Showing posts with label π. Αυγουστίνος Καντιώτης. Show all posts
Showing posts with label π. Αυγουστίνος Καντιώτης. Show all posts

Thursday, 26 December 2013

«...ΚΑΙ ΕΠΙ ΓΗΣ ΕΙΡΗΝΗ...»! (απαντησεις σε απιστους)


«ΔΟΞΑ ΕΝ ΥΨΙΣΤΟΙΣ ΘΕΩ
ΚΑΙ ΕΠΙ ΓΗΣ ΕΙΡΗΝΗ, ΕΝ ΑΝΘΡΩΠΟΙΣ ΕΥΔΟΚΙΑ»
ΠΕΡΙΦΡΟΝΕΙΤΑΙ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
«...ΚΑΙ ΕΠΙ ΓΗΣ ΕΙΡΗΝΗ»! 

π. Αυγουστίνος Καντιώτης

Αλλά τι βλέπω, τι ακούω; Θα ήθελα να μη ζω, θα ήθελα να μη έχω αυτιά, διά να μή βλέπω και ακούω αθέους και υλιστάς ανθρώπους των ημερών μας, οι οποίοι και επί τω ακούσματι του αγγελικού αυτού ύμνου ειρωνεύονται, καγχάζουν και βλασφημούν λέγοντες·
Άκου εκεί! Ακόμη υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν τέτοια
παραμύθια; Εμεις θ' αγωνισθούμε να εξαφανισθεί αυτό το παραμύθι, τα λείψανα του παραμυθιού αυτού, από κάθε γωνία της γης. Εμείς, οι άθεοι και υλισταί, κηρύττουμε ρεαλιστικά. Εμείς -και όχι το Ευαγγέλιο, το μήνυμα των αγγέλων- θα φέρουμε τον παράδεισο πάνω στη γη. Και είναι εις βάρος του χριστιανισμού το ότι είκοσι αιώνες τώρα τίποτε δεν κατώρθωσε για την κατάργηση των πολέμων και την εγκαθίδρυση σταθερής και μονίμου ειρήνης πάνω στη γη. Εμείς θα καταργήσουμε τους πολέμους και θα εγκαταστήσουμε την ειρήνη, που θα διαρκέσει χιλιετηρίδες. Εμείς την ειρήνη, εμείς την ειρήνη, και όχι σεις που ονειρεύεστε παραδείσους στην άλλη ζωή, στον ουρανό...
Τι έχομε, αγαπητοί, ν' απαντήσωμε εις τους απίστους και αθέους, εις τους υλιστάς και τους οπαδούς του μαρξισμού;
Ο Χριστός έφερε τον παράδεισο εις την γη, έφερε την βαθειά ειρήνη. Εις ποιούς; Όχι εις όλους, αλλ' εις εκείνους, οι οποίοι, όχι διά της βίας, όχι διά του ξίφους, αλλ' όλως ελευθέρως επίστευσαν εις το αγγελικό μήνυμα, μετενόησαν ειλικρινώς διά το άθλιον παρελθόν των και εξωμολογήθηκαν μετά δακρύων τα αμαρτήματά των εις πνευματικόν πατέρα. Αυτοί άκουσαν εις τα μυστικά αυτιά της ψυχής των εκείνο που είπε ο Κύριος «Αφέωνταί σου αι αμαρτίαι... πορεύου εις ειρήνην» (Λουκ. 7, 48-50). Αμφιβάλετε; Τότε ακούσατε τον Ρώσο λογοτέχνη και φιλόσοφο Ντοστογιέφσκι, ο οποίος προηγουμένως ήτο άπιστος, αλλ' μέσα στη φυλακή εμελέτησε το Ευαγγέλιο και επίστευσε, και όταν εξωμολογήθη ειλικρινώς εις ένα στάρετς είπε· Τώρα που εξωμολογήθηκα, παράδεισος εφύτρωσε στην καρδιά μου. Ναι, παράδεισος, ειρήνη όχι επιφανειακή αλλά βαθειά ειρήνη, που πλημμυρίζει τα βάθη της ανθρωπίνης υπάρξεως.
Αλλ' οι άνθρωποι αυτοί, που πιστεύουν εις το άγγελμα του ουρανού και ζουν συμφώνως προς το ευαγγέλιο, και απ' εδώ από την γη προγεύονται των πνευματικών ηδονών και θελγήτρων μιας ωραίας, μιας παραδεισένιας ζωής, είναι ολίγοι. Αυτοί όμως οι ολίγοι, οι οποίοι εφήρμοσαν εις τον εαυτό των το Ευαγγέλιο, αρκούν δια να αποδείξουν ό,τι το πείραμα του χριστιανισμού επέτυχε. Και ό,τι κατώρθωσαν αυτοί, διατί να μη το κατορθώσουν και τα εκατομμύρια, τα δισεκατομμύρια των ανθρώπων;
Δυστυχώς το μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητος, και αυτοί ακόμα οι λεγόμενοι χριστιανοί, δεν θέλησαν να εφαρμόσουν το Ευαγγέλιο και να δοκιμάσουν εις τον εαυτό τους όλην την ενέργεια του δραστικού φαρμάκου που λέγεται χριστιανική πίστης, ευαγγέλιον. Εάν ο ασθενής δεν θέλει να πάρει το φάρμακο που του υποδεικνύει ο ιατρός δια την θεραπεία της ασθένειάς του και αποθάνει, ποιος φταίει; Ο ιατρός η ο ασθενής; Και εν προκειμένω ασθενής, και μάλιστα βαρύτατα ασθενής, που αιμοραγεί από αλλεπαλλήλους πολέμους, είναι η ανθρωπότης. Αλλ' η ανθρωπότης δεν θέλει. Και όχι μόνον δεν θέλει, αλλά και υβρίζει και βλασφημεί, επί τω ακούσματι του Ευαγγελίου ειρωνεύεται και λέγει· Δεν έχομε ανάγκη του Ευαγγελίου, διότι τούτο επάλιωσε πλέον, και νέα ευαγγέλια, ως τα κατά Μάρξ, Νίτσε, Φρόϋντ κ.λπ., πρέπει να επικρατήσουν.
Θέλετε ένα παράδειγμα εκ των πολλών, ενδεικτικόν αυτής της στάσεως έναντι του Ευαγγελίου;
Μετά την λήξη του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, ο υπό χριστιανικών ιδεών και αισθημάτων εμπνεόμενος τότε πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ουϊλσον υπέδειξε εις την αίθουσα των Βερσαλιών εις όλους τους νικητάς ηγέτας τα εξής. Εάν θέλωμε, είπε, να παύσουν οι πόλεμοι, πρέπει να θεμελιώσωμε την ειρήνη επι του Ευαγγελίου. Τότε ο Κλεμανσώ, ο πρωθυπουργός της Γαλλίας, η τίγρις ως απεκαλείτο, εξηγριώθη και είπε· Τοιαύτην ειρήνην ημείς δεν θέλομεν! Ετσι η ειρήνη εθεμελιώθη επί σαθράς βάσεως. Και το αποτέλεσμα; Μία τοιαύτη αντιχριστιανική ειρήνη έσπειρε πολυ σπόρο αδικίας και επροκέλεσε τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, απείρως χειρότερο του πρώτου. Αλλά και όταν ο πόλεμος αυτός ετερματίσθη και επρόκειτο να υπογραφεί η σύμβασης της ειρήνης, και πάλι η ειρήνη δεν θεμελιώθη επί του Ευαγγελίου, αλλ' επί αρχών ξένων και αντιθέτων προς το γνήσιον πνεύμα του Ευαγγελίου. Μεγάλη μερίς, η πλειονοψηφία των εθνών, απέρριψε πρόταση να γραφεί εις το κείμενο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων άρθρο, δια του οποίου να διακηρύσσεται ότι ο άνθρωπος είναι «κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν» Θεού» (Γεν. 1, 26-27). Ωρύοντο και πάλι οι άθεοι και οι άπιστοι, των οποίων ηγείτο η μεγάλη δύναμης, η οποία καταστατικόν της χάρτη έχει την αθεϊα και την απιστία· εξουθενούσα δε αυτή τα μικρά και ανίσχυρα έθνη συχνά προβάλλει το αντιχριστιανικό της Veto εις μεγάλα και κρίσιμα θέματα, τα οποία συζητούνται εις τους διεθνείς οργανισμούς.
