Friday, 11 January 2013

Ἡ θεία Εὐχαριστία

Εἰς τό ὄνομα τοῦ πατρός καί τοῦ Υἱοῦ και τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

 Ὅταν ὁ Κύριος συνέστησε τόν Μυστικό Δεῖπνο, αὐτό τό μυστήριο τῆς πίστης μας πού ἀποκαλοῦμε Θ.Λειτουργία, ἤ Θ. Εὐχαριστία, συγκέντρωσε γύρω Του τούς Μαθητές Του, καί αὐτούς πού ἀργότερα θά πίστευαν μέχρι θανάτου, καί ἐκεῖνον πού ἦταν ἤδη ἕτοιμος νά προδώσει τόν διδάσκαλο. Καί τόν ἀντιμετώπισε μαζί μέ τούς ἄλλους, μέ τήν ὑπέροχη θεϊκή ἀγάπη, γιατί τό νὰ εἶσαι ἀποδεκτός στό τραπέζι ἑνός ἀνθρώπου, σημαίνει ὅτι αὐτός, ὁ οἰκοδεσπότης, θεωρεῖ ἴσους του, συντρόφους μέ τήν παλιά ἔννοια τῆς λέξης, αὐτούς πού ἰσότιμα θα κόψουν τόν ἄρτο μαζί του, θα μοιραστοῦν τήν οὐσία τῆς ζωῆς. Ἴσοι στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἴσοι με τόν Θεό, μέσα ἀπ’ τήν ἀγάπη Του γιά μᾶς- αὐτή εἶναι μιά ὄψη τοῦ ἐκπληκτικοῦ γεγονότος πού λέγεται Μυστικός Δεῖπνος.Ἀλλά ἔχουμε δώσει ἐπίσης κι ἕνα ἄλλο ὄνομα, τήν ὀνομάζουμε Θ. Εὐχαριστία, ἀπό μιά Ἑλληνική λέξη πού σημαίνει ταὐτόχρονα καί “δῶρο” καὶ “εὐχαριστία” . Πράγματι, μποροῦμε νά δοῦμε τήν κοινωνία τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ σάν τό μεγαλύτερο δῶρο πού ὁ Κύριος μᾶς δωρίζει, συντροφιά καί ἰσοτιμία, νὰ γίνουμε συνεργάτες τοῦ Θεοῦ. Καί μὲ τήν ἀπίστευτη κι ἀνεξιχνίαστη ἐνέργεια καί δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διότι αὐτό τό ψωμί (ἄρτος), δεν εἶναι πλέον μόνο ψωμί κι αὐτό τό κρασί, δεν εἶναι μόνο κρασί, ἀλλά ἔχουν πράγματι μεταβληθεῖ σέ σῶμα καί αἷμα τοῦ Δωρεοδότη, γινόμαστε ἀρχικά καί ὅλο καί περισσότερο μέτοχοι τῆς θείας φύσεως, Υἱοί μὲ υἱοθεσία, Θεοί μέ μετοχή, ἔτσι ὥστε μαζί με τόν Ἕναν πού εἶναι ὁ Σαρκωμένος Υἱός τοῦ Θεοῦ, γινόμαστε ἡ ἀπόλυτη ἀποκάλυψη τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως καί ἡ πλήρης ἀποκάλυψη τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ, ὁ πλήρης Χριστός γιά τόν ὁποῖο ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Ἀντίοχείας ὁμιλεῖ. Καί πέρα ἀπ’ αὐτό, ψηλότερα, βαθύτερα κι ἀπ’ αὐτό, σ’ αὐτή τήν κοινωνία τῆς φύσης καί τῆς ζωῆς μὲ τόν μόνο γεννηθέντα Υἱό τοῦ Θεοῦ, σύμφωνα μέ τόν Ἅγ. Εἰρηναῖο τῆς Λυών, γινόμαστε πράγματι σέ σχέση με τόν Θεό, τά μόνα γεννημένα παιδιά του.


Αὐτό εἶναι τό δῶρο, ἀλλά ποιά εἶναι ἡ εὐχαριστία; Τί μποροῦμε νά προσφέρουμε στόν Κύριο; Τὸ ψωμί καί τὸ κρασί, ἀνήκουν σ’ ἐκεῖνον· τίς ζωές μας; Δέν εἶναι δικές Του; Μᾶς κάλεσε νά βγοῦμε ἀπ” τό μηδέν. Μᾶς ἔφερε στήν ὕπαρξη, μᾶς προίκισε μ’ ὅλα αὐτά πού ἔχουμε. Τί λοιπόν μποροῦμε νά δώσουμε, πού εἶναι πράγματι δικό μας; Ὁ Ἅγ. Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής λέει ὅτι ὁ Θεός ἔχει κάνει τά πάντα, ἄφησε μόνο ἕνα: Δέν ὑποχρεώνει οὔτε τό μικρότερο πλάσμα Του νά τόν ἀγαπᾶ, γιατί ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ ἀπόλυτη ἐλευθερία. Αὐτό εἶναι τό μόνο δῶρο πού μποροῦμε να τοῦ προσφέρουμε: Τό δῶρο μιᾶς πιστῆς καρδιᾶς.


Ἀλλά γιατί τό μυστικὸ Δεῖπνο ὀνομάστηκε εὐχαριστία, πιό πολύ ἀπό κάθε ὑπηρεσία μας, κάθε ἄλλη πράξη μας; Αὐτή εἶναι καί τό ἐρώτημα τοῦ Ψαλμωδοῦ, πού ἀναρρωτιόταν αἰῶνες πρίν ὁ Χριστός ἐμφανιστεῖ καί ἀποκαλύψει τήν θεία ἀγάπη Του, κι ἡ ἀπάντηση εἶναι τόσο ἀπρόσμενη, ὅσο κι ἀληθινή. Λέει: “Τί ἀνταποδώσωμεν τῷ Κυρίῳ περί πάντων ὧν ἀνταπέδωκεν ἡμῖν.;” κι ἀπαντᾶ “ποτήριον Σωτηρίου λείψομαι….καί τό ὄνομα Κυρίου ἐπικαλέσομαι….ψαλῶ..εἰς τάς αὐλάς τοῦ Κυρίου..” Ἡ ὑπέρτατη πράξη εὐχαριστίας δεν εἶναι νά ἀνταποδώσεις, γιατί αὐτός πού παίρνει καί ἀνταποδίδει, ξαναπληρώνει τό δῶρο κι εἶναι μὲ κάποιο τρόπο σάν νά τό καταστρέφει: καί τά δύο στὴν πραγματικότητα εἶναι ἴσα, καί τά δυό ἔχουν δοθεῖ, καί τά δυό βρίσκονται στό τέλος μιᾶς ἁλυσίδας, ἀλλά αὐτή ἡ ἀμοιβαιότητα καταστρέφει τήν χαρά στὸ τέλος. Ἄν τό εὐχηθοῦμε, ἄν εἴμαστε ἱκανοί νά πάρουμε, νά πάρουμε μ’ ὅλη μας τήν καρδιά, κι ὕστερα νὰ ἐκφράσουμε μὲ εἰλικρίνεια καὶ μ’ ὅλη μας τὴν πίστη, τὴν βεβαιότητα ὅτι ἡ ἀγάπη τοῦ δωρεοδότη εἶναι τέλεια κι αὐτό γιατί τὸ δεχτήκαμε μ’ ὅλη τὴν καρδιά, μὲ ἁπλότητα, αὐτό εἶναι πού δίνει τὴν χαρά στὸν δωρητή πού δίνει μ’ ὅλη του τὴν καρδιά.


Αὐτό ἰσχύει καί στὶς ἀνθρώπινες σχέσεις· ἀνταποδίδουμε ἕνα δῶρο μόνο γιά νὰ νοιώσουμε ἐλεύθεροι ἀπό μιὰ χάρη, μιὰ συγκεκριμένη δέσμευση στὴν ὁποία βρισκόμαστε ὅταν παίρνουμε ἀπό κάποιον ὁ ὁποῖος δὲν μᾶς ἀγαπᾶ ἀρκετά ὥστε νὰ δίνει μ’ ὅλη του τὴν καρδιά, καὶ τὸν ὁποῖο δὲν ἀγαπᾶμε ἀρκετά ὥστε νὰ τὸ πάρουμε μ’ ὅλη μας τὴν καρδιά. Κι αὐτό εἶναι ὁ λόγος πού ἡ Θ. Εὐχαριστία εἶναι τό μεγαλύτερο δῶρο τῆς Ἐκκλησίας, το μεγαλύτερο δῶρο στὴ γῆ: ὅσοι πιστεύουν στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, μ’ ὅλη τους τὴν καρδιά, χωρίς κάποια σκέψη ν’ ἀνταποδώσουν τὸ δῶρο, αὐτοί χαίρονται στὴν ἀγάπη πού ἐκφράζεται, παίρνοντας ἀπ’ τὸν Θεό ὄχι μόνο αὐτά πού μᾶς δωρίζει, ἀλλά καὶ τὴν ὑπόσταση Του, τὴν μετοχή στὴν ζωή Του, τὴν φύση Του, τὴν αἰωνιότητά Του, τήν θεία ἀγάπη Του. Μόνο ἄν εἴμαστε ἱκανοί νὰ δεχτοῦμε μὲ ἀπόλυτη εὐγνωμοσύνη, καὶ ἀπόλυτη χαρά, μπορεῖ « ἡ μετοχή μας στὴν Θ. Εὐχαριστία νά εἶναι ἀληθινή, μόνο τότε ἡ Θ. Εὐχαριστία θὰ γίνει γιὰ μᾶς ἡ ἀπόλυτη πράξη εὐγνωμοσύνης. Ἀλλά ἡ εὐγνωμοσύνη εἶναι δύσκολη γιατί ἀπαιτεῖ ἀφ’ ἑνός μιὰ καρδιά πού ἀγαπᾶ καί χαίρεται ὅταν δέχεται καὶ τὴν ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη καὶ πίστη στὴν ἀγάπη αὐτοῦ πού δίνει, ἐμπιστοσύνη ὅτι αὐτό τὸ δῶρο, δὲν δείχνει ταπείνωση, δὲν εἶναι μιὰ πράξη δουλείας. Κι εἶναι γι’ αὐτό πού πρέπει να καλλιεργούμαστε κάθε μέρα στὴν ἱκανότητά μας ν’ ἀγαπᾶμε καὶ ν’ ἀγαπιόμαστε, στὴν ἱκανότητά μας νὰ εἴμαστε εὐγνώμονες καὶ νά εὐφραινόμαστε, καὶ μόνο τότε θὰ γίνει τό Μυστικό Δεῖπνο τοῦ Κυρίου τὸ τέλειο δῶρο τοῦ Θεοῦ, ἡ τέλεια ἀπάντηση στὸν κόσμο.
Ἀμήν.
Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003)
agiazoni.gr

ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΜΟΥ ΕΔΕΙΞΕΝ Ο ΘΕΟΣ ΤΗΝ ΚΑΚΙΑΝ ΤΟΥ ΣΑΤΑΝΑ



ΚΕΙΝΟ ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΜΟΥ ΕΔΕΙΞΕΝ
Ο ΘΕΟΣ ΤΗΝ ΚΑΚΙΑΝ ΤΟΥ ΣΑΤΑΝΑ
(ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΚΔ’)
του μακαριστού γέροντα
Ιωσήφ του Ησυχαστή
  
