Thursday, 22 May 2014

The Lord Has Risen up in Judgment By St. Nikolai Velimirovich.



From 15 September 1944 to 8 May 1945, the great Serbian Orthodox theologian and contemporary Church Father, Bishop Nicholas (Velimirovich) of Zhicha, was imprisoned by the Nazis in the notorious concentration camp of Dachau. There he kept a diary of seventy-six chapters, “Through a Prison Window,” in which he addressed himself to the Serbian people.

In it St. Nicholas the Serb, as many now call him, never mentioned his own sufferings, but rather expressed his profound grief at the spiritual and moral decadence of contemporary mankind, which he called, “Life without aim and death without hope.” According to the Saint, it was this aimlessness and hopelessness which explained the European catastrophe of the twentieth century and its World Wars. Here follows the translation of one of those chapters within which the saint is still calling Europe to repentance.

What could the Old Testament be called in contemporary language? It could be called the court records of the judgment of God and His people, at that time, the chosen people. The prophets literally say that God enters into judgment with His people (Isaiah 3, 13-14; Micah 6,2; Malachi 3,5).

In our own times the we hear of so-called secret records and documents, some of which have been exposed and have even been published. These records are supposed to describe various schemes to subjugate the world. In them there is no God, no prophetic word, no testament, no heavenly holiness in its words, no heavenly imprint. This is because they are vain journalism. These contemporary secret records contain about one hundred pages. But the records of the judgment of God with the Jewish people over thousands of years constitute about a thousand pages. Reading these ancient court records—the Old Testament—each of us has two sincere feelings. The first is amazement at Divine faithfulness and longsuffering; the second—shame at the perfidiousness of the chosen people in their relation to God their Benefactor, at their resistance to Him, that can only be explained as satanic malice, disobedience to Him, a disobedience which even a mule or some other beast does not show to its master and the one who feeds it.

But we, who live in the twentieth century, no longer belong to the Old Testament but to the New Testament. What is the difference? The difference is great. In the Old Testament God spoke to people through the mouths of prophets and angels, but in the New Testament, where He appeared as a man in the flesh, He speaks personally and directly. What can be said of those who flee the light of the Gospel for the darkness of Egypt and seek to enter into judgment with God with the same Jewish obstinacy of Old Testament times? We can only say that Christians who enter into judgment with God, who renounce Christ, show malice and disobedience to God Who is made manifest; such people are foolish and sinful, worse than the Old Testament Jews, who did not wish to hear the angels of God, the prophets and the righteous, for they were insolent to the servants of the Master, but the former are insolent to the Master Himself.

If the history of the last three centuries—the 18th, 19th and 20th—were to be given its true name, then there could not be found a more fitting name than “The Records of the Judgment between Europe and Christ;” for all the significant events in Europe of the last three centuries are connected to our Lord Jesus Christ.

In reality, at the judgment between Europe and Christ the following is happening.

Christ reminds Europe that it is baptized in His Name and must be faithful to Him and His Gospel. The defendant Europe replies:

- All denominations are equal. The French Encyclopedists told us this and it is wrong to force anyone to believe in any one of them. Europe shows tolerance to all denominations as national customs, as it wishes to keep its imperialistic interests, but Europe itself is not attached to any of them. But when it has achieved its political goals, then it will swiftly settle accounts with these vain folk beliefs.

Then Christ asks with sorrow:

Πώς συγχωρούμε τους άλλους;


