Thursday, 9 May 2013

ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ…… Η ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ Ο “ΗΘΙΚΟΛΟΓΟΣ”


Tα αποσπάσματα είναι από το βιβλίο: “Βίος και Λόγοι”, Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, έκδ. Ι. Μονής Χρυσοπηγής, Χανιά, 2005 και αποτελούν απομαγνητοφωνημένα λόγια του Γέροντα από αυθόρμητες καθημερινές συνομιλίες του με πνευματικά του παιδιά)

“Όποιος αγαπάει λίγο, δίνει λίγο
 
όποιος αγαπάει περισσότερο δίνει περισσότερο
 
κι όποιος αγαπάει πάρα πολύ τι έχει αντάξιο να δώσει;
 
Δίνει τον εαυτό του…”
…Ο Χριστός θέλει κι ευχαριστείται να σκορπάει τη χαρά, να πλουτίζει τους πιστούς Του με χαρά. Εύχομαι “ίνα η χαρά υμών η πεπληρωμένη”. Αυτή είναι η θρησκεία μας. Εκεί πρέπει να πάμε. Ο Χριστός είναι ο Παράδεισος, παιδιά μου. Τι είναι Παράδεισος; Ο Χριστός είναι. Από ‘δω αρχίζει ο Παράδεισος. Είναι ακριβώς το ίδιο. Όσοι εδώ στη γη ζουν τον Χριστό, ζουν τον Παράδεισο. Έτσι είναι, που σας το λέγω. Είναι σωστό, αληθινό αυτό, πιστέψτε με! Έργο μας είναι να προσπαθούμε να βρούμε έναν τρόπο να μπούμε μέσα στο φως του Χριστού. Δεν είναι να κάνει κανείς τα τυπικά. Η ουσία είναι να είμαστε μαζί με τον Χριστό. Να ξυπνήσει η ψυχή και ν’ αγαπήσει τον Χριστό, να γίνει αγία. Να επιδοθεί στο θείο έρωτα. Έτσι θα μας αγαπήσει κι Εκείνος. Θα είναι τότε η χαρά αναφαίρετη. Αυτό θέλει πιο πολύ ο Χριστός, να μας γεμίζει από χαρά, διότι είναι η πηγή της χαράς…
…Ο έρωτας προς τον Χριστό είναι κάτι άλλο. Δεν έχει τέλος, δεν έχει χορτασμό. Δίνει ζωή, δίνει σθένος, δίνει υγεία, δίνει, δίνει, δίνει… Κι όσο δίνει, τόσο πιο πολύ ο άνθρωπος θέλει να ερωτεύεται. Ενώ ο ανθρώπινος έρωτας μπορεί να φθείρει τον άνθρωπο, να τον τρελάνει. Όταν αγαπήσομε τον Χριστό, όλες οι άλλες αγάπες υποχωρούν. Οι άλλες αγάπες έχουν κορεσμό. Η αγάπη του Χριστού δεν έχει κορεσμό…
…Ο άνθρωπος έχει τέτοιες δυνάμεις, ώστε να μπορεί να μεταδώσει το καλό ή το κακό στο περιβάλλον του. Αυτά τα θέματα είναι πολύ λεπτά. Χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Πρέπει να βλέπομε το καθετί με αγαθό τρόπο. Τίποτα το κακό να μη σκεπτόμαστε για τους άλλους. Κι ένα βλέμμα κι ένας στεναγμός επιδρά στους συνανθρώπους μας. Και η ελάχιστη αγανάκτηση κάνει κακό. Να έχομε μέσα στην ψυχή μας αγαθότητα κι αγάπη. Αυτά να μεταδίδομε. Να προσέχομε να μην αγανακτούμε για τους ανθρώπους που μας βλάπτουν, μόνο να προσευχόμαστε γι’ αυτούς με αγάπη. Ό,τι κι αν κάνει ο συνάνθρωπός μας, ποτέ να μη σκεπτόμαστε κακό γι’ αυτόν. Πάντοτε να ευχόμαστε αγαπητικά. Πάντοντε να σκεπτόμαστε το καλό. [...] Όταν κακομελετάμε, κάποια κακή δύναμη βγαίνει από μέσα μας και μεταδίδεται στον άλλον, όπως μεταφέρεται η φωνή με τα ηχητικά κύματα, και όντως ο άλλο παθαίνει κακό. Γίνεται κάτι σαν βασκανία, όταν ο άνθρωπος έχει για τους άλλους κακούς λογισμούς… Δεν προκαλεί ο Θεός το κακό αλλά η κακία των ανθρώπων. Δεν τιμωρεί ο Θεός, αλλά η δική μας κακή διάθεση μεταδίδεται στην ψυχή του άλλου μυστηριωδώς και κάνει το κακό. Ο Χριστός ποτέ δεν θέλει το κακό. Αντίθετα παραγγέλλει: “Ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς…”
Μέσα μας υπάρχει ένα μέρος της ψυχής που λέγεται “ηθικολόγος”. Αυτός ο “ηθικολόγος”, όταν βλέπει κάποιον να παρεκτρέπεται, επαναστατεί, ενώ πολλές φορές αυτός που κρίνει έχει κάνει την ίδια παρεκτροπή. Δεν τα βάζει όμως με τον εαυτό του αλλά με τον άλλον. Κι αυτό δεν το θέλει ο Θεός. Λέει ο Χριστός στο Ευαγγέλιο: “Ο ουν διδάσκων έτερον σεαυτόν ου διδάσκεις; Ο κηρύσσων μη κλέπτειν, κλέπτεις;”. Μπορεί να μην κλέπτομε, όμως φονεύομε. Κακίζουμε τον άλλον κι όχι τον εαυτό μας. Λέμε, π.χ. “Έπρεπε να κάνεις αυτό. Δεν το έκανες, να τι έπαθες!”. Στην πραγματικότητα, επιθυμούμε να πάθει ο άλλος κακό. Όταν σκεπτόμαστε το κακό, τότε μπορεί πράγματι να συμβεί. [...] Είναι δυνατόν να πει κάποιος: “έτσι που φέρεται ο τάδε θα τιμωρηθεί απ’ τον Θεό” και να νομίζει ότι το λέει χωρίς κακία. Δεν φαίνεται καθαρά. Είναι πολύ μυστικό πράγμα τι κρύβει η ψυχή μας και πώς αυτό μπορεί να επιδράσει σε πρόσωπα και πράγματα.
Υπάρχει μια ζωή αόρατη, η ζωή της ψυχής. Αυτή είναι πολύ ισχυρή και μπορεί να επιδράσει στον άλλον, έστω κι αν μας χωρίζουν χιλιόμετρα… Και χωρίς να μιλήσομε, μπορεί να μεταδώσουμε το καλό ή το κακό, όση κι αν είναι η απόσταση που μας χωρίζει απ’ τον πλησίον. Αυτό που δεν εκφράζεται έχει συνήθως περισσότερη δύναμη απ’ τα λόγια
…Άμα δοθούμε στην αγάπη του Χριστού, τότε όλα θα μεταβληθούν, όλα θα μεταστοιχειωθούν, όλα θα μεταποιηθούν, όλα θα μετουσιωθούν. Ο θυμός, η οργή, η ζήλεια, ο φθόνος, η αγανάκτηση, η κατάκριση, η αχαριστία, η μελαγχολία, η κατάθλιψη, όλα θα γίνουν αγάπη, χαρά, λαχτάρα, θείος έρως. Παράδεισος!
Να χαίρεσθε όσα μας περιβάλλουν. Όλα μας διδάσκουν και μας οδηγούν στον Θεό. Όλα γύρω μας είναι σταλαγματιές της αγάπης του Θεού. Και τα έμψυχα και τα άψυχα και τα φυτά και τα ζώα και τα πουλιά και τα βουνά και η θάλασσα και το ηλιοβασίλεμα και ο έναστρος ουρανός. Είναι οι μικρές αγάπες, μέσα απ’ τις οποίες φθάνομε στη μεγάλη Αγάπη, τον Χριστό. Τα λουλούδια, για παράδειγμα, έχουν τη χάρη τους, μας διδάσκουν με το άρωμά τους, με το μεγαλείο τους. Μας μιλούν για την αγάπη του Θεού. Σκορπούν το άρωμά τους, την ομορφιά τους σε αμαρτωλούς και δικαίους. Για να γίνει κανείς χριστιανός, πρέπει να έχει ποιητική ψυχή, πρέπει να γίνει ποιητής…
Προσευχή είναι να πλησιάζεις το κάθε πλάσμα του Θεού με αγάπη και να ζεις με όλα, και με τ’ άγρια ακόμη, εν αρμονία…
Ευχαριστώ τον Θεό που μου έδωσε πολλές αρρώστιες. Πολλές φορές του λέω: “Χριστέ μου, η αγάπη Σου δεν έχει όρια!”. Το πώς ζω είναι ένα θαύμα. Μέσα στις άλλες μου αρρώστιες έχω και καρκίνο στην υπόφυση. Δημιουργήθηκε εκεί όγκος που μεγαλώνει και πιέζει το οπτικό νεύρο. Γι’ αυτό τώρα πια δεν βλέπω. Πονάω φοβερά. Προσεύχομαι όμως σηκώνοντας το Σταυρό του Χριστού με υπομονή. [...] Πονάω πολύ, υποφέρω, αλλά είναι πολύ ωραία η αρρώστιά μου. Την αισθάνομαι ως αγάπη του Χριστού… Η αρρώστιά μου είναι μια ιδιαίτερη εύνοια του Θεού, που με καλεί να μπω στο μυστήριο της αγάπης Του και με τη δική Του την χάρη να προσπαθήσω ν’ ανταποκριθώ. Αλλά εγώ δεν είμαι άξιος. Θα μου πείτε: “Όλ’ αυτά που σου αποκαλύπτει ο Θεός δεν σε κάνουν άξιο;”. Αυτά με κατακρίνουν. Γιατί αυτά είναι της χάριτος του Θεού. Δεν είναι τίποτα δικό μου. Ο θεός μου έδωσε πολλά χαρίσματα, αλλά εγώ δεν ανταποκρίθηκα, φάνηκα ανάξιος. Την προσπάθειά όμως ούτε μια στιγμή δεν την άφησα… Γι’ αυτό δεν προσεύχομαι να με κάνει ο Θεός καλά. Προσεύχομαι να με κάνει καλό…
Ο θάνατος είναι μία γέφυρα που θα μας πάει στον Χριστό. Μόλις κλείσομε τα μάτια μας, θα τ’ ανοίξομε στην αιωνιότητα. Θα παρουσιασθούμε μπροστά στον Χριστό. Στην άλλη ζωή θα ζούμε “εκτυπώτερον” την χάρι του Θεού
Ένα άλλο μυστικό τώρα θα σας πω. Τις νύκτες επικοινωνώ τηλεφωνικώς μ’ έναν αγιορείτη ασκητή. Αυτός μελετάει πολύ τους Πατέρες και μου εξηγεί πολλά πράγματα. Συζητούμε πνευματικά ζητήματα. Τρέλα, τί να σας πω! …Αυτό έγινε και σήμερα πρωί πρωί, δηλαδή νύχτα στις τρεις. Οι καμπάνες χτυπούσαν εκείνη την ώρα που συνομιλούσαμε. Επί μισή ώρα κουβεντιάζαμε πάρα πολύ ωραία πράγματα. Ειλικρινά, μεγάλη χαρά αισθάνθηκα, μεγαλύτερη απ’ ό,τι μπορώ να σας εκφράσω. Δόξα Σοι ο Θεός!. Ενώ λέγαμε αυτά τα πνευματικά, μου λέει:
- Χτυπάει η καμπάνα για την εκκλησία και τρέχω να προλάβω.
Του λεώ:
