Sunday, 12 October 2014
Elder Ephraim Of Arizona- On The Splendor of the Divine Liturgy
by Elder Ephraim of Arizona
The Divine Liturgy, what a splendor indeed! Man has been honored by God in such a way that He Himself comes down to earth with His Angelic Orders every time there is a Liturgy, in order to nurture man with His Most Holy Body and His Most Precious Blood! For He has given us everything. Is there anything physical or spiritual, perishable or everlasting, that has not been offered to us? None! Is there anything superior to His Most Holy Body and Blood, which is given to us on a daily basis? There is certainly not. God has enabled man, who is full of soil and dirt, to serve the Divine Liturgy. So priceless is the Divine Love that just a tiny drop exceeds any earthly, physical and secular love.
Adam and Eve's sin was the starting point of all the distressing events that have occurred to this day and of those that will occur until the end of time. Disobedience, like a sperm inside Eve's womb, gave birth to and transmitted physical and spiritual death to all of humanity. Poor Eve, could there have been a way for her to see that "the split second" taste of the fruit would cause such turmoil, thus compelling the Holy Trinity to have a "co-entreaty" so that the one Person of the Life-Giving Trinity would be sent to the world and endure, by the works of His hands, the blows, insults, whipping, spitting as well as all kinds of obscenity and ultimately be hung on the Cross as a curse! "Cursed is everyone that hangeth on a tree" (Gal. 3:13).
The Divine Liturgy, what a splendor indeed! Man has been honored by God in such a way that He Himself comes down to earth with His Angelic Orders every time there is a Liturgy, in order to nurture man with His Most Holy Body and His Most Precious Blood! For He has given us everything. Is there anything physical or spiritual, perishable or everlasting, that has not been offered to us? None! Is there anything superior to His Most Holy Body and Blood, which is given to us on a daily basis? There is certainly not. God has enabled man, who is full of soil and dirt, to serve the Divine Liturgy. So priceless is the Divine Love that just a tiny drop exceeds any earthly, physical and secular love.
Adam and Eve's sin was the starting point of all the distressing events that have occurred to this day and of those that will occur until the end of time. Disobedience, like a sperm inside Eve's womb, gave birth to and transmitted physical and spiritual death to all of humanity. Poor Eve, could there have been a way for her to see that "the split second" taste of the fruit would cause such turmoil, thus compelling the Holy Trinity to have a "co-entreaty" so that the one Person of the Life-Giving Trinity would be sent to the world and endure, by the works of His hands, the blows, insults, whipping, spitting as well as all kinds of obscenity and ultimately be hung on the Cross as a curse! "Cursed is everyone that hangeth on a tree" (Gal. 3:13).
Saturday, 11 October 2014
"Τά δάκρυα" Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ
«Ἕνας ἀδελφός ρώτησε τόν ἀββά Ποιμένα:
Τί νά κάνω μέ τίς ἁμαρτίες μου;
Τοῦ λέει ὁ Γέροντας:
Τί νά κάνω μέ τίς ἁμαρτίες μου;
Τοῦ λέει ὁ Γέροντας:
Ὅποιος θέλει νά λυτρωθεῖ ἀπό ἁμαρτίες,
μέ τόν κλαυθμό λυτρώνεται ἀπ᾿ αὐτές. Καί ὅποιος θέλει ν᾿ ἀποκτήσει
ἀρετές, μέ τόν κλαυθμό τίς ἀποκτᾶ. Γιατί τό κλάμα εἶναι ὁ δρόμος πού μᾶς
παρέδωσαν ἡ Γραφή καί οἱ Πατέρες μας, λέγοντας: “Κλάψτε! Γιατί ἄλλος
δρόμος, ἐκτός ἀπ᾿ αὐτόν, δέν ὑπάρχει”».