Ποίος είναι ό «χρυσούς κανών» Μορφωμένος άνθρωπος ό κ. Σταύρος. Με πτυχίο πανεπιστημίου και ξένες γλώσσες και πείρα ζωής. Δυσκολευόταν, όμως, στα πνευματικά. Δεν μπορούσε να καταλάβει και τα πιο απλά πράγματα. Όλα τα εξέταζε και τα πλησίαζε με αυστηρότητα. Ήταν σχολαστικά ηθικιστής. Δεν ήταν πρόθυμος να συγχώρηση εύκολα τους άλλους. Παντού έβλεπε αμαρτίες και αμαρτωλούς. Αυτό κάνουν όλοι οι ηθικιστές. Καθόταν τώρα απέναντι από τον Γέροντα Ίάκωβον, έναν ασκητικό ιερομόναχο, με ροζιασμένα χέρια και ένοιωθε σαν μαθητούδι μπροστά στον δάσκαλο. Ερωτήσεις πολλές. Αντιρρήσεις περισσότερες. “Αλλά και οι απαντήσεις σοφές και αποκαλυπτικές.
Ρώτησε τον Γέροντα για το σοβαρό (το σοβαρώτερον;) θέμα της συγχωρήσεως των άλλων ανθρώπων, πού δυσκολεύονταν να το κατανόηση:  
Αφού βλέπω καθαρά και ολοφάνερα τον άλλον να άμαρτάνη, πως να τον συγχωρήσω; Δεν έχω δίκαιο;
Όλους μας βλέπει ό Θεός αδιάκοπα και ξέρει καθαρά και ολοφάνερα ότι αμαρτάνουμε. Γιατί μας συγχωρεί και μας ανέχεται και μας περιμένει να μετανοήσουμε και να ζητήσουμε άφεση αμαρτιών;
Πάλι δεν σας καταλαβαίνω, πάτερ μου. Τι πρέπει να κάνουμε; Να πούμε στην αμαρτία μπράβο; Να την επαινέσουμε σιωπώντας;
Ποτέ δεν πρέπει να επαινούμε την αμαρτία, είπε ό π. Ιάκωβος. Συγχωρούμε τον αμαρτωλό και όχι την αμαρτία. Εάν δεν κάνουμε αυτήν την διάκριση, αυτό το ξεχώρισμα μεταξύ αμαρτίας και αμαρτωλού, θα βρισκόμαστε πάντοτε σε λάθος δρόμο.
Τότε, τι πρέπει να κάνουμε; Πώς να αντιμετωπίζουμε αυτό το θέμα; —Έχεις δει τοις σιδεράδες, πού μαστορεύουν τα σίδερα; Δεν τα πιάνουν τα αναμμένα σίδερα με τα χέρια τους, γιατί θα καούν, εξήγησε ό Γέροντας. Έχουν ειδικές τσιμπίδες και δαγκάνες και έτσι τα πλησιάζουν και τα μαστορεύουν. Το ίδιο πρέπει να κάνουμε και για κάθε πρόβλημα και για κάθε θέμα, πού πλησιάζουμε. Να έχουμε τα κατάλληλα εργαλεία και στα πνευματικά θέματα τις κατάλληλες προϋποθέσεις. Αυτό ισχύει και για το θέμα της συγχωρήσεως των άλλων.
Μα, πάτερ μου, εγώ έθεσα ένα συγκεκριμένο ζήτημα. Πώς μπορούμε να συγχωρήσουμε κάποιον, πού αμάρτησε φανερά και χωρίς καμία δικαιολογία. Εγώ θέλω να μάθω τι πρέπει να κάνω στην περίπτωση αυτή.
Το «χωρίς καμιά δικαιολογία» πρέπει να το αφήσουμε στην άκρη, γιατί δεν μπορούμε να ξέρουμε, είπε ό π. Ιάκωβος. Μόνον ό Θεός γνωρίζει τα βάθη της ψυχής του κάθε ανθρώπου. Μόνον Εκείνος ξέρει τι συμβαίνει. Εμείς βλέπουμε άπ” έξω. Εκείνος βλέπει το από μέσα. «Ας θυμηθούμε και την διδασκαλία του Χριστού για τα ποτήρια, όταν μιλούσε για την υποκρισία των Γραμματέων κοιτών Φαρισαίων. “Απ” έξω φαίνονται καθαρά. Μέσα, όμως, είναι γεμάτα από βρωμιά και αδικία και αρπαγή. Να το πω και με ένα άλλο παράδειγμα. Όταν πηγαίνουμε στο γιατρό να μας θεραπεύσει, δεν του λέμε εμείς τι να κάνη. Εκείνος ξέρει τη δουλειά του. Εμείς απλώς του λέμε ότι πονάμε και σε ποιο μέρος υποφέρουμε. Τη στιγμή, πού λέμε «εγώ θέλω» σταματούμε την διαδικασία της γνώσεως, για το θέμα, πού πρέπει να μάθουμε. Ή αλήθεια μας δίδεται όταν τη ζητήσουμε ταπεινά, όπως ζητούμε την υγεία μας από τον γιατρό. Δεν μπορούμε να διατάξουμε την αλήθεια, άλλα να την παρακαλέσουμε να μας δοθεί, να μας αποκαλυφθεί. Γιατί ή αλήθεια είναι ό Θεός, πού δεν μπορούμε να τον διατάξουμε, άλλα μόνον να τον παρακαλέσουμε και να τον αγαπήσουμε.
Ναι, πάτερ μου, αλλά τότε τι γίνεται; Αν δεν πω στο γιατρό εγώ τι θέλω πώς θα με εξέταση και πώς θα με θεραπεύσει;
Όχι, όχι, όχι, παιδί μου, αυτό είναι λάθος, ξανάπε ό Γέροντας. Ό γιατρός ξέρει τι θέλεις, όταν τον επισκέπτεσαι. Εσύ το μόνο, πού μπορείς να πεις είναι ότι πονάς και σε ποιο σημείο νοιώθεις τον πόνο σου. Τα υπόλοιπα είναι δική του δουλειά. Γι” αυτό και οι Άγιοι Πατέρες μας συμβουλεύουν να προσευχόμαστε σαν τα μικρά παιδιά, πού κλαίνε όταν πονούνε. Και δείχνουνε το μέρος όπου πονάνε.
Πάλι δεν το καταλαβαίνω, πάτερ μου, το νόημα των λόγων, πού μου λέτε, απάντησε ό κ. Σταύρος. Δεν πονώ εγώ, αλλά θέλω να ξέρω τι στάση, να κρατήσω σε κάποιον, πού αμάρτησε φανερά. Θα τον συγχωρήσω ή όχι;