Μη ξενίζεσαι, τέκνον μου. Έτσι είναι ο μοναχός. Ο βίος τού μονάχου είναι μαρτύριον διαρκές. Ο γλυκύς Ιησούς μέσα εις τας θλίψεις γνωρίζεται. Και μόλις θα τον ζήτησης, θα σου προβάλη τας θλίψεις. Η αγάπη Του είναι μέσα στα βάσανα. Ολίγον μέλι σου δείχνει και αποκάτω έχει κρύψει ολόκληρον αποθήκην πικρίας. Προηγείται το μέλι της χάριτος και ακολουθεί η πικρία των πειρασμών.
Όταν θελήση να σου στείλη τα βάσανα σε ειδοποιεί και ως αγγελιαφόρον σου στέλνει ανάλογον χάριν. Ως να σου λέγη: Γίνου έτοιμος! Να περιμένης πόθεν θα σε προσβάλη και θα χτυπήση ο εχθρός.Και ούτως αρχίζει ο σος αγών και η πάλη.
Πρόσεχε, μη δειλιάσης. Μη ξενίζεσαι, όταν πέ­φτουν κανόνια, αλλά στήθι ανδρείως ως τού Χριστού στρατιώτης, ως δόκιμος αθλητής, ως γενναίος πολεμιστής. Διότι εδώ η παρούσα ζωή είναι στάδιον του πολέμου. Εκείθεν θα είναι η ανάπαυσις. Εδώ εξο­ρία, εκείθεν η αληθινή μας πατρίδα.
Δεν σε είπον και άλλην φοράν; Οκτώ έτη εις την αρχήν είχα μάχην φρικτήν μετά των δαιμόνων. Κάθε νύκτα λυσσώδης αγών και την ημέραν οι λογισμοί και τα πάθη. Ήρχοντο με σπαθιά, αξίνες, μπαλτάδες και φτυάρια.
- Όλοι επάνω του! φώναζαν. Μαρτύριον ετραβούσα.
- Πρόφθασε, Παναγία μου! φώναζα- και άρπαζα ένα- και δος του εκτυπούσα στους άλλους˙ έσπαζα τα χέρια μου στα ντουβάρια.
Και κατά τύχην ήλθε κάποιος γνωστός μας από τον κόσμον, να μας ιδή. Και την νύκτα τον έβαλα στο μικρό μου καλυβάκι να κοιμηθή. Και έρχονται οι δαίμονες, καθώς είχαν συνήθειαν εις εμένα, και τον πιάνουν στο ξύλο, και βάζει κάτι φωνές! Έφριξεν ο άνθρωπος. Κόντευσε να τα χάση. Τρέχω ευθύς.
- Τι έχεις; τον λέγω.
- Οι δαίμονες, λέγει, παρ’ ολίγον με έπνιγαν! Με σκότωσαν στο ξύλο!
- Μη φοβείσαι, τον λέγω, εδικές μου ήταν αυτές και απόψε κατά λάθος τις έφαγες εσύ! Όμως μην ανησυχής. Τον είπα και άλλα τοιαύτα φαιδρά να τον ηρεμήσω. Άλλ’ εστάθη αδύνατον. Δεν ημπορούσε πλέον να μείνη στον τόπον εκείνον του μαρτυρίου.
Έντρομος εκύτταζε δεξιά-αριστερά και παρεκάλει να φύγη. Νύχτα-μεσάνυχτα τον ωδήγησα στην Αγία Άννα και επέστρεψα.
Ήμεθα εις τον Άγιον Βασίλειον τότε.
Λοιπόν μετά οκτώ έτη τοιαύτα, από το ξύλον, όπου έδινα κάθε ημέραν στο σώμα μου δια τον πόλεμον της σαρκός, από την νηστείαν που έκαμα,αγρυπνίαν και λοιπά αγωνίσματα, έγινα πτώμα. Και έπεσα ασθενής. Καιαπελπίσθηκα πλέον ότι δεν υπάρχει ελπίς να νικήσω τους δαίμονας και τα πάθη.
Και μίαν νύκτα όπως ήμουν καθήμενος άνοιξεν η θύρα. Εγώ σκυφτός ευχόμην νοερώς και δεν κύτταξα. Είπα ότι ο π. Αρσένιος άνοιξε. Κατόπιν αισθάνο­μαι κάτω μου ένα χέρι να με ερεθίζη προς ηδονήν. Κυττάζω και βλέπω τον δαίμονα της πορνείας, τον ψωριάρη. Όρμησα επάνω του ωσάν σκύλος – τέτοια μανία τον είχα – και τον άρπαξα. Και στην αφήν μου αι τρίχες του ήσαν όπως του χοίρου. Και έγινεν άφαντος. Εγέμισε βρώμα όλος ο τόπος. Και απ’ αυτήν την στιγμήν έφυγε μαζί του και ο πόλεμος της σαρκός. Και έγινα πλέον ως βρέφος σε μεγάλην απάθειαν.
Εκείνο το βράδυ μου έδειξεν ο Θεός την κακίαν τού Σατανά.
Ήμην πολύ υψηλά εις ένα ωραίον μέρος, και κάτωθεν μεγάλη πλατέα, και πλησίον η θάλασσα. Και είχαν στήσει οι Δαίμονες μυριάδες παγίδες. Και επερνούσαν οι μοναχοί- και πίπτοντας αι παγίδες άλλον έπιαναν από το κεφάλι, άλλον από το πόδι, άλλον από το χέρι, από τα ρούχα, από όπου ήτον τρόπος τον καθένα. Ο δε βύθιος δράκων είχε το κεφάλι του έξω από την θάλασσαν και – βγάζων πυρ από το στόμα του, μάτια και μύτη – έχαιρε και ηγάλλετο εις την πτώσιν των μοναχών. Εγώ δε βλέπων τον ύβριζα.
- Ω βύθιε δράκον! έλεγα. Δι’ αυτό μας απατάς και μας παγιδεύεις!
Και συνήλθα έχων χαράν και θλίψιν ομοίως. Χαράν, διότι είδον τες παγίδες του Διαβόλου. Θλίψιν δια την πτώσιν μας και τον κίνδυνον, όπου κινδυνεύομεν εφ’ όρου ζωής.
Έκτοτε ήλθα εις μεγάλην ειρήνην και προσευχήν. Αλλά δεν παύει αυτός.Εγύρισε κατ’ επάνω μου τους ανθρώπους. Δι’ αυτό σου τα γράφω, να κάμετε υπομονήν συ και οι λοιποί αδελφοί.
Είναι αγώνας εις αυτήν την ζωήν, αν θέλης να κερδίσης· δεν είναι αστεία! Με τα ακάθαρτα πνεύμα­τα πολεμείς, όπου δεν μας ρίχνουν γλυκά και λουκού­μια, αλλά σφαίρες οξείες που θανατώνουν ψυχήν, όχι σώμα.
Πλην μη λυπήσαι. Μη δειλιάς. Έχεις βοήθειαν. Εγώ σε βαστάζω. Σε είδα κατά αλήθειαν εχθές εις τον ύπνον μου, ανεβαίναμε μαζί προς τον Χριστόν.Λοιπόν, ανάστα και δράμε οπίσω μου.
Μόνον πρόσεχε, αφού είδες τες παγίδες των πονηρών και αλλοίμονον εις εκείνον που πιάσουν.
Εύκολα δεν ημπορεί από τα νύχια τους να ξεφύγη.
Βεβαίως δεν ημπορεί – όσον και αν το θέληση – ο Διάβολος μόνος να μας κολάση, εάν ημείς δεν συνερ­γήσαμεν στην κακίαν του˙ άλλ’ ούτε πάλιν ο Θεός θέλει μόνος Του να μας σώση, εάν και ημείς δεν γίνωμεν συνεργοί της Αυτού χάριτος εις την σωτηρίαν μας. Πάντοτε βοηθεί ο Θεός, πάντα προφθάνει, αλλά θέλει και ημείς να εργασθούμεν, να κάμωμεν εκείνο όπου ημπορούμεν.
Όθεν μη λέγης ότι δεν επρόκοψες, και διατί δεν επρόκοψες, και άλλα παρόμοια. Διότι η προκοπή δεν έγκειται εις μόνον τον άνθρωπον, καν θελήση, καν και πολύ κοπιάση. Η δύναμις του Θεού, η χάρις Του η ευλογημένη, αυτή κάμνει το παν, όταν το εξ ημών λάβη. Αυτή σηκώνει τον πεσμένον, αυτή ανορθοί τον κατερραγμένον.
Αυτόν τον Θεόν και Σωτήρα ημών να παρακαλούμεν και ημείς εξ όλης καρδίας να έλθη˙ να σφίξη τον παράλυτον, να εγείρη τον τετραήμερον Λάζαρον, να δώση οφθαλμούς εις τον τυφλόν, να θρέψη τον πεινασμένον.

Από το βιβλίο «Έκφραση Μοναχικής Εμπειρίας» του μακαριστού γέροντα Ιωσήφ του Ησυχαστή το οποίο περιέχει επιστολές προς τα πνευματικά του παιδιά.

