Friday, 31 May 2013


 Elder Paisios the Athonite


—Elder, a certain young man who has chosen the married life asked me how one properly begins this.

—From the beginning, he should seek to find a good girl who will comfort him, as people are relaxed and find comfort differently with different people. He should not seek to find someone who is rich or beautiful, but above all simple and humble. In other words, he should give more attention to interior rather than exterior beauty. When a girl is a positive person and capable of dealing with men, without having more womanly character than is necessary, this greatly helps the man to find immediate understanding and not a lot of headaches. If she also has fear of God and humility then they are able to join hands and pass the evil current of the world.

If the young man is seriously considering a certain girl for a spouse, I think it is better that he first makes his intentions known to her parents through one of his relatives and afterwards he can discuss it himself with the young lady and her parents. Later, if they give their approval and the two are engaged—and it is better that the engagement not carry on too long—he should strive, throughout the passing time until marriage, to view her as his sister and respect her. If both of them struggle with philotimo and keep their virginity, then in the Mystery of marriage, when the priest crowns them, they will richly take of the Grace of God. For, as St. John Chrysostom says, the crowns are symbols of victory against pleasure.[1]

Then, as much as they are able, they must strive to cultivate the virtue of love and always remain two united, with the Third, our Sweetest Christ. Naturally, in the beginning, until they get themselves together and become well acquainted with one another, they will have certain difficulties. This happens with every new beginning. Why, just the day before yesterday I saw a baby bird. It had just gone out to find food and could only fly about an inch above the ground. The poor thing didn’t know how to catch insects and wasted an hour trying to catch just one, little bug to eat. As I watched it, I was considering how every beginning is difficult. When a student finally receives his diploma and begins working, in the beginning it is difficult. A novice in a monastery also has difficulties in the beginning. A young man, when he marries, again in the beginning is met with difficulties.

—Elder, does it matter if the woman is older than the man?

—There is not a Church canon which says that if a girl is two, three or even five years older than the young man they are not able to be married.

The harmony of God is hidden within a diversity of personalities.

One day a man came to my kalyve and told me that he was very worried because he was not of the same mind with his wife. I saw, however, that there was nothing serious between them. He just had a few rough edges, his wife had a few others, and they couldn’t deal with one another. They needed a little sanding. Take two planks of wood before sanding them. One has a knot here, the other has a knot there; if you try to join the planks there is an empty space left between them. If, however, you sand one a little here and the other a little there, using the same tool, they join perfectly. [2]

Some men tell me: “I don’t see eye to eye with my wife; we have opposite personalities. She has one temperament, I have another! How can God do such strange things? Couldn’t He have arranged a few things so that couples matched, and they were able to live more spiritually?” I tell them, “Don’t you understand that the harmony of God is hidden within a diversity of personalities? Different temperaments actually create harmony. Alas, if you had the same personalities! Think what would have happened if, for example, you both got angry easily: you would destroy your house. Or, consider if both of you had mild temperaments: you would sleep standing up! If you were both stingy you would get along, yes, but you would both end up in hell. Likewise, if both of you were open-handed, would you even be able to keep your house? No. You would disperse everything, and your children would be turned out to the streets. If a spoiled brat marries a spoiled brat, between themselves they get along fine, right? But, one day someone is going kill them! For this reason God arranges it so that a good person marries a spoiled brat, that the latter may be helped. It may be that he or she has a good disposition, but was never instructed correctly when young.”

Little differences in the characters or personalities of spouses actually help couples to create a harmonious family, for the one completes the other. In a car it is necessary to use the gas pedal to go forward, but also the brake pedal to stop. If the car only had brakes it wouldn’t go anywhere; and if it only had gears, it wouldn’t be able to stop. Do you know what I said to one couple? “Because you are similar, you don’t match!” They are both sensitive. If something happens at home, both of them lose it and start-up: The one, “Oh, what we suffer!” The other, “Oh, what we suffer!” In other words, the one causes the other to lose hope even more! Neither is able to comfort the other a little by saying, “Hold on, our situation is not that serious”. I’ve seen this in many couples.

When spouses have different personalities it helps in the raising of children even more. One spouse wants to put on the brakes a little, but the other says, “Give the children a little freedom”. If they both are overbearing they will lose their children. If, however, they leave them on their own, again their children will be lost. Therefore, when the parents have different personalities, the children enjoy a certain stability.

What I’m trying to say is that everything is needful. Naturally, one’s personality quirks shouldn’t go beyond their limits. Each spouse should help the other in his own way. If you eat a lot of sweets, you’ll want also to eat something a little salty. Or if you eat, let’s say, lots of grapes, you’ll want a little cheese to cut the sweetness. Vegetables, if they are very bitter, are not eaten. But a little bitterness helps, as does a little sourness. Some people, however, are like this: If someone is sour, he says: “Let everyone become sour like me.” And whoever is bitter says, “Let everyone become bitter.” Likewise, those who are salty say, “Everyone should become salty.” Bridges aren’t built like that! [3]

An excerpt from the book Family Life(Vol 4), by Elder Paisios the Athonite


Αρχιμ. Ιεροθέου Βλάχου
απόσπασμα από το βιβλίο:

  Η παιδεία του Θεού

Παιδεία του Θεού είναι οι ελεύσεις και οι αποκρύψεις της Χάριτος και όλη η γνώση περί του Θεού και της αιωνίου ζωής πού προσφέρεται στον άνθρωπο ο οποίος δέχεται αυτές τις ελεύσεις και τις αποκρύψεις της Ακτίστου Χάριτος. Αυτή η παιδεία του Θεού, όπως παρατηρήθηκε προηγουμένως, είναι ένα μυστήριο, αφού ό,τι γίνεται και ενεργείται μέσα στην Εκκλησία είναι μυστήριο. Στηριζόμαστε πολύ στην διδασκαλία των αγίων Πατέρων πού είναι «οι πείρα μεμυημένοι» και έχουν δεχθή την αποκάλυψη του Θεού γύρω από αυτές τις πραγματικότητες.

Για την παιδεία του Θεού υπάρχουν πολλά χωρία μέσα στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη. Δεν έχουμε πρόθεση να τα αναλύσουμε διεξοδικά. Απλώς και μόνον αναφερόμαστε στην προς Εβραίους επιστολή του Αποστόλου Παύλου. Εισαγωγικά μπορούμε να ισχυρισθούμε ότι οι εξ Εβραίων Χριστιανοί, προς τους οποίους απευθύνεται ο Απόστολος Παύλος, εδέχθησαν την Χάρη του Χριστού και αμέσως μετά αντιμετώπισαν διωγμούς εκ μέρους των άλλων συμπατριωτών τους. Και επειδή είχαν λίγο κλονισθή, γι' αυτό συγγράφει την επιστολή αυτή ο Απόστολος τονίζοντας μερικές αλήθειες μεταξύ των οποίων, ότι ο διωγμός και γενικά ο πειρασμός είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα με τα παιδιά του Θεού. Σ' αυτό το μυστήριο της παιδείας αναφέρεται όλο το ΙΒ' κεφάλαιο της προς Εβραίους επιστολής.