Τά δάκρυα εἶναι φυσικό ἀποτέλεσμα τῆς πεσμένης ἀνθρωπίνης φύσεως. Πρίν ἀπό τήν προπατορική πτώση, ἡ φύση μας δέν γνώριζε τά δάκρυα. Γνώριζε μόνο τήν ὁλοκάθαρη ἀπόλαυση τῆς παραδείσιας μακαριότητας. Ἀλλά τήν ἔχασε αὐτή τή μακαριότητα. Καί τῆς ἔμειναν τά δάκρυα ὡς ἔκφραση τοῦ πόθου της γιά τή μακαριότητα, ὡς μαρτυρία τῆς πτώσεώς της, ὡς ἀπόδειξη τῆς παραδόσεώς της στήν ὀργή τοῦ Θεοῦ ἀλλά καί ὡς ἐλπίδα τῆς μελλοντικῆς ἐπιστροφῆς της στήν μακαριότητα. Ἀξιόπιστη εἶναι αὐτή ἡ ἐλπίδα, ἀφοῦ τό αἴσθημα τῆς συμπάθειας πρός τόν πλησίον δέν χάθηκε ἀπό τή φύση μας.
Ἀξιόπιστη εἶναι αὐτή ἡ ἐλπίδα, ἐπειδή τή θλίψη γιά τήν ἀπώλεια τῆς οὐράνιας μακαριότητας δέν μπορεῖ νά τήν ἀποδιώξει καμιά πρόσκαιρη ἀπόλαυση. Παραμένοντας ἀνικανοποίητη ἡ φύση μας, προσμένει ἱκανοποίηση. Στά δάκρυά της ζεῖ μυστικά ἡ παρηγοριά καί τό πένθος της ἡ χαρά. Ὁ ἄνθρωπος, ὅποιαν ἐπίγεια εὐημερία κι ἄν ἀπολαμβάνει, σ᾿ ὅποια ὕψη δόξας κι ἄν βρίσκεται, σ᾿ ὅποιαν εὐτυχία κι ἄν κολυμπᾶ, συναντᾶ καί βιώνει στιγμές, ὧρες καί μέρες τέτοιες, πού μή βρίσκοντας ἀνακούφιση σέ καμιάν ἄλλη παρηγοριά, καταφεύγει σ᾿ αὐτήν πού τοῦ προσφέρουν τά δάκρυα.
The Life of Holy Saint Pelagia The Nun
The Eighth Day
of the Month of October
The Life of Our Holy Mother Pelagia
the Nun, Who Was Once a Harlot,
Written by James, a Deacon of the Church of Heliopolis
From The Great Collection of the Lives of the Saints, Volume 2: October,
compiled by St. Demetrius of Rostov
of the Month of October
The Life of Our Holy Mother Pelagia
the Nun, Who Was Once a Harlot,
Written by James, a Deacon of the Church of Heliopolis
From The Great Collection of the Lives of the Saints, Volume 2: October,
compiled by St. Demetrius of Rostov
We ought ever to offer abundant thanks to our Lord, Who desires not the death of sinners but patiently awaits their return to life through repentance. Therefore I, James the sinner, write to you, holy brethren, of a wondrous thing which has come to pass in our day, that hearing or reading of it, you may be much edified.
Once, the most pious Archbishop of Antioch summoned eight bishops from the surrounding cities to confer with him concerning certain matters pertaining to the Church. Among them was my own Bishop, the holy man of God Nonnus, who came from Heliopolis, taking me with him. He was a very great man, a perfect monk, who, by reason of his virtuous life, was taken from his Monastery of Tabenna and made a bishop. When the bishops had assembled in the Church of the Holy Martyr Julian, they wished to hear a word of edification from Nonnus, and all sat down before the doors of the church. Nonnus began to speak of such things as would serve for the benefit and salvation of his hearers, and all marveled at his holy teaching. And lo, a woman, an unbeliever, who was the most notorious harlot in all of Antioch, passed before the doors of the church. She was very haughty and was adorned in costly robes and gold, precious stones, and pearls, and she was accompanied by a multitude of youths and maidens, splendidly clad, who wore necklaces of gold. Such was the beauty of her face, that carnal men could not grow weary of the sight of it. As she passed by us, the air was entirely filled with fragrance, and seeing that her head was uncovered and her shoulders naked, the bishops lowered their eyes and sighed, turning away their faces as if from great sin. But the blessed Nonnus stared at her long and intently until she passed out of sight. Then he turned toward the bishops and said, "Did not the wonderful beauty of that woman delight you?"
But they did not answer him. And Nonnus lowered his head and wept, and his tears fell upon his handkerchief and his breast. He sighed from the depths of his heart and again asked the bishops, "Did not her beauty delight you?"
