Friday, 31 May 2013


 Elder Paisios the Athonite


—Elder, a certain young man who has chosen the married life asked me how one properly begins this.

—From the beginning, he should seek to find a good girl who will comfort him, as people are relaxed and find comfort differently with different people. He should not seek to find someone who is rich or beautiful, but above all simple and humble. In other words, he should give more attention to interior rather than exterior beauty. When a girl is a positive person and capable of dealing with men, without having more womanly character than is necessary, this greatly helps the man to find immediate understanding and not a lot of headaches. If she also has fear of God and humility then they are able to join hands and pass the evil current of the world.

If the young man is seriously considering a certain girl for a spouse, I think it is better that he first makes his intentions known to her parents through one of his relatives and afterwards he can discuss it himself with the young lady and her parents. Later, if they give their approval and the two are engaged—and it is better that the engagement not carry on too long—he should strive, throughout the passing time until marriage, to view her as his sister and respect her. If both of them struggle with philotimo and keep their virginity, then in the Mystery of marriage, when the priest crowns them, they will richly take of the Grace of God. For, as St. John Chrysostom says, the crowns are symbols of victory against pleasure.[1]

Then, as much as they are able, they must strive to cultivate the virtue of love and always remain two united, with the Third, our Sweetest Christ. Naturally, in the beginning, until they get themselves together and become well acquainted with one another, they will have certain difficulties. This happens with every new beginning. Why, just the day before yesterday I saw a baby bird. It had just gone out to find food and could only fly about an inch above the ground. The poor thing didn’t know how to catch insects and wasted an hour trying to catch just one, little bug to eat. As I watched it, I was considering how every beginning is difficult. When a student finally receives his diploma and begins working, in the beginning it is difficult. A novice in a monastery also has difficulties in the beginning. A young man, when he marries, again in the beginning is met with difficulties.

—Elder, does it matter if the woman is older than the man?

—There is not a Church canon which says that if a girl is two, three or even five years older than the young man they are not able to be married.

The harmony of God is hidden within a diversity of personalities.

One day a man came to my kalyve and told me that he was very worried because he was not of the same mind with his wife. I saw, however, that there was nothing serious between them. He just had a few rough edges, his wife had a few others, and they couldn’t deal with one another. They needed a little sanding. Take two planks of wood before sanding them. One has a knot here, the other has a knot there; if you try to join the planks there is an empty space left between them. If, however, you sand one a little here and the other a little there, using the same tool, they join perfectly. [2]

Some men tell me: “I don’t see eye to eye with my wife; we have opposite personalities. She has one temperament, I have another! How can God do such strange things? Couldn’t He have arranged a few things so that couples matched, and they were able to live more spiritually?” I tell them, “Don’t you understand that the harmony of God is hidden within a diversity of personalities? Different temperaments actually create harmony. Alas, if you had the same personalities! Think what would have happened if, for example, you both got angry easily: you would destroy your house. Or, consider if both of you had mild temperaments: you would sleep standing up! If you were both stingy you would get along, yes, but you would both end up in hell. Likewise, if both of you were open-handed, would you even be able to keep your house? No. You would disperse everything, and your children would be turned out to the streets. If a spoiled brat marries a spoiled brat, between themselves they get along fine, right? But, one day someone is going kill them! For this reason God arranges it so that a good person marries a spoiled brat, that the latter may be helped. It may be that he or she has a good disposition, but was never instructed correctly when young.”

Little differences in the characters or personalities of spouses actually help couples to create a harmonious family, for the one completes the other. In a car it is necessary to use the gas pedal to go forward, but also the brake pedal to stop. If the car only had brakes it wouldn’t go anywhere; and if it only had gears, it wouldn’t be able to stop. Do you know what I said to one couple? “Because you are similar, you don’t match!” They are both sensitive. If something happens at home, both of them lose it and start-up: The one, “Oh, what we suffer!” The other, “Oh, what we suffer!” In other words, the one causes the other to lose hope even more! Neither is able to comfort the other a little by saying, “Hold on, our situation is not that serious”. I’ve seen this in many couples.

When spouses have different personalities it helps in the raising of children even more. One spouse wants to put on the brakes a little, but the other says, “Give the children a little freedom”. If they both are overbearing they will lose their children. If, however, they leave them on their own, again their children will be lost. Therefore, when the parents have different personalities, the children enjoy a certain stability.

What I’m trying to say is that everything is needful. Naturally, one’s personality quirks shouldn’t go beyond their limits. Each spouse should help the other in his own way. If you eat a lot of sweets, you’ll want also to eat something a little salty. Or if you eat, let’s say, lots of grapes, you’ll want a little cheese to cut the sweetness. Vegetables, if they are very bitter, are not eaten. But a little bitterness helps, as does a little sourness. Some people, however, are like this: If someone is sour, he says: “Let everyone become sour like me.” And whoever is bitter says, “Let everyone become bitter.” Likewise, those who are salty say, “Everyone should become salty.” Bridges aren’t built like that! [3]

An excerpt from the book Family Life(Vol 4), by Elder Paisios the Athonite


Αρχιμ. Ιεροθέου Βλάχου
απόσπασμα από το βιβλίο:

  Η παιδεία του Θεού

Παιδεία του Θεού είναι οι ελεύσεις και οι αποκρύψεις της Χάριτος και όλη η γνώση περί του Θεού και της αιωνίου ζωής πού προσφέρεται στον άνθρωπο ο οποίος δέχεται αυτές τις ελεύσεις και τις αποκρύψεις της Ακτίστου Χάριτος. Αυτή η παιδεία του Θεού, όπως παρατηρήθηκε προηγουμένως, είναι ένα μυστήριο, αφού ό,τι γίνεται και ενεργείται μέσα στην Εκκλησία είναι μυστήριο. Στηριζόμαστε πολύ στην διδασκαλία των αγίων Πατέρων πού είναι «οι πείρα μεμυημένοι» και έχουν δεχθή την αποκάλυψη του Θεού γύρω από αυτές τις πραγματικότητες.

Για την παιδεία του Θεού υπάρχουν πολλά χωρία μέσα στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη. Δεν έχουμε πρόθεση να τα αναλύσουμε διεξοδικά. Απλώς και μόνον αναφερόμαστε στην προς Εβραίους επιστολή του Αποστόλου Παύλου. Εισαγωγικά μπορούμε να ισχυρισθούμε ότι οι εξ Εβραίων Χριστιανοί, προς τους οποίους απευθύνεται ο Απόστολος Παύλος, εδέχθησαν την Χάρη του Χριστού και αμέσως μετά αντιμετώπισαν διωγμούς εκ μέρους των άλλων συμπατριωτών τους. Και επειδή είχαν λίγο κλονισθή, γι' αυτό συγγράφει την επιστολή αυτή ο Απόστολος τονίζοντας μερικές αλήθειες μεταξύ των οποίων, ότι ο διωγμός και γενικά ο πειρασμός είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα με τα παιδιά του Θεού. Σ' αυτό το μυστήριο της παιδείας αναφέρεται όλο το ΙΒ' κεφάλαιο της προς Εβραίους επιστολής.

Ο ιερός Θεοφύλακτος αναλύοντας το περιεχόμενο του πειρασμού πού αντιμετώπιζαν οι Χριστιανοί εξ Εβραίων, αλλά και τον σκοπό της συγγραφής της επιστολής από τον Απόστολο Παύλο παρατηρεί:
«Αναγκαίως λοιπόν γράφει ο Παύλος εις τους εν Ιερουσαλήμ Εβραίους, δια να τους παρηγορήση όπου ήτον λελυπημένοι και πολλά κατειργασμένοι και αποκαμωμένοι από τας θλίψεις και κακώσεις, όπου επροξένησαν εις αυτούς οι ομογενείς των άπιστοι Εβραίοι, ωσάν όπου τότε οι Εβραίοι είχον εξουσίαν εις τα Ιεροσόλυμα να κρίνουν και να φυλακώνουν και να κακοποιούν εκείνους όπου ήθελαν. Και τούτο θέλοντας να φανερώση ο Παύλος έλεγεν «τάς παρειμένας χείρας και τα παραλελυμένα γόνατα ανορθώσατε». (Έβρ. ΙΒ' 12).
 Επειδή οι Εβραίοι ούτοι, αγκαλά και ήτον πιστοί, ηξεύροντες όμως ότι οι Προπάτορες των Εβραίων ογλίγωρα απελάμβανον τα αγαθά, δια τούτο πολλά ελυπούντο, διατί και αυτοί δεν ελάμβανον άνεσιν και παρηγορίαν εις τας θλίψεις των ως εκείνοι, όθεν και πολλά λέγει εις αυτούς ο μακάριος Απόστολος περί πίστεως εν τη επιστολή ταύτη, και περί των παλαιών Αγίων και Δικαίων, αποδεικνύων, ότι και αυτοί ακόμη δεν έλαβον τα αγαθά οπού ήλπιζον, κατασκευάζοντας με τούτο δύο τινά, ένα μεν, ότι πρέπει και οι Χριστιανοί να υποφέρουν ανδρείως όλα τα δεινά οπού ακολουθούν εις αυτούς, και άλλο δε, ότι πρέπει να ελπίζουν την αμοιβήν, δια όλα τα κακά όπου πάσχουν, επειδή ο Κύριος δεν θέλει παραβλέψει τους απ' αιώνος Αγίους αυτού, ώστε τότε, λέγει, και εσείς θέλετε απολαύσετε μαζί με αυτούς τα αγαθά». [ Νικόδημου Αγιορείτου: Ερμηνεία εις τας ΙΔ' Επιστολάς του Παύλου, τόμος Γ σελ. 261].

Αλλά ο πειρασμός αυτός δεν ήταν μόνον εξωτερικός. Ήταν και εσωτερικός. Δηλ. οι πρώτοι Χριστιανοί αντιμετώπισαν το πρόβλημα της άρσεως της Χάριτος του Θεού από την καρδιά τους και δεν μπορούσαν να αντιληφθούν την εγκατάλειψη αυτή του Θεού. Ήταν εντελώς αδύνατοι να ερμηνεύσουν το φαινόμενο αυτό της πνευματικής ζωής, της συμμετοχής δηλ. στον Σταυρό του Χριστού. Σ' αυτόν τον σκοπό αποβλέπει ο των Εθνών Απόστολος Παύλος. Μπορούμε να πούμε ότι, σύμφωνα με την μαρτυρία των αγίων μας, σ' αυτήν κυρίως την παιδεία αναφέρεται ο Απόστολος. Γιατί ο Θεός εργάζεται κατά τρόπον ακατανόητο για την ανθρώπινη λογική.

Στην συνέχεια λίγα λόγια θα λεχθούν μέσα από την πείρα των αγίων Πατέρων γύρω από την παιδεία του Θεού, γύρω από το μυστήριο της πνευματικής ζωής. Είναι απαραίτητη αύτη η ανάλυση, γιατί πολλοί σύγχρονοι Χριστιανοί υποφέρουν από την κατάσταση αυτή και συγχρόνως δεν μπορούν να δώσουν καμιά ερμηνεία και έτσι πέφτουν σε απόγνωση και απελπισία.