Πως είναι δυνατόν επί τοιούτων αντιχριστιανικών βάσεων να θεμελιωθεί η ειρήνη; Δια τούτο, μετά δε παρέλευση 40ετίας από της λήξεως του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, ο φόβος του πολέμου όχι μόνον δεν εξέλιπε, όπως ήλπιζαν οι πολλοί, αλλά και ενετάθη σφόδρα, λόγω της ανακαλύψεως και νέων όπλων τρομακτικής δυνάμεως και ενεργείας, διά των οποίων απειλείται γενική καταστροφή και αυτή ακόμη η εκτροπή του πλανήτου μας εκ της κανονικής του τροχιάς, επι της οποίας αιώνες κινείται. Φόβος, αγωνία θανάτου κατέχει τας ψυχάς των κατοίκων και των δύο ημισφαιρίων. Προς αποφυγή δε ενός νέου πολέμου συσκέψεις ηγετών μικρών και μεγάλων εθνών πραγματοποιούνται και τα θέματα της υφέσεως, του αφοπλισμού και της ειρήνης διαρκώς συζητούνται. Τριάντα και πλέον συσκέψεις έχουν πραγματοποιηθεί. Και το αποτέλεσμα; Να είπωμε μηδέν; Ας ελπίζωμε, εάν μία τοιαύτη ελπίς δεν είναι, κατά τον Θουκιδίδη, μήτηρ ξυμφορών. Αλλ' η δαμόκλειος σπάθη, η πυρηνική ενέργεια, κρέμαται εκ μιάς λεπτής τριχός υπεράνω της ανθρωπότητος.
Υπό τας φιλοφρονήσεις ανειλικρίνεια
ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ ουδέποτε άλλοτε συνεζητήθη τόσο πολύ, και ουδέποτε άλλοτε εφαίνετο να ευρίσκεται τόσον μακράν. Ειρήνη, ειρήνη, ειρήνη... Εκατομμυριάκις ηκούσθη και εγράφη η λέξις αυτή. Αλλά που η ειρήνη;
Οι ηγέται των δύο υπερδυνάμεων υπογράφουν θεαματικήν συμφωνία δια την καταστροφή των πυρηνικών κεφαλών, αλλά το ποσοστό των αχρηστευομένων ατομικών όπλων μόλις υπερβαίνει το 3%. Εις τα όρη της Αμερικής και της Ρωσίας υπάρχουν ακόμη σπήλαια ετοιμα να αποθηκεύσουν χιλιάδες ατομικές βόμβες. Και μετ' ολίγον ο πόλεμος απειλείται να μεταφερθεί από την γη εις τα άστρα, ώστε, και αν όλες οι πυρηνικές κεφαλές καταστραφούν ο κίνδυνος εξακολουθεί να υπάρχει, διότι ο πόλεμος των άστρων θα είναι η νέα και φοβερωτέρα απειλή.
Πορείες ειρήνης γίνονται εις πολλές πόλεις του φιλελευθέρου και δημοκρατικού κόσμου. Αλλ' αυταί δεν θεωρούνται ειλικρινείς, διότι τοιαύται πορείαι δεν πραγματοποιούνται και εις τας χώρας των ολοκληρωτικών καθεστώτων, ωσαν οι χώρες αυτές να είναι τελείως άοπλοι και φιλειρηνικαί.
Γεννάται λοιπόν, κατόπιν τούτου, εύλογον το ερώτημα· Μήπως οι πορείες είναι τέχνασμα, πονηρόν σχέδιον των ολοκληρωτικών καθεστώτων, το οποίο αποβλέπει εις την νάρκωσιν και τον αιφνιδιασμόν των άλλων, οι οποίοι πιστεύουν αφελώς, εις τα συνθήματα της ειρήνης; Λέγεται ότι κάποια μεγάλη αράχνη της Αφρικής πριν καταβροχθίσει τα διάφορα έντομα, τα υπνωτίζει προηγουμένως με δηλητηριώδες υγρό και έτσι υπνωτισμένα τα κατατρώγει...
Δεν υπάρχει δυστυχώς εκατέρωθεν ειλικρίνεια και εντιμότης. Ειρήνη εις τα χείλη των διπλωματών μιας αισχράς, μιας σατανικής πολιτικής, αλλά σχέδια εξοντωτικά επεξεργάζονται αυτοί εις τας διανοίας των. Δι' αυτό μάλλον αρμόζει ένας λαϊκός μύθος, που δίδει ζωηράν την εικόνα του ψεύδους και της ανειλικρινείας των δήθεν φίλων.
Κατά τον μύθον το φίδι και ο κάβουρας ήσαν κουμπάροι. Ύστερα από αρκετόν χρόνο οι κουμπάροι συναντήθηκαν. Μεγάλες εκδηλώσεις αγάπης. Το φίδι προς εκδήλωσι της αγάπης του άρχισε να περιτυλίγεται γύρω από τον κάβουρα και να περισφίγει αυτόν ολοένα και περισσότερο. -Κουμπάρε, λέγει ο κάβουρας, μη με σφίγγεις τόσο πολύ, διότι θα με πνίξεις. Αλλά το φίδι εξακολουθούσε να τον σφίγγει, διότι είχε τον σκοπό του· να τον καταβροχθίσει, να τον καταφάγει. Ο κάβουρας, αντελήφθει τον κίνδυνο, άνοιξε τας λαβίδας του (τις δαγκάνες) και τον εδάγκασε θανάσιμα. Εις δε τα παράπονα του φιδιού, διατί το εδάγκασε τόσον πολύ, ο κάβουρας απήντησε· -Διότι σε αγαπώ όπως και συ αγαπάς εμένα.
Ο μύθος δηλοί· κάτι τέτοιο δυστυχώς κινδυνεύει να συνβεί και εις τας δύο υπερδυνάμεις, οι οποίες συχνά μεν ανταλλάσσουν φιλοφρονήσεις, αλλ' όπισθεν αυτών κρύπτεται άβυσσος κακίας. Οπως δε λέγει ο Πλούταρχος, σοφός ερευνητής των αιτίων των πολέμων και των συρράξεων, «ουδείς φύεται ανθρώποις πόλεμος άνευ κακίας, αλλά τον μεν φιληδονίαν, τον δε πλεονεξία, τον δε φιλοδοξία τις η φιλαρχία συρρήγνυσι» (Πλουτάρχου, Περί στωϊκών εναντιωμάτων 1049, 32Β).
Συνεπώς εάν οι καρδιές των ανθρώπων δεν αφοπλισθούν από την κακίαν, οι εξωτερικοί αφοπλισμοί των εθνών από όλα τα φονικά όπλα δεν σώζουν την κατάσταση. Διότι αυτός που μισεί δια διαφόρους λόγους, εάν δεν έχει όπλον, θα χρησιμοποιήσει και τους οδόντας του ακόμη διά να καταβάλει τον άλλον. Ιδού που πρέπει να στραφεί η προσοχή της ανθρωπότητος.
Κύριε, φέρε την ειρήνη!
ΚΑΙ ΛΟΙΠΟΝ; Που καταλήγετε ύστερα από αυτά; θα ερωτήσουν οι αγαπητοί αναγνώσται μας. Ποιο το συμπέρασμά σας; Απαισιόδοξος είσθε;
Εάν ατενίσω εις την γην, γίνομαι απαισιόδοξος. Εάν όμως πιστεύσω, ότι η ανθρωπότης δεν είναι παιχνίδι σκοτεινών δυνάμεων, και στρέψω το βλέμμα μου εις τον ουρανό, τότε γίνομαι αισιόδοξος.
Ένα άστρο ρίπτει ζωογόνες ακτίνες ελπίδος εις τις κατεπτοημένες καρδιές μας. Και αυτό είναι η προφητεία του Ησαϊα (κεφ. 2, στιχ. 4 ως και κεφ. 11 στιχ. 5-10).
Τώρα, φίλοι αναγνώσται, περίλυποι ως χριστιανοί δια το σημερινόν κατάντημα της ανθρωπότητος, η οποία ευρίσκεται εγγύς ολέθρου, νοσταλγοί όσον ποτέ άλλοτε της βαθείας ειρήνης, της ειρήνης του Χριστού, κλίνομεν γόνυ και επαναλαμβάνομε και ημείς την θερμήν δέησιν του προφήτου· «Κύριε ο Θεός ημών, ειρήνην δος ημίν, πάντα γαρ απέδωκας ημίν. Κύριε ο Θεός ημών, κτήσαι ημάς. Κύριε, εκτός σου άλλον, ουκ οίδαμεν, το όνομά σου ονομάζομεν» (Ησ. 26,12-13)
 
