Saturday, 28 December 2013

“ΔΩΡΟ ΣΤΟ ΧΡΙΣΤΟ”. Χριστουγεννιάτικη ιστορία


Εδώ και πολλά χρόνια ο κόσμος γιόρταζε τα Χριστούγεννα με περισσότερη κατάνυξη. Σ’ ένα μακρινό χωριό, λοιπόν, ο παπάς έκανε κάθε χρόνο μια φάτνη στη μέση της εκκλησίας, την παραμονή των Χριστουγέννων.
Οι κάτοικοι πήγαιναν πρώτα πρώτα στην εκκλησία, για ν’ ακούσουν τη θεία λειτουργία, γονάτιζαν κι άναβαν το κεράκι τους μπροστά στη φάτνη. Κάθε κεράκι έπρεπε να σβήσει από μόνο του, λιώνοντας σιγά σιγά, γι’ αυτό γύρω από τη φάτνη ήταν αμέτρητα κεράκια, όσα και οι πιστοί, κι η εκκλησία λαμποκοπούσε κι έφεγγε σαν να ήταν ο ήλιος μέσα της. Όταν η λειτουργία τελείωνε, ο κόσμος πήγαινε στα γύρω κεντράκια, για να φάει και να πιει, να γλεντήσει τη χαρά του για τη γέννηση του Χριστού.
Οι χωριανοί άρχιζαν τις προετοιμασίες για τα Χριστούγεννα εβδομάδες πριν. Οι νοικοκυρές έψηναν κουλούρια, πίτες και γλυκά κι οι άντρες έβαφαν την πλατεία του χωριού, την εκκλησία και τα σπίτια τους. Ο παπάς με τα παιδιά του σχολείου και τους δασκάλους σκάλιζε τα ζώα της φάτνης στο ξύλο, τους τρεις μάγους, τους βοσκούς, το αστέρι, την Παναγία και το Χριστό.
Το βράδυ της παραμονής όλα ήταν έτοιμα κι οι άνθρωποι ντυμένοι τα καλά τους πήγαιναν στην εκκλησιά κι άφηναν μπροστά στη φάτνη ένα δώρο για το Χριστό, ό,τι μπορούσε ο καθένας.
Η Μαρία, που ήταν έξι χρονών, πήγαινε κι αυτή κάθε χρόνο με τους γονείς της στην εκκλησία κρατώντας το καλαθάκι με τα κουλούρια που είχε φτιάξει για το νεογέννητο Χριστό. Εκείνο το χρόνο, όμως, η μητέρα της αρρώστησε, κι ο πατέρας της ταξίδεψε σε μια μεγάλη πόλη για να βρει δουλειά και να τα βγάλει πέρα με τα φάρμακα και τα άλλα έξοδα. Ούτε δραχμή δεν τους περίσσευε, για ν’ αγοράσουν δώρο στο Χριστό.
Πώς να πάει στην εκκλησία η Μαρία με άδεια χέρια;
Την ώρα που χτύπησαν οι καμπάνες, η Μαρία μπήκε δειλά δειλά στην εκκλησία και κρύφτηκε πίσω από μια κολόνα. Δεν ήθελε να τη δει κανείς με τα χέρια αδειανά. Οι άλλοι προσκυνούσαν το Χριστό, άναβαν το κεράκι τους και του πρόσφεραν το δώρο τους.
Εκείνη γονάτισε κοιτάζοντας τη φάτνη από μακριά και ψιθύρισε:
- Αχ, Παναγίτσα μου, φέτος δε θα έρθω στη λειτουργία. Δεν έχω να χαρίσω τίποτε στο παιδί σου που γεννήθηκε. Η μητέρα μου αρρώστησε. Δεν έχουμε καθόλου χρήματα. Θα το εξηγήσεις στο Χριστό γιατί δεν του έφερα δώρο;
Ο κόσμος είχε αρχίσει να ψάλλει μαζί με τον παπά το «Χριστός γεννάται σήμερον». Τα μάτια της Μαρίας θόλωσαν από τα δάκρυα, βγήκε από την κρυψώνα της κι έτρεξε προς …
το σπίτι της. Δεν είχε κάνει ούτε τρία βήματα, όταν άκουσε πίσω της μια φωνή να τη ρωτάει:
- Γιατί κλαις, κοριτσάκι μου, μια τέτοια χαρούμενη μέρα;
Ήταν μια γριούλα με γλυκό πρόσωπο και μάτια γεμάτα καλοσύνη.
- Κλαίω, γιαγιάκα, γιατί δε μου περισσεύει ούτε μια δεκάρα, για ν’ αγοράσω ένα δώρο στο Χριστό.
- Γι’ αυτό κλαις, Μαρία; Ο Χριστός ευχαριστιέται και μόνο που τον σκέφτεσαι. Και μόνο που τον αγαπάς. Να, κοίταξε εκείνον το θάμνο με τα πράσινα φύλλα. Γιατί δεν κόβεις ένα μπουκέτο να του το πας;
Το κορίτσι σταμάτησε τα κλάματα, έσκυψε, κι άρχισε να κόβει ένα μπουκέτο από κλαδιά. Έκοψε αρκετά, ώσπου η αγκαλιά της δε χωρούσε πια άλλα.
- Φτάνουν αυτά, γιαγιάκα; ρώτησε τη γριούλα κοιτάζοντας πίσω της, αλλά εκείνη είχε εξαφανιστεί.
Η Μαρία με τα κλαδιά στην αγκαλιά της προχώρησε θαρρετά και μπήκε στην εκκλησία μ’ ένα χαμόγελο αγαλλίασης. Όλα έλαμπαν στο φως των κεριών. Ο κόσμος έψελνε με κατάνυξη. Περπάτησε πάνω στο κόκκινο χαλί που απλωνόταν μπροστά στη φάτνη κι απόθεσε το δώρο της.
- Κοιτάτε αυτό το κοριτσάκι, είπε χαμηλόφωνα μια γυναίκα. Φέρνει κλαδιά από θάμνους στο Χριστό. Και μη χειρότερα.
Όταν τελείωσε το τροπάριο ακούστηκαν ψίθυροι στην εκκλησία.
- Κοιτάξτε, κοιτάξτε τα κλαδιά των θάμνων!
Η Μαρία ήταν ακόμα γονατιστή με σταυρωμένα τα χέρια της. Ακούγοντας τις φωνές, σήκωσε το κεφάλι της τρομοκρατημένη και είδε τα κλαδιά, τα δικά της κλαδιά, να έχουν ανθίσει και να έχουν βγάλει κάτι όμορφα κόκκινα λουλούδια που έμοιαζαν με αστέρια.
- Μα τι έγινε;
- Θαύμα!
- Ήτανε θάμνοι κι έβγαλαν λουλούδια!
Ο παπάς και το πλήθος γονάτισαν μπροστά στη φάτνη, δοξολογώντας το Χριστό γι’ αυτό το ανεξήγητο φαινόμενο.
Η γριούλα – ποια να ‘ταν άραγε; – είχε δίκιο. Το δώρο που δίνεται από την καρδιά είναι το πιο αξιόλογο δώρο. Τα φτωχά κλαδάκια ήταν το πιο σημαντικό δώρο που είχε πάρει ο Χριστός εκείνη τη μέρα…
Από τότε, κάθε χρόνο, τις μέρες των Χριστουγέννων, αυτοί οι θάμνοι ανθίζουν με τα αμέτρητα κόκκινα αστράκια τους, κι ο κόσμος τα ονομάζει «λουλούδια των Χριστουγέννων».
Από το μακρινό εκείνο χωριό έφτασαν και στην πατρίδα μας κι ο κόσμος τα ονόμασε «Άστρα του Χριστού».
 