Στα έργα των αγίων Πατέρων η πνευματική ζωή παρουσιάζεται ότι έχει πολλά στάδια. Κυρίως τα διακρίνουν σε τρία, στην κάθαρση της καρδιάς, στον φωτισμό του νου και στην θέωση. Ο άγιος Μάξιμος τα ονομάζει «πρακτική φιλοσοφία», «φυσική θεωρία» και «μυστική θεολογία». Αυτή η διαίρεση ξεκινά από τον Αριστοτέλη και συνεχίζεται στους αγίους Πατέρας με άλλο όμως περιεχόμενο. Ο καθηγητής Παναγιώτης Χρήστου αναπτύσσοντας την «μέθοδο της θρησκευτικής εμπειρίας», περιγράφει την διάκριση των τριών φάσεων στον θρησκευτικό βίο.[Παναγιώτου Χρήστου: Το Μυστήριο του Θεού, Πατριαρχ. Ίδρυμα Πατερικών μελετών, Θεσσαλονίκη 1983, σελ. 156 κ.έ.] Ο Αριστοτέλης διαιρεί τις φάσεις του θρησκευτικού βίου στην ηθική, την φυσική και την θεολογία. «Ο Ωριγένης κατά την προσφιλή του μεταφορική μέθοδο λέγει ότι ο Χριστιανός αποκτά τον Χριστόν δια μεν της πρακτικής ως οικοδεσπότη, δια της φυσικής ως Βασιλέα και δια της θεολογίας ως Θεό». [ ένθ. άνωτ. σελ. 157]

Οι βαθμίδες της πνευματικής ζωής είναι τρεις, σύμφωνα με τον λόγο του Χριστού «εγώ ειμί η οδός (ηθική) και η αλήθεια (φυσική) και η ζωή (θεολογία)» (Ίω. 14, 6). Ο Ευάγριος ορίζει τον Χριστιανισμό ως «δόγμα του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού εκ πρακτικής και φυσικής και θεολογικής συνεστώς»

Η ίδια διάκριση παρατηρείται στον άγιο Διάδοχο τον Φωτικής, στον άγιο Συμεών τον νέο Θεολόγο (πού χώρισε τα κεφάλαια του σε πρακτικά, γνωστικά, θεολογικά) και ακόμη στον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, πού χρησιμοποίησε την ίδια διάκριση στα κεφάλαια του (ηθικά, φυσικά, θεολογικά). Για την λεπτομερέστερη κατανόηση αυτών των βαθμίδων της πνευματικής ζωής μπορεί ο αναγνώστης να ανατρέξη στο μνημονευθέν βιβλίο του καθηγητού Παναγιώτου Χρήστου.

Μελετώντας όμως τα έργα των αγίων Πατέρων και κυρίως των λεγομένων νηπτικών, συναντούμε και μία άλλη διαβάθμιση της πνευματικής ζωής. Αυτή η διαβάθμιση είναι βαθύτερη χωρίς να καταργή τα προηγούμενα στάδια της πνευματικής ζωής. Γιατί πράγματι, σύμφωνα με την εμπειρία πολλών αγίων Πατέρων, η μετάβαση από το ένα στάδιο στο άλλο, γίνεται με την ενέργεια της Χάριτος του Θεού και με τον πόνο από την στέρηση της Χάριτος μέχρι της εκ νέου ελεύσεώς της.
Έτσι μπορούμε, σύμφωνα με αυτά, να διακρίνουμε την πνευματική ζωή σε τρία στάδια.
Στην έλευση της Χάριτος, στην απόκρυψη της από τον άνθρωπο και στην εκ νέου έλευση της στην καρδιά του ανθρώπου. Αυτήν την βαθειά πείρα την εκφράζουν στα έργα τους οι Θεοφόροι Πατέρες και θα επιχειρήσουμε στην συνέχεια να την παρουσιάσουμε, όσο βεβαίως είναι δυνατόν.

Ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος στις πνευματικές του ομιλίες αναφέρεται σ' αυτό το γεγονός. Γράφει:

«Ο ακούων λόγον έρχεται εις κατάνυξιν και μετά τούτο, υποστελλούσης της χάριτος κατ' οικονομίαν πρός το συμφέρον τω ανθρώπω, εισέρχεται εις γυμνασίαν και παιδείαν πολέμου και ποιεί πάλην και αγώνα προς τον σατανάν και μετά πολλού δρόμου και αγώνος αποφέρεται τα νικητήρια και γίνεται χριστιανός». [Μακαρίου Αιγυπτίου: Όμιλίαι Πνευματικοί, έκδ. Σχοινά, σελ. 127.]

Αυτή η παρατήρηση είναι αξιοσημείωτη. Γιατί φανερώνει αυτό πού ελέχθη προηγουμένως ότι δηλ. η παιδεία είναι ο πόλεμος στον καιρό της άρσεως της Χάριτος και ακόμη δείχνει καθαρά ότι τα στάδια της πνευματικής ζωής ταυτίζονται με την έλευση, την υποστολή και την εκ νέου έλευση της Χάριτος του Θεού.
 Μάλιστα σημειώνει χαρακτηριστικά ότι ο άνθρωπος γίνεται Χριστιανός όχι με την κατάνυξη πού θα δημιουργηθεί από την έλευση της Χάριτος, αλλά από τον αγώνα πού θα ακολουθήσει. Τότε αποκτά, όπως θα λεχθεί πιο κάτω, πείρα και γνώση Θεού.

Την ίδια εμπειρία εκφράζει και ο Γέροντας Σιλουανός σύμφωνα με τα γραφόμενα από τον βιογράφο του Αρχιμ. Σωφρόνιο:
«Είχε έμπειρη γνώση της πνευματικής πορείας ο Γέροντας. Έδειχνε τρία ουσιώδη στάδια της: πρώτο, τη λήψη της χάρης, δεύτερο, την άρση της και τρίτο, την επιστροφή της χάρης, την ξαναπόκτησή της με αγώνα ταπεινώσεως. Πολλοί έλαβαν τη χάρη, κι όχι μόνο απ' όσους μένουν στην Εκκλησία, αλλά κι απ' όσους βρίσκονται έξω απ' αυτήν -γιατί δεν υπάρχει προσωποληψία στον Κύριο-, αλλά κανένας δεν διεφύλαξε την πρώτη χάρη και μόνο λίγοι την ξαναπέκτησαν. Όποιος αγνοεί την περίοδο του δεύτερου ερχομού της χάρης, όποιος δεν πέρασε τον αγώνα για την επιστροφή της, αυτός ουσιαστικά έχει μια λειψή πνευματική πείρα. Ο Γέροντας Σιλουανός ήταν πλούσιος, όχι μόνον από την προσωπική του εσωτερική πείρα, αλλά ήταν και θεωρητικά καλά καταρτισμένος στην ασκητική γραμματεία των Πατέρων της Εκκλησίας και με την δωρεά του Θεού δεν ήταν μόνο πιστός στην παράδοση της Εκκλησίας, αλλά επαναλήφθηκε στον ίδιο η πείρα των μεγάλων Πατέρων». [Άρχιμ. Σωφρονίου: Γέροντας Σιλουανός, Εκδ. Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου-Έσσεξ Αγγλίας 1978, σελ. 192.]

Ας δούμε όμως αναλυτικότερα αυτά τα τρία στάδια της πνευματικής ζωής.

         Πρώτη έλευση της Χάριτος

Από τα κείμενα της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης βλέπουμε καθαρά το γεγονός ότι ο Θεός εμφανίζεται με διαφόρους τρόπους στους Προφήτας.

«Πολυμερώς και πολυτρόπως πάλαι ο Θεός λαλήσας τοις πατράσιν εν τοις προφήταις έπ' εσχάτων των ημερών τούτων ελάλησεν ημίν εν υιώ» (Εβρ. α' 1)

Συνάπτει με τον κάθε άνθρωπο προσωπική διαθήκη. Δεν θέλει να έχουμε γνώσεις γι' Αυτόν από τις μαρτυρίες άλλων, αλλά ο Ίδιος εμφανίζεται και δίδει την δική Του γνώση και ο άνθρωπος αποκτά δική του προσωπική μαρτυρία περί του Θεού. Αυτή η πρώτη προσωπική γνωριμία με τον Θεό, γίνεται σε περίοδο πού δεν περιμένει ο άνθρωπος ή ακόμη ύστερα από οδυνηρή αναζήτηση. Μπορεί ακόμη να συμβή σε άνθρωπο πού Τον πολεμάει. Αυτό το βλέπουμε στην περίπτωση του Αποστόλου Παύλου, πού βλέπει τον Θεό, ο ίδιος ο Χριστός εμφανίζεται και συνάπτει προσωπική διαθήκη μαζί του, την στιγμή πού εκείνος πορεύεται για να Τον πολεμήση.
Αυτή η προσωπική Έλευση της Χάριτος είναι μια ιερή κατάσταση. Η ψυχή του ανθρώπου, έστω και αμυδρώς, γνωρίζει τον Θεό ως Πρόσωπο. Καταλαβαίνει με την καρδιά του, τον νου του, όπως λέγουν οι άγιοι Πατέρες, ότι ο Θεός δεν είναι μια αφηρημένη κατάσταση, ούτε μια απρόσωπη δύναμη ή μεγάλη αξία, αλλά είναι Πρόσωπο. Στον Μωυσή, όταν απεκαλύφθη του είπε ότι «εγώ ειμί ο Ων» (Έξοδος γ' 14). Και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ερμηνεύοντας αυτήν την εμφάνιση και φανέρωση του Θεού λέγει ότι του είπε «Εγώ ειμί ο Ων» και όχι εγώ ειμί η ουσία, ώστε να αντιληφθούμε ότι εκ του όντος η ουσία και όχι ο ων εκ της ουσίας. Το βαθύτερο είναι του Θείου Είναι, δεν είναι η ουσία του Θεού, αλλά ο Ων δηλ. ο Πατήρ πού γεννά προαιωνίως τον Υιό και εκπορεύει το Πανάγιο Πνεύμα.

Η πρώτη αυτή έλευση της Χάριτος του Θεού, πού την γεύεται ο κάθε ένας διαφορετικά, είναι ζωή γεμάτη από καρδιακά βιώματα και ζωή μυστικής ευωχίας. Ο άγιος Διάδοχος ο Φωτικής γράφει ότι «η Χάρις την αρχήν εν αισθήσει πολλή την ψυχήν τω οικείω είωθε περιαυγάζειν φωτί» [Θεοκλήτου μον. Διονυσιάτου: Αγ. Διαδόχου Φωτικής, Τα εκατόν «Γνωστικά Κεφάλαια», 1977, σελ. 152.]

Σε άλλο σημείο γράφει ο ίδιος:

«Γεύει μεν ούν το άγιον Πνεύμα εν αρχαίς της προκοπής, είπερ θερμώς ερασθώμεν της αρετής τον Θεού, την ψυχήν εν πάση αισθήσει και πληροφορία της γλυκύτητος τον Θεού, ίνα έχη ειδέναι ο νους εν ακριβεί επιγνώσει το τέλειον έπαθλον των φιλόθεων πόνων» [ ενθ. άνωτ. κεφ. 90, σελ. 205.]