Η ασκητική του πόνου κατά τον Γέροντα Ιωσήφ τον ησυχαστή


Κωνσταντίνος Κορναράκης
Επίκουρος Καθηγητής
Θεολογική Σχολή Πανεπιστημίου Αθηνών

 
Α’. Εννοιολογικές αποχρώσεις του βιώματος του πόνου στον χώρο της πνευματικής ζωής κατά τη διδασκαλία του Γέροντος Ιωσήφ.
1)Η διερεύνηση της έννοιας του πόνου  στον βίο και το έργο του Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού, συναντά την προβληματική, η οποία προϋποτίθεται σε κάθε ερμηνευτική προσέγγιση του ανθρωπολογικού έργου της πατερικής γραμματείας. Η προβληματική αυτή έγκειται στο γεγονός ότι κάθε ερμηνευτική διαδικασία αντιμετωπίζει τον κίνδυνο της διολισθήσεως στην ενασχόληση με το μέρος του αντικειμένου της, με προφανές αποτέλεσμα την άγνοια της καθόλου θεωρήσεως αυτού. Ακόμη όμως και όταν αποτελεί πρόδηλη ερευνητική ανάγκη η επικέντρωση της έρευνας σε όψεις του όλου (δηλαδή το μέρος), δεν παύει η θεώρηση του όλου να αποτελεί αναγκαία συνθήκη κατανοήσεως της αυθεντικότητας ή της λειτουργικότητας του μέρους και αντιστρόφως . Στην ασκητική γλώσσα, λ.χ., το μέρος (π.χ. φυσική αρετή) δεν δικαιώνει το όλο (πνευματικός βίος) . Πάλι, το όλον (ταπεινός άνθρωπος) δεν κατανοείται άνευ του μέρους (ταπεινός λόγω κενοδοξίας ή ακενοδοξίας;). Κατά βάσιν, λοιπόν, πρόκειται για την πατερική αντίληψη, περί της διαλεκτικής μέρους και όλου, υπό την έννοια της αδιάλειπτης λειτουργίας νηπτικών βιωμάτων .
Επί του προκειμένου θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι δια της ενδοσκοπήσεως ασυνείδητων ψυχικών λειτουργιών, ήδη από τον Δ΄ αι., οι πατέρες της Εκκλησίας παρουσίασαν την καθόλου θεώρηση του ανθρώπου, υπερβαίνοντας την οφειλόμενη στη φυσιοκρατία στατικότητα της αρχαιοελληνικής σκέψεως. Κατά τους πατέρες, η συμπεριφορά του ανθρώπου συνίσταται από δυναμικώς αλληλεπιδρώσες καταστάσεις και αυτό σημαίνει ότι μια φαινομενικώς ήσσονος προβληματικής αρνητική συμπεριφορά μπορεί να συνοψίζει ένα πλέγμα παθογόνων βιωματικών καταστάσεων . Αυτή η δυναμική ανθρωπολογική αντίληψη σφράγισε την πατερική γραμματεία και απαντάται σε κάθε έργο, το οποίο έχει ως σημείο αναφοράς του τη διδασκαλία αυτή.
Το έργο, λοιπόν, του Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού στοιχείται προς την ανθρωπολογική παράδοση των Πατέρων της Εκκλησίας, και ως εκ τούτου, αν και αφετηρία του αποτελεί το ζήτημα του πόνου, εντούτοις συναντούμε την καθόλου θεώρηση του περί ανθρώπου προβλήματος. Συσχετίζοντας ο Γέρων, μέσα από τη διδασκαλία του αλλά και μέσα από τα γεγονότα της ζωής του, τις κύριες βιωματικές εκφράσεις του πόνου με τη ροή των κοσμικών πραγμάτων, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι εκφάνσεις του πόνου στη ζωή του ανθρώπου δεν αποτελούν παρά όψεις του περί υπάρξεώς του ερωτήματος, το οποίο άλλωστε, συναρτάται αμέσως με την πορεία προς την πνευματική του τελείωση. Υπό την έννοια αυτή, ο σοφός περί τα Θεία Γέρων δεν διακρίνει ιδιαιτέρως κάποια έκφανση του πόνου, εφόσον το βίωμα του πόνου θεωρείται ποικιλοτρόπως, αλλά θεωρεί ως βίωμα πόνου κάθε βίωμα που φανερώνει ότι ασκείται ακούσια ή εκούσια βία στη φύση του ανθρώπου.
Οι επιφορές του ανθρωπίνου βίου, ως άσκηση ακούσιας βίας στη φύση του ανθρώπου.
Στην 37η Επιστολή του, ο Γέρων Ιωσήφ χρησιμοποιεί τον όρο επιφοραί  για να περιγράψει τις προσβολές των δαιμονικών δυνάμεων, οι οποίες είχαν ως σκοπό να κάμψουν το ασκητικό του φρόνημα, βυθίζοντάς τον στην απόγνωση και στην απονέκρωση των πνευματικών του δυνάμεων. Πρόκειται για έναν όρο, ο οποίος στο γλωσσικό ιδίωμα των ασκητικών Πατέρων δηλώνει την εκ της αγαθής Προνοίας του Θεού ποικίλη μορφή ασκήσεως βίας στη ζωή του ανθρώπου και ιδιαιτέρως του νηπτικού, ενώ εξάλλου υποδηλώνει κάποιο ισχυρό βίωμα πόνου .
Μία από τις συνηθέστερες εκφράσεις αυτού του τύπου βίας αποτελεί η περίπτωση της ασθένειας. Σε αρκετές επιστολές του οσίου ασκητού συναντούμε περιπτώσεις εμπερίστατων πνευματικών του τέκνων, τα οποία προσδοκούν να ωφεληθούν από την ποιμαντική του καθοδήγηση, από λόγους παραμυθίας αλλά και από την παρρησία της προσευχής του . Κατά τον Γέροντα, η ασθένεια αποτελεί ένδειξη της αγάπης του Θεού και δυνατότητα που δίδεται στον άνθρωπο για να δοκιμασθούν οι πνευματικές του δυνάμεις και να προαχθεί στην εν Χριστώ ζωή . Η σωτηριολογική αυτή διδασκαλία αποτελεί καρπό της πείρας του Γέροντος, ο οποίος κατ’ εξοχήν βίωσε κατά τη διάρκεια του βίου του οριακές καταστάσεις αντοχής στον πόνο, αλλά πάντοτε τις αντιμετώπιζε δοξολογικώς ως απόδειξη ελέους του Θεού προς αυτόν .

