Tuesday, 4 June 2013

Γιατί θυμιάζουμε;

 
Του Μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χριστοδούλου 

Το θυμίαμα στη λατρεία του Θεού εχρησιμοποιείτο και από τους Εβραίους και από τους ειδωλολάτρες. Ήταν δείγμα αναγνώρισης της υπερέχουσας αξίας του Θεού, ήταν σύμβολο υποταγής και αφοσίωσης. Στην Παλαιά Διαθήκη έχουμε την περιγραφή του και το μείγμα από το οποίο απετελείτο. Συγκεκριμένα, στο Εξόδου 30, 34-38 ο Θεός δίδει εντολή να αποτελείται το θυμίαμα από 4 συστατικά στοιχεία, από σταχτή, όνυχα, χαλβάνη και λίβανο. Γι’ αυτό και οι έννοιες «θυμίαμα» (ή μοσχοθυμίαμα) και «λιβάνι» δεν ταυτίζονται.
Το λιβάνι είναι ένα από τα στοιχεία από τα οποία απαρτίζεται το θυμίαμα
Στα χρόνια του Κυρίου το εβραϊκό θυμίαμα απετελείτο από 13 αρωματώδη στοιχεία, όπως μαρτυρεί ο Ιώσηπος. Η Σκηνή του Μαρτυρίου περιείχεν, εκτός των άλλων, και το «χρυσούν θυμιατήριον», μέσα στο οποίον έκαιαν κάρβουνα και ο Ιερέας πετούσε αρκετό θυμίαμα και έπειτα γονάτιζε και προσευχόταν στον Θεό. Στο ναό του Σολομώντος υπήρχε το θυσιαστήριον του θυμιάματος, στο οποίο εθυμίαζε κάθε ημέρα ένας Ιερεύς. Ο Ιερεύς δε, που του έπεφτε ο κλήρος να θυμιάσει, εθεωρείτο ότι αξιωνόταν μεγάλης τιμής από τον Θεό. Τούτο συνέβη και με τον Ζαχαρία, πατέρα του τιμίου Προδρόμου, που κατά την ώρα του θυμιάματος δέχθηκε από τον Άγγελο την πληροφορία ότι θα γεννήσει σ’ αυτή την προχωρημένη ηλικία και με τη γυναίκα του στείρα τον Βαπτιστή. Η ώρα του θυμιάματος στους Εβραίους ήταν συγκλονιστική για τους συμβολισμούς της.
Και οι ειδωλολάτρες χρησιμοποιούσαν θυμίαμα στη λατρεία τους, όπως οι αρχαίοι Έλληνες, οι Αιγύπτιοι, οι Φοίνικες, οι Ασσύριοι, οι Βαβυλώνιοι κλπ. Σας υπενθυμίζω τις περιπτώσεις αγίων χριστιανών μαρτύρων που, επειδή δεν εδέχθησαν να ρίψουν θυμίαμα εμπρός στα είδωλα, εθυσιάσθησαν οι ίδιοι.
Θυμίαμα προσεφέρετο και προς τον Ρωμαίο Αυτοκράτορα, που ελατρεύετο ως Θεός. Το ίδιο συνέβαινε και για άλλους επιφανείς ανθρώπους που είχαν δοξασθή από τους ανθρώπους. Κατά τον ιστορικό Θεοδώρητο, ο Ιουλιανός Παραβάτης αξίωνε να του καίνε θυμίαμα.
Συμβολισμοί
Η χριστιανική θρησκεία παρέλαβε από τους Εβραίους το θυμίαμα και το καθιέρωσε και στη δική της λατρεία.
Του προσέδωσε δε πνευματικούς συμβολισμούς, που αξίζει να θυμηθούμε. 

1. Το θυμίαμα εν πρώτοις συμβολίζει την προσευχή, που ανεβαίνει προς τον θρόνον του Θεού. «Κατενθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιόν Σου…». Είναι η ορμή της ψυχής προς τα άνω.
Και ταυτόχρονα συμβολίζει και την ζέουσαν επιθυμία μας να γίνει η προσευχή μας δεκτή «εις οσμήν ευωδίας πνευματικής». Γράφει ο ιερός Χρυσόστομος «ώσπερ το θυμίαμα και καθ’ εαυτό καλόν και ευώδες, τότε δε μάλιστα επιδείκνυται την ευωδίαν, όταν ομιλήση τω πυρί. Ούτω δε και η ευχή καλή μεν καθ’ εαυτήν, καλλίων δε και ευωδεστέρα γίνεται, όταν μετά και ζεούσης ψυχής αναφέρηται, όταν θυμιατήριον η ψυχή γένηται και πυρ ανάπτη σφοδρόν». Γι’ αυτό και πρέπει να διδάσκουμε το λαό ότι, όταν προσεύχεται, καλόν είναι να καίει θυμίαμα στο σπίτι.
 
2. Συμβολίζει ακόμη τις γλώσσες πυρός της Άγιας Πεντηκοστής, όταν ο Κύριος εξαπέστειλε στους Μαθητές Του το Πανάγιόν Του Πνεύμα «εν είδει πυρίνων γλωσσών». Στην ευχή που λέγει ο ιερεύς, όταν ευλογεί το θυμίαμα στην Πρόθεση, αναφέρει «Θυμίαμα Σοι προσφέρομεν Χριστέ ο Θεός εις οσμήν ευωδίας πνευματικής, ο προσδεξάμενος εις το υπερουράνιόν Σου θυσιαστήριον, αντικατάπεμψον ημίν την χάριν του Παναγίου Σου Πνεύματος». Με το θυμίαμα δηλ. ζητούμε από τον Κύριο να μας στείλει την αγιοπνευματικήν Του χάρι. Γι’ αυτό και οι πιστοί, όταν τους θυμιάζει ο Ιερεύς, κλίνουν ελαφρώς την κεφαλή σε δείγμα αποδοχής της χάριτος αυτής. Ο άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης ερμηνεύει ως εξής την σημασίαν του θυμιάματος:
«Δηλοί την απ’ ουρανού χάριν και δωρεάν εκχυθείσαν τω κόσμον διά Ιησού Χριστού και ευωδίαν του Πνεύματος και πάλιν εις τον ουρανόν δι’ αυτου αναχθείσαν». 

3. Το ευώδες θυμίαμα συμβολίζει εξ άλλου και τον αίνον, που απευθύνεται προς τον Θεό. Η καύση του θυμιάματος σημαίνει τη λατρεία και τον εξιλασμό. Το δε ευχάριστο συναίσθημα, που δημιουργείται από το άρωμα του θυμιάματος σε όλο το χώρο του Ι. Ναού, σημαίνει την πλήρωση της καρδιάς μας από τη θεία ευαρέστηση, που είναι ο καρπός της αγάπης μας προς τον Θεό. Στην περίπτωση αυτή κάθε πιστός μετατρέπεται σε «ευωδίαν Χριστού». 

4. Το δε θυμιατήριον, που καίγονται τα κάρβουνα και τοποθετείται το θυμίαμα, συμβολίζει την κοιλίαν της Θεοτόκου, η οποία δέχθηκε στα σπλάγχνα της σωματικώς την Θεότητα, που είναι «πυρ κατανάλισκαν», χωρίς να υποστή φθοράν ή αλλοίωση. Κατά τον Άγιο Γερμανό, Πατριάρχη Κων/λεως «Ο θυμιατήρ υποδεικνύει την ανθρωπότητα του Χριστού, το πυρ την θεότητα και ο ευώδης καπνός μηνύει την ευωδία του Αγίου Πνεύματος προπορευομένην».
Και αλλού: «Η γαστήρ του θυμιατηρίου νοηθείη αν ημίν η ηγιασμένη μήτρα της Θεοτόκου φέρουσα τον θείον άνθρακα Χριστόν, εν ω κατοικεί παν το πλήρωμα της θεότητας σωματικώς. Διό και την οσμήν της ευωδίας αναδίδωσιν ευωδιάζον τα σύμπαντα». Με απλά λόγια και ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός περιγράφει αυτόν τον συμβολισμόν, λέγοντας: «Το θυμιατό σημαίνει την Δέσποινα, την Θεοτόκο. Όπως τα κάρβουνα είναι μέσα στο θυμιατό και δεν καίεται, έτσι και η Δέσποινα η Θεοτόκος εδέχθηκε τον Χριστόν και δεν εκάηκε, αλλά μάλιστα εφωτίσθηκε». 

Λειτουργική Χρήση
 

1. Η Εκκλησία μας εισήγαγε το θυμίαμα με νέους συμβολισμούς στη θεία λατρεία από την αρχή. Κατά τον 3ο Αποστολικό Κανόνα μόνο θυμίαμα και έλαιο είναι επιτρεπτά στο Άγιον Θυσιαστήριον. Ο δε Ιουστινιανός εδώρησε στην Άγια Σοφία 36 χρυσά θυμιατήρια με πολύτιμους λίθους, κατά δε μαρτυρίαν του Κωνσταντίνου Πορφυρογεννήτου οι βασιλείς στο Βυζάντιο εισερχόμενοι στην εκκλησία προσέφεραν θυμίαμα στα ειδικά θυμιατήρια, τα καλούμενα «καπνιστά».
Το θυμιατόν, κατά ταύτα, ως ένα ιερό σκεύος αφιερωμένο στη λατρεία του Θεού, πρέπει να είναι καθαρό και όχι μαυρισμένο από τον καπνό, να είναι από καλό μέταλλο και όχι ευτελές και να συμμορφώνεται ως προς το σχήμα προς την λειτουργική παράδοση της Εκκλησίας μας. Το «κατζίον» είναι ειδικής χρήσεως θυμιατόν, που χρησιμοποιείται στις Αγρυπνίες και στις κατανυκτικές Ακολουθίες της Μεγ. Τεσσαρακοστής και της Μεγ. Εβδομάδος. Το δε χρησιμοποιούμενο θυμίαμα πρέπει να είναι αρωματώδες, ως εκείνο πού παράγεται στο Άγιον Όρος και στις άλλες μονές μας. Από εκεί να το προμηθεύεσθε, πρώτον μεν διότι παρασκευάζεται με προσοχή και ευλάβεια, δεύτερον δε διότι προμηθευόμενοι αυτό ενισχύετε οικονομικά τις πτωχές μονές. 

2. Θυμίαμα χρησιμοποιείται σε όλες τις εκκλησιαστικές Ακολουθίες και δη κατά την έναρξή των. Και στα επτά Μυστήρια επίσης. Δυστυχώς σήμερα αυτό έχει εγκαταλειφθεί αδικαιολογήτως, ενώ θα έπρεπε να επανέλθει. Η Βάπτιση π.χ. μπορεί και πρέπει να αρχίζει με θυμίαμα, το ίδιο και το Ευχέλαιο. Ο Εσπερινός και η Θεία Λειτουργία τελούνται σήμερα με χρήση θυμιάματος, το οποίον όμως δέον να προσφέρεται κατά την τάξιν.

3. Ειδικότερον, του θυμιάματος προηγούνται:
α. Η προετοιμασία του θυμιατού με το άναμμα των ανθράκων. Τα εν χρήσει «καρβουνάκια» χρειάζονται προσοχή, διότι κατά το άναμμα βγάζουν αποπνικτικό καπνό που ενοχλεί.
Γι’ αυτό και πρέπει να ανάπτονται μακριά από το λαό, είτε σε μια άκρη του Ιερού, άλλοτε και έξω από αυτό. Επίσης, χρειάζεται προσοχή κατά το άναμμα, διότι εκσφενδονίζονται μικρές καύτρες που μπορεί να προκαλέσουν ζημιές σε τραπεζομάνδηλα ή στα χαλιά. Ποτέ δεν ανάπτεται το θυμιατό εμπρός στην Άγια Τράπεζα. Προτιμότερη είναι η χρήση καρβουνόσκονης, που ούτε «πετάει» καύτρες, ούτε βγάζει καπνό. Ευνόητο είναι ότι θα πρέπει να αποφεύγεται η χρησιμοποίηση του θυμιατού χωρίς αναμμένα κάρβουνα.
β. Η τοποθέτηση του θυμιάματος. Το ορθόν είναι το θυμίαμα να το προσφέρει Αρχιερεύς-όταν λειτουργεί- ή ο Ιερεύς, τοποθετώντας ο ίδιος το «λιβάνι» μέσα στο θυμιατό. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει σε ευπρεπές δοχείο τοποθετημένο το θυμίαμα και με ένα κουταλάκι παίρνει από αυτό, συνήθως προσφερόμενο από ένα παιδί, το αναγκαίο θυμίαμα και το τοποθετεί επάνω στα κάρβουνα. Η χειρονομία είναι βέβαια συμβολική, δηλ. εντάσσεται και αυτή μέσα στους άπειρους συμβολισμούς, που υπάρχουν στη λατρεία μας. Είναι όμως και χαρακτηριστική, διότι δείχνει με απτό τρόπο ότι το θυμίαμα προσφέρεται από τον ίδιο τον λειτουργό.
γ. Η ευλόγηση αυτού από τον Αρχιερέα, αν χοροστατεί ή λειτουργεί, ή από τον ίδιον τον Ιερέα. Η ευλόγηση είναι διαφορετική στην «κάλυψη» των θείων δώρων και σε όλες τις άλλες περιπτώσεις. Δηλ., όταν πρόκειται να «καλύψει» τα Άγια ο Αρχιερεύς ή ο Ιερεύς, προσφερομένου του Θυμιάματος, λέγει την ευχή «Θυμίαμα Σοι προσφέρομεν, Χριστέ…» και το ευλογεί. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις λέγει «Ευλογητός ο Θεός ημών…» και ευλογεί με το χέρι. 

