαιτιότητός μου απεσύρθη η Χάρις παιδαγωγούσα με στο να με κάνη συνετότερο, ευλαβέστερο, θερμότερο και προσεκτικότερο. Με παρέδωσε η Θεία Χάρις σε αυτή την πτώσι - δεν αποθαρρύνομαι γι’ αυτό το πράγμα - δεν τρομάζω, διότι αν και ξέρω την ευτέλειά μου και ελεεινολογώ τον εαυτό μου ότι δεν είμαι τίποτε, πιστεύω ότι εκείνο που με κρατεί είναι η Χάρις του Θεού. Έτσι δεν χάνω το θάρρος μου. Όχι ότι αισθάνομαι στον εαυτό μου καμμιά ικανότητα - ποτέ αυτό δεν το εσκέφθηκα ούτε και θα το σκεφθώ - αλλά έχοντας αποδείξεις της ελεημοσύνης του Θεού απέναντί μου μέχρι σήμερα, στέκομαι ακίνητος και λέω ότι ο χθες Θεός και σήμερα και αύριο είναι ο ίδιος. Δεν έκανε λάθος ο Θεός, όταν με εκάλεσε όχι βέβαια για την ικανότητά μου, αλλά για την υπερβολή της αγάπης Του προς εμέ τον αμαρτωλό και ωρκίσθη στον εαυτό Του ότι «ζω εγώ, ου μη θελήσει θέλω τον θάνατον του αμαρτωλού ως το επιστρέψαι και ζην αυτόν» (Ιεζεκ. 18,23). Αυτός ο Πανάγαθος Θεός και Πατήρ, εσύναξε και μένα, το μη ον, το ασθενές, το μωρό, το εξουθενημένο και με βαστάζει από τότε που με εκάλεσε μέχρι σήμερα, χωρίς να έχει βαρεθή, και αύριο ο ίδιος είναι, και μεθαύριο ο ίδιος είναι, αφού μένω και εγώ ο ίδιος. Μένω πιστός στην ομολογία μου. Δεν πρόκειται να υποχωρήσω. Δεν με απασχολεί το πως εγλίστρησα, άλλωστε έχω και πείρα της ευτέλειάς μου ποίος είμαι. Βλέπετε λογικά πως τοποθετείται το πράγμα;
Άρα λοιπόν ο γιος αυτός, ο οποίος και κατά αυτό τον τρόπο αγωνίστηκε, δεν είναι γιατί ήταν εξαίρεσι. Ακριβώς την θέσι των πραγμάτων ετόνισε . Ότι ποτέ κανείς δεν πρέπει να αποθαρρύνεται, γιατί η αποθάρρυνσι, όπως είπα, είναι η μεγαλυτέρα χαρά του σατανά, διότι βλέποντας αυτός την αποθάρρυνσι λαμβάνει προσωπικότητα, ενώ δεν έχει ούτε θέσι, ούτε τόπο, ούτε προσωπικότητα. Ως οντότης υπάρχει, δεν εννοώ αύτη την προσωπικότητα. Προσωπικότητα εννοώ, ότι δεν έχει θέσι, δεν έχει μέτρο να σταθή αντίκρυ από μας. Ναι, διότι «νυν ο άρχων του κόσμου τούτου έρχεται και εν ημίν ευρήσει ουδέν» (Ιωάν. 14,30) και «νυν ο άρχων του κόσμου τούτου εκβληθήσεται έξω» (Ιωάν. 12,31). Όταν όμως βλέπει τον άνθρωπο ότι αποθαρρύνεται και υποχωρεί, τότε αυτός παίρνει θέσι. Τότε αρχίζει να πιστεύη ότι όντως τον υπελόγισε ο άνθρωπος, τον εφοβήθη και παρέδωσε τα όπλα του. Αυτό είναι ψεύδος. Βλέπετε πόση μεγάλη σημασία έχει;
Πάντως όμως το γεγονός είναι ένα. Ότι το θέμα της αποθαρρύνσεως έχει πάρα πολύ μεγάλη βαρύτητα, ιδίως για μας τους μοναχούς. Επειδή εμείς οι μοναχοί έχοντες περισσοτέρα ευχέρεια και πολεμούντες λεπτομερέστερα, ακριβώς ευρισκόμεθα σε αυτά τα περιθώρια, στο να ελέγχωμε ακόμα και τις σκέψεις και τα νοήματα από τα οποία προέρχονται οι διάφορες ενέργειες· και ευρισκόμενοι συνεχώς στην γραμμή του πυρός, είμεθα υποχρεωμένοι να κάνωμε αυτές τις ανασκοπήσεις και έρευνες για να ξέρωμε πόθεν ερχόμεθα και που υπάγαμε. Επομένως χρειάζεται μεγάλη προσοχή, γιατί οι τρόποι της αποθαρρύνσεως είναι πάρα πολλοί και ο άνθρωπος χάνει το θάρρος του, χάνει τον ζήλο του και μειώνει την μαχητικότητά του. Το ότι σκυθρωπάζει και αλλοιώνεται, όλα αυτά είναι είδος αποθαρρύνσεως, είναι είδος ηττοπαθείας. Όλα αυτά ο σατανάς τα εκμεταλλεύεται. Κανένα από όλα αυτά δεν πρέπει να έχη θέσι. Δεν συμβαίνει απολύτως τίποτε. Στη γραμμή του πυρός, εκεί που υπάρχει συνεχής μάχη, δεν είναι παράδοξο να υπάρχουν πληγές.
