Saturday, 29 June 2013

Saint Theophylact of Ochrid-First Sunday after Pentecost

 
Saint Theophylact of Ochrid 

First Sunday after Pentecost
Whosoever Shall Confess Me Before Men

Matthew 10:32-33, 37-38; 19:27-30

From The Explanation of the Gospel of St. Matthew

 

by Blessed Theophylact, Archbishop of Ochrid and Bulgaria

 

Ch. 10:32-33. Whosoever therefore shall confess in Me before men, him will I confess also before My Father Who is in heaven. But whosoever shall deny Me before men, him will I also deny before My Father Who is in heaven. He exhorts them to bear witness even unto martyrdom. For belief only within one's soul does not suffice; He desires also the belief confessed with the tongue. He did not say, "Whosoever shall confess Me," but in me, that is, in My strength. For he who confesses does so aided by the grace which is from above. But as for him who denies, Christ did not say "in Me," but whosoever shall deny Me, showing that he denies because he does not have the aid from above. Therefore everyone who confesses that Christ is God will find Christ giving confession of him to the Father, that he is a true servant. But those who deny will hear the words, "I do not know you."
37. He that loveth father or mother more than Me is not worthy of Me: and he that loveth son or daughter more than Me is not worthy of Me. Do you see when it is that we must hate our parents and children? When they want us to love them more than Christ. And why should I speak of father, mother, and children? Hear what is even greater than this:
38. And he that taketh not his cross, and followeth after Me, is not worthy of Me. Whoever, He says, does not renounce this present life and give himself over to shameful death, for this is what the cross signified to the ancients, is not worthy of Me. But since there are many who are crucified, such as robbers and thieves, He added, and followeth after Me, that is, live according to My laws.
Ch. 19:27. Then answered Peter and said unto Him, Behold, we have forsaken all and followed thee; what shall we have therefore? Even though it seems that Peter had not forsaken very much, as he was poor, understand that in actuality he, too, forsook much. For the fewer possessions we have, the greater the attachment. But Peter also rejected every worldly pleasure, even natural affection for his parents. For these passions war against the poor as well as the rich (1) What then does the Lord answer?
28. And Jesus said unto them, Verily I say unto you, That ye which have followed Me, in the regeneration when the Son of Man shall sit on the throne of His glory, ye also shall sit upon twelve thrones, judging the twelve tribes of Israel. Surely they will not be seated? (2) Of course not, but He indicated by means of a throne the great honor they will enjoy. Will Judas also be seated? No; for Christ said, which have followed Me, that is, "followed Me to the end," but Judas did not follow to the end. By a different interpretation, God often promises good things to those who are worthy. But if they should change and become unworthy, as Judas did, those good things are denied. Similarly with more menacing things, He often threatens but does not carry out the threat, because we have repented. By regeneration understand the resurrection of the dead at the Last Judgement.
29. And every one that hath forsaken houses, or brethren or sisters, or father, or mother, or wife, or children, or lands, for My name's sake, shall receive a hundredfold, and shall inherit everlasting life. So that no one would think that what was said applied only to the disciples, Christ broadened the promise to include everyone who does likewise. They will have, instead of family of the flesh, intimacy and brotherhood with God; instead of lands, Paradise; instead of houses of stone, the heavenly Jerusalem; instead of a mother, the venerable mothers in the Church; instead of a father, the priests; instead of a wife, all the faithful women, not in marriage—far from it!—but in affection and spiritual relation and compassionate care for them. The Lord does not bid us simply to separate from our families, but only when they impede our piety. In the same manner, He bids us to despise even our own life and body, but not with the result that we slay ourselves. See how good God is: He not only gives us these good things, but adds to them eternal life. You, then, O reader, hasten to sell your possessions and give to the poor. Possessions are, to the wrathful man, his anger; to the fornicator, his disposition for debauchery; to the resentful, his remembrance of wrongs. Sell these things and give them to the poor demons who are in want of every good thing. Return the passions to the creators of the passions, and then you will have treasure, which is Christ, in your heaven, that is, in your mind which has been exalted above this world. For he who becomes like the heavenly One has heaven within himself.
30. But many that are first shall be last; and the last shall be first. Christ is suggesting here the Jews and the Gentiles. For the Jews, who were first, became last, while the Gentiles, who were last, were put first.

1. Natural affection for one's family becomes a passion when it is placed before love of God.
2. In the ancient world, the privilege to sit in the presence of others indicates a high office or rank such as that of a king or one representing him, or of the father in the presence of his children.

Ὅμιλία ἐγκωμιαστική στόν ἀπόστολο Παῦλο.Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος.


Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος

1.-. Τί τέλος πάντων εἶναι ὁ ἄνθρωπος καί πόση εἶναι ἡ εὐγένεια τῆς δικῆς μας φύσης καί πόσο ἱκανό στήν ἀρετή εἶναι αὐτό τό ὄν, μᾶς τό ἔδειξε περισσότερο ἀπ᾿ ὅλους τούς ἀνθρώπους ὁ Παῦλος. Καί τώρα σηκώνεται, ἀπό ἐκεῖ πού ἔχει φθάσει, καί μέ καθαρή φωνή πρός ὅλους ἐκείνους πού κατηγοροῦν τή φύση μας ἀπολογεῖται γιά χάρη τοῦ Κυρίου, προτρέπει γιά ἀρετή, κλείνει τά ἀναίσχυντα στόματα τῶν βλάσφημων καί ἀποδεικνύει ὅτι δέν εἶναι μεγάλη ἡ διαφορά ἀνάμεσα στούς ἀγγέλους καί στούς ἀνθρώπους, ἄν θέλουμε νά προσέχουμε τόν ἑαυτό μας.
Γιατί χωρίς νά ἔχει ἄλλη φύση, οὔτε νά ἔχει λάβει ἄλλη ψυχή, οὔτε νά κατοίκησε σ᾿ ἄλλο κόσμο, ἀλλά ἄν καί ἀνατράφηκε στήν ἴδια γῆ καί τόπο καί μέ τούς ἴδιους νόμους καί συνήθειες, ξεπέρασε ὅλους τούς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἔζησαν ἀπό τότε πού ἔγιναν οἱ ἄνθρωποι. Ποῦ εἶναι λοιπόν ἐκεῖνοι πού λέγουν, ὅτι εἶναι δύσκολο πράγμα ἡ ἀρετή καί εὔκολο ἡ κακία; Γιατί ὁ Παῦλος τούς ἀντικρούει λέγοντας· «Οἱ θλίψεις μας πού γρήγορα περνοῦν, προετοιμάζουν σ᾿ ἐμᾶς σέ ὑπερβολικά μεγάλο βαθμό αἰώνιο βάρος δόξας» (Β´ Κορ. 4, 17). Ἐάν ὅμως τέτοιες θλίψεις περνοῦν εὔκολα, πολύ περισσότερο οἱ φυσικές ἡδονές. Καί δέν εἶναι μόνο αὐτό τό θαυμαστό του, ὅτι δηλαδή ἀπό πολλή προθυμία δέν αἰσθανόταν τούς κόπους του γιά τήν ἀρετή, ἀλλ᾿ ὅτι ἀσκοῦσε αὐτήν χωρίς ἀμοιβή.

Ἐμεῖς βέβαια δέν ὑπομένουμε κόπους γι᾿ αὐτήν ἄν καί ὑπάρχουν ἀμοιβές. Ἐκεῖνος ὅμως καί χωρίς τά ἔπαθλα τήν ἐπιζητοῦσε καί τήν ἀγαποῦσε, καί ἐκεῖνα πού θεωροῦνταν ὅτι εἶναι ἐμπόδιά της τά ξεπερνοῦσε μέ κάθε εὐκολία. Καί δέν ἐπικαλέσθηκε οὔτε τήν ἀδυναμία τοῦ σώματος, οὔτε τήν τυραννίδα τῆς φύσης, οὔτε τίποτε ἄλλο. Ἄν καί εἶχε ἀναλάβει μεγαλύτερη φροντίδα ἀπό τούς στρατηγούς καί ὅλους τούς βασιλεῖς τῆς γῆς, ἀλλ᾿ ὅμως κάθε ἡμέρα ἦταν ἀκμαῖος, καί ἐνῶ οἱ κίνδυνοί του ἐπαυξάνονταν, διέθετε νεανική προθυμία. Γιά νά δείξει αὐτό ἀκριβῶς ἔλεγε, «Ξεχνώντας τά ὅσα ἔγιναν στό παρελθόν καί φροντίζοντας γιά ἐκεῖνα πού εἶναι μπροστά μου» (Φιλιπ. 3, 14). Καί ἐνῶ περίμενε τό θάνατο, καλοῦσε σέ συμμετοχή τῆς ἡδονῆς αὐτῆς λέγοντας, «Χαίρετε καί νά χαίρεστε μαζί μου» (Φιλιπ. 2, 18). Καί ἐνῶ τόν ἀπειλοῦσαν κίνδυνοι καί προσβολές καί κάθε ἀτιμία, πάλι σκιρτοῦσε· καί ὅταν ἔγραφε τήν ἐπιστολή στούς Κορινθίους ἔλεγε, «Γι᾿ αὐτό καί εὐφραίνομαι σέ ἀσθένειες, σέ προσβολές, σέ διωγμούς» (Β´ Κορ. 12, 10). Καί τά ὀνόμασε αὐτά ὅπλα τῆς δικαιοσύνης, ἀποδεικνύοντας ὅτι καί ἀπό αὐτά εἶχε πολύ μεγάλες ὠφέλειες καί ἀπό παντοῦ ἦταν ἀκατάβλητος στούς ἐχθρούς του. Καί ἐνῶ παντοῦ τόν βασάνιζαν, τόν περιφρονοῦσαν, τόν κακολογοῦσαν, σάν νά βάδιζε σέ θριάμβους καί νά ἔστησε σταθερά τρόπαια σ᾿ ὅλα τά σημεῖα τῆς γῆς, ἔτσι ὑπερηφανευόταν καί εὐχαριστοῦσε τό Θεό λέγοντας· «Ἡ εὐχαριστία ἀνήκει στό Θεό ὁ ὁποῖος πάντοτε μᾶς ὁδηγεῖ σέ θρίαμβο» (Β´ Κορ. 2, 14).