ΑΠΟ ΒΙΒΛΙΟΝ «ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ» ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΟΥ (σελ. 346-354)

Sunday, 24 November 2013

π. Αυγουστίνος Καντιώτης «ΟΥ ΜΟΙΧΕΥΣΕΙΣ»

  
(Κυριακὴ ΙΓ΄ Λουκᾶ (Λουκ. 18,18-27)

Ζοῦμε, ἀγαπητοί μου, σὲ ἡμέρες πονηρές. Τὸ ἔργο τοῦ κηρύγματος τοῦ εὐαγγελίου εἶνε δύσκολο. Στὰ παλιὰ τὰ χρόνια λίγα ἔλεγε ὁ παπᾶς καὶ οἱ Χριστιανοὶ σὰν τὴ διψασμένη γῆ ῥουφοῦσαν τὰ λόγια του. Σήμερα οἱ ἄν­θρωποι ἔχουν ἀπαιτήσεις, εἶνε μορφωμένοι. Θέλουν φιλοσοφίες καὶ κοινω­νιολογίες μὲ γλῶσσα εὐγενῆ, ὄχι μὲ λέξεις ποὺ σοκάρουν.
Ἔλα ὅμως ποὺ οἱ λέξεις αὐτὲς ὑπάρχουν στὸ Εὐαγγέλιο; Πῶς νὰ κάνουμε; νὰ προδώσουμε τὴν ἀποστολή μας; Προτιμῶ νὰ μὲ πῆτε ἀγροῖ­κο καὶ ἀσυγχρόνιστο, παρὰ νὰ μεταχειριστῶ λέξεις ποὺ νὰ μὴ ἀποδίδουν τὴν πραγματικό­τητα. Ἡ ἐποχή μας διαπράττει μὲν ὅλα τὰ αἴ­σχη, ἀλλὰ δὲν θέλει νὰ λὲς «τὰ σῦκα σῦκα καὶ τὴ σκάφη σκάφη», τὸ σκοτάδι σκοτάδι καὶ τὴν ἡμέρα ἡμέρα. Μὲ κίνδυνο λοιπὸν νὰ παρεξηγηθῶ καὶ νὰ σοκάρω στ᾽ αὐτιὰ ὡρισμένων, θὰ μιλήσω ἐπάνω σ᾽ ἕνα θέμα κοινωνικό, μὲ τὴ γλῶσσα ὄχι τοῦ κόσμου ἀλλὰ τοῦ Εὐαγγελίου, τοῦ Ἐσταυρωμένου. Τὸ θέμα μᾶς τὸ δίδει μία ἀπὸ τὶς ἐντολὲς τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου. Ὅπως ἀκούσατε, ὁ Κύριος, ἀπαντώντας στὸ ἐρώτημα ἑνὸς πλουσίου νέου, τί πρέπει νὰ κά­νῃ γιὰ νὰ κληρονομήσῃ τὴν αἰώνιο ζωή, τοῦ εἶπε· «Τήρησον τὰς ἐντολάς». Καὶ σὲ νέα ἐρώ­τησι, Ποιές ἐντολές, τοῦ ἀρίθμησε ἀπὸ τὶς δέ­κα ἐντολὲς τοῦ Δεκαλόγου τὶς πέντε. Ἀπὸ τὶς πέντε λοιπὸν αὐτὲς ἐντολὲς θὰ μιλήσω ἐπάνω στὴν ἐντολὴ «Οὐ μοιχεύσεις» (Λουκ. 18,20). ―Μὰ αὐτὴ τὴν ἐντολὴ διάλεξες; θὰ μοῦ πῆ­τε. Γιατί δὲ μιλᾷς γιὰ τὴν κλοπή, τὸ φόνο, τὸ σεβασμὸ στοὺς γονεῖς, τὸ ψέμα;… Κι αὐτὰ εἶνε σοβαρά· ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ἐντολὴ εἶνε ἐκείνη ποὺ σήμερα δὲν λαμ­βάνεται καθό­λου ὑπ᾽ ὄψιν· γι᾽ αὐτὸ θὰ μιλήσω ἐπ᾽ αὐτῆς.