4. Το θυμίαμα πραγματώνει κατά περίπτωσιν είτε ο Αρχιερεύς, είτε ο Ιερεύς, είτε ο Διάκονος. Εις τον Εσπερινό και τον Όρθρο θυμιά ο Διάκονος, εάν υπάρχει, ή ο Ιερεύς. Εάν δεν χοροστατεί Αρχιερεύς, την ευλόγηση του δίδει ο Ιερεύς. Εάν όμως παρίσταται Αρχιερεύς χοροστατών προσάγεται προς αυτόν το θυμίαμα και εκείνος ευλογεί από του αρχιερατικού Θρόνου. Ο λαμβάνων την ευλογίαν θυμιά τρις τον Αρχιερέα. Στην περίπτωση αυτή ο θυμιών εισέρχεται στο Άγιον Βήμα και θυμιά την Αγίαν Τράπεζαν, τους παρόντες Ιερείς και εξέρχεται του Βήματος, που θυμιά τις εικόνες του τέμπλου και πάλιν τον Αρχιερέα 9κις, και εν συνεχεία τον λαόν.
Επιστρέφων στον Σολέα θυμιά 9κις τον Αρχιερέα, μετά πάλιν τις εικόνες του τέμπλου, και εισερχόμενος στο Άγιον Βήμα θυμιά πάλιν πέριξ την Αγίαν Τράπεζα, την Πρόθεση, τους εντός του Βήματος κλπ.
5. Θυμίαμα προσφέρεται κατά την έναρξη της Θείας Λειτουργίας, κατά την ψαλμώδηση του Απολυτίκιου, προ της Αναγνώσεως του Ευαγγελίου, κατά τον Χερουβικόν ύμνον, μετά τον καθαγιασμόν, κατά το «Ορθοί, μεταλαβόντες…». Μετά την καθιέρωση, στα όρια της Ι. Αρχιεπισκοπής και μερικών άλλων Ι. Μητροπόλεων, της μελωδικής αποδόσεως του «Αλληλουιαρίου», το θυμίαμα προ του Ευαγγελίου γίνεται κατά την ώραν αυτήν με άνεση και χωρίς να παρενοχλείται κανείς.
6. Είθισται ψαλλομένου του Χειρουβικού να εξέρχεται ο Αρχιερεύς ή ο Ιερεύς στην Ωραία Πύλη και να θυμιά τις εικόνες του τέμπλου, όταν ο ιεροψάλτης φθάσει εις την λέξιν «Τριάδι». Η σύνδεση της λέξεως αυτής με την έξοδον από του Αγίου Βήματος δεν ευρίσκει κανένα εννοιολογικό έρεισμα. Όμως έχει επικρατήσει και τηρείται από πολλούς ιερουργούς. Διαφορετική είναι η περίπτωση της ενάρξεως του θυμιάματος στον Εσπερινό, όταν ο ιεροψάλτης φθάσει στη λέξη «ως θυμίαμα ενώπιον Σου». Την έξοδο στο «Τριάδι» φαίνεται ότι επέβαλαν πρακτικοί λόγοι, επειδή τότε περίπου ο Ιερεύς έχει τελειώσει την Ανάγνωση της ευχής του Χερουβικού ύμνου.
Άλλωστε, η παλαιά τάξη ήταν να θυμιά ο Διάκονος καθ’ ον χρόνον ο Ιερεύς ανεγίνωσκε την ευχήν.
7. Ο τρόπος χειρισμού του θυμιατηρίου προϋποθέτει εμπειρίαν και ζήλον. Πολλοί ιερουργοί, ιδίως νεοχειροτόνητοι, δεν γνωρίζουν πώς γίνεται το θυμιάτισμα, δηλ. πώς πιάνουμε το θυμιατό, πώς το κινούμε με χάρι, πώς το κατευθύνουμε όπου πρέπει, πώς αποφεύγουμε ζημιές, με αποτέλεσμα να δείχνουν αδεξιότητα και να στερούν τον απαραίτητο παλμό από το θυμιάτισμα. Και βέβαια είναι απόβλητη η συνήθεια πολλών αδαών ή και αδεών, να θυμιατίζουν πολύ γρήγορα και έντονα, χωρίς τη δέουσα ιεροπρέπεια, όπως και άλλων που με πολύ δισταγμό σηκώνουν το χέρι των, αποδίδοντες στο θυμιάτισμα νωχελικό ρυθμό. Ούτε το ένα, ούτε το άλλο ενδείκνυται. Το ένα προδίδει «παρρησίαν», το άλλο αμηχανία. Χρειάζεται χειραγωγία από έμπειρους προς αρχαρίους. Το θυμιατόν κινεί το δεξιό χέρι με σταθερότητα, αλλά και με ευπρέπεια. Κατά το θυμιάτισμα είτε του Αρχιερέως, είτε των ιερών εικόνων, ο θυμιών Διάκονος ή ο Ιερεύς κλίνει ελαφρώς τον αυχένα μετά από κάθε τριττή κίνηση. Χρειάζεται, επίσης, προσοχή να μη πεταχθούν έξω τα κάρβουνα. Η τέχνη του θυμιάν αποβλέπει στην αποφυγή και τέτοιων αδεξίων κινήσεων.
8. Το θυμίαμα με το «κατζίον» θέλει και αυτό την τέχνην του. Το «κατζίον» έχει συνήθως 1 ή 3 κουδουνάκια. Ο χειριζόμενος αυτό οφείλει να το κινεί κατά τρόπον που να επιτρέπει στα κουδουνάκια να ακούγονται ελαφρώς. Με το ιερό αυτό σκεύος ο ιερουργός σχηματίζει στον αέρα το σημείον του Σταυρού, αντί άλλης κινήσεως.
 
 Πηγή-agiosmgefiras.blogspot.gr/

Γέρων Παΐσιος- Πνευματικός από κοντά


Όπως κανείς φροντίζει ο οικογενειακός γιατρός να βρίσκεται, όσο το δυνατόν, κοντά του, έτσι πρέπει να φροντίση και ο πνευματικός να βρίσκεται κοντά του. Ένας γιατρός, όταν είναι κοντά στον άρρωστο, μπορεί να τον βοηθήση καλύτερα από καθηγητές πανεπιστημίου – έστω και αν δεν έχη τόση πείρα -, γιατί μπορεί να τον παρακολουθή συστηματικά και, αν χρειασθή, θα τον στείλη στον ειδικό γιατρό. Μου έκανε εντύπωση το εξής, όταν ήμουν στο Σανατόριο[1] : Πολλοί πλούσιοι που είχαν φυματίωση έμεναν στο σπίτι τους και πήγαιναν εκεί καθηγητές πανεπιστημίου, για να τους κάνουν θεραπεία. Αποδείχθηκε όμως ότι η θεραπεία δεν είχε κανένα αποτέλεσμα, γιατί δεν μπορούσαν να τους παρακολουθούν συστηματικά. Γι’ αυτό αναγκάσθηκαν να δημιουργήσουν στο Σανατόριο ξεχωριστά τμήματα, για να νοσηλεύωνται εκεί, ώστε να παρακολουθούνται συστηματικά.
Θέλω να πω ότι, όπως ο γιατρός από κοντά παρακολουθεί τον άρρωστο, όταν του δίνη κάποια θεραπεία, βλέπει αν τα φάρμακα που του έδωσε τον βοηθούν ή έχουν παρενέργειες κ.λπ., και ανάλογα αυξάνει ή ελαττώνει την δόση και, αν χρειασθή, μπορεί ακόμη και να αλλάξη την θεραπεία, έτσι και ο πνευματικός πρέπει από κοντά να παρακολουθή την ψυχή, γιατί κατά καιρούς παρουσιάζει διάφορες αλλαγές και αντιδράσεις, τις οποίες από μακριά δεν μπορεί να παρακολουθήση, για να τον βοηθήση αποτελεσματικά. Μια φορά είχα πει σε μια ψυχή που είχε έναν πειρασμό: «Θα κάνης αυτό και θα δης ότι θα το ξεπεράσης». Πράγματι μ’ άκουσε και το ξεπέρασε. Μετά από λίγο καιρό είχε έναν τελείως αντίθετο πειρασμό, τον αντιμετώπισε με τον ίδιο τρόπο και ταλαιπωρήθηκε! Μπορούσε η ευλογημένη να στείλη έναν άνθρωπο ή να γράψη ένα γράμμα, για να με ρωτήση τι έπρεπε να κάνη, αφού αντιμετώπιζε άλλη δυσκολία. Θα της έδινα άλλο φάρμακο, δηλαδή άλλη συμβουλή. Δυσκολεύτηκε να με ρωτήση, επειδή ήμουν μακριά. Γι’ αυτό εγώ από μακριά δεν συνηθίζω να δίνω συμβουλές, αν δεν γνωρίζω καλά τον άνθρωπο και δεν έχω στενή επικοινωνία μαζί του.

Παραπομπές
[1] Το 1966 ο Γέροντας έκανε στο Σανατόριο εγχείρηση στους πνεύμονες, επειδή έπασχε από βρογχεκτασία.


'Why doesn't the priest look at us, but looks instead to the sanctuary?'

 Holy Meteora

...the Royal Doors open and the priest appears in the sanctuary.

Why, though, doesn't he look at us, but looks instead to the sanctuary? When the priest stands in front of the altar, he is praying, and imploring, and calling upon Christ as our intercessor. And, afterwards, when the priest make the Entry, he will again pass through our midst without so much as glancing in our direction. It is he who goes ahead of us, who ascends, who leads us on the road to heaven.

What is the significance of this behavior? Why does the priest always go in front of us without looking at us? Pay attention to this in order to understand.


Have you ever been up to the monasteries of Meteora? 


Have you gone, for instance, to the Monastery of the Great Meteoron? In the old days, people had to be pulled up there in a net. The gate-keepers would put them in it, close [the visitor's] eyes so they wouldn't get dizzy, and the monks would haul them up with a winch. Later on, they built a little path, extremely narrow, and wedged tightly up against the rock, which ran in the direction of the Metamorphosis mountain. So when a visitor came, how did he manage to climb up this very narrow pathway? If he looked down, over the edge of the precipice, he would surely have collapsed and been lost. But in those days a monk used to come down, and he would offer the visitor his cassock to hold and say to him: "As I climb up and look upwards, you hold on to me. We'll go up together. But don't look down. If you look down you'll fall, and you'll pull me down as well". And so the monk would take him up the narrow, little path, with the visitor's heart pounding, because he knew that below was the abyss. [The monk] took [the visitor] up, circling round and round, and when they arrived at the summit, [the monk] would say: "Ah! Here is Christ!"

This is precisely what the priest does. He takes us up the narrowest pathway. Be careful. Don't look down, lest something earthly should lead you astray. Keep your heart on high, your mind like an eagle, so that it can cut through the clouds and fly up into the heavens! Land animals can't fly, so be an eagle! Look up!

- Archimandrite Aimilianos (Vafeidis) of Simonopetra, "The Divine Liturgy: The Window of Heaven", a sermon delivered in the church of St. Nicholas, Trikala, Greece, 31 January 1971 in The Church at Prayer: The Mystical Liturgy of the Heart, ed. The Holy Convent of the Annunciation, Ormylia, Greece (Athens: Indiktos, 2005), pp. 76-77.

Monday, 3 June 2013

ΕΝΑ ΓΡΑΜΜΑ ΜΕ ΞΕΧΩΡΙΣΤΉ ΣΗΜΑΣΙΑ...