Από τη μελέτη όμως των Επιστολών του μακαρίου Γέροντος γίνεται κατανοητό ότι η ασθένεια και το βίωμα του πόνου, το οποίο γεννάται από αυτήν, δεν αποτελούν κατά βάσιν το αληθινό πρόβλημα της ζωής του ανθρώπου, διότι η ασθένεια δεν αλλοιώνει την πνευματική κατάσταση του ανθρώπου παρά μόνον τον θλίβει σωματικώς και ψυχολογικώς. Για τον Γέροντα, σημαντικότερη από την ασθένεια, είναι άσκηση της δαιμονικής βίας επί του ανθρώπου. Η βία αυτή θλίβει τον πνευματικό άνθρωπο και του δημιουργεί βιώματα πόνου, όπως πόλεμο των πειρασμών , απόγνωση  ή και παραλυσία των πνευματικών του δυνάμεων , έχοντας ως σκοπό την αλλοίωση της υπαρξιακής του προοπτικής, δηλαδή της απομακρύνσεως του από την κοινωνία με τον Θεό και την απώλεια του καθ’ ομοίωσιν. Στο πλαίσιο αυτό δεν αποκλείεται και η σωματική βία, όπως φανερώνει η φράση του ι. πατρός, «πάλη φανερά» και περιγράφει παραστατικώς η 24η Επιστολή του . Άλλωστε, ο ίδιος περιγράφει με ζωηρό τρόπο τις προσωπικές του εμπειρίες από τις δαιμονικές επιθέσεις τις οποίες υφίστατο, μεταφέροντας στον αναγνώστη σκηνές από τη ζωή των ασκητών των κοινοβίων της αιγυπτιακής ερήμου, εξόχως δε του Μ. Αντωνίου.
Η θλίψη αυτή προέρχεται από το μίσος του διαβόλου κατά των ανθρώπων του Θεού και βιώνεται ως πόνος και οδύνη που προκαλούνται από τις μεθοδείες του, καθώς αυτός επιχειρεί να πλήξει πνευματικώς αλλά και σωματικώς τον άνθρωπο διότι, «βλέπων ημάς ότι θέλομεν να σωθώμεν μας γίνεται πρόσκομμα και πέτρα σκανδάλου δια να εμποδίσει την προθυμίαν μας• να μας φέρει απελπισμόν, απιστίαν, αθυμίαν• ασθένειαν από την θλίψιν και πόνον πολύν• να μαρανθώμεν όπως τα άνθη όταν επέλθη εξαίφνης βορράς» .
Εξάλλου, ακολουθώντας ο Γέρων τη ζωή των ασκητών της ερήμου, γνωρίζει ότι ο πνευματικός άνθρωπος οφείλει να αντιμετωπίζει πειρασμούς και θλίψεις στη ζωή του από εμπαθείς καταστάσεις, οι οποίες πηγάζουν από δαιμονικές προσβολές που βρίσκουν πρόσφορο έδαφος στην ασθένεια της φύσεως. Ο διάβολος, εκμεταλλευόμενος την ασθένεια της φύσεως, πείθει τον άνθρωπο (εδώ: τον μοναχό) «ότι πάη για Μάρτυρας»  και τον ωθεί ασυνειδήτως σε διολίσθηση στην κατάσταση της οιήσεως, δια της καταστήσεως της εικόνας του κριτηρίου πνευματικής βιωτής, θεμελιωμένου σε δήθεν επιτεύγματά του στον χώρο της πνευματικής του ζωής. Λησμονώντας, όμως, ότι μόνον η χάρις του Θεού τελειώνει τα γυμνάσματα του ανθρώπου, ο μοναχός αυτός απομονώνεται τοπικώς (κελλίον), αλλά και υπαρξιακώς στον εαυτό του  και ενώ πιστεύει ότι προάγεται στην πνευματική ζωή, κατ’ ουσίαν την υποβαθμίζει, αλλοιώνοντάς την κατά τα μέτρα της παθογόνου αυτοσυνειδησίας του.
Τοιουτοτρόπως, όμως, αποτυγχάνει να αξιοποιήσει τη διαλεκτική μεταξύ Χάριτος και πειρασμών, δηλαδή αυτού τούτου του γεγονότος του καθ’ ημέραν αγώνα, προς τον σκοπό της πληρώσεως της καθ’ ομοίωσιν υπαρξιακής του προοπτικής. Ο Γέρων χρησιμοποιεί τον όρο Λύπη απαρηγόρητος, για να περιγράψει την έμπονο εκείνη ψυχοσωματική κατάσταση του μοναχού ή του εν γένει πνευματικού ανθρώπου, η οποία προκαλείται από πεφυσιωμένο φρόνημα, το οποίο εκδιώκει τη Χάρη του Θεού, με άμεσο αποτέλεσμα ψυχικές (ακηδία, σκότος νοός, λογισμό απιστίας, φόβο πλάνης), όσο και σωματικές παρενέργειες (βάρος σώματος, ύπνο άμετρον, παραλυσία μελών) . Η έμπονος αυτή κατάσταση μπορεί να εξελιχθεί σε επιθετικότητα (: θυμός, ταραχή, εμπόδιον σωτηρίας εις τους άλλους), όταν διαπιστωθεί από τον ίδιο τον πνευματικό αγωνιστή η διάσταση μεταξύ της υφισταμένης παθολογικής καταστάσεως του εαυτού του και των απαιτήσεων του πνευματικού βίου, όπως αυτός καλλιεργείται και βιώνεται από τους λοιπούς συνασκητές του .
Η αξιωματικού τύπου παρατήρηση του Γέροντος ότι ο άνθρωπος αυτός, «ούτε εννοεί ότι έπεσε δια να ζητήση την θεραπείαν του» , επιρρωνύμενη από αφηγήσεις εμπερίστατων, πνευματικώς, ανθρώπων, φανερώνει ότι ο τύπος του πνευματικού ανθρώπου, ο οποίος δικαιώνει διαρκώς τον εαυτό του, αδυνατεί να ερμηνεύσει και να αξιοποιήσει την παρουσία του πόνου στη ζωή του. Συνεπεία τούτου, είτε θεωρεί ότι οι συνάνθρωποί του (εδώ: συνασκητές), διαφοροποιούμενοι από τις δικές του πνευματικές επιλογές, κατ’ ουσίαν ευθύνονται για τα ενοχικά του βιώματα, είτε προσπαθεί να καταστήσει αυτούς κοινωνούς των αντιλήψεών του, επιδιώκοντας ασυνειδήτως την, δια της συλλογικής ευθύνης, άρση των ενοχικών του βιωμάτων . Δι’ αυτού του τρόπου, ο Αθωνίτης Γέρων δεν παραθέτει μόνον στοιχεία της δαιμονικής τεχνικής, αλλά και επισημαίνει την παθολογία της πνευματικής ζωής, εφόσον περιγράφει το ενδεχόμενο αυτή να αποτελέσει πηγή εμπόνων καταστάσεων υποβαθμισμένης πνευματικής εμπειρίας.
Εξάλλου, βίωμα πόνου, ως συνέπεια ασκήσεως ακούσιας, εν σχέσει προς την επιθυμία του, βίας επί του ανθρώπου, συναντούμε κατά τον τίμιο Γέροντα σε περιπτώσεις όπου ο άνθρωπος αυτός βιώνει τις θλίψεις του καθ’ ημέραν βίου, ως κατάσταση συνυφασμένη με την κοσμική πραγματικότητα.
Κατά ταύτα, ο άνθρωπος υφίσταται τα διάφορα λυπηρά της ζωής, τα οποία μπορεί να είναι έκτατες περιστάσεις (όπως ευθύνη για πρόκληση φονικού τροχαίου ατυχήματος) , ψυχικές διαταραχές, όπως νευρικός κλονισμός , αλλά και θλίψη όταν ένα αίτημα σημαντικό ή και ζωτικής φύσεως για τη ζωή του δεν πραγματοποιείται, καθηλώνοντάς τον σε οδυνηρή αναμονή . Κατά τον Γέροντα όλα αυτά αποτελούν δοκιμασίες αυθεντικότητας της πνευματικής ζωής, και αποδεικνύουν την αγάπη του Θεού προς τον άνθρωπο.
2) Το βίωμα του πόνου ως συνέπεια ασκήσεως εκ μέρους του ανθρώπου βίας στη φύση του.
Κατά τον Γέροντα Ιωσήφ, η βία στην πνευματική ζωή, ως εξουθένωση του σαρκικού φρονήματος, δια μέσου του νηπτικού βίου, αποτελεί μοναδική οδό, διοδεύουσα τον άνθρωπο από τον κόσμο της αμαρτίας στον κόσμο της Χάριτος του Θεού. Ως εκ τούτου, αποτελεί σημείο πνευματικής ωριμάνσεως και εφαρμογής της διδασκαλίας του Χριστού.
Κατά τον μακάριο Γέροντα, οι αφετηρίες της ασκήσεως βίας, εκ μέρους του αν-θρώπου στη φύση του, εντοπίζονται στη βεβαιότητα των Πατέρων ότι ο εχθρός, δηλαδή ο διάβολος, είναι πολυμήχανος και δεν αντιμετωπίζεται με τρόπους συμβατούς προς την ανθρώπινη δεξιοτεχνία ή νοημοσύνη . Δεν είναι πάλη προς άνθρωπο, αλλά προς τις αρχές και τις εξουσίες του σκότους. Τοιουτοτρόπως, ο διάβολος δεν καταβάλλεται με εξωτερική δράση αλλά με εσωτερική αντιμάχηση, όταν δηλαδή θανατωθεί ο παλαιός άνθρωπος .
Περιγράφοντας τον πόλεμο αυτό ο τίμιος Γέρων παρατηρεί ότι ο αυθεντικός άν-θρωπος του Θεού, «δεν αφήνει την θέσιν, αλλά στέκει αμυνόμενος και μαζεύων τα σεσαθρωμένα εκ της πάλης των δαιμόνων μέρη του σκάφους του. Κάθεται κλαίων και οδυρόμενος τας πληγάς. Και προσπαθεί να θεραπεύη, τα εαυτού τραύματα. Και αναμένει αγωνιαίως ή την έκβασιν των πειρασμών ή την τελείαν εξολόθρευσιν. Και έχων μικράν ελπίδα λέγει: Κάλλιον να αποθάνω επάνω εις τον αγώνα, παρά να αφήσω και να υβρισθή η οδός του Θεού, αφού έχω τόσας μαρτυρίας ότι δι’ αυτής διώδευσαν πάντες οι Άγιοι» .
Κατά βάσιν ο άνθρωπος αποθνήσκει, αλλά ο θάνατος αυτός δεν έχει σχέση με τον βιολογικό θάνατο, όπως αυτός εννοείται στο καθ’ υπερβολήν σχήμα που παραθέτει ο Γέρων στο ανωτέρω χωρίο. Ο παλαιστής της ερήμου επιθυμεί να προβάλλει την εικόνα του ανθρώπου ο οποίος «αποθνήσκει», υπό την έννοια της αρνήσεως του ιδίου θελήματος, βιώνοντας κάθε πειρασμό και θλίψη ως σημείο παιδαγωγικής προνοίας του Θεού, εφόσον «κάθε θλίψις όπου μας γίνεται, είτε εξ ανθρώπων, είτε εκ δαιμόνων, είτε εξ αυτής της ιδίας μας φύσεως, πάντοτε έχει κλεισμένον εντός της το ανάλογον κέρδος» . Εδώ όμως εννοείται και ο πνευματικός άνθρωπος ο οποίος, όταν αδικείται, καθιστά εκουσίως δικό του φορτίο την αδικία του αδελφού του κατά του ιδίου, ώστε, κατά τον Γέροντα, «να νομίζης από τον πόνον ότι θα βγη η ψυχή σου ως εκ καμίνου πυρός» .
Εάν λοιπόν ο άνθρωπος συνειδητοποιήσει ότι «δεν έχει ένδυμα γάμου», διότι μό-λυνε τον νου, την καρδία και το σώμα του, τότε καταφεύγει σε πνευματικά αγωνίσματα, τα οποία επιφέρουν πόνο αλλά και ελκύουν τη Χάρη του Θεού σε όσους τα μετέλθουν έως τέλους. Τα πνευματικά αυτά αγωνίσματα είναι έργα μετανοίας, όπως ο πόνος της ψυχής, τα δάκρυα και το πένθος, και τα οποία εξαγνίζουν τον άνθρωπο, επισφραγίζοντας το αυθεντικό βίωμα του μυστηρίου της εξομολογήσεως, δια μέσου του οποίου ο πνευματικός άνθρωπος καθαρίζει το ένδυμα γάμου της ψυχής του .
Δια των ανωτέρω ασκητικών αγώνων αλλά και την αποδοχή της συνθλίψεως του ιδίου θελήματος κατά τις διαπροσωπικές του σχέσεις, ο άνθρωπος οδηγείται στην επίγνωση της αδυναμίας της φύσεώς του  κατά τον αγώνα του για εφέλκυση της χάριτος του Θεού και απρόσκοπτη κίνηση προς αυτόν. Κατά τον Γέροντα, όταν ο βιαστής της βασιλείας του Θεού μετέλθει τα αγωνίσματα αυτά, «τότε λαμβάνει ελευθερία παθών».
Στην οσιακή σκέψη του Γέροντος, «χωρίς αγώνα και χύσιν αίματος» ο άνθρωπος δεν πρέπει να περιμένει «ελευθερία παθών» . Η χάρις της μετανοίας, η οποία ενεργείται σε όσους αγωνίζονται, είναι «κληρονομιά πατροπαράδοτος», χαρακτηρίζεται δε συνάλλαγμα θείον. Ο άνθρωπος δίδει γη και λαμβάνει ουρανό. Συνεπώς, ανταλλάσσει ύλη, λαμβάνοντας Πνεύμα. Υπό την έννοια αυτή, κάθε ιδρώτας, κάθε πόνος, κάθε άσκηση του χριστοκεντρικού βίου είναι αλλαγή συναλλάγματος• «Αφαίρεσις αίματος, εισροή Πνεύματος» . Κατ’ αυτό τον τρόπο, ο Γέρων ανάγει με αβίαστο τρόπο τη σκέψη στη διδασκαλία των ασκητών της ερήμου και ιδιαιτέρως στο «δος αίμα και λάβε πνεύμα» του αββά Λογγίνου, το οποίο ερμηνεύεται από τον ίδιο όχι μόνον θεωρητικώς, αλλά και βιωματικώς με βάση τις δοκιμασίες της πνευματικής του ζωής .
Ο αυθεντικός βιαστής της Βασιλείας των Ουρανών καταβάλλει τον αντίδικο διάβολο, πολεμώντας τον με δακρύων οχετούς, πόνο ψυχής έως θανάτου, άκρα ταπείνωση, μεγίστη υπομονή. Ο αγωνιστής αυτός αισθάνεται να τρέχη αίμα από υπερκόπωσι της ευχής και καταπίπτει για μεγάλα χρονικά διαστήματα εξηντλημένος ως βαρειά ασθενής αλλά δεν παραιτείται της μάχης έως να νικηθούν και να υποχωρήσουν οι δαίμονες .
Εξάλλου, όταν ο εν Χριστώ ανακαινισμένος άνθρωπος επιθυμεί να ασκηθεί κατά τα πρότυπα του ασκητικού βίου των γερόντων της Ερήμου, τότε επιδιώκει την έτι περαιτέρω ευαισθητοποίηση των πνευματικών του αισθητηρίων ώστε να αντιλαμβάνεται και τον ασθενέστερο πειρασμικό κραδασμό της υπάρξεώς του. Ο άγιος Γέρων ενθυμούμενος τα πνευματικά του γυμνάσματα, αφηγείται ότι όταν διαβιούσε στον κόσμο μετερχόταν «εν κρυπτώ δριμείς και αιμάτων πλήρεις αγώνας». Τα βουνά και τα σπήλαια της Πεντέλης τον είχαν γνωρίσει «ως νυκτικόρακα πεινώντα και κλαίοντα, ζητούντα σωθήναι» .
Ο ίδιος ο μακάριος Γέρων εξηγεί ότι ασκούσε και σωματική βία στον εαυτό του . Η σωματική αυτή βία δεν αποσκοπούσε στην υποτίμηση του σώματος αλλά αποτελούσε το ισοζύγιο των εμπαθών λογισμών, δια των οποίων οι δαιμονικές δυνάμεις επιχειρούσαν να καταβάλουν τον ζήλο του . Κατά την οσιακή του λογική αυτό «είναι νόμος Θεού», δηλαδή, «παν ό, τι προκαλεί ηδονήν θεραπεύεται με οδύνην» .
Υπάρχει όμως και ο πόνος που βιώνει ο πνευματικός πατήρ για τα τέκνα του. Ο ίδιος ο τίμιος πατήρ παρατηρεί ότι παρέλυσε και είναι πλέον ασθενής• «δι’ αυτά και δι’ όλα έγινα πτώμα». Ο Γέρων εξηγεί ότι, «δια την κάθε μίαν ψυχήν όπου λαμβάνει βοήθειαν, δοκιμάζει τον πόλεμον όπου έχει» . Κατ’ αυτό τον τρόπο, «εξατονεί από διανοητικήν υπερκόπωσιν και από τους πειρασμούς, όπου δι’ όλους πάσχει» . Εφαρμόζοντας το υμνολογικό Ώσπερ πελεκάν τετρωμμένος , εξομολογείται ότι η ζωή του «έτσι επέρασεν, εις τον πόνον και τας ασθενείας. Και τώρα πάλιν -συνεχίζει ο Γέρων Ιωσήφ- δι’ εσάς ήλθα εις θάνατον. Είπα• ας αποθάνω εγώ, μόνον να ζήσουν τα πνευματικά μου παιδιά. Και τελείως δεν έτρωγα» .