Ο ιερός Θεοφύλακτος αναλύοντας το περιεχόμενο του πειρασμού πού αντιμετώπιζαν οι Χριστιανοί εξ Εβραίων, αλλά και τον σκοπό της συγγραφής της επιστολής από τον Απόστολο Παύλο παρατηρεί:
«Αναγκαίως λοιπόν γράφει ο Παύλος εις τους εν Ιερουσαλήμ Εβραίους, δια να τους παρηγορήση όπου ήτον λελυπημένοι και πολλά κατειργασμένοι και αποκαμωμένοι από τας θλίψεις και κακώσεις, όπου επροξένησαν εις αυτούς οι ομογενείς των άπιστοι Εβραίοι, ωσάν όπου τότε οι Εβραίοι είχον εξουσίαν εις τα Ιεροσόλυμα να κρίνουν και να φυλακώνουν και να κακοποιούν εκείνους όπου ήθελαν. Και τούτο θέλοντας να φανερώση ο Παύλος έλεγεν «τάς παρειμένας χείρας και τα παραλελυμένα γόνατα ανορθώσατε». (Έβρ. ΙΒ' 12).
 Επειδή οι Εβραίοι ούτοι, αγκαλά και ήτον πιστοί, ηξεύροντες όμως ότι οι Προπάτορες των Εβραίων ογλίγωρα απελάμβανον τα αγαθά, δια τούτο πολλά ελυπούντο, διατί και αυτοί δεν ελάμβανον άνεσιν και παρηγορίαν εις τας θλίψεις των ως εκείνοι, όθεν και πολλά λέγει εις αυτούς ο μακάριος Απόστολος περί πίστεως εν τη επιστολή ταύτη, και περί των παλαιών Αγίων και Δικαίων, αποδεικνύων, ότι και αυτοί ακόμη δεν έλαβον τα αγαθά οπού ήλπιζον, κατασκευάζοντας με τούτο δύο τινά, ένα μεν, ότι πρέπει και οι Χριστιανοί να υποφέρουν ανδρείως όλα τα δεινά οπού ακολουθούν εις αυτούς, και άλλο δε, ότι πρέπει να ελπίζουν την αμοιβήν, δια όλα τα κακά όπου πάσχουν, επειδή ο Κύριος δεν θέλει παραβλέψει τους απ' αιώνος Αγίους αυτού, ώστε τότε, λέγει, και εσείς θέλετε απολαύσετε μαζί με αυτούς τα αγαθά». [ Νικόδημου Αγιορείτου: Ερμηνεία εις τας ΙΔ' Επιστολάς του Παύλου, τόμος Γ σελ. 261].

Αλλά ο πειρασμός αυτός δεν ήταν μόνον εξωτερικός. Ήταν και εσωτερικός. Δηλ. οι πρώτοι Χριστιανοί αντιμετώπισαν το πρόβλημα της άρσεως της Χάριτος του Θεού από την καρδιά τους και δεν μπορούσαν να αντιληφθούν την εγκατάλειψη αυτή του Θεού. Ήταν εντελώς αδύνατοι να ερμηνεύσουν το φαινόμενο αυτό της πνευματικής ζωής, της συμμετοχής δηλ. στον Σταυρό του Χριστού. Σ' αυτόν τον σκοπό αποβλέπει ο των Εθνών Απόστολος Παύλος. Μπορούμε να πούμε ότι, σύμφωνα με την μαρτυρία των αγίων μας, σ' αυτήν κυρίως την παιδεία αναφέρεται ο Απόστολος. Γιατί ο Θεός εργάζεται κατά τρόπον ακατανόητο για την ανθρώπινη λογική.

Στην συνέχεια λίγα λόγια θα λεχθούν μέσα από την πείρα των αγίων Πατέρων γύρω από την παιδεία του Θεού, γύρω από το μυστήριο της πνευματικής ζωής. Είναι απαραίτητη αύτη η ανάλυση, γιατί πολλοί σύγχρονοι Χριστιανοί υποφέρουν από την κατάσταση αυτή και συγχρόνως δεν μπορούν να δώσουν καμιά ερμηνεία και έτσι πέφτουν σε απόγνωση και απελπισία.

Στα έργα των αγίων Πατέρων η πνευματική ζωή παρουσιάζεται ότι έχει πολλά στάδια. Κυρίως τα διακρίνουν σε τρία, στην κάθαρση της καρδιάς, στον φωτισμό του νου και στην θέωση. Ο άγιος Μάξιμος τα ονομάζει «πρακτική φιλοσοφία», «φυσική θεωρία» και «μυστική θεολογία». Αυτή η διαίρεση ξεκινά από τον Αριστοτέλη και συνεχίζεται στους αγίους Πατέρας με άλλο όμως περιεχόμενο. Ο καθηγητής Παναγιώτης Χρήστου αναπτύσσοντας την «μέθοδο της θρησκευτικής εμπειρίας», περιγράφει την διάκριση των τριών φάσεων στον θρησκευτικό βίο.[Παναγιώτου Χρήστου: Το Μυστήριο του Θεού, Πατριαρχ. Ίδρυμα Πατερικών μελετών, Θεσσαλονίκη 1983, σελ. 156 κ.έ.] Ο Αριστοτέλης διαιρεί τις φάσεις του θρησκευτικού βίου στην ηθική, την φυσική και την θεολογία. «Ο Ωριγένης κατά την προσφιλή του μεταφορική μέθοδο λέγει ότι ο Χριστιανός αποκτά τον Χριστόν δια μεν της πρακτικής ως οικοδεσπότη, δια της φυσικής ως Βασιλέα και δια της θεολογίας ως Θεό». [ ένθ. άνωτ. σελ. 157]

Οι βαθμίδες της πνευματικής ζωής είναι τρεις, σύμφωνα με τον λόγο του Χριστού «εγώ ειμί η οδός (ηθική) και η αλήθεια (φυσική) και η ζωή (θεολογία)» (Ίω. 14, 6). Ο Ευάγριος ορίζει τον Χριστιανισμό ως «δόγμα του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού εκ πρακτικής και φυσικής και θεολογικής συνεστώς»

Η ίδια διάκριση παρατηρείται στον άγιο Διάδοχο τον Φωτικής, στον άγιο Συμεών τον νέο Θεολόγο (πού χώρισε τα κεφάλαια του σε πρακτικά, γνωστικά, θεολογικά) και ακόμη στον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, πού χρησιμοποίησε την ίδια διάκριση στα κεφάλαια του (ηθικά, φυσικά, θεολογικά). Για την λεπτομερέστερη κατανόηση αυτών των βαθμίδων της πνευματικής ζωής μπορεί ο αναγνώστης να ανατρέξη στο μνημονευθέν βιβλίο του καθηγητού Παναγιώτου Χρήστου.