Αγαπημένε μου.
Σε παρακολούθησα χθες, στην κουραστική και ανιαρή σου καθημερινότητα, και, δεν στο κρύβω, χάρηκα ιδιαίτερα.
Πρώτα σε είδα να σηκώνεσαι το πρωί και να ξεκινάς τη μέρα σου χωρίς προσευχή, και αυτό, πίστεψέ με, με γέμισε χαρά. Αν θυμάμαι καλά, ούτε το προηγούμενο βράδυ σε είδα να γονατίζεις να κλείσεις τη μέρα σου με προσευχή, ούτε καν πριν από το φαγητό σου δεν προσεύχεσαι πια και μου αρέσει πολύ αυτό, με κάνει ιδιαίτερα ευτυχισμένο.
Δεν βρίσκω λόγια να σου εκφράσω πόση χαρά μου δίνει να βλέπω τη ζωή σου να αλλάζει... Οι σκέψεις σου, οι προτιμήσεις σου, οι κινήσεις σου, οι επιλογές σου, το περιεχόμενο της κάθε σου μέρας. Ανόητε, δεν το καταλαβαίνεις ότι είσαι δικός μου;
Σε παρακολουθώ την ώρα της εκκλησίας, που υποτίθεται ότι πηγαίνεις να ακούσεις ένα κήρυγμα. Εσύ ταξιδεύεις κυριολεκτικά. Όλοι γύρω σου νομίζουν ότι προσέχεις το κήρυγμα, αλλά εσύ σκέφτεσαι τα δικά σου, τις δουλειές σου, τις επιθυμίες σου. Ακόμα και την ώρα της προσευχής μπορεί να σκύβεις το κεφάλι και να κλείνεις τα μάτια, αλλά κάθε άλλο παρά προσεύχεσαι. Συνεχίζεις να σκέφτεσαι τα δικά σου, να καταστρώνεις σχέδια, να επεξεργάζεσαι τις δουλειές σου. Και οι άλλοι γύρω σου σε βλέπουν σκυφτό και νομίζουν ότι προσεύχεσαι μαζί τους. Σε χαίρομαι που έχεις αρχίσει να ξαναγίνεσαι υποκριτής! Για κάποιο διάστημα το 'χα χάσει αυτό και με ανησυχούσε πολύ. Τότε που έλεγες όλες αυτές τις ανοησίες ότι αναγεννήθηκες, ότι πίστεψες και έδωσες την καρδιά σου στον Χριστό... Τι λες τώρα, σε ποιον τα λες αυτά; Ποια καρδιά έδωσες; Ρώτα εμένα να σου πω πού είναι καρδιά σου...Ακόμα και την ώρα της κοινωνίας του σώματος και του αίματος του Χριστού, όταν παίρνεις μέρος στο Δείπνο του Κυρίου, εσύ ταξιδεύεις. Είναι φανερό ότι το έχεις συνηθίσει πια και δεν σου λέει τίποτα. Πάλι τις δουλειές σου σκέφτεσαι, πάλι κουβεντούλα έχεις με τον εαυτό σου, πάλι με τα δικά σου ασχολείσαι. Βλέπω ότι άρχισες να το βαριέσαι κιόλας, κι αυτό με χαροποιεί ιδιαίτερα. Μπράβο σου, έχεις κάνει μεγάλη πρόοδο από τότε που σε έχασα για λίγο, και αυτό με κάνει ιδιαίτερα περήφανο... Είσαι άξιος συγχαρητηρίων.
Δεν στο κρύβω, όταν σε πρωτοείδα να πηγαίνεις στην εκκλησία, να λες ότι μετανόησες για τις αμαρτίες σου, ότι πίστεψες, εγώ ταράχτηκα και ένιωσα ότι σε χάνω. Αλλά δεν σταμάτησα. Με ξέρεις εμένα πόσο υπομονετικός και μεθοδικός είμαι. Από αυτά που βλέπω στη ζωή σου κάθε σου μέρα, είμαι σίγουρος ότι είσαι δικός μας.
Δε θέλει δα και φοβερή εξυπνάδα για να καταλάβει κανείς πού βρίσκεσαι και ποιο είναι το πραγματικό αφεντικό σου. Είσαι υποκριτής, λες ψέματα, πολλά ψέματα, και μάλιστα με τον πιο φυσικό τρόπο. Λες ψέματα και στον ίδιο τον Θεό. Να σου φανερώσω κάτι, που μάλλον θα σε τρομάξει. Αυτό ούτε εγώ δεν τολμάω να το κάνω. Όταν στέκομαι μπροστά Του, Τού λέω αυτό που πιστεύω στην πονηρή μου καρδιά, που είναι γεμάτη κακία για όλους σας, και για Εκείνον. Αλλά ψέματα δεν τολμάω να Του πω, εσύ όμως Του λες.
Βλέπω ότι άρχισες να λερώνεις σιγά-σιγά την...«καθαρή και άγια» καρδιά σου, μπροστά στην τηλεόραση για παράδειγμα, με αυτά που διαλέγεις να παρακολουθείς, ιδιαίτερα τα βράδια, τα περιοδικά που ξεφυλλίζεις ή κρυφοκοιτάς, το περιεχόμενο που έχεις στη σκέψη σου και που ανεβαίνει στην καρδιά σου.
Έχεις στην καρδιά σου μίσος και ζήλια. Λες ότι σε καθάρισε ο Χριστός, από τι σε καθάρισε; Εγώ, από αυτά που βλέπω στη ζωή σου κάθε μέρα, δεν αντιλαμβάνομαι να 'χει αλλάξει κάτι επάνω σου, και αυτό με ευχαριστεί ιδιαίτερα. Και κλέβεις όταν μπορείς, και μοιχεύεις, και πάθη έχεις, και αδυναμίες, και το κουτσομπολιό σου αρέσει, και κατηγορείς εύκολα και άδικα τον διπλανό σου, και ασέβεια έχεις, είσαι τεμπέλης, είσαι αδιάφορος, η ζωή σου είναι ένα ελεεινό παράδειγμα στα παιδιά σου. Το βέβαιο είναι ότι αν βγάλει κανείς έξω τα Χριστούγεννα και το Πάσχα, την υπόλοιπη χρονιά δεν σου λέει τίποτα ο Ιησούς, ούτε που Τον θυμάσαι, ούτε που Τον λογαριάζεις. Μόνη εξαίρεση, αν Τον χρειαστείς για καμιά δουλειά, καμιά εξυπηρέτηση, να βάλει ένα χεράκι... να συγχωρήσει καμιά αμαρτία...
Είχα δίκιο τελικά, όταν έλεγα σε όλους εδώ στην παρέα, ότι σε ξέρω καλά και ότι πολύ σύντομα θα είσαι πάλι μαζί μας, πάλι δικός μας.
Σε βλέπω τώρα πώς κοιτάζεις τον κόσμο μου, πώς σου αρέσουν οι βιτρίνες, τα ακριβά ψώνια, με τι λαχτάρα κοιτάζεις τα πολυτελή, αστραφτερά αυτοκίνητα. Να σου πω κάτι; Έτσι γίνομαι κι εγώ παιδί του Θεού... να Τον έχω δηλαδή να με συγχωρεί, να με βοηθάει, να με ευλογεί, κι εγώ να κρυφοκοιτάζω με αγάπη τον κόσμο. Τελικά δεν είσαι τόσο έξυπνος όσο νόμιζα, γιατί αν ήσουν θα καταλάβαινες ότι αυτά που σκέφτεσαι δεν γίνονται στην πράξη. Μοιρασμένο δεν σε θέλει κανένας μας. Ούτε Αυτός, ούτε εγώ. Σε θέλουμε ολόκληρο και ολόψυχα δικό μας. Εμένα με χαροποιεί ιδιαίτερα να σε βλέπω να παλεύεις να μείνεις ανάμεσα στα δύο, γιατί το ξέρω με σιγουριά ότι απ΄ αυτήν και μόνο την επιλογή της καρδιάς σου φαίνεται ότι είσαι σίγουρα δικός μου...
Πώς να μην πανηγυρίσω , μετά από τόσον καιρό που κινδύνευσα να σε χάσω, όταν σε βλέπω να γυρίζεις στα ίδια τα δικά μου, τα αγαπημένα έργα του σκοταδιού; Είσαι φίλαυτος, είσαι καμαρωτός εγωιστής, ζεις μόνο για τον εαυτό σου και τα είδωλά σου, μεταχειρίζεσαι πονηριές, αποσιωπάς ή νοθεύεις την αλήθεια από σκοπιμότητα, χρησιμοποιείς ίντριγκες, μεθοδεύσεις, πιστεύεις στον εαυτό σου, αγαπάς τα χρήματα, τα κυνηγάς, λατρεύεις το όμορφο, το ακριβό, το μοντέρνο, στηρίζεσαι σ' αυτά, τα επιθυμείς, και αδιαφορείς για τον πόνο, την ανάγκη, τα δάκρυα που υπάρχουν γύρω σου.
ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΕΣ πίσω, στο κόσμο μας, με τους φαρδείς και ευρύχωρους δρόμους, τις ομορφιές του, τις απολαύσεις του και την κατάληξή του, που είναι σίγουρα η αιώνια απώλεια. Θέλω να είμαι πέρα για πέρα ξεκάθαρος μαζί σου. Δεν ξεχνάω ότι πορευτήκαμε μαζί τόσα χρόνια και ότι παραλίγο να σε χάσω, πράγμα που θα μου κόστιζε πολύ. Ο Θεός σε αγαπά ανόητε, γνήσια και ειλικρινά, σε αγαπά με όλη Του την καρδιά και έχει μεγάλα και δοξασμένα σχέδια για εσένα και για αυτή τη ζωή, αλλά και αιώνια στη Βασιλεία Του. Αυτό είναι βέβαιο και το ξέρω καλά. Εγώ αντίθετα σε μισώ, σε μισώ αφάνταστα. Με πέταξε έξω από τον Ουρανό Του και χρησιμοποιώ εσένα και τους άλλους για Τον εκδικηθώ γι' αυτό που μου έκανε. Θα κάνω τη ζωή σου μίζερη και δυστυχισμένη. Θα ζήσεις από τώρα την κόλαση. Τώρα, που ξέρω ότι είσαι πραγματικά δικός μου, δεν θα σε αφήσω από τα μάτια μου ούτε στιγμή, μέχρι να το εξασφαλίσω ότι θα καταλήξεις σίγουρα στην κόλαση. Αυτό, πίστεψέ με, πονάει πολύ τον Θεό, γιατί είσαι δημιούργημα δικό Του και σε αγαπάει αληθινά, αλλά εμένα, που σε μισώ και μισώ κι Εκείνον, με γεμίζει χαρά και ικανοποίηση αυτή η σκέψη και θα κάνω ό,τι μπορώ να σε πάρω μαζί μου στην αιώνια κόλαση .
Αυτό το γράμμα είναι ένα γράμμα ευγνωμοσύνης και χαράς για την επιστροφή σου σε μας. Και να ξέρεις ότι έχουμε έτοιμα σχέδια για να σε χρησιμοποιήσουμε να πλανήσεις κι άλλους, πολλούς, και να καταλήξουμε όλοι μαζί μια μέρα στη φωτιά της κόλασης, κάτι που θα κάνει τον Θεό να πονάει ακόμα περισσότερο. Θα σε κάνω εγώ αγνώριστο. Θα σε ρίξω ακόμα πιο βαθιά στο σκοτάδι και στην ντροπή. Θα σε εκδικηθώ, γιατί θέλησες, ανόητε, να φύγεις από τον κόσμο μου και να πας σ' Εκείνον, που Τον μισώ με όλη μου την ψυχή.
Τώρα θα πρέπει να φύγω, αλλά θα επιστρέψω σε λίγα λεπτά με άλλο πρόσωπο, για να σε σπρώξω πιο βαθιά στην αμαρτία, να κυλιστούμε και οι δυο μαζί πάλι στο βούρκο, που τόσο αγαπάμε και οι δυο από παλιά. Θα έχω τα μάτια μου δεκατέσσερα επάνω σου μήπως συνέλθεις και μετανοήσεις και επιστρέψεις σ' Εκείνον. Θα σε εμποδίσω με όλες μου τις δυνάμεις. Μη με υποτιμάς. Εγώ προσωπικά το προτιμώ, γιατί έτσι γίνομαι πιο αποτελεσματικός, αλλά σε πληροφορώ ότι όσοι με υποτίμησαν έχασαν...
Εάν πραγματικά με αγαπάς, μη μοιραστείς αυτό το γράμμα μου με άλλους!
Σου γράφω με τη βεβαιότητα ότι δεν θα με απογοητεύσεις....

Ο ΣΑΤΑΝΑΣ

Elder Porphyrios -On the Upbringing of Children

 
A large part of the responsibility for a person's spiritual state lies with the family

A child's upbringing commences at the moment of its conception

A child's upbringing commences at the moment of its conception. The embryo hears and feels in its mothers womb. Yes, it hears and it sees with its mother's eyes. It is aware of her movements and her emotions, even though its mind has not developed. If the mother's face darkens, it darkens too. If the mother is irritated, then it becomes irritated also. Whatever the mother experiences — sorrow, pain, fear, anxiety, etc. — is also experienced by the embryo.

If the mother doesn't want the child, if she doesn't love it, then the embryo senses this and traumas are created in its little soul that ac­company it all its life. The opposite occurs through the mother's holy emotions. When she is filled with joy, peace and love for the embryo, she transmits these things to it mystically, just as happens to children that have been born.

For this reason a mother must pray a lot during her pregnancy and love the child growing within her, caressing her abdomen, reading psalms, singing hymns and living a holy life. This is also for her own benefit. But she makes sacrifices for the sake of the embryo so that the child will become more holy and will acquire from the very outset holy foundations.

Do you see how delicate a matter it is for a woman to go through a pregnancy? Such a responsibility and such an honour!

I will tell you something about other animate and non-rational be­ings and you will understand what I mean. In America the following experiment was carried out: in two identical rooms which were kept at exactly the same temperature flowers were planted in identical soil and watered in exactly the same way. There was, however, one differ­ence: in the one room gentle, soothing music was played. And the re­sult? The flowers in that room displayed an enormous difference in relation to the flowers in the other room. They had a quite different vitality, their colours were more attractive and they grew incompara­bly better.

What saves and makes for good children is the life of the parents in the home

What saves and makes for good children is the life of the parents in the home. The parents need to devote themselves to the love of God. They need to become saints in their relation to their children through their mildness, patience and love. They need to make a new start every day, with a fresh outlook, renewed enthusiasm and love for their children. And the joy that will come to them, the holiness that will visit them, will shower grace on their children. Generally the parents are to blame for the bad behaviour of the children. And their behaviour is not improved by reprimands, disciplining, or strictness. If the parents do not pursue a life of holiness and if they don't engage in spiritual struggle, they make great mistakes and transmit the faults they have within them. If the par­ents do not live a holy life and do not display love towards each other, the devil torments the parents with the reactions of the children. Love, har­mony and understanding between the parents are what are required for the children. This provides a great sense of security and certainty.

The behaviour of the children is directly related to the state of the parents. When the children are hurt by the bad behaviour of the parents towards each other, they lose the strength and desire to progress in their lives. Their lives are constructed shoddily and the edifice of their soul is in constant danger of collapsing. Let me give you two examples.

Two sisters came to see me. One of them had gone through some very distressing experiences and they asked me what was the cause of these. I answered them:

'It's because of your home; it stems from your parents.' And as I looked at the girl I said:

'These are things you've inherited from your mother.'

'But,' she said,' my parents are such perfect people. They're Chris­tians, they go to confession, they receive Communion and we had a re­ligious upbringing. Unless it is religion that is to blame...'

I said to them:

'I don't believe a word of all that you're telling me. I see one tiling only, and that is that your parents don't live with the joy of Christ.'