Συγχώρηση πρέπει να τη δίνουμε σε όλους, όπως κάνει και ό ίδιος ό Θεός. «Βρέχει επί δικαίους και αδίκους», λέγει το Εύαγγέλιον. Διότι όλοι είμαστε αμαρτωλοί και όλοι θα έπρεπε να καταδικασθούμε, για τις αμαρτίες μας, λίγες ή πολλές. Για αυτό πρέπει να συγχωρούμε και να ευχόμαστε στον Θεό να συγχώρηση και τον αμαρτωλό και εμάς, πού αμαρτάνουμε και πολύ συχνά δεν καταλαβαίνουμε τι κάνουμε ή τι δεν κάνουμε. Αν, όμως, είμαστε αδύναμοι πνευματικός και ή συμπεριφορά του αλλού μας επηρεάζει αρνητικά, τότε πρέπει να μη τον κατηγορούμε, αλλά να τον αποφεύγουμε και να μη έχουμε μαζί του συναναστροφές και συνέπειες. Και αν είναι αιρετικός τότε να τον αποφεύγουμε τελείως και να μη τον δεχόμαστε. Γιατί ή συντροφιά με τους αιρετικούς είναι επικίνδυνη, μπορεί να μας δηλητηρίαση και να μας θανάτωση πνευματικά. Γενικώς για τους αμαρτωλούς πρέπει να θυμόμαστε τα λόγια του Μ. Βασιλείου: «Φθείρουν ήθη χρηστά ομιλίαι κακαί».
Δηλαδή ή συντροφιά με τους αμαρτωλούς μπορεί να φθείρει και τους καλούς χαρακτήρες. Αυτό το γνωρίζω, συνέχισε ό κ. Σταύρος, πού επέμενε στην γνώμη του. Αυτό, πού δεν ξέρω είναι το πώς και το γιατί της συγχωρήσεως των άλλων ανθρώπων.
Το πώς μας το είπε ό Χριστός: « Χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» (Ίω. ιε” 5). Χρειάζεται ή δική του βοήθεια, είπε ό Γέροντας. Για αυτό και πρέπει να ζητούμε συνεχώς την βοήθεια του. Αν εκείνος δεν βοηθήσει, τίποτε καλό δεν μπορούμε να κάνουμε. Όσον για το «γιατί», αυτό μας το λέγει το Ευαγγέλιο: «Εάν γαρ άφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, αφήσει και υμίν ό πατήρ υμών ό ουράνιος• εάν δε μη άφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, ουδέ ό πατήρ υμών αφήσει τα παραπτώματα υμών» (Ματθ. στ” 14 -15). Να γιατί πρέπει να συγχωρούμε τους άλλους, όσον και αν αμάρτησαν. Από την συγχώρηση, αγαπητέ μου, αρχίζει ή αγάπη. Διάβασε το ιγ” Κεφάλαιο της Α” Επιστολής του Αποστόλου Παύλου προς Κορινθίους και τότε θα καταλάβετε το γιατί πρέπει να συγχωρούμε.
Την έχω διαβάσει, πάτερ μου, αλλά πάλι αδυνατώ να κατανοήσω τι θέλετε να πείτε με το πώς και το γιατί…
Τότε θα σου μιλήσω, φίλτατε, με άλλο παράδειγμα, για να γίνω πιο σαφής, ξανάπε ό π. Ιάκωβος. Άνοιξε την δεξιά σου παλάμη από το μέσα μέρος και τέντωσε την όσον μπορείς.
Ό κ. Σταύρος τέντωσε την παλάμη του δεξιού του χεριού και περίμενε. Τότε ό Γέροντας πήρε το ποτήρι με το νερό, πού βρισκόταν πάνω στο τραπέζι και έριξε λίγο πάνω στην παλάμη του επισκέπτη του. Το νερό, καθώς ήταν φυσικό, κύλησε από το χέρι και χύθηκε κάτω και δεν έμεινε στην ανοιχτή παλάμη ούτε σταγόνα.
Τώρα κάνε κούρμπα την παλάμη σου, είπε ό Γέροντας. Τι θα πει κούρμπα, πάτερ μου; Δεν ξέρω την λέξη…
Κούρμπα στο χωριό μου λένε την καμπύλη, εξήγησε ό π. Ιάκωβος. Κάνε, λοιπόν, την παλάμη σου κυρτή, σαν λακκούβα, όπως παίρνεις το νερό, για να πλυθείς.
Υπάκουσε ό κ. Σταύρος και ό Γέροντας έριξε πάλι στην χούφτα του λίγο νερό από το ποτήρι και έμεινε το νερό στο χέρι του κ. Σταύρου.
Αυτό είναι, πού πρέπει να κάνουμε όταν θέλουμε να μάθουμε μιαν αλήθεια και πιο πολύ όταν θέλουμε να συγχωρήσουμε κάποιον αμαρτωλό, εξήγησε ό π. Ιάκωβος. Σκύβουμε το κεφάλι της λογικής μας μπροστά στην αλήθεια, ταπεινώνουμε τον εαυτό μας, πού νομίζει ότι όλα τα ξέρει και όλα μπορεί να τα καταλάβει, ομολογούμε την αδυναμία μας και τότε ό Θεός μας δίνει άφθονη την χάρη του και για να καταλάβουμε και για να ενεργήσουμε σωστά. Αυτό κάνουμε και όταν θέλουμε να συγχωρήσουμε και να πλησιάσουμε τον Χριστό της αγάπης, πού συγχωρεί και βοήθα όσους ζητούν ταπεινά την βοήθεια του. Χωρίς ταπείνωση, ούτε τον εαυτόν μας μπορούμε να συγχωρήσουμε και να τον αγαπήσουμε πραγματικά. Αυτό μας δίδαξε ό Χριστός και με την ζωήν και με τον λόγον του. Και αυτό πρέπει να κάνουμε κι εμείς, αν θέλουμε να δούμε «Θεού πρόσωπον». Να ταπεινωθούμε πρώτα μπροστά στον Θεόν, ως αμαρτωλοί, πού είμαστε και Εκείνος θα μας βοηθήσει να ταπεινωθούμε και μπροστά στους ανθρώπους, να τους συγχωρήσουμε και να καταλάβουμε ότι αλλιώς δεν γίνεται τίποτα.
Ό κ. Σταύρος φαίνεται ότι κατάλαβε αυτήν τη φορά και έσκυψε το κεφάλι του μπροστά στον Γέροντα, σαν να ζητούσε συγχώρηση για την διανοητική του έπαρση και την ψυχική του αλαζονεία. Γιατί αυτό το νόσημα της έπαρσης και της αλαζονείας τυφλώνει και ξεστρατίζει την ψυχή του ανθρώπου. Τότε ό π. Ιάκωβος, πού είδε διακριτικά την μεταστροφή του επισκέπτη του, θέλησε να βάλει, ωσάν περισπωμένη στο ρήμα «αγαπώ» τον επίλογο της κουβέντας τους, είπε:
Ό Χριστός μας έδωσε τον λεγόμενον «χρυσόν κανόνα» ζωής ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους: «Πάντα ούν όσα αν θέλητε “ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, ούτω και υμείς ποιείτε αυτοίς ούτος γαρ εστίν ό νόμος και οι προφήται» (Ματθ. ζ” 12). Δηλαδή, αν θέλεις να σε συγχωρούν οι άλλοι, συγχώρησε τους άλλους πρώτος εσύ. Αμήν.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ

Πόσο ζυγίζει η αμαρτία;


«Κορόιδευε ένας άθεος έναν ἱεροκήρυκα μιά μέρα, λέγοντάς του:

—Μας μιλᾶτε κάθε τόσο γιά φορτίο ἁμαρτιῶν καί τά παρόμοια. Πιστέψτε με, ὅμως, ὅτι προσωπικά δέν νοιώθω κανένα τέτοιο βάρος. Ἀλήθεια, πόσο ζυγίζει ἡ ἁμαρτία;

Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ πολύ ψύχραιμα, ἀπάντησε τότε:

—Δέν μου λέτε, ἄν βάλετε πάνω σ’ ἕνα νεκρό μιά πέτρα ἑκατό κιλῶν, θά τή νοιώση;

—Ὄχι, ἀπάντησε ἀπορημένος ὁ ἄθεος, γιατί εἶναι νεκρός.

—Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ σᾶς, κατέληξε ὁ ἱεροκήρυκας. Ἔξω ἀπό τή Χάρι τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος εἶναι “νεκρός στίς παραβάσεις καί τά παραπτώματα”(Ἐφ 2, 1). Γι’ αὐτό δέν νοιώθετε τό βάρος τῆς ἁμαρτίας».

Wednesday, 21 May 2014

THIS IS AN ICON OF A DISBELIEVER AS DESCRIBED by Saint Nektarios of Pentapoleos


The unbeliever is the most unfortunate person among men because he is denied the single most precious thing in this world, faith, which is the only true guide toward truth and good fortune.  The unbeliever is so unfortunate because he has been denied hope, the only constant support on the long road of life.  The unbeliever is very unfortunate because he is missing the true love of people which surround his troubled heart.  The unbeliever is most unfortunate since he is being denied divine beauty and the divine likeness of the Creator.  This is the beauty that the Divine Artist has engraved in our hearts and which our faith has revealed to us.

            The eye of an unbeliever does not see anything else in creation but the forces of nature.  The brilliant icon of the Holy Creator and its marvelous beauty for him remain hidden and unknown to him.  His vision is out of focus in the immensity of creation.  He does not see the beauty of creation anywhere. He does not find the beauty of God’s wisdom.  He does not marvel at the great power of God.  He does not discover the goodness of God; divine providence, justice and the love of the Creator toward creation.  His mind cannot go beyond the physical world.  Neither can he go beyond the realm of his senses.  His heart remains insensitive before the image of divine wisdom and power.  Being like this does not give birth to any feelings of worship. His lips remain sealed. His mouth is motionless. His tongue is wearisome. Wearisome is his turmoil. His turmoil is pain and his pain is despair. All things until now that attracted his attention have lost their grace.  This is so because all the joys of life that he experienced are unable to make him happy. 

            As long as the heart of man has been created so that God can dwell in it, the ultimate joy of man revels and rejoices in this goodness because this is found only in God.  But from the heart of an unbeliever, God has departed.  The human heart has limitless yearnings since it was created to contain and seek out the unlimited. As long as the heart of the unbeliever is no longer filled with the infinite God, everything around him groans with despair. He seeks and desires after things but nothing satisfies him.  And this is so because all the pleasures of life are powerless to fulfill the emptiness of the human heart.