2.-. Καί τήν κακοποίηση καί τήν προσβολή γιά τό κήρυγμα ἐπιζητοῦσε περισσότερο ἀπ᾿ ὅσο ἐμεῖς τήν τιμή, καί τό θάνατο ἀπ᾿ ὅσο ἐμεῖς τή ζωή, καί τή φτώχεια ἀπ᾿ ὅσο ἐμεῖς τόν πλοῦτο, καί τούς κόπους περισσότερο ἀπ᾿ ὅσο ἄλλοι τίς ἀνέσεις, καί ὄχι ἁπλά περισσότερο, ἀλλά πολύ περισσότερο, καί τή λύπη περισσότερο ἀπ᾿ ὅσο ἄλλοι τή χαρά, καί τό νά εὔχεται γιά τούς ἐχθρούς περισσότερο ἀπ᾿ ὅσο τό νά τούς καταριοῦνται οἱ ἄλλοι. Καί ἀνάτρεψε τήν τάξη τῶν πραγμάτων, ἤ καλύτερα ἐμεῖς τήν ἀνατρέψαμε, ἐκεῖνος ὅμως, ὅπως τή νομοθέτησε ὁ Θεός, ἔτσι τή φύλασσε. Γιατί ὅλα αὐτά ἦταν σύμφωνα μέ τή φύση, ἐκεῖνα ὅμως ἀντίθετα. Ποιά εἶναι ἡ ἀπόδειξη; Τό ὅτι ὁ Παῦλος, ἄν καί ἦταν ἄνθρωπος, ἀκολουθοῦσε περισσότερο αὐτά παρά ἐκεῖνα. Ἕνα μόνο πράγμα ἦταν φοβερό γι᾿ αὐτόν καί ἀπόφευγε, τό νά ἀντιμάχεται τό Θεό, καί τίποτε ἄλλο. Ὅπως βέβαια τίποτε ἄλλο δέν τοῦ ἦταν ποθητό, ὅσο τό νά ἀρέσει στό Θεό. Καί δέ λέγω τίποτε ἀπό τά παρόντα, ἀλλά οὔτε καί ἀπό τά μέλλοντα. Καί μή μοῦ πεῖς τίς πόλεις καί τά ἔθνη καί τούς βασιλεῖς καί τά στρατόπεδα καί τά χρήματα καί τίς σατραπεῖες καί τίς δυναστεῖες, γιατί οὔτε ἱστό ἀράχνης τά θεωροῦσε αὐτά. Ἀλλά σκέψου αὐτά πού ὑπάρχουν στούς οὐρανούς καί τότε θά καταλάβεις τή σφοδρή ἀγάπη πού εἶχε γιά τό Χριστό. Γιατί ὁ Παῦλος γι᾿ αὐτήν τήν ἀγάπη δέ θαύμασε οὔτε τήν ἀξία τῶν ἀγγέλων, οὔτε τῶν ἀρχαγγέλων, οὔτε τίποτε ἄλλο παρόμοιο.

Εἶχε μέσα του πιό μεγάλο ἀπ᾿ ὅλα, τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καί μαζί μέ τοῦτο θεωροῦσε τόν ἑαυτό του τόν πιό εὐτυχισμένο ἀπ᾿ ὅλους. Καί χωρίς αὐτό, δέν ἐπιθυμοῦσε νά γίνει ἕνας ἀπό τίς κυριότητες, οὔτε ἀπό τίς ἀρχές καί ἐξουσίες (ὀνομασίες ἀγγελικῶν ταγμάτων), ἀλλά μαζί μέ τήν ἀγάπη αὐτήν ἤθελε περισσότερο νά εἶναι ἀνάμεσα στούς τελευταίους καί τούς κολασμένους, παρά χωρίς αὐτήν ἀνάμεσα στούς πρώτους καί τιμημένους. Γιατί κόλαση γι᾿ αὐτόν ἦταν μία, τό νά χάσει τήν ἀγάπη αὐτήν. Αὐτό ἦταν γιά τόν Παῦλο γέεννα, αὐτό τιμωρία, αὐτό ἄπειρα κακά· ὅπως ἀκριβῶς καί ἀπόλαυση, τό νά πετύχει τήν ἀγάπη. Αὐτό ἦταν ἡ ζωή του, αὐτό ὁ κόσμος του, αὐτό ὁ ἄγγελός του, αὐτό τά παρόντα, αὐτό τά μέλλοντα, αὐτό βασιλεία, αὐτό ὑπόσχεση, αὐτό τά ἄπειρα ἀγαθά. Καί κάθε ἄλλο πού δέν ὁδηγοῦσε ἐδῶ, δέν τό θεωροῦσε οὔτε δυσάρεστο, οὔτε εὐχάριστο. Ἔτσι ὅμως περιφρονοῦσε ὅλα τά ὁρατά, ὅπως τό σάπιο χόρτο. Καί οἱ τύραννοι καί οἱ πόλεις πού ἄφριζαν ἀπό θυμό τοῦ φαίνονταν ὅτι εἶναι κουνούπια, ἐνῶ ὁ θάνατος καί οἱ τιμωρίες καί τά πάρα πολλά βασανιστήρια τοῦ φαίνονταν παιδικά παιχνίδια. Ἀλλά βέβαια τά ὑπόφερε γιά τό Χριστό.

3.-. Γιατί τότε τά δεχότανε μέ χαρά αὐτά καί στά δεσμά του ἔτσι ὑπερηφανευόταν, ὅπως δέ θά ὑπερηφανευόταν ὁ Νέρων ὅταν εἶχε στό κεφάλι του τό βασιλικό διάδημα. Καί ἔμεινε στή φυλακή, σάν νά ἦταν ὁ οὐρανός, καί δεχόταν τά κτυπήματα καί τίς μαστιγώσεις πιό εὐχάριστα άπό ἐκείνους πού ἁρπάζουν τά βραβεῖα. Καί τούς πόνους ἀγαποῦσε ὄχι λιγότερο ἀπό τά ἔπαθλα, θεωρώντας τούς πόνους ὅτι εἶναι ἔπαθλο. Γι᾿ αὐτό καί τούς ὀνόμαζε χάρη. Πρόσεχε ὅμως. Ἔπαθλο ἦταν, τό νά πεθάνει καί νά εἶναι μαζί μέ τό Χριστό, τό νά παραμείνει ὅμως στή ζωή, ἦταν αὐτός ὁ ἀγώνας. Ἀλλ᾿ ὅμως αὐτό προτιμᾶ περισσότερο ἀπό ἐκεῖνο καί λέγει ὅτι τοῦ εἶναι ἀναγκαιότερο. Τό νά ἀποχωρισθεῖ ἀπό τό Χριστό, ἦταν ἀγώνας καί κόπος, ἤ καλύτερα περισσότερο ἀπό ἀγώνα καί κόπο· τό νά παραμένει μαζί του, ἦταν ἔπαθλο. Αὐτό ὅμως προτιμᾶ περισσότερο ἀπό ἐκεῖνο γιά χάρη τοῦ Χριστοῦ.

Ἀλλά θά μποροῦσε ἴσως νά πεῖ κανείς, ὅτι ὅλα αὐτά τοῦ ἦταν εὐχάριστα γιά χάρη τοῦ Χριστοῦ. Αὐτό λοιπόν λέγω καί ἐγώ, ὅτι δηλαδή ἐκεῖνα πού γιά μᾶς εἶναι αἰτία λύπης, αὐτά προκαλοῦσαν σ᾿ ἐκεῖνον μεγάλη εὐχαρίστηση. Καί γιατί λέγω τούς κινδύνους καί τίς ἄλλες ταλαιπωρίες; Ἀφοῦ πραγματικά ἦταν σέ διαρκή λύπη· γι᾿ αὐτό καί ἔλεγε· «Ποιός ἀσθενεῖ καί δέν ἀσθενῶ καί ἐγώ μαζί του; ποιός σκανδαλίζεται καί δέν δοκιμάζομαι καί ἐγώ; » (Β´ Κορ. 11, 19). Ἀλλ᾿ ὅμως καί τή λύπη θά μποροῦσε νά πεῖ κανείς ὅτι εἶχε σάν εὐχαρίστηση. Γιατί πολλοί καί ὅταν χάσουν τά παιδιά τους καί τούς ἐπιτρέπεται νά θρηνοῦν, παρηγοροῦνται· ὅταν ὅμως ἐμποδίζονται, στενοχωροῦνται. Ἔτσι λοιπόν καί ὁ Παῦλος, κλαίοντας νύκτα καί ἡμέρα, παρηγοροῦνταν. Γιατί κανένας δέν πένθησε ἔτσι τά δικά του κακά, ὅπως ἐκεῖνος τά ξένα. Πῶς λοιπόν θεωρεῖς ὅτι συμπεριφέρεται, ἀφοῦ οἱ Ἰουδαῖοι δέ σώζονται, γιά νά σωθοῦν αὐτοί, ὅταν εὔχεται νά ἐκπέσει αὐτός ἀπό τήν οὐράνια δόξα; Ἑπομένως εἶναι φανερό ὅτι τό νά μή σωθοῦν αὐτοί ἦταν πολύ χειρότερο γι᾿ αὐτόν. Γιατί ἄν δέν ἦταν χειρότερο, δέν θά εὐχόταν ἐκεῖνο (Βλ. Ρωμ. 9, 3), ἀφοῦ τό προτίμησε σάν ἐλαφρότερο καί πού ἔχει μεγαλύτερη παρηγοριά. Καί ὄχι ἁπλῶς ἤθελε, ἀλλά φώναζε λέγοντας, «Ὅτι ὑπάρχει μέσα μου λύπη καί ἀδιάκοπος πόνος στήν καρδιά μου» ( Ρωμ. 9, 2).

Αὐτό λοιπόν πού ὑπόφερε καθημερινά, σχεδόν, γιά ὅλους τούς κατοίκους τῆς οἰκουμένης, καί γιά ὅλους μαζί, καί γιά τά ἔθνη, καί γιά τίς πόλεις καί γιά τόν καθένα χωριστά, μέ ποιόν θά μπορέσει νά τόν συγκρίνει κανείς; μέ ποιό σίδηρο; μέ ποιό διαμάντι; Τί θά μποροῦσε νά ἀποκαλέσει κανείς τήν ψυχήν ἐκείνη; χρυσή ἤ ἀδαμάντινη; γιατί ἦταν σκληρότερη ἀπό κάθε διαμάντι καί πολυτιμότερη ἀπό τό χρυσάφι καί τίς πολύτιμες πέτρες. Θά ξεπεράσει λοιπόν τήν ἀντοχή τοῦ διαμαντιοῦ καί τήν ἀξία τοῦ χρυσοῦ. Μέ ποιό λοιπόν στοιχεῖο θά μποροῦσε νά τήν συγκρίνει κανείς; Μέ κανένα ἀπό αὐτά πού ὑπάρχουν. Ἄν ὅμως ὁ Χριστός μποροῦσε νά γίνει διαμάντι καί τό διαμάντι χρυσός, τότε κάπως θά μπορέσει νά τή συγκρίνει μέ τήν εἰκόνα τους.

4.-. Ἀλλά γιατί νά τήν συγκρίνω μέ διαμάντι καί χρυσό; Σύγκρινε ὅλο τόν κόσμο, καί τότε θά δεῖς ὅτι ἡ ψυχή τοῦ Παύλου ἔχει περισσότερη ἀξία. Γιατί ἀφοῦ γι᾿ αὐτούς πού διακρίθηκαν φορώντας γιά ροῦχα δέρματα ζώων καί ζώντας σέ σπήλαια καί σέ τρύπες τῆς γῆς λέγει ὁ Παῦλος τοῦτο (Βλ. Ἑβρ. 11, 38), πολύ περισσότερο θά μπορούσαμε ἐμεῖς νά τό ποῦμε γι᾿ αὐτόν, ἐπειδή πραγματικά ἦταν πιό ἄξιος ἀπ᾿ ὅλους. Ἐάν λοιπόν ὁ κόσμος δέν ἦταν ἰσάξιος τοῦ Παύλου, ποιός ἦταν ἰσάξιός του; μήπως ὁ οὐρανός; Ἀλλά καί αὐτό εἶναι μικρό. Γιατί ἀφοῦ αὐτός ἀπό τόν οὐρανό καί τά εὑρισκόμενα στούς οὐρανούς προτίμησε τήν ἀγάπη τοῦ Κυρίου, πολύ περισσότερο ὁ Κύριος πού εἶναι τόσο ἀγαθότερος ἀπ᾿ αὐτόν, ὅσο ἡ ἀγαθότητα ἀπό τήν πονηρία, θά τόν προτιμήσει αὐτόν ἀπό ἄπειρους οὐρανούς. Γιατί δέν μᾶς ἀγαπᾶ μέ ὅμοιο τρόπο, πού ἐμεῖς τόν ἀγαποῦμε, ἀλλά τόσο περισσότερο, ὅσο οὔτε μέ λόγια δέν εἶναι δυνατό νά τό παραστήσουμε.