- Γέροντα, μη μ’ αφήνεις!
- Μετά χαράς μου λέει. Έλα να πάμε στην εκκλησία, να είμαστε μαζί, να βλέπομε τα μεγαλεία του Θεού, την Θεία Λειτουργία, την χάρη του Χριστού. Έλα, δεν υπάρχει απόσταση εν Χριστώ Ιησού των Κυρίω ημών. Καμία απόσταση!
Και “πήγα” μαζί του στην εκκλησία. Όλες τις ώρες μαζί του προσευχόμουνα. Έβλεπα όλες τις ιερές και άγιες εικόνες, τις λαμπάδες, τα κεράκια, τα καντηλάκια να τσιτσιρίζουν. Έβλεπα τους ιερείς να λειτουργούν μεταρσιωμένοι. Ήταν γεμάτη η εκκλησία από ασκητές κι όλοι είχαν μεγάλη χαρά μέσα τους και ψάλλανε: “Δεύτε ίδωμεν πιστοί που εγεννήθη ο Χριστός… Η Γέννησίς σου… Η Παρθένος σήμερον… Χριστός γεννάται δοξάσατε…” Στο “Μετά φόβου Θεού” πήγε να μεταλάβει. Δίπλα του κι εγώ, με τη χάρη του Κυρίου, συγκινημένος. Συγχωράτε με που σας τα λέγω. Έβλεπα όλους τους αδελφούς να δέονται. Αισθάνθηκα μεγάλη αγαλλίαση. Ό,τι έβλεπαν εκείνοι, έβλεπα κι εγώ. Μα ήταν πνευματική πανδαισία αυτή η Λειτουργία με τους αγίους ασκητές, τις χαρούμενες ψυχούλες που τα αισθανόντουσαν όλα, που εζούσανε την εορτή των Χριστουγέννων! Την εζούσανε! Πώς θα ήθελα να ήσασταν κι εσείς, ν’ ακούγατε τα λόγια που λέγανε!
Η χαρά μου γίνεται πολύ μεγάλη, όταν ο άλλος μου βεβαιώνει ότι αυτό που “βλέπω” είναι πράγματι έτσι, γιατί καταλαβαίνω πως αυτή η γνώση δεν προέρχεται παρά μόνον εκ Θεού. Να σας πω τι εννοώ. Σας ζητάω πολλές φορές να μου διαβάσετε μια παράγραφο, παραδείγματος χάριν, από κάποιον Πατέρα, και σας λέγω: “Κοιτάξτε στη σελίδα δέκα, στην παράγραφο δύο, στο μέσον της σελίδας και θα το βρείτε αυτό που σας είπα”. Ανοίγετε, πράγματι, στη συγκεκριμένη σελίδα, το βρίσκετε, μου το διαβάζετε. Είναι γραμμένο ακριβώς όπως σας το έχω πει. Παραξενεύεσθε εσείς, γιατί μου έρχεται μεγάλη χαρά και λέω: “α! Δεν το ήξερα, πρώτη φορά το ακούω!”, ενώ σας το έχω πει πιο πριν απ’ έξω. Κι όμως, αλήθεια σας λέγω, δεν λέγω ψέματα. Όντως δεν το ήξερα, διότι ποτέ δεν το είχα διαβάσει πιο πριν. Τη στιγμή που σας είπα την παράγραφο, εκείνη τη στιγμή μου το εφανέρωσε μέσα μου η θεία χάρις, το Άγιον Πνεύμα. Εγώ, όμως τ’ άκουσα για πρώτη φορά την ώρα που το διαβάσατε, γιατί ποτέ δεν το είχα διαβάσει και μου έκανε εντύπωση και χάρηκα που επιβεβαιώσατε αυτό που μου εφανέρωσε η θεία χάρις….
Καταλάβατε; Υπάρχουν κι άλλα μάτια, τα μάτια της ψυχής. Με τα μάτια τα σαρκικά μπορεί να βλέπεις περιορισμένα, ενώ μ’ εκείνα της ψυχής μπορεί να βλέπεις και πίσω απ’ το φεγγάρι. Εσείς βλέπετε με τα μάτια του σώματος. Τα ίδια πράγματα βλέπω κι εγώ με τη χάρη ακόμη πιο καλά, πιο καθαρά. Με τα μάτια τα σαρκικά βλέπεις τα πράγματα εξωτερικά. Με τα μάτια της ψυχής βλέπεις πιο βαθιά. Εσείς βλέπετε εξωτερικά, εγώ βλέπω και πώς είναι εσωτερικά. Βλέπω και διαβάζω την ψυχή του άλλου
Όταν “βλέπω” κάτι με τη χάρη του Θεού, το χαίρομαι πολύ κατά βάθος. Με την εν Κυρίω χαρά. Εκεί που με επισκέπτεται η χάρις του Θεού, εκεί που κοιτάζω και διαβάζω την ψυχή του άλλου διά της θείας χάριτος, τη στιγμή εκείνη η θεία χάρις φέρνει μέσα μου έναν ενθουσιασμό. Με τον ενθουσιασμό εκδηλώνεται η θεία χάρις, που φέρνει ένα είδος φιλικότητος, οικειότητος, αδελφικότητος, ενώσεως. Μετά απ’ αυτήν την ένωση έρχεται μεγάλη χαρά, τόση χαρά που πάει να σπάσει η καρδιά μου. Φοβάμαι όμως να εκδηλωθώ. Βλέπω, αλλά δεν μιλάω, έστω κι αν μου το βεβαιώνει η χάρις ότι αυτά είναι αληθινά. Όταν, όμως, με πληροφορήσει η χάρις να μιλήσω, τότε μιλάω. Λέω μερικά πράγματα που ο Θεός φωτίζει να πω απ’ την αγάπη μου για όλους. Για να αισθανθεί ο κόσμος το αγκάλιασμα που κάνει ο Χριστός σε όλους μας… [...] Σας λέω πολλά που είναι βαθιά, εσωτερικά, δικά μου. Ίσως κάποιος θα με παρεξηγούσε που δεν κρατάω μυστικά τα βιώματά μου, αυτά που μου αποκαλύπτει ο Θεός και λέω τόσα πολλά. Θα πει κανείς ότι είμαι εγωιστής, που λέω κι εγώ τα βιώματά μου. Το κάνω απ’ την πολλή μου αγάπη για ‘σας, τα παιδιά μου. Για να σας ωφελήσω να πάρετε κι εσείς αυτόν τον δρόμο. Τι λέει ο σοφός Σολομών; Κάπως το λέει αυτό… Λέει: “…ούτε μην φθόνω τετηκότι συνοδεύσω, ότι ούτος ου κοινωνήσει σοφία”. Κι ακόμη κάτι: “Ουκ αποκρύψω υμίν μυστήρια”. [...] “Μετάδοση” σημαίνει: Πήρες κάτι; Να το μεταδώσεις από αγάπη. Δεν πιστεύεις ότι έχεις κάτι δικό σου. Είναι του Θεού και το μεταδίδεις. Αυτό είναι αληθινή ταπείνωση
…Κι όταν καμιά φορά βλέπω ότι κάποιος πάει για καταστροφή στη ζωή του, δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Του το δείχνω λίγο, δεν καταλαβαίνει. Δεν πρέπει να επέμβω ισχυρά και να περιορίσω την ελευθερία του. Δεν είναι απλό το πράγμα
…Η θρησκεία μας είναι αγάπη, είναι έρωτας, είναι ενθουσιασμός, είναι τρέλα, είναι λαχτάρα του θείου. Είναι μέσα μας όλ’ αυτά. Είναι απαίτηση της ψυχής μας η απόκτησή τους. Για πολλούς όμως η θρησκεία είναι ένας αγώνας, μία αγωνία κι ένα άγχος. Γι’ αυτό πολλούς απ’ τους “θρήσκους” τους θεωρούνε δυστυχισμένους, γιατί βλέπουνε σε τι χάλια βρίσκονται. Κι έτσι είναι πράγματι. Γιατί αν δεν καταλάβει κανείς το βάθος της θρησκείας και δεν τη ζήσει, η θρησκεία καταντάει αρρώστια και μάλιστα φοβερή. Τόσο φοβερή που ο άνθρωπος χάνει τον έλεγχο των πράξεών του, γίνεται άβουλος κι ανίσχυρος, έχει αγωνία κι άγχος και φέρεται υπό του κακού πνεύματος. Κάνει μετάνοιες, κλαίει, φωνάζει, ταπεινώνεται τάχα, κι όλη αυτή η ταπείνωση είναι μια σατανική ενέργεια. Ορισμένοι τέτοιοι άνθρωποι ζούνε τη θρησκεία σαν ένα είδος κολάσεως. Μέσα στην εκκλησία κάνουν μετάνοιες, σταυρούς, λένε: “είμαστε αμαρτωλοί, ανάξιοι” και μόλις βγούνε έξω αρχίζουν να βλασφημάνε τα θεία, όταν κάποιος λίγο τους ενοχλήσει. [...] Στην πραγματικότητα, η χριστιανική θρησκεία μεταβάλλει τον άνθρωπο και τον θεραπεύει. Η κυριότερη, όμως προϋπόθεση για να αντιληφθεί και να διακρίνει ο άνθρωπος την αλήθεια είναι η ταπείνωση. Ο εγωισμός σκοτίζει το νου του ανθρώπου, τον μπερδεύει, τον οδηγεί στην πλάνη, στην αίρεση. Είναι σπουδαίο να κατανοήσει ο άνθρωπος της αλήθεια…
…Το ουσιαστικότερο είναι να φεύγεις απ’ τον τύπο και να πηγαίνεις στην ουσία. Ό,τι γίνεται, να γίνεται από αγάπη. Η αγάπη εννοεί πάντα να κάνεις θυσίες…
…Ο Χριστός δεν θα μας αγαπήσει άμα εμείς δεν είμαστε άξιοι να μας αγαπήσει. Για να μας αγαπήσει, πρέπει να βρει μέσα μας κάτι το ιδιαίτερο. Θέλεις, ζητάεις, προσπαθείς, παρακαλείς, δεν παίρνεις όμως τίποτα. Ετοιμάζεσαι ν’ αποκτήσεις εκεί που θέλει ο Χριστός, για να έλθει μέσα σου η θεία χάρις, αλλά δεν μπορεί να μπει, όταν δεν υπάρχει εκείνο που πρέπει να έχει ο άνθρωπος. Ποιό είναι αυτό; Είναι η ταπείνωση. Αν δεν υπάρχει ταπείνωση, δεν μπορούμε ν’ αγαπήσουμε τον Χριστό. Ταπείνωση και ανιδιοτέλεια στη λατρεία του Θεού. “Μή γνώτω η αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου”. Κανείς να μη σας βλέπει, κανείς να μην καταλαβαίνει τις κινήσεις της λατρείας σας προς το θείον. Όλ’ αυτά κρυφά, μυστικά, σαν τους ασκητές. Θυμάστε που σας έχω πει για τ’ αηδονάκι; Μες στο δάσος κελαηδεί. Στη σιγή. Να πεις πως κάποιος τ’ ακούει, πως κάποιος το επαινεί; Κανείς. Πόσο ωραίο κελάηδημα μες στην ερημιά! Έχετε δει πώς φουσκώνει ο λάρυγγας, παθαίνει, μαλλιάζει η γλώσσα. Πιάνει μια σπηλιά, ένα λαγκάδι και ζει τον Θεό μυστικά, “στανεγμοίς αλαλήτοις”…
…Όλο το μυστικό είναι η αγάπη, ο έρωτας στον Χριστό. Το δόσιμο στον κόσμο τον πνευματικό. Ούτε μοναξιά νιώθει κανείς, ούτε τίποτα. Ζει μέσα σ’ άλλον κόσμο. Εκεί που η ψυχή χαίρεται, εκεί που ευφραίνεται, που ποτέ δεν χορταίνει…