On hearing this, the other girl said:

'Listen, Maria, the Father's quite right. Our parents go to confession and receive Holy Communion, but did we ever have any peace at home. Our father was constantly complaining about our mother. And every day either the one refused to sit at the table or the other refused to go out somewhere together. So you see what the Father is saying is true.

'What's your father's name?' I asked her,

She told me.

'What's your mother's name?'

She told me.

'Well,' I said,' the feelings you've got inside you towards your moth­er are not at all good.'

You see, the moment she told me her father's name I saw his soul, and the moment she told me her mother's name, I saw her mother and I saw the way her daughter looked at her.

Another day a mother came to visit me with one of her daughters. She was very distressed and broke down in tears.

'What's the matter?' I asked.

'I'm in total despair over my older daughter. She threw her husband out the house and deceived us all with a pack of lies.'

'What kind of lies?' I inquired.

'She threw her husband out the house ages ago and she didn't tell us anything. We would ask on the phone, "How's Stelios doing?1', and she would reply, "Oh, he's fine. He's just gone out to buy a newspaper." Each time she would think up some new excuse so that we wouldn't suspect anything. And this went on for two whole years. A few days ago we learned the truth from Stelios himself when we bumped into him by chance.'

So I said to her:

'The fault's your own. It's you that's to blame, you and your husband, but you most of all.'

'What do you mean!' she said indignantly. 'I loved my children to the point that I was never out of the kitchen. I had no life of my own at all. I took them to the church and I was always telling them the right thing to do. How can you say that I'm to blame?'

I turned to her other daughter who was with her and asked:

'What do you think about the matter?'

'The Father's right, Mom,' she said. 'We never ever enjoyed a single day when you weren't quarrelling with Dad.'

'Do you see then, how I'm right? It is you that are to blame. You traumatized the children. They are not to blame, but they are suffering the consequences.'

A psychological state is created in a child as a result of its parents that accompanies it throughout its life. Its later behaviour and its relationships with others are directly connected with the experiences that it carries with it from its childhood years. The child grows up and develops, but at bot­tom it does not change. This is manifested even in the smallest expressions of life. For example, you get a craving for food and want to eat. You take something and eat it, then you see something else and you want that. You feel hungry and think that if you don't eat you'll feel faint and you'll start to tremble. You're afraid you'll lose weight. This is a psychological state that has its explanation. Perhaps you never knew your father or your mother, and you feel deprived and hungry, poor and weak. And this psy­chological reality is expressed by way of reflex as a weakness of the body.

A large part of the responsibility for a person's spiritual state lies with the family. For children to be released from their various inner problems it is not enough for them to receive good advice, or to be compelled by force; nor do logical arguments or threats do any good. These things rather make matters worse. The solution is to be found through the sanctification of the parents. Become saints and you will have no problems with your children. The sanctity of their parents releases the children from their problems. Children want to have saintly people at their side, people with lots of love who will neither intimidate them nor lecture them, but who will provide a saintly example and pray for them. You par­ents should pray silently to Christ with upraised arms and embrace your children mystically. When they misbehave you will take some discipli­nary measures, but you will not coerce them. Above all you need to pray.

Parents, especially the mother, often cause hurt to a child for some act of misbehaviour by scolding it excessively. The child is then wounded. Even if you don't scold the child outwardly but bristle with anger in­wardly or look fiercely at the child, the child understands. The child be­lieves that its mother doesn't love it and asks, 'Do you love me, Mummy?' The mother answers, 'Yes, dear,' but the child is not convinced. It has been wounded. The mother loves it, she'll caress it later, but the child will pull its head away. It refuses to be caressed, regarding this as hypocrisy because it has been wounded.

Over-protectiveness leaves children immature

Another thing that harms children is over-protectiveness, that is, exces­sive care or excessive anxiety and worry on the part of the parents.

A mother used to complain to me that her five-year-old child was disobedient. 'It's your fault,' I told her, but she didn't understand. Once I went for a walk by the seaside with this mother along with the child. The little boy let go of his mother's hand and ran towards the sea. There was a sand dune there and the sea came in directly behind it. The mother im­mediately reacted with anxiety and was about to s wards the boy who was standing on top of the dune with outstretched arms trying to keep his balance. I calmed her down and told to her to turn her back on the boy while I kept an eye on him askance. When the boy despaired of provoking his mother's attention and causing her to panic and scream as usual, he calmly climbed down and walked towards us. That was the end of it. Then the mother understood what I meant.

Another mother used to complain that her little boy wouldn't eat all his food, especially his yoghurt. The little one was about three years old and tormented his mother every day. I said to her:

'What you should do is this. Empty the refrigerator completely and then fill it with some yoghurt. When lunchtime comes you'll give Peter his yo­ghurt. He'll refuse to eat it. In the evening you'll give him it again and the same the next day. In the end he'll get hungry and will try some. He'll throw a tantrum, but you'll just put up with it. Thereafter he'll eat it quite happily.'

That's just what happened and yoghurt became Peter's favourite food.

These things aren't difficult, but many mothers are unable to do them and the result is that they give their children a very bad upbringing. Mothers who are always standing over their children and pressurizing them, that is, over-protecting them, have failed in their task. You need to leave the child alone to take an interest in its own progress. Then you will succeed. When you are always standing over them, the children react. They become lethargic and weak-willed and generally are unsuccessful in life. This is a kind of over-protectiveness that leaves the children immature.

A few days ago a mother came here in a state of despair because of her son's repeated failures in the university entrance exams. He had been an excellent pupil in elementary school and all the way through high school. But in the end he failed repeatedly and showed indifference and had strange reactions.

'It's your fault,' I said to the mother, 'educated woman though you are! How else did you expect the boy to react? Pressure, pressure, pres­sure all these years, "Make sure you're top of the class, don't let us down, get yourself an important position in society..." Now he's thrown in the towel; he doesn't want anything. Stop this pressure and over-protection and you'll see that the boy will regain his equilibrium. He'll make progress once you let him be.'

A child needs to be surrounded by people who pray and pray ardently

A child needs to be surrounded by people who pray and pray ardently. A mother should not be satisfied by giving her child a physical caress, but should also coddle it with the caress of prayer. In the depths of its soul the child senses the spiritual caress that its mother conveys to it and is drawn to her. It feels security and certainty when its mother mys­tically embraces it with constant, intense and fervent prayer and releas­es it from whatever is oppressing it.

Mothers know how to express anxiety, offer advice and talk inces­santly, but they haven't learned to pray. Most advice and criticism does a great deal of harm. You don't need to say a lot to children. Words hammer at the ears, but prayer goes to the heart. Prayer is required, with faith and without anxiety, along with a good example.

One day a mother came here distraught about her son, George. He was very mixed-up. He stayed out late at night and the company he kept was far from good. Every day things were getting worse. The mother was overcome by anxiety and distress.

I said to her:

'Don't say a word. Just pray.'

We agreed that between ten and ten fifteen every evening we would both pray. I told her to say not a word and to leave her son to stay out till whatever time he wanted, without asking him, 'What sort of time is this to come home? Where were you?', or any such thing. Instead she would say to him as lovingly as possible, 'Come and eat, George, there's food in the fridge.' Beyond this she was to say nothing. She would be­have towards him with love and not stop praying.

The mother began to apply this tactic, and after about twenty days had passed the boy asked her:

'Mother, why don't you speak to me?'

'What do you mean, George, that I don't speak to you?'

'You've got something against me, Mother, and you're not speaking to me.'

'What strange idea is this that you've got into your head, George? Of course I speak to you. Am I not speaking to you now? What do you want me to say to you?'

George made no reply.

The mother then came to the monastery and asked me:

'Elder, what was the meaning of this that the boy said to me?'

'Our tactic has worked!'

'What tactic?'

'The tactic I told you — of not speaking and simply praying secret­ly and that the boy would come to his senses,'

'Do you think that that is it?'

'That is it,' I told her. 'He wants you to ask him "Where were you? What were you doing?" so that he can shout and react and come home even later the next night.'

'Is that so?' she said. 'What strange mysteries are hidden!'

'Do you understand now? He was tormenting you because he want­ed you to react to his behaviour so that he could stage his little act. Now that you're not shouting at him he is upset. Instead of you being upset when he does what he wants, now he is upset because you don't appear distressed and you display indifference.'

One day George announced that he was giving up his job and going to Canada. He had told his boss to find a replacement because he was leaving. In the meantime I said to his parents:

'We'll pray.'

'But he's ready to leave... I'll grab him by the scruff of the neck!' said his father.

'No,' I told him, 'don't do anything.'

'But the boy's leaving, Elder!3

I said: 'Let him leave. You just devote yourselves to prayer and I'll be with you.'

Two or three days later early one Sunday morning George an­nounced to his parents:

'I'm going off today with my friends.'

'Fine,' they replied, 'do as you want.'

He left, and along with his friends, two girls and two boys, he hired a car and set off for Chalkida. They drove around aimlessly here and there. Then they went past the church of Saint John the Russian and from there to Mantoudi, Aghia Anna and beyond to Vasilika, They had a swim in the Aegean Sea, they ate, drank and had a fine time. At the end of it all they set off on the road home. It was already dark. George was driving. As they were passing through Aghia Anna the car hit the cor­ner of a house and was badly damaged. What could they do now? They managed to bring the car back to Athens at a crawling pace.

George arrived back home in the early hours of the morning. His parents said nothing to him and he went off to sleep. When he woke up he came and said to his father:

'Do you know what happened?... Now we'll have to repair the car and it will cost a lot of money.'

His father said:

'Well, George, you'll have to find a solution to this yourself. You know I've got debts to pay and your sisters to look after...'

'What can I do, father?'

'Do whatever you like. You're grown-up and you've got a brain of your own. Go off to Canada and make some money...'

'I can't do that. We have to repair the car now.'

I've no idea what you should do,' said his father. 'Sort it out yourself.'

So, seeing that further dialogue with his father was pointless, he said no more and left. He went to his boss and said:

'I had an accident with a car. I don't want to leave now, so don't hire anyone else.'

His boss said:

'That's all right by me, lad.'

'Yes, but I would like you to give me some money in advance.'

'That's fine, but you were wanting to leave. If you want money, your father will have to sign for it.'

I'll sign for it myself. My father doesn't want to get involved. He told me so. I'll work and I'll repay it.'

Now isn't that a miracle?

When the boy's mother came again to see me I said to her:

'The method we employed worked and God heard our prayer. The accident was from God and now the boy will stay at home and will come to his senses.'

That's what happened through our prayer. It was a miracle. The par­ents fasted, prayed and kept silent and they were successful. Some time later the boy himself came and found me — without any of his family having said anything to him about me. George became a very fine man and now works in the air force and is married with a lovely family.

With children what is required is a lot of prayer and few words

All things are achieved through prayer, silence and love. Have you un­derstood the effects of prayer? Love in prayer, love in Christ. That is what is truly beneficial. As long as you love your children with human love — which is often pathological — the more they will be mixed-up, and the more their behaviour will be negative. But when the love be­tween you and towards your children is holy and Christian love, then you will have no problem. The sanctity of the parents saves the chil­dren. For this to come about, divine grace must act on the souls of the parents. No one can be sanctified on his own. The same divine grace will then illuminate, warm and animate the souls of the children. People often telephone me from abroad and ask me about their children and about other matters. Today a mother phoned me from Milan and asked me how she should behave towards her children. What I said to her was this:

'Pray, and when you have to, speak to your children with love. Lots of prayer and few words. Lots of prayer and few words for everyone. We mustn't become an annoyance, but rather pray secretly and then speak, and God will let us know in our hearts whether the others have accept­ed what we have said. If not, we won't speak. We will simply pray mys­tically. Because if we speak we become an annoyance and make others react or even infuriate them. That is why it is better to speak mystically to the heart of others through secret prayer rather than to their ears.

Pray and then speak. That's what to do with your children. If you are constantly lecturing them, you'll become tiresome and when they grow up they'll feel a kind of oppression. Prefer prayer and speak to them through prayer. Speak to God and God will speak to their hearts. That is, you shouldn't give guidance to your children with a voice that they hear with their ears. You may do this too, but above all you should speak to God about your children. Say, "Lord Jesus Christ, give Your light to my children. I en­trust them to You. You gave them to me, but I am weak and unable to guide them, so, please, illuminate them." And God will speak to them and they will say to themselves, "Oh dear, I shouldn't have upset Mummy by doing that!" And with the grace of God this will come from their heart.'

This is the most perfect way — for the mother to speak to God and for God to speak to the children. If you do not communicate in this way, constant lecturing becomes a kind of intimidation. And when the child grows up it begins to rebel, that is, to take revenge, so to speak, on its fa­ther and mother who coerced it. One way is the perfect way — for the mother's and father's holiness and love in Christ to speak. The radiance of sanctity and not human effort makes for good children.

When the children are traumatized and hurt on account of some se­rious situation, don't let it affect you when they react negatively and speak rudely. In reality they don't want to, but can't help themselves at difficult times. They are remorseful afterwards. But if you become irri­tated and enraged, you become one with the evil spirit and it makes a mockery of you all.

The sanctity of the parents is the best way of bringing up children in the Lord.

We must see God in the faces of our children and give God's love to our children. The children should learn to pray. And in order for children to pray they must have in them the blood of praying parents. This is where some people make the mistake of saying, 'Since the parents are devout and pray, meditate on Holy Scripture and bring up their chil-Eph,6:4 dren in the nurture and admonition of the Lord, it is natural that they will become good children.' But nevertheless we see the very opposite result on account of coercion.