Μελετώντας όμως τα έργα των αγίων Πατέρων και κυρίως των λεγομένων νηπτικών, συναντούμε και μία άλλη διαβάθμιση της πνευματικής ζωής. Αυτή η διαβάθμιση είναι βαθύτερη χωρίς να καταργή τα προηγούμενα στάδια της πνευματικής ζωής. Γιατί πράγματι, σύμφωνα με την εμπειρία πολλών αγίων Πατέρων, η μετάβαση από το ένα στάδιο στο άλλο, γίνεται με την ενέργεια της Χάριτος του Θεού και με τον πόνο από την στέρηση της Χάριτος μέχρι της εκ νέου ελεύσεώς της.
Έτσι μπορούμε, σύμφωνα με αυτά, να διακρίνουμε την πνευματική ζωή σε τρία στάδια.
Στην έλευση της Χάριτος, στην απόκρυψη της από τον άνθρωπο και στην εκ νέου έλευση της στην καρδιά του ανθρώπου. Αυτήν την βαθειά πείρα την εκφράζουν στα έργα τους οι Θεοφόροι Πατέρες και θα επιχειρήσουμε στην συνέχεια να την παρουσιάσουμε, όσο βεβαίως είναι δυνατόν.

Ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος στις πνευματικές του ομιλίες αναφέρεται σ' αυτό το γεγονός. Γράφει:

«Ο ακούων λόγον έρχεται εις κατάνυξιν και μετά τούτο, υποστελλούσης της χάριτος κατ' οικονομίαν πρός το συμφέρον τω ανθρώπω, εισέρχεται εις γυμνασίαν και παιδείαν πολέμου και ποιεί πάλην και αγώνα προς τον σατανάν και μετά πολλού δρόμου και αγώνος αποφέρεται τα νικητήρια και γίνεται χριστιανός». [Μακαρίου Αιγυπτίου: Όμιλίαι Πνευματικοί, έκδ. Σχοινά, σελ. 127.]

Αυτή η παρατήρηση είναι αξιοσημείωτη. Γιατί φανερώνει αυτό πού ελέχθη προηγουμένως ότι δηλ. η παιδεία είναι ο πόλεμος στον καιρό της άρσεως της Χάριτος και ακόμη δείχνει καθαρά ότι τα στάδια της πνευματικής ζωής ταυτίζονται με την έλευση, την υποστολή και την εκ νέου έλευση της Χάριτος του Θεού.
 Μάλιστα σημειώνει χαρακτηριστικά ότι ο άνθρωπος γίνεται Χριστιανός όχι με την κατάνυξη πού θα δημιουργηθεί από την έλευση της Χάριτος, αλλά από τον αγώνα πού θα ακολουθήσει. Τότε αποκτά, όπως θα λεχθεί πιο κάτω, πείρα και γνώση Θεού.

Την ίδια εμπειρία εκφράζει και ο Γέροντας Σιλουανός σύμφωνα με τα γραφόμενα από τον βιογράφο του Αρχιμ. Σωφρόνιο:
«Είχε έμπειρη γνώση της πνευματικής πορείας ο Γέροντας. Έδειχνε τρία ουσιώδη στάδια της: πρώτο, τη λήψη της χάρης, δεύτερο, την άρση της και τρίτο, την επιστροφή της χάρης, την ξαναπόκτησή της με αγώνα ταπεινώσεως. Πολλοί έλαβαν τη χάρη, κι όχι μόνο απ' όσους μένουν στην Εκκλησία, αλλά κι απ' όσους βρίσκονται έξω απ' αυτήν -γιατί δεν υπάρχει προσωποληψία στον Κύριο-, αλλά κανένας δεν διεφύλαξε την πρώτη χάρη και μόνο λίγοι την ξαναπέκτησαν. Όποιος αγνοεί την περίοδο του δεύτερου ερχομού της χάρης, όποιος δεν πέρασε τον αγώνα για την επιστροφή της, αυτός ουσιαστικά έχει μια λειψή πνευματική πείρα. Ο Γέροντας Σιλουανός ήταν πλούσιος, όχι μόνον από την προσωπική του εσωτερική πείρα, αλλά ήταν και θεωρητικά καλά καταρτισμένος στην ασκητική γραμματεία των Πατέρων της Εκκλησίας και με την δωρεά του Θεού δεν ήταν μόνο πιστός στην παράδοση της Εκκλησίας, αλλά επαναλήφθηκε στον ίδιο η πείρα των μεγάλων Πατέρων». [Άρχιμ. Σωφρονίου: Γέροντας Σιλουανός, Εκδ. Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου-Έσσεξ Αγγλίας 1978, σελ. 192.]

Ας δούμε όμως αναλυτικότερα αυτά τα τρία στάδια της πνευματικής ζωής.

         Πρώτη έλευση της Χάριτος

Από τα κείμενα της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης βλέπουμε καθαρά το γεγονός ότι ο Θεός εμφανίζεται με διαφόρους τρόπους στους Προφήτας.

«Πολυμερώς και πολυτρόπως πάλαι ο Θεός λαλήσας τοις πατράσιν εν τοις προφήταις έπ' εσχάτων των ημερών τούτων ελάλησεν ημίν εν υιώ» (Εβρ. α' 1)

Συνάπτει με τον κάθε άνθρωπο προσωπική διαθήκη. Δεν θέλει να έχουμε γνώσεις γι' Αυτόν από τις μαρτυρίες άλλων, αλλά ο Ίδιος εμφανίζεται και δίδει την δική Του γνώση και ο άνθρωπος αποκτά δική του προσωπική μαρτυρία περί του Θεού. Αυτή η πρώτη προσωπική γνωριμία με τον Θεό, γίνεται σε περίοδο πού δεν περιμένει ο άνθρωπος ή ακόμη ύστερα από οδυνηρή αναζήτηση. Μπορεί ακόμη να συμβή σε άνθρωπο πού Τον πολεμάει. Αυτό το βλέπουμε στην περίπτωση του Αποστόλου Παύλου, πού βλέπει τον Θεό, ο ίδιος ο Χριστός εμφανίζεται και συνάπτει προσωπική διαθήκη μαζί του, την στιγμή πού εκείνος πορεύεται για να Τον πολεμήση.
Αυτή η προσωπική Έλευση της Χάριτος είναι μια ιερή κατάσταση. Η ψυχή του ανθρώπου, έστω και αμυδρώς, γνωρίζει τον Θεό ως Πρόσωπο. Καταλαβαίνει με την καρδιά του, τον νου του, όπως λέγουν οι άγιοι Πατέρες, ότι ο Θεός δεν είναι μια αφηρημένη κατάσταση, ούτε μια απρόσωπη δύναμη ή μεγάλη αξία, αλλά είναι Πρόσωπο. Στον Μωυσή, όταν απεκαλύφθη του είπε ότι «εγώ ειμί ο Ων» (Έξοδος γ' 14). Και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ερμηνεύοντας αυτήν την εμφάνιση και φανέρωση του Θεού λέγει ότι του είπε «Εγώ ειμί ο Ων» και όχι εγώ ειμί η ουσία, ώστε να αντιληφθούμε ότι εκ του όντος η ουσία και όχι ο ων εκ της ουσίας. Το βαθύτερο είναι του Θείου Είναι, δεν είναι η ουσία του Θεού, αλλά ο Ων δηλ. ο Πατήρ πού γεννά προαιωνίως τον Υιό και εκπορεύει το Πανάγιο Πνεύμα.