Πρόσεχε λοιπόν γιά πόσα τόν θεώρησε ἄξιο καί πρίν ἀπό τή μέλλουσα ἀνάσταση. Στόν Παράδεισο τόν ἅρπαξε, στόν τρίτο οὐρανό τόν ἀνέβασε, τοῦ φανέρωσε τέτοια ἀπόρρητα, τά ὁποῖα δέν ἐπιτρέπεται σέ κανένα ἄνθρωπο νά πεῖ. Καί πολύ σωστά. Γιατί ἐνῶ βάδιζε στή γῆ, σάν νά περιπολοῦσε μαζί μέ τούς ἀγγέλους, ἔτσι ἔκαμε τά πάντα, καί ἐνῶ εἶχε θνητό σῶμα, παρουσίαζε τήν καθαρότητα τῶν ἀγγέλων, καί ἐνῶ ὑπέκειτο σέ τόσες ἀνάγκες, προσπαθοῦσε νά μή φανεῖ καθόλου κατώτερος ἀπό τίς οὐράνιες δυνάμεις. Γιατί πραγματικά σάν ἀσώματος περιφρονοῦσε τούς πόνους καί τούς κινδύνους, καί σάν νά κέρδισε ἤδη τόν οὐρανό, περιφρονοῦσε τά γήινα, καί σάν νά συναναστρεφόταν μαζί μ᾿ αὐτές τίς ἀσώματες δυνάμεις ἔτσι ἦταν σέ διαρκή ἐγρήγορση.

Βέβαια πολλές φορές ἄγγελοι ἀνέλαβαν νά προστατεύουν διάφορα ἔθνη. Ἀλλά κανένας ἀπό αὐτούς τό ἔθνος, πού τοῦ παραδόθηκε, δέν τό φρόντισε ἔτσι, ὅπως ὁ Παῦλος ὁλόκληρη τήν οἰκουμένη. Καί μή μοῦ πεῖς ὅτι ὁ Παῦλος δέν ἦταν αὐτός πού τά ἔκαμνε, καθόσον καί ἐγώ τό ὁμολογῶ. Γιατί καί ἄν δέν ἦταν αὐτός πού τά ἐκτελοῦσε αὐτά, ἀλλά οὔτε ἦταν τόσο ἀνάξιος τῶν ἐπαίνων γι᾿ αὐτά, ἀφοῦ ἑτοίμασε τόν ἑαυτό του τόσο ἄξιο αὐτῆς τῆς μεγάλης χάρης. Ὁ Μιχαήλ ἀνάλαβε τό ἔθνος τῶν Ἰουδαίων (Βλ. Δαν. 12, 1 καί 10, 13.21), ὁ Παῦλος ὅμως τή γῆ καί τή θάλασσα καί τό κατοικούμενο μέρος καί τό ἀκατοίκητο. Καί αὐτά δέν τά λέγω μέ σκοπό νά προσβάλλω τούς ἀγγέλους, μακριά ἀπό μιά τέτοια σκέψη, ἀλλά γιά νά ἀποδείξω ὅτι εἶναι δυνατό, ἐνῶ εἶναι κανείς ἄνθρωπος, νά εἶναι μαζί μ᾿ ἐκείνους καί νά στέκεται κοντά τους. Καί γιά ποιό λόγο δέν ἀνέλαβαν αὐτά οἱ ἄγγελοι; Γιά νά μήν ἔχεις καμία δικαιολογία ὅταν εἶσαι ἀδιάφορος, οὔτε νά καταφεύγεις στή διαφορά τῆς φύσης ὅταν παραμένεις ἄπρακτος. Ἄλλωστε καί τό θαῦμα γινόταν μεγαλύτερο. Πῶς λοιπόν δέν εἶναι θαυμαστό καί παράξενο, ὁ λόγος πού ἔβγαινε ἀπό ἀνθρώπινη γλώσσα νά διώχνει τό θάνατο, νά συγχωρεῖ ἁμαρτίες, νά διορθώνει τήν ἀνάπηρη φύση καί νά κάνει οὐρανό τή γῆ;

5.-. Γι᾿ αὐτό ἐκπλήσσομαι μέ τή δύναμη τοῦ Θεοῦ, γι᾿ αὐτά θαυμάζω τήν προθυμία τοῦ Παύλου, ἐπειδή δέχτηκε τόση χάρη, ἐπειδή ἔκαμε τέτοιον τόν ἑαυτό του. Καί σᾶς παρακαλῶ νά μή θαυμάζετε μόνο, ἀλλά καί νά μιμεῖσθε τό παράδειγμα αὐτό τῆς ἀρετῆς, γιατί ἔτσι θά μπορέσουμε νά λάβουμε τά ἴδια μ᾿ ἐκεῖνον στεφάνια. Ἐάν ὅμως ἀπορεῖς ἀκούοντας ὅτι, ἄν κατορθώσεις τά ἴδια, θά πετύχεις τά ἴδια μέ τόν Παῦλο, ἄκουσε αὐτόν νά λέγει τά ἑξῆς· «Ἔχω ἀγωνισθεῖ τόν καλό ἀγώνα, ἔχω φθάσει στό τέλος τοῦ δρόμου, ἔχω διαφυλάξει τήν πίστη. Λοιπόν μοῦ ἐπιφυλάσσεται τό στεφάνι τῆς δικαιοσύνης, πού θά μοῦ δώσει σάν ἀνταμοιβή ὁ Κύριος, ὁ δίκαιος κριτής, κατά τήν ἡμέρα ἐκείνη· καί ὄχι μόνο σ᾿ ἐμένα, ἀλλά καί σ᾿ ὅλους πού ἔχουν ἀγαπήσει τήν ἐμφάνισή του» (Β´ Τιμ. 4, 7-8).

Βλέπεις πῶς ὅλους τούς καλεῖ στήν ἴδια κοινωνία; Ἐπειδή λοιπόν ὑπάρχουν τά ἴδια γιά ὅλους, ἄς φροντίσουμε ὅλοι νά γίνουμε ἄξιοι τῶν ἀγαθῶν τά ὁποῖα μᾶς ἔχει ὑποσχεθεῖ. Καί ἄς μή δοῦμε μόνο τό μέγεθος καί τήν ἔκταση τῶν κατορθωμάτων, ἀλλά καί τό πάθος τῆς προθυμίας, μέ τήν ὁποία ἀπέσπασε τόση χάρη, καί τή συγγένεια τῆς φύσης, γιατί εἶχε ὅλα αὐτά τά κοινά μ᾿ ἐμᾶς. Καί ἔτσι καί τά ὑπερβολικά δύσκολα θά μᾶς φανοῦν εὔκολα καί ἐλαφρά, καί ἀφοῦ κοπιάσουμε στό σύντομο αὐτό χρόνο, θά φορέσουμε τό ἄφθαρτο καί ἀθάνατο ἐκεῖνο στεφάνι, μέ τή χάρη καί τή φιλανθρωπία τoῦ Kυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στόν ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα καί ἡ δύναμη τώρα καί πάντοτε, καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Πρωτότυπο κείμενο

Ἐγκώμιον εἰς τὸν ἅγιον ἀπόστολον Παῦλον λόγος β

2.1 Τί ποτέ ἐστιν ἄνθρωπος͵ καὶ ὅση τῆς φύσεως τῆς ἡμετέρας ἡ εὐγένεια͵ καὶ ὅσης ἐστὶ δεκτικὸν ἀρετῆς τουτὶ τὸ ζῶον͵ ἔδειξε μάλιστα πάντων ἀνθρώπων Παῦλος· καὶ νῦν ἕστηκεν͵ ἐξ οὗ γέγονε͵ λαμπρᾷ τῇ φωνῇ πρὸς ἅπαντας τοὺς ἐγκαλοῦντας ἡμῶν τῇ κατασκευῇ ἀπολογούμενος ὑπὲρ τοῦ Δεσπότου͵ καὶ προτρέπων ἐπ΄ ἀρετῇ͵ καὶ τὰ ἀναίσχυντα τῶν βλασφήμων ἐμφράττων στόματα͵ καὶ δεικνὺς ὅτι ἀγγέλων καὶ ἀνθρώπων οὐ πολὺ τὸ μέσον͵ ἐὰν ἐθέλωμεν προσέχειν ἑαυτοῖς. Οὐ γὰρ ἄλλην φύσιν λαχών͵ οὐδὲ ἑτέρας κοινωνήσας ψυχῆς͵ οὐδὲ ἄλλον οἰκήσας κόσμον͵ ἀλλ΄ ἐν τῇ αὐτῇ γῇ καὶ χώρᾳ καὶ νόμοις καὶ ἔθεσι τραφείς͵ πάντας ἀνθρώπους ὑπερηκόντισε τοὺς ἐξ οὗ γεγόνασιν ἄνθρωποι γενομένους. Ποῦ τοίνυν οἱ λέγοντες ὅτι δύσκολον ἡ ἀρετή͵ καὶ εὔκολον ἡ κακία; Οὗτος γὰρ ἀντιφθέγγεται τούτοις͵ λέγων· Τὸ παραυτίκα ἐλαφρὸν τῆς θλίψεως καθ΄ ὑπερβολὴν εἰς ὑπερβολὴν αἰώνιον βάρος δόξης κατεργάζεται. Εἰ δὲ αἱ τοιαῦται θλίψεις ἐλαφραί͵ πολλῷ μᾶλλον αἱ οἴκοθεν ἡδοναί.