Με αυτήν την πρώτη περίοδο της ελεύσεως του Θεού λαμβάνουμε ένα κεφάλαιο της νέας ζωής, ένα κεφάλαιο της Χάριτος. Μας ελκύει ο Θεός προς τον Εαυτό Του, ώστε μετά από αγώνες και θυσίες πολλές να Τον οικειοποιηθούμε. Γι' αυτόν τον πόνο και τον αγώνα θα αναφερθούμε πιο κάτω. Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι αυτή η νέα περίοδος της κλήσεως από τον Θεό, είναι περίοδος γλυκύτητας, ευφροσύνης πνευματικής, περίοδος, όπως σημειώθηκε, καρδιακών βιωμάτων. Σ' αυτά τα γεγονότα και ειδικότερα στο ερώτημα τι προηγείται πρώτα η Χάρη ή ο πειρασμός αναφέρεται και ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος:

« Ερώ: Τι ούν λοιπόν, πρώτον ο πειρασμός, και τότε το χάρισμα· ή το χάρισμα, πρώτον, και ούτως οπίσω αυτού ο πειρασμός;
Απόκ: Ουκ έρχεται ο πειρασμός, ει μη πρώτον δέξεται η ψυχή εν τω κρύπτω μέγεθος υπέρ το μέτρον αυτής, και το πνεύμα της χάριτος, όπερ εδέξατο πρώτον. Και μαρτυρεί περί τούτον ο πειρασμός του Κυρίου, ομοίως και οι πειρασμοί των Αποστόλων. Ου γαρ παρεχωρήθησαν εισελθείν εις πειρασμούς, έως αν εδέξαντο τον παράκλητον. Οι γαρ κοινωνούντες τοις αγαθοίς, αρμόζει αυτοίς υπομείναι τους πειρασμούς αυτών, ότι μετά τον αγαθόν η θλίψις αυτών. Ούτω γαρ ήρεσε τω σοφώ Θεώ εν πάσι ποιείν. Και ει τούτο ούτω, τουτέστιν η χάρις προ του πειρασμού, άλλ' όμως πάντων προηγήσατο η αίσθησις των πειρασμών της αισθήσεως της χάριτος, δια την δοκιμήν της ελευθερίας. Ουδέποτε γαρ η χάρις προλαμβάνει εις τίνα, προ του γεύσασθαι των πειρασμών. Προηγείται μεν ουν η χάρις εν τω νοΐ, εν δε τη αισθήσει βραδύνει».[Ισαάκ του Σύρου, Ασκητικά, δκδ. Β. Ρηγόπουλου, Θεσσαλονίκη 1977, σελ. 192-193]
Την πασχάλεια αυτή ατμόσφαιρα ζουν πολλοί. Ας αρκεσθούμε σε μια έγγραφη μαρτυρία, για την κατάσταση πού ζούσε ο μακάριος Γέροντας Σιλουανός μετά την εμφάνιση του Χριστού σ' αυτόν.
 «Τη στιγμή της Επιφάνειας του Θεού ολόκληρη η ύπαρξή του πληροφορήθηκε πώς του συγχωρέθηκαν οι αμαρτίες του. Χάθηκαν οι φλόγες του άδη πού βρυχόταν γύρω του, έπαψε η κόλαση πού δοκίμαζε μισό χρόνο. Τώρα του δόθηκε να ζήση την ιδιαίτερη χαρά και την μεγάλη ανάπαυση της ειρηνεύσεως με τον Θεό. Στην ψυχή του κυριαρχούσε το νέο γλυκύ αίσθημα της αγάπης για τον Θεό και τους ανθρώπους, για κάθε άνθρωπο. Έπαψε η προσευχή της μετάνοιας, έφυγε εκείνη η αβάστακτη πύρινη αναζήτηση της αφέσεως, πού δεν άφηνε τον ύπνο να' ρθη στα βλέφαρα του. Άραγε αυτό σήμαινε πώς τώρα μπορούσε να παραδοθή ήσυχα στον ύπνο; Όχι βέβαια.
Τον πρώτο καιρό μετά την επιφάνεια η ψυχή του Συμεών, πού γνώρισε την ανάστασή της και είδε το φως της αληθινής και αιώνιας υπάρξεως, έζησε σ' ένα πασχαλινό πανηγύρι. Όλα ήταν ωραία: ο κόσμος μεγαλειώδης, οι άνθρωποι ευχάριστοι, η φύση ανείπωτα όμορφη, το σώμα άλλαξε κι έγινε ανάλαφρο, προστέθηκαν δυνάμεις, ο λόγος του Θεού έδινε χαρά στην ψυχή, οι ολονύχτιες αγρυπνίες στην εκκλησία και κυρίως οι προσευχές στο κελλί έγιναν γλυκείες. Ξέχειλη από χαρά η ψυχή σπλαχνιζόταν τους ανθρώπους και δεόταν για όλο τον κόσμο».
[Αρχιμ. Σωφρονίου, ένθ. άνωτ. σελ. 33-34.]

Είναι αδύνατον να περιγραφή αυτή η κατάσταση με λόγια. Η βίωση της Ακτίστου Χάριτος δεν μπορεί να περικλεισθή σε κτιστά ρήματα. Μόνον ο αναγεννημένος, ο μεμυημένος με την πείρα, μπορεί να αντιληφθή αυτήν την πραγματικότητα. Την εποχή αύτη όλα είναι καινούργια. Αισθάνεται την παρουσία του Θεού σαν προσωπική παρουσία, θεωρεί τους λόγους των όντων σε όλη την δημιουργία. Όλα είναι καθαρά. Τα πουλιά, τα δένδρα αποκτούν μια άλλη διάσταση. Όλα τα βλέπει κάτω από το αιώνιο, κάτω οπό την ενέργεια της Ακτίστου Χάριτος και του Ακτίστου Φωτός. Παύουν να τον απασχολούν τα κοινά προβλήματα της καθημερινότητας. Δεν ενδιαφέρεται για την γνώμη πού οι άλλοι έχουν γι' αυτόν. Περιφρονεί κάθε ταλαιπωρία. Μοναδική απασχόληση η προσευχή και η κοινωνία με τον Θεό. Είναι μια ζωή ερωτικής αναφοράς. Και αυτός ο έρωτας γεννήθηκε από την έλευση της Χάριτος.

«Μακάριος όστις τοιούτον προς Θεόν εκτήσατο πόθον, οίον μανικός εραστής προς την εαυτόν ερωμένην κέκτηται... Τούτω τις τω βέλει τρωθείς, έλεγε περί εαυτού (όπερ θαυμάζω), ως «εγώ καθεύδω» δια την χρείαν της φύσεως, «η δέ καρδία μου γρηγορεί», δια το πλήθος του έρωτος». [Κλίμαξ Ιωάννου του Σιναΐτου, έκδ.«Αστήρ», Παπαδημητρίου 1970, Λόγος Λ', ε και ζ σελ. 168.]

Τα πάθη δεν ενεργούν. Ο άνθρωπος «πάσχει την θέωσιν».
Η ευλογημένη αυτή κατάσταση με υπερβαίνει, δηλ. δεν έχω πραγματικά βιώματα αυτής της ζωής. Γι' αυτό παρακάλεσα έναν εκλεκτό φίλο μου μοναχό, πού ασκείται στον Ιερόν Άθωνα, να μου πή τα γνωρίσματα της. Γνώριζα ότι είχε πολλές τέτοιες ευλογημένες εμπειρίες. Με αγάπη πολλή ανταποκρίθηκε στο αίτημά μου και έτσι καταγράφω εδώ την περιγραφή πού κάνει γι' αυτήν την πρώτη έλευση της θείας Χάριτος.
«Από την αρχή της μοναχικής μου ζωής ζούσα μια ήσυχη, καλή ζωή. Οι ακολουθίες στο Μοναστήρι και η Μυστηριακή ζωή με θέρμαιναν, με ανέπαυαν. Αυτό μέχρι την ώρα πού γεννήθηκε μέσα μου κάτι άλλο, μέχρι την ώρα πού αναπτύχθηκε η εσωτερική ζωή. Ξαφνικά αισθάνθηκα ένα κάψιμο εσωτερικό, ένα κάψιμο θείας αγάπης. Η φυσική και καλή ζωή πού ζούσα μέχρι τότε, φαινόταν τώρα πολύ σκοτεινή, χωρίς νόημα και περιεχόμενο. Άρχισα να βρίσκω τον χώρο της καρδιάς, το κέντρο της υπάρξεως, τον ευλογημένο εκείνο χώρο πού ανακαλύπτεται με την εν Χάριτι άσκηση και μέσα στον όποιο αποκαλύπτεται ο Ίδιος ο Θεός.
Αυτή η καρδιά είναι το πρόσωπο, γιατί πρόσωπο είναι «ο κρυπτός της καρδίας άνθρωπος εν τω αφθάρτω του πνεύματος... ο εστίν ενώπιον του Θεού πολυτελές» (Α' Πέτρου γ' 4). Μέχρι τότε διάβαζα αυτά στα βιβλία, τώρα τα έβλεπα στην πραγματικότητα. Ένοιωθα αυτό πού λέγει ο Αββάς Παμβώ «ει έχεις καρδίαν δύνασαι σωθήναι», αυτό πού λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος «Θεός θεοίς ενούμενός τε και γνωριζόμενος εν καρδία» και ο Απόστολος Παύλος «ος έλαμψεν εν ταις καρδίαις ημών». Η καρδιά πού είναι τα άγια των αγίων «της μυστικής ενώσεως Θεού και ανθρώπου, αυτής της ενυποστάτου δι' Αγίου Πνεύματος ελλάμψεως» ανακαλύφθηκε. Αισθανόμουν την καρδιά σαν Ναό μέσα στον οποίο λειτουργούσε ο αληθινός Ιερεύς της θείας Χάριτος. Παράλληλα με τον κτύπο του σαρκικού οργάνου της καρδίας ακουγόταν και ένας άλλος κτύπος βαθύτερος και γρηγορότερος. Αυτός ο κτύπος συντονιζόταν με την ευχή του Ιησού. Ή μάλλον η ίδια η καρδιά έλεγε την ευχή. Όλη αύτη η κατάσταση συνδεόταν με μερικά χαρακτηριστικά.
Αναπτύχθηκε μια ερωτική κοινωνία με τον Θεό. Τότε καταλάβαινα γιατί οι Πατέρες ονόμαζαν τον Θεό έρωτα. «Ο Θεός έρως εστί και εραστόν» (Μάξιμος ο Ομολογητής) και «ο εμός έρως εσταύρωται» (αγ. Ιγνάτιος Θεοφόρος). Κάθε μέρα αισθανόμουν την περίπτυξη του Θεού. Αυτή η αγάπη εκείνο τον καιρό με είχε τρελλάνει. Ό Θεός βιωνόταν ως ελεήμων, ως γλύκα και γλυκασμός. Άναψε μέσα στην καρδιά μου το ευλογημένο πυρ, πού έκαιγε τα πάθη και δημιουργούσε ανέκφραστη πνευματική ηδονή.
Αναζητούσα ησυχία, σκοτάδι, ηρεμία εξωτερική. Τα μικρά κελλιά, οι τρύπες των βράχων, ο ανοιχτός ορίζοντας της φύσεως, τα σκοτεινά μέρη με δέχονταν σαν φιλοξενούμενο. Την νύκτα έβγαινα στις ερημιές του Άθωνα. Μαγεία! Ευλογία! Μέθη! Στην μοναξιά και στην πολυκοσμία, στην έρημο και στα κοινόβια ζούσα την παρουσία του Θεού, την θεία περίπτυξη. Αναπτύχθηκαν τότε άλλες αισθήσεις, αισθήσεις πνευματικές, η νοερά αίσθηση, η νοερά δράση και ακοή. Όλος ο νους ήταν συγκεντρωμένος μέσα στο βάθος της καρδιάς και άκουγε εν ακορέστω γλυκασμώ την ευχή πού λεγόταν μέσα εκεί. Όλος ο εσωτερικός κόσμος ενοποιημένος. Όλα έδειχναν ότι γεννήθηκε ένας καινούργιος άνθρωπος, ένας καινούργιος κόσμος και μια καινή ζωή. Μια θερμότητα έκαιγε τα πάντα. «Ουχί η καρδία ημών καιομένη ην εν ημίν ως ελάλει ημίν εν τη οδώ...;» Η αίσθηση των μαθητών αυτών υπήρξε δική μου βίωση. Αισθανόμουν καλά τον λόγο του Χριστού: «πυρ ήλθον βαλείν επί την γην και τι θέλω ει ήδη ανήφθη;» Και τον λόγον ότι ο Θεός «πυρ εστί καταναλίσκον». Άλλοτε αύτη η θέρμη και αυτή η φωτιά μετατρεπόταν σε πληγή βαθειά. Αισθανόμουν ότι αύτη η θερμότητα αναγεννούσε την ύπαρξή μου, πρώτα την ψυχή και μετά επεκτεινόταν και στο σώμα. Η αίσθηση ότι τώρα γεννήθηκα σε άλλον κόσμο ήταν διαρκής. Χοροπηδούσα σαν μικρό παιδί. Ακόμη υπήρξαν μερικές φορές πού ένοιωσα και την σάρκα μου σαν μικρού παιδιού, πού μόλις βγήκε από την μήτρα της μάνας του.