* * *

«Οὐ μοιχεύσεις». Τί εἶνε μοιχεία; Ὁ Ποινι­κὸς Κῶδιξ, πονηρὴ ἀλεποῦ, δὲν δίνει ὁρισμό, καὶ γι᾽ αὐτὸ πολὺς θόρυβος μεταξὺ τῶν νομι­κῶν γιὰ τὴν ἔννοια τῆς μοιχείας. Μοιχεία, ὅ­πως γνωρίζουμε ἀπὸ τὴν ἁγία Γραφή, εἶνε νὰ πιάνῃ σχέσεις ὁ παντρεμένος ἄντρας μὲ ξένη γυναῖκα καὶ ἡ παντρεμένη γυναίκα μὲ ξένο ἄντρα. Κ᾽ εἶνε αὐτὸ ἁμάρτημα; Εἶνε. Γιατί; ⃝ Πρῶτον, διότι εἶνε φόνος. Ὑπάρχουν φόνοι σωματικοὶ καὶ φόνοι ἠθικοί. Ἡ μοιχεία φονεύει ἕνα εὐγενέστατο αἴσθημα ποὺ ὑπάρχει στὴν καρδιὰ τῶν ἀνθρώπων, αἴσθημα ποὺ τὸ φύτευσε ὁ οὐρανὸς – τὸ εὐλόγησε ὁ Θεός, αἴ­σθη­μα ἀρχαῖο ὅπως ὁ κόσμος· καὶ τὸ αἴσθημα αὐ­τὸ εἶνε ἡ ἀγάπη, ἡ ἁγνὴ ἀγάπη ποὺ συνδέει δύο ὑπάρξεις, ἄντρα καὶ γυναῖκα, καὶ τὶς ἑνώνει σὲ μία ἑνότητα ἀδιάρρηκτη, ὥστε ἀπὸ τὴν ὥρα ἐκείνη δὲν εἶνε πλέον δύο ἀλλὰ ἕνα. Μὲ τὸ γάμο ἄντρας καὶ γυναίκα «ἔσονται εἰς σάρ­κα μίαν» (Γέν. 2,24 = Ματθ. 19,5). Ὄχι μόνο τὰ κορμιὰ ἀλλὰ καὶ οἱ ψυχὲς ἑνώνονται σὲ μία ἑνότητα. Ὅ­πως δύο χημικὰ στοιχεῖα ἑνώνονται κι ἀποτελοῦν μία νέα οὐσία, κατὰ παρόμοιο τρόπο γυναίκα καὶ ἄντρας στὸ μυστήριο τοῦ γάμου ἑνώνονται κι ἀποτελοῦν μία νέα ὕπαρξι. Καὶ ὅ­πως δὲν μπορεῖ νὰ ζήσῃ οὔτε τὸ κεφάλι χω­ρὶς τὸ σῶμα οὔτε τὸ σῶμα χωρὶς τὸ κεφάλι, ἔτσι καὶ στὸ γάμο, κεφαλὴ εἶνε ὁ ἄντρας καὶ σῶμα ἡ γυναίκα· ἡ μοιχεία εἶνε ἕνα μαχαίρι τοῦ διαβόλου ποὺ κόβει τὸ κεφάλι καὶ τὸ ἀ­ποχωρίζει ἀπὸ τὸ σῶμα ποὺ σπαρταράει. Εἶνε διακοπὴ ἱεροῦ δεσμοῦ. Γι᾽ αὐτὸ λέω ὅτι ἡ μοιχεία εἶνε φόνος καὶ γι᾽ αὐτὸ στὸν Δεκάλογο προτάσσεται τοῦ «οὐ φονεύσεις». Εἶνε ἀκόμη ἡ μοιχεία ἀπάτη, ἀθέτησις ὑποσχέσεως. Ὁ μοιχεύων ἀθετεῖ μία ὑπόσχεσι, ἕ­να ὅρκο. Ἐδῶ ἔχουμε ἀπάτη πρώτου μεγέθους. Διότι ὁ νέος καὶ ἡ νέα ποὺ ἔρχονται σὲ γάμο δὲν ὁδηγοῦνται στὸ δημαρχεῖο ἢ κάπου ἀλλοῦ· ὁδηγοῦνται στὸ ναό, στὸν ἅγιο αὐτὸ τόπο, ἐ­νώπιον τῶν ἱερῶν εἰκόνων, τοῦ Ἐσταυρωμένου, τοῦ Εὐαγγελίου, ἐνώπιον ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων, ἐνώπιον συγγενῶν καὶ φίλων. «Ὡς φοβερὸς ὁ τόπος οὗτος!» (Γέν. 28,17). Αὐτά, ἐ­ὰν πιστεύουμε.Ὅποιος δὲν πιστεύει, ἂς κάνῃ πολιτικὸ «γάμο» στὸ δημαρχεῖο. Στὸ ναὸ δίνει ἱερὴ ὑπόσχεσι καὶ δακρύζουν οἱ εἰκόνες, ὅτι θὰ μείνῃ πιστὸς μέχρι θανάτου. Μόνο τὸ φτυάρι τοῦ νεκροθάφτη χωρίζει τὸ ἀντρόγυνο. Ὅταν λοιπὸν ἀθετῇς τὴν πίστι στὸ σύν­τρο­φο ἢ τὴ σύντροφό σου, δὲν κάνεις ἄλ­λο παρὰ ν᾽ ἀποδεικνύεσαι ἀπατεώνας πρώτου μεγέθους. Ἡ μοιχεία εἶνε ἀκόμη μεγάλη ἀταξία στὶς σχέσεις τοῦ ἀνδρογύνου. Γιατί; Ὁ Θεὸς «τὰ πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησε» (Ψαλμ. 103,24). Ἕνας ἀπὸ τοὺς κυριωτέρους σκοποὺς τοῦ γάμου εἶνε ἡ διαιώνισις τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ἡ τεκνογονία, τὸ νὰ φέρῃς παιδιὰ στὴ ζωή. Ἀλλὰ τὰ παιδιά, τὰ γνήσια παιδιά, μοιάζουν στοὺς γονεῖς. Ὅπως τὰ προϊόντα ἑνὸς ἐργοστασίου φέ­ρουν ἐπάνω τὴ σφραγῖδα του, ἔτσι καὶ τὰ γνήσια παιδιά, μόλις τὰ δῇς καταλαβαίνεις ποιοί εἶνε οἱ γονεῖς τους, φέρουν τὴ «σφραγῖδα» τους. Ὅταν λοιπὸν ἐσὺ ἀπατᾷς τὸν ἄντρα ἢ τὴ γυναῖκα σου, δημιουργεῖς σύγχυσι στὸ γένος. Τὰ παιδιὰ δὲν θὰ μοιάζουν στὸν πατέρα· κι ἀλλοίμονο ἂν ὁ σύζυγος σχηματίσῃ τὴν ὑπό­νοια ὅτι τὸ παιδὶ ποὺ γεννήθηκε δὲν εἶνε δικό του· ἡ ζωή του εἶνε πλέον τυραννία, κόλασις. Ὁ μοιχὸς μοιάζει μὲ ἕνα πουλί, τὸν κοῦκκο. Ὁ κοῦκκος εἶνε μοιχὸς ὁ ἄθλιος. Παίρνει τὰ ἀβγά του καὶ τὰ βάζει σὲ ξένη φωλιά. Ἐκεῖ ἐ­πῳάζονται, ἐκκολάπτονται, καὶ μεγαλώνουν τὰ πουλιά. Κι ὅταν μεγαλώσουν οἱ κοῦκκοι, πετᾶνε ἔξω ἀπὸ τὴ φωλιὰ τὰ νόμιμα – γνήσια παιδιὰ τῶν πουλιῶν τῆς φωλιᾶς. Σὰν τὸν κοῦκκο λοι­πὸν κ᾽ ἐσύ, ὁ μοιχὸς ἢ ἡ μοιχαλίδα, γεννᾷς ξένα παιδιὰ ποὺ δὲν ἔχουν καμμία ὁ­μοιότητα με τὸ νόμιμο σύντροφό σου. Ἡ μοιχεία εἶνε ἀκόμη ἕνα κομπολόι ἀπὸ πλῆθος ἐγκλήματα· φιλονικίες, ἔριδες, δηλητηριάσεις, φόνοι…, ὅ,τι φανταστῇς. Καὶ μόνο ἀπὸ τ᾽ ἀποτελέσματα ἂν τὴ ζυγίσουμε, θὰ τὴν χαρακτηρίσουμε ὡς μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες κοινωνικὲς πληγές. Στὴν Πάτρα μιὰ νεαρὴ γυ­ναίκα, ποὺ ὑ­πω­ψιαζόταν ὅτι ὁ ἐραστής της τὴν ἀπατᾷ, γιὰ νὰ τὸν ἐκδικηθῇ, μπῆκε σὰν τίγρις στὸ σχολεῖο, ἅρπαξε τὸ κοριτσάκι τοῦ ἐραστοῦ της ποὺ τὴν ἐγκατέλειψε καὶ τὸ ἔπνιξε. Θηρίο κάνει τὸν ἄνθρωπο ἡ μοιχεία. Ἀλλὰ τὸ χειρότερο ―ἂν εἶσαι Χριστιανός― ποιό εἶνε· ἡ μοιχεία εἶνε παράβασις ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ· ὄχι τοῦ ἀνθρωπίνου ποινικοῦ κώδικος ἀλλὰ τῆς οὐρανίου νομοθεσίας. Καὶ ὅ­πως ἀπὸ τὰ δέκα δάχτυλά σου καν­ένα δὲν κό­βεις, ἔτσι καμμιά ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ δὲν πρέπει νὰ καταργῇς ἀλλὰ ὅλες νὰ τὶς τηρῇς. Τὸ «Οὐ μοιχεύσεις» εἶνε θεία ἐντολή. Τὴν παραβαίνεις; τότε φωτιὰ καὶ φλόγα καὶ κάμινος σὲ περιμένει. Οἱ παλαιότεροι θεωροῦσαν τὴ μοιχεία ὡς ἕνα ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα ἐγκλήματα. Διαβάστε τὴν ἱστορία. Στὴν πατρίδα μας, ὄ­χι μετὰ Χριστὸν ἀλλὰ καὶ πρὸ Χριστοῦ, κοντὰ στὰ μέρη τῆς Ἀμφίσσης, οἱ Λοκροί, ὅποιον ἔ­πιαναν νὰ μοιχεύῃ, τοῦ ἔβγαζαν τὸ ἕνα μάτι μὲ δαυλὸ ἀναμμένο· ἂν ἔπεφτε πάλι στὸ παράπτωμα, τοῦ ἔβγαζαν καὶ τὸ ἄλλο μάτι. Στὴ Σπάρτη ἡ μοιχεία ἦταν ἄγνωστη. Λένε ὅτι ἕνας διεφθαρμένος Ἀθηναῖος ρώτησε ἕνα Σπαρτι­άτη· –Τί κάνετε ἐσεῖς τοὺς μοιχούς; Καὶ ὁ Σπαρτιάτης ἀπήντησε· –Ἂν βρεθῇ μοιχός, τὸν πιάνουμε καὶ τὸν ὑποχρεώνουμε νὰ σηκώ­σῃ στὴν πλάτη του ἕνα ταῦρο, νὰ τὸν ἀ­νεβά­σῃ στὴν κορυφὴ τοῦ Ταϋγέτου, κι ἀπὸ ᾽κεῖ ψη­λὰ νὰ τοῦ τεντώσῃ τὸ λαιμὸ ὥστε ὁ ταῦ­ρος νὰ σκύψῃ νὰ πιῇ νερὸ ἀπ᾽ τὸν Εὐρώτα. –Μπᾶ, λέει ὁ Ἀθηναῖος, αὐτὸ εἶνε ἀδύνατον. –Ὅσο εἶνε δυνατὸν νὰ γίνῃ αὐτό, ἄλλο τόσο εἶνε καὶ τὸ νὰ ὑπάρξῃ μοιχὸς στὴν πολιτεία μας. Στὴν Κίο τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, στὰ μέρη τοῦ Παν­όρμου τῆς Προύσης, λέει ὁ ἱστορικὸς ὅτι ἐπὶ 700 χρόνια δὲν ἀκούστηκε πορνεία καὶ μοιχεία. Τώρα τί γίνεται; Ἐμένα ρωτᾶτε; Ἂν στὴν πόρτα τῆς ἐκκλησίας στεκόταν ἕνας ἄγγελος Κυρίου, ὄχι ἐγώ, καὶ ἔλεγε «Ὅσοι ἄντρες καὶ γυναῖκες εἶστε ἁγνοί, περάστε ἔξω», δὲν ξέρω πόσοι ἀπὸ τοὺς κυρίους καὶ τὶς κυρίες ποὺ εἶστε ἐδῶ θὰ τολμοῦσαν νὰ βγοῦν. Διότι ὁ ἄγ­γελος δὲ γελιέται, γνωρίζει τὶς καρδιὲς καὶ θὰ ἔκοβε κεφάλια. Ὦ κοινωνία, ὦ πατρίδα, πῶς κατήντησες! Στὰ ἀστυνομικὰ τμή­ματα κάθε μέρα ἔχουν ἐπεισόδια μὲ ἀντρό­γυνα. Στὰ δικαστήρια συνεχῶς ἐκδικάζουν ὑποθέσεις δια­­ζυγίων. Καὶ στὶς μητροπόλεις ἐκδίδονται πλῆ­θος διαζύγια παρὰ τὸ νόμο τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Ἑλλάδα Χόλλυγουντ καὶ χειρότερα. Ποιός φταίει; ὅλοι φταῖμε. Ἂν ἀποκτήσουμε ἐκκλησία ζῶσα καὶ ἐλευθέρα, θὰ διδάξουμε καὶ δικαστὰς καὶ βουλευτάς, ποὺ ἐγκρίνουν τὸ αὐτόματο διαζύγιο, τὸ ὁποῖο θὰ σημάνῃ τὴ διάλυσι τῆς Ἑλληνικῆς πατρίδος.

* * *

Στὰ ὅπλα λοιπόν, ἀγαπητοί μου! Ἂν θέλου­με νὰ ζήσουμε, δὲν θὰ ζήσουμε μὲ Χόλλυγουντ καὶ ἐκτροπές, ἀλλὰ μὲ τὴν ἁγία παράδοσι ποὺ θεμελίωσε ὁ Ἐσταυρωμένος καὶ ἁγίασαν οἱ μάρτυρες καὶ ὁμολογηταί. Ἂν θέλουμε νὰ συνεχίσουμε τὴν πορεία μας, πρέπει νὰ σταθοῦ­με φρουροὶ τῆς παραδόσεως, γιὰ τὴν ὁποία ἔχυσε ποταμοὺς αἱ­μάτων ὅλο τὸ γένος μας.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Νικολάου Πευκακίων – Ἀθηνῶν 27-11-1966

Monday, 28 October 2013

Τῆς Ἁγίας Σκέπης . Ἡ θρησκευτικότης τῶν Ἑλλήνων. (+Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)

 
Ἡ θρησκευτικότης τῶν Ἑλλήνων.
Ἀδελφοί, «εἶχε μὲν οὖν καὶ ἡ πρώτη σκηνὴ δικαιώματα λατρείας τό τε Ἅγιον κοσμικόν…» (Ἑβρ. 9,1)
(Ομιλία του †Επισκόπου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)
 