Όπως μας παρέδωσαν οι Πατέρες, πολλές φορές και η δια ακόμη η Χάρις αφήνει τον άνθρωπο -θέλοντας να τον διδάξη και να τον ανεβάση σε υψηλότερα επίπεδα πρακτικής εμπειρίας - τον αφήνει επίτηδες να κινδυνεύση από την αμαρτία, -για να ερεθίση έτσι περισσότερο τον θυμό του εναντίον της. Και λαμβάνοντας πληγές ο άνθρωπος, μανθάνει τους τρόπους από που συνέβησαν αυτά και τότε τον μεν Θεό  αγαπά γνησίως, διότι βλέπει την στοργή Του, τον δε διάβολο βδελύσσεται αξίως, βλέποντας την κακότητά του και την πονηριά του και το αδίστακτό του στο να μας καταστρέψη.
Εκείνο το οποίο κατέχομε και είναι για μας άγκυρα πάσης ελπίδος, αναμφισβήτητης και χειροπιαστής, είναι ότι παραμένει μαζί μας η Θεία Χάρις. Ο καθένας μας από την ημέρα της ευσέβειάς μας, από τότε δηλαδή που εισήλθαμε εκουσίως μέσα στους όρους της μετανοίας μέχρι σήμερα, ποτέ δεν ημπορέσαμε, καμία ημέρα, να φυλάξωμε το θέλημα του Κυρίου. Και όμως δεν απέστη! Παραμένει μαζί μας, μας δικαιώνει εκ της αγαθότητάς Του και μόνο. Τα αμεταμέλητα χαρίσματα του Θεού σε μας είναι χειροπιαστά, δεν υπάρχει αμφιβολία. Δεν δικαιώνω την αμαρτωλότητα, ούτε συνιστώ την ραθυμία. Αυτά είναι προδοσία. Τέτοιο πράγμα δεν υφίσταται μέσα στην προαίρεση των χριστιανών και ο,τιδήποτε και αν συμβαίνη είναι εξ αιτίας της ατέλειάς τους.
Ο άνθρωπος ευρισκόμενος στο γίγνεσθαι, είναι ατελής. Βαδίζει προς την τελειότητα ζητώντας περισσοτέραν επίδρασι της Χάριτος και μόνιμη ενοίκησι μέσα του. Την αποκτά σιγά-σιγά δια της ελεημοσύνης του Θεού, αγωνιζόμενος κατά των παθών του, ούτως ώστε να τα αποβάλη, για να εύρη περισσότερη θέσι μέσα του η Θεία Χάρις. Μέχρι που να γίνη αυτό, υφίσταται όλες τις αλλοιώσεις και τις τροπές.
Επιμένω στο θέμα της αποθαρρύνσεως, δια να προσεχθή πάρα πολύ. Εκείνος ο οποίος επεσήμανε αυτό τον τομέα και τον αξιολόγησε, επιτυγχάνει πάρα πολλά. Εκείνος ο οποίος δεν προσέχει και αφήνει ακάλυπτη την πλευρά αυτή και με το παραμικρό αποθαρρύνεται, οπισθοχωρεί και αφήνει τον ζήλο του, αδικείται κατάφωρα, χάνει χωρίς να υπάρχει λόγος και μπορώ να πω φεύγει «χωρίς διώκοντος».
Γι’ αυτό με παράδειγμα την βιογραφία και την παιδεία του μεγάλου αυτού Πατρός, όλοι μας να γίνωμε περισσότερο ζηλωταί, περισσότερο μαχηταί. Δεν υπάρχει μέσα στην μερίδα μας απογοήτευσι και αποθάρρυνσι. Και δεν υπάρχει, γιατί απλούστατα εμείς οι ίδιοι και τον χαρακτήρα και την προσωπικότητά μας γνωρίζομε. Γνωρίζομε ότι ομολογούμε την πίστι και την αγάπη μας προς τον Θεό και ότι ουδέποτε την αρνούμεθα και ακόμα ξέρουμε την σύμπραξι και συμπαράστασι του Θεού προς ημάς, η οποία είναι αμετάβλητη, αμεταμέλητη και αναλλοίωτη.
Δι’ ευχών του Αγίου Πατρός ημών Νήφωνος και της Κυρίας μας Θεοτόκου είθε να επιτύχωμε αισίως το σκοπό της ζωής μας.