Αυτό δημιουργούσε βαθύτατη ειρήνη λογισμών. Ο νους καθοριζόμενος διαρκώς απέβαλε όλα τα ξένα στοιχεία τα οποία σαν λέπια τον εκάλυπταν. Γινόταν έτσι ελαφρός και πάντοτε εύρισκε καταφύγιο στην καρδιά. Εκεί παρέμεινε και ευφραινόταν πνευματικά. Εκεί μερικές φορές άκουγε και την φωνή του Θεού, πού ήταν πολύ συνταρακτική και δημιουργούσε πηγές δακρύων. Η γνωριμία με τον Θεό ήταν προσωπική. Η γνώση του Θεού πραγματικό γεγονός.

Μερικές φορές βυθιζόμουν σε βαθειά μετάνοια. Ο νους μπαίνοντας στην καρδιά εν Χάριτι έβλεπε το σκοτάδι, την βρωμιά της ψυχής και όλη η ύπαρξή ξεχυνόταν σε καυτά δάκρυα. Έκλαιγε η καρδιά. Τα δάκρυα της καρδιάς ξεχύνονταν επάνω της και την ξέπλεναν από την αμαρτία. Παράλληλα άνοιγαν και τα μάτια και γίνονταν πηγές δακρύων. Άλλοτε έκλαιγε μόνον η καρδιά και άλλοτε και το σώμα. Θρήνος βαθύς από την αποκάλυψη της ασωτίας... Κλάμα πολύ, αλλά όχι με απελπισία. Ήταν συνδεδεμένο με την αίσθηση της αγάπης του Θεού.

Εκείνο τον καιρό όλα ήταν ωραία. Η λέξη ωραία δεν έχει σχέση με την αισθητική, αλλά με την οντολογική πραγματικότητα. Έβλεπα τους λόγους των όντων σε όλη την δημιουργία. Και αυτό προξενούσε άρρητη ευφροσύνη. Όλα εξέφραζαν την αγάπη του Θεού. Η ανάγνωση της Γραφής έτρεφε την καρδιά. Οι λέξεις δεν πήγαιναν στην λογική, αλλά εισχωρούσαν στην καρδιά και την ζωογονούσαν. Όπως το μωρό ρουφά το γάλα από τον μαστό της μάνας του και τρέφεται, έτσι αισθανόταν η καρδιά τρεφόταν από το λόγο του Θεού. Γινόταν μετάγγιση αίματος. Τα βιβλία των Πατέρων τα διάβαζα με άλλο πρίσμα. Γνωστά κείμενα τότε τα έβλεπα διαφορετικά. Σαν να είχα αποκτήσει καινούργια μάτια και σαν να είχα μάθει καινούργια γλώσσα. Αισθανόμουν συγγενής πνευματικά με τους Πατέρας. Όμως τις πιο πολλές φορές δεν ήθελα να διαβάζω ακόμη και βιβλία πατερικά. Σαν να σταματούσαν την προσωπική επικοινωνία με τον εράσμιο Νυμφίο, σαν να διέκοπταν τη ζωντανή επικοινωνία με τον Δημιουργό του παντός.

Τα πάθη δεν ενεργούσαν τότε. Ένοιωθα όχι ηθικές αναστολές, αλλά την αναγέννηση μου. Ήμουν τόσο μεθυσμένος, ώστε δεν με ενδιέφερε απολύτως τίποτε. Υπήρχε μέσα μου μια ακατάσχετη αναζήτηση και επιθυμία να μη με αγαπούν οι άνθρωποι και μάλιστα να με περιφρονούν. Αφού είχα την αγάπη του Θεού, δεν με ενδιέφερε τίποτε άλλο. Ζούσα μια ερωτική ζωή, ζωή δακρύων... Η μόνη απασχόληση εγώ και ο Θεός. Ζητούσα την μοναξιά πού ήταν κοινωνία. «Ενώπιος Ενωπίω», «πρόσωπον προς Πρόσωπον». Αλλά και όταν ευρισκόμουν σε πολυκοσμία η εσωτερική φωνή ήταν ισχυρότερη. Και όταν κατά την διάρκεια ακολουθίας ο Γέροντας με έβαζε να ψάλλω, εγώ συγχρόνως άκουγα και αυτήν την εσωτερική φωνή της καρδιάς να επαναλαμβάνη την ευχή πού έγινε το εντρύφημά μου.
Αυτή η κατάσταση κράτησε περίπου τέσσερα χρόνια. Μέρα-νύχτα έλεγα την ευχή. Και την ώρα πού κοιμόμουν η καρδιά προσευχόταν. Την άκουγα καθαρά να αδολεσχή με τον Θεό.
Όποιος θέλει να διαπιστώση αν υπάρχη Θεός, ας δοκιμάση. Θα συνάντηση ένα ζωντανό Θεό! Η Χάρη του Θεού με αξίωσε εμένα το έκτρωμα όλου του κόσμου να αποκτήσω μια μικρή σταγόνα γνώσεως Θεού».
Μακαρίζω και ζηλεύω αυτόν τον εκλεκτό φίλο μου. Και τον θεωρώ σαν την μεγαλύτερη ευεργεσία του Θεού σε μένα.
Αντιγράφοντας αυτά θυμάμαι τους λόγους των Πατέρων για τον θειο έρωτα. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει:

«Ου γαρ έστιν ουκ εστίν ουδέν, ο μη νικά πόθος, όταν δε και Θεού πόθος ή, πάντων εστίν υψηλότερος, και ούτε πυρ, ον σίδηρος, ου πενία, ουκ αρρώστια, ου θάνατος, ουκ άλλο τι των τοιούτων φανείται δεινόν τω τοιούτον κεκτημένω έρωτα, αλλά πάντων καταγελάσας, προς τον ουρανόν πτήσεται και των εκεί διατριβόντων ουδέν έλαττον διακείσεται, ουδέν έτερον ορών, ουκ ουρανόν, ου γήν, ου θάλατταν, αλλά προς ένα κάλλος τεταμένος το της δόξης εκείνης... ερασθώμεν τοίνυν τούτον τον έρωτα (τούτον γαρ ίσον ουδέν)... τούτων γαρ απάντων μείζον, το τον Χριστόν ερωμένον έχειν και εραστήν». [Νικόδημου Αγιορείτου: Νέα Κλίμαξ, έκδ. Σχοινά, Βόλος 1956, σελ. 36-37.]

Τα ίδια λέγει και ο Μ. Βασίλειος:

«μακάριοι οι του αληθινού κάλλους φιλοθεάμονες, οιονεί γαρ προσδεθέντες αυτώ δια της αγάπης, και τον επουράνιον και μακαριστόν ερώντες έρωτα, επιλανθάνονται μεν οικείων και φίλων, επιλανθάνονται δε οίκου και περιουσίας απάσης, εκλαθόμενοι δε και της σωματικής εις το εσθίειν και πίνειν ανάγκης, μόνω τω θείω και καθαρώ προστετήκασιν έρωτι». [ ενθ. άνωτ. σελ. 39.] 

 Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον

Όσιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης-ΠΕΡΙ ΤΑΠΕΙΝΩΣΕΩΣ

Όσιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης 

Η ταπείνωση είναι η οδός που διανοίγει την θύρα της εσωτερικής ειρήνης της πραότητας. Όμως ας μη νομίσει κανείς ότι εύκολα μπορεί να αποκτήσει αυτή τη χάρη. Η ταπείνωση είναι γέννημα της γνώσεως και η γνώση γέννημα της εμπειρίας. 

Αυτός που γνωρίζει τον εαυτό του, μόνον αυτός, μπορεί να γνωρίσει τα πάντα, επομένως και την ταπείνωση. Αυτός που θα κατανοήσει ότι είναι ένα πλάσμα ευμετάβλητο και ως εκ τούτου υπόκειται σε διακυμάνσεις, προς τα πάνω ή προς τα κάτω, ουδέποτε θα υπερηφανευτεί για κάτι. Η εμπειρία μας διδάσκει την πολύπλευρη όψη των πραγμάτων και κυρίως μας διδάσκει ότι το κάθε τι έχει τη φαινομενική και την ουσιαστική του πλευρά. Όλες οι γραφές περιέχουν ένα εξωτερικό και ένα εσωτερικό νόημα. Το πρώτο αντιστοιχεί στο γράμμα, στην επιφάνεια, το δεύτερο στο πνεύμα, στην ουσία.

"Αλογον γάρ καί σκαιόν τό μη τή δυνάμει τού σκοπού προσέχειν, αλλά τοίς λέξεσι". Διονύσιος Αρεοπαγίτης. Ο Λόγος δεν επιδέχεται καμιά ερμηνεία, είναι δεκτικός μόνον κατανοήσεως κυριολεκτικής και όχι διανοητικής ή ψυχολογικής. Πολλοί διαβάζουν τις γραφές και πολλοί τις ακούνε. Όμως λίγοι είναι εκείνοι που μπορούν να κατανοήσουν το περιεχόμενό τους. Άραγε γιγνώσκεις ά αναγιγνώσκεις; Πράξεις κεφ. 8 .30. Και άλλοτε μεν οι αναγιγνώσκοντες ισχυρίζονται ότι όσα αναφέρονται σ' αυτές είναι αδύνατα ή ακατανόητα ή αντιφατικά και άλλοτε τα όσα ανάγονται στο παρόν τα ανάγουν στο μέλλον και το αντίθετο. Ο άνθρωπος που είναι προσκολλημένος στην ύλη δεν μπορεί να κατανοήσει τις γραφές και το πνευματικό νόημά τους.

"Γιατί πως είναι δυνατόν ποτέ να μάθουν ή να γνωρίσουν ή καν να εννοήσουν εκείνοι που δεν γνώρισαν ποτέ την παρουσία του Πνεύματος; Πως είναι δυνατόν να καταλάβουν αυτά τα μυστήρια εκείνοι που δεν εγνώρισαν ολότελα, καμιά φορά, πως έγινε στον εαυτόν τους η αναγέννησης, η ανάπλασις και η αλλοίωσις;" Συμεών ο Νέος Θεολόγος. Τα ευρισκόμενα σελ. 257.