Ἡ θρησκεία μας, ἀγαπητοί μου, ἔχει ἐχθρούς, ποὺ ἀφρίζουν ἅμα ἀκούσουν τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Παναγίας. Τοὺς ἐνοχλεῖ. Ἂν ἦταν στὸ χέρι τους –δὲν ξέρουμε, μπορεῖ νὰ τὸ ἐπιτρέψῃ ὁ Θεὸς σύμφωνα μὲ τὴν Ἀποκάλυψι (βλ. Ἀπ. 11,7-10· 13,3-8,12-17· 17,6)–, θὰ ἔβαζαν δυναμίτη νὰ τινάξουν ὅλες τὶς ἐκκλησίες. Νομίζουν οἱ ταλαίπωροι, πὼς ἔτσι θὰ ξερριζώσουν τὴ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ. Πόσο σφάλλουν! «Ἱνατί ἐφρύαξαν ἔθνη, καὶ λαοὶ ἐμελέτησαν κενά;» (Ψαλμ. 2,1).
θρησκεία μας δὲν εἶνε, ὅπως λένε μερικοί, ἐφεύρεσι τῶν παπάδων καὶ δεσποτάδων· εἶνε, ὅπως ἀποδεικνύει ἔρευνα τῆς ψυχῆςσυναίσθημα ἔμφυτο. Ὅπως ἡ μητρικὴ στοργή· ὁ Θεὸς φύτεψε στὴν καρδιὰ κάθε μάνας τὴν ἀγάπη στὸ παιδὶ καί, ὅσα διατάγματα κι ἂν ἐκδοθοῦν νὰ μὴν τὸ ἀγαπᾷ, αὐτὴ θὰ τὸ ἀγαπᾷ. Ἔτσι καὶ γιὰ τὴ θρησκεία· ὅσα διατάγμα τα κι ἂν ἐκδοθοῦν νὰ μὴ θρησκεύῃ ὁ ἄνθρωπος, αὐτὸς θὰ ἐξακολουθῇ νὰ θρησκεύῃ. 