Της Ελένης Χουκ – Αποστολοπούλου
Από το βιβλίο «Να τα πούμε; Να τα πείτε!»
πηγή  http://paramithi-paramithi.blogspot.gr/2011/12/blog-post_25.html

Μιχαλάκης ο έρημος...


Από νωρίς άρχισε ο σταυρός του. Ο πατέρας του, που ήταν αρκετά μεγάλος, πέθανε γρήγορα. Τη μητέρα του, που ήταν μια πολύ απλοϊκή χωρική, την ξαναπάντρεψαν οι δικοί της με το ζόρι σε άλλο τόπο! Τον Μιχαλάκη και την αδελφή του τους έκλεισαν σ  ἕνα ίδρυμα. Όταν μεγάλωσαν τα δύο παιδιά, το μεν κορίτσι το πήρε υπό την προστασία της κάποια πονόψυχη συγγενής, τον δε Μιχαλάκη τον έδιωξε το ίδρυμα, γιατί, λέει, μεγάλωσε! Ο Μιχαλάκης όμως δεν είχε μεγαλώσει και ούτε μπορούσε ποτέ να μεγαλώσει. Κι αυτό, γιατί είχε παιδική καρδιά και απλό μυαλό. Ήταν λογικός, αλλά απονήρευτος και ευκολόπιστος. Όλους τους θεωρούσε καλούς! Αυτή ήταν η «καθυστέρησή» του.Τον βοήθησε το ότι ήταν εργατικός. Τα αφεντικά όμως στα οποία πήγαινε για να βγάλει ένα κομμάτι ψωμί, οι περισσότεροι δεν άφηναν την ευκαιρία να πάει … χαμένη. Τον εκμεταλλεύονταν ασυνείδητα. Και αυτός ο φτωχός, μόλις το καταλάβαινε, προσπαθούσε να βρει άλλη δουλειά, αλλά και πάλι έπεφτε στα ίδια.
Εν τω μεταξύ η αδελφή του μορφώθηκε λιγάκι, βρήκε και μια δουλίτσα και ύστερα έναν σύζυγο. Ποτέ όμως δεν είπε σε κανέναν είτε συγγενή είτε ξένο πως είχε έναν λίγο «καθυστερημένο» αδελφό. Φοβόταν μη χαλάσει ο γάμος της και οι κοινωνικές σχέσεις της. Καμία επαφή, κανένα ενδιαφέρον. Τρόμος την έπιανε, μήπως και μαθευτεί το … τρομερό, κατά τη γνώμη της, μυστικό…
Ο καημένος ο Μιχαλάκης πληγωμένος, ώριμος νέος πλέον κατά την ηλικία, δεν έπαυε να την αγαπάει. Να την πλησιάσει όμως δεν τολμούσε. Ήξερε ότι δεν τον ήθελε. Του το είχαν πει κάποιοι συγγενείς από την πλευρά της μητέρας τους. Πήγαινε όμως στο απέναντι πεζοδρόμιο απ  ἐκεῖ που δούλευε η αδελφή του, για να τη δει έστω και από μακρυά! Και στον γάμο της, όταν έμαθε ότι επ  οὐδενί ήθελε να παρουσιαστεί ο αδελφός της, μαζί με μια συγγενή που τον λυπόταν, ανέβηκε κρυφά στον γυναικωνίτη της Εκκλησίας που θα γινόταν ο γάμος, για να κρυφοκαμαρώσει την αδελφούλα του νύφη!
Ω, πόσες πληγές είχε η ψυχή του πάνω της! Κι όμως, είχε μια παιδικότητα, μια καλωσύνη αγγελική. Δεν παραπονιόταν, δεν θύμωνε, ρωτούσε για όλους τους συγγενείς αν ήταν καλά με μια ήρεμη ανεξίκακη αγάπη. Χαρακτηριστική ήταν η απάντησή του όταν του είπαν πως δεν έπρεπε να πάει στον γάμο της αδελφής του. Είπε σοβαρά και νηφάλια:
» Όχι, δεν θα παρουσιαστώ. Δεν θέλω να κάνω κακό στην αδελφή μου!».
Κι έτσι, με ταπεινώσεις, ταλαιπωρίες και στερήσεις κύλησε η ζωή του κι έφθασε στη μέση ηλικία. Είχε μαζέψει λίγα χρήματα από τις δουλειές που έκανε, αλλά ένας επιτήδειος του είπε ότι δήθεν θα συνεταιρισθούν κάνοντας μαζί κάποια δουλειά και τελικά του τα » έφαγε «. Κι έμεινε ο φτωχός Μιχάλης πάλι χωρίς δουλειά, χωρίς ένα κομμάτι ψωμί. Τότε αναγκάστηκε να πάει να φυλάει τα ζώα κάποιου που είχε κτήμα, φάρμα, έξω από την πόλη. Το πως ζούσε εκεί, που κοιμόταν, τι έτρωγε, ο Θεός το ξέρει.
Αυτό που τελικά μαθεύτηκε είναι το ότι σε μια από τις δυνατές παγωνιές του χειμώνα πριν λίγα χρόνια τον βρήκαν παγωμένο, νεκρό μέσα στην καλύβα των ζώων!
Έτσι έπαψαν όλοι να ντρέπονται για τον φτωχό Μιχαλάκη. Όταν όμως τον δούνε μεθαύριο στον ουρανο να λάμπει σαν μικρός ήλιος, να δούμε αν θα ντρέπονται για τη συμπεριφορά τους όσοι τον εκμεταλλεύτηκαν, όσοι τον πλήγωσαν, όσοι τον αγνόησαν. Όποιος υπομένει για τον Χριστό τις θλίψεις και τις ταλαιπωρίες αυτής της ζωής χωρίς να αγανακτήσει, χωρίς να μνησικακήσει, τον αναμένει η αιώνια μακαριότητα κοντά στον Θεό.
Το μεγάλο όμως αυτό κατόρθωμα, δεν πραγματοποιείται και δεν επιτυγχάνεται αν ο άνθρωπος δεν έχει μυστηριακή ζωή, μέσα στην οποία να ενώνεται με τον Χριστό. Αν ο άνθρωπος δεν εξομολογείται, δεν κοινωνάει, δεν προσεύχεται, δεν αγαπά τον Θεό, δεν τηρεί τις εντολες του Θεού στη ζωή του, δεν είναι δυνατόν να επιτύχει τον εξαγιασμό και την σωτηρία του.
Μερικοί διατυπώνουν την απορία τι θα απογίνουν τόσοι άνθρωποι που δεν γνώρισαν Χριστό. Αυτό, βέβαια, είναι θέμα του Θεού. Αλλά, όπως γράφει και ο απόστολος Παύλος, αυτοί θα κριθούν σύμφωνα με τον έμφυτο ηθικό νόμο, τη συνείδηση που έχει φυτέψει ο Θεός μέσα σε κάθε ανθρώπινη ψυχή(Ρωμ. β : 14).
Αυτοί όμως που γνώρισαν την αλήθεια και τον θείο νόμο, ας προβληματιστούν αν δεν τον σέβονται και δεν τον τηρούν. Σ  ἐκεῖνον που εδόθη πολύ, θα ζητηθεί και πολύ. Εμείς οι Ορθόδοξοι Έλληνες ειδικά, ας αναλογιστούμε τις ευθύνες που έχουμε ενώπιον του Θεού, ενώπιον της ανθρωπότητας, ενώπιον της αθάνατης ψυχής μας.
Είθε!