Ο Θείος Λόγος διδάχθηκε για όλους τους ανθρώπους, τους τότε, τους τωρινούς και τους μελλοντικούς και κλείνει μέσα του την αιωνιότητα. Ο Χριστός σαρκώθηκε, ως Δημιουργικός Λόγος, για να μπορέσει να λυτρώσει τον άνθρωπο από την άγνοια, να τον ελευθερώσει από τα δεσμά του, τα δεσμά της ύλης, "Θαρσείτε νενίκηκα τον κόσμο", δηλαδή νίκησα την ύλη, την έβγαλα από το γράμμα του νόμου, από την επιφάνεια, για να την φέρω εσωτερικά μέσα στον Χριστό, μέσα στην ουσία του Χριστού. Ήλθε ο Χριστός για να μας διδάξει το δρόμο της επιστροφής, να μας προτρέψει να ξεχάσουμε τον παλιό εαυτό μας και να ξαναγεννηθούμε εν πνεύματι και αλήθεια. Μας απήλλαξε από τη Δαμόκλεια σπάθη του παλαιού Νόμου, και μας χάρισε την αγάπη και την ειρήνη Του.

Όμως για να γίνει κάτι τέτοιο, θα συμβάλουμε κι εμείς. Γιατί ούτε χωρίς την άνωθεν βοήθεια μπορεί να γίνει κάτι, ούτε η άνωθεν βοήθεια δίδεται σ' αυτούς που δεν την επιθυμούν. Όλα στη ζωή έχουν την διπλή τους όψη. Πράξη και γνώση, προαίρεση και χάρη, φόβος και ελπίδα, άθλος και έπαθλον. Ούτε τα δεύτερα γίνονται πριν γίνουν τα πρώτα. Παρ όλο που η διδασκαλία του Λόγου δεν μπορεί να διακριθεί σε ουσιώδη και επουσιώδη, γιατί κάθε λόγος, κάθε λέξη, κάθε όνομα και κάθε αριθμός έχει τη δική του, πολλές φορές πολλαπλή έννοια, ωστόσο θα μπορούσε να πει κανείς ότι η καρδιά του Ευαγγελίου κτυπά στην επί του Όρους Ομιλία. Η επί του όρους ομιλία δεν απευθύνεται στον όχλο, γιατί σ' αυτόν ο Κύριος μίλησε με παραβολές, ούτε στους γραμματείς ή στους φαρισαίους, απευθύνεται προς τους μαθητές.

"Όταν ο Ιησούς είδε τα πλήθη ανέβηκε στο όρος, κάθισε και οι μαθητές του ήρθαν κοντά του. Τότε εκείνος άρχισε να τους διδάσκει μ' αυτά τα λόγια: "Μακάριοι όσοι νιώθουν τον εαυτό τους φτωχό μπροστά στο Θεό γιατί δική τους είναι η Βασιλεία του Θεού". "Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι ότι αυτών είναι η Βασιλεία των Ουρανών". Ματθαίος κεφ. ε'1-3.

Αυτός είναι ο πρώτος μακαρισμός που μαζί με τους άλλους επτά δίδει τον τύπο του μακαριστού ανθρώπου του ανθρώπου ο οποίος ανέβηκε από το πρώτο σκαλοπάτι που είναι η ταπείνωση μέχρι το τελευταίο που είναι η καθαρότητα της καρδιάς, η καθαρότητα του νου. Aλλά τι σημαίνει πτωχός τω πνεύματι; Δεν σημαίνει φυσικά τον πνευματικά ανάπηρο, τον ιδιώτη ή κάτι τέτοιο, αλλά ούτε και έχει σχέση με τους εν τοις πράγμασι πτωχούς, ταπεινούς και καταφρονεμένους. Πτωχός τω πνεύματι σημαίνει το να γνωρίζει και να κατανοεί ο άνθρωπος ότι οι δυνάμεις οι δικές του, συγκρινόμενες με εκείνες του Ζωωδότου Πατρός του, είναι κάτι απειροελάχιστο, είναι κάτι το πολύ ασήμαντο.

Ο άνθρωπος που αποδίδει τα πάντα στον εαυτό του, που είναι πλούσιος μέσα στην ίδια του την αυτοικανοποίηση και αυτοεκτίμηση, που ακολουθεί την αγάπη μόνο για τον εαυτό του και όχι για τους άλλους, αυτός που ακολουθεί την ματαιοδοξία του και έχει την αίσθηση ότι είναι καλύτερος από τους άλλους, είναι ο πλούσιος τω πνεύματι. Αντίθετα, ο άνθρωπος που αισθάνεται βαθιά μέσα του ότι δεν γνωρίζει τίποτα και ότι δεν είναι τίποτα και ότι δεν αξιζει τίποτα και ταυτόχρονα επιθυμεί να κατανοήσει περισσότερα και να γίνει διαφορετικός, ο άνθρωπος που αντιλαμβάνεται την άγνοιά του, τη μηδαμινότητα του και την ασημαντότητα του νου του και της κατανόησής του, είναι ο πτωχός τω πνεύματι.

Είναι ανοιχτός να δεχθεί, γνωρίζει την άγνοιά του και γι αυτό θέλει και μπορεί να ακούσει και να κατανοήσει το Θείο Λόγο και τις επαγγελίες του. Αλλά όταν είναι γεμάτος από τον εαυτό του, αν είναι κλειστός, όπως είναι οι περισσότεροι άνθρωποι, τι μπορεί να ακούσει, τι μπορεί να καταλάβει; Ακούει συνέχεια τον εαυτό του και τον επιβραβεύει. Ακούει τις φωνές της ματαιοδοξίας του και της ανικανοποίητης αγάπης για τον εαυτό του.

"Δύο άνθρωποι ανέβηκαν στο νάο για να προσευχηθούν. Ο ένας ήταν Φαρισαίος κι ο άλλος τελώνης. Ο Φαρισαίος στάθηκε επιδεικτικά και άρχισε να προσεύχεται . Και ο τελώνης αντίθετα στεκόταν πολύ πίσω και δεν τολμούσε ούτε τα μάτια του να σηκώσει στον ουρανό.." Λουκάς ιη'10-13.

Ο Φαρισαίος στράφηκε προς τον εαυτό του και όχι προς το Θεό και η προσευχή του δεν εισακούστηκε. Αντίθετα ο τελώνης αγνόησε την ασημαντότητα του εαυτού του και στράφηκε προς το Θεό και εισακούστηκε. "Ότι πας ό υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται, ό δέ ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται".

Όταν ο Κύριος είπε στον πλούσιο νεανία να πουλήσει τα υπάρχοντά του, δεν εννοούσε τα υλικά υπάρχοντα μόνο, αλλά κυρίως εκείνη την πλευρά του ανθρώπου που τον κάνει να πιστεύει ότι είναι καλύτερος από τους άλλους επειδή είναι πιο μορφωμένος νοητικά, κοινωνικά και έχει πολλά υλικά αγαθά. Που νιώθει ότι είναι ιδιαίτερα ικανός, ανεξάρτητος, πλούσιος και ότι μπορεί να αντεπεξέλθει σε οποιαδήποτε δυσκολία, μόνος του. Που νιώθει ικανοποιημένο το εγώ του, με τη ματαιοδοξία του και την ικανοποίηση που αυτή του δίνει. Δεν μπορεί όμως να νομίζει κανείς ότι γίνεται ταπεινός εύκολα.

Η ταπείνωση είναι γέννημα της γνώσης και η γνώση της δοκιμασίας. Αυτός που γνωρίζει τον εαυτό του και μόνο αυτός μπορεί να γνωρίσει τα πάντα.

Εάν κανείς δεν γευθεί ένα πράγμα δεν μπορεί να γνωρίζει τι είναι το πράγμα αυτό, αλλά αυτός που το γεύεται ας γνωρίζει ότι ένα μέρος μόνο αντιλαμβάνεται και η αντίληψη αυτή γίνεται αιτία γνώσεως και ταπεινώσεως. Αυτός που θα γνωρίσει τον εαυτό του ότι δηλαδή είναι ένα κτίσμα του Θεού, ευμετάβλητο, ότι είναι μια ψυχή που έχει ένα σώμα και ότι η ψυχή αυτή είναι αιώνια και το σώμα φθαρτό, αυτός που θα κατανοήσει ότι είναι μια απειροελάχιστη κουκιδίτσα σε ένα απέραντο και απύθμενο σύμπαν, πτυχή της Θείας Δυνάμεως, αυτός και μόνο θα μπορεί να μην υπερηφανεύεται για τίποτα, γιατί θα γνωρίσει ότι ανήκει στον κτίσαντα.

"Oι λέγοντες ή πράτοντες χωρίς ταπείνωση, εοίκασιν έν χειμώνι ή άνευ πηλού οικοδομείν".
Η ταπείνωσις ούτε ταπεινολογίαν έχει ούτε ταπεινολογεί, ουδέ φρονείν, ταπεινά βιάζεται, ουδέ εαυτόν μέμφεται ταπεινούμενος, ταύτα σχήματα εισί ταπεινώσεως.

Δύο εισίν ταπεινώσεις: Το έχειν εαυτόν υπό κάτω πάντων και το επιγράφειν Θεώ κατορθώματα.
 Γρηγόριος Σιναίτης. Φιλοκαλία Δ. σελ. 50-51.

