Thursday, 18 December 2014

"The Word became flesh", by St. John of Kronstadt


A Sermon by St John of Kronstadt on the Nativity of Christ

The Word became flesh; that is, the Son of God, co-eternal with God the Father and with the Holy Spirit, became human – having become incarnate of the Holy Spirit and the Virgin Mary. O, wondrous, awesome and salvific mystery! The One Who had no beginning took on a beginning according to humanity; the One without flesh assumed flesh. God became man – without ceasing to be God. The Unapproachable One became approachable to all, in the aspect of an humble servant. Why, and for what reason, was there such condescension [shown] on the part of the Creator toward His transgressing creatures – toward humanity which, through an act of its own will had fallen away from God, its Creator?

It was by reason of a supreme, inexpressible mercy toward His creation on the part of the Master, Who could not bear to see the entire race of mankind – which, He, in creating, had endowed with wondrous gifts – enslaved by the devil and thus destined for eternal suffering and torment.

And the Word became flesh! order to make us earthly beings into heavenly ones, in order to make sinners into saints; in order to raise us up from corruption into incorruption, from earth to heaven; from enslavement to sin and the devil – into the glorious freedom of children of God; from death – into immortality, in order to make us sons of God and to seat us together with Him upon the Throne as His royal children.

O, boundless compassion of God! O, inexpressible wisdom of God! O, great wonder, astounding not only the human mind, but the angelic [mind] as well!

Let us glorify God! With the coming of the Son of God in the flesh upon the earth, with His offering Himself up as a sacrifice for the sinful human race, there is given to those who believe the blessing of the Heavenly Father, replacing that curse which had been uttered by God in the beginning; they are adopted and receive the promise of an eternal inheritance of life. To a humanity orphaned by reason of sin, the Heavenly Father returns anew through the mystery of re-birth, that is, through baptism and repentance. People are freed of the tormenting, death-bearing authority of the devil, of the afflictions of sin and of various passions.

Human nature is deified for the sake of the boundless compassion of the Son of God; and its sins are purified; the defiled are sanctified. The ailing are healed. Upon those in dishonour are boundless honour and glory bestowed.

Those in darkness are enlightened by the Divine light of grace and reason.

The human mind is given the rational power of God – we have the mind of Christ (Cor. 2, 16), says the Holy apostle Paul. To the human heart, the heart of Christ is given. The perishable is made immortal. Those naked and wounded by sin and by passions are adorned in Divine glory. Those who hunger and thirst are sated and assuaged by the nourishing and soul-strengthening Word of God and by the most pure Body and Divine Blood of Christ. The inconsolable are consoled. Those ravaged by the devil have been – and continue to be – delivered.

What, then, O, brethren, is required of us in order that we might avail ourselves of all the grace brought unto us from on high by the coming to earth of the Son of God? What is necessary, first of all, is faith in the Son of God, in the Gospel as the salvation-bestowing heavenly teaching; a true repentance of sins and the correction of life and of heart; communion in prayer and in the mysteries [sacraments]; the knowledge and fulfillment of Christ’s commandments. Also necessary are the virtues: Christian humility, alms-giving, continence, purity and chastity, simplicity and goodness of heart.

Let us, then, O brothers and sisters, bring these virtues as a gift to the One Who was born for the sake of our salvation – let us bring them in place of the gold, frankincense and myrrh which the Magi brought Him, as to One Who is King, God, and Man, come to die for us. This, from us, shall be the most-pleasing form of sacrifice to God and to the Infant Jesus Christ.

(Translated into English by G. Spruksts, from the Russian text appearing in Chapter 2 of "Solntse Pravdy: O Zhizni i Uchenii Gospoda Nashego, Iisusa Khrista" ["The Sun of Righteousness: On the Life and Teaching of Our Lord, Jesus Christ"], by Protopriest [Saint] Ioann [John] (Sergiev) of Kronstadt, pp. 4-6. English-language translation copyright © 1983, 1996 by The Saint Stefan of Perm' Guild, The Russian Cultural Heritage Society, and the Translator. All rights reserved. Reprinted by permission from "KITEZH: The Journal of the Russian Cultural Heritage Society," Vol. 12, No. 4 (48).