            When the true pleasures and activities of the world are turned off, the heart is left with a feeling of bitterness.  The vain glories of the world are turned into grief.  The unbeliever ignores that the happiness of man is not found by indulging in worldly pleasures but are found in the love of God, which is infinite and eternal good.  It is here where we find the misfortune of those who ignore God.  He who denies God is like that person who denies his happiness and its unending blessedness.  The unfortunate one struggles with the toilsome battles of life without the presence of God.


            And so, in despair and fear nestled in his heart, the unbeliever walks to his already opened grave.  The miraculous work that unfolds before his eyes is played out on the world stage and is directed by divine wisdom, grace and power. All these things pass by him  completely unnoticed. These things play a principal role in ones’ life with the assistance of harmony and divine goodness. Although the sweet water of the river of joy and happiness flows by his feet, he is unable in his disbelief to quench the dryness of his tongue. It is a thirst that burns him because the running water from the gurgling well is unshaken because his voice cannot be heard coming out of his chest, singing praises; glorifying and thanking God. 

            The joy that is unfurled in the universe has forsaken the heart of the unbeliever because God has distanced Himself from it.  The emptiness has been filled with sorrow. It remains obstinate because of the absence of a desire to seek the spiritual has overwhelmed his soul.  He is misled in this dark night without any light, a night where no beam of light enlightens his darkened avenues.  There is no one to direct and guide his steps. In the race of life he is alone.  He navigates life without the hope of a better life.  He walks among many traps and there is no one to free him from them. He falls into these traps and is burdened by the weight of them.  There is no one to relieve him of his sorrow.

            The peace of the soul and the quietness of the heart have been banished by disbelief. Grief has bound up the depths of his heart.  The joy which a believer finds in fulfilling the holy commandments and the joy that comes from a moral life is for the unbeliever unknown.  Joy that comes from faith has never visited the heart of the unbeliever.  The conviction which flows from faith in divine providence and which lighten the struggles of life is an unknown power to the unbeliever. 

            The feeling of thanksgiving and favor that comes from love is a great mystery to the unbeliever.  The disbeliever who places material things first has limited true happiness for himself in a very limited circle of fleeting enjoyment.  This is so because he is always attempting to satisfy himself with material things.  The desire for virtue is for him completely foreign.  He has not tasted the sweetness of this grace. The disbeliever has overlooked that which is the source of true joy and he is rushing without realizing it, toward the source of bitterness.  Indulgence filled his worldly desires and in fulfilling them has only brought him nothing but emptiness.  This emptiness brought faith but then slipped away and fell from  his lips.

            Oh, unfortunate slave of a difficult tyrant!  How did they steal the joy of life from you?  How did they rip away from you this profound treasure?  You lost your faith. You denied your God. You denied His revelation to you and then you threw away the bountiful gift of divine grace.  How unfortunate is the life of such a person!  This life is filled with a whole host of troubles for the unbeliever because the delight of life has lost its flavor before his very eyes.  Nature around him appears sterile and infertile because it does not fill him with any sense of joy and delight. He does not rejoice in any of the creations of God.  A veil of grief envelopes all of nature and it no longer attracts a sense of fascination for him. His life has become an impossible burden and with the passing of time appears to him to be an unbearable hardship. 

            This is why despair appears before him like an executioner and terrible torturer.  It terrorizes the unfortunate man.  His courage has already abandoned him. His resistance is weakened and his moral moorings have since been corrupted by lack of faith.  He appears like a man who is motivated completely by something else, that is disbelief.  He has surrendered his life to the fearful shackles of despair which are devoid of mercy and sympathy.  The thread of his life is forcefully and cruelly cut off from the gifts of God and is hurled to the depths of perdition, to the darkness of hell from where he can only be saved when he is called by the voice of his Divine Creator.  This is the Creator that he has denied all his life and now he must give account for his disbelief.  Then he will be judged and will be sent to the eternal fire.

TRANSLATED         by:

+Fr. Constantine J. Simones from the Greek on June 3, 2012, the Feast of the Holy Spirit in the Orthodox Christian Church calendar. 

Γέροντα Ιωσήφ του Ησυχαστού -Οι τρεις τάξεις της χάριτος


Γέροντα Ιωσήφ του Ησυχαστού

Σε τρεις τάξεις διαιρείται η χάρις: Καθαρτική, φωτιστική, τελειωτική.
Σε τρεις και η ζωή μας: Κατά φύσιν, υπέρ φύσιν, παρά φύσιν.

Σε αυτές τις τρεις τάξεις ανέρχεται και κατέρχεται.

Τρία είναι και τα μεγάλα χαρίσματα, που λαμβάνει: Θεωρία, αγάπη, απάθεια.
Λοιπόν στην “πράξιν” συνεργεί χάρις καθαρτική, η οποία βοηθά στην κάθαρση. Και κάθε ένας, που μετανόησε, η χάρις είναι που τον προτρέπει στη μετάνοια. Και όσα κάνει της χάριτος είναι, αν και δεν το γνωρίζει αυτός που την έχει, όμως αυτή τον τροφοδοτεί και τον οδηγεί. Και ανάλογα με την προκοπή του, ανέρχεται ή κατέρχεται ή μένει στην ιδία κατάσταση.