Η πρώτη αυτή έλευση της Χάριτος του Θεού, πού την γεύεται ο κάθε ένας διαφορετικά, είναι ζωή γεμάτη από καρδιακά βιώματα και ζωή μυστικής ευωχίας. Ο άγιος Διάδοχος ο Φωτικής γράφει ότι «η Χάρις την αρχήν εν αισθήσει πολλή την ψυχήν τω οικείω είωθε περιαυγάζειν φωτί» [Θεοκλήτου μον. Διονυσιάτου: Αγ. Διαδόχου Φωτικής, Τα εκατόν «Γνωστικά Κεφάλαια», 1977, σελ. 152.]

Σε άλλο σημείο γράφει ο ίδιος:

«Γεύει μεν ούν το άγιον Πνεύμα εν αρχαίς της προκοπής, είπερ θερμώς ερασθώμεν της αρετής τον Θεού, την ψυχήν εν πάση αισθήσει και πληροφορία της γλυκύτητος τον Θεού, ίνα έχη ειδέναι ο νους εν ακριβεί επιγνώσει το τέλειον έπαθλον των φιλόθεων πόνων» [ ενθ. άνωτ. κεφ. 90, σελ. 205.]

Με αυτήν την πρώτη περίοδο της ελεύσεως του Θεού λαμβάνουμε ένα κεφάλαιο της νέας ζωής, ένα κεφάλαιο της Χάριτος. Μας ελκύει ο Θεός προς τον Εαυτό Του, ώστε μετά από αγώνες και θυσίες πολλές να Τον οικειοποιηθούμε. Γι' αυτόν τον πόνο και τον αγώνα θα αναφερθούμε πιο κάτω. Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι αυτή η νέα περίοδος της κλήσεως από τον Θεό, είναι περίοδος γλυκύτητας, ευφροσύνης πνευματικής, περίοδος, όπως σημειώθηκε, καρδιακών βιωμάτων. Σ' αυτά τα γεγονότα και ειδικότερα στο ερώτημα τι προηγείται πρώτα η Χάρη ή ο πειρασμός αναφέρεται και ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος:

« Ερώ: Τι ούν λοιπόν, πρώτον ο πειρασμός, και τότε το χάρισμα· ή το χάρισμα, πρώτον, και ούτως οπίσω αυτού ο πειρασμός;
Απόκ: Ουκ έρχεται ο πειρασμός, ει μη πρώτον δέξεται η ψυχή εν τω κρύπτω μέγεθος υπέρ το μέτρον αυτής, και το πνεύμα της χάριτος, όπερ εδέξατο πρώτον. Και μαρτυρεί περί τούτον ο πειρασμός του Κυρίου, ομοίως και οι πειρασμοί των Αποστόλων. Ου γαρ παρεχωρήθησαν εισελθείν εις πειρασμούς, έως αν εδέξαντο τον παράκλητον. Οι γαρ κοινωνούντες τοις αγαθοίς, αρμόζει αυτοίς υπομείναι τους πειρασμούς αυτών, ότι μετά τον αγαθόν η θλίψις αυτών. Ούτω γαρ ήρεσε τω σοφώ Θεώ εν πάσι ποιείν. Και ει τούτο ούτω, τουτέστιν η χάρις προ του πειρασμού, άλλ' όμως πάντων προηγήσατο η αίσθησις των πειρασμών της αισθήσεως της χάριτος, δια την δοκιμήν της ελευθερίας. Ουδέποτε γαρ η χάρις προλαμβάνει εις τίνα, προ του γεύσασθαι των πειρασμών. Προηγείται μεν ουν η χάρις εν τω νοΐ, εν δε τη αισθήσει βραδύνει».[Ισαάκ του Σύρου, Ασκητικά, δκδ. Β. Ρηγόπουλου, Θεσσαλονίκη 1977, σελ. 192-193]
Την πασχάλεια αυτή ατμόσφαιρα ζουν πολλοί. Ας αρκεσθούμε σε μια έγγραφη μαρτυρία, για την κατάσταση πού ζούσε ο μακάριος Γέροντας Σιλουανός μετά την εμφάνιση του Χριστού σ' αυτόν.
 «Τη στιγμή της Επιφάνειας του Θεού ολόκληρη η ύπαρξή του πληροφορήθηκε πώς του συγχωρέθηκαν οι αμαρτίες του. Χάθηκαν οι φλόγες του άδη πού βρυχόταν γύρω του, έπαψε η κόλαση πού δοκίμαζε μισό χρόνο. Τώρα του δόθηκε να ζήση την ιδιαίτερη χαρά και την μεγάλη ανάπαυση της ειρηνεύσεως με τον Θεό. Στην ψυχή του κυριαρχούσε το νέο γλυκύ αίσθημα της αγάπης για τον Θεό και τους ανθρώπους, για κάθε άνθρωπο. Έπαψε η προσευχή της μετάνοιας, έφυγε εκείνη η αβάστακτη πύρινη αναζήτηση της αφέσεως, πού δεν άφηνε τον ύπνο να' ρθη στα βλέφαρα του. Άραγε αυτό σήμαινε πώς τώρα μπορούσε να παραδοθή ήσυχα στον ύπνο; Όχι βέβαια.
Τον πρώτο καιρό μετά την επιφάνεια η ψυχή του Συμεών, πού γνώρισε την ανάστασή της και είδε το φως της αληθινής και αιώνιας υπάρξεως, έζησε σ' ένα πασχαλινό πανηγύρι. Όλα ήταν ωραία: ο κόσμος μεγαλειώδης, οι άνθρωποι ευχάριστοι, η φύση ανείπωτα όμορφη, το σώμα άλλαξε κι έγινε ανάλαφρο, προστέθηκαν δυνάμεις, ο λόγος του Θεού έδινε χαρά στην ψυχή, οι ολονύχτιες αγρυπνίες στην εκκλησία και κυρίως οι προσευχές στο κελλί έγιναν γλυκείες. Ξέχειλη από χαρά η ψυχή σπλαχνιζόταν τους ανθρώπους και δεόταν για όλο τον κόσμο».
[Αρχιμ. Σωφρονίου, ένθ. άνωτ. σελ. 33-34.]