oodegr

Wednesday, 8 May 2013

ST. MARK THE ASCETIC - To Those Who Think To Be Justified by Deeds


 ST. MARK THE ASCETIC

Wishing to show that, although every commandment is obligatory, none the less it is by His blood that sonship is granted to men, the Lord says: “When you have done all those things which are commanded you, say, We are unprofitable servants: we have done that which was our duty to do” (Luke 17:10).  Thus the kingdom of heaven is not a reward for deeds, but a gift of the Lord prepared for faithful servants.
-- “Christ died for our sins according to the scriptures” (I Corinthians 15:3), and He grants freedom to those who serve Him well.  For He says: “Well done, good and faithful servant; thou hast been faithful over a few things, I will make thee ruler over many things: enter thou into the joy of the Lord” (Matthew 25:23).

-- He is not yet a faithful servant who bases himself on bare knowledge alone; a faithful servant is he who professes his faith by obedience to Christ, Who gave the commandments.

-- He who reveres the Lord does what is commanded, and if he commits some sin or disobeys Him, endures whatever he has to suffer for this as being his desert.

-- If you love knowledge, love also work, for bare knowledge puffs a man up.

-- Knowledge without corresponding practice is still insecure, even if it is true.  All is made firm by practice.

-- He who wants to do something and cannot is, in the eyes of God who sees our hearts, as though he has done it.  This should be understood as being so in relation to good and evil alike.

-- Some think they believe rightly, while not practicing the commandments; others, while practicing them, expect the kingdom as a just reward.  Both sin against truth.

-- We who have been granted the bath of eternal life do good works not for the sake of reward, but to preserve the purity which was given us.

-- Every good deed we perform by our own natural powers, although it removes us further from the (evil deed) opposed to it, cannot make us holy without grace.

-- The abstinent withdraws from gluttony, the uncovetous from covetousness, the silent from wordiness, the pure from attachment to sensory pleasures, the chaste from fornication, he who is content with what he has from love of money, the meek from agitation (anger), the humble from vanity, the obedient from objection, he who is honest with himself from hypocrisy; equally, he who prays withdraws from despair, the willing pauper from acquisitiveness, he who professes his faith from denying it, the martyr from idolatry - so you see that each virtue, performed even unto death, is nothing but withdrawal from sin; and withdrawal from sin is a natural action, not an action which could be rewarded by the kingdom.

-- When the mind forgets the purpose of piety, then visible works of virtue become useless.

-- He who does good and seeks a reward works not for God but for his own desire.

-- Some say that we can do nothing good until we actively receive the grace of the Holy Spirit.  This is not true.

-- To him who has been baptized into Christ grace has been mysteriously given already.  But it acts in proportion to his fulfillment of commandments.  Although this grace never ceases to help us in secret, it lies in our power to do or not to do good according to our own will.

-- In the first place, it fittingly arouses conscience, through which even evil-doers have been accepted by God when they repented.

-- Again, it may be concealed in the advice of a brother.  Sometimes it follows thought during reading and teaches its truth to the mind by means of a natural deduction (from that thought).  Thus, if we do not bury this talent bestowed upon us on these and similar occasions, we shall in truth enter into the joy of the Lord.

-- If you will keep in mind that, according to the Scriptures, the Lord’s “judgments are in all the earth” (Psalms 104:7), then every event will teach you knowledge of God.

-- If, according to the scriptures, the cause of all that is involuntary lies in what is voluntary, no one is a man’s greater enemy than himself.

-- If you wish to be saved and to come to the knowledge of truth, always urge yourself to rise above sensory things and to cling with hope to God alone.  Thus compelling yourself to turn inwards, you will meet principalities and powers, which wage war against you by suggestions in thoughts.  If you overcome them by prayer and remain in good hope, you will receive Divine grace, which will free you from the wrath to come.

from “Early Fathers From the Philokalia,” trans. by E. Kadloubovsky and G.E.H. Palmer, (London: Faber and Faber, Ltd., 1981), pp. 86 - 90.