Friday, 10 October 2014
Π. Μ. ΣΩΤΗΡΧΟΣ- ΚΛΑΨΕ ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΟΥ (Πώς θα βρούμε την άνωθεν βοήθεια)»

Η «ΟΥΡΑ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ»
Πηγαίνοντας σ’ ένα Μοναστήρι της Φθιώτιδος , συνάντησα στον δρόμο έναν παράξενο καλόγερο, με ανεμοδαρμένα γκρίζα γένια και αχτένιστα μαλλιά, που τον έλεγαν Ιωάννη. Τα ράσα του πολύ τριμμένα και όχι πολύ καθαρά κι ένα βλέμμα κοφτερό σαν αετίσιο που δεν βοηθούσε να λογαριάσης την ηλικία του. Ψηλός, λιπόσαρκος, σου έδινε την εντύπωση αντάρτη των βουνών και θύμιζε στιγμές-στιγμές τον μεγάλον εκείνον αντάρτη της Ερήμου, τον Πρόδρομο και Βαπτιστή Ιωάννη. Έδειχνε και τούτος ατρόμητος , αλλά και συγκλονισμένος ταυτόχρονα, ωσάν να έβλεπε αδιάκοπα μπροστά του τον Θεόν. Με χαιρέτησε πρώτος και με ρώτησε αν πηγαίνω στο Μοναστήρι που φαινόταν κατάντικρυ στην δασωμένη βουνοπλαγιά.
– Πηγαίνω να βρω τον Γέροντα Σωφρόνιο, είπα.
– Τον ίδιο σκοπό έχουμε, αποκρίθηκε. Κι εγώ στον Γέροντα Σωφρόνιο πηγαίνω. Στάσου όμως και πάρε μιαν ανάσα ,γιατί έχουμε ακόμα πολύ δρόμο να κάνουμε και ο κατσικόδρομος είναι ανηφορικός.
Καθήσαμε κάτω από ένα δέντρο. Εκείνος άνοιξε τον ντροβά του και έβγαλε το παγούρι με το νερό που κουβαλούσε πάντα μαζί του.
– Θες μια γουλιά; με ρώτησε.
Ήπιε μόνον εκείνος και ύστερα συστηθήκαμε. Ήταν ιερομόναχος και δεν ήξερε πολλά γράμματα κοσμικά. Μόνον το δημοτικό είχε τελειώσει και δυο τάξεις του παλιού γυμνασίου. Γρήγορα όμως κατάλαβε ότι ο κόσμος τούτος είναι γεμάτος λάσπη και πήρε τα βουνά για να καλογερέψη και να γλιτώση από την βρωμιά της ματαιότητος. Τον πήρε κοντά του , σαν υποτακτικόν, ο Γέροντας Ισαάκ ,και η πρώτη εντολή που του έδωσε ήταν:
– Μάθε να προσεύχεσαι.
– Και πώς θα μάθω, Γέροντα;
– Παρακάλεσε τον Θεό να σου δείξη, μου είπε. Και συνέχισε: «Πιστεύεις στον Χριστό;». Και όταν του απάντησα ότι πιστεύω, μου ξανάπε:
– Όσο περισσότερο πιστεύεις στον Θεό, τόσο και ο Θεός θα πιστεύη σε σένα και θα σε προστατεύη συνεχώς.
Έτσι, από την μιαν απορία έπεφτα σε άλλη, και ο Γέροντας Ισαάκ μου έδωσε την εξήγηση λέγοντάς μου: «Όταν αγκαλιάζης κάποιον πώς τον αγκαλιάζεις;
– Με τα χέρια μου τον αγκαλιάζω, απάντησα.
– Το ίδιο να κάνης και με τον Θεόν, όταν προσεύχεσαι.
– Μα τον Θεόν δεν τον βλέπω, δεν είναι μπροστά μου για να τον αγκαλιάσω!
– Ποιός σου το είπε αυτό, βρε κουτορνίθι; Ο Θεός είναι πάντοτε μπροστά σου, αφού είναι «πανταχού παρών και τα πάντα πληρών». Μόλις λοιπόν αρχίζεις να προσεύχεσαι, σε πλησιάζει ακόμα πιο πολύ και σε ακούει. Κατάλαβες;
– Μα εγώ δεν τον βλέπω, Γέροντα…
– Δεν τον βλέπεις, μου είπε, γιατί τα μάτια σου είναι γεμάτα τσίμπλες από τις αμαρτίες σου. Αυτό κάνουν οι αμαρτίες. Γεμίζουν τα μάτια της ψυχής με τσίμπλες, για να μη βλέπουμε πού βρισκόμαστε και πού πάμε και τί κάνουμε…
– Και έμαθες να προσεύχεσαι, π. Ιωάννη; τον ρώτησα.