Από το βιβλίο: «Νεώτερα Θαύματα της Παναγίας στη Βαρνάκοβα
& Ιστορίες για την Αιωνιότητα» 
Εκδόσις: Ιεράς Γυν. Μ. Παναγίας Βαρνάκοβας Δωρίδα 2007
 Πηγή: hristospanagia.gr

Πώς ν'αντέξω;


Πώς ν'αντέξω;
Πες μου πώς... Άνθρωπος είμαι. Με πιάνει το παράπονο...
Αλλιώς τα περίμενα τα πράγματα και αλλιώς γίνονται".
Είναι πολύ δύσκολο.
Ένας άγιος άνθρωπος μου είπε ότι όσο μεγαλύτερες γίνονται οι δυσκολίες
τόσο πιο πολύ μάς προσέχει ο Θεός.
Τόσο μεγαλώνουν οι ευεργεσίες του.
Γι'αυτό, χαμογέλα, Χαρμολύπη η ζωή μας...
Κάνε τον πόνο σου δάκρυ προσευχής. Και θα δεις... Θα δεις που όλα θα πάνε καλά, δεν είναι δυνατόν να μην πάνε καλά!
Ξέρει ο Θεός τι κάνει. Μας δίνει σταυρό προσωπικό.
Μέχρι εκεί που αντέχουμε.
Μέχρι εκεί. Όχι παραπάνω...
Και μην ξεχνάς πως δεν είσαι μόνος. Είμαστε όλοι μαζί. Μαζί πονάμε, μαζί κλαίμε,
μαζί σφουγγίζουμε τα δάκρυα. Μαζί χαμογελάμε! Μια προσευχή βγαίνει απ'όλους μας μαζί και τρέχει προς το Θεό!
Ανεβαίνει με ελπίδα και φόρα στο θρόνο του!
Υπομονή και μην τα παρατάς!
Κάποτε θα γυρίσει η σελίδα. Κάποτε όλα θ'αλλάξουν.

Friday, 27 December 2013

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΙΣΙΟΣ-Εύχομαι ο Χριστός και η Παναγία να σε έχουν κοντά τους σαν το αρνάκι που είναι δίπλα στην φάτνη.


-Γέροντα, δώστε μου μια ευχή για τα Χριστούγεννα.
-Εύχομαι ο Χριστός και η Παναγία να σε έχουν κοντά τους σαν το αρνάκι που είναι δίπλα στην φάτνη. Νομίζω, περνάει καλά, όπως και το  βοϊδάκι και το γαϊδουράκι που ζεσταίνουν τον Χριστό στην φάτνη…
“΄Εγνω βους τον κτησάμενον και όνος την φάτνην του Κυρίου αυτού”, λέει ο Προφήτης Ησαΐας (Ησ. 1,3). Γνώρισε δηλαδή το βοϊδάκι το αφεντικό του και το γαϊδουράκι την φάτνη του Κυρίου του. Γνώρισαν τι ήταν μέσα στη φάτνη και με τα χνώτα τους το ζέσταιναν! Κατάλαβαν τον Δημιουργό τους! Αλλά και το γαϊδουράκι, τι τιμή να πάει τον Χριστό  μετά  στην Αίγυπτο! Οι άρχοντες είχαν άρματα χρυσοκέντητα, και ο Χριστός τι χρησιμοποίησε! Τι καλά να ήμουν αυτό το γαϊδουράκι!

(Γέροντος Παϊσίου Λόγοι, τόμος Ε, σ. 231)

Αγία Συγκλητική »Ἄς ἐπιζητήσουμε τά οὐράνια»


Τῆς ἁγίας Συγκλητικῆς
» Σ᾿ αὐτή τή γῆ βρισκόμαστε σάν μέσα σέ δεύτερη μητρική κοιλιά. Ὅπως δηλαδή μέσα στή μήτρα τῆς μάνας μας δέν ζούσαμε ὅπως ζοῦμε τώρα οὔτε ἀπολαμβάναμε τίς στερεές τροφές πού τρῶμε τώρα οὔτε καί μπορούσαμε νά κάνουμε ὅ,τι κάνουμε τώρα – κι αὐτό γιατί ἤμασταν μακριά ἀπό τό φῶς τοῦ ἥλιου κι ἀπό κάθε ἄλλο φῶς – καί γενικά, ὅπως τότε στερούμασταν πολλές ἐπίγειες ἀπολαύσεις, ἔτσι καί στόν κόσμο τοῦτο στερούμαστε ὁρισμένα μεγάλα καί θαυμαστά ἀγαθά τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν.
Αέναη επΑνάσταση · Επικίνδυνο να διδάσκεις χωρίς αρετή
Ἀφοῦ λοιπόν γνωρίσαμε καλά τά ἐπίγεια, ἄς ἐπιζητήσουμε τά οὐράνια. Τίς ἐδῶ τροφές τίς δοκιμάσαμε, ἄς ἐπιθυμήσουμε τίς θεϊκές. Τό ἐπίγειο φῶς τό ἀπολαύσαμε, ἄς ποθήσουμε τόν ἥλιο τῆς δικαιοσύνης. Ἄς θελήσουμε ν᾿ ἀντικρύσουμε τήν ἄνω Ἱερουσαλήμ, σάν πατρίδα καί μητέρα μας. Τόν ὑπόλοιπο χρόνο τῆς ζωῆς μας ἄς τόν ζήσουμε μέ τήν προσδοκία τοῦ οὐρανοῦ, γιά ν᾿ ἀπολαύσουμε καί τά αἰώνια ἀγαθά.
Ὅπως λοιπόν, τά ἔμβρυα ἀπό ἀτελέστερη τροφή καί μορφή ζωῆς περνοῦν ὕστερα – ἀφοῦ ἀναπτυχθοῦν μέσα στήν μήτρα – σέ τελειότερη (μορφή ζωῆς καί ) διατροφή, ἔτσι καί οἱ δίκαιοι, ἀφοῦ ἀναπτυχθοῦν πνευματικά μέ τόν τρόπο  τῆς ζωῆς τους μέσα στόν κόσμο, προχωρῶντας κατά τήν Γραφή «ἐκ δυνάμεως εἰς δύναμιν» (ψαλ. 83 : 8) πηγαίνουν ἔπειτα στήν οὐράνια πολιτεία. Οἱ ἁμαρτωλοί, ἀντίθετα, ὅπως ἀκριβῶς τά ἔμβρυα πού πέθαναν στή μητρική κοιλιά, ἀπό τό ἕνα σκοτάδι παραδίνονται στό ἄλλο, ἐπειδή καί στή γῆ πού βρίσκονται ζοῦν σάν μέσα σέ σκοτάδι, προσκολλημένοι καθώς εἶναι στά γήινα. Ἀλλά καί ὅταν πεθάνουν, σέ πιό σκοτεινούς καί μαύρους τόπους ρίχνονται.Τρεῖς φορές, θά λέγαμε, γεννιόμαστε. Τήν πρώτη, ὅταν βγαίνουμε ἀπό τούς μητρικούς κόλπους, ὁπότε ἀπό γῆ ἐρχόμαστε πάλι σέ γῆ.
Μέ τίς ἄλλες δυό γεννήσεις ὅμως ἀνεβαίνουμε ἀπό τή γῆ στόν οὐρανό. Καί ἀπ᾿ αὐτές ἡ μία, πού πραγματοποιεῖται μέ τό ἅγιο Βάπτισμα, συντελεῖται ἀπό τή θεία Χάρη. Αὐτή τήν ὀνομάζουμε, καί εἶναι πραγματικά, «παλιγγενεσία» (δηλαδή ἀναγέννηση). Ἡ ἄλλη πάλι, συντελεῖται ἀπό τή μετάνοιά μας καί τούς κόπους τῆς ἀρετῆς. Σ᾿ αὐτή βρισκόμαστε τώρα.»