Εάν έχει ζήλο και αυταπάρνηση ανεβαίνει σε θεωρία, την οποία διαδέχεται φωτισμός θείας γνώσεως και λίγη απάθεια. Εάν ψυχρανθεί ο ζήλος, η προθυμία, τότε συστέλλεται και η ενέργεια της χάριτος.
Γι’ αυτόν που λες ότι γνωρίζει
να προσεύχεται, είναι εκείνος που γνωρίζει τι εύχεται και τι ζητά από τον Θεό.

Αυτός που γνωρίζει να προσεύχεται δεν βαττολογεί, δεν ζητά περιττά· αλλά γνωρίζει τον τόπο, τον τρόπο και τον καιρό και ζητά τα αρμόδια και ωφέλιμα της ψυχής του. Επικοινωνεί νοερά με το Χριστόν. Τον πιάνει και τον κατέχει και “δεν θα σε αφήσω, λέγει, εις τον αιώνα”.

Εκείνος που προσεύχεται ζητά την άφεσξη των αμαρτιών, ζητά το έλεος του Κυρίου. Εάν ζητά και μεγάλα, όχι στον κατάλληλο καιρό, δεν του τα δίδει ο Κύριος. Διότι ο Θεός τα δίνει με τάξη. Και, αν εσύ τον κουράζεις ζητώντας, αφήνει το πνεύμα της πλάνης και προσποιείται τη χάρη και σε πλανά, δείχνοντάς σου άλλα αντί άλλων. Γι’ αυτό δεν είναι ωφέλιμο να ζητά κανείς τα υπέρμετρα. Αλλά, και αν εισακουσθεί προ του καθαρισμού, όταν δεν είναι στην τάξη, γίνονται φίδια και βλάπτουν. Συ έχε μετάνοια καθαρή, κάνε σε όλους υπακοή, και μόνη της η χάρη θα έλθει χωρίς εσύ να το ζητάς.

Ο άνθρωπος σαν βρέφος που ψελλίζει ζητά από τον Θεό το θέλημά του το άγιο. Ο Θεός, σαν Πατέρας υπεράγαθος, του δίδει τη χάρη, αλλά του δίδει και πειρασμούς, Εάν υπομένει αγόγγυστα τους πειρασμούς λαμβάνει προσθήκη της χάριτος. Όση περισσότερη χάρη λαμβάνει, τόσο αυξάνονται και οι πειρασμοί.

Οι δαίμονες, όταν πλησιάζουν, για να σε πολεμήσουν, δεν πηγαίνουν εκεί που εσύ εύκολα θα τους νικήσεις, αλλά δοκιμάζουν, πού έχεις αδυναμία.

Εκεί που εσύ δεν τους περιμένεις, εκεί πολιορκούν το κάστρο. Και, όταν βρουν ψυχή ασθενική και μέρος αδύνατο, πάντα εκεί νικούν και τον κάνουν υπεύθυνο για την ήττα του.

Ζητάς χάρη από τον Θεό; Αντί χάριτος σου αφήνει πειρασμό. Δεν αντέχεις τον πόλεμο, πέφτεις; Δεν σου δίνεται προσθήκη της χάριτος. Πάλι ζητάς; Πάλι ο πειρασμός. Πάλι ήττα; Πάλι στέρηση εφ’ όρου ζωής. Πρέπει λοιπόν να βγεις νικητής. Άντεξε τον πειρασμό μέχρι θανάτου. Πέσε πτώμα στη μάχη, φωνάζοντας κάτω παράλυτος:

“Δεν θα σε αφήσω, γλυκύτατε Ιησού! Ούτε θα σε εγκαταλείψω! Αχώριστος θα μείνω στον αιώνα, και για την αγάπην Σου ξεψυχώ στη μάχη”. 

Και ξαφνικά εμφανίζεται στη μάχη και φωνάζει δυνατά: “Εδώ είμαι! Μάζεψε όλες τις δυνάμεις σου και ακολούθησέ με ! 

Συ δε γεμίζεις όλος φως και χαρά: Αλλοίμονο σε μένα τον δυστυχή! Αλλοίμονο σε μένα τον πονηρό και αχρείο! Προηγουμένως άκουα για σένα, τώρα δε σε είδαν οι οφθαλμοί μου· γι’ αυτό και κατηγόρησα τον εαυτόν μου, τον θεώρησα δε χώμα και στάχτη”.

Τότε γεμίζεις από θεία αγάπη. Και φλέγεται η ψυχή σου σαν του Κλεόπα. Και σε καιρό πειρασμού δεν καταλείπεις πλέον τη μάχη, αλλά υπομένεις τις θλίψεις σκεπτόμενος- ότι όπως πέρασε ο ένας πειρασμός και ο άλλος, έτσι θα περάσει και αυτός.