ἄνθρωπος εἶνε ὂν κατ᾽ ἐξοχὴν θρησκευτικό, φύσις του εἶνε θρησκευτική. Αὐτὸ τὸ ἀποδεικνύει ἱστορία, ποὺ διαπιστώνει ὅτι ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ παρουσιάστηκε πάνω στὴ γῆ, ἀπὸ τότε ἄρχισε νὰ λατρεύῃ τὸ Θεό, νὰ ἐκδηλώνῃ ποικιλοτρόπως τὰ θρησκευτικά του συναισθήματα. Ὅπως λέει Πλούταρχος (ἐπιστ. πρὸς Κολώτην ΧΧΧΙ,4), ἂν περιοδεύσῃς τὴ γῆ, μπορεῖ νὰ βρῇς πόλεις χωρὶς κάστρα, χωρὶς δρόμους, χωρὶς πλατεῖες, χωρὶς σχολεῖα, χωρὶς πολιτισμό· ἀλλὰ πόλι χωρὶς θρησκεία δὲν θὰ βρῇς, ἀσχέτως ἂν αὐτὸ ποὺ πιστεύει εἶνε ἀληθινὸ ὄχι· πάντως δὲν ὑπάρχει λαὸς χωρὶς θρησκεία. Καὶ αὐτὸ ποὺ λέει ἀρ χαῖος Πλούταρχος, αὐτὸ ἐπανέλαβε στὶς ἡμέρες μας ἕνας μεγάλος ξένος ἱστορικός. Μίλησε στὴν αἴθουσα τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν. Καὶ ἐνῷ δικοί μας καθηγηταὶ ντρέπονται ν᾽ ἀναφέρουν τὴ λέξι Θεός, αὐτὸς κατ᾿ ἐπανά ληψιν εἶπε· Ὅλοι οἱ πολιτισμοὶ ποὺ ἄνθησαν πάνω στὴ γῆ ἔχουν ῥίζα θρησκευτική· δὲν ὑπάρχει πολιτισμὸς ποὺ νὰ μὴν ἔχῃ θρησκευτικὴ ῥίζα. Ὥστε λοιπὸν παλαιοὶ καὶ νέοι ἱστορικοὶ καὶ ἀρχαιολόγοι καὶ περιηγηταὶ βεβαιώνουν, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶνε ἐκ φύσεως θρησκευτικός.
Ὅλοι ἀνεξαιρέτως οἱ λαοὶ θρησκεύουν. Ἀλλ᾽ ἂν ὑπάρχουν κάποιοι ποὺ διακρίνονται γιὰ τὴ θρησκευτικότητά τους, λαοὶ ποὺ κατ᾽ ἐξοχὴν θρήσκευαν καὶ θρησκεύουν, εἶνε δύο· πρῶτος ὁ Ἰουδαϊκὸς καὶ δεύτερος ὁ Ἑλληνικός.
  Γιὰ τοὺς Ἰουδαίους δὲν χρειάζεται ἄλλη ἀπόδειξις· διαβάστε τὸν σημερινὸ ἀπόστολο. Κάποτε ὁ λαὸς αὐτὸς δὲν κατοικοῦσε σὲ πόλεις, δὲν εἶχε σπίτια· ζοῦσαν ὡς νομάδες σκηνῖτες. Σαράντα χρόνια περιπλανόνταν στὴν ἔρημο, ὅπως λέει ἡ ἁγία Γραφή (βλ. Ἔξοδος). Καὶ ὅμως στὸ διάστημα αὐτὸ εἶχαν ναό. Τί ναό;  Ὄχι ἀπὸ πέτρες ἢ μάρμαρα, ἀλλὰ φορητό, λυόμενο. Ὅπως ὁ τσοπᾶνος ἔ χει τὴν κάππα του καὶ σκεπάζεται, ὅπως ὁ στρατιώτης λύνει τὴ σκηνή του, τὴ μεταφέρει καὶ τὴ στήνει ὅπου σταθμεύσῃ, ἔτσι κι αὐτοί. Ὁ ναὸς ἐκεῖνος ἦταν ἡ «σκηνὴ» τοῦ μαρτυρίου (Ἑβρ. 9,1). Ἦταν φτειαγμένος ἀπὸ βαρύτιμα ὑλικά, δέρματα ζῴων (αἰγῶν καὶ τράγων, προβάτων καὶ κριῶν, δορκάδων), ἀπὸ χοντρὰ ὑφάσμα τα κεντημένα μὲ χρυσάφι καὶ ἀσήμι καὶ στολισμένα μὲ πετράδια. Εἶχε μεγάλη ἀξία· ὑπολογίζουν ὅτι στοίχιζε διακόσες χιλιάδες λίρες! Γιὰ νὰ γίνῃ αὐτὸς ὁ ναός, συνεισέφεραν ὅλοι, πλούσιοι καὶ φτωχοί. Ἔδωσαν ὅ,τι εἶχαν. Ἡ σκηνὴ διαιρεῖτο σὲ μέρη χωρισμένα μὲ κουρτίνα, τὸ «καταπέτασμα» (Ἑβρ, 9,3). Ἀλλοῦ στεκόταν ὁ λαὸς –καὶ κατόπιν οἱ προσήλυτοι, ὅσοι δηλαδὴ ἐκδήλωναν ἐπιθυμία νὰ εἰσαχθοῦν στὴν ἰουδαϊκὴ θρησκεία καὶ κατηχοῦνταν–, καὶ ἀλλοῦ οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ λευῖτες (=ὑ πηρέτες καὶ νεωκόροι).
Μετὰ τὸ πρῶτο καταπέτασμα τὸ πρῶτο μέρος λεγόταν «Ἅγιον κοσμικὸν» ἢ  «Ἅγια». Μέσα ἐκεῖ ὑπῆρχαν «ἡ λυχνία», «ἡ τράπεζα» καὶ «ἡ πρόθεσις» ἐπάνω στὴν ὁποία βρίσκονταν οἱ ἄρτοι (Ἑβρ. 9,1-2). Τὸ σπουδαιότερο ὅμως μέρος τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου ἦταν τὰ «Ἅγια (τῶν) Ἁγίων», ποὺ χωριζόταν ἀπὸ τὰ «Ἅγια» μὲ τὸ «δεύτερον καταπέτασμα» (ἔ.ἀ. 9,3). Ἐκεῖ δὲν ἐπιτρεπόταν ἡ εἴσοδος. Μέσα στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων οἱ Ἑβραῖοι εἶχαν τὰ ἱερώτερα ἀντικείμενα τῆς λατρείας τους· τὸ «χρυσοῦν θυμιατήριον» καὶ τὴν «κιβωτὸν τῆς διαθήκης» καλυμμένη ἀπὸ παντοῦ μὲ φύλλα χρυσοῦ, μέσα στὴν ὁποία φυλάσσονταν μιὰ στάμνα χρυσῆ ποὺ περιεῖχε τὸ μάννα, τὸ ῥαβδὶ τοῦ Ἀαρὼν ποὺ εἶχε βλαστήσει θαυματουργικά, καὶ οἱ δύο πλάκες ποὺ ἐπάνω τους ἦταν γραμμένες οἱ Δέκα Ἐντολές. Πάνω ἀπὸ τὴν κιβωτὸ ὑπῆρχαν δύο χρυσᾶ Χερουβίμ, «ποὺ ἀνάμεσά τους ἐμφανιζόταν καὶ μιλοῦσε ὁ Θεός» (μτφρ. Τρεμπ.), τὰ ὁποῖα μὲ τὶς ἀγγελικὲς φτεροῦγες τους σκίαζαν «τὸ ἱλαστήριον», τὸ χρυσὸ δηλαδὴ κάλυμμα τῆς κιβωτοῦ (ἔ.ἀ. 9,4-5). Αὐτὰ ἦταν τὰ ὅσια καὶ ἱερὰ τῶν Ἰουδαίων. Καὶ ἐνῷ στὸ «κοσμικὸν Ἅγιον» ἔμπαιναν κάθε μέρα οἱ ἱερεῖς καὶ προσέφεραν τὶς θυσίες, στὰ «Ἅγια (τῶν) Ἁγίων» ἔμπαινε μόνος του ὁ ἀρχιερεὺς καὶ μόνο μιὰ φορὰ τὸ χρόνο, καὶ τὰ ῥάντιζε ὅλα μὲ αἷμα ἀπὸ σφαγμένο ζῷο. Αὐτὸ ἦταν μιὰ σκιὰ τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, προτύπωσις τῆς μεγάλης θυσίας τοῦ Γολγοθᾶ.
-Μετὰ τοὺς Ἰουδαίους, ὁ ἄλλος λαὸς ποὺ διακρίνεται γιὰ τὴν θρησκευτικότητά του εἶνε ὁ Ἑλληνικός. Οἱ Ἕλληνες, ἀπὸ ἀρχαιοτάτης ἐποχῆς ἐκδηλώνουν ζωηρὸ τὸ θρησκευτικὸ συναίσθημα. Ἔχτισαν ναοὺς λαμπρούς, ὅπως τὸν Παρθενῶνα στὴν Ἀκρόπολι, μνημεῖα τέχνης ποὺ φανερώνουν προχωρημένη ἱκανότητα. Μηχανικοί, τεχνῖτες, γλύπτες, ζωγράφοι ἔστυψαν τὰ μυαλά τους καὶ μὲ τὰ σπάνια χαρίσματά τους ἀποτύπω σαν τὴ δίψα τῆς ψυχῆς τους. Αὐτὸς ὁ λαός, οἱ εἰδωλολάτρες πρόγονοί μας, πίστευε βαθειά – ἄσχετο ἂν ἡ θρησκεία του δὲν ἦταν ἀληθινή. Δὲν ἔκαναν τίποτα, οὔτε πόλεμο οὔτε εἰρήνη, ἂν δὲν ρωτοῦσαν τοὺς θεούς τους. Στὴν ἀρχαία Ἀθήνα δὲν ἐπέτρεπαν νὰ βλαστημήσῃ κανεὶς τὰ θεῖα. Ὅποιος τολμοῦσε νὰ ἀσεβήσῃ σὲ κάποιον ἀπὸ τοὺς ψεύτικους θεούς, δὲν μποροῦσε πιὰ οὔτε μιὰ μέρα νὰ ζήσῃ ἀνάμεσά τους· δὲν ἐπέτρεπαν τὴν παραμικρὴ ἀσέβεια. Κι αὐτὸν τὸν Σωκράτη, ἐπειδὴ θεώρησαν ὅτι βλαστήμησε τὸ θεό τους, τὸν καταδίκασαν σὲ θάνατο.
Αὐτοὶ ἦταν οἱ Ἕλληνες στὴν ἀρχαιότητα. Κι ὅταν ὁ λαὸς αὐτὸς ἄκουσε γιὰ τὸν ἀληθινὸ Θεό, τότε βρῆκε αὐτὸ ποὺ ζητοῦσε. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὸν Ἄρειο πάγο εἶπε στοὺς Ἀθηναίους· «Ἀπ᾿ ὅσους γνώρισα ἐσᾶς βρίσκω πιὸ εὐλαβεῖς σὲ ὅλα» (βλ. Πράξ. 17,22). Κι ἀφοῦ οἱ Ἕλληνες πίστεψαν στὸν ἀληθινὸ Θεό, τὸ θρησκευτικό τους συναίσθημα πῆρε τὸ σωστὸ δρόμο καὶ εἶχε λαμπρὲς ἐκδηλώσεις. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶνε ἐκεῖνος, ποὺ ἔχτισε τὸν περίλαμπρο ναὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας στὴν Κωνσταντινούπολι καὶ στὰ ἐγκαίνιά του ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστιανιανὸς εἶπε «Νενίκηκά σε, Σολομῶν».
Ἕλληνες ἔχτισαν στὸ Ἅγιο Ὄρος τὰ περίφημα μοναστήρια, ποὺ ἔχουν ζωὴ πάνω ἀπὸ χίλια χρόνια. Ἕλληνες ἔχτισαν στὴν κορυφὴ τοῦ Σινὰ τὸ μοναστήρι τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης. Ἕλληνες γέμισαν τὸν Πόντο καὶ τὴ Μικρὰ Ἀσία μὲ χιλιάδες ναοὺς μικροὺς καὶ μεγάλους. Κι ὅταν πάλι τὸ 1922 ὁ λαὸς αὐτὸς ἔφευγε ἀπὸ ᾽κεῖ μὲ τὴν ψυχὴ στὰ δόντια κι ἄφηνε τὰ πάντα (σπίτια, χωράφια, περιουσίες), τίποτε ἄλλο δὲν πῆρε μαζί του παρὰ τὶς εἰκόνες καὶ τὰ λείψανα τῶν ἁγίων (π.χ. τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ ῾Ρώ σου, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Ναζιανζηνοῦ κ.ἄ.).
Ἡ θρησκευτικότης, ἀδελφοί μου, εἶνε ἡ ἀναπνοὴ τοῦ ἔθνους μας. Τὸ ψάρι δὲν ζῇ ἔξω ἀπὸ τὴ θάλασσα, κι ὁ Ἕλληνας δὲν ζῇ χωρὶς τὴ θρησκεία του. Ἄλλοι λαοὶ μποροῦν ἴσως νὰ σταθοῦν καὶ κάπως ἀλλιῶς – μολονότι κανένας δὲν ζῇ χωρὶς θρησκεία· κι αὐτὸς ὁ ῾Ρωσικὸς λαὸς θρησκεύει βαθύτατα, παρ᾽ ὅλη τὴν ἀθεϊστικὴ προπαγάνδα ποὺ δέχθηκε.
Πολὺ περισσότερο ἐμεῖς. Ἡ θρησκεία εἶνε ἡ ἀναπνοή μας, τὸ ζωτικὸ στοιχεῖο, ἡ σκέπη, τὸ ὅπλο, ἡ ζωή μας.
Αὐτὴ δημιούργησε τὸ Βυζάντιο μὲ πολιτισμὸ ποὺ βάσταξε χίλια χρόνια. Αὐτὴ μᾶς παρηγόρησε πεντακόσα χρόνια κάτω ἀπὸ τὴ σκλαβιὰ τῶν Τούρκων. Αὐτὴ ἔδωσε τὸ σύνθημα τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ ᾿21. Αὐτὴ τὸ 1912-13 μᾶς ἔδωσε φτερὰ καὶ ἀνήμερα τοῦ ἁγίου Δημητρίου τὰ παιδιὰ τῆς Ἑλλάδος μπῆκαν στὴ Θεσσαλονίκη καὶ ὕψωσαν τὴν ἑλληνικὴ σημαία. Αὐτὴ μᾶς κράτησε τὸ 1940 καὶ στὴν κατοχή. Νὰ τὴν κρατήσουμε λοιπόν. Νὰ φράξουμε τὰ αὐτιά μας νὰ μὴν ἀκοῦμε τί λένε ἐναντίον της. Βέβαια πρέπει νὰ φροντίσουμε ν᾿ ἀποκτήσουμε κλῆρο, ν᾽ ἀνακαινίσουμε τὴν ἐκκλησία μας, νὰ ἔλθῃ ἀναγέννησις· ἀλλὰ νὰ μὴ φύγουμε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μας. Νὰ ζήσουμε ἀξίως τῆς πίστεως, ἀξίως τῶν προγόνων μας, ἀξίως ὅλου τοῦ ἱστορικοῦ μεγαλείου τῆς φυλῆς μας, γιὰ νὰ μποροῦμε νὰ λέμε «Εἰ ὁ Θεὸς ὑπὲρ ἡμῶν, τίς καθ᾽ ἡμῶν;» (῾Ρωμ. 8,31)· «γνῶτε ἔθνη καὶ ἡττᾶσθε …ὅτι μεθ᾿ ἡμῶν ὁ Θεός» (Ἠσ. 8,9-10).

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος-

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Προφήτου Δανιὴλ Βοτανικοῦ - Ἀθηνῶν τὴν Κυριακὴ 28-10-1962. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 21-9-2013.