It is not sufficient for the parents to be devout. They mustn't oppress the children to make them good by force. We may repel our children from Christ when we pursue the things of our religion with egotism. Children cannot endure coercion. Don't compel them to come with you to church. You can say, 'Whoever wants can come with me now or come later.' Leave God to speak to their souls. The reason why the children of some devout parents become rebellious when they grow up and reject the Church and everything connected with it and go off to seek satisfaction elsewhere is because of this pressure which they feel from their 'good' parents. The so-called 'devout' parents, who were anxious to make good Christians of their children with their human love, pressurized their children and produced the opposite result. The children are pressurized when they are young, and when they reach the age of sixteen, seventeen or eighteen years old, they end up the opposite of what was intended. By way of reaction they start to mix with bad company and to use bad language.

When children grow up in an atmosphere of freedom and at the same time are surrounded by the good example of grown-ups, they are a joy to see. The secret is to be good and saintly and to inspire and radi­ate. The life of the children seems to be affected by the radiation of their parents. If the parents insist, 'Come on now, go and make confession, go and receive Communion', and so on, nothing is achieved. But what does your child see in you? How do you live and what do you radiate? Does Christ radiate in you? That is what is transmitted to your child. This is where the secret lies. And if this is done when the child is young, it will not be necessary for it to undergo 'great travail' when it grows up. Solomon the Wise uses a beautiful image about exactly this subject, un­derlining the importance of a good start and good foundations: He who Wisd. 6:14 seeks her [Wisdom] early shall have no great travail; for he shall find her [DC] sitting at his doors. The person who 'seeks her early' is the person who oc­cupies himself with Wisdom from an early age. Wisdom is Christ.

When the parents are saintly and transmit this to the child and give the child an upbringing 'in the Lord', then the child, whatever the bad influences around it, will not be affected because by the door of its heart will be Wisdom — Christ Himself. The child will not undergo great tra vail to acquire Wisdom. It seems very difficult to become good, but in reality it is very easy when from an early age you start with good expe­riences. As you grow up effort is not required; you have goodness within you and you experience it. You don't weary yourself; it is yours, a pos­session which you preserve, if you are careful, throughout your life.
A selection from Wounded by Love: The Life and the Wisdom of Elder Porphyrios, trans. by John Raffan (Limni, Evia, Greece: Denise Harvey, 2005), 195-205.

Sunday, 2 June 2013

π. Ανδρέας Κονάνος -Τίποτα δεν είναι τυχαίο

Αθέατα Περάσματα (12-5-2009) Θέμα : Τίποτα δεν είναι τυχαίο (Σαμαρείτιδος α') π. Ανδρέας Κονάνος

Saturday, 1 June 2013

ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ-ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ


ΕΠΙ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ
Καί ὅτι πρέπει νά καταφρονοῦμε τά παρόντα
(τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ)