– Τί να σου πω; Ακόμα προσπαθώ, αδελφέ μου, αποκρίθηκε. Η προσευχή είναι η πιο δύσκολη δουλειά σ’ αυτόν τον κόσμο, η αληθινή προσευχή ,βεβαίως, όχι να κρατάς ένα βιβλίο και να διαβάζης λόγια. Όποιος μάθει καλά την προσευχή, σώζεται. Γιατί ο προσευχόμενος αληθινά μιλά με τον Θεό και ο Θεός τον καθοδηγεί σε όλα.
– Αυτό ,που σου είπε ο Γέροντάς σου, να αγκαλιάζης τον Θεόν όταν προσεύχεσαι, δεν σου το εξήγησε πώς γίνεται;
– Βέβαια, βέβαια, είπε ο π. Ιωάννης. Γιατί και σε μένα έκανε μεγάλη εντύπωση αυτός ο λόγος και δεν κατάλαβα στην αρχή τί ήθελε να πη.
– Και τί εξήγηση σου έδωσε;
– Μου είπε ότι δεν αγκαλιάζουμε ποτέ την μάνα ή τον πατέρα μας ή το παιδί μας μόνο με το ένα χέρι, αλλά και με τα δυο. Και στην προσευχή έχουμε δύο χέρια, τον νου και την καρδιά. Πρέπει και με τα δυο αυτά χέρια να αγκαλιάζουμε τον Θεόν. Και αν φθάσουμε σιγά-σιγά στο σημείον να ενώσουμε τον νου με την καρδιά και την καρδιά με τον νου και να νοιώθουμε αληθινά τα όσα λέγει ο νους, τότε φτάνουμε στην αληθινή προσευχή και αγκαλιάζουμε τον Θεόν και ο Θεός αγκαλιάζει εμάς, όπως ο βιολογικός μας πατέρας , όταν τον αγκαλιάζη το παιδί του. Να το θυμάσαι πάντοτε ότι τα χέρια της ψυχής είναι ο νους και η καρδιά…
… – Και τι άλλο σου είπε ο π. Σωφρόνιος για την προσευχή;
– Πολλά μου έχει πει, αποκρίθηκε, αλλά εκείνο που μου έκανε μεγάλη εντύπωση, είναι αυτό που μου δίδαξε την πρώτη φορά όπου τον επισκέφθηκα. Μου είπε: «Όταν προσεύχεσαι, να ξέρης ότι αυτή είναι η τελευταία προσευχή σου σ’ αυτόν τον κόσμο και ότι την ίδια μέρα θα φύγης από αυτήν την ζωήν για πάντα. Να έχης την αίσθηση ότι αυτά είναι τα τελευταία λόγια σου στον Θεόν. Τότε τι θα του πης; Δεν θα βάλης τα κλάματα και δεν θα παρακαλής να σε συγχωρέση για τις αμαρτίες σου και δεν θα παρακαλής να σε σώση και δεν θα δοξάζης τον Θεόν για το παντοδύναμον μεγαλείον του, αφού είναι Κύριος της ζωής και του θανάτου, και από αυτόν τον ίδιον και μόνον από αυτόν εξαρτώνται τα σύμπαντα; Πώς θα προσευχηθής τότε, την τελευταία ώρα της ζωής σου; Έτσι να προσεύχεσαι πάντα, γιατί δεν ξέρεις πότε θα τελειώση η σύντομη πορεία σου σ’ αυτόν τον κόσμο…
– Σοφά λόγια, πολύ σοφά, είπα με θαυμασμό…
….
– Σε ακούω , πάτερ, να ψέλνης συνεχώς «Θεοτοκία» και «Δοξαστικά» για την Θεοτόκον. Σου αρέσουν τόσον πολύ αυτά τα τροπάρια ή έχουν άλλη σημασία; ξαναρώτησα.