2.2 Καὶ οὐ τοῦτο μόνον ἐστὶν αὐτοῦ τὸ θαυμαστόν͵ ὅτι περιουσίᾳ τῆς προθυμίας οὐδὲ ᾐσθάνετο τῶν πόνων τῶν ὑπὲρ τῆς ἀρετῆς͵ ἀλλ΄ ὅτι οὐδὲ ἐπὶ μισθῷ ταύτην μετῄει. Ἡμεῖς μὲν γὰρ οὐδὲ μισθῶν προκειμένων ἀνεχόμεθα τῶν ὑπὲρ αὐτῆς ἱδρώτων· ἐκεῖνος δὲ καὶ χωρὶς τῶν ἐπάθλων αὐτὴν ἠσπάζετο καὶ ἐφίλει͵ καὶ τὰ δοκοῦντα αὐτῆς εἶναι κωλύματα μετὰ πάσης ὑπερήλατο τῆς εὐκολίας· καὶ οὔτε σώματος ἀσθένειαν͵ οὐ πραγμάτων περίστασιν͵ οὐ φύσεως τυραννίδα͵ οὐκ ἄλλο οὐδὲν ᾐτιάσατο. Καίτοι καὶ στρα τηγῶν καὶ βασιλέων ἁπάντων τῶν ὄντων ἐπὶ γῆς μείζονα φροντίδα ἐγχειρισθείς͵ ἀλλ΄ ὅμως καθ΄ ἑκάστην ἤκμαζε τὴν ἡμέραν. Καὶ τῶν κινδύνων ἐπιτεινομένων αὐτῷ͵ νεαρὰν ἐκέκτητο τὴν προθυμίαν͵ καὶ τοῦτο δηλῶν ἔλεγε· Τῶν μὲν ὀπίσω ἐπιλανθανόμενος͵ τοῖς δὲ ἔμπροσθεν ἐπεκτεινό μενος· καὶ θανάτου προσδοκωμένου͵ εἰς κοινωνίαν τῆς ἡδονῆς ταύτης ἐκάλει λέγων· Χαίρετε καὶ συγχαίρετέ μοι· καὶ κινδύνων ἐπικειμένων καὶ ὕβρεων͵ καὶ ἀτιμίας ἁπάσης͵ ἐσκίρτα πάλιν͵ καὶ Κορινθίοις ἐπιστέλλων ἔλεγε· Διὸ καὶ εὐδοκῶ ἐν ἀσθενείαις͵ ἐν ὕβρεσιν͵ ἐν διωγμοῖς·

2.3 Καὶ ὅπλα δὲ αὐτὰ δικαιοσύνης ἐκάλεσε͵ δεικνὺς ὅτι καὶ ἐντεῦθεν τὰ μέγιστα ἐκαρποῦτο͵ καὶ τοῖς ἐχθροῖς πάντοθεν ἀχείρωτος ἦν· καὶ πανταχοῦ μαστιζόμενος͵ ὑβρι ζόμενος͵ λοιδορούμενος͵ ὥσπερ ἐν θριάμβοις ἐμπομπεύων͵ καὶ τὰ τρόπαια συνεχῆ πανταχοῦ γῆς ἱστάς͵ οὕτως ἐκαλ λωπίζετο͵ καὶ χάριν ὡμολόγει τῷ Θεῷ λέγων· Χάρις δὲ τῷ Θεῷ τῷ πάντοτε θριαμβεύοντι ἡμᾶς. Καὶ τὴν ἀσχη μοσύνην καὶ τὴν ὕβριν τὴν διὰ τὸ κήρυγμα μᾶλλον͵ ἢ ἡμεῖς τὴν τιμὴν ἐδίωκε͵ καὶ τὸν θάνατον͵ ἢ ἡμεῖς τὴν ζωήν͵ καὶ τὴν πενίαν͵ ἢ τὸν πλοῦτον ἡμεῖς͵ καὶ τοὺς πόνους μᾶλλον͵ ἢ τὰς ἀνέσεις ἕτεροι͵ καὶ οὐχ ἁπλῶς μᾶλλον͵ ἀλλὰ πολλῷ μᾶλλον͵ καὶ τὸ λυπεῖσθαι πλέον͵ ἢ μᾶλλον͵ ἀλλὰ πολλῷ μᾶλλον͵ καὶ τὸ λυπεῖσθαι πλέον͵ ἢ τὸ χαίρειν ἕτεροι͵ τὸ ὑπερεύχεσθαι τῶν ἐχθρῶν μᾶλλον͵ ἢ τὸ κατεύχεσθαι ἕτεροι. Καὶ ἀντέστρεψε τῶν πραγμάτων τὴν τάξιν͵ μᾶλλον δὲ ἡμεῖς ἀντεστρέψαμεν͵ ἐκεῖνος δέ͵ ὥσπερ ὁ Θεὸς ἐνομοθέτησεν͵ οὕτως αὐτὴν ἐφύλαττε. Ταῦτα μὲν γὰρ κατὰ φύσιν ἅπαντα͵ ἐκεῖνα δὲ τοὐναντίον. Τίς τούτων ἀπόδειξις; Παῦλος͵ ἄνθρωπος ὤν͵ καὶ τούτοις ἐπιτρέχων μᾶλλον ἢ ἐκείνοις.

2.4 Ἓν τούτῳ φοβερὸν ἦν μόνον καὶ φευκτόν͵ τὸ προσ κροῦσαι Θεῷ͵ ἕτερον δὲ οὐδέν· ὥσπερ οὖν οὐδὲ ποθεινὸν ἄλλο τι͵ ὡς τὸ ἀρέσαι Θεῷ· καὶ οὐ λέγω τῶν παρόντων οὐδέν͵ ἀλλ΄ οὐδὲ τῶν μελλόντων. Μὴ γάρ μοι πόλεις εἴπῃς καὶ ἔθνη καὶ βασιλεῖς καὶ στρατόπεδα καὶ ὅπλα καὶ χρήματα καὶ σατραπείας καὶ δυναστείας· οὐδὲ γὰρ ἀράχνην ταῦτα εἶναι ἐνόμισεν· ἀλλ΄ αὐτὰ τὰ ἐν τοῖς οὐρανοῖς τίθει͵ καὶ τότε αὐτοῦ ὄψει τὸν σφοδρὸν ἔρωτα τὸν πρὸς τὸν Χριστόν. Οὗτος γὰρ πρὸς ἐκεῖνο τὸ φίλτρον͵ οὐκ ἀγγέλων ἀξίαν ἐθαύμασεν͵ οὐκ ἀρχαγγέλων͵ οὐκ ἄλλο τοιοῦτον οὐδέν. Τὸ γὰρ ἁπάντων μεῖζον εἶχεν ἐν ἑαυτῷ͵ τὸν τοῦ Χριστοῦ ἔρωτα· μετὰ τούτου πάντων ἑαυτὸν μακαριώτερον εἶναι ἐνόμισε. Καὶ τούτου χωρίς͵ οὐδὲ τῶν κυριοτήτων καὶ τῶν ἀρχῶν καὶ τῶν ἐξουσιῶν γενέσθαι ηὔχετο͵ ἀλλὰ μετὰ τῆς ἀγάπης ταύτης ἐν ἐσχάτοις εἶναι ἐβούλετο μᾶλλον καὶ τῶν κολαζομένων͵ ἢ ταύτης χωρίς͵ τῶν ἄκρων καὶ τῶν τιμωμένων.

2.5 Κόλασις γὰρ ἐκείνῳ μία͵ τὸ τῆς ἀγάπης ταύτης ἀπο τυχεῖν. Τοῦτο αὐτῷ γέεννα͵ τοῦτο τιμωρία͵ τοῦτο μυρία κακά͵ ὥσπερ καὶ ἀπόλαυσις͵ τὸ ταύτης ἐπιτυχεῖν· τοῦτο ζωή͵ τοῦτο κόσμος͵ τοῦτο ἄγγελος͵ τοῦτο παρόντα͵ τοῦτο μέλλοντα͵ τοῦτο βασιλεία͵ τοῦτο ἐπαγγελία͵ τοῦτο τὰ μυρία ἀγαθά. Ἕτερον δὲ οὐδὲν τῶν μὴ φερόντων ἐνταῦθα͵ οὔτε λυπηρόν͵ οὔτε ἡδὺ εἶναι ἐνόμιζεν· ἀλλ΄ οὕτω κατεφρόνει τῶν ὁρωμένων πάντων͵ ὡς τῆς κατασηπο μένης βοτάνης. Τύραννοι δὲ αὐτῷ͵ καὶ δῆμοι θυμοῦ πνέοντες͵ κώνωπες εἶναι ἐδόκουν· θάνατος δὲ αὐτῷ καὶ πνέοντες͵ κώνωπες εἶναι ἐδόκουν· θάνατος δὲ αὐτῷ καὶ τιμωρίαι καὶ μυρίαι κολάσεις͵ παίδων ἀθύρματα· πλὴν εἴ ποτε διὰ τὸν Χριστὸν ὑπέμενε. Τότε γὰρ καὶ ταῦτα ἠσπά ζετο͵ καὶ εἰς τὴν ἅλυσιν οὕτως ἐκαλλωπίζετο͵ ὡς οὐδὲ τὸ διάδημα Νέρων ἐπὶ τῆς κεφαλῆς ἔχων· καὶ τὸ δεσμω τήριον δὲ ᾤκει͵ ὡς αὐτὸν τὸν οὐρανόν͵ καὶ τραύματα καὶ μάστιγας ἐδέχετο ἥδιον τούτων τῶν τὰ βραβεῖα ἁρπαζόν των· καὶ τοὺς πόνους ἐφίλει τῶν ἐπάθλων οὐχ ἧττον͵ ἔπαθλον τοὺς πόνους εἶναι νομίζων· διὰ τοῦτο καὶ χάριν αὐτοὺς ἐκάλει.

2.6 Σκόπει δέ. Ἔπαθλον ἦν͵ τὸ ἀναλῦσαι καὶ σὺν Χριστῷ εἶναι͵ τὸ δὲ ἐπιμεῖναι τῇ σαρκί͵ ὁ ἀγὼν οὗτος· ἀλλ΄ ὅμως τοῦτο μᾶλλον αἱρεῖται ἐκείνου͵ καὶ ἀναγκαιό τερον αὐτῷ εἶναί φησι· τὸ ἀνάθεμα ἀπὸ Χριστοῦ γενέσθαι͵ ἀγὼν ἦν καὶ πόνος͵ μᾶλλον δὲ καὶ ὑπὲρ ἀγῶνα καὶ πόνον· τὸ εἶναι μετ΄ αὐτοῦ͵ ἔπαθλον. Ἀλλὰ τοῦτο μᾶλλον αἱρεῖται ἐκείνου διὰ τὸν Χριστόν. Ἀλλ΄ ἴσως εἴποι τις ἂν ὅτι πάντα ταῦτα διὰ τὸν Χριστὸν ἡδέα αὐτῷ ἦν. Τοῦτο γὰρ καὶ ἐγώ φημι͵ ὅτι ἅπερ ἀθυμίας ἡμῖν αἴτια͵ ταῦτα ἐκείνῳ μεγάλην ἔτικτεν ἡδονήν. Καὶ τί λέγω κινδύνους καὶ τὰς ἄλλας ταλαιπωρίας; Καὶ γὰρ ἐν ἀθυμίᾳ διηνεκεῖ ἦν· διὸ καὶ ἔλεγε· Τίς ἀσθενεῖ͵ καὶ οὐκ ἀσθενῶ; τίς σκανδαλίζεται͵ καὶ οὐκ ἐγὼ πυροῦμαι; Πλὴν εἰ καὶ τὴν ἀθυμίαν ἡδονὴν ἔχειν εἴποι τις ἄν. Πολλοὶ γὰρ καὶ τῶν τέκνα ἀποβαλόντων͵ συγχωρούμενοι μὲν θρηνεῖν͵ παραμυθίαν λαμβάνουσι· κωλυόμενοι δέ͵ ἀλγοῦσι· καθάπερ οὖν καὶ ὁ Παῦλος͵ νυκτὸς καὶ ἡμέρας δακρύων͵ παραμυθίαν ἐλάμβανεν· οὐδεὶς γὰρ οὕτω τὰ οἰκεῖα ἐπέν θησε κακά͵ ὡς τὰ ἀλλότρια ἐκεῖνος. Πῶς γὰρ οἴει δια κεῖσθαι αὐτὸν Ἰουδαίων οὐ σωζομένων͵ ἵνα σωθῶσιν͵ εὐχόμενον ἐκπεσεῖν τῆς ἄνωθεν δόξης; Ὅθεν δῆλον ὅτι τὸ μὴ σώζεσθαι αὐτοὺς πολλῷ χαλεπώτερον ἦν. Εἰ γὰρ μὴ χαλεπώτερον͵ οὐκ ἂν ηὔξατο ἐκεῖνο· ὡς γὰρ κουφό τερον εἵλετο͵ καὶ μᾶλλον ἔχον παραμυθίαν· καὶ οὐχ ἁπλῶς ἐβούλετο͵ ἀλλὰ καὶ ἐβόα λέγων· Ὅτι λύπη μοί ἐστι͵ καὶ ὀδύνη τῇ καρδίᾳ μου.