-Saint Isaac The Syrian-ON THE THREE MODES OF KNOWLEDGE

 
---------------------------------------------------------
THE THREE MODES OF KNOWLEDGE
---------------------------------------------------------
 These are the three modes of knowledge. From the time a man begins to distinguish good from evil, and until he leaves this world, the knowledge of his soul remains within these three degrees. The fullness of all wrong and impiety, and the fullness of righteousness, and the probing of all the depths of the mysteries of the spirit, all these are produced by one single knowledge in these three degrees; in it is contained every movement of the mind, whether it ascends or descends, in good, in evil, or in something between the two. These three degrees are called by the fathers: natural, contranatural and supranatural knowledge. They are the three directions along which the memory of a rational soul travels up and down, either when, as has been said, a man acts rightly from his own nature, or when by memory he is ravished on high, above his nature, in supranatural contemplation of God, or when he goes out to herd swine, having squandered the riches of good judgment, slaving with a multitude of demons.

----------------------------------------------------------------------------------
HOW DIFFERENT DEGREES OF KNOWLEDGE AFFECT THE SOUL
----------------------------------------------------------------------------------

-- The first degree of knowledge renders the soul cold towards efforts to walk according to God. The second warms the soul, hastening its progress towards that which is on the level of faith. The third is rest from activity, enjoying the mysteries of the future life, in a single striving of mind. But since our being is as yet unable entirely to transcend its state of lifelessness and the burden of the flesh, so, while a man lives in the body, he remains in a constant state of changing from one to another. Now, like a miserable beggar, his soul begins its service in the second, the middle degree of virtue; now, like those who have received the spirit of sonship in the mystery of liberation, he rejoices in the quality of spiritual grace which corresponds to its Giver; then again he returns to his humble works performed with the help of the body. For there is no perfect freedom in this imperfect life.

-- In the second degree, the work of knowledge consists in long- drawn exercise and labor. Work in the third degree is the doing of faith, performed not through actions, but through spiritual representations in the mind, in an activity which is purely of the soul, since it transcends the senses. By faith we mean not faith in relation to the distinctions of the Divine Hypostases we worship, or the miracle of dispensation through Incarnation in man's nature, although this faith is also very lofty; we mean that faith, which is kindled in the soul from the light of grace and which fortifies the heart by testimony of the mind, giving it the certainty of hope which is free from all doubt. This faith manifests itself not through increased hearing fo the ears, but through spiritual eyes, which see the mysteries hidden in the soul, that invisible Divine treasure, which is hidden from the sight of sons of the flesh and is revealed by the Spirit to those who receive their food from Christ's table and learn His laws. As the Lord said: if ye keep my commandments, I will send you a Comforter, "even the Spirit of truth; whom the world cannot receive . . . he shall teach you all things" (John 14:17, 26).


from E. Kadloubovsky and G. E. H. Palmer, "Early Fathers from the Philokalia," (London: Faber and Faber, 1981), pp. 195 - 196

Tuesday, 7 May 2013

Τί εἶναι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ τί δίνει στὸν ἄνθρωπο;


  Άγιος Ιννοκέντιος Βενιαμίνωφ

Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ὁ Θεός, τὸ τρίτο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, παντοδύναμο ὅπως ὁ Πατέρας καὶ ὁ Υἱός. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ζωογονεῖ, ἐμψυχώνει καὶ ἐνδυναμώνει τὰ πλάσματα. Αὐτὸ δίνει στὰ ζῶα τὴ ζωή, στοὺς ἀνθρώπους τὸ νοῦ καὶ στοὺς χριστιανοὺς τὴν ἀνώτερη ζωή, τὴν πνευματική. Αὐτὸ φωτίζει τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν βοηθάει νὰ μπεῖ στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δίνεται στὸν καθένα μας ὄχι σύμφωνα μὲ τὴν ἀξία τῶν καλῶν ἔργων του, ἀλλὰ δωρεάν, σύμφωνα μὲ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὴ σωτηρία του.
Στὴ συνέχεια θὰ δοῦμε τί χαρίζει στὸν ἄνθρωπο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.
1. Ὅταν κατοικήσει μέσα στὸν ἄνθρωπο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τοῦ δίνει πίστη καὶ φωτισμό. Χωρὶς Αὐτό, κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει ἀληθινὴ καὶ ζωντανὴ πίστη. Χωρὶς τὸ φωτισμό Του, καὶ ὁ πιὸ σοφὸς καὶ μορφωμένος ἄνθρωπος εἶναι ὁλότελα τυφλὸς ὡς πρὸς τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν κτίση Του. Ἀπεναντίας, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μπορεῖ νὰ φωτίσει ἐσωτερικὰ καὶ τὸν πιὸ ἀμόρφωτο καὶ ἁπλοϊκὸ ἄνθρωπο, νὰ τοῦ ἀποκαλύψει ἄμεσα τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ τοῦ προσφέρει τὴ γλυκειὰ γεύση τῆς βασιλείας Του. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔχει μέσα του τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, αἰσθάνεται στὴν ψυχή του ἕνα ἀσυνήθιστο φῶς, ποὺ τοῦ ἦταν ὁλότελα ἄγνωστο μέχρι τότε.
2. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα γεννάει στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου τὴν ἀληθινὴ ἀγάπη. Ἡ ἀληθινὴ ἀγάπη εἶναι σὰν μία καθαρὴ φωτιά, μία πηγὴ θερμότητας, ποὺ ζεσταίνει τὴν καρδιά. Εἶναι μία ρίζα, ποὺ βλαστάνει μέσα στὴν καρδιὰ ὅλα τὰ καλὰ ἔργα. Γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἔχει ζωογονηθεῖ ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ ἀγάπη, τίποτα δὲν εἶναι δύσκολο, φοβερὸ ἢ ἀδύνατο. Γι' αὐτὸν κανένας νόμος δὲν εἶναι βαρύς, καμιὰ ἐντολὴ δὲν εἶναι ἀνεφάρμοστη. Ὅλα του εἶναι εὔκολα.
Ἡ πίστη καὶ ἡ ἀγάπη, ποὺ χαρίζει στὸν ἄνθρωπο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, εἶναι τόσο μεγάλα καὶ δυνατὰ ὄπλα στὰ χέρια του, πού, ἂν τὰ ἔχει, μπορεῖ εὔκολα, ἄνετα, μὲ χαρὰ καὶ γαλήνη νὰ βαδίσει τὸ δρόμο ποὺ βάδισε ὁ Χριστός.
3. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δίνει ἀκόμα στὸν ἄνθρωπο δύναμη, γιὰ ν' ἀντιστέκεται στοὺς πειρασμοὺς τοῦ κόσμου. Ἔτσι, χρησιμοποιεῖ βέβαια τὰ ἐπίγεια ἀγαθά, ἀλλὰ σὰν περαστικὸς ταξιδιώτης, χωρὶς νὰ κολλάει σ' αὐτὰ τὴν καρδιά του. Ἀντίθετα, ὁ ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἔχει μέσα του τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ὅσο μορφωμένος καὶ ἔξυπνος κι ἂν εἶναι, μένει πάντα δοῦλος καὶ αἰχμάλωτος τοῦ κόσμου.
4. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δίνει στὸν ἄνθρωπο καὶ σοφία. Αὐτὸ τὸ βλέπουμε κατεξοχὴν στοὺς ἁγίους ἀποστόλους, πού, πρὶν λάβουν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἦταν ἀγράμματοι καὶ ἁπλοϊκοὶ ἄνθρωποι, ὕστερα ὅμως κανεὶς δὲν μποροῦσε ν' ἀντισταθεῖ στὴ σοφία καὶ τὴ δύναμη τοῦ λόγου τους.
Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα χαρίζει σοφία ὄχι μόνο στὰ λόγια τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ καὶ στὶς πράξεις του. Ἔτσι, λ.χ., ἐκεῖνος ποὺ ἔχει μέσα του τὸ Πνεῦμα, πάντα θὰ βρεῖ τὸ χρόνο καὶ τὸν τρόπο νὰ φροντίσει γιὰ τὴ σωτηρία του, ἀκόμα καὶ μέσα στὸ θόρυβο τοῦ κόσμου.
5. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα χαρίζει τὴν ἀληθινὴ χαρά, τὴν καρδιακὴ εὐτυχία καὶ τὴν ἀσάλευτη εἰρήνη. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἔχει μέσα του τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ποτὲ δὲν μπορεῖ νὰ χαρεῖ ἀληθινά, νὰ εὐχαριστηθεῖ καθαρά, νὰ νιώσει τὴν εἰρήνη ποὺ γλυκαίνει τὴν ψυχή. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι κάπου κάπου χαίρεται. Μὰ ἡ χαρά του εἶναι στιγμιαία καὶ ὄχι καθαρή. Κάπου-κάπου διασκεδάζει. Μὰ οἱ διασκεδάσεις του εἶναι πάντα κενές, ἀνούσιες, καὶ μετὰ ἀπ' αὐτὲς τὸν κυριεύει μία ἀκόμα μεγαλύτερη στενοχώρια. Κάπου-κάπου εἶναι ἤρεμος. Μὰ ἡ ἠρεμία του δὲν εἶναι ἡ πνευματικὴ εἰρήνη, εἶναι νάρκη τῆς ψυχῆς. Καὶ ἀλίμονο σ' ἐκεῖνον ποὺ δὲν προσπαθεῖ καὶ δὲν θέλει νὰ ξυπνήσει ἀπ' αὐτὴ τὴ νάρκη!
6. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δίνει καὶ τὴν ἀληθινὴ ταπείνωση. Ὁ ἄνθρωπος, ἀκόμα καὶ ὁ πιὸ γνωστικός, δὲν μπορεῖ νὰ γνωρίσει τὸν ἑαυτό του ὅσο πρέπει, ἂν δὲν ἔχει μέσα του τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Γιατί χωρὶς τὴ θεία βοήθεια, δὲν μπορεῖ νὰ δεῖ τὴν πραγματικὴ κατάσταση τῆς ψυχῆς του. Ἂν εἶναι τίμιος καὶ κάνει κανένα καλὸ στοὺς συνανθρώπους του, νομίζει πῶς εἶναι δίκαιος ἢ καί, σὲ σύγκριση μὲ τοὺς ἄλλους, τέλειος καὶ πῶς δὲν τοῦ χρειάζεται τίποτ' ἄλλο!
Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ὅταν κατοικήσει μέσα μας, μᾶς ἀποκαλύπτει ὅλη τὴν ἐσωτερική μας φτώχια καὶ ἀδυναμία. Καὶ ἀνάμεσα στὶς ἀρετές μας, προβάλλει ὅλες τὶς ἁμαρτίες μας, τὴν ἀμέλειά μας, τὴν ἀδιαφορία μας γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἄλλων, τὴν ἰδιοτέλειά μας ἀκόμα καὶ ἐκεῖ ποὺ φαινόμαστε μεγαλόψυχοι, τὴν παχυλὴ φιλαυτία μας ἀκόμα καὶ ἐκεῖ ποὺ ποτὲ δὲν τὴν ὑποπτευόμασταν. Κοντολογίς, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μας τὰ δείχνει ὅλα, ὅπως πραγματικὰ εἶναι. Καὶ τότε ἀρχίζουμε ν' ἀποκτᾶμε τὴν ἀληθινὴ ταπείνωση. Τότε ἀρχίζουμε νὰ χάνουμε τὴν ἐμπιστοσύνη μας στὶς δικές μας δυνάμεις καὶ ἀρετές. Τότε ἀρχίζουμε νὰ θεωροῦμε τὸν ἑαυτό μας χειρότερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. Καὶ ταπεινωμένοι μπροστὰ στὸν Ἰησοῦ Χριστό, ἀρχίζουμε νὰ μετανοοῦμε εἰλικρινὰ καὶ νὰ ἐλπίζουμε μόνο σ' Ἐκεῖνον.
7. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μᾶς διδάσκει, τέλος, τὴν ἀληθινὴ προσευχή. Κανένας δὲν μπορεῖ νὰ κάνει προσευχὴ πραγματικὰ εὐάρεστη στὸ Θεό, πρὶν λάβει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Γιατί ἂν ἀρχίσει νὰ προσεύχεται, χωρὶς νὰ ἔχει μέσα του τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, θὰ δεῖ τὸ νοῦ του νὰ μὴν μπορεῖ νὰ συγκεντρωθεῖ. Ἐπιπλέον, δὲν γνωρίζει, ὅπως πρέπει, οὔτε τὸν ἑαυτό του οὔτε τὶς ἀνάγκες του οὔτε τί νὰ ζητήσει οὔτε πῶς νὰ τὸ ζητήσει ἀπὸ τὸ Θεό. Καλὰ-καλὰ δὲν ξέρει οὔτε τί εἶναι ὁ Θεός. Ὅποιος, ὅμως, ἔχει μέσα του τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, γνωρίζει τὸ Θεό, βλέπει ὅτι Αὐτὸς εἶναι ὁ Πατέρας του καὶ ξέρει πῶς νὰ Τὸν πλησιάσει, πῶς νὰ Τὸν παρακαλέσει καὶ τί νὰ Τοῦ ζητήσει. Οἱ σκέψεις του στὴν προσευχὴ εἶναι εὔτακτες, καθαρές, προσηλωμένες μόνο στὸν Κύριο. Ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος μπορεῖ μὲ τὴν προσευχή του νὰ πετύχει τὰ πάντα, ἀκόμα καὶ βουνὰ νὰ μετακινήσει.
Νά, λοιπόν, τί χαρίζει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα σ' ἐκεῖνον ποὺ Τὸ ἔχει λάβει. Βλέπετε ὅτι, χωρὶς τὴ βοήθεια καὶ τὴ συνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἶναι ἀδύνατον ὄχι μόνο νὰ μποῦμε στὴν οὐράνια βασιλεία, ἀλλὰ κι ἕνα βῆμα νὰ κάνουμε στὸ δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ ἐκεῖ. Γι' αὐτὸ εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ποθοῦμε καὶ νὰ ζητᾶμε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα• εἶναι ἀπαραίτητο νὰ Τὸ ἀποκτήσουμε καὶ νὰ Τὸ ἔχουμε πάντα μέσα μας, ὅπως Τὸ εἶχαν οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι.