Thursday, 30 May 2013

Θ. Λειτουργία, ἡ προσαγωγή τοῦ Υἱοῦ στόν Πατέρα

Κάθε Κυριακή, ὅταν πηγαίνουμε στή θ. λειτουργία, κατ” οὐσίαν πηγαίνουμε στή θ. Εὐχαριστία γιά νά τελέσουμε τήν πράξη πού μᾶς παρέδωσε ὁ Χριστός νά ἐπαναλαμβάνουμε, μία πράξη πού τήν ἐπετέλεσε ὁ ἴδιος στόν Μυστικό Δεῖπνο ὡς μία εὐχαριστία πρός τόν Πατέρα καί τήν διευκρίνισε κατά τήν ἀρχιερατική του προσευχή. Ἡ διαφορά τῆς θ. Εὐχαριστίας ἀπό τόν Μυστικό Δεῖπνο εἶναι ὅτι ἐν τῷ μεταξύ ἔχει μεσολαβήσει ἡ Ἀνάσταση καί ἡ Ἀνάληψη. Γι” αὐτό στή θ. Λειτουργία οἱ προσευχές ἀπευθύνονται πρός τόν Πατέρα. Δέν ἀπευθύνονται πρός τόν Υἱό, ἀφοῦ ὁ Υἱός εἶναι πού ἀνάγει τήν δημιουργία στόν Πατέρα. Ποιός εἶναι αὐτός πού προσεύχεται στή θ. Εὐχαριστία; Ἡ ἀπάντηση εἶναι ὅτι στή θ. Εὐχαριστία προσεύχεται ὁ Χριστός, δέν προσευχόμαστε ἐμεῖς. Ἡ Ἐκκλησία δέν εἴμαστε ἐμεῖς. Ἡ Ἐκκλησία δέν ἔχει «Ἐγώ». Ταυτότητα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Χριστός. Ὁ Χριστός λοιπόν προσεύχεται πρός τόν Πατέρα. Ἀλλά αὐτός ὁ Χριστός πού προσεύχεται εἶναι σεσαρκωμένος Χριστός. Ὁ Χριστός ἔχει γίνει πραγματικά ἄνθρωπος. Εἶναι καί ἄνθρωπος. Ἔχει πραγματικά ἀνθρώπινη φύση, καί μάλιστα ὁλόκληρη τήν ἀνθρώπινη φύση. Δηλαδή στό πρόσωπό του ὑπάρχει ὁλόκληρη ἡ φύση τοῦ καθενός μας. Ὁ Χριστός εἶναι συγχρόνως καί ὁ καθένας μας, εἴμαστε ὅλοι. Αὐτός λοιπόν ὁ Χριστός πού προσεύχεται πρός τόν Πατέρα ἀνάγει αὐτή τήν ἀνθρώπινη φύση- καί ὅ,τι ἡ ἀνθρώπινη φύση συνεπάγεται, δηλ. ὅλη τήν κτίση- πρός τόν Πατέρα. Ἑπομένως ἡ θεία λειτουργία εἶναι προσφορά τοῦ Χριστοῦ πρός τόν Πατέρα. Ὅμως ὁ Χριστός εἶναι ἀόρατος. Ὁρατός εἶναι αὐτός πού βρίσκεται στόν τόπο τοῦ Χριστοῦ καί εἶναι ὁ τύπος τοῦ Χριστοῦ. Ἤ, κατά τήν ἔκφραση πού βασίζεται στή θεολογία τοῦ Ἁγ. Ἰγνατίου, «ὁ εἰς τόπον καί τύπον Χριστοῦ εὑρισκόμενος» ἐπίσκοπος. Ὅταν ὁ ἐπίσκοπος προσεύχεται ἐν ὀνόματι τοῦ συναγμένου λαοῦ, δέν προσεύχεται ὡς ἄνθρωπος, προσεύχεται ὡς Χριστός. Αὐτό ὑπογραμμίζει ὅταν, στήν ἀρχή τῆς εὐχαριστιακῆς προσευχῆς, ξεκινάει μέ τή φράση «σύ εἶ ὁ προσφέρων καί προσφερόμενος». Ὁ προσφέρων, αὐτός πού προσφέρει τά δῶρα, εἶσαι σύ, ὁ Χριστός. Καί ἐπειδή εἶσαι σύ, ὁ Χριστός, μπορῶ ἐγὼ νά προσφέρω ὡς Χριστός. Αὐτό πρέπει νά τό ξεκαθαρίσουμε. Στή θ. Εὐχαριστία-καί τονίζω ὅτι δέν μιλάω γιά ἄλλες ἀκολουθίες ἤ γιά ἄλλες προσευχές- ἡ προσευχή εἶναι ἀναγωγή τοῦ κτιστοῦ στό ἄκτιστο. Τήν ἀναγωγή τήν κάνει τό ἄκτιστο, δέν τήν κάνει τό κτιστό. Τήν κάνει ὁ Υἱός, ὁ σεσαρκωμένος Υἱός, ὁ ἐνανθρωπήσας Υἱός. Αὐτός ὁ Υἱός διά τοῦ ἐπισκόπου, προσφέρει τήν κτίση, σύμπασα τήν κτίση, δηλ. προσφέρει ὅλους μας, προσφέρει τήν σάρκα του, τόν ἑαυτό του, ψωμί καί κρασί, ὅπως ἔχει ὁρίσει ὁ ἴδιος ὁ Υἱός, τά προσφέρει ὅλα στόν Πατέρα. Καί ἔτσι πραγματοποιεῖται αὐτό πού λέμε «Δευτέρα Παρουσία», αὐτό πού λέμε «Βασιλεία τοῦ Θεοῦ», αὐτό πού λέμε «γαμήλιο δεῖπνο» τῆς Δευτέρας Παρουσίας, αὐτό πού λέμε «γάμοι τοῦ βασιλέως», ὅπως τό ἔχει προδιατυπώσει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός στίς παραβολές του ἤ στίς εἰκόνες πού ἔχει στή διδασκαλία του. Πῶς πραγματοποιοῦνται ὅλα αὐτά; Ὁ Πατέρας στέλνει πίσω αὐτά τά δῶρα πού τοῦ προσέφερε ὁ Υἱός, κι ἔτσι ἑνώνει σύμπασα τήν κτίση μέ τά τρία πρόσωπα τῆς θεότητας. Θεώνεται ἡ κτίση διά τῶν δώρων αὐτῶν τῶν συγκεκριμένων. Αὐτό δηλώνεται ρητά στή θ. Λειτουργία:» ὅπως ὁ φιλάνθρωπος Θεός ἡμῶν, ὁ προσδεξάμενος αὐτά [τά προσκομισθέντα καί ἁγιασθέντα τίμια δῶρα]…ἀντικαταπέμψη ἡμῖν τήν θείαν χάριν καί τήν δωρεάν τοῦ Ἁγ. Πνεύματος». Ὑπάρχει μία πέμψις καί μία ἀντικατάπεμψις. Τήν πέμψη τήν κάνει ὁ Υἱός πρός τόν Πατέρα. Τήν ἀντικατάπεμψη τήν κάνει ὁ Πατέρας πρός τόν Υἱό. Ἀλλά ὁ Υἱός εἶναι σεσαρκωμένος. Κι ὁ Πατέρας ἀντικαταπέμπει τά δῶρα σέ αὐτό πού εἶναι ὁ Υἱός, δηλ. στόν ἄνθρωπο, δηλ. στόν καθένα μας. Καί γι’ αὐτό, ὅταν τρῶμε ἀπό τό ψωμί αὐτό καί πίνουμε ἀπό τό κρασί αὐτό, μιλᾶμε γιά κοινωνία θεώσεως». Γινόμαστε ἐκείνη τή στιγμή «θεῖον σῶμα». Μπορεῖ νά ἐκπέσουμε αὐτῆς τῆς θεώσεως μόλις φύγουμε ἀπό τό τραπέζι τῆς Εὐχαριστίας. Μπορεῖ νά λαχταρήσουμε νά ξαναπᾶμε σ” αὐτήν τήν κοινωνία θεώσεως, ὅταν ἑτοιμαζόμαστε νά πᾶμε στό τραπέζι τῆς θ. Εὐχαριστίας. Ἀλλά αὐτή ἡ θέωση πραγματοποιεῖται. Μέσα σ” αὐτήν τήν εὐχαριστία εἴμαστε ὅλοι ἅγιοι. Τά ἅγια δῶρα μεταδίδονται σέ ἁγίους. Εἴμαστε ὅλοι ἅγιοι, γιατί εἶναι ἅγιος αὐτός πού τά προσφέρει, παίρνοντάς τα ἀπό ἐμᾶς καί δίδοντάς τα πάλι σ” ἐμᾶς.  
Μαυρόπουλος Δημήτριος