Thursday, 10 January 2013

St. Neilos the Ascetic-Οn True Maturity

 St. Neilos the Ascetic

Let us leave behind worldly things and raise ourselves towards the soul’s true good. How long shall we continue with trivial playthings? Will we never assume a manly spirit? We are more feeble than tiny children, and unlike them we make no progress towards greater things. When they grow up, they abandon their games, readily relinquishing their attachment to the things they played with — nuts, knucklebones, balls and so on. They are attached to these and prize them so long as their understanding is immature; but when they grow up and become men, they drop such things and devote their full attention to the affairs of adult life. We, however, have remained children, enchanted by what really deserves mockery and derision. Abandoning all effort to attain higher things and to develop an adult intelligence, we are seduced by worldly amusements, making ourselves a laughing-stock to those who judge things at their true value. It is disgraceful for a grown man to be seen sitting and drawing pictures in the dust to amuse children; and it is equally disgraceful — indeed much more so — for those whose professed aim is the enjoyment of eternal blessings to be seen grovelling in the dust of worldly things, shaming their vocation by incongruous behavior.
Probably the reason why we act like this is because we never think about anything superior to the visible objects around us. We do not appreciate how much better the blessings of the spiritual world are than the tawdry attractions of this present world, which dazzle us with their specious glory and draw all our desire to them. In the absence of what is better, what is worse will take its place and be held in honor. If only we had a deeper understanding of the realities of the divine world, we would not be taken in by the attractions of this world.
Let us begin, then, to withdraw from the things of this world. Let us despise possessions and money and all that swamps and drowns our intelligence. Let us cast overboard our cargo, so that our ship may float more buoyantly. Hard-pressed by the storm, let us jettison the greater part of our equipment; then our helmsman — the intellect, together with its thoughts — will be saved. Those who travel by sea, when overtaken by a storm, do not worry about their merchandise but throw it into the waters with their own hands, considering their property less important than their life. Why, then, do we not follow their example, and for the sake of the higher life despise whatever drags our soul down to the depths? Why is fear of God less powerful than fear of the sea? In their desire not to be deprived of this transitory life, they judge the loss of their goods no great disaster; but we, who claim to be seeking eternal life, do not look with detachment on even the most insignificant object, but prefer to perish with the cargo rather than be saved without it.

From the Philokalia, vol 1, pp 242-3

Wednesday, 9 January 2013

Εγρήγορση και περισπασμός. (Οσίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ)


Οι άνθρωποι του κόσμου τούτου πιστεύουν πως ο περισπασμός είναι κάτι ασήμαντο, αθώο. Οι άγιοι πατέρες όμως τον περισπασμό τον λογαριάζουν ως ρίζα όλων σχεδόν των κακών. Εκείνος που επηρεάζεται και υποκύπτει εύκολα στον περισπασμό έχει κάποια πολύ επιπόλαιη και επιφανειακή γνώση για όλα τα θέματα, ακόμα και για τα πιο σπουδαία και σοβαρά. Εκείνος του οποίου ο νους περισπάται συχνά και περιφέρεται από δω και από κει είναι κατά κανόνα ασυνεπής. Τα συναισθήματα του δεν έχουν ούτε βάθος ούτε σταθερότητα. Πετάει σαν την πεταλούδα από λουλούδι σε λουλούδι και περνάει τον καιρό του από διασκέδαση σε διασκέδαση, η μια ματαιότητα διαδέχεται την άλλη.
      Ο άνθρωπος που περισπάται συχνά δεν μπορεί να αγαπήσει το συνάνθρωπό του εύκολα. Τις δυστυχίες των άλλων τις αντιπαρέρχεται μ’ αδιαφορία και συνήθως φορτώνει τους άλλους με βάρη που δεν μπορούν να σηκώσουν. Οι θλίψεις τον επηρεάζουν πολύ, επειδή ακριβώς δεν τις περιμένει. Το μόνο που επιθυμεί κι επιδιώκει είναι οι χαρές. Αν η θλίψη είναι πολύ σοβαρή αλλά παροδική, τότε την ξεχνάει εύκολα, αμέσως μόλις παραδοθεί στο θόρυβο κάποιας διασκέδασης. Όταν η θλίψη αυτή όμως διαρκέσει πολύ, τότε τον καταρρακώνει, τον οδηγεί στην απόγνωση.
       Ο περισπασμός τιμωρεί από μόνος του εκείνον που έχει παραδοθεί σ’ αυτόν. Όσο περνάει ο καιρός όλα τον ενοχλούν. Μοιάζει μ’ αυτόν που δεν απόκτησε ποτέ υγιή γνώση και γερά θεμέλια. Παραδίδεται σε μια ατέλειωτη και βασανιστική απελπισία. Ο περισπασμός γενικά είναι κακός. Ιδιαίτερα επιβλαβής όμως γίνεται στο έργο του Θεού και της σωτηρίας μας, που απαιτεί διαρκή εγρήγορση και προσοχή. «Γρηγορείτε και προσεύχεσθε, ίνα μη εισέλθητε εις πειρασμόν»(Ματθ. 26, 41) είπε ο Σωτήρας μας στους μαθητές του. «Λέγω πάσι: γρηγορείτε»(Μαρκ. 13,47). Ο Κύριος και Σωτήρας μας απευθύνεται με τα λόγια αυτά σ’ όλους τους χριστιανούς κι επομένως και σε μας, τους ανθρώπους του καιρού μας.
        Όποιος ζει τη ζωή του δοσμένος σε διαφόρους περισπασμούς παραβαίνει άμεσα με τον τρόπο ζωής του τις εντολές του Κυρίου Ιησού Χριστού. Όλοι οι άγιοι αγωνίστηκαν με κάθε τρόπο ν’ απαλλαγούν από τους περισπασμούς. Προσπαθούσαν ν’ αυτοσυγκεντρώνονται διαρκώς ή τουλάχιστον όσο πιο πολύ μπορούσαν. Όλη τους την προσοχή την έδιναν στο νου, στις κινήσεις του, καθώς και στην καρδιά. Μέριμνά τους ήταν να καθοδηγήσουν και τα δυο, νου και καρδιά, σύμφωνα με τις ευαγγελικές εντολές. Όταν κάποιος συνηθίζει ν’ αυτοσυγκεντρώνεται, προφυλλάσσεται από τον περισπασμό, ακόμα κι αν  οι πειρασμοί τον περιτριγυρίζουν απ’ όλες τις πλευρές κι είναι ενοχλητικοί. Ο άνθρωπος που νήφει και γρηγορεί είναι σαν να κατοικεί στην έρημο, ακόμα κι αν ζεί ανάμεσα σε πλήθος ανθρώπων.
        Κάποιος μεγάλος πατέρας που είχε μάθει εμπειρικά την ωφέλεια που προκύπτει από την αυτοσυγκέντρωση και την περισυλλογή, καθώς και τη βλάβη που προκαλεί ο περισπασμός, έλεγε πως χωρίς έντονη εγρήγορση και προσοχή στον εαυτό μας είναι αδύνατο να προκόψουμε έστω και σε μια αρετή.
        Η σύντομη επίγεια ζωή μας δόθηκε ως χρόνος προετοιμασίας για την αιωνιότητα. Και είναι κρίμα να την ξοδεύουμε μόνο στις γήινες φροντίδες, στην ικανοποίηση μικροαπολαύσεων κι αθέμιτων επιθυμιών. Γινόμαστε έτσι σαν τον άνεμο που φυσάει πρός όλες τις κατευθύνσεις, τρέχουμε από τη μια αισθησιακή απόλαυση στην άλλη. Ξεχνάμε ή σπάνια θυμόμαστε, και τότε επιφανειακά κι επιπόλαια τον τελικό προορισμό μας, την αναπόφευκτη κρίση, την αιωνιότητα που αναπόδραστα μας περιμένει…
        Ο άνθρωπος που παραδίδεται στους περισπασμούς είναι σαν το σπίτι χωρίς πόρτες και παράθυρα. Σ’ ένα τέτοιο σπίτι δεν μπορείς να φυλάξεις κανένα θησαυρό. Είναι ευάλωτο κι ανοιχτό σε ληστές, κλέφτες και πόρνες. Η ταραγμένη ζωή που είναι γεμάτη περισπασμούς κι εγκόσμιες μέριμνες βαρύνει τον άνθρωπο όπως η λαιμαργία κι η πολυφαγία. Και τότε ο άνθρωπος είναι προσκολλημένος στη γη. Το μόνο που τον απασχολεί είναι η πρόσκαιρη ζωή, η ματαιότητα. Η υπηρεσία του Θεού του είναι αδιάφορη, άσχετη…
        Η αυτοσυγκεντρωμένη ζωή εξασθενεί τις συνέπειες των σωματικών αισθήσεων, ενώ οξύνει, ενισχύει και θερμαίνει τα αισθητήρια της ψυχής. Ο περισπασμός αντίθετα αμβλύνει τα ψυχικά αισθητήρια.
        Ο περισπασμός συντηρείται από τη συνεχή επίδραση των σωματικών αισθήσεων. Εκείνοι που είναι ευάλωτοι στους περισπασμούς μάταια δικαιολογούν και αποδίδουν αθωότητα στην ταραγμένη ζωή τους. Μ’ αυτό δεν κατορθώνουν τίποτ’ άλλο παρά να καλύπτουν την κακιά αρρώστια που τους έχει αιχμαλωτίσει. Η αρρώστια αυτή είναι τόσο πολύ μεγάλη κι έχει τόσο πολύ αμβλύνει τα ψυχικά αισθητήρια, ώστε η ψυχή που έχει προσβληθεί απ’ αυτήν δεν μπορεί ούτε να διανοηθεί την οδυνηρή της κατάσταση.
        Εκείνοι που θέλουν να ζήσουν με εγρήγορση πρέπει πρώτα ν’ απαγορέψουν στον εαυτό τους ν’ ασχολείται με μάταια πράγματα. Το να εκπληρώνει κάποιος τις προσωπικές και κοινωνικές υποχρεώσεις του δε σημαίνει πως μπαίνει αναγκαστικά σ’ ένα στάδιο περισπασμών. Ο περισπασμός συνδέεται πάντα με την οκνηρία ή με απασχολήσεις που είναι τόσο κενές, ώστε αναμφίβολα προσεγγίζουν την οκνηρία. Μια ωφέλιμη απασχόληση, όπως για παράδειγμα το να προσφέρει κανείς την  υπηρεσία του με υπευθυνότητα, δεν τον εμποδίζει από το να διατηρεί την εγρήγορσή του. Ίσα ίσα που τον βοηθάει να την αποκτήσει ή να την συντηρήσει. Τα διακονήματα βοηθούν τον άνθρωπο ν’ αποκτήσει εγρήγορση όταν γίνονται συνειδητά, με συνέπεια.
        Η ενεργητική και δραστήρια ζωή είναι ο ουσιαστικός δρόμος που οδηγεί στην εγρήγορση. Τον δρόμο αυτόν τον περιγράφουν και τον συνιστούν οι άγιοι πατέρες σε κάθε άνθρωπο που θέλει να ζήσει με αυτοσυγκέντρωση…Στην καθημερινή ζωή τον άνθρωπο τον βοηθούν και άλλοι για ν’ αποκτήσει εγρήγορση. Όταν βρίσκεται κάποιος σε μια κατώτερη θέση μαθαίνει πολύ καλύτερα να προσέχει. Κανένας δάσκαλος δε διδάσκει καλύτερα στον άνθρωπο την αυτοσυγκέντρωση, όσο ο αυστηρός και συνετός προϊστάμενος. Όταν εργάζεσαι μαζί με άλλους ανθρώπους μη χάνεις το χρόνο σου σε άσκοπες συζητήσεις μαζί τους και σε ανόητα χαριτολογήματα. Κι όταν δουλεύεις μόνος σου μην επιτρέψεις στον εαυτό σου ρεμβασμούς και ονειροπολήματα. Έτσι η συνείδησή σου σύντομα θα καθαριστεί και θα οξυνθεί. Κι αργότερα θα σου επισημάνει πως κάθε κίνηση πρός τον περισπασμό είναι αθέτηση των ευαγγελικών εντολών αλλά και απόκλιση από την κοινή λογική.

(Οσίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ, «Η Βασιλεία του Θεού και ο Αντίχριστος», σ. 29-34 ( αποσπάσματα), Αθήνα 2008).

ΗΜΟΥΝ ΑΘΕΗ – ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΖΩΗ


Ήμουν άθεη
(παρμένο από τη Ρωσία)
Επιστροφή από την άλλη ζωή

Ήμουν άθεη και έβριζα πολύ και φοβερά το Θεό. Ζούσα μέσα στη ντροπή και την πορνεία και ήμουν νεκρή στη γη. Όμως ο ελεήμων Θεός δεν άφησε να χαθώ, αλλά με οδήγησε στη μετάνοια.Στα1961 αρρώστησα από καρκίνο και ήμουν άρρωστη τρία χρόνια. Δεν έμενα ξαπλωμένη, παρά εργαζόμουνα και έκανα θεραπεία σε γιατρούς, ελπίζοντας να βρω θεραπεία. Τους τελευταίους έξη μήνες είχα τελείως αδυνατίσει, τόσο που ούτε νερό δεν μπορούσα να πιω. Μόλις το έπινα, αμέσως το έκανα εμετό. Τότε με πήγαν στο νοσοκομείο και επειδή ήμουν πολύ ενεργητική κάλεσαν ένα καθηγητή από τη Μόσχα και αποφάσισαν να με χειρουργήσουν. Μόλις μου άνοιξαν την κοιλιά, αμέσως πέθανα. Η ψυχή μου βγήκε από το σώμα και στέκονταν ανάμεσα σε δύο γιατρούς και εγώ με μεγάλο φόβο και τρόμο κοίταζα την αρρώστια μου. Ολόκληρο το στομάχι μου και τα έντερα μου ήταν προσβεβλημένα από καρκίνο. Στεκόμουνα και σκεπτόμουνα γιατί είμαστε δύο; Δεν είχα ιδέα ότι υπάρχει ψυχή. Οι κομμουνιστές μας φούσκωναν και μας δίδασκαν ότι η ψυχή και ο Θεός δεν υπάρχουν, ότι αυτό είναι μόνο επινόηση των παπάδων για να ξεγελάσουν το λαό και να τον κρατούν σε φόβο για κάτι που δεν υπάρχει. Βλέπω τον εαυτό μου που στέκεται και τον βλέπω πάλι πάνω στο χειρουργείο. Μου έβγαλαν έξω όλα τα εντόσθια και αναζητούσαν τονδωδεκαδάκτυλο. Αλλά εκεί υπήρχε μόνον πύον, τα πάντα ήταν κατεστραμμένα και χαλασμένα, τίποτε δεν ήταν υγιές. Οι γιατροί τότε είπαν: «αυτή δεν έχει με τι να ζήσει». Όλα τα έβλεπα με μεγάλο φόβο και τρόμο και πάλι σκεπτόμουνα: «Πώς και από πού είμαστε δύο;. Στέκομαι και ταυτόχρονα είμαι ξαπλωμένη; “Οι γιατροί τότε επέστρεψαν τα εντόσθιά μου όπως-όπως και είπαν ότι το σώμα μου πρέπει να δοθεί στους νέους ειδικευόμενους γιατρούς για διδασκαλία και το μετέφεραν στο νεκροστάσιο και εγώ πήγαινα κοντά τους και όλο και παραξενευόμουνα και σκεφτόμουνα πως και από πού είμαστε δύο. Εκεί με άφησαν ξαπλωμένη γυμνή, καλυμμένη ως το ύψος του στήθους με ένα σεντόνι. Μετά απ αυτό βλέπω ότι ήλθε ο αδελφός μου και έφερε το μικρό μου γιο. Ήταν έξι χρονών και ονομάζονταν Αντρούσκα (Αντρέι). Ο γιός μου πλησίασε το σώμα μου και με φίλησε στο κεφάλι .
 Άρχισε να κλαίει και να λέει: «Μαμά, μαμά, γιατί πέθανες; Είμαι ακόμη μικρός, πως θα ζήσω χωρίς εσένα; Πατέρα δεν έχω και συ πέθανες! Εγώ τότε τον αγκάλιασα και τον φίλησα, αλλά αυτό δεν το αισθάνθηκε ούτε το είδε ούτε με πρόσεξε, αλλά κοίταγε το νεκρό μου σώμα. Έβλεπα επίσης πως έκλεγε ο αδελφός μου. Μετά απ αυτό, εγώ με μιας βρέθηκα στο σπίτι μου. Ήλθε η πεθερά μου από τον πρώτο μου γάμο, η μητέρα μου και η αδελφή μου. Τον πρώτο μου σύζυγο τον εγκατέλειψα γιατί πίστευε στο Θεό. Τότε άρχισε η διανομή των πραγμάτων μου. Εγώ ζούσα πλούσια και με πολυτέλεια και όλα αυτά τα απόκτησα με αδικία και με πορνεία. 