 Άγιος Ιννοκέντιος Βενιαμίνωφ

Ο μόνος φιλάνθρωπος



Τὸ χειρότερο πρᾶγμα γιὰ τοὺς ἀνθρώπους εἶναι ὁ θάνατος: τὸ νὰ γίνω λάσπη, νὰ μεταβληθῶ σὲ σκουλήκια, σὲ πηλό! Ἀξίζει τάχα νὰ εἶναι κανεὶς ἄνθρωπος; Γιατὶ νὰ σὲ ἀγαπήσω, Θεέ μου, ἀφοῦ αὔριο θὰ μεταβληθῶ σὲ σκουλήκια καὶ πηλό;
Νά, ὅμως, ποὺ ὁ Κύριος Ἰησοὺς Χριστὸς σὲ σώζει ἀπὸ τὸν θάνατο διὰ τῆς Ἀναστάσεώς Του, ἐξασφαλίζει τὴν αἰώνιο ζωὴ γιὰ τὴν ψυχή σου καὶ τὸ σῶμα, ὅταν ἐκεῖνο θὰ ἀναστηθεῖ λαμπερό καὶ θά ἐνωθεῖ μὲ τὴν ψυχή.
Γι' αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος Ἰησοὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀποκαλεῖται ὁ Μόνος Φιλάνθρωπος, ὁ μόνος ἀπὸ κατασκευῆς κόσμου μέχρι τῆς Φοβερᾶς Κρίσεως.
Μονάχα ἐκεῖνος ποὺ νίκησε τὸν θάνατο εἶναι ὁ Μόνος Φιλάνθρωπος καὶ ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι ἁπλὲς φλυαρίες.
Καὶ οἱ κουλτούρες, οἱ πολιτισμοί, οἱ ἐπιστῆμες καὶ οἱ τέχνες; - Τὶ ἀστεῖα πράγματα! Μὰ τὶ νὰ τὴν κάνω τὴν τεχνολογία καὶ τὴν ἐπιστήμη ὅταν μὲ μεταβάλουν σὲ σκουλήκια καὶ λάσπη;
Ἐκεῖνος εἶναι ὁ μόνος φιλάνθρωπος, αὐτὸς ποὺ μὲ ἐλευθερώνει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, τὸν θάνατο καὶ τὸν διάβολο. Γιατὶ ὁ διάβολος εἶναι ὁ ἐφευρέτης τῆς ἁμαρτίας καὶ μαζὶ μ' αὐτὴν καὶ τοῦ κακοῦ.
Αὐτὸ εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο: ἡ λύτρωση ἀπὸ τὸν θάνατο. Λέει ἡ δεύτερη μεγάλη ἐντολή: «Ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν» (Ματ. 22, 39).
Πότε ἁγαποῦμε λοιπόν πραγματικὰ τὸν ἄνθρωπο; Ὅταν τὸν λυτρώνουμε ἀπὸ τὴν ἁμαρτία του, ἀπὸ τὴν κόλαση... αὐτὴ εἶναι ἡ γνήσια ἀγάπη πρὸς τὸν ἄνθρωπο.
Ἀπατᾶ ἑαυτόν ὁποῖος νομίζει πῶς ἀγαπᾶ τὸν ἄνθρωπο ἐνῶ ἐγκρίνει τὶς ἁμαρτίες του καὶ ἀναπαύει τὰ πάθη του. Τότε ἀγαπᾶ τὸν θάνατό του καὶ ὄχι τὸν ἴδιο.
Μονάχα ὅταν ἀγαπᾶ κανεὶς τὸν ἄνθρωπο διὰ τοῦ Χριστοῦ -μέ ὅλη τὴν ψυχή καὶ τὴν δύναμή του- τότε τὸν ἀγαπᾶ ἀληθινά.
Θὰ ρωτήσει κάποιος: καὶ ἡ ἀγάπη τῶν γονέων πρὸς τὰ τέκνα; Καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ συζύγου πρὸς τὴν σύζυγο; Καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὴν πατρίδα; Δὲν εἶναι καὶ αὐτά ἀγάπη; Τὰ ἀνομάζουμε βέβαια ὅλα αὐτά ἀγάπη ἀλλὰ εἶναι ἄραγε ἔτσι;
Ὅλα αὐτά δὲν ἔχουν ἴχνος ἀγάπης ἐάν δὲν εἶναι ὁ Χριστὸς ἡ δύναμη ἐκείνη μέσα ἀπὸ τὴν ὁποία ἀγαπᾶμε. Ἄν ὁ πατέρας δὲν ἀγαπᾶ τὰ τέκνα του μὲ τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ἄν δὲν τὰ παιδαγωγεῖ στὸ ἀγαθό, ἄν δὲν τὰ ὁδηγεῖ στὸν ἴσιο δρόμο, ἄν δὲν τὰ διδάσκει νὰ σωθοῦν ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, παρὰ μονάχα τὰ χαϊδεύει καὶ τὰ κολακεύει, τότε τὰ μισεῖ καὶ τὰ φονεύει.
Ἄν πάλι, ὁ σύζυγος ἀγαπᾶ τὴν σύζυγο μονάχα σαρκικά, γίνεται ὁ φονιάς της. Ἔτσι συμβαίνει μὲ κάθε γήινη, σαρκικὴ ἀγάπη.