(Μ. Εὐεργετινός)
Τέλος καί τῷ Θεῷ δόξα!

Thursday, 26 December 2013

«...ΚΑΙ ΕΠΙ ΓΗΣ ΕΙΡΗΝΗ...»! (απαντησεις σε απιστους)


«ΔΟΞΑ ΕΝ ΥΨΙΣΤΟΙΣ ΘΕΩ
ΚΑΙ ΕΠΙ ΓΗΣ ΕΙΡΗΝΗ, ΕΝ ΑΝΘΡΩΠΟΙΣ ΕΥΔΟΚΙΑ»
ΠΕΡΙΦΡΟΝΕΙΤΑΙ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
«...ΚΑΙ ΕΠΙ ΓΗΣ ΕΙΡΗΝΗ»! 

π. Αυγουστίνος Καντιώτης

Αλλά τι βλέπω, τι ακούω; Θα ήθελα να μη ζω, θα ήθελα να μη έχω αυτιά, διά να μή βλέπω και ακούω αθέους και υλιστάς ανθρώπους των ημερών μας, οι οποίοι και επί τω ακούσματι του αγγελικού αυτού ύμνου ειρωνεύονται, καγχάζουν και βλασφημούν λέγοντες·
Άκου εκεί! Ακόμη υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν τέτοια
παραμύθια; Εμεις θ' αγωνισθούμε να εξαφανισθεί αυτό το παραμύθι, τα λείψανα του παραμυθιού αυτού, από κάθε γωνία της γης. Εμείς, οι άθεοι και υλισταί, κηρύττουμε ρεαλιστικά. Εμείς -και όχι το Ευαγγέλιο, το μήνυμα των αγγέλων- θα φέρουμε τον παράδεισο πάνω στη γη. Και είναι εις βάρος του χριστιανισμού το ότι είκοσι αιώνες τώρα τίποτε δεν κατώρθωσε για την κατάργηση των πολέμων και την εγκαθίδρυση σταθερής και μονίμου ειρήνης πάνω στη γη. Εμείς θα καταργήσουμε τους πολέμους και θα εγκαταστήσουμε την ειρήνη, που θα διαρκέσει χιλιετηρίδες. Εμείς την ειρήνη, εμείς την ειρήνη, και όχι σεις που ονειρεύεστε παραδείσους στην άλλη ζωή, στον ουρανό...
Τι έχομε, αγαπητοί, ν' απαντήσωμε εις τους απίστους και αθέους, εις τους υλιστάς και τους οπαδούς του μαρξισμού;
Ο Χριστός έφερε τον παράδεισο εις την γη, έφερε την βαθειά ειρήνη. Εις ποιούς; Όχι εις όλους, αλλ' εις εκείνους, οι οποίοι, όχι διά της βίας, όχι διά του ξίφους, αλλ' όλως ελευθέρως επίστευσαν εις το αγγελικό μήνυμα, μετενόησαν ειλικρινώς διά το άθλιον παρελθόν των και εξωμολογήθηκαν μετά δακρύων τα αμαρτήματά των εις πνευματικόν πατέρα. Αυτοί άκουσαν εις τα μυστικά αυτιά της ψυχής των εκείνο που είπε ο Κύριος «Αφέωνταί σου αι αμαρτίαι... πορεύου εις ειρήνην» (Λουκ. 7, 48-50). Αμφιβάλετε; Τότε ακούσατε τον Ρώσο λογοτέχνη και φιλόσοφο Ντοστογιέφσκι, ο οποίος προηγουμένως ήτο άπιστος, αλλ' μέσα στη φυλακή εμελέτησε το Ευαγγέλιο και επίστευσε, και όταν εξωμολογήθη ειλικρινώς εις ένα στάρετς είπε· Τώρα που εξωμολογήθηκα, παράδεισος εφύτρωσε στην καρδιά μου. Ναι, παράδεισος, ειρήνη όχι επιφανειακή αλλά βαθειά ειρήνη, που πλημμυρίζει τα βάθη της ανθρωπίνης υπάρξεως.
Αλλ' οι άνθρωποι αυτοί, που πιστεύουν εις το άγγελμα του ουρανού και ζουν συμφώνως προς το ευαγγέλιο, και απ' εδώ από την γη προγεύονται των πνευματικών ηδονών και θελγήτρων μιας ωραίας, μιας παραδεισένιας ζωής, είναι ολίγοι. Αυτοί όμως οι ολίγοι, οι οποίοι εφήρμοσαν εις τον εαυτό των το Ευαγγέλιο, αρκούν δια να αποδείξουν ό,τι το πείραμα του χριστιανισμού επέτυχε. Και ό,τι κατώρθωσαν αυτοί, διατί να μη το κατορθώσουν και τα εκατομμύρια, τα δισεκατομμύρια των ανθρώπων;
Δυστυχώς το μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητος, και αυτοί ακόμα οι λεγόμενοι χριστιανοί, δεν θέλησαν να εφαρμόσουν το Ευαγγέλιο και να δοκιμάσουν εις τον εαυτό τους όλην την ενέργεια του δραστικού φαρμάκου που λέγεται χριστιανική πίστης, ευαγγέλιον. Εάν ο ασθενής δεν θέλει να πάρει το φάρμακο που του υποδεικνύει ο ιατρός δια την θεραπεία της ασθένειάς του και αποθάνει, ποιος φταίει; Ο ιατρός η ο ασθενής; Και εν προκειμένω ασθενής, και μάλιστα βαρύτατα ασθενής, που αιμοραγεί από αλλεπαλλήλους πολέμους, είναι η ανθρωπότης. Αλλ' η ανθρωπότης δεν θέλει. Και όχι μόνον δεν θέλει, αλλά και υβρίζει και βλασφημεί, επί τω ακούσματι του Ευαγγελίου ειρωνεύεται και λέγει· Δεν έχομε ανάγκη του Ευαγγελίου, διότι τούτο επάλιωσε πλέον, και νέα ευαγγέλια, ως τα κατά Μάρξ, Νίτσε, Φρόϋντ κ.λπ., πρέπει να επικρατήσουν.
Θέλετε ένα παράδειγμα εκ των πολλών, ενδεικτικόν αυτής της στάσεως έναντι του Ευαγγελίου;
Μετά την λήξη του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, ο υπό χριστιανικών ιδεών και αισθημάτων εμπνεόμενος τότε πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ουϊλσον υπέδειξε εις την αίθουσα των Βερσαλιών εις όλους τους νικητάς ηγέτας τα εξής. Εάν θέλωμε, είπε, να παύσουν οι πόλεμοι, πρέπει να θεμελιώσωμε την ειρήνη επι του Ευαγγελίου. Τότε ο Κλεμανσώ, ο πρωθυπουργός της Γαλλίας, η τίγρις ως απεκαλείτο, εξηγριώθη και είπε· Τοιαύτην ειρήνην ημείς δεν θέλομεν! Ετσι η ειρήνη εθεμελιώθη επί σαθράς βάσεως. Και το αποτέλεσμα; Μία τοιαύτη αντιχριστιανική ειρήνη έσπειρε πολυ σπόρο αδικίας και επροκέλεσε τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, απείρως χειρότερο του πρώτου. Αλλά και όταν ο πόλεμος αυτός ετερματίσθη και επρόκειτο να υπογραφεί η σύμβασης της ειρήνης, και πάλι η ειρήνη δεν θεμελιώθη επί του Ευαγγελίου, αλλ' επί αρχών ξένων και αντιθέτων προς το γνήσιον πνεύμα του Ευαγγελίου. Μεγάλη μερίς, η πλειονοψηφία των εθνών, απέρριψε πρόταση να γραφεί εις το κείμενο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων άρθρο, δια του οποίου να διακηρύσσεται ότι ο άνθρωπος είναι «κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν» Θεού» (Γεν. 1, 26-27). Ωρύοντο και πάλι οι άθεοι και οι άπιστοι, των οποίων ηγείτο η μεγάλη δύναμης, η οποία καταστατικόν της χάρτη έχει την αθεϊα και την απιστία· εξουθενούσα δε αυτή τα μικρά και ανίσχυρα έθνη συχνά προβάλλει το αντιχριστιανικό της Veto εις μεγάλα και κρίσιμα θέματα, τα οποία συζητούνται εις τους διεθνείς οργανισμούς.