Το καλό που σου έκανα… συνέχισέ το!

Θα ‘θελα να σας μεταφέρω μια ιστορία κάπως διαφορετική, ίσως ουτοπική μα δυνατή και με νόημα μεγάλο. Κάτι που έχουμε ανάγκη πια, σε ότι συμβαίνει δίπλα μας τούτες τις μέρες…
Πριν από χρόνια ένας σπουδαίος γιατρός ταξίδευε με την οικογένειά του στην έρημο με ένα τροχόσπιτο. Ξαφνικά, μετά από ένα απότομο τράνταγμα, το αυτοκίνητο στρίβει δεξιά στο πλάι του δρόμου.
Λάστιχο στον μπροστινό δεξί τροχό. Τα δίδυμα έχουν τρομάξει, η γυναίκα του προσπαθεί να τα ηρεμήσει. «Μην ανησυχείτε», τους λέει, «θα βάλω τη ρεζέρβα και θα συνεχίσουμε». Πράγματι, αλλάζει το λάστιχο με μεγάλο κόπο.
Είχε 40 βαθμούς θερμοκρασία. Μπαίνει στο αυτοκίνητο και διαπιστώνει πως τα δίδυμα συνεχίζουν να κλαίνε. Η γυναίκα του έχει απελπιστεί. Ο γιατρός της λέει: «Κάνε υπομονή, σε 50 χιλιόμετρα έχει βενζινάδικο και θα σταματήσουμε». Ξαναβγαίνει στο δρόμο, δεν προλαβαίνει όμως να κάνει πάνω από 50 μέτρα και ένας θόρυβος, ίδιος με πριν, τον αναγκάζει να φρενάρει απότομα.
Βγαίνει και τι να δει; Και το άλλο λάστιχο σκασμένο.
Τα δίδυμα έχουν τρομάξει πολύ και κλαίνε πια με λυγμούς. Ο γιατρός είναι απελπισμένος και η γυναίκα του από τον πανικό της βρίσκεται σε κατάσταση υστερίας. Εν τω μεταξύ, αρχίζει να πέφτει το σκοτάδι και ούτε ένα αυτοκίνητο δε φαίνεται στον ορίζοντα. Ο γιατρός όσο περνά η ώρα καταλαμβάνεται από έναν απίστευτο φόβο, όχι τόσο για τον ίδιο όσο για την οικογένειά του.
Έχουν περάσει δύο ώρες, όταν στο βάθος φαίνονται τα φώτα ενός αυτοκινήτου. Ο γιατρός σαν τρελός με τα χέρια ψηλά τρέχει στη μέση του δρόμου να σταματήσει τον περαστικό για να ζητήσει βοήθεια. Το αυτοκίνητο πλησιάζει και φρενάρει. Είναι ένα μεγάλο αγροτικό που στην καρότσα του έχει ένα λυκόσκυλο. Φαίνεται καλό σκυλί. Ο γιατρός πάει στο τζάμι του οδηγού και αντικρίζει ένα μεγαλόσωμο άνδρα με απεριποίητο μούσι. Στο δεξί κάθισμα βλέπει ένα ζευγάρι δεκανίκια.
«Σε παρακαλώ, έχω δύο μικρά παιδιά, έπαθα δύο φορές λάστιχο, βοήθησέ μας», λέει στον άγνωστο οδηγό. «Και τι θες να κάνω;», του απαντάει εκείνος. «Είδα στο χάρτη ότι σε 50 χιλιόμετρα έχει ένα βενζινάδικο. Θα με πας να φτιάξω το λάστιχο;», του λέει ο γιατρός. «Θες να σου δώσω το αυτοκίνητο να πας εσύ, να μείνω εγώ με την οικογένειά σου, να μη μείνουν μόνοι τους στην ερημιά;», ψιθυρίζει ήρεμα ο άγνωστος. Ο γιατρός κοιτάζει άφωνος τον ξένο για τη διάθεσή του να του δώσει το αυτοκίνητο, αλλά και ανήσυχος να τον αφήσει μόνο με την οικογένειά του. Ο ξένος καταλαβαίνει τον προβληματισμό του και του λέει: «Μην ανησυχείς, είμαι καλή παρέα για τα παιδιά. Εσύ να προσέξεις το σκύλο μου που είναι στην καρότσα. Είναι καλό σκυλί αλλά άγριο και έχει μάθει να με προστατεύει.»