ELDER PAISIOS-Spiritual Life in the Family

  The practice of virtue within the family
—Elder, how can a husband become practiced in the virtues?
—God will give him opportunities. Many men, however, after asking God to give them opportunities to practice the virtues, grumble when they are faced with a certain difficulty. For example, sometimes the Good God, in His boundless love, and in order to provide practice in humility and patience, will take away his Grace from the wife, and she will begin acting outlandishly and treating the husband inconsiderately. Then the husband should not complain, but rather rejoice and thank God for the opportunity to struggle which He has given him. Or, a mother asks God to grant her patience. Her little child then comes in, and as soon as she has the table set for dinner, he pulls on the table cloth and everything spills on the floor. At such times it’s as if the child is saying to his mother: “Mama, be patient!”
In general, the difficulties which exist today in the world force those who desire to live a little spiritual life to be watchful. Just as, may God protect us, in a war the people are in a watchful state, I see the same thing happening now with whomever strives to live spiritually. Look how tough the poor children have it who are close to the Church! But the war, which exists because of the terrible environment in which they live, helps them, in a way, to stay awake. You see, in times of peace, when there are no difficulties, the majority of people slack off. Instead, they should utilize such serenity for spiritual growth—to cut off their shortcomings and cultivate the virtues.
Silence greatly helps in spiritual life. It is good for one to practice silence for about an hour a day: to test himself, to acknowledge his passions and to fight in order to cut them off and purify his heart. It is very good if there is a quiet room in the house which gives him the feeling of a monastic cell. There, “in secret” [4], he is able to do his spiritual maintenance, to study, and to pray. A little spiritual study done before prayer helps greatly. The soul warms up and the mind is transported to the spiritual realm. That’s why, when a person has many distractions during the day, he should rejoice if he has ten minutes for prayer, or even two minutes to read something, so as to drive away distractions.
—Elder, is this perhaps too difficult for someone living in the world?
—No, there are laymen who live very spiritually—even like ascetics—with their fasting, their services, their prayer ropes, their prostrations—even with children and grandchildren. On Sunday they go to church, receive Holy Communion, and then return home again to their “cell,” just like the hermits who go to the Kyriakon [5] on Sunday, and afterwards keep silence in their cells. Glory to God! There are many such souls in the world. As a matter of fact, I know a certain family man who says the Jesus prayer unceasingly, wherever he is, and has continuous tears at prayer. His prayer has become self-activating, and his tears are sweet; they are tears of divine rejoicing. I also remember a certain worker on the Holy Mountain—Yanni was his name—who worked very hard, doing the work of two men. I had advised him to start saying the Jesus Prayer while working, and slowly but surely he grew accustomed to it. He came to me once and told me that he felt great joy when he said the prayer. “‘Dawn is breaking,’” I told him. Soon after I learned he had been killed by two drunks. How saddened I was! A few days later a certain monk was looking for a tool, but he couldn’t find it because Yanni had put it somewhere. That evening Yanni appeared to him in his sleep and told him where he had left it. He had attained such a spiritual state that enabled him to help others from the life hereafter.
How simple spiritual life is! If one loves God, if he acknowledges His great Sacrifice and benefactions and if he forces himself with discernment in imitating the Saints, he will quickly become holy. He attains humility and an understanding of his own wretchedness and his tremendous ungratefulness to God.
Prayer in the family
—Elder, should the entire family do compline together at night? [6]
—The older family members should motivate the youngsters with their solemnity. They should do compline and say to the small children: “If you want, stay a little while.” When the children are somewhat bigger they can have a rule—for example, fifteen minutes for the older ones, and two to five minutes for the small children—then after their rule, as much as they want. If the parents make them stay for all of compline they’ll resent it. Parents shouldn’t pressure their children because they don’t yet understand the power and value of prayer. Parents, you could say, are able to eat beans and meat: hearty food. But when a little child is still only drinking milk, should they tell him to eat meat because it is strengthening? Maybe it is more strengthening, but the poor thing can’t even digest it. That’s why starting out they should give him little pieces of meat and broth, so that he’ll want more.
—Elder, sometimes even the adults are so tired in the evening that they aren’t able to do compline.
—When adults are very tired or sick they should say half of the compline or at least one “Our Father.” They should not completely bypass prayer. In wartime if you end up on a hill in the evening, surrounded by enemies, you let out a few shots to frighten the enemy, so they will not attack. Adults should also let out a few shots so as to scare the little demons away.
Prayer has great power within the family. I know two siblings who not only kept their parents—who had a big problem between them—from separating, but even caused them to be more in love. With us my father said: “You don’t know what you’re going to do; two times a day you must entrust the future to God, so as to know where you’ll end up.” Each morning and evening we would all pray together before the icons, father, mother and the children, ending with a prostration before the icon of Christ. When a problem arose in the family we would pray and it would clear up. I remember once, when our youngest brother got sick and my father said: “Come, let’s beg God to make him well or to take him, so that he won’t suffer anymore.” We all prayed together and he recovered.
Even at the table, we all sat together. First we prayed and then we would begin eating. If someone started to eat before the food was blessed we would say “he fornicated.” We considered a failure to remain temperate fornication. It destroys a family if each person comes home, at whatever hour he wants, and eats alone without reason.
Children and the spiritual life
Elder, if a mother gives holy water to her child and he spits it out, what should she do?
—She should pray for her child. Maybe the way in which she gives the holy water to her child causes a reaction. For the child to be on the path of God the parents must also live right spiritually. Some parents who are religious strive to help their children to become good, not because they are concerned for the salvation of their souls, but because they what to have good children. In other words, they are more worried about what people will say about their child instead of whether they might go to hell. So how can God help? The aim is not for children to go to church through compulsion, but to love the church; not to do good through compulsion, but to feel the need to do good. The holy lives of parents instruct the souls of their children and they naturally follow. In this way they grow up piously, with health of both soul and body and without spiritual injuries. If parents force their children out of fear of God, He helps and the child is benefited. If, however, they do it out of egoism, then God does not help. Children are often troubled because of their parent’s pride.
—Elder, some mothers ask us what prayer should a child of three or four years old do?
—You should tell them: “You are the mother; see how much your child can handle.” They shouldn’t give them a rule.
—Elder, what if the little children get tired when their parents bring them here for vigils? [7]
—During Orthros they should let them out a little to relax, and during Divine Liturgy bring them back into the church.
Without forcing their children mothers must teach them to pray. Villagers in Cappadocia* intensely lived the ascetic tradition. They would take their children to hermitages, do prostrations and pray with tears, and in this way, the children learned how to pray. Chetes [8] would sometimes go by night to rob them; and when passing the chapels they would hear crying and stop in surprise. “OK, what’s going on?” they would say. “During the day they are all smiles and at night they cry?” They couldn’t understand what was going on.
Miracles happen through the prayers of small children. Whatever they ask of God He gives them because they are guileless and He hears their pure prayer. I remember one time our parents had gone out into the field and had left me in the house with my two younger siblings. The sky suddenly darkened and a torrential rainstorm began. “What will our parents do now?,” we said. “How will they get back home?” The two little ones began crying. “Come here,” I told them, “we will ask Christ to stop the rain.” The three of us knelt down before the family’s icons and prayed. In just a few minutes the rain stopped.
Parents must use discernment to help their children draw near to Christ from their early years, and from their childhood to live the joy on high—spiritual joy. When they start school they should learn, little by little, to read spiritual books to help themselves live spiritually. In this way they will become little angels, and their prayers will have greater boldness before God. Such children are spiritual heads of the home. The lives of saints especially help small children in their spiritual lives. As a small boy I found a little book of the lives of saints which they had back in those days. I went out into the forest to read and pray. I was flying with joy. From the age of ten to sixteen, when the Greek-Italian war began, I lived the spiritual life without restraint. Childhood joys are pure; they leave an imprint on a person that greatly affects him when he grows up. If children live spiritually they will live joyfully in this life, and in the next they will rejoice eternally with Christ.
Temptations on feast days
—Elder, why do temptations often occur on feast days?
—Don’t you know? On feast days, Christ, the Panagia, and the Saints are joyful. They treat people, giving blessings and spiritual gifts. If parents give gifts when their children celebrate their namedays and kings release prisoners when a prince is born, why shouldn’t the Saints care for us on special occasions, too? Certainly the joy they give greatly endures and our souls are greatly helped. Knowing this the devil creates temptations in order to deprive people of the Divine gifts: they neither rejoice nor benefit from the feast. Sometimes you even see when a family is preparing to commune on a feast day, that the devil will send them a temptation to fight and then not only do they not commune, but they don’t even go to church! That’s how the little demon does it, so as to be deprived of all Divine help.
The same thing can be seen in our own monastic life. Many times the little demon—tempter that he is, because he knows from experience that we will be spiritually helped on some feast—will, beginning on the eve of the feast, create an atmosphere of temptation. For example, he might get us to quarrel with another brother, and then afterwards torment us in order to overpower us both spiritually and bodily. In this way he doesn’t allow us to benefit from the feast, with its joyous atmosphere of doxology. But the Good God helps us when He sees that we had not given occasion, but that this happened only by the envy of the evil one. And God helps us even more when we humbly reproach ourselves, blaming neither our brother nor even the devil, who hates everything good. For his work is this: to create scandals and spread evil—while man, as the image of God, should spread peace and goodness.

An excerpt from the book Family Life (Vol 4), by Elder Paisios the Athonite

Wednesday, 29 May 2013


Σέ λίγους πιστούς εἶναι γνωστή ἡ ἑορτή, μέ τήν ὁποία θά ἀσχοληθοῦμε τώρα. Ἐκτός ἀπό τούς ἱερεῖς καί μερικούς ἄλλους χριστιανούς, πού ἔχουν ἕνα στενότερο σύνδεσμο μέ τήν Ἐκκλησία μας, οἱ περισσότεροι δέν γνωρίζουν κἄν τήν ὕπαρξί της. Λίγοι εἶναι ἐκεῖνοι πού ἐκκλησιάζονται κατ᾽ αὐτή καί περισσότεροι δέν ὑποπτεύονται κἄν ὅτι τήν Τετάρτη μετά τήν Κυριακή τοῦ Παραλύτου πανηγυρίζει ἡ Ἐκκλησία μία μεγάλη δεσποτική ἑορτή, τήν ἑορτή τῆς Μεσοπεντηκοστῆς. Καί ὅμως κάποτε ἡ ἑορτή τῆς Μεσοπεντηκοστῆς ἦταν ἡ μεγάλη ἑορτή τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί συνέτρεχαν κατ᾽ αὐτή στόν μεγάλο ναό πλήθη λαοῦ. Δέν ἔχει κανείς παρά νά ἀνοίξῃ τήν Ἔκθεσι τῆς Βασιλείου Τάξεως (Κεφ. 26) τοῦ Κωνσταντίνου Πορφυρογεννήτου γιά νά ἰδῇ τό ἐπίσημο τυπικό τοῦ ἑορτασμοῦ, ὅπως ἐτελεῖτο μέχρι τήν Μεσοπεντηκοστή τοῦ ἔτους 903 στόν ναό τοῦ ἁγίου Μωκίου στήν Κωνσταντινούπολι, μέχρι δηλαδή τήν ἡμέρα πού ἔγινε ἡ ἀπόπειρα κατά τῆς ζωῆς τοῦ αὐτοκράτορος Λέοντος ΣΤ' τοῦ Σοφοῦ (11 Μαΐου 903). Ἐκεῖ ὑπάρχει μία λεπτομερής περιγραφή τοῦ λαμπροῦ πανηγυρισμοῦ, πού καταλαμβάνει ὁλόκληρες σελίδες καί καθορίζει μέ τήν γνωστή παράξενη βυζαντινή ὁρολογία, πῶς ὁ αὐτοκράτωρ τό πρωΐ τῆς ἑορτῆς μέ τά ἐπίσημα βασιλικά του ἐνδύματα καί τήν συνοδεία του ξεκινοῦσε ἀπό τό ἱερό παλάτιο γιά νά μεταβῇ στόν ναό τοῦ ἁγίου Μωκίου, ὅπου θά ἐτελεῖτο ἡ θεία λειτουργία. Σέ λίγο ἔφθανε ἡ λιτανεία μέ ἐπί κεφαλῆς τόν πατριάρχη, καί βασιλεύς καί πατριάρχης εἰσήρχοντο ἐπισήμως στόν ναό. Ἡ θεία λειτουργία ἐτελεῖτο μέ τήν συνήθη στίς μεγάλες ἑορτές βυζαντινή μεγαλοπρέπεια. Μετά ἀπό αὐτήν ὁ αὐτοκράτωρ παρέθετε πρόγευμα, στό ὁποῖο παρεκάθητο καί ὁ πατριάρχης. Καί πάλι ὁ βασιλεύς ὑπό τίς ἐπευφημίες τοῦ πλήθους «Εἰς πολλούς καί ἀγαθούς χρόνους ὁ Θεός ἀγάγει τήν βασιλείαν ὑμῶν» καί μέ πολλούς ἐνδιαμέσους σταθμούς ἐπέστρεφε στό ἱερό παλάτιο.
Ἀλλά καί στά σημερινά μας λειτουργικά βιβλία, στό Πεντηκοστάριο, βλέπει κανείς τά ἴχνη τῆς παλαιᾶς της λαμπρότητος. Παρουσιάζεται σάν μία μεγάλη δεσποτική ἑορτή, μέ τά ἐκλεκτά της τροπάρια καί τούς διπλοῦς της κανόνες, ἔργα τῶν μεγάλων ὑμνογράφων, τοῦ Θεοφάνους καί τοῦ Ἀνδρέου Κρήτης, μέ τά ἀναγνώσματά της καί τήν ἐπίδρασί της στίς πρό καί μετά ἀπό αὐτήν Κυριακές καί μέ τήν παράτασι τοῦ ἑορτασμοῦ της ἐπί ὀκτώ ἡμέρες κατά τόν τύπο τῶν μεγάλων ἑορτῶν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους.
Ποιό ὅμως εἶναι τό θέμα τῆς ἰδιορρύθμου αὐτῆς ἑορτῆς; Ὄχι πάντως κανένα γεγονός τῆς εὐαγγελικῆς ἱστορίας. Τό θέμα της εἶναι καθαρά ἑορτολογικό καί θεωρητικό. Ἡ Τετάρτη τῆς Μεσοπεντηκοστῆς εἶναι ἡ 25η ἀπό τοῦ Πάσχα καί ἡ 25η πρό τῆς Πεντηκοστῆς ἡμέρα. Σημειώνει τό μέσον τῆς περιόδου τῶν 50 μετά τό Πάσχα ἑορτασίμων ἡμερῶν. Εἶναι δηλαδή ἕνας σταθμός, μία τομή. Ὡραῖα τό τοποθετεῖ τό πρῶτο τροπάριο τοῦ ἑσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς:

«Πάρεστιν ἡ μεσότης ἡμερῶν,
τῶν ἐκ σωτηρίου ἀρχομένων ἐγέρσεως
Πεντηκοστῇ δέ τῇ θείᾳ σφραγιζομένων,
καί λάμπει τάς λαμπρότητας
ἀμφοτέρωθεν ἔχουσα
καί ἑνοῦσα τάς δύο
καί παρεῖναι τήν δόξαν προφαίνουσα
τῆς δεσποτικῆς ἀναλήψεως σεμνύνεται».