Είναι αδύνατον να περιγραφή αυτή η κατάσταση με λόγια. Η βίωση της Ακτίστου Χάριτος δεν μπορεί να περικλεισθή σε κτιστά ρήματα. Μόνον ο αναγεννημένος, ο μεμυημένος με την πείρα, μπορεί να αντιληφθή αυτήν την πραγματικότητα. Την εποχή αύτη όλα είναι καινούργια. Αισθάνεται την παρουσία του Θεού σαν προσωπική παρουσία, θεωρεί τους λόγους των όντων σε όλη την δημιουργία. Όλα είναι καθαρά. Τα πουλιά, τα δένδρα αποκτούν μια άλλη διάσταση. Όλα τα βλέπει κάτω από το αιώνιο, κάτω οπό την ενέργεια της Ακτίστου Χάριτος και του Ακτίστου Φωτός. Παύουν να τον απασχολούν τα κοινά προβλήματα της καθημερινότητας. Δεν ενδιαφέρεται για την γνώμη πού οι άλλοι έχουν γι' αυτόν. Περιφρονεί κάθε ταλαιπωρία. Μοναδική απασχόληση η προσευχή και η κοινωνία με τον Θεό. Είναι μια ζωή ερωτικής αναφοράς. Και αυτός ο έρωτας γεννήθηκε από την έλευση της Χάριτος.

«Μακάριος όστις τοιούτον προς Θεόν εκτήσατο πόθον, οίον μανικός εραστής προς την εαυτόν ερωμένην κέκτηται... Τούτω τις τω βέλει τρωθείς, έλεγε περί εαυτού (όπερ θαυμάζω), ως «εγώ καθεύδω» δια την χρείαν της φύσεως, «η δέ καρδία μου γρηγορεί», δια το πλήθος του έρωτος». [Κλίμαξ Ιωάννου του Σιναΐτου, έκδ.«Αστήρ», Παπαδημητρίου 1970, Λόγος Λ', ε και ζ σελ. 168.]

Τα πάθη δεν ενεργούν. Ο άνθρωπος «πάσχει την θέωσιν».
Η ευλογημένη αυτή κατάσταση με υπερβαίνει, δηλ. δεν έχω πραγματικά βιώματα αυτής της ζωής. Γι' αυτό παρακάλεσα έναν εκλεκτό φίλο μου μοναχό, πού ασκείται στον Ιερόν Άθωνα, να μου πή τα γνωρίσματα της. Γνώριζα ότι είχε πολλές τέτοιες ευλογημένες εμπειρίες. Με αγάπη πολλή ανταποκρίθηκε στο αίτημά μου και έτσι καταγράφω εδώ την περιγραφή πού κάνει γι' αυτήν την πρώτη έλευση της θείας Χάριτος.
«Από την αρχή της μοναχικής μου ζωής ζούσα μια ήσυχη, καλή ζωή. Οι ακολουθίες στο Μοναστήρι και η Μυστηριακή ζωή με θέρμαιναν, με ανέπαυαν. Αυτό μέχρι την ώρα πού γεννήθηκε μέσα μου κάτι άλλο, μέχρι την ώρα πού αναπτύχθηκε η εσωτερική ζωή. Ξαφνικά αισθάνθηκα ένα κάψιμο εσωτερικό, ένα κάψιμο θείας αγάπης. Η φυσική και καλή ζωή πού ζούσα μέχρι τότε, φαινόταν τώρα πολύ σκοτεινή, χωρίς νόημα και περιεχόμενο. Άρχισα να βρίσκω τον χώρο της καρδιάς, το κέντρο της υπάρξεως, τον ευλογημένο εκείνο χώρο πού ανακαλύπτεται με την εν Χάριτι άσκηση και μέσα στον όποιο αποκαλύπτεται ο Ίδιος ο Θεός.
Αυτή η καρδιά είναι το πρόσωπο, γιατί πρόσωπο είναι «ο κρυπτός της καρδίας άνθρωπος εν τω αφθάρτω του πνεύματος... ο εστίν ενώπιον του Θεού πολυτελές» (Α' Πέτρου γ' 4). Μέχρι τότε διάβαζα αυτά στα βιβλία, τώρα τα έβλεπα στην πραγματικότητα. Ένοιωθα αυτό πού λέγει ο Αββάς Παμβώ «ει έχεις καρδίαν δύνασαι σωθήναι», αυτό πού λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος «Θεός θεοίς ενούμενός τε και γνωριζόμενος εν καρδία» και ο Απόστολος Παύλος «ος έλαμψεν εν ταις καρδίαις ημών». Η καρδιά πού είναι τα άγια των αγίων «της μυστικής ενώσεως Θεού και ανθρώπου, αυτής της ενυποστάτου δι' Αγίου Πνεύματος ελλάμψεως» ανακαλύφθηκε. Αισθανόμουν την καρδιά σαν Ναό μέσα στον οποίο λειτουργούσε ο αληθινός Ιερεύς της θείας Χάριτος. Παράλληλα με τον κτύπο του σαρκικού οργάνου της καρδίας ακουγόταν και ένας άλλος κτύπος βαθύτερος και γρηγορότερος. Αυτός ο κτύπος συντονιζόταν με την ευχή του Ιησού. Ή μάλλον η ίδια η καρδιά έλεγε την ευχή. Όλη αύτη η κατάσταση συνδεόταν με μερικά χαρακτηριστικά.
Αναπτύχθηκε μια ερωτική κοινωνία με τον Θεό. Τότε καταλάβαινα γιατί οι Πατέρες ονόμαζαν τον Θεό έρωτα. «Ο Θεός έρως εστί και εραστόν» (Μάξιμος ο Ομολογητής) και «ο εμός έρως εσταύρωται» (αγ. Ιγνάτιος Θεοφόρος). Κάθε μέρα αισθανόμουν την περίπτυξη του Θεού. Αυτή η αγάπη εκείνο τον καιρό με είχε τρελλάνει. Ό Θεός βιωνόταν ως ελεήμων, ως γλύκα και γλυκασμός. Άναψε μέσα στην καρδιά μου το ευλογημένο πυρ, πού έκαιγε τα πάθη και δημιουργούσε ανέκφραστη πνευματική ηδονή.
Αναζητούσα ησυχία, σκοτάδι, ηρεμία εξωτερική. Τα μικρά κελλιά, οι τρύπες των βράχων, ο ανοιχτός ορίζοντας της φύσεως, τα σκοτεινά μέρη με δέχονταν σαν φιλοξενούμενο. Την νύκτα έβγαινα στις ερημιές του Άθωνα. Μαγεία! Ευλογία! Μέθη! Στην μοναξιά και στην πολυκοσμία, στην έρημο και στα κοινόβια ζούσα την παρουσία του Θεού, την θεία περίπτυξη. Αναπτύχθηκαν τότε άλλες αισθήσεις, αισθήσεις πνευματικές, η νοερά αίσθηση, η νοερά δράση και ακοή. Όλος ο νους ήταν συγκεντρωμένος μέσα στο βάθος της καρδιάς και άκουγε εν ακορέστω γλυκασμώ την ευχή πού λεγόταν μέσα εκεί. Όλος ο εσωτερικός κόσμος ενοποιημένος. Όλα έδειχναν ότι γεννήθηκε ένας καινούργιος άνθρωπος, ένας καινούργιος κόσμος και μια καινή ζωή. Μια θερμότητα έκαιγε τα πάντα. «Ουχί η καρδία ημών καιομένη ην εν ημίν ως ελάλει ημίν εν τη οδώ...;» Η αίσθηση των μαθητών αυτών υπήρξε δική μου βίωση. Αισθανόμουν καλά τον λόγο του Χριστού: «πυρ ήλθον βαλείν επί την γην και τι θέλω ει ήδη ανήφθη;» Και τον λόγον ότι ο Θεός «πυρ εστί καταναλίσκον». Άλλοτε αύτη η θέρμη και αυτή η φωτιά μετατρεπόταν σε πληγή βαθειά. Αισθανόμουν ότι αύτη η θερμότητα αναγεννούσε την ύπαρξή μου, πρώτα την ψυχή και μετά επεκτεινόταν και στο σώμα. Η αίσθηση ότι τώρα γεννήθηκα σε άλλον κόσμο ήταν διαρκής. Χοροπηδούσα σαν μικρό παιδί. Ακόμη υπήρξαν μερικές φορές πού ένοιωσα και την σάρκα μου σαν μικρού παιδιού, πού μόλις βγήκε από την μήτρα της μάνας του.