Πως είναι δυνατόν επί τοιούτων αντιχριστιανικών βάσεων να θεμελιωθεί η ειρήνη; Δια τούτο, μετά δε παρέλευση 40ετίας από της λήξεως του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, ο φόβος του πολέμου όχι μόνον δεν εξέλιπε, όπως ήλπιζαν οι πολλοί, αλλά και ενετάθη σφόδρα, λόγω της ανακαλύψεως και νέων όπλων τρομακτικής δυνάμεως και ενεργείας, διά των οποίων απειλείται γενική καταστροφή και αυτή ακόμη η εκτροπή του πλανήτου μας εκ της κανονικής του τροχιάς, επι της οποίας αιώνες κινείται. Φόβος, αγωνία θανάτου κατέχει τας ψυχάς των κατοίκων και των δύο ημισφαιρίων. Προς αποφυγή δε ενός νέου πολέμου συσκέψεις ηγετών μικρών και μεγάλων εθνών πραγματοποιούνται και τα θέματα της υφέσεως, του αφοπλισμού και της ειρήνης διαρκώς συζητούνται. Τριάντα και πλέον συσκέψεις έχουν πραγματοποιηθεί. Και το αποτέλεσμα; Να είπωμε μηδέν; Ας ελπίζωμε, εάν μία τοιαύτη ελπίς δεν είναι, κατά τον Θουκιδίδη, μήτηρ ξυμφορών. Αλλ' η δαμόκλειος σπάθη, η πυρηνική ενέργεια, κρέμαται εκ μιάς λεπτής τριχός υπεράνω της ανθρωπότητος.
Υπό τας φιλοφρονήσεις ανειλικρίνεια
ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ ουδέποτε άλλοτε συνεζητήθη τόσο πολύ, και ουδέποτε άλλοτε εφαίνετο να ευρίσκεται τόσον μακράν. Ειρήνη, ειρήνη, ειρήνη... Εκατομμυριάκις ηκούσθη και εγράφη η λέξις αυτή. Αλλά που η ειρήνη;
Οι ηγέται των δύο υπερδυνάμεων υπογράφουν θεαματικήν συμφωνία δια την καταστροφή των πυρηνικών κεφαλών, αλλά το ποσοστό των αχρηστευομένων ατομικών όπλων μόλις υπερβαίνει το 3%. Εις τα όρη της Αμερικής και της Ρωσίας υπάρχουν ακόμη σπήλαια ετοιμα να αποθηκεύσουν χιλιάδες ατομικές βόμβες. Και μετ' ολίγον ο πόλεμος απειλείται να μεταφερθεί από την γη εις τα άστρα, ώστε, και αν όλες οι πυρηνικές κεφαλές καταστραφούν ο κίνδυνος εξακολουθεί να υπάρχει, διότι ο πόλεμος των άστρων θα είναι η νέα και φοβερωτέρα απειλή.
Πορείες ειρήνης γίνονται εις πολλές πόλεις του φιλελευθέρου και δημοκρατικού κόσμου. Αλλ' αυταί δεν θεωρούνται ειλικρινείς, διότι τοιαύται πορείαι δεν πραγματοποιούνται και εις τας χώρας των ολοκληρωτικών καθεστώτων, ωσαν οι χώρες αυτές να είναι τελείως άοπλοι και φιλειρηνικαί.
Γεννάται λοιπόν, κατόπιν τούτου, εύλογον το ερώτημα· Μήπως οι πορείες είναι τέχνασμα, πονηρόν σχέδιον των ολοκληρωτικών καθεστώτων, το οποίο αποβλέπει εις την νάρκωσιν και τον αιφνιδιασμόν των άλλων, οι οποίοι πιστεύουν αφελώς, εις τα συνθήματα της ειρήνης; Λέγεται ότι κάποια μεγάλη αράχνη της Αφρικής πριν καταβροχθίσει τα διάφορα έντομα, τα υπνωτίζει προηγουμένως με δηλητηριώδες υγρό και έτσι υπνωτισμένα τα κατατρώγει...
Δεν υπάρχει δυστυχώς εκατέρωθεν ειλικρίνεια και εντιμότης. Ειρήνη εις τα χείλη των διπλωματών μιας αισχράς, μιας σατανικής πολιτικής, αλλά σχέδια εξοντωτικά επεξεργάζονται αυτοί εις τας διανοίας των. Δι' αυτό μάλλον αρμόζει ένας λαϊκός μύθος, που δίδει ζωηράν την εικόνα του ψεύδους και της ανειλικρινείας των δήθεν φίλων.
Κατά τον μύθον το φίδι και ο κάβουρας ήσαν κουμπάροι. Ύστερα από αρκετόν χρόνο οι κουμπάροι συναντήθηκαν. Μεγάλες εκδηλώσεις αγάπης. Το φίδι προς εκδήλωσι της αγάπης του άρχισε να περιτυλίγεται γύρω από τον κάβουρα και να περισφίγει αυτόν ολοένα και περισσότερο. -Κουμπάρε, λέγει ο κάβουρας, μη με σφίγγεις τόσο πολύ, διότι θα με πνίξεις. Αλλά το φίδι εξακολουθούσε να τον σφίγγει, διότι είχε τον σκοπό του· να τον καταβροχθίσει, να τον καταφάγει. Ο κάβουρας, αντελήφθει τον κίνδυνο, άνοιξε τας λαβίδας του (τις δαγκάνες) και τον εδάγκασε θανάσιμα. Εις δε τα παράπονα του φιδιού, διατί το εδάγκασε τόσον πολύ, ο κάβουρας απήντησε· -Διότι σε αγαπώ όπως και συ αγαπάς εμένα.
Ο μύθος δηλοί· κάτι τέτοιο δυστυχώς κινδυνεύει να συνβεί και εις τας δύο υπερδυνάμεις, οι οποίες συχνά μεν ανταλλάσσουν φιλοφρονήσεις, αλλ' όπισθεν αυτών κρύπτεται άβυσσος κακίας. Οπως δε λέγει ο Πλούταρχος, σοφός ερευνητής των αιτίων των πολέμων και των συρράξεων, «ουδείς φύεται ανθρώποις πόλεμος άνευ κακίας, αλλά τον μεν φιληδονίαν, τον δε πλεονεξία, τον δε φιλοδοξία τις η φιλαρχία συρρήγνυσι» (Πλουτάρχου, Περί στωϊκών εναντιωμάτων 1049, 32Β).
Συνεπώς εάν οι καρδιές των ανθρώπων δεν αφοπλισθούν από την κακίαν, οι εξωτερικοί αφοπλισμοί των εθνών από όλα τα φονικά όπλα δεν σώζουν την κατάσταση. Διότι αυτός που μισεί δια διαφόρους λόγους, εάν δεν έχει όπλον, θα χρησιμοποιήσει και τους οδόντας του ακόμη διά να καταβάλει τον άλλον. Ιδού που πρέπει να στραφεί η προσοχή της ανθρωπότητος.
Κύριε, φέρε την ειρήνη!
ΚΑΙ ΛΟΙΠΟΝ; Που καταλήγετε ύστερα από αυτά; θα ερωτήσουν οι αγαπητοί αναγνώσται μας. Ποιο το συμπέρασμά σας; Απαισιόδοξος είσθε;
Εάν ατενίσω εις την γην, γίνομαι απαισιόδοξος. Εάν όμως πιστεύσω, ότι η ανθρωπότης δεν είναι παιχνίδι σκοτεινών δυνάμεων, και στρέψω το βλέμμα μου εις τον ουρανό, τότε γίνομαι αισιόδοξος.
Ένα άστρο ρίπτει ζωογόνες ακτίνες ελπίδος εις τις κατεπτοημένες καρδιές μας. Και αυτό είναι η προφητεία του Ησαϊα (κεφ. 2, στιχ. 4 ως και κεφ. 11 στιχ. 5-10).
Τώρα, φίλοι αναγνώσται, περίλυποι ως χριστιανοί δια το σημερινόν κατάντημα της ανθρωπότητος, η οποία ευρίσκεται εγγύς ολέθρου, νοσταλγοί όσον ποτέ άλλοτε της βαθείας ειρήνης, της ειρήνης του Χριστού, κλίνομεν γόνυ και επαναλαμβάνομε και ημείς την θερμήν δέησιν του προφήτου· «Κύριε ο Θεός ημών, ειρήνην δος ημίν, πάντα γαρ απέδωκας ημίν. Κύριε ο Θεός ημών, κτήσαι ημάς. Κύριε, εκτός σου άλλον, ουκ οίδαμεν, το όνομά σου ονομάζομεν» (Ησ. 26,12-13)
 