2.7 Τὸν οὖν καθ΄ ἑκάστην͵ ὡς εἰπεῖν͵ ὑπὲρ τῶν τὴν οἰκουμένην οἰκούντων ἀλγοῦντα͵ καὶ ὑπὲρ ἁπάντων κοινῇ͵ καὶ ἐθνῶν͵ καὶ πόλεων͵ καὶ ὑπὲρ ἑνὸς ἑκάστου͵ τίνι ἄν τις δυνηθείη παραβαλεῖν; ποίῳ σιδήρῳ; ποίῳ ἀδάμαντι; Τί ἄν τις ἐκείνην καλέσειε τὴν ψυχήν; χρυσῆν͵ ἢ ἀδα μαντίνην; καὶ γὰρ ἀδάμαντος ἦν παντὸς στερροτέρα͵ καὶ χρυσοῦ καὶ λίθων τιμίων τιμιωτέρα· κἀκείνης μὲν οὖν τῆς ὕλης τὴν εὐτονίαν παρελάσει͵ ταύτης δὲ τὴν πολυτέλειαν. Τίνι ἂν οὖν τις αὐτὴν παραβάλοι; Τῶν μὲν οὐσῶν οὐδε μιᾷ. Εἰ δὲ χρυσὸς ἀδάμας γένοιτο͵ καὶ ἀδάμας χρυσός͵ τότε ὁπωσοῦν αὐτῶν τεύξεται τῆς εἰκόνος. Ἀλλὰ τί μοι δεῖ παραβάλλειν ἀδάμαντι καὶ χρυσῷ; Τὸν κόσμον ἀντίθες ἅπαντα͵ καὶ τότε ὄψει καθέλκουσαν τοῦ Παύλου τὴν ψυχήν. Εἰ γὰρ περὶ τῶν ἐν μηλωταῖς καὶ σπηλαίοις καὶ ἐν μικρῷ μέρει τῆς οἰκουμένης διαπρεψάντων τοῦτό φησιν ἐκεῖνος͵ πολλῷ μᾶλλον περὶ αὐτοῦ ἂν εἴποιμεν ἡμεῖς͵ ὡς ὅτι πάντων ἀντάξιος ἦν. Εἰ τοίνυν ὁ κόσμος αὐτοῦ οὐκ ἄξιος͵ τίς ἄξιος; τάχα ὁ οὐρανός; Ἀλλὰ καὶ τοῦτο σμικρόν. Εἰ γὰρ αὐτὸς οὐρανοῦ μετὰ τῶν ἐν τοῖς οὐρανοῖς προετίμησε τοῦ Δεσπότου τὴν ἀγάπην͵ πολλῷ μᾶλλον ὁ Δεσπότης ὁ τοσοῦτον αὐτοῦ ἀγαθώτερος͵ ὅσον πονηρίας ἀγαθότης͵ μυρίων αὐτὸν οὐρανῶν προτιμήσει. Οὐ γὰρ ὁμοίως ἡμᾶς φιλεῖ͵ καθάπερ ἡμεῖς αὐτόν͵ ἀλλὰ τοσούτῳ πλέον͵ ὅσον οὐδὲ λόγῳ παραστῆσαι ἔνι.

2.8 Σκόπει γοῦν ἡλίκων αὐτὸν καὶ πρὸ τῆς μελλούσης ἠξίωσεν ἀναστάσεως. Εἰς παράδεισον ἥρπασεν͵ εἰς τρίτον ἀνήγαγεν οὐρανόν͵ ἀπορρήτων ἐποίησε κοινωνὸν τοιούτων͵ ἃ μηδενὶ τῶν τὴν ἀνθρωπίνην λαχόντων φύσιν θέμις εἰπεῖν. Καὶ μάλα εἰκότως· καὶ γὰρ ἐν γῇ βαδίζων͵ ὡς μετὰ ἀγγέλων περιπολῶν͵ οὕτως ἔπραττεν ἅπαντα· καὶ σώματι θνητῷ συνδεδεμένος͵ τὴν ἐκείνων καθαρότητα ἐπε δείκνυτο͵ καὶ ἀνάγκαις τοσαύταις ὑποκείμενος͵ ἐφιλονείκει τῶν ἄνω δυνάμεων μηδὲν ἔλαττον φανῆναι. Καὶ γὰρ ὡς πτηνὸς τὴν οἰκουμένην διέδραμε͵ καὶ ὡς ἀσώματος πόνων ὑπερεώρα καὶ κινδύνων͵ καὶ ὡς τὸν οὐρανὸν ἤδη λαχὼν͵ κατεφρόνει τῶν ἐπὶ γῆς͵ καὶ ὡς μετ΄ αὐτῶν ἀναστρεφό μενος τῶν ἀσωμάτων δυνάμεων͵ οὕτω διηνεκῶς ἐγρη γορὼς ἦν. Καίτοι γε ἄγγελοι πολλάκις ἐνεχειρίσθησαν ἔθνη διάφορα· ἀλλ΄ οὐδὲ εἷς αὐτῶν τὸ ἔθνος͵ ὃ ἐνεπιστεύ θη͵ οὕτως ᾠκονόμησεν͵ ὡς Παῦλος τὴν οἰκουμένην ἅπασαν. Καὶ μή μοι λέγε ὅτι Παῦλος οὐκ ἦν ὁ ταῦτα οἰκονομῶν· καὶ γὰρ καὶ αὐτὸς ὁμολογῶ. Εἰ γὰρ καὶ μὴ αὐτὸς ἦν ὁ ταῦτα ἀνύων͵ ἀλλ΄ οὐδὲ οὕτως ἐκτὸς ἦν τῶν ἐπὶ τούτοις ἐπαίνων͵ ἐπειδὴ ἑαυτὸν οὕτω κατεσκεύασεν ἄξιον τῆς τοσαύτης χάριτος. Ὁ Μιχαὴλ τὸ τῶν Ἰουδαίων ἔθνος ἐνεχειρίσθη. Παῦλος δὲ γῆν καὶ θάλατταν͵ καὶ τὴν οἰκουμένην͵ καὶ τὴν ἀοίκητον.

2.9 Καὶ ταῦτα οὐκ ἀγγέλους ὑβρίζων λέγω͵ μὴ γένοιτο͵ ἀλλὰ δεικνὺς ὅτι δυνατὸν ἄνθρωπον ὄντα μετ΄ ἐκείνων εἶναι͵ καὶ ἐγγὺς αὐτῶν ἑστάναι. Καὶ τίνος ἕνεκεν οὐκ ἄγγελοι ταῦτα ἐνεχειρίσθησαν; Ἵνα μηδεμίαν ἀπολογίαν ἔχῃς ῥᾳθυμῶν͵ μηδὲ εἰς τὴν διαφορὰν τῆς φύσεως κατα φεύγῃς καθεύδων· ἄλλως δὲ καὶ τὸ θαῦμα μεῖζον ἐγίνετο. Πῶς γὰρ οὐ θαυμαστὸν καὶ παράδοξον͵ ἀπὸ γλώττης πηλίνης ἐκπηδῶντα λόγον͵ θάνατον φυγαδεύειν͵ ἁμαρτή ματα λύειν͵ πεπηρωμένην διορθοῦν φύσιν͵ καὶ τὴν γῆν ἐργάζεσθαι οὐρανόν; Διὰ τοῦτο ἐκπλήττομαι τοῦ Θεοῦ τὴν δύναμιν͵ διὰ ταῦτα θαυμάζω τοῦ Παύλου τὴν προθυ μίαν͵ ὅτι τοσαύτην ὑπεδέξατο χάριν͵ ὅτι τοιοῦτον παρε σκεύασεν ἑαυτόν.

2.10 Καὶ ὑμᾶς παρακαλῶ μὴ θαυμάζειν μόνον͵ ἀλλὰ καὶ μιμεῖσθαι τὸ ἀρχέτυπον τοῦτο τῆς ἀρετῆς· οὕτω γὰρ δυνησόμεθα τῶν αὐτῶν στεφάνων κοινωνῆσαι ἐκείνῳ. Εἰ δὲ θαυμάζεις ἀκούων ὅτι͵ τὰ αὐτὰ κατορθώσας͵ τῶν αὐτῶν ἐπιτεύξῃ͵ ἄκουσον αὐτοῦ ταῦτα λέγοντος· Τὸν ἀγῶνα τὸν καλὸν ἠγώνισμαι͵ τὸν δρόμον τετέλεκα͵ τὴν πίστιν τετήρηκα· λοιπὸν ἀπόκειταί μοι ὁ τῆς δικαιοσύνης στέφανος͵ ὃν ἀποδώσει μοι Κύριος ὁ δίκαιος κριτὴς ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ· οὐ μόνον δὲ ἐμοί͵ ἀλλὰ καὶ πᾶσι τοῖς ἠγαπηκόσι τὴν ἐπιφάνειαν αὐτοῦ. Ὁρᾷς πῶς πάντας εἰς τὴν αὐτὴν κοινωνίαν καλεῖ; Ἐπεὶ οὖν ἅπασι πρόκειται τὰ αὐτά͵ πάντες σπουδά σωμεν ἄξιοι γενέσθαι τῶν ἐπηγγελμένων ἀγαθῶν· καὶ μὴ μόνον τὸ μέγεθος καὶ τὸν ὄγκον τῶν κατορθωμάτων ἴδωμεν͵ ἀλλὰ καὶ τὸν τόνον τῆς προθυμίας͵ δι΄ ἧς τοσαύτην ἐπεσπάσατο χάριν͵ καὶ τὸ τῆς φύσεως συγγενές· τῶν γὰρ αὐτῶν ἡμῖν ἐκοινώνησεν ἁπάντων. Καὶ οὕτω καὶ τὰ σφόδρα δυσκατόρθωτα͵ ῥᾴδια ἡμῖν φανεῖται καὶ κοῦφα͵ καὶ τὸν βραχὺν τοῦτον καμόντες χρόνον͵ τὸν ἀγήρω καὶ ἀθάνατον ἐκεῖνον στέφανον φοροῦντες διατελέσομεν͵ χάριτι καὶ φιλανθρωπίᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ͵ ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

agiazoni.gr

Friday, 28 June 2013

What's The Difference Between an Icon and a Portrait?










 Saint Nectarios of Aegina (1846–1920)

A saint’s icon can illustrate the story of his life in detail. Our reporter Ekaterina STEPANOVA asked the icon painter and teacher of St. Tikhon’s Orthodox University, Svetlana VASYUTINA, how we can tell by a saint’s sacred image what his occupation was and what he is famous for.  

Notwithstanding Our Infirmities

The first question that an icon painter is often asked is how one can draw a saint one has never seen. When I graduated from the Surikov Institute of Art (Moscow), I was also tortured by this question. In hagiography, we find descriptions of many saints, for instance, a straight nose, a moustache, a black or a long beard… But there can be so many variants of a ‘long beard,’ how shall I understand what he really looked like? The answer is simple: it is the saint himself who helps the icon painter to determine the details. It is the only way. One is to read the hagiography, to pray to this saint, and then the sacred image will turn out correctly. If an icon painter paints an icon as a picture, trying to reflect a part of himself, his own feelings, his vision of the saint, he will fail. I remember when I was making a mosaic of Our Lady, it was not at once that the sacred image was shaped out. They told me to leave it as it was. But I could not stop until I suddenly felt that the image now was exactly what Our Lady wanted it to be. I won’t hesitate to say that it is the Holy Spirit who moves the icon painter. It is the Holy Spirit who draws the lines, chooses the colors.