Αυτό δημιουργούσε βαθύτατη ειρήνη λογισμών. Ο νους καθοριζόμενος διαρκώς απέβαλε όλα τα ξένα στοιχεία τα οποία σαν λέπια τον εκάλυπταν. Γινόταν έτσι ελαφρός και πάντοτε εύρισκε καταφύγιο στην καρδιά. Εκεί παρέμεινε και ευφραινόταν πνευματικά. Εκεί μερικές φορές άκουγε και την φωνή του Θεού, πού ήταν πολύ συνταρακτική και δημιουργούσε πηγές δακρύων. Η γνωριμία με τον Θεό ήταν προσωπική. Η γνώση του Θεού πραγματικό γεγονός.

Μερικές φορές βυθιζόμουν σε βαθειά μετάνοια. Ο νους μπαίνοντας στην καρδιά εν Χάριτι έβλεπε το σκοτάδι, την βρωμιά της ψυχής και όλη η ύπαρξή ξεχυνόταν σε καυτά δάκρυα. Έκλαιγε η καρδιά. Τα δάκρυα της καρδιάς ξεχύνονταν επάνω της και την ξέπλεναν από την αμαρτία. Παράλληλα άνοιγαν και τα μάτια και γίνονταν πηγές δακρύων. Άλλοτε έκλαιγε μόνον η καρδιά και άλλοτε και το σώμα. Θρήνος βαθύς από την αποκάλυψη της ασωτίας... Κλάμα πολύ, αλλά όχι με απελπισία. Ήταν συνδεδεμένο με την αίσθηση της αγάπης του Θεού.

Εκείνο τον καιρό όλα ήταν ωραία. Η λέξη ωραία δεν έχει σχέση με την αισθητική, αλλά με την οντολογική πραγματικότητα. Έβλεπα τους λόγους των όντων σε όλη την δημιουργία. Και αυτό προξενούσε άρρητη ευφροσύνη. Όλα εξέφραζαν την αγάπη του Θεού. Η ανάγνωση της Γραφής έτρεφε την καρδιά. Οι λέξεις δεν πήγαιναν στην λογική, αλλά εισχωρούσαν στην καρδιά και την ζωογονούσαν. Όπως το μωρό ρουφά το γάλα από τον μαστό της μάνας του και τρέφεται, έτσι αισθανόταν η καρδιά τρεφόταν από το λόγο του Θεού. Γινόταν μετάγγιση αίματος. Τα βιβλία των Πατέρων τα διάβαζα με άλλο πρίσμα. Γνωστά κείμενα τότε τα έβλεπα διαφορετικά. Σαν να είχα αποκτήσει καινούργια μάτια και σαν να είχα μάθει καινούργια γλώσσα. Αισθανόμουν συγγενής πνευματικά με τους Πατέρας. Όμως τις πιο πολλές φορές δεν ήθελα να διαβάζω ακόμη και βιβλία πατερικά. Σαν να σταματούσαν την προσωπική επικοινωνία με τον εράσμιο Νυμφίο, σαν να διέκοπταν τη ζωντανή επικοινωνία με τον Δημιουργό του παντός.

Τα πάθη δεν ενεργούσαν τότε. Ένοιωθα όχι ηθικές αναστολές, αλλά την αναγέννηση μου. Ήμουν τόσο μεθυσμένος, ώστε δεν με ενδιέφερε απολύτως τίποτε. Υπήρχε μέσα μου μια ακατάσχετη αναζήτηση και επιθυμία να μη με αγαπούν οι άνθρωποι και μάλιστα να με περιφρονούν. Αφού είχα την αγάπη του Θεού, δεν με ενδιέφερε τίποτε άλλο. Ζούσα μια ερωτική ζωή, ζωή δακρύων... Η μόνη απασχόληση εγώ και ο Θεός. Ζητούσα την μοναξιά πού ήταν κοινωνία. «Ενώπιος Ενωπίω», «πρόσωπον προς Πρόσωπον». Αλλά και όταν ευρισκόμουν σε πολυκοσμία η εσωτερική φωνή ήταν ισχυρότερη. Και όταν κατά την διάρκεια ακολουθίας ο Γέροντας με έβαζε να ψάλλω, εγώ συγχρόνως άκουγα και αυτήν την εσωτερική φωνή της καρδιάς να επαναλαμβάνη την ευχή πού έγινε το εντρύφημά μου.
Αυτή η κατάσταση κράτησε περίπου τέσσερα χρόνια. Μέρα-νύχτα έλεγα την ευχή. Και την ώρα πού κοιμόμουν η καρδιά προσευχόταν. Την άκουγα καθαρά να αδολεσχή με τον Θεό.
Όποιος θέλει να διαπιστώση αν υπάρχη Θεός, ας δοκιμάση. Θα συνάντηση ένα ζωντανό Θεό! Η Χάρη του Θεού με αξίωσε εμένα το έκτρωμα όλου του κόσμου να αποκτήσω μια μικρή σταγόνα γνώσεως Θεού».
Μακαρίζω και ζηλεύω αυτόν τον εκλεκτό φίλο μου. Και τον θεωρώ σαν την μεγαλύτερη ευεργεσία του Θεού σε μένα.
Αντιγράφοντας αυτά θυμάμαι τους λόγους των Πατέρων για τον θειο έρωτα. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει:

«Ου γαρ έστιν ουκ εστίν ουδέν, ο μη νικά πόθος, όταν δε και Θεού πόθος ή, πάντων εστίν υψηλότερος, και ούτε πυρ, ον σίδηρος, ου πενία, ουκ αρρώστια, ου θάνατος, ουκ άλλο τι των τοιούτων φανείται δεινόν τω τοιούτον κεκτημένω έρωτα, αλλά πάντων καταγελάσας, προς τον ουρανόν πτήσεται και των εκεί διατριβόντων ουδέν έλαττον διακείσεται, ουδέν έτερον ορών, ουκ ουρανόν, ου γήν, ου θάλατταν, αλλά προς ένα κάλλος τεταμένος το της δόξης εκείνης... ερασθώμεν τοίνυν τούτον τον έρωτα (τούτον γαρ ίσον ουδέν)... τούτων γαρ απάντων μείζον, το τον Χριστόν ερωμένον έχειν και εραστήν». [Νικόδημου Αγιορείτου: Νέα Κλίμαξ, έκδ. Σχοινά, Βόλος 1956, σελ. 36-37.]