Oλην αὐτήν τήν περίοδο πού διανύομε τώρα, ἐπεκτεινομένη σέ πενήντα ἡμέρες, ἑορτάζομε τήν ἀπό τούς νεκρούς ἀνάστασι τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος μας ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, δεικνύοντας μέ αὐτή τήν παράτασι τήν ὑπεροχή της ἀπέναντι στίς ἄλλες ἑορτές. ῎Αν καί βέβαια αὐτή ἡ περίοδος τῶν ἡμερῶν περιλαμβάνει καί τήν ἐπέτειο μνήμη τῆς ἐπανόδου στούς οὐρανούς, ἀλλά καί αὐτή δεικνύει τή διαφορά τοῦ ἀναστάντος Δεσπότου πρός τούς ἀνθρώπους ἐκείνους πού κατά καιρούς ἔχουν ἀναβιώσει. Πραγματικά ὅλοι ὅσοι ἀναστήθηκαν ἀπό τούς νεκρούς ἀναστήθηκαν ἀπό ἄλλους καί, ἀφοῦ ἀπέθαναν πάλι, ἐπέστρεψαν στή γῆ.ὁ δέ Χριστός, ἀφοῦ ἀναστήθηκε ἀπό τούς νεκρούς, δέν κυριεύεται πλέον καθόλου ἀπό τόν θάνατο.διότι μόνο αὐτός, ἀφοῦ ἀνέστησε τόν ἑαυτό του τήν τρίτη ἡμέρα, δέν ἐπέστρεψε πάλι στή γῆ, ἀλλά ἀνέβηκε στόν οὐρανό, καθιστώντας τό φύραμά μας πού εἶχε λάβει ὁμόθρονο μέ τόν Πατέρα ὡς ὁμόθεο. Γι᾿ αὐτό εἶναι ὁ μόνος πού ἔγινε ἀρχή τῆς μελλοντικῆς ἀναστάσεως ὅλων καί ὁ μόνος πού κατέστη ἀπαρχή τῶν νεκρῶν καί πρωτότοκος ἀπό τούς νεκρούς καί πατέρας τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Καί ὅπως ὅλοι, ἁμαρτωλοί καί δίκαιοι, ἀποθαίνουν στόν ᾿Αδάμ, ἔτσι στόν Χριστό θά ζωοποιηθοῦν ὅλοι, ἁμαρτωλοί καί δίκαιοι, ἀλλ᾿ ὁ καθένας στήν τάξι του.ἀπαρχή εἶναι ὁ Χριστός, ἔπειτα οἱ ὀπαδοί τοῦ Χριστοῦ κατά τήν παρουσία του, ἔπειτα οἱ τελευταῖοι, ὅταν καταργήση κάθε ἀρχή καί ἐξουσία καί δύναμι καί θέση ὅλους τούς ἐχθρούς του κάτω ἀπό τά πόδια του. Τελευταῖος ἐχθρός πού θά καταργηθῆ εἶναι ὁ θάνατος (Α´ Κορ. 15,22 ἑἑ), κατά τήν κοινή ἀνάστασι, μέ τήν ἐσχάτη σάλπιγγα.διότι πρέπει τό φθαρτό τοῦτο στοιχεῖο νά ἐνδυθῆ ἀφθαρσία καί τό θνητό τοῦτο νά ἐνδυθῆ ἀθανασία (Α´ Κορ. 15,53).
Τέτοια δωρεά μᾶς προσφέρει ἡ ἀνάστασις τοῦ Κυρίου, καί γι᾿ αὐτό μόνο αὐτήν ἑορτάζομε μέ τόση διάρκεια σάν ἀθάνατη καί ἀνώλεθρη καί ἀΐδια, προεικονίζοντας μέ αὐτά καί τήν μέλλουσα μακαριότητα τῶν ἁγίων, ἀπό τήν ὁποία ἔχει ἐξαφανισθῆ κάθε ὀδύνη, λύπη καί στεναγμός.ὑπάρχει δέ σ᾿ αὐτήν εὐφροσύνη καί πανήγυρις ἐνθουσιώδης καί ἀναλλοίωτη. διότι ἐκεῖ εἶναι πραγματικά ἡ κατοικία τῶν εὐφραινομένων. Γι᾿ αὐτό ἡ χάρις τοῦ Πνεύματος ἐνομοθέτησε πρίν ἀπό τίς ἡμέρες αὐτές νά τελοῦμε τήν ἱερά τεσσαρακοστή μέ νηστεία καί ἀγρυπνία καί μέ προσευχή καί κάθε εἶδος ἀσκήσεως τῶν ἀρετῶν. Μέ τήν τεσσαρακοντάδα τῶν ἡμερῶν δεικνύει ὅτι σ᾿ αὐτόν τόν αἰῶνα ἡ ζωή τῶν σωζομένων δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά μετάνοια καί θεοφιλής βίος.μέ τήν πεντηκοστή δέ αὐτή, πού διανύομε τώρα, ἐπιδεικνύει τήν ἄνεσι καί ἀπόλαυσι πού θά ὑποδεχθῆ αὐτούς πού ἔζησαν ἐδῶ ἐναγωνίως γιά τόν Θεό.
Γι᾿ αὐτό ἐκείνη μέν εἶναι τεσσαρακοστή, ἔχει συνακόλουθη τήν μνήμη τῶν σωτηρίων παθῶν καί μετά τήν ἑβδόμη ἑβδομάδα λαμβάνει τήν λύσι τῆς νηστείας.αὐτή δέ σάν πεντηκοστή συμπεριλαμβάνει καί τήν ἀπό τή γῆ μετάθεσι στόν οὐρανό καί τήν κατάβασι καί διάδοσι τοῦ θείου Πνεύματος. Διότι αὐτός ἐδῶ ὁ αἰών εἶναι ἑβδοματικός καί συνίσταται ἀπό τέσσερις ἐποχές καί μέρη καί στοιχεῖα καί γι᾿ αὐτούς πού σ᾿ αὐτόν καθιστοῦν τούς ἑαυτούς των κοινωνούς τῶν παθημάτων τοῦ Χριστοῦ ἐπιφέρει τήν ἑορτή τῆς Πεντηκοστῆς, πού ἀρχίζει ἀπό τήν ὀγδόη καί καταλήγει στήν ὀγδόη καί ἀφοῦ ξεπεράση τήν ἑβδομάδα καί τήν τετρακτύ, διά τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου καί τῆς ἔπειτα ἀπό αὐτήν ἀναλήψεως παριστάνει τήν μέλλουσα ἀνάστασι τοῦ ἀνθρωπίνου γένους καί τήν κατ᾿ αὐτήν ἀνύψωσι τῶν ἀξίων στά σύννεφα πρός τήν θεία συνάντησι καί στήν συνέχεια τήν συνύπαρξι καί ἀνάπαυσι μέ τόν Θεό στούς αἰῶνες.
Αὐτή λοιπόν θά ἔλθη στόν καιρό της. ῾Ο δέ Κύριος κηρύττοντας τό εὐαγγέλιο τῆς βασιλείας πρίν ἀπό τό πάθος καί δεικνύοντας στούς μαθητάς ὅτι δέν θά γίνη μόνο ἀνάμεσα στούς ᾿Ιουδαίους ἡ ἐκλογή τῶν ἀξίων τῆς πίστεως καί τῆς ἀπό αὐτόν προτεινομένης ἀΐδιας κληρονομίας ἀλλά καί ἀνάμεσα στούς ᾿Εθνικούς, κατά τήν σήμερα ἀναγινωσκομένη στήν ἐκκλησία περικοπή τοῦ εὐαγγελίου (᾿Ιω. 4,5-30) "ἔρχεται σέ μιά πόλι τῆς Σαμαρείας, πού λέγεται Σιχάρ, πλησίον τοῦ τόπου πού ἔδωσε ὁ ᾿Ιακώβ στόν υἱό του ᾿Ιωσήφ. ᾿Εκεῖ ἦταν ἡ πηγή τοῦ ᾿Ιακώβ". Πηγή φυσικά ὀνομάζει τό φρέαρ, διότι εἶχε ὕδωρ πηγαῖο, ὅπως θά φανῆ ἀπό τήν συνέχεια τοῦ λόγου.ἦταν δέ τοῦ ᾿Ιακώβ, ἐπειδή ἐκεῖνος τό εἶχε ἀνοίξει. ῾Ο δέ τόπος πού ἔδωσε ὁ ᾿Ιακώβ στόν ᾿Ιωσήφ εἶναι τά Σίκημα. Διότι εἶπε πρός αὐτόν, ὅταν ἔπνεε τά ἔσχατα στήν Αἴγυπτο καί ἔκαμε διαθήκη. "᾿Ιδού ἐγώ πεθαίνω, ἐνῶ ἐσᾶς θά σᾶς ἐπαναφέρη ὁ Θεός ἀπό αὐτή τή γῆ στή γῆ τῶν πατέρων μας. ᾿Εγώ δίδω τά Σίκημα κατ᾿ ἐξαίρεσι ἀπό τούς ἀδελφούς σου σέ σένα, τά ὁποῖα ἔλαβα ἀπό τούς ᾿Αμορραίους μέ τό ξίφος καί τό τόξο μου". Γι᾿ αὐτό τά μέν Σίκημα κατοικοῦνταν ὕστερα ἀπό τήν φυλή τοῦ ᾿Εφραίμ, ὁ ὁποῖος ἦταν πρωτότοκος υἱός τοῦ ᾿Ιωσήφ, τόν δέ τόπο γύρω ἀπό αὐτά κατοικοῦσαν οἱ δέκα φυλές τοῦ ᾿Ισραήλ, τίς ὁποῖες ἐκυβέρνησε ὁ ἀποστάτης ῾Ιερουβοάμ.
᾿Αφοῦ δέ αὐτοί προσέκρουσαν στόν Θεό πολλές φορές καί ἐγκαταλείφθηκαν ἀπό αὐτόν πολλές φορές, ὕστερα ἔγιναν ὅλο τό γένος αἰχμάλωτοι, ὁπότε ἀντί αὐτῶν ὁ ἡγέτης τῶν ᾿Ασσυρίων ἐγκατέστησε στόν τόπο ἔθνη πού συνάθροισε ἀπό διάφορα μέρη καί τούς ὠνόμασε Σαμαρεῖτες ἀπό τό ὄρος Σομόρ. ῞Οπως δέ ὁ ᾿Ιακώβ περνώντας ἀπό ἐκεῖ ὑπέταξε τά Σίκημα, καθώς λέγει ἡ ἱστορία, ἔτσι περνώντας ὁ Χριστός τώρα ὑπέταξε τή Σαμάρεια. ᾿Αλλά ἐκεῖνος μέν τό ἔκαμε, ὅπως λέγει ὁ ἴδιος, μέ τήν ρομφαία καί τό τόξο του, δηλαδή πρός ἐξολόθρευσι καί καταστροφή τῶν παλαιῶν κατοίκων, ὁ δέ Χριστός μέ λόγο καί διδασκαλία, δηλαδή γιά σωτηρία."διότι ὁ ᾿Ιησοῦς", λέγει, "κουρασμένος ἀπ᾿ τήν ὁδοιπορία, ἐκαθόταν ἔτσι δίπλα στό πηγάδι.ἡ ὥρα ἦταν περίπου ἕκτη".
Καί ἡ ὥρα καί ὁ κόπος καί ὁ τόπος ἐπέβαλλαν νά καθήση καθένας πού ἔχει σῶμα σάν τό δικό μας. Θέλοντας λοιπόν νά ἐπιβεβαιώση τοῦτο καί προβλέποντας τό μελλοντικό κέρδος, ἐκαθόταν, λέγει, ἔτσι δίπλα στό πηγάδι, δηλαδή ἀφελῶς κάτω, μόνος του σάν ἕνας ὁδοιπόρος ἀπό τούς πολλούς, διότι οἱ μαθηταί του εἶχαν φύγει στήν πόλι, γιά ν᾿ ἀγοράσουν τροφές. Καθώς λοιπόν ἐκαθόταν ἔτσι μόνος του δίπλα στό πηγάδι, ἔρχεται μιά γυναῖκα ἀπό τήν Σαμάρεια νά πάρη νερό. ῾Ο δέ Κύριος, ὡς ἄνθρωπος διψώντας καί βλέποντας νά ἔρχεται κάποια ἀνθρωπίνως διψῶσα, γιά νά σταματήση τή δίψα της, ὡς Θεός δέ βλέποντας καί τήν καρδιά της νά διψᾶ γιά σωτήριο ὕδωρ, χωρίς ὅμως νά γνωρίζη αὐτόν πού μπορεῖ νά τῆς τό προσφέρη, ἐπείγεται ν᾿ ἀποκαλύψη τόν ἑαυτό του στήν ποθοῦσα ψυχή, διότι ποθεῖ καί αὐτός τούς ποθοῦντας κατά τά γεγραμμένα, ἀρχίζει δέ ἀπό ἐκεῖ πού θά γίνη εὐπρόσδεκτος.καί τῆς λέγει, "δός μου νερό νά πιῶ". Αὐτή δέ, καθώς ἦταν εὐφυής καί ἀντελήφθηκε καί ἀπό μόνο τή στολή καί τό σχῆμα καί τήν ἔκδηλη ἐξωτερική κοσμιότητα ὅτι εἶναι ᾿Ιουδαῖος καί φύλακας τοῦ νόμου, εἶπε, θαυμάζω πῶς ζητεῖς ἀπό Σαμαρείτιδα νερό, ἐνῶ οἱ ᾿Ιουδαῖοι δέν ἐπικοινωνοῦν μέ τούς Σαμαρεῖτες ὡς ἐθνικούς. ῾Ο δέ Κύριος. παίρνοντας ἀπό αὐτό ἀφορμή, ἀρχίζει νά ἀποκαλύπτη τόν ἑαυτό του πρός αὐτήν λέγοντας."ἄν ἐγνώριζες τήν δωρεά τοῦ Θεοῦ καί ποιός εἶναι αὐτός πού σοῦ λέγει, δός μου νά πιῶ νερό, ἐσύ θά τοῦ ἐζητοῦσες καί θα σοῦ ἔδινε ζωντανό ὕδωρ".
Βλέπεται ἐπιβεβαίωσι περί τοῦ ὅτι, ἄν ἐγνώριζε, θά ἐζητοῦσε ἀμέσως καί θά ἐγινόταν μέτοχος πραγματικά ζωντανοῦ ὕδατος, ὅπως ἔπραξε καί ἀπήλαυσε ὅταν ἔμαθε ὕστερα, ἐνῶ τό συνέδριο τῶν ᾿Ιουδαίων, πού ἐρώτησαν κι᾿ ἔμαθαν σαφῶς, ἔπειτα ἐσταύρωσαν τόν Κύριο τῆς δόξης (Α' Κορ 2,8); ᾿Αλλά ποιά εἶναι ἡ δωρεά τοῦ Θεοῦ; "διότι", λέγει, "ἄν ἐγνώριζες τή δωρεά τοῦ Θεοῦ". Γιά ν᾿ ἀφήσωμε τά ἄλλα, καί μόνο τοῦτο, τό ὅτι ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός δέν βδελύσσεται τούς θεωρουμένους ἀπό τούς ᾿Ιουδαίους βδελυκτούς καί ἀκοινωνήτους ἀκόμη καί γιά ἕνα ποτήρι νερό, πόσο μεγάλη δωρεά καί χάρις δέν εἶναι; Τό δέ νά τούς θεωρῆ τόσο ἀγαπητούς, ὥστε ὄχι μόνο νά δέχεται τά διδόμενα ἀπό αὐτούς, ἀλλά νά μεταδίδη σ᾿ ἐκείνους ἀπό τά ἴδια τά θεῖα χαρίσματά του (τί λέγω τά χαρίσματα; Διότι προσφέρει τόν ἑαυτό του καί καθιστᾶ τούς πιστούς σκεύη δεκτικά τῆς θεότητός του, ἀφοῦ, ὅπως προβλέποντας ἐπαγγέλλεται, δέν εἶναι δυνατό νά ἔχουν ἀλλιῶς μέσα τους πηγή, πού νά τρέχη στήν αἰώνια ζωή), ποιός νοῦς θά τό καταλάβη; Ποιός λόγος θά ἐκφράση τό ὑπερβάλλον τῆς δωρεᾶς;