Ιουστίνος Πόποβιτ

Monday, 6 May 2013

Πάσχα - Αντώνιος (Μπλουμ) Μητροπολίτης Σουρόζ

 
„Μέσα από αυτό το κήρυγμα άλλαξαν οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Ο καθένας έγινε πολύτιμος στα μάτια κάποιου άλλου. Ο κόσμος έγινε πιο πλατύς  και πιο βαθύς. Άνοιξαν τα όρια της γης και η γη ενώθηκε με τον ουρανό και τώρα, εμείς – οι χριστιανοί – είμαστε, όπως το είπε ένας δυτικός θεολόγος, εκείνοι οι άνθρωποι, στα χέρια των οποίων ο Θεός, μέσα από το Χριστό, έδωσε άλλους ανθρώπους, για να πιστέψουν στον εαυτό τους – επειδή ο Θεός πιστεύει σε μας – για να μπορέσουν να ελπίζουν τα πάντα, επειδή ο Θεός ελπίζει σε μας. Για να μπορέσουν να κρατήσουν τη πίστη μας μέσα από δοκιμασίες, μίσος, φρίκη και δίωξη: τη νίκη η οποία έχει ήδη νικήσει στον κόσμο, την πίστη στο Χριστό, τον σταυρωμένο και αναστημένο.“ – από μια ομιλία του Μητροπολίτη Αντωνίου Σούσοζ (Μπλούμ) για το Πάσχα
Ο Χριστός πέθανε, μα και αναστήθηκε. Κάθεται τώρα στα δεξιά του Πατρός και μεσιτεύει με τις παρακλήσες Του για μας.  Τί, λοιπόν, μπορεί να μας χωρίσει από την αγάπη του Χριστού? Μήπως τα παθήματα, οι στενοχώριες, οι διωγμοί, η πείνα, η γύμνια, οι κίνδυνοι ή ο μαρτυρικός θάνατος? Συμφωνα με τη Γραφή: „Για σένα πεθαίνουμε όλη τη μέρα. Μας μεταχειρίζονται σαν πρόβατα που τα πάνε για σφαγή“ (Πς. 45,25). Εμείς, όμως, βγαίνουμε νικητές μέσα από όλες αυτές τις δυσκολίες με τη βοήθεια του Χριστού, ο οποίος μας αγάπησε. Κι είμαι πραγματικά βέβαιος πως ούτε θάνατος ούτε ζωή, ούτε άγγελοι ούτε άλλες ουράνιες δυνάμεις, ούτε παρόντα, ούτε μέλλοντα, ούτε κάτι άλλο, είτε στον ουρανό είτε στον άδη, ούτε κανένα άλλο δημιούργημα θα μπορέσουν ποτέ να μας χωρίσουν από την αγάπη του Θεού για μας, όπως αυτή φανερώθηκε στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, του Κυρίου μας.
Αναστημένος από τον τάφο, ο Χριστός, όταν παρουσιάστηκε μπροστά στους μαθητές και στις μυροφόρες, τους καλωσόρισε πρώτα με τις λέξεις: „Χαίρετε!“. Και κατόπιν, όταν  εμφανίστηκε μπροστά στους αποστόλους, τα πρώτα λόγια Του ήταν: „Ειρήνη σε σας!“. Ειρήνη, γιατί οι απόστολοι ήταν βαθιά ταραγμένοι: Ο Κύριος πέθανε. Φάνηκε, ότι έιχε χαθεί κάθε ελπίδα για τη νίκη του Θεού πάνω στην ανθρώπινη κακία, για την νίκη του καλού πάνω στο κακό. Φάνηκε ότι  η ίδια η ζωή έχει πεθάνει και το φώς σκοτείνιασε.
Το μόνο που απέμεινε στους μαθητές, οι οποίοι πίστεψαν στο Χριστό, στη ζωή, στην αγάπη, ήταν το να συνεχίζουν να υπάρχουν. Να ζούν δεν μπορούσαν πια. Αφού ήξεραν τη γεύση της αιώνιας ζωής, τώρα δεν τους απέμεινε τίποτα πια παρά να πεθαίνουν αργά και να περιμένουν τον θάνατο και την καταδίωξη από τους εθρούς του Χριστού. „Ειρήνη σε σας“ – τους χαιρέτισε ο Χριστός. Αναστήθηκα. Είμαι ζωντανός! Είμαι μαζί σας και τίποτα δεν θα μας χωρίσει πια και δεν μπορεί να πάρει από σας την αιώνια ζώη και τη νίκη του Θεού! Αφού τους είχε βεβαιώσει, ότι έιχε αναστηθεί σωματικά, τους ξανάδωσε ειρήνη και μια καινούργια σιγουριά και πεποίθηση στην πίστη τους που κανείς δεν  μπορούσε πια να την καταστρέψει. Ο Χριστός τους είπε κάτι που μπορεί να φανεί για πολλόυς σήμερα τρομερό και απειλητικό: Όπως ο Πατέρας έστειλε Εμένα, στέλνω και Εγώ εσάς. Λίγες ώρες μετά το θάνατό Του στο σταυρό, λίγες μέρες μετά την φρικτή νύχτα στον κήπο της Γεθσημανής, μετά την προδοσία του Ιούδα, αφού τον Σωτήρα είχαν πιάσει οι εθροί, Τον είχαν καταδικάσει, άδικα, σε θάνατο, τον είχαν οδηγήσει έξω από την πόλη, όπου πέθανε στο σταυρό, αυτά τα λόγια ακούστηκαν απειλητικά. Και μόνο η πίστη, μονο η πεποίθηση της νίκης, ότι ο Χριστός αναστήθηκε, ότι ο Θεός νίκησε και ότι η Εκκλησία έγινε μια ανίκητη δύναμη, μετέτρεψαν αυτά τα λόγια σε λόγια της ελπίδας και υποστήριξης στην ζωή τους.
Και οι μαθητές βγήκαν να να κηρύξουν. Και κανείς δεν μπόρεσε να τους σταματήσει. Δώδεκα άτομα εναντίον της Ρωμαϊκής  Αυτοκρατορίας. Δώδεκα ανυπεράσπιστα άτομα, χωρίς δικαιώματα, βγήκαν με ενα πολύ απλό κήρυγμα, ότι στον κόσμο μπήκε η αγάπη του Θεού, ότι οι ίδιοι είναι πρόθυμοι να δώσουν τη ζωή τους χάρη σ΄εκείνη την αγάπη, για να μπορέσουν άλλοι να πιστέψουν, για να μπορέσουν άλλοι να αναβιώσουν, για να αρχίσει για άλλους μια καινούργια ζωή μέσα από το θάνατό τους. „Μου φαίνεται πως ο Θεός σ΄εμάς, τους αποστόλους έδωσε την ελεεινότερη θέση, σαν να είμαστε καταδικασμένοι να πεθάνουμε στην αρένα. Γιατί γίναμε θέαμα για τον κόσμο, για αγγέλους και για ανθρώπους. Εμείς παρουσιαζόμαστε μωροί χάρη στο Χριστό, ενώ εσείς είστε σοφοί χάρη στο Χριστό. Εμείς είμαστε αδύναμοι, ενω εσείς είστε δυνατοί. Εμείς είμαστε περιφρονημένοι, ενώ εσείς είστε τιμημένοι! Ως αυτή την ώρα πεινάμε, διψάμε, γυρνάμε με κουρέλια, ξυλοδαρμένοι, από τόπο σε τόπο χωρίς σπίτι, και μοχθούμε να ζήσουμε δουλεύοντας με τα ίδια μας τα χέρια. Στους εμπαιγμούς απαντάμε με καλά λόγια, στους διωγμούς με υπομονή, στις συκοφαντίες με λόγια φιλικά. Καταντήσαμε σαν τα σκουπίδια όλου του κόσμου. Ως αυτήν την ώρα θεωρούμαστε τα αποβράσματα της κοινωνίας (Κορ.Α 4,9-15).
Και πώς πέθαναν οι απόστολοι! Όλοι, εκτός από τον Ιωάννη το Θεολόγο, πέθαναν με μαρτυρικό θάνατο. Ύπόφεραν θάνατο, διωγμούς, πάθη και σταυρό. „Κανένα πρόσκομα δε φέρνουμε σε κανένα, για να μήν δυσφημιστεί το έργο μας. Αντίθετα, με κάθε τρόπο συστήνουμε τον εαυτό μας  ως υπηρέτες του Θεού: με τη μεγάλη υπομονή μας, με τις θλίψεις, με τις δυσχέρειες, τις στενοχώριες, τις κακοποιήσεις, τις φυλακίσεις, τις εναντίον μας εξεγέρσεις, τις ταλαιπωρίες, τις αγρυπνίες, την πείνα. Συστήνουμε τον εαυτό μας με την εντιμότητα, την γνώση της αλήθειας, την ανεκτικότητα, την καλοσύνη, την φώτιση του Αγίου Πνεύματος, την ανυπόκριτη αγάπη με το κύρηγμα για την αλήθεια, με την δύναμη του Θεού, με τα όπλα της σωτηρίας, τα επιθετικά και τα αμυντικά. Δοκιμάζουμε δόξα και ατίμωση, δυσφήμιση και έπαινο. Μας θεωρούν λαοπλάνους, και όμως λέμε την αλήθεια. Μας αγνοούν και όμως γινόμαστε γνωστοί. Φτάνουμε στο θάνατο, και όσο ζούμε μας βασανίζουν, αλλά δεν πεθαίνουμε. Μας προξενούν στενοχώριες κι όμως πάντοτε χαιρόμαστε. Είμαστε φτωχοί, κάνουμε όμως πολλούς να πλουτίσουν. Τίποτε δεν έχουμε και τα πάντα κατέχουμε. Σας μιλήσαμε με ειλικρίνεια, Κορίνθιοι. Σας ανοίξαμε διάπλατα την καρδιά μας. Δεν σας κλείσαμε την καρδιά μας, εσείς κλείσατε τη δική σας. Σας μιλάω σαν παιδιά μου. Κάνετε κι εσείς το ίδιο με μας! Ανοίξτε και εσείς διάπλατα τις καρδιές σας. Μην κάνετε αταίριαστους δεσμούς με απίστους. Γιατί ποια σχέση μπορεί να έχει η δικαιοσύνη με την ανομία ή τι κοινό υπάρχει ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι? “ (Κορ. Β 6,3-14) Μα η πίστη θριάμβευσε:  η πίστη στον Χριστό, τον Θεό ενσαρκωμένο, η πίστη στο Χριστό σταυρωμένο και αναστημένο, η πίστη στο Χριστό που έφερε την ανίκητη αγάπη στη γη.
Μέσα από αυτό το κήρυγμα άλλαξαν οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Ο καθένας έγινε πολύτιμος στα μάτια κάποιου άλλου. Ό κόσμος έγινε πιο πλατύς  και πιο βαθύς. Άνοιξαν τα όρια της γης και η γη ενώθηκε με τον ουρανό και τώρα, εμείς – οι χριστιανοί – είμαστε, όπως το είπε ένας δυτικός θεολόγος, εκείνοι οι άνθρωποι, στα χέρια των οποίων ο Θεός, μέσα από το Χριστό, έδωσε άλλους ανθρώπους, για να πιστέψουν στον εαυτό τους – επειδή ο Θεός πιστεύει σε μας – για να μπορέσουν να ελπίζουν τα πάντα, επειδή ο Θεός ελπίζει σε μας. Για να μπορέσουν να κρατήσουν τη πίστη μας μέσα από δοκιμασίες, μίσος, φρίκη και δίωξη: τη νίκη η οποία έχει ήδη νικήσει στον κόσμο, την πίστη στο Χριστό, τον σταυρωμένο και αναστημένο.
Γι’ αυτό ας γίνουμε και εμείς αυτή η πίστη! Ας την κηρύξουμε ατρόμητα, ας την μαθαίνουμε στα παιδιά μας, ας τα κάνουμε να συμμετέχουν στα μυστήρια της Εκκλησίας, τα οποία τους ενώνουν – χωρίς να το καταλαβαίνουν τα παιδιά συνειδητά – με το Θεό και τα οδηγεί στην αιώνια ζωή.
Όλοι εμείς – νωρίς ή αργά – θα σταθούμε μπροστά στην Κρίση του Θεού, και τότε πρέπει να απαντήσουμε, αν μπορέσαμε να αγαπήσουμε με εκείνη τη αγάπη που δεν φοβάται ούτε σταυρό ούτε θυσίες, με την οποία ο Κύριος αγαπούσε όλο κον κόσμο, τους πιστούς και άπιστους, τους καλούς και κακούς. Ας μας δώσει ο Κύριος ακλόνητο θάρρος, μια δυναμική πίστη και χαρούμενη αγάπη, για να ανθίσει στη γή μας εκείνη η βασιλεία, που για χάρη της ο Θεός έγινε άνθρωπος, για να γίνουμε θεοί, για να γίνει η γη μας ουρανός, όπου ζεί και ακμάζει η αγάπη! Αμήν!