Τα ίδια λέγει και ο Μ. Βασίλειος:

«μακάριοι οι του αληθινού κάλλους φιλοθεάμονες, οιονεί γαρ προσδεθέντες αυτώ δια της αγάπης, και τον επουράνιον και μακαριστόν ερώντες έρωτα, επιλανθάνονται μεν οικείων και φίλων, επιλανθάνονται δε οίκου και περιουσίας απάσης, εκλαθόμενοι δε και της σωματικής εις το εσθίειν και πίνειν ανάγκης, μόνω τω θείω και καθαρώ προστετήκασιν έρωτι». [ ενθ. άνωτ. σελ. 39.] 

 Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον

Όσιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης-ΠΕΡΙ ΤΑΠΕΙΝΩΣΕΩΣ

Όσιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης 

Η ταπείνωση είναι η οδός που διανοίγει την θύρα της εσωτερικής ειρήνης της πραότητας. Όμως ας μη νομίσει κανείς ότι εύκολα μπορεί να αποκτήσει αυτή τη χάρη. Η ταπείνωση είναι γέννημα της γνώσεως και η γνώση γέννημα της εμπειρίας. 

Αυτός που γνωρίζει τον εαυτό του, μόνον αυτός, μπορεί να γνωρίσει τα πάντα, επομένως και την ταπείνωση. Αυτός που θα κατανοήσει ότι είναι ένα πλάσμα ευμετάβλητο και ως εκ τούτου υπόκειται σε διακυμάνσεις, προς τα πάνω ή προς τα κάτω, ουδέποτε θα υπερηφανευτεί για κάτι. Η εμπειρία μας διδάσκει την πολύπλευρη όψη των πραγμάτων και κυρίως μας διδάσκει ότι το κάθε τι έχει τη φαινομενική και την ουσιαστική του πλευρά. Όλες οι γραφές περιέχουν ένα εξωτερικό και ένα εσωτερικό νόημα. Το πρώτο αντιστοιχεί στο γράμμα, στην επιφάνεια, το δεύτερο στο πνεύμα, στην ουσία.

"Αλογον γάρ καί σκαιόν τό μη τή δυνάμει τού σκοπού προσέχειν, αλλά τοίς λέξεσι". Διονύσιος Αρεοπαγίτης. Ο Λόγος δεν επιδέχεται καμιά ερμηνεία, είναι δεκτικός μόνον κατανοήσεως κυριολεκτικής και όχι διανοητικής ή ψυχολογικής. Πολλοί διαβάζουν τις γραφές και πολλοί τις ακούνε. Όμως λίγοι είναι εκείνοι που μπορούν να κατανοήσουν το περιεχόμενό τους. Άραγε γιγνώσκεις ά αναγιγνώσκεις; Πράξεις κεφ. 8 .30. Και άλλοτε μεν οι αναγιγνώσκοντες ισχυρίζονται ότι όσα αναφέρονται σ' αυτές είναι αδύνατα ή ακατανόητα ή αντιφατικά και άλλοτε τα όσα ανάγονται στο παρόν τα ανάγουν στο μέλλον και το αντίθετο. Ο άνθρωπος που είναι προσκολλημένος στην ύλη δεν μπορεί να κατανοήσει τις γραφές και το πνευματικό νόημά τους.

"Γιατί πως είναι δυνατόν ποτέ να μάθουν ή να γνωρίσουν ή καν να εννοήσουν εκείνοι που δεν γνώρισαν ποτέ την παρουσία του Πνεύματος; Πως είναι δυνατόν να καταλάβουν αυτά τα μυστήρια εκείνοι που δεν εγνώρισαν ολότελα, καμιά φορά, πως έγινε στον εαυτόν τους η αναγέννησης, η ανάπλασις και η αλλοίωσις;" Συμεών ο Νέος Θεολόγος. Τα ευρισκόμενα σελ. 257.

Ο Θείος Λόγος διδάχθηκε για όλους τους ανθρώπους, τους τότε, τους τωρινούς και τους μελλοντικούς και κλείνει μέσα του την αιωνιότητα. Ο Χριστός σαρκώθηκε, ως Δημιουργικός Λόγος, για να μπορέσει να λυτρώσει τον άνθρωπο από την άγνοια, να τον ελευθερώσει από τα δεσμά του, τα δεσμά της ύλης, "Θαρσείτε νενίκηκα τον κόσμο", δηλαδή νίκησα την ύλη, την έβγαλα από το γράμμα του νόμου, από την επιφάνεια, για να την φέρω εσωτερικά μέσα στον Χριστό, μέσα στην ουσία του Χριστού. Ήλθε ο Χριστός για να μας διδάξει το δρόμο της επιστροφής, να μας προτρέψει να ξεχάσουμε τον παλιό εαυτό μας και να ξαναγεννηθούμε εν πνεύματι και αλήθεια. Μας απήλλαξε από τη Δαμόκλεια σπάθη του παλαιού Νόμου, και μας χάρισε την αγάπη και την ειρήνη Του.

Όμως για να γίνει κάτι τέτοιο, θα συμβάλουμε κι εμείς. Γιατί ούτε χωρίς την άνωθεν βοήθεια μπορεί να γίνει κάτι, ούτε η άνωθεν βοήθεια δίδεται σ' αυτούς που δεν την επιθυμούν. Όλα στη ζωή έχουν την διπλή τους όψη. Πράξη και γνώση, προαίρεση και χάρη, φόβος και ελπίδα, άθλος και έπαθλον. Ούτε τα δεύτερα γίνονται πριν γίνουν τα πρώτα. Παρ όλο που η διδασκαλία του Λόγου δεν μπορεί να διακριθεί σε ουσιώδη και επουσιώδη, γιατί κάθε λόγος, κάθε λέξη, κάθε όνομα και κάθε αριθμός έχει τη δική του, πολλές φορές πολλαπλή έννοια, ωστόσο θα μπορούσε να πει κανείς ότι η καρδιά του Ευαγγελίου κτυπά στην επί του Όρους Ομιλία. Η επί του όρους ομιλία δεν απευθύνεται στον όχλο, γιατί σ' αυτόν ο Κύριος μίλησε με παραβολές, ούτε στους γραμματείς ή στους φαρισαίους, απευθύνεται προς τους μαθητές.