– Και για τα δυο, που είπες φίλε μου. Και γιατί μου αρέσουν πολύ και γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, το να τιμούμε την Μητέρα του Θεού, το αγνότερον πλάσμα της παγκοσμίου ιστορίας. Τέτοιος άνθρωπος δεν έχει εμφανισθεί , ούτε πρόκειται να φανή σ’ αυτόν τον κόσμον. Είναι αυτό που λέγει ο Ψαλμός: «Χαίρε χαράς δοχείον». Και όντως είναι το δοχείον της αιώνιας χαράς . Και αυτό το δεύτερον μου το εξήγησε μια μέρα ο π. Σωφρόνιος.
– Για τα «Θεοτοκία»;
– Για κάθε προσευχή προς την Υπεραγίαν Θεοτόκον, συνέχισε ο π. Ιωάννης.
– Δηλαδή, πώς σου το είπε;
– Δεν θα τελειώνης, παιδί μου, την προσευχή σου, χωρίς να επικαλεσθής την βοήθεια και την μεσιτείαν της Θεοτόκου, χωρίς την «ουρά» της προσευχής, διότι αυτό κάνει και η Εκκλησία, που έχει καθιερώσει μετά από άλλα δοξολογικά υμνογραφήματα , να ψάλλεται και ένα Θεοτοκίον, που είναι πάντοτε αφιερωμένον στην Κυρίαν Θεοτόκον. Αλλά και ο λαός μας , μέσα στην σοφή απλότητά του, αυτό κάνει. Επικαλείται μετά τον Χριστόν την παναγία και λέγει: “Έλα Χριστέ και Παναγία” και κάνει τον σταυρό του και πορεύεται ανάλογα. Γι’ αυτό κι εσύ να κάνης το ίδιο και θα έχης πολλή βοήθεια και ευλογία εξ ύψους».
Σιώπησε ο Γέροντας Ιωάννης κι εγώ σκεφτόμουνα τα όσα είχε πει για την προσευχή προς την Παναγία. Κι ακόμα τα λόγια του για τα δυο χέρια της ψυχής, τον νου και την καρδιά, με τα οποία πρέπει να αγκαλιάζουμε τον Θεόν όταν προσευχόμαστε. Και ο π. Ιωάννης ξανάρχισε να σιγοψέλνη:
– Πάντων προστατεύεις, Αγαθή, των καταφευγόντων εν πίστει τη κραταιά σου χειρί∙ άλλην γαρ ουκ έχομεν αμαρτωλοί προς τον Θεόν…»…
Από το βιβλίο: «Π. Μ. ΣΩΤΗΡΧΟΣ
ΚΛΑΨΕ ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΟΥ
(Πώς θα βρούμε την άνωθεν βοήθεια)»
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
ΠΗΓΗ:ΕΙΣ ΔΟΞΑΝ ΘΕΟΥ
ΚΛΑΨΕ ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΟΥ
(Πώς θα βρούμε την άνωθεν βοήθεια)»
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
ΠΗΓΗ:ΕΙΣ ΔΟΞΑΝ ΘΕΟΥ
"Sorrows " Why they are sent and how to endure them...
Sometimes sorrows are sent to us for the purpose of testing our faith
and loyalty to God, and for strengthening us in this faith and loyalty.
Many people, when living peacefully, think that they love God with all
their hearts. Apostle Peter declared that he would never renounce his
Lord; the other disciples wanted to follow Him unto death. But when the
time of tribulation came - Peter renounced his Lord and Master; the
disciples dispersed. And it was at this point that they realized,
despite their heart- felt grief, that they had not yet reached the state
in which they would find themselves later on, when they joyously
suffered martyrdom and disgrace for Christ.
Without testing even iron looks like steel, pewter looks
like silver, bronze looks like gold and plain glass looks like crystal,
but tempering shows their true worth. The same happens with people: many
appear to be meek and humble, simple and good, religious, etc., while
tribulations often reveal them to be malicious, and proud, and
cruel-hearted, and greedy, and envious, etc. Tribulations come in the
form of loss and deprivation, grief, illness, disgrace, and those who
endure the trials are found to be dependable candidates for the Kingdom
of God, while those who are unable to endure are not dependable, because
they still contain a large admixture of evil. Through suffering and woe
in their lives, virtuous people become even more fortified in their
virtue.
Subscribe to:
Posts (Atom)