ΑΠΟ ΒΙΒΛΙΟΝ «ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ» ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΟΥ (σελ. 346-354)

Wednesday, 25 December 2013

Christ is Born! The Nativity Discourse of St. Gregory Thaumaturgus

 

Christ is born! Glorify Him! The Discourse on the Nativity of Christ by Our Father among the Saints Gregory Thaumaturgus the Wonderworker

 

Saint Gregory Thaumaturgus, who lived from about 213 AD until about 270 AD, was the Bishop of Neo-Caesarea.

We behold now a great and wondrous mystery. Shepherds with cries of joy come forth as messengers to the sons of mankind, not on their hilly pastures with their flocks conversing and not in the field with their sheep frolicking, but rather in the city of David Bethlehem spiritual songs exclaiming. In the highest sing Angels, proclaiming hymns Archangelic; the heavenly Cherubim and Seraphim sing out praises to the glory of God: “Holy, Holy, Holy…” Together all do celebrate this joyous feast, beholding God upon the earth, and mankind of earth amidst the heavens. By Divine providence the far distant are uplifted to the highest, and the highest, through the love of God for mankind, have bent down to the far distant, wherefore the Most High, through His humility, “is exalted through humility.” On this day of great festivity Bethlehem hath become like unto heaven, taking place amidst the glittering stars are Angels singing glory, and taking the place of the visible sun—is the indefinable and immeasurable Sun of Truth, having made all things that do exist. But who would dare investigate so great a mystery? “Wherein God doth wish it, therein the order of nature is overturned”, and laws cannot impede. And so, of that which was impossible for mankind to undertake, God did aspire and did descend, making for the salvation of mankind, since in the will of God this is life for all mankind.

On the present joyous day God hath come to be born; on this great day of arrival God is become That Which He was not: being God, He hath become Man, so to speak as though removed from Divinity (though His Divine Nature be not divested of); in being made Man, He hath remained God. Wherefore, though He grew and flourished, it however was not thus as it were by human power to attain to Divinity nor by any human ability to be made God; but rather as the Word, by miraculous sufferance, wherein He was incarnated and manifest not being transformed, not being made something other, not deprived of that Divine Nature which He possessed previously. In Judea the new King is born; but this new and wondrous nativity which pagan Gentiles have come to believe, the Jew have eschewed. The Pharisees comprehended incorrectly the Law and the prophets. That which therein was contradictory for them, they explained away mistakenly. Herod too strove to learn of this new birth, full of mystery, yet Herod did this not to reverence the new-born King, but to kill Him.

That One, Who did forsake the Angels, Archangels, Thrones, Dominions, and all the constant and luminous spirits—He alone having come a new path, does issue forth from an inviolate of seed virginal womb. The Creator of all comes to enlighten the world, indeed not leaving His angels orphaned, and He appears also as Man, come forth from God.