Πηγή: Bogoslov.ru

Η Θεολογία της εικόνας “Εις Άδου Κάθοδος”

Η Ορθοδοξία, έχει χαρακτηριστεί «Εκκλησία της Αναστάσεως» διότι οικοδομεί εκεί όλη την ιστορική της παρουσία, εμβολιάζοντας στη συνείδηση των λαών της την αναστάσιμη ελπίδα. “εἰ δὲ Χριστὸς οὐκἐγήγερται, ματαία ἡ πίστις ὑμῶν” (Α΄ Κορ. ιε΄17). Δεν θα μπορούσε λοιπόν η ιερή τέχνη της Αγιογραφίας να μην καταυγάζετε από το φως της Αναστάσεως . Η Ορθοδοξία δεναυθαιρετεί ούτε στο λόγο Της, ούτε και στην εκκλησιαστική Της ζωγραφική. Αυτό που κηρύττει το απεικονίζει και αυτό που απεικονίζει το ψάλλει. Έτσι η Ανάστασης του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, με το θεολογικό και λειτουργικό της περιεχόμενο, σφραγίζει όλη τη σκέψη και όλον το βίον της Εκκλησίας.  Η Ορθόδοξη εικόνα της Αναστάσεως χειραγωγούμενη από το δόγμα και την πίστη των Αγίων Πατέρων , έδωσε την πρέπουσα μορφή – δομή για την καταγραφή ενός διπλού γεγονότος ιστορικού και εσχατολογικού, απροσμέτρητου σε μέγεθος και αξία.
Για να δηλωθεί η ανάσταση του Χριστού, κατά καιρούς, χρησιμοποιήθηκαν διάφορες αναπαραστάσεις, που πολλές φορές ήταν δυτικής εμπνεύσεως. Για παράδειγμα, ο Χριστός που εξέρχεται γυμνός από τον τάφο και κρατεί κόκκινη σημαία, στερείται παντελώς του μυστικού, θεολογικού νοήματος. Ο δυτικός ζωγράφος προσπαθεί να αποδώσει το γεγονός ιστορικά, ενώ η ορθόδοξη αγιογραφία προσπαθεί να αποδώσει το νόημα του γεγονότος. Ο ορθόδοξος αγιογράφος με το χρωστήρα του δεν προσπαθεί να γράψει ιστορία, διότι τον ενδιαφέρει να γράψει θεολογία. Στέκεται πάνω από τη φωτογραφική αποτύπωση του γεγονότος, διότι προσπαθεί να συλλάβει το νόημα και τη σημασία του γεγονότος για την σωτηρία των ανθρώπων. Με τα χρώματά του ζωγραφίζει την πίστη του και αποτυπώνει πάνω στο ξύλο την ορθόδοξη θεολογία.
Στην Ορθόδοξη εικονογραφία υπάρχουν δύο εικόνες, που αντιστοιχούν στη σημασία του γεγονότος αυτού και που συμπληρώνουν η μία την άλλη. Η μία είναι συμβολική παράσταση. Απεικονίζει τη στιγμή που προηγήθηκε της θεόσωμης Ανάστασης του Χριστού – την Κάθοδο στον Άδη, η άλλη τη στιγμή που ακολούθησε την Ανάσταση του Σώματος του Χριστού, την ιστορική επίσκεψη των Μυροφόρων στον Τάφο του Χριστού.
Τα παραπάνω συμφωνούν και με τα αναστάσιμα τροπάρια της Εκκλησίας μας, που υπογραμμίζουν το ανεξιχνίαστο μυστήριο της Αναστάσεως και το παραλληλίζουν με τη Γέννηση του Κυρίου από την Παρθένο «Προήλθες εκ του μνήματος, καθώς ετέχθης εκ της Θεοτόκου» και την εμφάνισή του στους μαθητές μετά την Ανάσταση «Ώσπερ εξήλθες εσφραγισμένου του τάφου, ούτως εισήλθες και των θυρών κεκλεισμένων προς τους μαθητάς σου». Εξάλλου ακόμη κι οι Ευαγγελιστές δεν αναφέρουν τίποτε για τη συγκεκριμένη στιγμή της Ανάστασης του Χριστού. Η Ανάσταση Του δεν μπορεί να αποτυπωθεί τη συγκεκριμένη στιγμή, όπως συνέβη με την Ανάσταση του Λάζαρου. Οι Ορθόδοξες εικόνες που περιγράφουν την Ανάσταση του Χριστού φανερώνουν τις δωρεές που έφερε η Ανάστασή Του στον κόσμο. “Νυνὶδὲ Χριστὸς ἐγήγερται ἐκ νεκρῶν ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων” (Α΄Κορ. ιε΄20). Η εικόνα της καθόδου του Χριστού στον Άδη μας οδηγεί προς το εσωτερικό νόημα του γεγονότος και μας δίνει τη δυνατότητα να έρθουμε σε προσωπική σχέση με αυτό.
Ο Χριστός εμφανίζεται ως ο Κύριος της Ζωής και της Κτίσης. Στέκεται κατ ΄ ενώπιον, όρθιος , με μια κίνηση σφοδρή, έντονη σχεδόν εκρηκτική δηλώνοντας έτσι τη νίκη του πάνω στο θάνατο και τη φθορά. Ο Χριστός κατέβηκε στον Άδη ως Θεός ενώ το σώμα Του ήταν για τρεις μέρες στον τάφο “Ἐν τάφῳ, σωματικῶς, ἐν ᾅδῃ δὲ μετὰψυχῆς ὡς Θεός”. Ο Χριστός κατέβηκε στη γη για να σώσει τον Αδάμ. Μη βρίσκοντας αυτόν κατέβηκε μέχρι τον Άδη ζητώντας τον. “Ἐπὶ γῆς κατῆλθες, ἵνα σώσῃς Ἀδάμ• καὶ ἐν γῇ μὴ εὑρηκὼς τοῦτον Δέσποτα, μέχρις ἅδου κατελήλυθας ζητῶν”. Άρα η συνέχεια της εικόνας της Γεννήσεως του Χριστού με το σκοτεινό σπήλαιο και το Χριστό τοποθετημένο μέσα σε λάρνακα και τυλιγμένο όπως οι νεκροί, συνεχίζεται μέχρι το βαθύ σκοτάδι του Άδη ώστε να πραγματοποιηθεί το σχέδιο του Θεού.
Η παράσταση έχει σαν πλαίσιο βουνά, ως να είναι ανοιγμένα τα σπλάχνα της γης. Ο Άδης παρουσιάζεται με τη μορφή αβύσσου. Τα σκοτάδια του Άδη γεμίζουν από φως, από ακτινοβολία της δόξης του Θεανθρώπου που κατέβηκε μέχρι τα βάθη του. Οι πόρτες του Άδη βρίσκονται σπασμένες και σταυροειδώς τοποθετημένες. Μέσα στο σκοτάδι αυτό υπάρχουν σκορπισμένα κλειδιά , μοχλοί , αλυσίδες, κλειδωνιές, άδειες μαρμάρινες λάρνακες. Εκεί βρίσκεται αλυσοδεμένος ένας ή πολλές φορές, δυο ηλικιωμένοι άνδρες. Είναι η προσωποποίηση του Άδη και του θανάτου αντίστοιχα που έχασαν τη δύναμη και την αξία τους. ” Ποῦ σου θάνατε τὸ κέντρον; ποῦ σου Άδη τὸ νῖκος;”(Α΄ Κορ. ιε΄55). Τώρα ο Θεός άνοιξε γέφυρα επικοινωνίας με τον άνθρωπο. Τον τραβά και τον ξυπνά από το λήθαργο του θανάτου μεταφέροντάς τον στο φως και τη ζωή.