Thursday, 15 August 2013

Κοίμηση της Θεοτόκου. Ο έλεγχος της Μάρθας (Λκ. 10,38-42· 11,27-28)


Ὁ ἔλεγχος τῆς Μάρθας
«Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δέ ἐστι χρεία» (Λουκ. 10,41-42)
Σήμερα, ἑορτὴ τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, θὰ ἑρμηνεύσουμε ἕνα λόγο ποὺ ἀκούσαμε στὴν ἐκκλησία. Εἶνε ἕνας ἔλεγχος ὅλων μας· «Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δέ ἐστι χρεία» (Λουκ. 10,41-42).
Δὲν εἶνε λόγια ἀνθρώπου· εἶνε λόγια θεϊκά, λόγια τοῦ
Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τὰ εἶπε σ᾿ ἕνα χωριὸ καὶ τ᾽ ἄκουσαν λίγοι. Ἐν τούτοις, ἐνῷ πέρασαν τόσοι αἰῶνες, ἡ ἀξία τους μένει. Ὁ ἴδιος εἶπε· «Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθ σι» (Ματθ. 24,35) . Ἂς ἐμβαθύνουμε στὸ νόημά τους.
 
Ἔξω ἀπὸ τὰ Ἰεροσόλυμα ἦταν ἕνα μικρὸπροάστιο, ἡ Βηθανία. Ἐκεῖ ζοῦσε ὁ Λάζαρος ὁ φίλος τοῦ Χριστοῦ μὲ τὶς δύο ἀδελφές του Μαρία καὶ Μάρθα . Ἐκεῖ ἔρχεται ὁ Κύριος. Ἂν εἶνε τιμὴ γιὰ ἕνα φτωχὸ σπίτι νὰ τὸ ἐπισκέπτεται ἕνας μεγάλος ἄνθρωπος, τί τιμὴ καὶ τί εὐλογία εἶνε νὰ τὸ ἐπισκέπτεται ὁ Βασιλεὺς τῶν βασιλευόντων καὶ Κύριος τῶν κυριευόντων! Σπίτι, ποὺ φιλοξενεῖ τὸ Χριστό, εἶνε εὐτυχισμένο· σπίτι χωρὶς τὸ Χριστό, εἶνε δυστυχισμένο. Καλύβα ποὺ ἔχει Χριστό, εἶνε παράδεισος· παλάτι χωρὶς Χριστό, εἶνε κόλασι. Σ᾿ αὐτὸ λοιπὸν τὸ φτωχικὸ καταδέχεται καὶ πηγαίνει ὁ Κύριος. Τί χαρά, τί ἀκτινοβόλα πρόσωπα ἀντίκρυσε ἐκεῖ! Ἀλλὰ τί βλέπω;
Οἱ δύο ἀδελφὲς χωρίζουν, διαφέρουν στὶς ἐκδηλώσεις. Καὶ οἱ δυὸ τὸν ἀγαποῦν , μὰ τὸ δείχνουνμὲ διαφορετικὸ τρόπο. Ἡ Μάρθα, μόλις φίλησε τὸ χέρι του, τρέχει στὸ μαγειρεῖο κ᾽ ἑτοιμάζεται νὰ παραθέσῃ πλούσιο τραπέζι· νόμιζε ὅτι ἔτσιθὰ τὸν εὐχαριστήσῃ. Ἡ Μαρία, πολὺ διαφορετική , μόλις εἶδε τὸ Χριστό, πῆρε ἕνα σκαμνί,κάθισε κοντά του καὶ τὸν ἄκουγε μὲ κατάνυξι σὰν πιστὴ κι ἀφωσιωμένη μαθήτρια, ὅπως τὸ ῥόδο ἀνοίγει τὰ πέταλά του στὴν πρωινὴ δροσιά.
Ἱερὰ ἦταν ἡ ἀτμόσφαιρα. Ἀλλὰ σὲ μιὰ στιγμὴ ἡ διδασκαλία διακόπτεται. Ἐκεῖ ποὺ δίδασκε ὁ Χριστὸς εἰσβάλλει ἀπότομα ἡ Μάρθα κάπως θυμωμένη. –Κύριε, λέει, ἔμεινα μόνη στὸ μαγειρεῖο καὶ πνίγομαι ἀπὸ δουλειά· στεῖλε τὴ Μαρία νὰ μὲ βοηθήσῃ. Καὶ τότε ὁ Χριστὸς ἀναγκάζεται νὰ τῆς πῇ· – «Μάρθα Μάρθα, με- ριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δέ ἐστι χρεία». Πόσο ἀπατᾶσαι! Ἐγὼ δὲν ἦρθα ἐδῶ νὰ φάω νὰ πιῶ καὶ νὰ καλοπεράσω· ἦρθα νὰ φέρω τὸ λόγο καὶ τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Ἐκτιμῶ τὴν ἀγάπη καὶ τὴ φροντίδα σου· ἀλλὰ παραπάνω ἀπ᾿ ὅλα αὐτά, ἀνώτερο κι ἀναγκαιότερο εἶνε ἕνα· ἡ ἀκρόασις τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ , αὐτὸ ποὺ κάνει ἡ Μαρία. Αὐτὸ ἔπρεπε νὰ κάνῃς κ᾽ ἐσύ.
⃝ «Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά...». Τὰ λόγια αὐτά, ποὺ εἶπε ὁ Κύριος στὴ Μάρθα, ἀπευθύνονται, ἀγαπητοί μου, καὶ σ᾽ ἐμᾶς. Διότι καὶ ἡ γενεά μας εἶνε Μάρθα. Καὶ μακάρι νὰ ἦταν Μάρθα. Ἐκείνη ἐπὶ τέλους φρόντιζε γιὰ τὴν ὑπηρεσία τοῦ Χριστοῦ· ἡ γενεά μας εἶνε γεμάτη ἀπὸ ὑλικὲς φροντίδες καὶ κοσμικὲς μέριμνες. Ἔχει ἀπορροφηθῆ ἀπὸ χίλια - δυὸ μικρὰ πράγματα. Εἶνε γενεὰ τῆς ἀγορᾶς, τοῦ ἐμπορίου, τοῦ δοῦναι - λαβεῖν, τοῦ χρήματος, τοῦ μαμωνᾶ. Ὅταν σὲ κάποιον πῇς «ἔλα στὴν ἐκκλησία, ἄκου ἕνα κήρυγμα, ἄνοιξε Εὐαγγέλιο»,σοῦ λέει· Δὲν εὐκαιρῶ. Τὰ λεφτὰ καὶ ἡ δουλειὰ εἶναι γι᾽ αὐτοὺς τὸ πᾶν. Ἂν μποροῦσαν θ᾽ ἄνοιγαν τὸ κατάστημά τους καὶ Μεγάλη Παρασκευή.
Λέγοντας αὐτὰ μὴν παρεξηγηθοῦμε· δὲν καταδικάζουμε τὴν ἐργασία. Ὄχι. Ὁ Χριστὸς δὲν εἶπε, Σταύρωσε τὰ χέρια καὶ περίμενε νὰ βρέξῃ ὁ οὐρανὸς καρβέλια. Τὸ Εὐαγγέλιο λέει«ἐργάζεσθε» (βλ. Ματθ. 21,28· 25,16. Λουκ. 13,14. Ἰω. 5,17· 6,27· 9,4. Α΄ Κορ. 4,12. Γαλ. 6,10. Ἐφ. 4,28. Α΄ Θεσ. 2,9· 4,11. Β΄Θεσ. 3,8-12). Ἀλλὰ λέει καὶ κάτι ἄλλο· ὅτι ἡ ἐργασίαδὲν εἶνε σκοπός, εἶνε μέσο, κι ἀλλοίμονο σ᾽ἐκείνους ποὺ τὸ μέσο τὸ κάνουν σκοπό.Τὸ Εὐαγγέλιο λέει καὶ τοῦτο· ὅτι ἀπ᾿ ὅλες τὶς ἐργασίες ἀνώτερη εἶνε ἡ ἐργασία ἡ ἐσωτερική, ἡ ἐργασία τοῦ πνεύματος, ἡ καλλιέργεια οῦ ἔσω ἀνθρώπου, ἡ σωτηρία τῆς ψυχῆς. Σ᾽αὐτοὺς λοιπὸν ποὺ δὲν ἐννοοῦν νὰ διαθέσουν οὔτε λίγο χρόνο γι᾽ αὐτὴ τὴ δουλειά, τὸ εὐαγγέλιο σήμερα λέει· «Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δέ ἐστι χρεία».
⃝ Ἀλλὰ ὁ ἔλεγχος αὐτὸς τοῦ Χριστοῦ ἀπευθύ- νεται καὶ σὲ ἄλλους. Ποιοί εἶν᾽ αὐτοί; Εἶνε ὅσοι θέλουν καλοπέρασι. Ἂν τοὺς ρωτήσῃς τί εἶνε γιὰ σᾶς ἡ ζωή, σοῦ λένε· Ζωὴ ἴσον ἀπόλαυσις.