Όταν όμως δειλιάζεις και γογγύζεις και δεν υπομένεις τους πειρασμούς, τότε, αντί να νικάς πρέπει διαρκώς να μετανοείς· για τα σφάλματα της ημέρας, για την αμέλεια της νύκτας. Και, αντί να αυξάνεται η χάρις, μεγαλώνεις τις θλίψεις σου.

Γι’ αυτό μη δειλιάζεις μη φοβάσαι τους πειρασμούς. Και αν πέσεις πολλές φορές, σήκω. Μη χάνεις τη ψυχραιμία σου. Μην απογοητεύεσαι. Σύννεφα είναι και θα περάσουν.

Και όταν, με τη βοήθεια της χάριτος που σε καθαρίζει από όλα τα πάθη, περάσεις όλα αυτά που λέγονται “πράξις”, τότε γεύεται ο νους φωτισμό και κινείται σε θεωρία.

Και πρώτη θεωρία είναι των όντων:

Πως όλα τα δημιούργησε για τον άνθρωπον ο Θεός, και αυτούς ακόμη τους Αγγέλους για να τον υπηρετούν. Πόσην αξία, πόσο μεγαλείο, τί μεγάλο προορισμό έχει ο άνθρωπος – αυτή η πνοή του Θεού! Όχι για να ζήσει εδώ τις λίγες ημέρες της εξορίας του, αλλά να ζήσει αιώνια με τον Πλάστη του. Να βλέπει τους θείους Αγγέλους. Να ακούει την άρρητη μελωδία τους. Τί χαρά! Τί μεγαλείο! Μόλις τελειώνει αυτή η ζωή μας και κλείνουν τα μάτια, αμέσως ανοίγουν τα άλλα και αρχίζει η νέα ζωή. Η αληθινή χαρά, που πλέον τέλος δεν έχει.

Αυτά σκεπτόμενος βυθίζεται ο νους σε μία ειρήνη και γαλήνη, που απλώνεται σε όλο το σώμα, και ξεχνά τελείως ότι υπάρχει σ’ αυτή τη ζωή.

Τέτοιες θεωρίες διαδέχονται η μία την άλλη. Όχι να πλάθει φαντασίες με το νου του, αλλά η κατάσταση είναι τέτοια – ενέργεια χάριτος, που φέρνει νοήματα και ασχολείται ο νους στη θεωρία. Δεν τα πλάθει ο άνθρωπος· μόνα τους έρχονται και αρπάζουν το νου στη θεωρία. Και τότε απλώνεται ο νους και γίνεται διαφορετικός. Φωτίζεται. Είναι όλα ανοικτά σ’ αυτόν. Γεμίζει σοφία, και σαν υιός κατέχει τα του Πατρός του. Ξέρει ότι είναι μηδέν, πηλός, αλλά και υιός Βασιλέως. Δεν έχει τίποτε, άλλα όλα τα έχει. Γεμίζει θεολογία. 

Φωνάζει αχόρταστα, με πλήρη επίγνωση, ομολογώντας ότι η ύπαρξή του είναι μηδέν. Η καταγωγή του είναι ο πηλός· η δε ζωτική δύναμή του, η πνοή τού Θεού – ή ψυχή του. Αμέσως πετά η ψυχή στον ουρανό! – Είμαι το εμφύσημα, η πνοή του Θεού! Όλα διεσώθησαν, έμειναν στη γη, απ’ όπου και ελήφθησαν! Είμαι Βασιλέως αιωνίου υιός! Είμαι θεός κατά χάρη! Είμαι αθάνατος και αιώνιος! Είμαι, μετά μία στιγμή, κοντά στον ουράνιο Πατέρα μου!

Αυτός είναι ο αληθινός προορισμός του ανθρώπου· γι’ αυτό πλάσθηκε, και οφείλει να έλθει απ’ όπου ήλθε. Τέτοιου είδους είναι οι θεωρίες, με τις οποίες ασχολείται ο πνευματικός άνθρωπος. Και περιμένει την ώρα που θα αφήσει το χώμα και θα πετάξει η ψυχή στα ουράνια.

Έχε θάρρος λοιπόν, παιδί μου, και με αυτή την ελπίδα υπόμενε κάθε πόνο και θλίψη. Αφού μετά από λίγο θα αξιωθούμε να απολαύσουμε αυτά. Για όλους μας είναι τα ίδια. Όλοι είμαστε παιδιά του Θεού. Αυτόν φωνάζουμε ημέρα και νύκτα και την γλυκειά μας Μανούλα, τη Δέσποινα του Παντός, την οποίαν όποιος παρακαλεί, δεν τον αφήνει ποτέ.

(Γέροντος Ιωσήφ, «Έκφρασις Μοναχικής εμπειρίας», επιστ. Ι΄, εκδ. Ι.Μ.Φιλοθέου, σ. 84-88. – απόσπασμα σε νεοελληνική απόδοση.)

Tuesday, 20 May 2014

The Aroma of Reverence....


Once a reclusive ascetic, who had heard a lot about Elder Paisios, came to visit him. They talked for a while, and he ascertained that Elder Paisios was an exceptionally reverent man. Indeed, the elder had a rare reverence, which he had learned from his parents, and mainly his mother.