Η αδελφή μου άρχισε να αφαιρεί τα πιο ωραία από τα πράγματά μου, ενώ η πεθερά ζητούσε να αφήσει και κάτι στο γιό μου. Η αδελφή μου δεν άφηνε τίποτε, αλλά επιπλέον άρχισε να εμπαίζει την πεθερά λέγοντας: «αυτό το παιδί δεν είναι από τον γιό σου και συ δεν του είσαι τίποτε». Μετά απ αυτό αυτές βγήκαν και έκλεισαν το σπίτι. Η αδελφή μου πήρε μαζί της και ένα μεγάλο μπόγο με πράγματα. Ενώ αυτές μάλωναν για τα πράγματά μου είδα γύρω μας να χορεύουν και να χαίρονται διάβολοι.
  Ξαφνικά βρέθηκα στον αέρα και βλέπω σαν να πετώ με αεροπλάνο. Αισθάνομαι ότι κάποιος με συγκρατεί και ότι υψώνομαι όλο και πιο πολύ. Βρέθηκα πάνω από την πόλη ΜΠΑΡΝΑΟΥΛ. Μετά βλέπω ότι η πόλη χάθηκε . Έγινε σκοτάδι. Μετά απ αυτό άρχισε πάλι να έρχεται φως και στο τέλος φώτισε τελείως και το φως ήταν πάρα πολύ ισχυρό που δεν μπορούσα να το κοιτάξω. Με τοποθέτησαν σε μαύρη πλάκα ενάμιση μέτρου. Έβλεπα δένδρα με πολύ χοντρούς κορμούς και πανέμορφο ποικιλόχρωμο φύλλωμα. Ανάμεσα στα δένδρα υπήρχαν σπίτια και μάλιστα όλα καινούργια, αλλά δεν είδα ποιοι ζούσαν σ αυτά. Στην κοιλάδα αυτή είδα πλούσιο πράσινο χορτάρι και σκέφτηκα: που βρίσκομαι εγώ τώρα; Αν βρίσκομαι στη γη τότε γιατί δεν υπάρχουν εδώ επιχειρήσεις, εργοστάσια ούτε άλλα κτίρια, γιατί δεν υπάρχουν δρόμοι ούτε συγκοινωνία; Τι μέρος είναι ετούτο εδώ χωρίς ανθρώπους και ποιος τέλος πάντων ζει εδώ; Λίγο πιο πέρα είδα να περπατάει μια ωραία υψηλή γυναίκα με βασιλικά φορέματα κάτω από τα οποία φαίνονταν τα δάκτυλα των ποδιών.
 Περπατούσε τόσο ανάλαφρα που από τα πόδια δεν λύγιζε ούτε το χορτάρι. Κοντά της πήγαινε ένας νεαρός που είχε ύψος ως τους ώμους της. Είχε κρυμμένο το πρόσωπο του με τα χέρια του και για κάτι έκλεγε πολύ και πικρά και παρακαλούσε, αλλά για ποιο λόγο δεν μπορούσα να ακούσω. Σκέφτηκα ότι είναι ο γιος της και μέσα μου διαμαρτυρήθηκα γιατί δεν τον λυπάται και δεν του εκπληρώνει το αίτημα. Αυτός έκλεγε και θρηνούσε και εκείνη δεν του εκπλήρωνε την αίτηση. (Σημείωση: Από όλα φαίνεται ότι αυτός ο νεαρός ήταν άγγελος φύλακας αυτής της νεκρής γυναίκας. Φαίνεται επίσης πόσο ενδιαφέρονται οι άγιοι άγγελοι για μας και τις ψυχές μας, αλλά εμείς δεν το βλέπουμε. Παραπέρα φαίνεται και αυτών το αίτημα είναι ανεκπλήρωτο, αν ο θάνατος μας βρει αμαρτωλούς και αμετανόητους). Όταν αυτοί με πλησίασαν, ο νεαρός έπεσε μπροστά στα πόδια της και άρχισε να την παρακαλεί εντονότερα και να οδύρεται και να της ζητεί κάτι. Εκείνη κάτι του απάντησε, αλλά δεν μπόρεσα να καταλάβω τι. (Σημείωση: Είχα την ευκαιρία και από άλλες πηγές να γνωρίσω πως και πόσο πικρά κλαίει ο άγ. Άγγελος φύλακας όταν αυτός που του δόθηκε για φύλαξη δεν υπακούει στην αγία Εκκλησία και στην αγία πίστη, χάνοντας την ψυχή του για πάντα). Όταν αυτοί με πλησίασαν ήθελα να τη ρωτήσω: «που βρίσκομαι;» Τη στιγμή εκείνη η γυναίκα αυτή σταύρωσε τα χέρια στο στήθος, ύψωσε τα μάτια προς τον ουρανό και είπε : «Κύριε, που θα πάει αυτή έτσι;». Εγώ τότε έτρεμα και μόλις τώρα κατάλαβα ότι είχα πεθάνει, ότι η ψυχή μου βρίσκονταν στον ουρανό και το σώμα έμεινε στη γη. Τότε άρχισα να κλαίω και να οδύρομαι και ακούω φωνή που λέει: «επιστρέψτε την στη γη για τις αγαθοεργίες του πατέρα της». Άλλη φωνή απάντησε: «βαρέθηκα την αμαρτωλή και διεφθαρμένη ζωή της. Εγώ ήθελα να την εξαφανίσω από προσώπου γης χωρίς μετάνοια, αλλά με παρακάλεσε γι αυτήν ο πατέρας της. Δείξε της το μέρος για το οποίο άξιζε». Αμέσως βρέθηκα στον Άδη. Τότε άρχισαν να έρπουν μέχρις εμένα φοβερά πυρακτωμένα φίδια με μακριές γλώσσες που ξερνούσαν φωτιά και άλλες αποκρουστικές βρωμιές. Η βρώμα ήταν αβάσταχτη. Αυτά τα φίδια τυλίχθηκαν γύρω μου και ταυτόχρονα από κάπου παρουσιάστηκαν σκουλήκια χοντρά ίσαμε το δάκτυλο με ουρές που κατέληγαν σε βελόνες και άγκιστρα. Αυτά έμπαιναν σε όλα τα ανοικτά μου μέρη, στα αυτιά, στα μάτια, στη μύτη, κ.λ.π. και έτσι με βασάνιζαν και εγώ κραύγαζα όχι με την φωνή μου. Αλλά εκεί δεν υπήρχε από πουθενά ούτε βοήθεια ούτε έλεος από κανένα. Εκεί είδα πως παρουσιάστηκε η γυναίκα που πέθανε από άμβλωση και άρχισε να παρακαλεί τον Κύριο για έλεος. ΑΥΤΟΣ της απάντησε: «εσύ στην γη δεν με αναγνώριζες, σκότωνες τα παιδιά στην κοιλιά σου και επί πλέον έλεγες στους ανθρώπους: δεν πρέπει να γεννάτε παιδιά, τα παιδιά είναι περιττά». Σε μένα δεν υπάρχουν, δεν υπάρχουν περιττά. Σε μένα υπάρχουν τα πάντα και για όλους αρκετά. Σε μένα ο Κύριος είπε: «Εγώ σου έδωσα την αρρώστια για να μετανοήσεις, αλλά εσύ με έβριζες ως το τέλος της ζωής και δεν Με αναγνώριζες και για τον λόγο αυτό και εγώ δεν σε αναγνωρίζω! Πως στη γη έζησες χωρίς τον Κύριο Θεό, έτσι και εδώ θα ζήσεις!».
  Ξαφνικά όλα μεταστράφηκαν και εγώ κάπου πέταξα. Η βρώμα χάθηκε, χάθηκε και ο δυνατός οδυρμός και εγώ ξαφνικά είδα την εκκλησία μου που ενέπαιζα. Άνοιξε η πύλη και από αυτή βγήκε ιερέας ντυμένος στα άσπρα. Αυτός στέκονταν με σκυμμένο το κεφάλι και κάποια φωνή με ρωτάει: «ποιος είναι αυτός;». Εγώ απάντησα: «ο ιερέας μας». «Εσύ έλεγες ότι είναι χαραμοφάης, αυτός δεν είναι χαραμοφάης, αλλά πραγματικός ποιμένας, δεν είναι μισθοφόρος. Γνώριζε πως αν και είναι κατά το βαθμό μικρός, συνηθισμένος ιερέας, υπηρετεί Εμένα, μάθε ακόμη και τούτο: αν δεν σου διαβάσει αυτός την ευχή της εξομολόγησης, εγώ δεν θα σε συγχωρήσω»! Τότε άρχισα να παρακαλώ: «Κύριε, γύρισέ με στη γη, έχω ένα μικρό γιο». Ο Κύριος είπε: «ξέρω ότι έχεις μικρό γιο, είναι κρίμα γι αυτόν». «Κρίμα», απάντησα εγώ. Τότε Εκείνος αποκρίθηκε: «Εγώ σας λυπούμαι όλους και τρεις φορές σας λυπούμαι. Όλους σας περιμένω πότε θα ξυπνήσετε από το αμαρτωλό όνειρο, να μετανοήσετε και να έλθετε στον εαυτό σας;». Εδώ τώρα εμφανίστηκε εκ νέου η Μητέρα του Θεού, που νωρίτερα την αποκαλούσα γυναίκα και πήρα το θάρρος να τη ρωτήσω: «Υπάρχει εδώ σε σας παράδεισος;». Αντί για απάντηση μετά απ αυτές τις λέξεις, ξαναβρέθηκα στην κόλαση στον Άδη. Τώρα ήταν χειρότερα από ότι την προηγούμενη φορά. Έτρεξαν ολόγυρά μου οι δαίμονες με καταλόγους και μου έδειχναν τα αμαρτήματά μου και φώναζαν: «εσύ μας υπηρέτησες όταν ήσουν στη γη»! Άρχισα να διαβάζω τα αμαρτήματά μου, όλα μου τα έργα μου που ήταν γραμμένα με μεγάλα γράμματα και ένοιωσα φοβερό φόβο. Από τα στόματά τους έβγαινε φωτιά. Οι δαίμονες με κτυπούσαν στο κεφάλι. Πάνω μου έπεφταν και κολλούσαν πυρακτωμένες σπίθες από φωτιά και με έκαιγαν. Γύρω μου ακούονταν φοβερός θρήνος και κοπετός πολλών ανθρώπων. Όταν το πυρ δυνάμωνε έβλεπα τα πάντα γύρω μου. Οι ψυχές είχαν φοβερή όψη, ήταν σακατεμένες με τεντωμένους λαιμούς και πρησμένα μάτια. Μου έλεγαν ότι είσαι συντρόφισσα (φαίνεται ότι ήταν κομουνίστριες) και είσαι υποχρεωμένη να ζήσεις μαζί μας. Όπως εσύ έτσι και εμείς όταν είμαστε στη γη δεν αναγνωρίζαμε το Θεό, τον βρίζαμε και κάναμε κάθε κακό, την πορνεία, την υπερηφάνεια και άλλα και ποτέ δεν μετανοήσαμε. Όσοι αμάρτησαν, αλλά μετάνιωσαν, πήγαιναν στη εκκλησία, προσεύχονταν στο Θεό, ελεούσαν τους φτωχούς και βοηθούσαν όσους βρίσκονταν σε ανάγκη και κακοτυχία, αυτοί είναι εκεί πάνω. (Σημείωση: δηλαδή στο παράδεισο, τον οποίο αυτοί εδώ δεν ήθελαν ούτε να μνημονεύσουν). Εγώ φοβήθηκα φοβερά από αυτά τα λόγια, μου φαίνονταν ότι ήδη βρισκόμουνα εδώ στον Άδη ολόκληρη ζωή και αυτοί μου λένε ότι θα ζήσω μαζί τους αιώνια. Μετά από αυτό εμφανίστηκε εκ νέου η Μητέρα του Θεού και έγινε φως, οι δαίμονες τράπηκαν σε φυγή και οι ψυχές που βασανίζονται στην κόλαση άρχισαν να φωνάζουν και να την ικετεύουν για έλεος: «Ουράνια βασίλισσα, μη μας αφήνεις εδώ» φώναζαν. «Καιγόμαστε Μητέρα του Θεού και δεν υπάρχει ούτε σταγόνα νερό»! Εκείνη έκλαιγε και μέσα από το κλάμα έλεγε: «Όσο ζούσατε στη γη δε με αναγνωρίζατε και δε μετανοούσατε για τις αμαρτίες σας στον Γιο Μου και Θεό σας και Εγώ τώρα δεν μπορώ να σας βοηθήσω, δεν μπορώ να παραβώ την επιθυμία του Γιου μου και Εκείνος δεν μπορεί την επιθυμία του Πατέρα του! Βοηθώ μόνο αυτούς για τους οποίους παρακαλούν οι συγγενείς και για τους οποίους προσεύχεται η αγία εκκλησία». Μετά απ αυτό εμείς αρχίσαμε να υψωνόμαστε και από κάτω αναδίδονταν δυνατή κραυγή φωνών: «Μητέρα του Θεού μη μας αφήνεις».
  Ξανά υπήρχε σκοτάδι και εγώ βρέθηκα στην ίδια πλάκα. Σταυρώνοντας τα χέρια στο στήθος η Μητέρα του Θεού ύψωσε τα μάτια στον ουρανό και άρχισε να προσεύχεται λέγοντας: «τι να κάνω μ αυτήν, που να την βάλω; Μια φωνή απάντησε : «αφήστε την από τα μαλλιά στη γη». «Μα αυτή είναι κουρεμένη;». Η φωνή είπε πάλι: «Πιάστε την από τα μαλλιά». Τότε η Μητέρα του Θεού έφυγε ήσυχα, η πόρτα της μισάνοιξε έτσι που πίσω απ’ αυτήν δεν έβλεπα τίποτε. Κατόπιν επέστρεψε κρατώντας τα μαλλιά μου στα χέρια της και από κάπου εμφανίστηκαν 12 άμαξες χωρίς τροχούς, κινούνταν σιγά και εγώ τις ακολουθούσα. Η Μητέρα του Θεού μου έδωσε τα μαλλιά, αλλά εγώ δεν αντιλήφθηκα ότι με άγγιξε. Άκουσα μόνο όταν είπε ότι η δωδέκατη άμαξα δεν έχει πάτο. Φοβόμουν να καθίσω σ’ αυτήν, αλλά η Μητέρα του Θεού με έσπρωξε στη γη απ’ αυτή. Μετά απ αυτό εγώ συνήλθα και ενσυνείδητα στεκόμουν και κοίταζα. Ήταν μιάμιση η ώρα το απόγευμα. Μετά από κείνο το φως που είδα εκεί όλα στη γη μου φαίνονταν άσχημα και δεν μου άρεσε που ήμουν στη γη, αλλά τι να κάνω. Τώρα είπα μόνη μου στην ψυχή μου: «πήγαινε στο σώμα»! Τότε βρέθηκα πάλι στο νοσοκομείο και πήγαμε στο ψυγείο που φύλαγαν τα πτώματα. Αυτό ήταν κλειστό, αλλά εγώ μπήκα μέσα χωρίς κώλυμα και είδα το νεκρό μου σώμα: Το κεφάλι μου ήταν γυρισμένο λίγο προς τα πλάγια, ενώ η μέση μου πιέζονταν από νεκρούς. Μόλις η ψυχή μου μπήκε στο σώμα, αμέσως αισθάνθηκα ισχυρό ψύχος. Κάπως απελευθέρωσα την πιεσμένη μέση μου, διπλώθηκα και έσφιξα τα γόνατα με τα χέρια.
 Τη στιγμή εκείνη έβαλαν μέσα το νεκρό σώμα κάποιου ανθρώπου και όταν άναψαν το φως με είδαν σκυμμένη, ενώ εκείνοι συνήθως βάζουν όλους τους νεκρούς με το πρόσωπο προς τα πάνω. Βλέποντάς με έτσι οι νοσοκόμοι φοβήθηκαν και από το φόβο διασκορπίστηκαν. Επέστρεψαν με δύο γιατρούς, που αμέσως διέταξαν να ζεσταθεί το μυαλό μου με λάμπες. Στο σώμα μου υπήρχαν οκτώ τομές (μάθαιναν πάνω σ αυτό): τρεις στο στήθος και οι υπόλοιπες στην κοιλιά. Δύο ώρες μετά το ζέσταμα του κεφαλιού άνοιξα τα μάτια και μόλις μετά από 12 μέρες μίλησα. Το πρωί μου έφεραν πρωινό τηγανίτες με βούτυρο και καφέ (ήταν μέρα νηστείας), αλλά δεν ήθελα να φάω και τους είπα ότι δε θα φάω. Οι νοσοκόμοι έφυγαν πάλι και όλοι στο νοσοκομείο άρχισαν να με προσέχουν. Ήλθαν οι γιατροί και με ρώτησαν γιατί δεν θέλω να φάω. Τους απάντησα: «καθίστε και θα σας διηγηθώ τι είδε η ψυχή μου. Όποιος δεν νηστεύει τις μέρες της νηστείας, αυτός θα φάει βρωμερά και σιχαμερά πράγματα. Γι αυτό σήμερα δε θα φάω όπως και σ όλες τις νηστείες δε θα αρτυθώ». Οι γιατροί από την έκπληξη, τη μια κοκκίνιζαν την άλλη κιτρίνιζαν και οι ασθενείς με άκουγαν προσεκτικά. Κατόπιν συγκεντρώθηκαν πολλοί γιατροί και εγώ τους είπα ότι τίποτε πλέον δεν με πονάει. Τότε άρχισε να έρχεται σε μένα κόσμος και μάλιστα πολύς και εγώ σε όλους διηγιόμουνα και έδειχνα τις πληγές. Η αστυνομία άρχισε να διώχνει τον κόσμο και μένα με μετέφεραν σε άλλο νοσοκομείο. Εκεί ανάρρωσα τελείως και παρακάλεσα τους γιατρούς να με γιατρέψουν όσο το δυνατό νωρίτερα τις τομές που μου έκαναν μαθαίνοντας πάνω μου. Τότε με έβαλαν πάλι στο χειρουργικό τραπέζι και όταν οι γιατροί άνοιξαν την κοιλιά μου είπαν : «Γιατί χειρουργήσανε τελείως υγιή άνθρωπο;». Εγώ τότε τους ρώτησα: «Ποια είναι η αρρώστια μου;» Αυτοί μου απάντησαν : «Τα εντόσθιά σας είναι υγιή και καθαρά όπως του παιδιού». Τους είπα ότι τα μάτια μου ήταν δεμένα κατά τη διάρκεια της εγχείρησης, αλλ ότι, παρ όλα αυτά, είδα το εσωτερικό μου στον καθρέπτη του ταβανιού. Ήλθαν και οι γιατροί που έκαναν την εγχείρηση και όταν πλησίασαν είπαν: «Που είναι η αρρώστια της; τα εντόσθιά της ήταν όλα διαλυμένα και προσβεβλημένα από τον καρκίνο και τώρα είναι τελείως υγιή». Τους απάντησα: ο ΚΥΡΙΟΣ ο ΘΕΟΣ φανέρωσε το έλεός του πάνω σε μένα την αμαρτωλή, για να ζήσω ακόμη και μαρτυρήσω στους άλλους ό,τι είδα και ό,τι μου συνέβη. ΕΚΕΙΝΟΣ, ο ΚΥΡΙΟΣ ο ΘΕΟΣ πήρε ότι κατεστραμμένο ήταν μέσα μου και μου έδωσε υγιή, σε όλους θα το διηγούμαι, ώσπου να πεθάνω. Κατόπιν είπα στο γιατρό: «Βλέπεις πως γελαστήκατε;» και εκείνος απάντησε ότι «τίποτε δεν ήταν υγιές μέσα σου». «Τι νομίζετε τώρα;» τον ρώτησα εγώ. Απάντησε: «σε αναγέννησε ο ΥΠΕΡΤΑΤΟΣ!» Τότε του απάντησα: «Αν πιστεύετε σ’ αυτόν κάντο τον σταυρό σας και παντρευτείτε στην εκκλησία». Ο γιατρός κοκκίνισε γιατί ήταν Εβραίος. Πρόσθεσα ακόμη: γίνου αρεστός στον Κύριο το ΘΕΟ. Κατόπιν άφησα το νοσοκομείο, κάλεσα τον ιερέα που νωρίτερα ενέπαιζα και του έκανα επιθέσεις, αποκαλώντας τον χαραμοφάη. Του διηγήθηκα όλα όσα μου συνέβησαν, εξομολογήθηκα και μετάλαβα των αγίων του Χριστού μυστηρίων. Τον κάλεσα και ευλόγησε το σπίτι μου, γιατί ως τώρα σ αυτό βασίλευε η αμαρτία, η μικρότητα, το μεθύσι, ο εμπαιγμός και η μάχη.
  Τώρα εγώ η αμαρτωλή ΚΛΑΥΔΙΑ που είμαι 40 χρονών με την βοήθεια του Θεού και της Ουράνιας Βασίλισσας, ζω χριστιανικά. Πηγαίνω τακτικά στη εκκλησία, στο ναό του Θεού και ο Κύριος με βοηθάει. Από όλες τις μεριές του κόσμου με επισκέπτονται άνθρωποι και εγώ διηγούμαι σε όλους όσα μου συνέβησαν, είδα και άκουσα. Με τη βοήθεια του Θεού τους δέχομαι όλους, διηγούμαι σε όλους τι ήμουν πριν, τι μου συνέβη τώρα και για ποιο λόγο είμαι τώρα πιστή. Ας είναι δοξασμένος ο Κύριος ο Θεός! Όλους τους συμβουλεύω να προσέχουν πως ζουν, γιατί πράγματι υπάρχει άλλος κόσμος και άλλη ζωή και ότι ο καθένας θα δώσει λόγο για τα γήινα έργα του και ότι ανάλογα μ’ αυτά θα έχει πλήρως δίκαια ανταμοιβή ή τιμωρία και μάλιστα αιώνια. Να ζήτε όλοι χριστιανικά και κατά ΘΕΟΝ. ΑΜΗΝ.