"Όταν ο Ιησούς είδε τα πλήθη ανέβηκε στο όρος, κάθισε και οι μαθητές του ήρθαν κοντά του. Τότε εκείνος άρχισε να τους διδάσκει μ' αυτά τα λόγια: "Μακάριοι όσοι νιώθουν τον εαυτό τους φτωχό μπροστά στο Θεό γιατί δική τους είναι η Βασιλεία του Θεού". "Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι ότι αυτών είναι η Βασιλεία των Ουρανών". Ματθαίος κεφ. ε'1-3.

Αυτός είναι ο πρώτος μακαρισμός που μαζί με τους άλλους επτά δίδει τον τύπο του μακαριστού ανθρώπου του ανθρώπου ο οποίος ανέβηκε από το πρώτο σκαλοπάτι που είναι η ταπείνωση μέχρι το τελευταίο που είναι η καθαρότητα της καρδιάς, η καθαρότητα του νου. Aλλά τι σημαίνει πτωχός τω πνεύματι; Δεν σημαίνει φυσικά τον πνευματικά ανάπηρο, τον ιδιώτη ή κάτι τέτοιο, αλλά ούτε και έχει σχέση με τους εν τοις πράγμασι πτωχούς, ταπεινούς και καταφρονεμένους. Πτωχός τω πνεύματι σημαίνει το να γνωρίζει και να κατανοεί ο άνθρωπος ότι οι δυνάμεις οι δικές του, συγκρινόμενες με εκείνες του Ζωωδότου Πατρός του, είναι κάτι απειροελάχιστο, είναι κάτι το πολύ ασήμαντο.

Ο άνθρωπος που αποδίδει τα πάντα στον εαυτό του, που είναι πλούσιος μέσα στην ίδια του την αυτοικανοποίηση και αυτοεκτίμηση, που ακολουθεί την αγάπη μόνο για τον εαυτό του και όχι για τους άλλους, αυτός που ακολουθεί την ματαιοδοξία του και έχει την αίσθηση ότι είναι καλύτερος από τους άλλους, είναι ο πλούσιος τω πνεύματι. Αντίθετα, ο άνθρωπος που αισθάνεται βαθιά μέσα του ότι δεν γνωρίζει τίποτα και ότι δεν είναι τίποτα και ότι δεν αξιζει τίποτα και ταυτόχρονα επιθυμεί να κατανοήσει περισσότερα και να γίνει διαφορετικός, ο άνθρωπος που αντιλαμβάνεται την άγνοιά του, τη μηδαμινότητα του και την ασημαντότητα του νου του και της κατανόησής του, είναι ο πτωχός τω πνεύματι.

Είναι ανοιχτός να δεχθεί, γνωρίζει την άγνοιά του και γι αυτό θέλει και μπορεί να ακούσει και να κατανοήσει το Θείο Λόγο και τις επαγγελίες του. Αλλά όταν είναι γεμάτος από τον εαυτό του, αν είναι κλειστός, όπως είναι οι περισσότεροι άνθρωποι, τι μπορεί να ακούσει, τι μπορεί να καταλάβει; Ακούει συνέχεια τον εαυτό του και τον επιβραβεύει. Ακούει τις φωνές της ματαιοδοξίας του και της ανικανοποίητης αγάπης για τον εαυτό του.

"Δύο άνθρωποι ανέβηκαν στο νάο για να προσευχηθούν. Ο ένας ήταν Φαρισαίος κι ο άλλος τελώνης. Ο Φαρισαίος στάθηκε επιδεικτικά και άρχισε να προσεύχεται . Και ο τελώνης αντίθετα στεκόταν πολύ πίσω και δεν τολμούσε ούτε τα μάτια του να σηκώσει στον ουρανό.." Λουκάς ιη'10-13.

Ο Φαρισαίος στράφηκε προς τον εαυτό του και όχι προς το Θεό και η προσευχή του δεν εισακούστηκε. Αντίθετα ο τελώνης αγνόησε την ασημαντότητα του εαυτού του και στράφηκε προς το Θεό και εισακούστηκε. "Ότι πας ό υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται, ό δέ ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται".

Όταν ο Κύριος είπε στον πλούσιο νεανία να πουλήσει τα υπάρχοντά του, δεν εννοούσε τα υλικά υπάρχοντα μόνο, αλλά κυρίως εκείνη την πλευρά του ανθρώπου που τον κάνει να πιστεύει ότι είναι καλύτερος από τους άλλους επειδή είναι πιο μορφωμένος νοητικά, κοινωνικά και έχει πολλά υλικά αγαθά. Που νιώθει ότι είναι ιδιαίτερα ικανός, ανεξάρτητος, πλούσιος και ότι μπορεί να αντεπεξέλθει σε οποιαδήποτε δυσκολία, μόνος του. Που νιώθει ικανοποιημένο το εγώ του, με τη ματαιοδοξία του και την ικανοποίηση που αυτή του δίνει. Δεν μπορεί όμως να νομίζει κανείς ότι γίνεται ταπεινός εύκολα.

Η ταπείνωση είναι γέννημα της γνώσης και η γνώση της δοκιμασίας. Αυτός που γνωρίζει τον εαυτό του και μόνο αυτός μπορεί να γνωρίσει τα πάντα.

Εάν κανείς δεν γευθεί ένα πράγμα δεν μπορεί να γνωρίζει τι είναι το πράγμα αυτό, αλλά αυτός που το γεύεται ας γνωρίζει ότι ένα μέρος μόνο αντιλαμβάνεται και η αντίληψη αυτή γίνεται αιτία γνώσεως και ταπεινώσεως. Αυτός που θα γνωρίσει τον εαυτό του ότι δηλαδή είναι ένα κτίσμα του Θεού, ευμετάβλητο, ότι είναι μια ψυχή που έχει ένα σώμα και ότι η ψυχή αυτή είναι αιώνια και το σώμα φθαρτό, αυτός που θα κατανοήσει ότι είναι μια απειροελάχιστη κουκιδίτσα σε ένα απέραντο και απύθμενο σύμπαν, πτυχή της Θείας Δυνάμεως, αυτός και μόνο θα μπορεί να μην υπερηφανεύεται για τίποτα, γιατί θα γνωρίσει ότι ανήκει στον κτίσαντα.

"Oι λέγοντες ή πράτοντες χωρίς ταπείνωση, εοίκασιν έν χειμώνι ή άνευ πηλού οικοδομείν".
Η ταπείνωσις ούτε ταπεινολογίαν έχει ούτε ταπεινολογεί, ουδέ φρονείν, ταπεινά βιάζεται, ουδέ εαυτόν μέμφεται ταπεινούμενος, ταύτα σχήματα εισί ταπεινώσεως.

Δύο εισίν ταπεινώσεις: Το έχειν εαυτόν υπό κάτω πάντων και το επιγράφειν Θεώ κατορθώματα.
 Γρηγόριος Σιναίτης. Φιλοκαλία Δ. σελ. 50-51.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...