Η εικόνα μιλά για δυναμική κάθοδο του Χριστού στον Άδη. Ο χιτώνας Του είναι ανασηκωμένος για να δηλωθεί η καθοδική κίνηση. Το δοξασμένο σώμα του Χριστού εγγράφεται συνήθως μέσα σε ένα σύνολο τριών ή τεσσάρων ομόκεντρων κύκλων που συμβολίζουν το θείο φως. Έτσι κάθε κύκλος παίρνει μια πιο σκοτεινή απόχρωση βαίνοντας προς το μπλε. Ο Χριστός φορεί ιμάτιο με χρυσοκονδυλιά, αστραφτερό, και καθώς είναι ευρύπτυχο και ανεμιζόμενο πάνω από την κεφαλή, φέρει τον αέρα της νίκης. Η όψη στο προσώπου Του είναι αυστηρή αλλά με έκφραση φιλάνθρωπη. Τα χέρια Του και τα πόδια Του φέρουν ακόμα “τον τύπον των ήλων”.
Με το αριστερό του χέρι ο Χριστός κρατεί ειλητάριο σύμβολο του κηρύγματος της Αναστάσεως σε εκείνους που ήταν στον Άδη. Άλλες φορές αντί για ειλητάριο κρατεί σταυρό. Είναι το σύμβολο της νίκης, το όργανο με το οποίο απελευθέρωσε και εξαγόρασε τον άνθρωπο από το θάνατο (Γαλ. γ΄13).
Με την όλη ζωντάνια της κίνησης και με θεοπρεπή μεγαλοπρέπεια παρασύρει τους πρωτοπλάστους προς την ουράνια βασιλεία. Παίρνει τον Αδάμ και την Εύα, όχι από το χέρι αλλά από το καρπό του χεριού και με ορμή και δύναμη τους τραβά κυριολεκτικά έξω από τους τάφους. Ο Αδάμ φαίνεται κουρασμένος από το θάνατο. Το χέρι του Αδάμ αδύνατο μοιάζει να ξεκουράζεται από το χέρι του Χριστού. Η κίνηση του δεξιού χεριού του Αδάμ, κίνηση αυτόνομη, εκφράζει την προσωπική θέλησή του και τείνει προς το Χριστό σαν προσευχή. Με αυτή την αντιθετική κίνηση των χεριών του Αδάμ ανοίγεται μυστικά η αναζωογόνηση του ανθρώπου που πηγάζει από την Ανάσταση, η πλήρης κατάργηση του θανάτου, η εσωτερική δύναμη της ψυχής που τείνει προς το Θεό. Η Εύα σε μερικές αγιογραφίες βρίσκεται όρθια δίπλα από τον Αδάμ και τείνει και αυτή τα χέρια της προς τον Κύριο. Άλλοτε είναι γονατιστή και ανασηκώνει με σεμνότητα τα καλυμμένα χέρια της σε στάση προσευχής και υποδοχής, ελκυόμενη προς το Θεό της. Εδώ είναι μια συμβολική παράσταση που δηλώνει ότι ο Χριστός τραβώντας το Αδάμ από τον Άδη, τραβά κι όλο το ανθρώπινο γένος από το θάνατο. Ακόμη και στις εικόνες που η Εύα είναι πίσω σώζεται όπως και κάθε γυναίκα, αφού πλάσθηκε ισότιμη από το σώμα του Αδάμ. Η Ανάσταση του Χριστού είναι η απαρχή της λυτρώσεως ολόκληρης της ανθρωπότητας.
Δεξιά και αριστερά του Χριστού βρίσκονται δύο ομάδες δικαίων της Παλαιάς Διαθήκης. Ξεχωρίζουν οι βασιλείς Δαβίδ και Σολομώντας. Είναι ντυμένοι με βασιλικά ενδύματα και στο κεφάλι φορούν στέμμα. Οι προφήτες Ιεζεκιήλ και Ησαΐας επειδή προφήτεψαν την ανάσταση των νεκρών βρίσκονται στην εικόνα. Μεταξύ των δικαίων ζωγραφίζεται κι ο Άβελ. Είναι νέος, αμούστακος και ξεχωρίζει διότι κρατά ποιμαντική ράβδο. Ήταν ο πρώτος άνθρωπος που γνώρισε την πίκρα του Άδη από την άδικη αδελφική δολοφονία του. Μπροστά τους στέκεται ο Ιωάννης ο Πρόδρομος, ο τελευταίος προφήτης που άνοιξε το δρόμο για τον ερχομό του Χριστού στη γη. Ο Ιωάννης ο Πρόδρομος με τον αποκεφαλισμό του από τον Ηρώδη κατέβηκε στον Άδη για να κηρύξει και στους νεκρούς τον ερχομό Αυτού που ανέμεναν για λυτρωτή και σωτήρα τους. Αυτόν που υποσχέθηκε ο Θεός στους πρωτοπλάστους. Με την κίνηση του χεριού του βεβαιώνει ότι για αυτό μιλούσε τόσες χιλιάδες χρόνια η ανθρωπότητα. Δίκαια λοιπόν και η υμνογραφία μας χαρακτηρίζει τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο ως “και τοις εν Άδη, Χριστού Προάγγελος”.
Ο πιστός βλέποντας την εικόνα και ζώντας αυτή την αλήθεια, αποβάλλει το άγχος του θανάτου. Για να καταργηθεί ο θάνατος πρέπει να καταργηθεί και η αμαρτία η οποία είναι το κέντρο του θανάτου(Α΄Κολσ. ιε΄56). Χρειάζεται λοιπόν από κάθε άνθρωπο η συσταύρωσή του με το Χριστό ώστε να μπορέσει να συναναστηθεί μαζί Του. Όποιος νικά εν Χριστώ την αμαρτία μετέχει και της νίκης του Χριστού πάνω στο θάνατο . Οι εν Χριστώ νικητές του θανάτου είναι οι Άγιοι. Όποιος βλέπει τα άγια λείψανα άφθαρτα και θαυματουργά, καταλαβαίνει τι σημαίνει νίκη πάνω στο θάνατο και τη φθορά. Το απλό βιολογικό γεγονός του θανάτου δεν είναι πια ο θάνατος με την οντολογική σημασία του όρου, αλλά σπορά του φθαρτού σώματος στη γη για να βλαστήσει, όπως το σιτάρι (Ιω. ιβ΄24), όταν το αποφασίσει ο Κύριος, με άφθαρτο και αθάνατο σώμα (Α΄ Κορ. ιε΄ 42).Τότε και μόνο ο άνθρωπος θα ζήσει στον παράδεισο όπως ήταν να ζήσει και πριν την πτώση.

Πηγή : Δέσποινα Ιωάννου – Βασιλείου, Πρεσβυτέρα -Εκπαιδευτικός
Πηγή:Θησαυρός Γνώσεων και Ευσεβείας
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...