Ουστγιούζινα Κλαύδιγια Νικίτισνα.
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ” ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ

Πηγή: Ορθοδοξία Παράδεισος

Tuesday, 8 January 2013

St Macarius the Great: Man needs Christ


He who has chosen the eremitical life ought to regard all things in this world as strange and as the cross of Christ, denying all things, ‘even his own life also,’ (Luke 14.26). He ought to have his mind focused on the love of Christ and prefer the Lord to parents, brother, wife, children, friends, possessions. This the Lord taught, saying: ‘Everyone that has not left father or mother or brothers or wife or children or lands and does not follow me, is not worthy of me’ (Matthew 10.37). In nothing else is there found salvation for men and rest as we have heard.
How many kings have appeared from Adam’s race, possessing dominion over all the earth, thinking great things because of their kingly power! And yet none of them, for all that they had in their favour, had the power to know the evil which had infiltrated the soul because of the first man’s transgression and had darkened it. They did not know the change that had come over the mind that at first was pure and contemplated the Master and was held in honor. And now on account of its fall the mind is clothed with shame and the eyes of the heart are blinded so as not to see that glory which our father Adam before his disobedience beheld.
There have been diverse wise men according to the world, among whom some were noted for their ability in philosophy, others have been admired for their sophistic abilities, others for their oratorical skill, still others were men of letters and poets and composed summary histories. There also were various artisans who practiced the arts according to the world. Some carved in wood types of birds and fishes and images of men and in those they diligently sought to display their talent. Some fashioned by hand bronze statues similar to real humans and other things. Others build mighty and very beautiful buildings. Others dug out of the earth silver and gold that perish; others sought precious stones. Others possessed beauty of body and were pleased with their comeliness, and, all the more enticed by Satan, they fell into sin. And all of these artisans, being captured by the serpent dwelling within them and, not knowing the sin that abode in them, became slaves of the power of evil. They profited nothing from their knowledge and art.
Therefore, the world, filled with every variety, is likened to a rich man who possesses splendid and big houses, gold and silver and various possessions and all kind of service in abundance. But he is still seriously laden with sicknesses and afflictions and his whole family stands around, with all his riches, and is unable to relieve him of his infirmity. Thus no pursuit in this life, no brothers, no wealth, no courage, none of all the things mentioned above relieve man of sin, man who has been submerged in sin and cannot see things clearly. Only the presence of Christ can purify soul and body. Therefore, let us put aside every care of this life, and, crying out to the Lord night and day, let us devote ourselves to Him. This visible world and the rest found in it seem to comfort the body, but they aggravate all the more the passions of the soul and increase its suffering.
A certain prudent man desired to apply himself diligently. He strove with care to gain experience of all the things of this world, if he might be able to find some profit from them. He went to kings, potentates, rulers, and found no healing cure there to help his soul. And after spending much time with them, he found no improvement. He went again to the wise men of this world and the orators. He left them again in the same way, not having found any help. He toured the rounds of painters and those who mine gold and silver from the earth, and all the artisans, and he was unable to find any healing for his own wounds. Finally, having left them, he sought God for himself, the One who heals the sufferings and sicknesses of the soul. But as he was pondering about himself and meditated on these things, his mind was found wandering distractedly among those things from which he had visibly withdrawn out of hatred for them.
Take the example of a certain woman in the world who is rich with much money and a magnificent house, but she lacks any protection. And those who attack her to injure her and lay her buildings to waste are many. She, refusing the injury, goes out to seek a powerful husband, capable and educated in all respects. And after much struggle she finds such a man. She rejoices in him and has him as a strong wall. In the same way, the soul after transgression, and for a long time having been afflicted by the adverse power and having fallen into great devastation, ‘a widow and desolate’ (1 Timothy 5.5), was deserted by her heavenly Husband because of disobedience of the commandment. She was made fun of by all the opposing powers (for they drove her out of her mind and confused her in her heavenly knowledge), so she does not see what they have done to her, but only things she was born like this from the beginning. Then, after she had learned through hearing of her solitude and barrenness, she deplored her desolation before God, the Lover of mankind, and found life and salvation. Why? Because she went back to her family. For there is no other family tie and helpfulness like that between the soul and God and between God and the soul.
God made various kinds of birds. Some to fashion their nests in the earth and there to have their nourishment and rest. Others he ordained to build their nests under water and there to have life. He fashioned two worlds: one above for the ‘ministering spirits’ (Hebrews 1.14), and he arranged it that they have their communication there; the other world is below for men under this atmosphere. He created also sky and earth, sun and moon, waters, fruit-bearing trees, all kinds of animals. But in none of these did God rest. All creation is ruled by Him, and still He did not establish His throne in them nor did He enter into fellowship with them. But it was only with man that He was pleased, fellowshipping and resting in him. Do you see the relationship of God to man and of man to God? Therefore, the wise and prudent person, after passing through all creatures, took no rest in himself, but only in the Lord. And the Lord was well pleased in nothing except man alone.
If you raise your eyes to the sun, you find its orb in the sky, but its light and rays stretch to the earth and all the power of its light and its splendor is aimed at the earth. So also the Lord sits at the right hand of the Father ‘above all principality and power’ (Ephesians 1.21), but He casts His eye on the hearts of men on earth, in order that He may raise up to where He is those who accept help from Him. For this reason He says: ‘Where I am, there shall my servant also be’ (John 12.20). And again Paul says: ‘He has raised us up together with Him and made us sit together with Him at His right hand in heavenly places’ (Ephesians 2.6). Irrational animals are much more consistent than we. For they are all joined, each to its own nature, the wild animals to the wild and sheep to their own species. But you do not rise up toward your heavenly family with is the Lord, but you give yourself over and consent in your thoughts to the thoughts of evil. You make yourself a helper of sin and you wage war with it against yourself. Thus you make yourself a prey for the enemy, like a bird caught by the eagle and eaten up, or the sheep by the wolf, or an ignorant child that would be bitten by it and would be infected. For the parables act as models in the spiritual life.
As a wealthy maiden, espoused to a fiancé, may receive no matter how many gifts before the consummation, either ornaments or clothing or precious vessels, she is not satisfied with these until the time of the marriage arrives and she arrives at full communion, so the soul, betrothed as bride to the heavenly Bridegroom, receives as pledge from the Spirit gifts of healing or of knowledge or of revelation. But it is not satisfied with these until it reaches the perfect communion, that is, of love, which is unchangeable and unfailing. It makes those free from passion and agitation who have desired it. Or as an infant, decked out with pearls and costly clothing, when it is hungry, thinks nothing of the things it wears, but ignores them. It cares only for the breast of its nurse, how it may receive milk. So likewise consider it to be with the spiritual gifts of God to whom be glory forever. Amen.

St Macarius the Great. Homily 45
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...