And I, though I see by the NewBorn neither trumpets (nor other musical instruments), nor sword, nor bodily adornments, neither lampadas nor way-lamps, and seeing the choir of Christ composed of those humble of birth and without influence—it doth persuade me to praise of Him. I see speechless animals and choirs of youth, as though some sort of trumpet, resonant with song, as though taking the place of lampadas and as it were shining upon the Lord. But what shall I say about what the lampadas do light? He—is the very most Hope and Life Itself, He is Salvation Itself, Blessedness Itself, the focal point of the Kingdom of Heaven. He is Himself borne as offering, so that there would in power transpire the proclamation of the heavenly Angels: “Glory to God in the Highest,” and with the shepherds of Bethlehem be pronounced the joyous song: “And on earth peace, good-will to mankind!” Born of the Father, in His Person and in His Being passionless, now in a manner dispassionate and incomprehensible He is born for us. The pre-eternal birth, He alone Who was born dispassionately doth know of; the present birth, is supernaturally known only by the grace of the Holy Spirit; but in both the first birth truly, and in the present birth in kenotic humbling, actually and immutably God was born from God, but He—is also Man, having received flesh of the Virgin. In the highest of the One Father—He is One, the Only-Begotten Son of the One Father; in kenotic humbling Unique of the unique Virgin, the Only-Begotten Son of the one Virgin… God suffereth not passions, in being born God of God; and the Virgin did not suffer corruption, since in a manner spiritual was born the Spiritual. The first birth—is inexplicable and the second—is insurmisable; the first birth was without travail and the second was without impurity… We know, Who now is born of the Virgin, and we believe, that it is He, born of the Father before all eternity. But what manner of birth it was we would not hope to explain. Neither with words would I attempt to speak of this, nor in thought would I dare to approach it, since the Divine Nature is not subject to observation, nor approachable by thought, nor containable by the hapless reasoning. Needful only is to believe in the power of His works. The laws of corporeal nature are evident: a married woman conceives and gives birth to a son in accord with the purpose of marriage; but when the Unwedded Virgin gives birth to the son miraculously, and after birth remaineth a Virgin,—then is manifest and higher corporeal nature. We can comprehend what exists according to the laws of corporeal nature, but concerning that which is beyond the laws of nature, we fall silent, not through fear, but moreso through sin-wrought fallibility. We fall silent, in silent stillness to reverence virtue with a worthy reverence and, not going beyond the far limits (of word), to be vouchsafed the heavenly gifts.

What to say and what shalt I proclaim? To speak more concerning the Virgin Birth-Giver? To deliberate more on the miraculously new birth? It is possible only to be astonished, in contemplating the miraculous birth, since it overturns the ordinary laws and order of nature and of things. About the wondrous works (of God) one might say in brief, that they are more wondrous than the works of nature, since in nature nothing begets itself by its own will, though there be the freedom thereof: wondrous therefore are all the works of the Lord, Who hath caused them to be. O, immaculate and inexplicable mystery! That One, Who before the very creation of the world was the Only-Begotten, Without-Compare, Simple, Incorporeal, is incarnated and descends (into the world), clothed in a perishable body, so that He be visible to all. For if He were not visible, then by what manner would He teach us to keep His precepts and how would He lead us to the invisible reality? It was for this therefore that He became openly visible, to lead forth those of the visible world to the invisible. Far more so do people reckon their eyesight as more credible a witness than mere hearsay; they trust that which they see, and doubt that which they see not. God willed to be visible in body, to resolve and dispel the doubts. He willed to be born of the Virgin, not to initiate of Her something unneeded and wherein the Virgin knew not the reasons of the matter, but rather the mystery of His birth is an immaculate act of goodness, wherein the Virgin Herself asked of Gabriel: “How can this be, in that I know not a man”—to which She received in reply: “The Holy Spirit shalt come upon Thee, and the power of the Most High shalt overshadow Thee” (Luke 1:34-35). But in what manner did the Word, Who was God, therefore issue forth from the Virgin? This—is an inexplicable wonder. Just as a goldsmith, having obtained the metal, makes of it a thing suitable for use, thus did Christ also: finding the Virgin immaculate both in spirit and in body, He assumed of Her a spirit-fashioned body conformable to His intents, and was arrayed in it, as in clothing. On this wondrous day of the Nativity the Word was neither afraid nor ashamed to issue forth from the virginal womb, nor did He consider it unworthy of Himself to assume flesh from His creation—so that the creation, made the attire of the Creator, should be esteemed worthy of glory, and so that mercy should be made known when revealed, from whence God through His goodness hath descended. Just as it would be impossible for an earthen vessel to appear before it be clay in the hands of the potter, so likewise would it be impossible for the perishable vessel (of human nature) to be renewed otherwise, to make it the attire of the Creator, Who is garbed in it.

What more to say, what shall I expound on? The new wonders do strike me with awe. The Ancient of Days is become a Child, to make people children of God. Sitting in glory in the Heavens, because of His love for mankind, He now lays in a manger of dumb beasts. The Impassionate, Incorporeal, Incomprehensible One is taken by human hands, in order to atone the violence of sinners and the iniquitous and free them of their slavery, to be wrapped in swaddling cloths and be nourished on the knees of Woman, so that shame be transformed into honor, the impious to be led to glory, and in place of thorns a crown. He hath taken on my body, so that I be made capable to have within myself His Spirit—He hath appropriated unto Himself (my nature), being garbed in my body, and doth give unto me His Spirit, so that I, giving and in turn receiving, might discover the treasure of life.

What shall I say and what proclaim? “Behold, a Virgin in womb shalt conceive and She shalt give birth a Son, and they will call Him the name Emmanuel, in interpretation: God is with us (Matthew 1:23). The saying here deals not with something for future whereof we might learn to hope, but rather it tells us about something that already has occurred and it awes us with something that already has been fulfilled. What formerly was said to the Jews and fulfilled amidst them, is now thus amidst us realised as an occurrence, whereof we have received (this prophecy), and adopted it, and believed in it. The prophet says to the Jews: “Behold, a Virgin shalt conceive” (Isaiah 7:14); for Christians however, the saying devolves upon the fulfilling of the actual deed, the full treasure-trove of the actual event. In Judea a Virgin gave birth, but all the lands of the world accepted Her Son. There—was the root of the vine; here—the vine of truth. The Jews squeezed the wine-press, and the Gentiles have tasted of the sacramental Blood; those others planted the kernel of wheat, and these thrive by the grain harvest of faith. The Jews were pricked to death by the thorns, the Gentiles are filled by the harvest; those others sat beneathe the tree of desolation, and these—beneathe the tree of life; those expounded the precepts of the Law, but the Gentiles reap the spiritual fruits. The Virgin gave birth not Herself of Herself, but as willed He needing to be born. Not in corporeal manner did God act, not to the law of the flesh did God subordinate Himself, but the Lord of corporeal nature manifested Himself to appear in the world by a miraculous birth, in order to reveal His power and to show, that in having been made Man, He is born not as a mere man,—that God is made Man, since for His will nothing be difficult.

On the present great day He is born of the Virgin, having overcome the natural order of things. He is higher than wedlock and free from defilement. It sufficed that He the preceptor of purity should shine forth gloriously, to emerge from a pure and undefiled womb. For He—is That Same, Who in the beginning did create Adam from the virgin soil, and from Adam without wedlock did bring forth for him his wife Eve. And as Adam was without wife before that he had a wife, and the first woman then was brought into the world, so likewise on the present day the Virgin without man giveth birth to That One, about Whom spake the prophet: “He—is Man, who is he that doth know Him?” The Man Christ, clearly seen by mankind, born of God, is such that womankind was needed to perfect that of mankind, so that perfectly would be born man for woman. And just as from Adam was taken woman, without impairment and without diminishing of his masculine nature, so also from woman without man was needed to bring forth a man, similar to the bringing forth of Eve, so that Adam be not extolled in that without his means woman should bring forth woman. Therefore the Virgin without cohabitation with man gave birth to God the Word, made Man, so that in equal measure it was by the same miracle to bestow equal honor to both the one and the other half—man and woman. And just as from Adam was taken woman without his diminishing, so likewise from the Virgin was taken the body (Born of Her), wherein also the Virgin did not undergo diminishing, and Her virginity did not suffer harm. Adam dwelt well and unharmed, when the rib was taken from him: and so without defilement dwelt the Virgin, when from Her was brought forth God the Word. For this sort of reason particularly the word assumed of the Virgin Her flesh and Her (corporeal) garb, so that He be not accounted innocent of the sin of Adam. Since man stung by sin had become a vessel and instrument of evil, Christ took upon Himself this receptacle of sin into His Own flesh so that, the Creator having been co-united with the body, it should thus be freed from the foulness of the enemy, and man thus be clothed in an eternal body, which be neither perished nor destroyed for all eternity. Moreover, He that is become the God-Man is born, not as ordinarily man is born—He is born as God made Man, manifest of this by His Own Divine power, since if He were born according to the general laws of nature, the Word would seem something imperfect. Therefore, He was born of the Virgin and shone forth; therefore, having been born, He preserved unharmed the virginal womb, so that the hitherto unheard of manner of the Nativity should be for us a sign of great mystery.