Ο γιατρός από το φόβο του, μήπως ο άγνωστος αλλάξει γνώμη, του λέει: «Σύμφωνοι». Εξηγεί την κατάσταση στη γυναίκα του, ενώ ο άγνωστος πηγαίνει στο τροχόσπιτο με τις πατερίτσες. Έχει δύο ξύλινα πόδια. Ο γιατρός δεν περιμένει την αντίδραση της γυναίκας του. Είναι φοβισμένος και απελπισμένος. Φεύγει με το αγροτικό γεμάτος αγωνία και ενοχές.
Πηγαίνει στο βενζινάδικο, φτιάχνει το λάστιχο και παίρνει το δρόμο της επιστροφής με τον ιδρώτα να στάζει από την αγωνία για την οικογένειά του. Μετά από μιάμιση ώρα από τη στιγμή που έφυγε, φρενάρει απότομα δίπλα στο τροχόσπιτο. Πλησιάζει και αντί για κλάματα, ακούει γέλια.
Ανοίγει την πόρτα και βρίσκεται μπροστά στο εξής θέαμα. Ο άγνωστος κάνει γκριμάτσες στα δίδυμα, τα οποία έχουν ξεκαρδιστεί στα γέλια και η γυναίκα του φτιάχνει κάτι να φάνε σαν να μην έχει συμβεί τίποτα. Γυρνάει, τον κοιτάζει και του λέει: «Γεια σου αγάπη μου» Ο γιατρός τους κοιτάζει άφωνος. Ο άλλος δεν περιμένει την απάντησή του, πιάνει τις πατερίτσες του και σηκώνεται μονολογώντας: «Να πηγαίνω κι εγώ.» Ο γιατρός τον συνοδεύει έξω και φτάνοντας στο αυτοκίνητό του, λέει: «Σε ευχαριστώ πολύ, με έσωσες. Πώς μπορώ να σου ξεπληρώσω το καλό που μου έκανες;»
Ο άγνωστος με τα ξύλινα πόδια τον κοιτάζει στα μάτια και του λέει: «Θα σου πω μια μικρή ιστορία. Ήμουν στρατιώτης στο Βιετνάμ, όταν έπεσε δίπλα μου μια χειροβομβίδα. Ένας άνδρας, με κουβάλησε στην πλάτη του 5 χιλιόμετρα . Νιώθω πολύ ευτυχισμένος που μου λείπουν μόνο δύο πόδια. Μόνο μια χάρη θέλω να μου κάνεις. Συνέχισέ το.»
«Ποιο;», τον ρωτάει ο γιατρός. «Το καλό που σου έκανα», του απαντά εκείνος.
Ο γιατρός είναι σήμερα διάσημος για δύο λόγους: Ο πρώτος είναι οι μοναδικές ικανότητές του ως χειρουργού και ο δεύτερος η φράση «Συνέχισέ το», που έλεγε κάθε φορά που κάποιος χωρίς οικονομική δυνατότητα τον ρωτούσε: «Γιατρέ, τι σου χρωστάω;»
Να ‘ναι άραγε τόσο δύσκολο ή βαρύ για τον καθένα μας να συνεχίσουμε αυτό που μόλις διαβάσαμε;
Ναι έχει σίγουρα κάποιο κόστος, μα εκεί δεν είναι και το δυνατό του σημείο;
Να μπορεί ο κάτοχος ενός τέτοιου φρονήματος να υποτάξει το Εγώ του…

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...