St. Diadochos- On Communion with God

  “When God recedes in order to educate us, this brings great sadness, humility and even some measure of despair to the soul. The purpose of this is to humble the soul’s tendency to vanity and self-glory, for the heart at once is filled with fear of God, tears of thankfulness, and great longing for the beauty of silence. But the receding due to God’s complete withdrawl fills the soul with despair, unbelief, anger and pride. We who have experienced both kinds of receding should approach God in each case in the appropriate way. In the first case we should offer Him thanks as we plead in our own defence, understanding that He is disciplining our unruly character by concealing His presence, so as to teach us, like a good father, the difference between virtue and vice. In the second case, we should offer Him ceaseless confession of our sins and incessant tears, and practise a greater seclusion from the world, so that by adding to our labours we may eventually induce Him to reveal His presence in our hearts as before. Yet we must realize that when there is a direct struggle between Satan and the soul- and I am speaking here of the struggle that takes place when God recedes in order to educate us- then grace conceals itself a little, as I have said, but nevertheless supports the soul in a hidden way, so that in the eyes of its enemies the victory appears to be due to the soul alone.” On Spiritual Knowledge and Discernment (AD 451)

The Holy Fathers-On Spirit and Ink

St. Macarius the Great ca. 4th cent.
It is like this in Christianity for anyone who tastes the grace of God. For it says: “Taste and see how sweet the Lord is” (Ps. 34:8). Such a taste is this power of the Spirit working to effect full certainty in faith which operates in the heart. For as many as are sons of light and in the service of the New Covenant through the Holy Spirit have nothing to learn from men. For they are taught by God. His very grace writes in their hearts the laws of the Spirit. They should not put all their trusting hope solely in the Scriptures written in ink. For divine grace writes on the “tables of the heart” (2 Cor. 3:3) the laws of the Spirit and the heavenly mysteries. For the heart directs and governs all the other organs of the body. (Fifty Spiritual Homilies, Homily 15.20)
Blessed Augustine of Hippo ca. 354-430
And thus a man who is resting upon faith, hope and love, and who keeps a firm hold upon these, does not need the Scriptures except for the purpose of instructing others. Accordingly, many live without copies of the Scriptures, even in solitude, on the strength of these three graces. So that in their case, I think, the saying is already fulfilled: Whether there be prophecies they shall fail; whether there be tongues, they shall cease; whether there be knowledge, it shall vanish away. 1 Cor. 13:8 Yet by means of these instruments (as they may be called), so great an edifice of faith and love has been built up in them, that, holding to what is perfect, they do not seek for what is only in part perfect— of course, I mean, so far as is possible in this life; for, in comparison with the future life, the life of no just and holy man is perfect here. Therefore the apostle says: Now abides faith, hope, charity, these three; but the greatest of these is charity: 1 Cor. 13:13 because, when a man shall have reached the eternal world, while the other two graces will fail, love will remain greater and more assured. (Christian Doctrine Bk. 1.39.43)
St. Sophronius of Jerusalem ca. 560-638
St. Mary of Egypt: I am fed and clothed by the all-powerful Word of God, the Lord of all. For it is not by bread alone that man lives. And those who have stripped off the rags of sin have no refuge, hiding themselves in the clefts of the rocks.
Hearing that she cited words Scripture, from Moses and Job, Zosimas asked her: “And so you have read the psalms and other books?”
St. Mary smiled at this and said to the elder: “Believe me, I have not seen a human face ever since I crossed the Jordan, except yours today. I have not seen a beast or a living being ever since I came into the desert. I never learned from books. I have never even heard anyone who sang and read from them. But the word of God which is alive and active, by itself teaches a man knowledge. (The Life of St. Mary of Egypt)
St. Maximus the Confessor ca. 580-662