There arises a second appropriate question. An icon painter is as sinful a man as any other, how can he draw with the Holy Spirit? This hard question is most of all acute for icon painters themselves. The only ‘way out of this situation’ is to fully realize one’s own passions, one’s numerous sins and one’s unworthiness, and pray to God asking for His help. I pray thus, ‘O Lord, you know I am unworthy. You know I can do nothing by myself. But I love people, I love You, O Lord! You do want people to pray to You, don’t You? Let me be your paintbrush. What do people care whether the paintbrush is plastic or wooden, if it is crooked or broken?  But through me people will be able to see Your sacred image.’
 
Maybe I shouldn’t have disclosed the secrets of the icon painter’s inner life, but without this it is impossible to understand how sacred images appear. They come out in the very shape the saints want them to have. It happens not because of the icon painter’s virtues, but notwithstanding his infirmities.
 
Three Pokers in Hand  

An icon painter must see to it that a person, seeing the icon, should understand what the saint is famous for, what his life was like. It is a hard task. The colors, the background, the clothes – all matter.

The icon painter’s task is to concentrate all the information about the saint (and this can be years or scores of years of ascetic life) in one little image that would reflect, as a symbol, all his lifetime. Often, the saints in icons would hold in their hands something they are celebrated for. For example, St. Sergius of Radonezh founded a monastery, therefore, he is drawn with the monastery on his palm. St. Great Martyr Panteleimon was a healer, and he holds a box with medicines in the icon. St. Andrei Rublyov is often portrayed with the Trinity Icon in his hands. Prelates and Evangelists are depicted with the Gospel in their hands. Holy Fathers often hold a rosary, like St. Seraphim of Sarov, or rolls with holy maxims or prayers, like St. Siluan Athonitul. Martyrs would hold a cross.



St. Prokopy of Ustug is portrayed holding three pokers in his hands. I was surprised to see this. I started reading his biography and found that St. Prokopy was ‘foolish in Christ,’ he would run about the town, rattling a poker in the air, or maybe even hitting people’s heads with it, and denounce people’s sins. Why three pokers? Icon painters told me that they draw three pokers to exaggerate the situation – it appears there is such a tradition! When I was working at the fresco with this saint in Optina Pustyn’ monastery, I painted every poker with different colors: the first one was green, the second one was red, and the third one was blue!

It is known that St. Martyr Christophor who lived in Egypt in the III century was very handsome. To flee temptations, he begged God to change his appearance, to make him repulsive. God granted his request. In icons, he is portrayed as having a dog’s head. I do not think he really had a dog’s head, though God can do anything, it is just to show that his appearance became ugly. They exaggerate this motive in icons in order to emphasize the saint’s deed and to focus the attention of the person praying before the icon.

The color in icons plays an equally important role as the things mentioned above. Red belongs to martyrs. Blue stands for wisdom. White symbolizes paradise and chastity. Green is the color of the Venerable Fathers. Golden symbolizes sanctity. A while ago, I was tortured by the question why it is golden. Once I was standing at a church, looking at the iconostasis. Suddenly, they turned off the electric lights, and only candles before the icons were burning. The golden traces were shining, giving back the light. It was as if not the candles but the halos were radiating light. I was amazed; the light seemed not material, not as comes from a candle or a lamp. The golden color shows the person painted in the icon was granted a different kind of light. 




Colors in Icons

Red is the color of blood and sufferings, the color of Christ’s sacrifice. Martyrs’ clothes in icons are painted red. Red are the wings of archangels and seraphims who are close to God’s throne. Red is the color of Resurrection, of life’s victory over death. Sometimes they would even have red backgrounds symbolizing the triumph of eternal life.

White is the symbol of Divine light. It is the color of chastity, simplicity, paradise. In icons and frescos, saints and the righteous men usually wear white clothes. Babies’ swaddles and angels are also white.

Blue means the endlessness of the heaven, the symbol of eternal world. It also symbolizes wisdom. Blue is supposed to be the color of Our Lady who united in herself the earthly and the heavenly.

Green is the color of nature, of life, grass, leaves, bloom, and youth. Earth is painted green. The color would be present where life starts: in Nativity scenes. The golden shine of mosaics and icons is the magnificence of the Heavenly Kingdom and sanctity.

Purple or crimson is a very meaningful color in the Byzantine culture. It is the color of the King, the Sovereign, the Lord in Heaven, the emperor on earth. This color can be seen in Our Lady’s clothes as she is the Queen of Heaven.

Brown is the color of bare earth, dust, anything temporary and perishable. Mixed with the royal purple in Our Lady’s clothes, this color reminds us of human nature, subject to death.

A color which is never used in icon painting is grey. It is the mixture of black and white, evil and goodness, and this is the color of uncertainty, emptiness and non-existence.

Black is the color of evil and death. In icon painting, this color is used to paint caves, as symbols of a grave, and the hellhole. In some plots, it can be the color of secrecy. Black clothes of monks who departed from the usual life symbolize the rejection of worldly pleasures and habits – death in one’s lifetime, in a sense.

Skies and Earth in Icons
In icons, two worlds co-exist: the celestial and the earthly one. The celestial means the heavenly, the supreme one. The word ‘earthly’ in Russian originates from the word ‘vale, valley’ and means something below. This is the principle of depicting images in icons. Saints’ figures stretch themselves high, their feet hardly touching the ground. In icon painting it is called ‘pozyom’ (‘manure’) and is usually painted green or brown.  


Where Does a Taxi in the Icon Come From? 

In the background of a saint’s icon they often paint the monastery, the forest, the cave where the saint lived, or the place that he specially patronizes. The synaxis of Kiev Pechersk saints is painted against the background of the Kiev Pechersk Lavra; St. Maria of Egypt  is painted against the background of a desert; St. Blessed Ksenia – against St. Petersburg and the church at Smolenskoe graveyard. There exists a well-known icon of St. John of Shanghai in which one can see a pavement and a taxi. A remarkable icon! Someone can get confused; but say, if many centuries ago they could paint a desert, why can’t we paint a taxi now? We live in a historical period of time, in San Francisco they have this kind of pavement and yellow taxicabs can be seen around the city.



Such literary details appeared in icons to make them more understandable. A while ago there were lots of illiterate people who could ‘read’ the hagiography in a condensed form in the icon. There started to appear icons with ‘brands,’ which means that around the saint’s sacred image there would be drawn pictures illustrating the brightest episodes of his or her life. The saint’s ascetic deeds, his martyrdom and death, all the story of his life would be told in ‘pictures’ in one and the same icon. In the brands to the image ‘The Synaxis of All the Saints who Shone in Russian Land,’ one can even see the Red Army men shooting new martyrs, these men having no halos, of course.


Past and Future in Icons 
Often an icon illustrates the events of several days or even the whole lifetime of a saint. The icon ‘Kirik and Ulita’ (XVII century) tells the story of mother and son in detail. Holding up their hands in prayer, the martyrs call to Heaven where on His golden throne amidst clouds sits Jesus Christ. On the left, among arcs and columns (that means within buildings) one can see scenes of their deeds, miracles and their deaths as martyrs. Thus the icon illustrates the past and the future.  



But if someone in an icon or a fresco is painted without a halo it does not necessarily mean that he is an ‘unfavorable personage.’ For instance, in Serbia and Greece there is a tradition to paint frescos of church wardens, the philanthropists, and the embellishers of the church or the monastery. The Saviour sits on His throne, Our Lady and John the Baptist next to Him, and following them in modern clothes are the church wardens, the princes, carrying their gift to God – their prayers for their whole nation. In the icon ‘The Joy of All Who Sorrow,’ there are paupers, cripples, the sick, the mourning ones surrounding Our Lady entreating Her for help and intercession; however, they are all depicted without halos. And in the icon ‘The Lord’s Entry into Jerusalem,’ they depict playing children who are overwhelmed with joy, throwing up their clothes, pushing each other, with their shoelaces undone, with their hair unkempt, the donkey trotting over someone’s foot. It is done so as to make the spectator at least emotionally respond to what he or she sees. Naturally, it is the external, but through this there can appear the internal, the more profound, the spiritual.  


Translated by Olga Lissenkova
Edited by Yana Samuel

Source. http://www.pravmir.com/what%E2%80%99s-the-difference-between-an-icon-and-a-portrait/

Αγ. Ιουστίνος Πόποβιτς: "Τί είναι ο ανθρώπινος νους χωρίς το Χριστό";

Αγ. Ιουστίνος Πόποβιτς

 


Χωρίζεται ο άνθρωπος από τον Χριστό; Τότε χωρίζεται από την μοναδική λογική έννοια του «όντος» του, της ζωής του, της υπάρξεώς του. Χωριζόμενος ο άνθρωπος από τον Χριστό, χωρίζεται και από την μόνη λογική έννοια της ψυχής του, του «νοός» του, της συνειδήσεώς του, του θελήματός του, του σώματός του.

Τί είναι ο ανθρώπινος νους χωρίς τον Χριστό;

Είναι ένας μαρτυρικός, βασανιστικός θρήνος. Τί είναι η ψυχή του ανθρώπου χωρίς τον Χριστό; Είναι ένα ομιλούμενο σκιάχτρο. Τί είναι η συνείδησή του, ή βούλησή του; Είναι ένας απελπισμένος τυφλός. Τί είναι το σώμα του χωρίς το Χριστό; Είναι ένα αηδιαστικό, σιχαμερό σκουλήκι. Τί είναι το θέλημα του; Είναι ένας αβοήθητος εγκληματίας. Τί είναι γενικά ο άνθρωπος χωρίς τον Χριστό; Είναι ένα φοβερό εξωτερικό θέαμα. Έτσι και κάθε άλλο δημιούργημα, από τον άγγελο μέχρι και το πιό ασήμαντο ον, χάνει κάθε λογική έννοια της υπάρξεώς του, αν δεν διατηρήσει στο «είναι» του, τον Κύριο Ιησού Χριστό.

Η αμαρτία είναι η μοναδική διασπαστική δύναμη, που χωρίζει και διακόπτει κάθε δεσμό με τον Θεό. Χωρίζει τον άνθρωπο από τον Θεό, χωρίζει τον άγγελο και κάθε άλλο όν. Έτσι, απομακρύνοντας η αμαρτία τον άνθρωπο από τον Θεό, τον καταβυθίζει στη μωρία, στην χωρίς νόημα κατάσταση, στο θάνατο, στο διαβολισμό (στο κράτος του διαβόλου). Γι’ αυτό και ο φιλάνθρωπος Κύριος, ο Θεός Λόγος έγινε άνθρωπος και με την ένωση στον Εαυτό Του, της Θείας και ανθρώπινης φύσεως, «ασυγχύτως και αδιαιρέτως», καθάρισε την φύση μας από την αμαρτία, την παραφροσύνη, τον θάνατο και τον διάβολο.