While at the monastery, he benefited from many of the fathers, and especially from a particular hieromonk. He would say, “We cant reach the reverence he had—impossible. He would celebrate liturgy every day, and he struggled greatly. Once, for half a year, he ate nothing but half of a small prosphoron and a few tomatoes dried in the sun.”

When he would serve out in the chapels, this reverent priest, like other priests of the monastery, preferred to have as a chanter the young Father Averkios (as the elder was then called).

The elder had an innate reverence, but he also cultivated it a great deal. He placed such emphasis on it that he once said that “reverence is the greatest virtue, because it attracts the grace of God.” To the elder, reverence was the fear of God and spiritual sensitivity. Reverent people behave carefully and modestly, because they intensely feel the presence of God.

The elder wanted reverence to be unaffected and internal. He turned away from mere external forms. Regarding a group of monks who had great order and discipline in their liturgical life, he commented, “I respect that, if it’s something that comes from within.” The elder’s conduct was reverent, but with a freedom that was alien to dry forms. If he didn’t feel something, he wouldn’t do it. He distinguished reverence from piety — a word he even avoided saying. He would say that reverence is like incense, while piety is just perfume.56

The elder’s reverence encompassed not only small and seemingly unimportant matters, but also spiritual and essential issues. “If someone neglects the little things,” he taught, “the danger is that he’ll start neglecting greater, holier things. And then, without realizing it, rationalizing it all to himself— ‘This is nothing, that doesn’t matter’ — he can end up, God forbid, totally neglecting the things of God and becoming irreverent, arrogant, and atheistic.”

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ!


Κάποτε, ένας άρχοντας της τσαρικής αυλής, πήγε να συμβουλευτεί έναν περίφημο τότε για την αρετή του, ιερέα της Πετρούπολης.
-Πάτερ, πες μου, τι να κάμω; Έχω πολλούς εχθρούς. Με μισούν «ματαίως»• χωρίς κανένα λόγο. Με συκοφαντούν στον Τσάρο. Κινδυνεύω να χάσω την δουλειά μου. Αν ο Τσάρος πεισθή και με απολύσει, που θα σταθώ; Πως θα ζήσω; Σας παρακαλώ, συμβουλέψετέ με. Τι να κάμω;
-Να προσεύχεσαι. Για όλους. Και περισσότερο για αυτούς που ξεσηκώθηκαν εναντίον σου. Και στο σπίτι. Αλλά και στην Εκκλησία, στην θεία λειτουργία. Έχει μεγάλη σημασία αυτό.
-Και τι θα βγει με αυτό, πάτερ; είπε πικραμένος.
-Θα το ιδείς. Τα «ψίχουλα», οι μαργαρίτες -οι μερίδες που βγάζει ο ιερέας στην προσκομιδή, όταν διαβάζει ονόματα- συμβολίζουν τις ψυχές των ανθρώπων• ζώντων και κεκοιμημένων. Και κάποια στιγμή, αυτές τις μερίδες ο παπάς τις ρίχνει μέσα στο άγιο ποτήριο, με τα λόγια: «Απόπλυνε, Κυριε, τα αμαρτήματα των ενθάδε μνημονευθέντων δούλων σου, τω Αίματί Σου τω Αγίω». Δηλαδή παρακαλεί τον Χριστό να ξεπλύνει με το Αίμα Του τις ψυχές των ανθρώπων που μνημόνευσε.
Και πρόσθεσε:
- Γι αὐτό, αν θέλεις, άκουσέ με. Γράψε τα ονόματα εκείνων που σε επιβουλεύονται σε ένα χαρτί και δώσε τα στον ιερέα, να τα μνημονεύει στη λειτουργία• και θα το ιδείς!
Από τότε πέρασαν μια, δυό, τρεις εβδομάδες. Μετά από ένα μήνα, νάτος, πάλι στον παπά. Και πέφτοντας μπροστά στα πόδια του, εξομολογήθηκε:
- Θαύμα, πάτερ! Θαύμα! Θαύμα! Δεν θα το πιστέψετε! Έκανα αυτό που μου είπατε. Και, να! Αυτοί που μέχρι τώρα με μισούσαν, και ήθελαν το κακό μου, τώρα μου συμπεριφέρονται με τέτοιο σεβασμό, μου δείχνουν τέτοια αγάπη που δεν ξέρω, πως να το εξηγήσω. Το στόμα τους, που πρώτα ήταν όλο χολή, τώρα στάζει μέλι. Όπου και να σταθούν, μόνο καλές κουβέντες λένε για μένα!
* * *
Και ο σεβάσμιος γέροντας συμπέρανε:
-Είδες, λοιπόν! Σου το έλεγα. Άφησε το θέμα σου στο Θεό και θα το ιδείς. Τώρα το βλέπεις, ολοκάθαρα, πόσο ο Θεός φροντίζει για μας.
Παντοτε λοιπόν, και συ «εν ψαλτηρίω» να το ανοίγεις το κάθε σου πρόβλημα. Να προσεύχεσαι. Ιδιαίτερα για «τους εχθραίνοντάς σοι ματαίως» (Ψαλμ. 3,8)• δηλαδή για εκείνους που, χωρίς κανένα λόγο, σε επιβουλεύονται. Και ο Θεός, θα τους κάνει φίλους σου.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...