῾Η Σαμαρεῖτις, ἐπειδή δέν κατάλαβε ἀκόμη τό μεγαλεῖο τοῦ ζωντανοῦ ὕδατος, πρῶτα μέν ἀπορεῖ, ἀπό πού θά εὕρη τό ὕδωρ πού ὑπόσχεται ὁ συνομιλητής, ἀφοῦ κουβᾶ δέν ἔχει καί τό πηγάδι εἶνα βαθύ. ῎Επειτα ἐπιχειρεῖ νά τόν συγκρίνη μέ τόν ᾿Ιακώβ, τόν ὁποῖο ἀποκαλεῖ καί πατέρα, ἐξυμνώντας τό γένος ἀπό τόν τόπο, καί ἐξαίρει τό νερό τοῦ πηγαδιοῦ, μέ τή σκέψι ὅτι δέν μπορεῖ νά εὑρεθῆ καλύτερο ἀπό αὐτό. ῞Οταν δέ ἄκουσε τόν Κύριο νά λέγει ὅτι "τό ὕδωρ πού θά σοῦ δώσω ἐγώ, θά γίνη γιά τόν δεχόμενο πηγή πού τρέχει πρός αἰώνια ζωή", ἄφησε λόγο ψυχῆς πού ποθεῖ καί ὁδηγεῖται πρός τήν πίστι, ἀλλά δέν μπόρεσε ἀκόμη νά κυττάξη καθαρά πρός τό φῶς."δός μου", λέγει, "Κύριε, τό ὕδωρ τοῦτο, γιά νά μήν διψῶ κι᾿ οὔτε νά ἔρχωμαι ἐδῶ νά παίρνω". ῾Ο δέ Κύριος, θέλοντας ἀκόμη νά ἀποκαλύπτεται λίγο λίγο, τήν προστάσσει νά φωνάξη καί τόν ἄνδρα της. Καθώς δέ ἐκείνη, κρύβοντας τή διαγωγή της καί συγχρόνως σπεύδοντας νά πάρη τό δῶρο, ἔλεγε, "δέν ἔχω ἄνδρα", ἀκούει πόσους ἄνδρες εἶχε δικούς της ἀπό παιδί καί ἐλέγχεται ὅτι τώρα ἔχει ἄνδρα πού δέν εἶναι δικός της.δέν στενοχωρεῖται ὅμως ἀπό τόν ἔλεγχο, ἀλλά ἀμέσως, ἀντιληφθεῖσα ὅτι εἶναι προφήτης ὁ συνομιλητής, ἐπιλαμβάνεται ὑψηλοτέρων ζητημάτων.
Βλέπεται πόση εἶναι ἡ μακροθυμία καί ἡ φιλομάθεια τῆς γυναικός; Διότι, λέγει, "οἱ πατέρες μας προσκύνησαν στό ὄρος τοῦτο καί σεῖς λέγετε ὅτι ὁ τόπος ὅπου πρέπει νά προσκυνοῦμε εἶναι στά ᾿Ιεροσόλυμα". Βλέπετε πόση συλλογή εἶχε στήν διάνοιά της καί πόση γνώσι τῆς Γραφῆς εἶχε; Πόσοι τώρα ἀπό τούς γεννημένους πιστούς καί τροφίμους τῆς ᾿Εκκλησίας ἀγνοοῦν ὅ,τι ἐγνώριζε ἡ Σαμαρεῖτις, ὅτι οἱ πατέρες μας, ὁ ᾿Ιακώβ δηλαδή καί οἱ ἀπό αὐτόν πατριάρχες, προσκύνησαν τόν Θεό στό ὄρος τοῦτο; Αὐτήν τή γνῶσι καί τήν βαθειά μελέτη τῆς θεόπνευστης Γραφῆς δεχόμενος ὁ Χριστός σάν ὀσμή εὐωδίας, ἐπέμεινε συζητώντας εὐχαρίστως μέ τή Σαμαρείτιδα. ῞Οπως δηλαδή, ἄν ἐπάνω στούς ἄνθρακες τοποθετήσης κάτι εὔοσμο, ἐπαναφέρεις καί συγκρατεῖς τούς πλησιάζοντας, ἄν ὅμως βάλης κάτι βαρύ καί δύσοσμο, τούς ἀπωθεῖς καί τούς ἀπομακρύνεις, ἔτσι καί στήν διάνοια.ἄν ἔχεις ἱερά μελέτη καί σπουδή, καθιστᾶς τόν ἑαυτόν σου ἄξιον θείας ἐπιστασίας, διότι αὐτή εἶναι ἡ ὀσμή εὐωδίας πού ὀσφραίνεται ὁ Κύριος.ἄν ὅμως τρέφης μέσα πονηρούς καί ρυπαρούς καί γηίνους λογισμούς, ἀπομακρύνεσαι ἀπό τήν θεία ἐπιστασία, καθιστώντας τόν ἑαυτό σου ἄξιον τῆς ἀποστροφῆς, ἀλλοίμονο, τοῦ Θεοῦ. Διότι "δέν θά παραμείνουν παράνομοι ἀπέναντι στούς ὀφθαλμούς σου", λέγει πρός τόν Θεό ὁ ψαλμωδός προφήτης (Ψαλμ. 5,5). ᾿Αφοῦ ὁ νόμος διατάσσει "νά μνημονεύης διαπαντός τόν Κύριο τόν Θεό σου, ὅταν κάθεσαι καί ὅταν βαδίζης, ὅταν εἶσαι ξαπλωμένος καί ὅταν εἶσαι ὄρθιος", τό δέ εὐαγγέλιο λέγει, "ἐρευνᾶτε τίς Γραφές", διότι σ᾿αὐτές θά εὑρῆτε ζωή αἰώνια (᾿Ιω. 5,39), καί ὁ ἀπόστολος παραγγέλει, "νά προσεύχεσθε ἀδιαλείπτως" (Α´ Θεσσ. 5,17), αὐτός πού ἀσχολεῖται ἐπίμονα μέ γηίνους λογισμούς εἶναι ὁπωσδήποτε παράνομος, πολύ περισσότερο αὐτός πού ἀσχολεῖται μέ πονηρούς καί ρυπαρούς.
᾿Αλλά πότε προσκύνησαν τόν Θεό σ᾿ αὐτό τό ὄρος οἱ πατέρες μας; ῞Οταν ὁ πατριάρχης ᾿Ιακώβ, ἀποφεύγοντας τόν φοβερό ἀδελφό του ᾿Ησαῦ καί πειθαρχώντας στίς συμβουλές τοῦ πατρός ᾿Ισαάκ, ἀνεχώρησε πρός τή Μεσσοποταμία καί ὅταν ἐπανῆλθε ἀπό ἐκεῖ μέ γυναῖκες καί τέκνα. Κατά τήν ἐπάνοδο, ὅταν ὁ ᾿Ιακώβ ἔπηξε σκηνές σ᾿ αὐτόν περίπου τόν τόπο, ὅπου ὡμιλοῦσε ὁ Κύριος μέ τήν Σαμαρείτιδα, μετά τό ἐπεισόδιο τῆς Δείνας καί τήν ἅλωσι τῶν Σικήμων, τοῦ εἶπε ὁ Θεός, ὅπως γράφεται στή Γένεσι."σήκω καί πήγαινε στήν Βαιθήλ καί κατασκεύασε ἐκεῖ θυσιαστήριο στόν Θεό πού σοῦ ἐμφανίσθηκε ὅταν ἀπέδρασες ἀπό τήν παρουσία τοῦ ἀδελφοῦ σου ᾿Ησαῦ". Μετά τά λόγια αὐτά ὁ ᾿Ιακώβ ἐσηκώθηκε καί ἀνέβηκε στό παρακείμενο ὄρος καί οἰκοδόμησε ἐκεῖ, λέγει, θυσιαστήριο καί ἐκάλεσε τό ὄνομα τοῦ τόπου Βαιθήλ. διότι ἐκεῖ τοῦ ἐμφανίσθηκε ὁ Θεός. Γι᾿ αὐτό λέγει ἡ Σαμαρεῖτις ὅτι οἱ πατέρες μας προσκύνησαν στό ὄρος τοῦτο, ἀκολουθώντας τούς ἀρχαίους ἐκείνους.διότι οἱ σχετικές διατάξεις γιά τόν ναό τῶν ᾿Ιεροσολύμων ἐνομοθετήθηκαν ὕστερα. Καί ἐπειδή βέβαια ὁ τόπος ἐκεῖνος ὠνομάσθηκε ἀπό τόν ᾿Ιακώβ οἶκος Θεοῦ, διότι τοῦτο σημαίνει τό ὄνομα Βαιθήλ ἑρμηνευόμενο, αὐτή ἀπορεῖ ποθώντας νά μάθη, πῶς δέν λέγετε ὅτι ἐκεῖ εἶναι μᾶλλον ὁ οἶκος τοῦ Θεοῦ, ἀλλά στά ᾿Ιεροσόλυμα, ὅπου νομίζετε ὅτι πρέπει νά θυσιάζετε καί νά προσκυνῆτε τόν Θεό. ῾Ο δέ Κύριος, ὁλοκληρώνοντας ἤδη τόν σκοπό τῶν λόγων του καί προφητεύοντας περί τῆς γυναικός, ὅτι θά εἶναι τέτοια καθώς τήν ζητεῖ καί τήν δέχεται ὁ Θεός, καί ἀποκρινόμενος πρός τούς λόγους της λέγει, "γυναῖκα, πίστευσέ με, ὅτι ἔρχεται ὥρα, ὁπότε οὔτε στό ὄρος τοῦτο οὔτε στά ᾿Ιεροσόλυμα θά προσκυνῆτε τόν Πατέρα", καί ἔπειτα ἀπό λίγο, "τέτοιους ζητεῖ ὁ Θεός αὐτούς πού τόν προσκυνοῦν".
Βλέπετε ὅτι καί γι᾿ αὐτήν βεβαιώνει ὅτι θά γίνη τέτοια, ὅπως τήν θέλει ὁ Θεός, καί ὅτι θά προσκυνῆ τόν ῞Υψιστο Πατέρα, ὄχι τοπικῶς ἀλλά εὐαγγελικῶς, (διότι πρός αὐτήν ἀπευθύνεται ὁ λόγος ὅτι οὔτε στό ὄρος τοῦτο οὔτε στά ᾿Ιεροσόλυμα θά προσκυνῆτε τόν Πατέρα), συγχρόνως δέ προαναγγέλλει σ᾿ αὐτήν φανερά καί τήν μετάθεσι τοῦ νόμου; Διότι, ἀφοῦ θά μετατεθῆ ἡ προσκύνησις, ἀναγκαίως θά γίνη μετάθεσις καί τοῦ νόμου.
᾿Αλλά καί τό ἐνδιάμεσο κείμενο "σεῖς προσκυνεῖτε ὅ,τι δέν γνωρίζετε, ἐμεῖς προσκυνοῦμε, ὅ,τι γνωρίζομε, ὅτι ἡ σωτηρία εἶναι ἀπό τούς ᾿Ιουδαίους", εἶναι ἀπόκρισις πρός τόν λόγο ἐκείνης, ἀλλά συγχρόνως ἀποτελεῖ συνέπεια τῶν λόγων του. Διότι λέγει ὅτι κατά τοῦτο ἐμεῖς οἱ ᾿Ιουδαῖοι (διότι τοποθετεῖ καί τόν ἑαυτό του μ᾿ ἐκείνους, ἀφοῦ κατά σάρκα εἶναι ἀπό ἐκείνους).ἐμεῖς λοιπόν, λέγει, πού δέν διαψεύδομε τό ὄνομα, ἀλλά γνωρίζομε τά ἰδικά μας, κατά τοῦτο διαφέρομε στήν προσκύνησι ἀπό σᾶς τούς Σαμαρεῖτες, ὅτι γνωρίζομε πώς ὁρίζεται νά τελῆται στήν ᾿Ιουδαία ἡ προσκύνησις γιά τόν λόγο ὅτι ἀπό τούς ᾿Ιουδαίους θά προέλθη ἡ σωτηρία ὅλου τοῦ κόσμου, δηλαδή θά ἔλθη ὁ Χριστός. ᾿Επειδή δέ δέν πρόκειται νά ἔλθη στό μέλλον, διότι ἦταν αὐτός ὁ ἴδιος, δέν εἶπε ὅτι ἡ σωτηρία θά εἶναι ἀπό τούς ᾿Ιουδαίους, ἀλλ᾿ ὅτι εἶναι. "᾿Αλλά ἔρχεται ὥρα", λέγει, "καί εἶναι τώρα". Καί αὐτά εἶναι προφητικά.τό ἔρχεται χρησιμοποιήθηκε διότι δέν ἐτελέσθηκε ἀκόμη, ἀλλά θά τελεσθῆ, τό δέ "τώρα εἶναι", χρησιμοποιήθηκε ἐπειδή τήν ἔβλεπε ἔτοιμη νά πιστεύση σύντομα καί νά προσκυνῆ πνευματικῶς καί ἀληθῶς."ἔρχεται λοιπόν", λέγει, "ὥρα, καί τώρα ἀκριβῶς εἶναι, ὁπότε οἱ ἀληθινοί προσκυνηταί θά προσκυνοῦν τόν Πατέρα κατά Πνεῦμα καί ἀλήθεια".διότι ὁ ὕψιστος καί προσκυνητός Πατήρ, εἶναι Πατήρ αὐτοαληθείας, δηλαδή τοῦ μονογενοῦς Υἱοῦ, καί ἔχει Πνεῦμα ἀληθείας, τό Πνεῦμα τό ἅγιον, καί αὐτοί πού τόν προσκυνοῦν κατ᾿ αὐτούς, τό πράττουν διότι ἔτσι πιστεύουν καί διότι ἐνεργοῦνται δι᾿ αὐτῶν. Διότι, λέγει ὁ ἀπόστολος, τό Πνεῦμα εἶναι αὐτό διά τοῦ ὁποίου προσκυνοῦμε καί διά τοῦ ὁποίου προσευχόμαστε (Βλ. Ρωμ. 8,26), καί "κανείς δέν ἔρχεται πρός τόν Πατέρα παρά μόνο δι᾿ ἐμοῦ", λέγει ὁ μονογενής Υἱός τοῦ Θεοῦ (᾿Ιω. 14,6).
Αὐτοί λοιπόν πού προσκυνοῦν ἔτσι κατά τό Πνεῦμα καί τήν ἀλήθεια τόν ὕψιστο Πατέρα, αὐτοί εἶναι οἱ ἀληθινοί προσκυνηταί. ᾿Αφοῦ δέ ἐξέβαλε καί τά ᾿Ιεροσόλυμα καί τήν Σαμάρεια, γιά νά μή νομίση κανείς ὅτι πρόκειται νά εἰσαχθῆ ἀντί γι᾿ αὐτά ἄλλος τόπος, στήν συνέχεια ἀπομακρύνει πάλι τόν ἀκροατή ἀπό κάθε σωματική ἔννοια καί τόπο καί προσκύνησι, λέγοντας, "Πνεῦμα εἶναι ὁ Θεός, καί αὐτοί πού τόν προσκυνοῦν πρέπει νά προσκυνοῦν κατά Πνεῦμα καί ἀλήθεια", δηλαδή ἐννοώντας τόν ἀσώματο ἐντελῶς ἔξω ἀπό σώματα.διότι ἔτσι θά τόν ἰδοῦν καί ἀληθινῶς παντοῦ μέσα στό Πνεῦμα καί τήν ᾿Αλήθειά του. ῾Ως πνεῦμα δηλαδή πού εἶναι ὁ Θεός εἶναι ἀσώματος, τό δέ ἀσώματο δέν εὑρίσκεται σέ τόπο οὔτε περιγράφεται μέ τοπικά ὅρια. ῾Επομένως αὐτός πού λέγει ὅτι ὁ Θεός πρέπει νά προσκυνῆται μόνο στά ὅρια τῶν ᾿Ιεροσολύμων ἤ τοῦ ὄρους τῆς Σαμαρείας ἤ σέ κάποιον ἄλλο ἀπό τούς πανταχοῦ στή γῆ καί τόν οὐρανό τόπους, δέν ὁμιλεῖ ἀληθῶς οὔτε προσκυνεῖ ἀληθῶς. ᾿Αλλά ὡς ἀσώματος ὁ Θεός δέν εἶναι πουθενά, ὡς Θεός δέ εἶναι πανταχοῦ.ἐάν ὑπάρχη ὄρος ἤ τόπος ἤ κτιστό πρᾶγμα, ὅπου δέν ὑπάρχει ὁ Θεός, πάλι θά εὑρεθῆ νά περιγράφεται σέ κάτι.εἶναι λοιπόν πανταχοῦ καί σέ ὅλα ὁ Θεός. Πῶς λοιπόν πανταχοῦ καί σέ ὅλα; ῾Ως περιεχόμενος ὄχι ἀπό μέρος ἀλλά ἀπό τό σύμπαν; ῎Οχι βέβαια, διότι πάλι θά εἶναι σῶμα. ῾Επομένως, ὡς συνέχων καί περιέχων τό πᾶν, αὐτός εἶναι στόν ἑαυτό του, πανταχοῦ καί ἐπάνω ἀπό τό σύμπαν, προσκυνούμενος ἀπό τούς ἀληθινούς προσκυνητάς κατά τό Πνεῦμα καί τήν ᾿Αλήθειά του.
Πανταχοῦ λοιπόν, ὄχι μόνο τῆς γῆς ἀλλά καί τῶν ὑπεράνω τῆς γῆς, θά προσκυνηθῆ ὁ Θεός ἀπό τούς ἔτσι πιστεύοντας ἀληθῶς καί θεοπρεπῶς, Πατήρ ἀσώματος καί κατά τόν χρόνο καί τόπο ἀόριστος, στό ἅγιο καί ἀΐδιο Πνεῦμα καί στόν συνάναρχο Υἱό καί Λόγο, πού εἶναι ἡ ἐνυπόστατη ἀλήθεια τοῦ Πατρός. Βέβαια καί ἡ ψυχή καί ὁ ἄγγελος εἶναι ἀσώματα, δέν εἶναι σέ τόπο, ἀλλά δέν εἶναι πανταχοῦ, διότι δέν συνέχουν τό σύμπαν ἀλλά ἔχουν ἀνάγκη τοῦ συνέχοντος, ἑπομένως καί αὐτά εἶναι στόν συνέχοντα καί περιέχοντα τό σύμπαν, ὁριζόμενα ἀπό αὐτόν καταλλήλως. ῾Η ψυχή ὅμως, συνέχοντας τό σῶμα μέ τό ὁποῖο ἐκτίσθηκε μαζί, εἶναι πανταχοῦ τοῦ σώματος, ὄχι ὡς εὑρισκομένη σέ τόπο οὔτε περιεχομένη σέ σῶμα, ἀλλά ὡς συνέχουσα καί περιέχουσα αὐτό, ἀφοῦ ἔχει καί τοῦτο κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ.