Έτσι ο Θεάνθρωπος Κύριος πέρασε στη γη όλα τα μαρτύριά μας, έζησε όλες μας τις θλίψεις, και σ’ εμάς τους «πολύ­πλευρα νεκρούς» ξανάδωσε ζωή, μας αναβίωσε από τις «θνη­τότητές» μας, μας ανέστησε από τους τάφους μας και μας αναβίβασε στα ουράνια (Εφεσ. 2, 6-8).

Με την Θεανθρώπινη ζωή Του και την ολόπλευρη Θεανθρώπινη «οικονομία» της σωτηρίας, ο Κύριος Ιησούς Χριστός έδωσε τις Θεοχαριτωμένες δυνάμεις, με τις οποίες οι άνθρωποι γίνονται «οικείοι του Θεού», γίνονται «γεγεννημένοι εκ του Θεού και συν Θεώ», περιτειχίζονται στην αγία εκκλησία και φθάνουν στο πλήρωμα της ζωής και της αιωνιότητας, διαμέσου της ευλογημένης Θεανθρωπότητας (Εφεσ. 2, 10­-22). Σύμφωνα με τον προαιώνιο προορισμό του ανθρώπου από τον Θεό, όλοι είναι δημιουργημένοι για τον ίδιο σκοπό, όλοι είναι κάτω από τον ίδιο Κύριο και Θεό, είναι κάτω από την αιώνια θεϊκή Αλήθεια, την δικαιοσύνη του Θεού και την αγαθότητά Του, όλοι είναι προορισμένοι «εις υιοθεσίαν διά Ιησού Χριστού εις αυτόν, κατά την ευδοκίαν του θελήματος αυτού» (Έφεσ. 1, 4-5).

Γι’ αυτό σ’ όλους τους ανθρώπους είτε είναι Ιουδαίοι, είτε είναι Έλληνες, δούλοι ή ελεύθεροι, δόθηκε ένας, ο ίδιος Σωτήρας και μία, η ίδια σωτηρία, τα ίδια μέσα και οι ίδιες δυνάμεις σωτηρίας, ένα και το ίδιο Ευαγγέλιο.

Η σωτηρία επιτυγχάνεται διαμέσου της ευλογημένης, χαριτωμένης ψυχικής ενώσεως με τον Σωτήρα Χριστό.

Και μετά την κοινωνία των ανθρώπων με τις ουράνιες σω­τηριώδεις δυνάμεις, που επιτυγχάνεται με το Ευαγγέλιο, γίνονται κοινωνοί και με όλες τις Θεανθρώπινες λυτρωτικές δυνάμεις, οι οποίες τους καθαρίζουν από κάθε κακία και αμαρτία και τους πληρώνουν, τους γεμίζουν και με όλα τα «ένθεα καλά» (Εφεσ. 3, 6-7).

Και αυτό συντελείται στο Θεανθρώπινο σώμα της Εκκλησίας, στην οποία βρίσκεται όλη η Θεανθρώπινη οικονομία της σωτηρίας, η «οικονομία του μυστηρίου» του Θεού, σε σχέση με το ανθρώπινο γένος και με όλα τα όντα γενικά. Αυτό το παν-θαυμαστό και παν-θαυματουργό μυστήριο της εκκλησίας, θαυμάζεται από τους αγγέλους του Θεού και αποκαλύπτεται και σ’ αυτούς, διαμέσου της εκκλησίας, η «πολυποίκιλος σοφία του Θεού» και μαζί με τους ανθρώπους μαθαίνουν και αυτοί την ανείπωτη και απερινόητη σοφία και αγάπη του Θεού (Εφεσ. 3, 9-10).

Thursday, 27 June 2013

St. Paisius Velichkovsky -On Obedience

 St. Paisius Velichkovsky 1722-1794
 
Divine obedience is something so necessary for the true pleasing Of God, that without it it is not at all possible to please God. Therefore, all-holy obedience was planted by God in three places, in the heavens, in paradise, and on earth: in the heavens, among the heavenly powers; in paradise, in the first-created men; and on earth, in the holy disciples and apostles of the Lord. In all three of these places there appeared the fruit of most blessed obedience, and also the fruit of thrice-cursed disobedience.
In the heavens, all the heavenly powers, remaining by their good will in obedience to God, were vouchsafed, being enlightened by the Holy Spirit, to remain eternally in Him. But the devil, being from the angelic order, by his own free will fell away from obedience, and becoming proud, was cast down from the heavens together with all the fallen-away powers of the same angelic order who freely obeyed his impious counsel; being deprived of the divine light, they became darkness by their own will, and were made eternally enemies of God and of the salvation of right-believing Christians. Behold how the fruit both of obedience and of disobedience was manifested in the heavens.
In paradise, as long as the first-created ones remained in true obedience to God, they took sweet enjoyment in beholding God face to face and in multiform gifts of the Holy Spirit. But when of their own free will, obeying the counsel of the devil and falling away from obedience, they became proud, desiring to be equal to God, then they received the sentence of death from God were banished from paradise, and were the cause of death for the whole human race. And if the Son of God by His obedience unto death to God the Father had not destroyed the disobedience of Adam, there would have remained from the human race no hope at all for salvation from death and eternal perdition. Behold how in paradise, in the first-created ones, the fruit of obedience and of disobedience was shown.
On earth, Christ the Son of God, having come down from heaven not to do His own will but the will of the Father Who sent Him, to Whom He was obedient unto death, the death of the Cross, planted His Divine obedience in His holy disciples and Apostles. Remaining in it even unto death, they were enabled by their preaching to bring the world to the knowledge of God, and now with Christ their Lord and Teacher they reign in the heavens. But the thrice-cursed Judas, who fell away from obedience and in place of the Lord obeyed in all things the devil, fell into despair, hanged himself, and perished eternally with soul and body. Behold how on earth the fruit of obedience and of disobedience was manifested.
The divine obedience, planted by Christ God Himself in His holy disciples, passed over to the holy angelic monastic order, in  which many shone forth like the sun in holy obedience and pleased God perfectly. And, indeed, the whole monastic order is founded upon holy obedience; and in ancient times, whether in the common life, or in the royal way (that is, where two or three are together), or in the deserts, for the greater part they began their life with obedience, and thus by God’s grace they escaped demonic deceptions. 

(To Maria Petrovna Protasieva. Blessed Paisius Velichkovsky pp. 206-208)

π. Ευσέβιος Βίττης: Η Φαντασία

π. Ευσέβιος Βίττη

 



Στη διαδικασία ηδονής-οδύνης σπουδαίο ρόλο παίζει και η φαντασία, για την οποία μιλούν ιδιαίτερα οι Πατέρες. Επιβάλλεται να εξετασθεί και αυτή μέσα στα πλαίσια αυτής εδώ της εργασίας.

I. Τι είναι η φαντασία;

Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά η φαντασία είναι "νοῦ καί αἰσθήσεως μεθόριον". Η φαντασία είναι ψυχική λειτουργία που βρίσκεται ανάμεσα στο νου και στην αίσθηση. Οι αισθήσεις δημιουργούν στον άνθρωπο "μορφώσεις", εντυπώσεις, μέσα του. Οι εντυπώσεις αυτές οφείλονται μεν σε υλικά πράγματα και σώματα, με τα οποία έρχονται σε επαφή οι αισθήσεις, αλλά δεν είναι σώματα οι ίδιες (οι εντυπώσεις), αν και είναι σωματικές.
Οι εντυπώσεις προέρχονται ουσιαστικά όχι από τα σώματα απλώς, αλλά από τη μορφή (το "είδος" ) που έχουν τα σώματα. Οι εντυπώσεις όμως αυτές των αισθήσεων στην ψυχή δεν είναι οι μορφές των σωμάτων καθ' εαυτές, αλλά "ἐκτυπώματα αὐτῶν" και "ἐκμαγεῖα". Είναι, αν μπορούμε να εκφραστούμε έτσι, μορφές μορφών ή εικόνες μορφών, "οἰόν τινες εἰκόνες ἀχωρίστως χωριζόμεναι τῶν κατά τά σώματα εἰδῶν".

Οι εικόνες της μορφής τών σωμάτων υπάρχουν μεν καθ' εαυτές μέσα στον άνθρωπο, αλλά ταυτόχρονα είναι αδιάσπαστα και αχώριστα ενωμένες με τις μορφές που εξεικονίζουν γιατί αναφέρονται πάντα σ' αυτές. Για την κατανόηση αυτού του φαινομένου μας βοηθάει το πώς βλέπουμε και μάλιστα οι εικόνες που βλέπουμε στον καθρέφτη. Εκεί έχουμε μια κατ' αντιστοιχία αισθητοποίηση αυτών που συμβαίνουν στη διαδικασία που μας απασχολεί εδώ, γιατί έχουμε το ίδιο περίπου φαινόμενο.

Οι εικόνες που προσφέρονται στην ψυχή μέσω των αισθήσεων είναι ανεξάρτητες πια από τα σώματα που εξεικονίζουν και καθ' εαυτές ασώματες, παρά την εσωτερική σχέση με τα εικονιζόμενα, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω. Ο νους τώρα με τη φαντασία επεξεργάζεται τις εικόνες αυτές με πολλούς και διαφόρους τρόπους. Αποτέλεσμα αυτής της επεξεργασίας είναι οι λογισμοί, οι διαλογισμοί (=επεξεργασία των λογισμών) και οι συλλογισμοί (=συστηματοποίηση των λογισμών-διαλογισμών), ανεξάρτητα βέβαια από την οποιαδήποτε αξιολόγηση του περιεχομένου τους, γιατί αυτό είναι άλλο θέμα. Αυτό που γίνεται είναι διαδικασία επεξεργασίας του υλικού που παραλαμβάνεται.

Η ποιότητά του είναι κάτι που θα αξιολογηθεί αργότερα. Ο καρπός, της διεργασίας αυτής μπορεί να είναι αρετές, κακίες, σωστές ή μη σωστές απόψεις. Για όλα αυτά υπάρχει αξιολογικά μια επιφύλαξη, δεν αποτελεί όμως ο πλούτος των εντυπώσεων των αισθήσεων τη μόνη πηγή από την οποία αντλεί ο νους το υλικό που θα επεξεργασθεί. Υπάρχουν πράγματα που δεν είναι δυνατόν να υποπέσουν στην αντιληπτική διαδικασία των αισθήσεων γιατί τις ξεπερνούν. Επομένως δεν μπορούμε να αναφέρουμε στη φαντασία μας την αρχή κάθε αλήθειας ή πλάνης, κάθε αρετής ή κακίας.

Εκείνο που είναι άξιο θαυμασμού και δημιουργεί κατάπληξη στον παρατηρητή είναι ετούτο· πώς από τα αισθητά και παροδικά, δηλαδή από τα συνεχώς αλλοιούμενα και μεταμορφωνόμενα πράγματα δημιουργείται στην ψυχή πλήθος μόνιμων στοιχείων, όπως είναι το κάλλος, το αίσχος, ο πλούτος, η πτωχεία, η δόξα, η αδοξία και γενικά το "νοητόν φως", πρόξενο ζωής αιωνίου ή το νοητό σκοτάδι, πρόξενο κολασμών.