Χωρίς δηλαδή νά ἔχῃ δικό της θέμα ἡ ἡμέρα αὐτή συνδυάζει τά θέματα, τοῦ Πάσχα ἀφ᾽ ἑνός καί τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀφ᾽ ἑτέρου, καί «προφαίνει» τήν δόξαν τῆς ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου, πού θά ἑορτασθῇ μετά ἀπό 15 ἡμέρες. Ἀκριβῶς δέ αὐτό τό μέσον τῶν δύο μεγάλων ἑορτῶν ἔφερνε στό νοῦ καί ἕνα ἑβραϊκό ἐπίθετο τοῦ Κυρίου, τό «Μεσσίας». Μεσσίας στά ἑλληνικά μεταφράζεται Χριστός. Ἀλλά ἠχητικά θυμίζει τό μέσον. Ἔτσι καί στά τροπάρια καί στό συναξάριο τῆς ἡμέρας ἡ παρετυμολογία αὐτή γίνεται ἀφορμή νά παρουσιασθῇ ὁ Χριστός σάν Μεσσίας – μεσίτης Θεοῦ καί ἀνθρώπων, «μεσίτης καί διαλλάκτης ἡμῶν καί τοῦ αἰωνίου αὐτοῦ Πατρός». «Διά ταύτην τήν αἰτίαν τήν παροῦσαν ἑορτήν ἑορτάζοντες καί Μεσοπεντηκοστήν ὀνομάζοντες τόν Μεσσίαν τε ἀνυμνοῦμεν Χριστόν», σημειώνει ὁ Νικηφόρος Ξανθόπουλος στό συναξάριο. Σ᾽ αὐτό βοήθησε καί ἡ εὐαγγελική περικοπή, πού ἐξελέγη γιά τήν ἡμέρα αὐτή (Ἰω. 7, 14-30). Μεσούσης τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἰουδαϊκοῦ Πάσχα ὁ Χριστός ἀνεβαίνει στό ἱερό καί διδάσκει. Ἡ διδασκαλία Του προκαλεῖ τόν θαυμασμό, ἀλλά καί ζωηρά ἀντιδικία μεταξύ αὐτοῦ καί τοῦ λαοῦ καί τῶν διδασκάλων. Εἶναι Μεσσίας ὁ Ἰησοῦς ἤ δέν εἶναι; Εἶναι ἡ διδασκαλία τοῦ Ἰησοῦ ἐκ Θεοῦ ἤ δέν εἶναι; Νέο λοιπόν θέμα προστίθεται: ὁ Χριστός εἶναι διδάσκαλος. Αὐτός πού ἐνῷ δέν ἔμαθε γράμματα κατέχει τό πλήρωμα τῆς σοφίας, γιατί εἶναι ἡ Σοφία τοῦ Θεοῦ ἡ κατασκευάσασα τόν κόσμον. Ἀκριβῶς ἀπό αὐτόν τόν διάλογο ἐμπνέεται μεγάλο μέρος τῆς ὑμνογραφίας τῆς ἑορτῆς. Ἐκεῖνος πού διδάσκει στόν ναό, στό μέσον τῶν διδασκάλων τοῦ Ἰουδαϊκοῦ λαοῦ, στό μέσον τῆς ἑορτῆς, εἶναι ὁ Μεσσίας, ὁ Χριστός, ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ. Αὐτός πού ἀποδοκιμάζεται ἀπό τούς δῆθεν σοφούς τοῦ λαοῦ Του εἶναι ἡ τοῦ Θεοῦ Σοφία. Ἐκλέγομε ἕνα ἀπό τά πιό χαρακτηριστικά τροπάρια, τό δοξαστικό τῶν ἀποστίχων τοῦ ἑσπερινοῦ τοῦ πλ. δ' ἤχου:

Μεσούσης τῆς ἑορτῆς
διδάσκοντός σου, Σωτήρ,
ἔλεγον οἱ Ἰουδαῖοι·
Πῶς οὗτος οἶδε γράμματα, μή μεμαθηκώς;
ἀγνοοῦντες ὅτι σύ εἶ ἡ Σοφία
ἡ κατασκευάσασα τόν κόσμον.
Δόξα σοι».

Λίγες σειρές πιό κάτω στό Εὐαγγέλιο τοῦ Ἰωάννου, ἀμέσως μετά τήν περικοπή πού περιλαμβάνει τόν διάλογο τοῦ Κυρίου μέ τούς Ἰουδαίους «Τῆς ἑορτῆς μεσούσης», ἔρχεται ἕνας παρόμοιος διάλογος, πού ἔλαβε χώραν μεταξύ Χριστοῦ καί τῶν Ἰουδαίων «τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ τῇ μεγάλῃ τῆς ἑορτῆς», δηλαδή κατά τήν Πεντηκοστή. Αὐτός ἀρχίζει μέ μία μεγαλήγορο φράσι τοῦ Κυρίου.«Ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρός με καί πινέτω.ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, καθώς εἶπεν ἡ γραφή, ποταμοί ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ρεύσουσιν ὕδατος ζῶντος» (Ἰω. 7, 37-38). Καί σχολιάζει ὁ Εὐαγγελιστής.«Τοῦτο δέ εἶπε περί τοῦ Πνεύματος, οὗ ἔμελλον λαμβάνειν οἱ πιστεύοντες εἰς αὐτόν» (Ἰω. 7, 39). Δέν ἔχει σημασία ὅτι οἱ λόγοι αὐτοί τοῦ Κυρίου δέν ἐλέχθησαν κατά τήν Μεσοπεντηκοστή, ἀλλά λίγες ἡμέρες ἀργότερα. Ποιητικῇ ἀδείᾳ μπῆκαν στό στόμα τοῦ Κυρίου στήν ὁμιλία Του κατά τήν Μεσοπεντηκοστή. Ταίριαζαν ἐξ ἄλλου τόσο πολύ μέ τό θέμα τῆς ἑορτῆς. Δέν μποροῦσε νά βρεθῇ πιό παραστατική εἰκόνα γιά νά δειχθῇ ὁ χαρακτήρ τοῦ διδακτικοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ. Στό διψασμένο ἀνθρώπινο γένος ἡ διδασκαλία τοῦ Κυρίου ἦλθε σάν ὕδωρ ζῶν, σάν ποταμός χάριτος πού ἐδρόσισε τό πρόσωπο τῆς γῆς. Ὁ Χριστός εἶναι ἡ πηγή τῆς χάριτος, τοῦ ὕδατος τοῦ ἁλλομένου εἰς ζωήν αἰώνιον, πού ξεδιψᾷ καί ἀρδεύει τίς συνεχόμενες ἀπό βασανιστική δίψα ψυχές τῶν ἀνθρώπων. Πού μεταβάλλει τούς πίνοντας σέ πηγές.«Ποταμοί ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ρεύσουσι ὕδατος ζῶντος» (Ἰω. 7, 38). «Καί γενήσεται αὐτῷ πηγή ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωήν αἰώνιον», εἶπε στήν Σαμαρείτιδα (Ἰω. 4, 14). Πού μετέτρεψε τήν ἔρημο τοῦ κόσμου σέ θεοφύτευτο παράδεισο ἀειθαλῶν δένδρων φυτευμένων παρά τάς διεξόδους τῶν ὑδάτων τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Τό γόνιμο αὐτό θέμα ἔδωσε νέες ἀφορμές στήν ἐκκλησιαστική ποίησι καί στόλισε τήν ἑορτή τῆς Μεσοπεντηκοστῆς μέ ἐξαιρέτους ὕμνους. Διαλέγομε τρεῖς, τούς πιό χαρακτηριστικούς: Τό κάθισμα τοῦ πλ. δ' ἤχου πρός τό «Τήν Σοφίαν καί Λόγον», πού ψάλλεται μετά τήν γ' ᾠδή τοῦ κανόνος στήν ἀκολουθία τοῦ ὄρθρου:

«Τῆς σοφίας τό ὕδωρ καί τῆς ζωῆς
ἀναβρύζων τῷ κόσμῳ, πάντας, Σωτήρ,
καλεῖς τοῦ ἀρύσασθαι
σωτηρίας τά νάματα·
τόν γάρ θεῖον νόμον σου
δεχόμενος ἄνθρωπος,
ἐν αὐτῷ σβεννύει
τῆς πλάνης τούς ἄνθρακας.
Ὅθεν εἰς αἰῶνας
οὐ διψήσει, οὐ λήξει
τοῦ κόρου σου δέσποτα, βασιλεῦ ἐπουράνιε.
Διά τοῦτο δοξάζομεν
τό κράτος σου, Χριστέ ὁ Θεός,
τῶν πταισμάτων ἄφεσιν αἰτούμενοι
καταπέμψαι πλουσίως
τοῖς δούλοις σου».

Τό ἀπολυτίκιο καί τό κοντάκιο τῆς ἑορτῆς, τό πρῶτο τοῦ πλ. δ' καί τό δεύτερο τοῦ δ' ἤχου:
«Μεσούσης τῆς ἑορτῆς
διψῶσάν μου τήν ψυχήν
εὐσεβείας πότισον νάματα·
ὅτι πᾶσι, Σωτήρ ἐβόησας·
Ὁ διψῶν ἐρχέσθω πρός με καί πινέτω.
Ἡ πηγή τῆς ζωῆς, Χριστέ ὁ Θεός, δόξα σοι».
«Τῆς ἑορτῆς τῆς νομικῆς μεσαζούσης
ὁ τῶν ἁπάντων ποιητής καί δεσπότης
πρός τούς παρόντας ἔλεγες, Χριστέ ὁ Θεός·
Δεῦτε καί ἀρύσασθαι ὕδωρ ἀθανασίας.
Ὅθεν σοι προσπίπτομεν καί πιστῶς ἐκβοῶμεν·
Τούς οἰκτιρμούς σου δώρησαι ἡμῖν,
σύ γάρ ὑπάρχεις πηγή τῆς ζωῆς ἡμῶν».
Καί τέλος τό ἀπαράμιλλο ἐξαποστειλάριο τῆς ἑορτῆς:
«Ὁ τόν κρατῆρα ἔχων
τῶν ἀκενώτων δωρεῶν,
δός μοι ἀρύσασθαι ὕδωρ
εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν·
ὅτι συνέχομαι δίψῃ,
εὔσπλαγχνε μόνε οἰκτίρμον».

Αὐτή μέ λίγα λόγια εἶναι ἡ ἑορτή τῆς Μεσοπεντηκοστῆς. Ἡ ἔλλειψις ἱστορικοῦ ὑποβάθρου τῆς στέρησε τόν ἀπαραίτητο ἐκεῖνο λαϊκό χαρακτῆρα, πού θά τήν ἔκανε προσφιλῆ στόν πολύ κόσμο. Καί τό ἐντελῶς θεωρητικό της θέμα δέν βοήθησε τούς χριστιανούς, πού δέν εἶχαν τίς ἀπαραίτητες θεολογικές προϋποθέσεις, νά ξεπεράσουν τήν ἐπιφάνεια καί νά εἰσδύσουν στήν πανηγυριζόμενη δόξα τοῦ διδασκάλου Χριστοῦ, τῆς Σοφίας καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, τῆς πηγῆς τοῦ ἀκενώτου ὕδατος. Συνέβη μέ αὐτή κάτι ἀνάλογο μέ ἐκεῖνο πού συνέβη μέ τούς περιφήμους ναούς τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας, πού ἀντί νά τιμῶνται στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ὡς Σοφίας τοῦ Θεοῦ, πρός τιμήν τοῦ ὁποίου ἀνηγέρθησαν, κατήντησαν, γιά τούς ἰδίους λόγους, νά πανηγυρίζουν στήν ἑορτή τῆς Πεντηκοστῆς ἤ τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἤ τῆς ἁγίας Τριάδος ἤ τῶν Εἰσοδίων ἤ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου ἤ καί αὐτῆς τῆς μάρτυρος Σοφίας καί τῶν τριῶν θυγατέρων της Πίστεως, Ἐλπίδος καί Ἀγάπης.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...