῾Η δέ Σαμαρεῖτις, καθώς ἄκουσε ἀπό τόν Χριστό αὐτά τά ἐξαίσια καί θεοπρεπῆ λόγια, ὅτι ὁ Θεός πουθενά δέν πρέπει νά προσκυνῆται ἀληθινά, παρά μόνο κατά τό Πνεῦμα καί τήν ᾿Αλήθειά του, ὅπως ἡ στό ῏Ασμα τῶν ᾿Ασμάτων ψυχή πού νυμφεύεται τόν Θεό, ἀναπτερωμένη ἀπό τή φωνή τοῦ νυμφίου τῆς ἀφθαρσίας, μνημονεύει τόν προσδοκώμενο καί ποθούμενο καί, κρυφά ἀκόμη, παρόντα νυμφίο, λέγοντας. "γνωρίζω ὅτι ὁ Μεσσίας, ὁ λεγόμενος Χριστός, ἔρχεται.ὅταν ἔλθη ἐκεῖνος θά μᾶς τά διδάξη ὅλα". Βλέπετε πώς ἦταν ἑτοιμοτάτη γιά τήν πίστι, ὅτι πλησιάζει ἤδη ὁ προσδοκώμενος, καί γεμάτη ἐλπίδα; ῏Αρα δέν ἐταίριαζε νά εἰπῆ καί αὐτή κατά τόν Δαβίδ, "ἕτοιμη εἶναι ἡ καρδιά μου, Θεέ, ἕτοιμη εἶναι ἡ καρδιά μου, θά τραγουδήσω καί θά ψάλω κατά τήν δόξα μου" (Ψαλμ. 56,8).
᾿Από πού θά ἐγνώριζε τοῦτο μέ τόση βεβαιότητα καί ἀσφάλεια καί θά εἶχε τήν ψυχική διάθεσι γι᾿ αὐτό, ἄν δέν εἶχε μελετήσει τά προφητικά βιβλία μέ ἄκρα σύνεσι; Γι᾿ αὐτό εἶχε καί τόν νοῦ τόσο μετάρσιο, ἀφοῦ εἶχε γεμίσει ἀπό τήν θεία κατοχή.ὥστε ἐμένα, καθώς βλέπω τώρα μέ χαρά τόν σφοδρό πνευματικό πόθο τῆς Σαμαρείτιδος αὐτῆς πρός τόν Χριστό, μοῦ ἔρχεται νά εἰπῶ πάλι γι᾿ αὐτήν τά λόγια τοῦ Ἄσματος ἐκείνου, "ποιά εἶναι αὐτή πού προβάλλει σάν ἡ αὐγή, ὡραία σάν ἡ σελήνη, ἐκλεκτή σάν ὁ ἥλιος;" (῏Ασμα 6,10). Διότι, ἀφοῦ ἐξαγγέλλει ὅτι σέ λίγο θά φανῆ ὁ νοητός ἥλιος τῆς δικαιοσύνης Χριστός καί ὑποδηλώνει ὅτι δι᾿ αὐτῆς ἀρχίζει ἡ ᾿Εκκλησία τῶν ἐθνῶν, σάν νά ἀνεβαίνη ἀπό ἱερά κολυμβήθρα, τήν πηγή ἐπάνω στήν ὁποία ἐστεκόταν, καθώς κατηχεῖτο ἀπό τόν Σωτῆρα, τήν βλέπω νά προβάλλη σάν πολυέραστος ὄρθρος. Εἶναι δέ ὡραία σάν ἡ σελήνη, ἐπείδη φέγγει, ἄν καί ἐπικρατεῖ ἡ νύκτα τῆς ἀσεβείας ἀκόμη.ἐκλεκτή δέ σάν ὁ ἥλιος, γι᾿ αὐτό ὠνομάσθηκε Φωτεινή ἀπό τόν Σωτῆρα καί καταγράφηκε καί αὐτή στόν κατάλογο τῶν μελλόντων νά λάμψουν σάν ὁ ἥλιος κατά τό εὐαγγέλιο, ἐπειδή ἐπεσφράγισε τόν ὑπόλοιπο φωτοειδῆ βίο της μέ μακάριο καί μαρτυρικό τέλος, καί τώρα δέ ἀνεγνώρισε τόν Χριστό ὡς ἀληθινό Θεό καί τόν ἐξύμνησε τελείως ὡς Θεό, καί ὅ,τι εἶπε αὐτός ὕστερα στούς μαθητάς περί τοῦ συμφυοῦς καί ὁμοτίμου Πνεύματος, ὅτι, θά ἔλθη ἐκεῖνος, θά διδάξη ὅλη τήν ἀλήθεια, τοῦτο λέγει προλαβαίνοντας καί αὐτή περί αὐτοῦ, "ὅταν ἔλθη ἐκεῖνος θά μᾶς τά διδάξη ὅλα" (᾿Ιω. 15,26).
᾿Αλλά μόλις τήν εἶδε νά εἶναι τέτοιας λογῆς ὁ νοητός νυμφίος Χριστός, λέγει πρός αὐτήν ἀπροκαλύπτως, "ἐγώ εἶμαι πού σοῦ ὁμιλῶ". ᾿Εκείνη δέ γίνεται ἀμέσως ἐκλεκτή πραγματικά εὐαγγελίστρια καί ἀφήνοντας τήν ὑδρία καί τρέχοντας πρός τήν πόλι τούς πείθει μέ τά λόγια καί τούς ὁδηγεῖ πρός τήν πίστι τοῦ φανέντος, λέγοντας "ἔλθετε νά ἰδῆτε ἄνθρωπο, πού μοῦ εἶπε ὅλα ὅσα ἔκαμα.μήπως αὐτός εἶναι ὁ Χριστός;". ῾Ομιλεῖ δέ ἔτσι ὄχι ὅτι ἔχει κάποια ἀμφιβολία, ἀλλά διότι πιστεύει ὅτι καί οἱ ἄλλοι θά πληροφορηθοῦν καλύτερα μέ τή θέα καί θά πεισθοῦν εὐχερέστερα διά τῆς συνομιλίας πρός τόν Κύριο, ὅπως καί στήν πρᾶξι συνέβηκε.
᾿Εγώ καί τά προηγούμενα ἀνέπτυξα συνοπτικῶς, ἀλλά καί τή συνέχεια τῶν εὐαγγελικῶν λόγων θά παραλείψω τώρα, διότι βλέπω ὅτι ἡ ὥρα σᾶς βιάζει πρός τίς ἀνάγκες τοῦ βίου καί τά ἔργα τοῦ βίου. ᾿Αλλά σεῖς προσέξατε αὐτήν τήν Σαμαρείτιδα. μόλις ἄκουσε τά εὐαγγελικά λόγια, πού ἀνακοινώνομε κι᾿ ἐμεῖς πρός τήν ἀγάπη σας, ἀμέσως κατεφρόνησε ὅλες τίς ἀνάγκες τοῦ σώματος. ῎Αφησε ἀμέσως καί τή στάμνα καί τήν οἰκία, καί, τρέχοντας στήν πόλι καί παρασύροντας τούς Σαμαρεῖτες, ἐπανῆλθε πάλι μαζί μέ αὐτούς πρός τόν Χριστό.διότι τό, "ἔλθετε νά ἰδῆτε", τοῦτο ἀκριβῶς σημαίνει, "ἀκολουθήσατέ με καί θά σᾶς ὁδηγήσω καί θά σᾶς δείξω τόν ἀπό τούς οὐρανούς Σωτῆρα πού ἦλθε στόν κόσμο".
῎Ετσι προέτρεψε τότε ἐκείνους καί τούς παρουσίασε στόν Χριστό. ἐμᾶς δέ τώρα μέ τήν ἐγκατάλειψι τῆς οἰκίας καί τῆς στάμνας διδάσκει νά θεωροῦμε προτιμότερη ἀπό τίς βιοτικές ἀνάγκες τήν ὠφέλεια ἀπό τή διδασκαλία, τήν ὁποία ὁ Κύριος ὠνόμασε ἀγαθή μερίδα πρός τήν Μάρθα τοῦ εὐαγγελίου, ὑπερασπίζοντας τήν Μαρία πού παρακολουθοῦσε τόν λόγο (Λουκ. 10,42). ᾿Εάν δέ πρέπει νά περιφρονοῦμε τά ἀναγκαῖα, πόσο περισσότερο τά ἄλλα; ῎Αλλωστε τί σέ βιάζει πρός τά ἐκεῖ καί σέ ἀπομακρύνει ἀπό τά ὠφέλιμα ἀκούσματα; ᾿Επιμέλεια οἴκου καί παιδιῶν καί γυναίκας; Οἰκεῖο ἤ συγγενικό πένθος ἤ χαρά; ᾿Αγορά κτημάτων ἤ πώλησις; Χρῆσις ὅλων τῶν ὑπαρχόντων σου ἤ μᾶλλον κατάχρησις; ᾿Αλλ᾿ ἄκουσε μέ σύνεσι τά ἀποστολικά διδάγματα. "῾Ο καιρός, ἀδελφοί εἶναι συνεσταλμένος στό ἑξῆς, ὥστε καί ὅσοι ἔχουν γυναῖκες νά εἶναι σάν νά μή ἔχουν καί ὅσοι κλαίουν σάν νά μή κλαίουν καί ὅσοι χαίρονται σάν νά μή χαίρωνται καί ὅσοι ἀγοράζουν σάν νά μή κατέχουν καί ὅσοι χρησιμοποιοῦν τόν κόσμο τοῦτο σάν νά μήν τόν παραχρησιμοποιοῦν.διότι τό σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου παρέρχεται" (Α´ Κορ. 7,29).
Τί σημαίνει ὅτι "ὁ καιρός εἶναι συνεσταλμένος"; Σύντομος ὁ βίος, πλησίον ὁ θάνατος, φθαρτός ὁ κόσμος αὐτός, ἄλλος εἶναι ἐκεῖνος πού μένει παντοτινά.ἐμᾶς δέ μᾶς παραπέμπει πρός ἐκεῖνον μέ ἀσφάλεια ἡ καταφρόνησις τοῦ παρόντος κόσμου, ἡ ἑτοιμασία γιά ἐκεῖνον τόν μέλλοντα, ἡ κατά τό δυνατό διαβίωσις ἀπό ἐδῶ σύμφωνα μ᾿ ἐκείνη τή διαγωγή καί ἡ κατά δύναμι ἀποφυγή τῶν ἐπιβλαβῶν τοῦ παρόντος βίου. ῞Οπως δέ ὅταν γίνεται πυκνά ἐπιδρομή ἐχθρῶν στά ἐκτός τῆς πόλεως, ἔχομε τούς ἀγρούς σάν νά μή τούς ἔχωμε καί τόν περισσότερο καιρό, φεύγοντας ἀπό ἐκείνους, καθόμαστε μέσα σέ ἀσφάλεια, κι᾿ ἄν οἱ ἐχθροί ἀναχωρήσουν γιά λίγο, χρησιμοποιοῦμε σύντομα τούς περιπάτους ἐμπρός ἀπό τό ἄστυ, χωρίς κατάχρησι, διότι βλέπουμε τόν καιρό τῆς χρήσεως συνεσταλμένο.ἔτσι καί αὐτόν τόν κόσμο παραινεῖ ὁ ἀπόστολος νά τόν χρησιμοποιοῦμε ἀλλά νά μήν τόν παραχρησιμοποιοῦμε.διότι βλέπει τούς ἀοράτους ἐχθρούς νά ἐπεμβαίνουν δεινῶς καί τήν ἀπειλή τῆς φθορᾶς."παρέρχεται", λέγει, "τό σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου". ᾿Αλλ᾿ ὅμως, ἐπειδή τά παρόντα δέν ὑφίστανται οὐσιωδῶς ἀλλ᾿ ἀποτελοῦν σχηματισμό, καί γίνονται μέν ἀλλά δέν εἶναι, φαινόμενα γιά λίγο καί παρερχόμενα, κι᾿ ἄν θελήση κανείς νά τά κατέχη, δέν θά μπορέση ποτέ, σάν σκιά θερινῆς ἄγονης νεφέλης πού διώκεται ἀπό ἄνεμο καί παρέρχεται γρήγορα, ἡ παραίνεσις παρέρχεται γιά νά γίνη φανερά ἡ πρόθεσις τοῦ καθενός καί γιά νά δώση σημεῖο τῆς ἐπιγνώσεως τῶν ἀπό τόν Θεό διαταγμάτων.διότι κι᾿ ἄν θελήση κανείς νά τά κατέχη, ὅπως εἶπα, τά παρόντα δέν εἶναι καθεκτά, κι᾿ αὐτό διττῶς.ὄχι μόνο ὁ κόσμος αὐτός παρέρχεται, ἀλλά κι᾿ ὁ καθένας ἀπό ἐμᾶς, πού χρησιμοποιοῦμε αὐτόν τόν κόσμο, μερικές φορές παρέρχεται καί πρίν ἀπό τά ἐγκόσμια πού ἔχει στή διάθεσί του. Κάθε ἄνθρωπος παρέρχεται σάν νά βαδίζη ὁδόν, πού κι᾿ αὐτή κινεῖται πολυειδῶς καί παρέρχεται ἀπό αὐτόν, καί συμβαίνει ἕνα ἀπό τά δύο, ἤ τόν προφθάνει ἡ ὁδός καί ὅσα κατεῖχε δέν μπορεῖ πλέον νά τά κατέχη ἤ αὐτός προφθάνει καί δέν μπορεῖ πλέον νά κατέχη τά τοῦ βίου.διότι, ἀφοῦ εἶναι θνητός ὁ ἄνθρωπος, εἶναι συνημμένος μέ τά τοῦ βίου, πού εἶναι καί αὐτά τρεπτά. ῎Η λοιπόν ὡς συνημμένος μέ τά τρεπτά τρέπεται πολυτρόπως κι᾿ ἔχασε ὅσα κατεῖχε, πλοῦτο ἴσως, λαμπρότητα, εὐθυμία, ἤ πεθαίνοντας προφθάνει νά ἐπιφέρη στόν ἑαυτό του κεφαλαιωδέστερη τροπή καί ἀναχωρεῖ γυμνός, ἐγκαταλείποντας τά τωρινά ἀγαθά του καί τίς ἐλπίδες γι᾿ αὐτά. ῎Ισως σέ παιδιά, ἀλλά ποιά εἶναι ἡ εὐχαρίστησι καί ἀπ᾿ αὐτό; Αὐτός μέν δέν ἔχει πλέον καμμιά αἴσθησι τῶν ἐδῶ πραγμάτων, τά δέ παιδιά θά πέσουν μέ τόν ἴδιο ἤ ἄλλον τρόπο.
Τό τέλος λοιπόν τῶν προσκολλημένων σ᾿ αὐτόν τόν κόσμο εἶναι πάντοτε συμφορά, ἀφοῦ τελικῶς ἐκφέρονται γυμνοί καί ἐγκαταλείπουν ὅλα τά ἐδῶ ἀγαπητά πράγματα. Σέ ὅσους δέ περιφρονοῦν τά πράγματα τοῦ κόσμου τούτου καί ζητοῦν νά μάθουν περί τοῦ μέλλοντος κόσμου καί σπεύδουν νά πράττουν αὐτά πού θά συντελέσουν γιά ἐκεῖνον, ὁ θάνατος, ὅταν ἔρχεται δέν ἐπιφέρει ζημία, ἀλλά μᾶλλον τούς μεταφέρει ἀπό τοῦτα τά μάταια καί ρευστά, πρός ἀνέσπερη ἡμέρα, πρός ἄφθαρτη τρυφή, πρός ἀΐδια δόξα, πρός τά πραγματικά ὑπάρχοντα καί ἀναλλοιώτως διαμένοντα.
Αὐτά εἴθε νά ἐπιτύχωμε ὅλοι ἐμεῖς, μέ τήν χάρι καί φιλανθρωπία αὐτοῦ πού ἔκλινε τούς οὐρανούς καί κατέβηκε ὑπέρ ἡμῶν, ὄχι ἕως ἐμᾶς, ἀλλά καί ἕως τίς ἔγκλειστες στά καταχθόνια ψυχές.καί πού ἀπό ἐκεῖ ξανανέβηκε δι᾿ ἀναστάσεως καί ἀναβιώσεως καί προσέφερε σ᾿ ἐμᾶς τόν φωτισμό καί τή γνῶσι καί τήν ἐλπίδα τῶν οὐρανίων καί ἀϊδίων, στά ὁποῖα εἶναι δεδοξασμένος στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Γένοιτο.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...