Η φαντασία αποτελεί, πάντα κατά τον ιερό Πατέρα, όχημα του νου προς τις αισθήσεις και η επαφή του νου με τις αισθήσεις γεννάει την "σύμμεικτον γνῶσιν". Για να γίνει αυτό αντιληπτό, μας βοηθάει η παρακολούθηση ενός φυσικού φαινομένου, η δύση του ηλίου και η ταυτόχρονη παρουσία της σελήνης. Κάθε μέρα που περνάει, η σελήνη παρουσιάζεται περισσότερο φωτεινή, έως ότου φτάση ακριβώς αντίθετα απ' τον ήλιο, οπότε φωτίζεται ολόκληρη. Όσο όμως αρχίζει να κάνη την αντίθετη κίνηση, απομακρυνόμενη από το σημείο αυτό, τόσο μειώνεται ο φωτισμός της. Οι εικόνες εντούτοις των προηγούμενων ημερών υπάρχουν εναποτεθειμένες στο νου. Έχοντας ο νους κάθε φορά ζωντανή την άμεση εντύπωση από την παρατήρηση που έκανε σε δεδομένη στιγμή, κατανοεί και τις προηγούμενες εντυπώσεις που είναι ήδη κατατεθειμένες μέσα του. Η γνώση αυτή, όπως και όποια άλλη αντίστοιχή τους, είναι προϊόν επί μέρους εντυπώσεων και κατανοήσεων που έχουν συγκεντρωθεί από συνεργασία αισθήσεων-φαντασίας-νου.


II. Φαντασία και νόηση - μέρη της φαντασίας

Οι όσιοι Κάλλιστος καί Ιγνάτιος οι Ξανθόπουλοι υπογραμμίζουν τη διαφορά φαντασίας και νοήσεως. Ο χαρακτήρας τους διαφέρει θεμελιωδώς. Η νόηση είναι ενέργεια θετική και δημιουργική ("ποίησις" ). Η φαντασία αντίθετα είναι παθητική λειτουργία και "τύπωοις άναγγελτική αἰσθητοῦ τινος ἤ ὡς αἰσθητοῦ τινος". Η φαντασία εντούτοις υπάγεται στο αντιληπτικό της ψυχής. Στη φαντασία μπορούμε νά διακρίνουμε τα εξηής μέρη ("μοίρας").

α) "Τήν τῶν ἀντιλήψεων εἰκονιστικήν (μοῖραν) πρός τά ποιοῦντα αἰσθητήν τήν ἀντίληψιν". Το τμήμα αυτό της φαντασίας μετατρέπει σε εικόνες ό,τι οδηγείται σ' αυτό δια μέσου των αισθήσεων.

β) "Τήν ἐκ τῶν μενόντων ἐγκαταλειμμάτων ἀπό τούτων ἀποτνπωτικήν (μοῖραν) τήν μή ἔχουσαν ἐπηρεισμένας ἐπί τι τάς εἰκόνας, ἥν καί ἰδίως φανταστικήν καλοῦσι". Τό τμήμα αυτό της φαντασίας έχει ως έργο την αναπαράσταση ("ἀνατύπωσιν") και παρουσίαση των εικόνων με βάση το ήδη κατατεθειμένο στη φαντασία υλικό και δεν στηρίζεται πια σε νέες εντυπώσεις. Το μέρος αυτό της φαντασίας είναι ικανό να δημιουργεί καινούργιες εικόνες από ήδη προϋπάρχουσες.

γ) Τό τρίτο μέρος της φαντασίας είναι εκείνο, στο οποίο κάθε ηδονή καί εικόνα ηδονής (λογισμός = φαντασία ἐν τῶ νῷ αἰσθητοῦ τινος πράγματος) εδράζεται γιά ό,τι θεωρείται ευχάριστο και καλό, και λύπης για ό,τι θεωρείται δυσάρεστο και κακό. Κατά τους αγίους αυτούς Πατέρες η ηδονή και η λύπη έχουν ιδιαίτερη περιοχή στη φαντασία, όπου παίζουν τον πρωτεύοντα ρόλο τους, γιατί είναι γεγονός πως τόσο η ηδονή όσο και η οδύνη επηρεάζονται αμεσώτατα από τη φαντασία, αλλά και επηρεάζουν το ίδιο άμεσα τη φαντασία.


III. Φαντασία καί αισθήσεις

Για τη σχέση αισθήσεων και φαντασίας καθώς και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους σε αντιπαράθεση μεταξύ τους μας μιλάει κατά την πατερική αντίληψη ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης στο "Συμβουλευτικόν εγχειρίδιόν" του. Περίληψη αυτής της περιγραφής παραθέτουμε αμέσως στη συνέχεια.

α) Οι αισθήσεις ενεργούν μόνο όταν είναι παρόντα τα αισθητά πράγματα. Η φαντασία λειτουργεί και χωρίς την παρουσία αισθητών πραγμάτων και όταν παύει κάθε αισθητηριακή αντίληψη.

β) Η φαντασία μπορεί να ερεθίσει και να ωθήσει τις αισθήσεις για να πραγματοποιήσουν μια ενέργεια π.χ. που θα προκαλέσει ηδονή, ώστε να την απολαύσει και πρακτικά.

γ) Η φαντασία κινείται πολύ πιο γρήγορα από τις αισθήσεις και μπορεί να κινητοποιήσει την καρδιά, ώστε να πραγματοποιήσει συνδυασμούς που αυτή (η φαντασία) κάνει.

δ) Η φαντασία κατά κάποιο τρόπο "υποστατικοποιεί" και προβαίνει σε "εξεικονισμόν" των διαφόρων αισθημάτων, δηλαδή των εντυπώσεων που δέχεται δια μέσου των αισθήσεων. Γι' αυτό και η ενέργεια της φαντασίας αποτελεί δυνατή ώθηση για την πραγμάτωση αυτού που μέσα της εξεικονίζει. Και όσο πιο πολύ επιθυμεί κανένας κάτι, τόσο και πιο πολύ εναργής και ζωηρή γίνεται η εικόνα του μέσα στη φαντασία και αντίστροφα.

ε) Οι αισθήσεις διαβιβάζουν απλώς ό,τι δέχονται για διαβίβαση. Η φαντασία επεξεργάζεται το υλικό που της αποστέλλεται δια μέσου των αισθήσεων.

στ) Η φαντασία δύσκολα εξαλείφει εικόνες που αποτυπώνονται σ' αυτήν δια μέσου των αισθήσεων.

ζ) Η φαντασία, τέλος, δημιουργεί μέσα της εικόνες εκ του μη όντος, από το τίποτε, με επεξεργασία αισθημάτων και εντυπώσεων που της έστειλαν οι αισθήσεις, είτε με προσθήκες είτε με αφαιρέσεις, είτε με συνδυασμούς των στοιχείων που διαθέτει και όταν ο άνθρωπος βρίσκεται σε εγρήγορση και όταν κοιμάται και ονειρεύεται. Κατά τη διάρκεια του ύπνου η φαντασία συνεχίζει τη δραστηριότητά της και δημιουργεί τα γνωστά μας όνειρα, που δεν είναι παρά εικόνες συνήθως μεταπλασμένες και μεταμορφωμένες, ανάξιες προσοχής.


IV. Φαντασία καί ηδονή

Ο ρόλος της φαντασίας στο ζήτημα που μας απασχολεί εδώ είναι κεντρικός. Η φαντασία είναι εκείνη, που, όπως αναφέρθηκε, ωθεί στην απόλαυση της ηδονής και διά μέσου της στην αμαρτία. Γι' αυτό και τονίζεται με ιδιαίτερη έμφαση από τους αγίους Πατέρες η σημασία της ως προς το θέμα μας.

Οι όσιοι Κάλλιστος και Ιγνάτιος οι Ξανθόπουλοι χαρακτηρίζουν τη φαντασία ως "ποικιλόμορφον" σαν το μυθικό Δαίδαλο και "πολυκέφαλον" σαν τη μυθική Ύδρα και "οιόν τι γέφυραν τών δαιμόνων", γιατί διά μέσου της έρχονται σε επαφή με την ψυχή και την καθιστούν, αν τους αποδεχθεί, "σίμβλον κηφήνων" (κυψέλη κηφήνων) και "ἐννοιῶν ἀκάρπων καί ἐμπαθῶν οἰκητήριον".

Με τη φαντασία είναι πολύ εύκολη η πτώση στην αμαρτία πρώτα ως συγκατάθεση και έπειτα ως πράξη. Γι' αυτό παρατηρεί σχετικά ο άγιος Μάξιμος:

"Όπως το σώμα έχει για κόσμο του τα πράγματα, έτσι και ο νους έχει για κόσμο του τα νοήματα, δηλαδή τις εικόνες που σχηματίζει μέσα του. Και όπως το σώμα πραγματοποιεί την πορνεία με το σώμα της γυναίκας, έτσι και ο νους πραγματοποιεί την πορνεία με την έννοια της γυναίκας, δηλαδή με εικονική της παράσταση μέσα του. Βλέπει δηλαδή την εικόνα του δικού του σώματος να προβαίνει σε μείξη με την εικόνα του γυναικείου σώματος κατά διάνοιαν. Με τον ίδιο τρόπο αποκρούει με την εικόνα του σώματός του κατά διάνοιαν τη μορφή εκείνου που τον λύπησε. Το ίδιο συμβαίνει και με τα ἀλλα αμαρτήματα. Αυτά δηλαδή που διαπράττει ενεργώς το σώμα στον κόσμο των πραγμάτων, αυτό κάνει και ο νους στον κόσμο των νοημάτων, δηλαδή με τη φαντασία του".

Και αλλού υπογραμμίζει ο ίδιος· "ὁ νοῦς διά τῶν ἐμπαθῶν νοημάτων ἁμαρτάνει" και εννοεί τις εικόνες που σχηματίζονται στη φαντασία.

Θεωρείται τόσο σημαντική η κυριαρχία του νου πάνω στη φαντασία και η τέλεια χειραγώγησή της από την πατερική διδαχή, ώστε μας λέει ότι δεν είναι δυνατή ούτε η καθαρά προσευχή ούτε η απάθεια χωρίς αυτήν την κυριαρχία. Με την απάθεια εννοείται, όπως και ο όρος δηλώνει πρωταρχικά, η ελευθερία του νου από κάθε πάθος. Πραγματική προσευχή είναι η προσευχή εκείνη που γίνεται "ἀφαντάστως, ἀσχηματίστως, ἀδιατυπώτως, ὅλως ὅλῳ νοΐ καθαρῷ καί ψυχῇ καθαρᾷ". Και τέλεια απάθεια είναι εκείνη, κατά την οποία πετυχαίνεται "καί αὐτῆς τῆς ψιλῆς φαντασίας παντελής κάθαρσις". Αμόλυντος νους είναι αυτός που είναι εντελώς απαλλαγμένος και από αυτή την απλή εικόνα μέσα στη φαντασία κάποιου πάθους ή κάποιας αμαρτίας. Τότε ισχύει "ἡ κατά διάνοιαν πάντων τῶν παθῶν τελεία ἀπόθεσις" "οὐκ ἔχουσα τάς φαντασίας τῶν αἰσθητῶν εἰδοποιούσας αὐτῇ τῶν παθῶν τάς εἰκόνας" (η τέλεια απομάκρυνση από τη διάνοια όλων των εντυπώσεων των αισθητών πραγμάτων που δίνουν μορφή στα πάθη και τα αισθητοποιούν, αυτό σημαίνει τέλεια απαλλαγή από την κατάσταση κυριαρχίας παθών μέσα στην ψυχή). Με τον τρόπο αυτό δεν έχει πια θέση η ηδονή στη διάνοια και ειδικώτερα στη φαντασία και επομένως καμιά δύναμη για να σπρώξει τον άνθρωπο στην αμαρτία μέσω της φαντασίας. 
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...