Is Christ God? Christ is God by nature, but not by the order of nature did He become Man. Thus we declare and in truth believe, calling to witness the seal of intact virginity: as Almighty Creator of the womb and virginity, He chose an unshameful manner of birth and was made Man, as He did will.

On this great day, now being celebrated, God hath appeared as Man, as Pastor of the nation of Israel, Who hath enlivened all the universe with His goodness. O dear warriors, glorious champions for mankind, who did preach Bethlehem as a place of Theophany and the Nativity of the Son of God, who have made known to all the world the Lord of all, lying in a manger, and did point out God contained within a narrow cave!

And so, we now glorify joyfully a feast of the years. Just as hence the laws of feasts be new, so now also the laws of birth be wondrous. On this great day now celebrated, of shattered chains, of Satan shamed, of all demons to flight, the all-destroying death is replaced by life, paradise is opened to the thief, curses be transformed into blessings, all sins forgiven and evil banished, truth is come, and they have proclaimed tidings filled with reverence and love for God, traits pure and immaculate are implanted, virtue is exalted upon the earth, Angels are come together with people, and people make bold to converse with Angels. Whence and why hath all this happened? From this, that God hath descended into the world and exalted mankind unto Heaven. There is accomplished a certain transposition of everything: God Who is perfect hath descended to earth, though by Nature He remaineth entirely in the Heavens, even at that time when in His wholeness He be situated upon the earth. He was God and was made Man, not negating His Divinity: He was not made God, since He was always such by His very Nature, but He was made flesh, so that He be visible to everything corporeal. That One, upon Whom even the Heaven-dwellers cannot look, chose as His habitation a manger, and when He came, all around Him became still. And for naught else did He lay in the manger, than for this, that in giving nourishment to all, He should for Himself extract the nourishment of infants from maternal breasts and by this to bless wedlock.

On this great day people, leaving off from their arduous and serious affairs, do come forth for the glory of Heaven, and they learn through the gleaming of the stars, that the Lord hath descended to the earth to save His creation. The Lord, sitting upon a swift cloud, in the flesh wilt enter into Egypt (Isaiah 19:1), visible fleeing from Herod, on that very deed which inspires the saying by Isaiah: “On that day Israel wilt be third amidst the Egyptians” (Isaiah 19:24).

People entered into the cave, thinking not at all about this beforehand, and it became for them an holy temple. God entered into Egypt, in the place of the ancient sadness there to bring joy, and in the place of dark gloom to shed forth the light of salvation. The waters of the Nile had become defiled and harmful after infants perished in it with untimely death. There appeared in Egypt That One, Who upon a time turned the water into blood and Who thereafter transformed these waters into well-springs of the water of rebirth, by the grace of the Holy Spirit cleansing away sins and transgressions. Chastisement once befell the Egyptians, since in their errors they defied God. But Jesus now is come into Egypt and hath sown in it reverence for God, so that in casting off from the Egyptian soul its errors, they are made amicable unto God. The river waters concurred worthily to encompass His head, like a crown.

In order not to stretch out in length our discourse and briefly to conclude what is said, we shall ask: in what manner was the passionless Word made flesh and become visible, while dwelling immutably in His Divine Nature? But what shall I say and what declare? I see the carpenter and the manger, the Infant and the Virgin Birth-Giver, forsaken by all, weighed down by hardship and want. Behold, to what a degree of humiliation the great God hath descended. For our sakes “impoverished, Who was rich” (2 Cor 8:9): He was put into but sorry swaddling cloths—not on a soft bed. O poverty, source of all exaltation! O destitution, revealing all treasures! He doth appear to the poor—and the poor He maketh rich; He doth lay in an animal manger—and by His word He sets in motion all the world. He is wrapped in tattered swaddling cloths—and shatters the bonds of sinners having called the entire world into being by His Word alone.

What still should I say and proclaim? I see the Infant, in swaddling cloths and lying in the manger; Mary, the Virgin Mother, stands before it together with Joseph, called Her husband. He is called Her husband, and She—his wife, in name but so and seemingly wedded, though in fact they were not spouses. she was betrothed to Joseph, but the Holy Spirit came upon Her, as about this the holy evangelist doth speak: “The Holy Spirit shalt come upon Thee, and the power of the MostHigh wilt overshadow Thee: and He to be born is Holy” (Lk 1:35) and is of the seed of Heaven. Joseph did not dare to speak in opposition, and the righteous man did not wish to reprove the Holy Virgin; he did not want to believe any suspicion of sin nor pronounce against the Holy Virgin words of slander; but the Son to be born he did not wish to acknowledge as his, since he knew, that He—was not of him. And although he was perplexed and had doubts, Who such an Infant should be, and pondered it over—he then had an heavenly vision, an Angel appeared to him and encouraged him with the words: Fear not, Joseph, son of David; He That shalt be born of Mary is called Holy and the Son of God; that is: the Holy Spirit shalt come upon the Immaculate Virgin, and the power of the Most High wilt overshadow Her (Matthew 1:20-21; Luke 1:35). Truly He was to be born of the Virgin, preserving unharmed Her virginity. Just as the first virgin had fallen, enticed by Satan, so now Gabriel bears new tidings to the Virgin Mary, so that a virgin would give assent to be the Virgin, and to the Nativity—by birth. Allured by temptations, Eve did once utter words of ruination; Mary, in turn, in accepting the tidings gave birth to the Incorporeal and Life-Creating Word. For the words of Eve, Adam was cast out of paradise; the Word, born of the Virgin, revealed the Cross, by which the thief entered into the paradise of Adam. Though neither the pagan Gentiles, nor the Jews, nor the high-priests would believe, that from God could be born a Son without travail and without man, this now is so and He is born in the body, capable to endure suffering, while preserving inviolate the body of the Virgin.

Thus did He manifest His Omnipotence, born of the Virgin, preserving the virginity of the Virgin intact, and He was born of God with neither complication, travail, evil nor a separation of forsaking the immutable Divine Essence, born God from God. Since mankind abandoned God, in place of Him worshipping graven images of humans, God the Word thus assumed the image of man, so that in banishing error and restoring truth, He should consign to oblivion the worshipping of idols and for Himself to be accorded divine honor, since to Him becometh all glory and honor unto ages of ages.

Amen!

 

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...