Εἶνε ὀπαδοὶ ἑνὸς ἀρχαίου ὑλιστοῦ φιλοσόφου. Εἶνε παιδιὰ ὄχι τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Παναγιᾶς, δὲν τοὺς γέννησε τὸ Εὐαγγέλιο· εἶνε τέκνα ἄλλης σπορᾶς. Σοῦ λένε·«Φάγωμεν καὶ πίωμεν, αὔριον γὰρ ἀποθνῄσκομεν»(Ἠσ. 22,13 = Α´ Κορ. 15,32). Ἔχουν τεντωμένα αὐτιὰ καὶ στηλωμένα μάτιαψάχνοντας γιὰ εὐχαριστήσεις. Θέλουν νὰ πιοῦν ὄχι σταγόνες ἀλλὰ ὅλη τὴν ἡδονὴ ἂν γινόταν ,νὰ τὴν ἀπολαύσουν μὲ ὅλες τὶς αἰσθήσεις. Ποῦ γλέντι, διασκέδασι, θέαμα, ταξίδι, μπάνια...; ἐκεῖ ὁ νοῦς τους. Ἡ κυρία στὸν καθρέφτη, στὶς βιτρίνες, στὶς μοδίστρες, σὲ ἐκδρομές, σὲ βόλτεςστὴν Εὐρώπη. «Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δέ ἐστι χρεία» .Πρὸς ὅλους αὐτοὺς κι ὅλες αὐτὲς στρέφε-ται ὁ ἔλεγχος τοῦ εὐαγγελίου. Διότι λησμονοῦν μερικὰ πράγματα τόσο ἀληθινά . Λησμονοῦν, ὅτι τὸ κορμὶ αὐτό, γιὰ τὸ ὁποῖο κάνουντόσα, εἶνε ἄνθος ποὺ μαραίνεται, λουλούδι ἐφήμερο. Μιὰ μέρα, ὅταν πλέον θά ᾽νε μέσα σὲ μιὰ κάσσα, θ᾽ ἀκουστῇ καὶ γι᾽ αὐτοὺς μέσα στὸ ναό· «Πάντα ματαιότης τὰ ἀνθρώπινα...» (Νεκρ. ἀκολ.), «ματαιότης ματαιοτήτων, τὰ πάντα ματαιότης»(Ἐκκλ. 1,2· 12,8). Λησμονοῦν ἀκόμη, ὅτι ὁ ἄνθρω-πος δὲν εἶνε μόνο σῶμα, αὐτὰ τὰ 50 - 60 κιλὰ ποὺ ζυγίζει, ἕνας πεπτικὸς σωλήνας ποὺ συνεχῶς γεμίζει καὶ ἀδειάζει, δὲν εἶνε μόνο ὕλη. Μέσα στὸ κορμὶ αὐτὸ κατοικεῖ κάτι ἄυλο, ἡ ἀθάνατη ψυχή . Ὁ ἄνθρωπος τῆς ρεαλιστικῆς ἐποχῆς μας πρέπει νὰ νιώσῃ, ὅτι πέρα ἀπὸ τὶς πέντε αἰσθήσεις, ποὺ ἔχουν καὶ τὰ ζῷα, ὑπάρχει καὶ μιὰ ἄλλη, ἕκτη αἴσθησι, ἡ πίστις, κι ἀλλοίμονο στὸν πολιτισμὸ ποὺ στερεῖται τὴν πίστικαὶ στηρίζεται μόνο στὶς πέντε αἰσθήσεις. Πέ-ρα ἀπὸ τὰ αἰσθητά, ἀπὸ τὸν ὑλικὸ κόσμο, ὑπάρχει ἕνας ἄλλος κόσμος. Ὑπάρχει, ἀδελφοί μου! Ὅσο εἶνε βέβαιο ὅτι ὅτι πατᾶτε στὴ γῆκι ὅτι σήμερα εἶνε 15 Αὐγούστου, ἄλλο τόσο βέβαιο εἶνε ὅτι ὑπάρχει ὁ κόσμος ἐκεῖνος, ὁ ἀόρατος καὶ πνευματικός, κόσμος «ὄμορφος, ἀγγελικὰ πλασμένος», ὅπου ζοῦν τὰ ἄυλα πνεύ-ματα καὶ φτερουγίζουν ἄγγελοι, ὁ κόσμος στὸν ὁποῖον μετετέθη ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος.Αὐτὰ δυστυχῶς τὰ λησμονοῦν ὅλοι αὐτοὶκαὶ μένουν σκυμμένοι σὰν τὰ τετράποδα στὴγῆ καὶ ποτέ δὲν στρέφονται πρὸς τὸν οὐρανό. Πρὸς ὅλους αὐτοὺς ἀπευθύνεται τὸ εὐαγγέλιο καὶ λέει «Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δέ ἐστι χρεία».
Ἀγαπητοί μου! Ὁ πολιτισμὸς τοῦ αἰῶνος τούτου, ποὺ τόσο θαυμάζεται, ἔχει πόδια ξύλινα, εἶνε ἀτροφικός. Ἔχει κόψει τὰ φτερὰ τοῦ ἀνθρώπου· τὸν ἔκανε σκλάβο τῆς ὕλης καὶ τοῦ συμφέροντος, αἰχμάλωτο τῶν παθῶν καὶ τῶν κακιῶν του, εἵλωτα τῆς ματαιότητος. Καὶ ἐνῷ αὐτὸς πλάστηκε γιὰ τὰ μεγάλα καὶ ὑψηλά, ἔγι- νε ἑρπετὸ καὶ σέρνεται στὸ χῶμα. Μοιάζει σὰν ἕναν ἀετὸ ποὺ τοῦ ἔστησαν καρτέρι καὶ τὸν ἔπιασαν, καὶ τοῦ ἔδεσαν σίδερα στὰ πόδια –εἶδα ἐγὼ ἕναν ἀετὸ σὲ τέτοια κατάστασι–καὶ πάει νὰ πετάξῃ μὰ δὲν μπορεῖ καὶ ταλαιπωρεῖται.Γιατὶ ὁ ἀετὸς δὲν εἶνε κόττα νὰ πατάῃ στὴ γῆ,εἶνε πλασμένος νὰ πετάῃ στὰ γαλανὰ πλάτη, κ᾽εἶνε πολὺ θλιβερὸ νὰ βλέπεις τὸ βασιλιᾶ τῶν πουλιῶν νὰ σπαρταράῃ. Ἄχ, ἂν μποροῦσες νὰ τοῦ κόψῃς τὰ βαρύδια! θὰ πετοῦσε μὲ ὁρμὴπρὸς τοὺς αἰθέρες.
Βαρύδια εἶνε οἱ μέριμνες.Ἂν μπορούσαμε σήμερα, ἅγια ἡμέρα, νὰ κόψουμε αὐτὰ τὰ βαρύδια, θὰ βλέπαμε τὴν ψυχήμας ἐλαφρὰ σὰν τὰ φτερὰ τοῦ ἀετοῦ νὰ πετάῃ μέχρι «τρίτου οὐρανοῦ» ποὺ λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Β΄ Κορ. 12,2), νὰ γίνεται ἄγγελος καὶ νὰ ψάλλῃ στὴν ἁγία Τριάδα τὸν αἰώνιο ὕμνο.Σ᾿ αὐτὰ τὰ ὕψη μᾶς καλεῖ ὁ Χριστός, νὰ γίνουμε ὄχι Μάρθες ἀλλὰ σὰν τὴ Μαρία, μὲ τὴνἀγάπη, ἀφοσίωσι, πνευματικότητα, ἁγιότητα.Φαίνονται αὐτὰ θεωρητικά; Θέλετε λοιπὸν κάτι πιὸ πρακτικό; Τότε ἐπιτρέψτε μου νὰ σᾶς ὑποδείξω ἕνα κανόνα . Ἀπὸ τὶς 24 ὧρες ποὺ ἔχει τὸ ἡμερονύκτιο ξεχωρίστε ἕνα τέταρτο τῆς ὥρας γιὰ νὰ κάνετε προσευχὴ καὶ ἕνα τέταρτο γιὰ ν᾿ ἀνοίγετε τὸ Εὐαγγέλιο νὰ τὸ διαβάζετε. Ἀκόμη, ἀπὸ τὶς 168 ὧρες ποὺ ἔχειἡ ἑβδομάδα ἀφιερῶστε μία ὥρα γιὰ νὰ ἐκκλησιασθῆτε τὴν Κυριακή, τόσο διαρκεῖ ἡ θεία Λειτουργία ἀπ᾽ τὸ «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία τοῦ Πατρός...» μέχρι τὸ «Δι᾿ εὐχῶν...» . Καὶ τέλος,ἀπ᾽ ὅλο τὸ χρόνο ποὺ ἔχει 365 μέρες ἀφιερῶ-στε μία μέρα γιὰ λουτρὸ τῆς ψυχῆς, νὰ πᾶτεστὸν πνευματικό σας νὰ ἐξομολογηθῆτε. Τὸ κάνετε; Ἂν δὲν τὸ κάνετε, κλαίω γιὰ σᾶς,κλαῖνε οἱ ἄγγελοι, κλαίει ἡ Παναγιά.
Ὄχι Μάρθες, ἀδελφοί μου, γιὰ νὰ μὴν ἀκού σουμε κ᾽ ἐμεῖς «Μάρθα Μάρθα...» , ἀλλὰ νὰ πῇ ὁ Χριστὸς γιὰ ὅλους μας « Μακάριοι οἱ ἀκούοντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ φυλάσσοντες αὐτόν»(Λουκ. 11,28) . Ἀμήν

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Απομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Γεωργίου Ἀκαδημίας Πλάτωνος τὴν 15-8-1962.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...