So long as we only see the Logos of God as embodied multifariously in symbols in the letter of Holy Scripture, we have not yet achieved spiritual insight into the incorporeal, simple, single and unique Father as He exists in the incorporeal, simple, single and unique Son, according to the saying, ‘He who has seen Me has seen the Father… and I am in the Father and the Father in Me’ (John 14:9-10). We need much knowledge so that, having first penetrated the veils of the sayings which cover the Logos, we may with a naked intellect see – in so far as men can – the pure Logos, as He exists in Himself, clearly showing us the Father in Himself. Hence a person who seeks God with true devotion should not be dominated by the literal text, lest he unwittingly receives not God but things appertaining to God; that is, lest he feel a dangerous affection for the words of Scripture instead of for the Logos. For the Logos eludes the intellect which supposes that it has grasped the incorporeal Logos by means of His outer garments, like the Egyptian woman who seized hold of Joseph’s garments instead of Joseph himself (cf. Gen. 39:7-13), or like the ancients who were content merely with the beauty of visible things and mistakenly worshipped the creation instead of the Creator (cf. Rom. 1:25). (Two Hundred Texts on Theology and the Incarnate Dispensation of the Son of God: Second Century 73)
St. Isaac of Syria died ca. 700
Until a man has received the Comforter, he requires inscriptions in ink to imprint the memory of good in his heart, to keep his striving for good constantly renewed by continual reading, and to preserve his soul from the subtelties of the ways of sin; for he has not yet acquired the power of the Spirit that drives away delusion which takes soul-profiting recollections captive and makes a man cold through the distraction of the intellect. When the power of the Spirit has penetrated the noetic powers of the active soul, then in place of the laws written in ink, the commandments of the Spirit take root in his heart and a man is secretly taught by the Spirit and needs no help from sensory matter. (The Spiritual World of St. Isaac the Syrian by Hilarion Alfeyev  pg. 183)
St. Symeon the New Theologian ca. 949-1022
Just as the more comprehensive commandments contain within themselves all the more particular commandments, so the more comprehensive virtues contain in themselves the more particular virtues. For he who sells what he has and distributes it to the poor (cf. Matt. 19:21), and who once and for all becomes poor himself, has fulfilled at once all the more particular commandments: he no longer has to give alms to the person who asks him for them, nor does he have to-refrain from rejecting the man who wishes to borrow from him (cf. Matt. 5:42). So, too, someone who prays continuously (cf. 1 Thess. 5:17) has in this act included everything and is no longer obliged to praise the Lord seven times a day (cf. Ps. 119:164), or in the evening, in the morning, and at noonday (cf. Ps. 55:17): he has already done all that we do by way of prayer and psalmody according to the regulations and at specific times and hours. Similarly, he who has acquired consciously within himself the Teacher of spiritual knowledge (cf. Ps. 94:10) has gone through all Scripture, has gained all that is to be gained from reading, and will no longer have need to resort to books. How is this? The person who is in communion with Him who inspired those who wrote the Divine Scriptures, and is initiated by Him into the undivulged secrets of the hidden mysteries, will himself be an inspired book to others – a book containing old and new mysteries and written by the hand of God; for he has accomplished all things and in God, the principle of perfection, he rests from all his labors. (One Hundred and Fifty-Three Practical and Theological Texts 118)
But while he (St. Symeon’s elder, St. Symeon of Studion) was still alive he said that he had God wholly within himself, and after his death he shouted aloud that which he wrote with his own hand, “Gain God as your friend and you will not need the help of man…”, and again, “Gain God for yourself and you will not need a book.” This he showed by his deeds, as he wrote a book by his own efforts, or rather by the Spirit that dwelled within him (Rom. 8:11), though he had no literary education. (The Discourses Chap. VI, The Example and Spirit of Symeon the Pious)

Γ.Πορφύριος. Ο μητρ. Αθανάσιος Λεμεσού αφηγείται.

Ομιλία του Μητροπολίτου Λεμεσού π. Αθανασίου. Μαρτυρίες, τι είδα και γνώρισα κοντά στον γέροντα Πορφύριο.
Speech by Metropolitan Athanasios of Limassol Fr. Testimonials, what I saw and met near Elder Porphyrios.

Γέρων Νίκων -Ο πνευματικός αγών

ΔΗΜΗΤΡΙΑ 2012 Ο πνευματικός αγών- Γέρων Νίκων

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...