Tuesday, 23 September 2014

Love above all...


Love for Christ knows no bounds, neither does love for your neighbour. It should extend everywhere, to the ends of the earth. Everywhere, to everyone.

Let me give you an example. There was a monk who had two disciples. He tried very hard to bring them up to scratch and make them better. But he was worried about whether they were really making any progress in the spiritual life, if they were making headway, and if they were ready for the kingdom of God. He waited for a sign from God about this, but didn’t get an answer. One day, there was going to be a vigil in another skete that was a good few hours away from theirs. They’d have to make their way through the desert. He sent his disciples off early, so that they’d get there early and get the church ready, while the Elder himself was to leave later in the afternoon. The disciples were well on their way when suddenly they heard groaning. There was a man there, badly hurt and asking for help;
– Take me with you, please. Ι’m stuck out here in the desert. Nobody ever comes by. I’ll never get any help. There’s two of you. Pick me up and carry me to the nearest village.
– We can’t. We’re in a hurry to get to the vigil. We’ve been told to get it ready.
– Please! Take me with you. If you don’t, I’ll die and get eaten by wild animals.
– We can’t. Sorry, but we have to do what we’ve been told.
And they left. In the afternoon, the Elder left for the vigil. He went along the same path. He got to the place where the injured man was lying. He saw him, went up to him and said:
– What’s the matter, man of God? What is it? How long have you been here? Didn’t anybody see you?
– This morning a couple of monks came by and I asked them to help me, but they were in a hurry to get to a vigil.
– I’ll take you. Don’t worry.
– You can’t. You’re an old man. You can’t lift me. No way!
– No, I’ll take you. I can’t leave you.
– But you can’t lift me’
– I’ll bend over and lift you on top of me. It’ll take time, but I’ll get to the nearest village. A little bit today, a little bit tomorrow, but I’ll get you there.
So he lifted him, difficult though it was, and started to trudge through the sand. He was sweating freely and thought: ‘Even if it takes three days, I’ll get there’. As he was tramping along, he began to feel that the burden was becoming lighter, and then, at one point, he seemed not to be carrying anything at all. He turned his head to see what was going on and, to his amazement, saw he was carrying an angel. The angel said to him:
– God sent me to tell you that your two disciples don’t deserve to enter the kingdom of God, because they don’t have any love.

Source: ΑγίαΖώνη, Periodical of the Church of the Holy Girdle, Patisia, vol. 19, 2010

Source-Pemptousia.com

Monday, 22 September 2014

Ο τσομπάνος που πήγε στον Παράδεισο!(Διδακτική ιστορία)



.....Αυτός ό τσοµπάνος, πού πήγε στόν Παράδεισο, τόν λέγανε Μαυρογένη, γιατί είχε µαύρα γένια καί ζούσε µέ τήν γυναίκα του απ' τόν κόσµο µακρυά, µέ τά ζωντανά του καί δέν κατέβαινε στό χωριό, παρά µονάχα γιά νά πουλήση τά τυριά του καί νά ψουνίση τά χρειαζούµενα, ξεκίνησε νά λέη ό Προκόπης.
Μιάν ήµέρα τό λοιπόν, όπου βρέθτικε στό χωριό γιά τίς δουλειές του, πήγε νά άνάψη ενα κερί στήν εκκλτισιά, γιατί ήτανε θεοφοβούµενος καί καλής ψυχής άνθρωπος.Εκεί µιλούσεν ό παπάς στούς χωριανούς του καί τούς έλεγε τό κήρυγµα γιά τόν ίσιον δρόµο του Θεού, πού πάει όλόϊσια στόν Παράδεισον, αν δέν στρίβουµε δεξιά κι αριστερά. Πρέπει νά τραβούµεν ίσια καί νά είµαστε συµπονετικοί γιά κάθε άνθρωπον, όταν εχει τήν ανάγκην µας. Νάµαστεν δηλαδή ψυχηκάρη δες καί νά έλεούµε, γιατί τό ίδιο κάνει καί ο Θεός καί έλεεί τόν κόσµον όλον γιά νά ζη καί νά πορεύεται. Κι όποιον δει πώς κάνει κι αυτός τό ίδιο, τόν συµπαθα πολύ καί τόν παίρνει στόν Παράδεισον, όπου είναι ή ζωή µεγαλείο άτελείωτον! "Ετσι τά έλεγεν ο παπάς κι ετσι πρέπει νά είναι, κατά τήν γνώµην µου. Ή Έκκλησία δέν λέγει ποτέ της ψέµατα καί γιατί νά τά πη, µαθές;

'Όλοι ακούγαµε τόν άπλοϊκόν τσοµπανο, πού µιλούσε µέ τόν δικό του παραστατικόν τρόπο καί κάθε λίγο σκούπιζε τά µουστάκια του, άγνωστον γιατί, καί δέν εδειχνε δυσκολία στό νά έκφραστή αυθόρµητα καί νά πη τήν πίστη του. Ό φίλος µου, πού είχε ένθουσιασθή, ρώτησε, συντοµεύοντας τήν µικρή παύση στήν διήγηση του Προκόπη:
- Καί µετά τί έγινε: Πως πήγε στόν Παράδεισον;
- 'Όταν γύρισε στό καλύβι του, τό είπε στήν γυναίκα του χαρούµενος αυτό τό ευχάριστο µαντάτο καί της είπε πώς θά πάει τήν άλλη µέρα νά συναντήση τόν Θεό. 'Ετσι κι έγινε.
Τήν άλλη µέρα πηρε ψωµοτύρι µαζί του, χαιρέτισε τήν κυρά του καί ξεκίνησε γιά τόν Παράδεισο. Πήρε τόν ίσιον δρόµο καί προχωρούσε ανάµεσα στά χωράφια, χωρίς νά στρίβη δεξιά τι αριστερά, όπως είπεν ο παπάς καί τό βραδινό κοιµήθηκε κάτω από ένα δέντρο καί συνέχισε τήν άλλη µέρα τόν ίσιο δρόµο γιά τόν Παράδεισο.
'Εφαγε καί τό ψωµοτύρι, που είχε µαζί του καί συνέχισε καί τήν τρίτη µέρα καί τήν τέταρτη. Τό ένα βουνό ανέβαινε, τό άλλο κατέβαινε. Τήν πέµπτη µέρα πεί νασε πολύ καί σκέφτηκε τί νά κάνη καί που νά βρη τροφή. Κι όταν άνέβηκε τό βουνό, πού ηταν µπροστά του, είδε στήν απέναντι πλαγιά ένα Μοναστήρι. 'Έσυρε λοιπόν καί πήγε. Χτύπησε τήν πόρτα καί ζήτησε βοήθεια. Ευτυχώς τό Μοναστήρι βρισκόταν πάνω στόν δρόµο του. Τόν βάλανε λοιπόν µέσα στήν εκκλησιά του Μοναστηριού νά περιµένη, ώσπου νά του φέρουνε τίποτε φαγώσιµο. Κι έβλεπε ολόγυρα τίς εικόνες καί τίς θαύµαζε, όλες του φαινότανε ζωντανές, όλοζώντανες. Μόνο, πού δεν µιλούσανε. Κι όντας έστρεψε τό µάτι του καί εΙδε στόν σταυρό σταυρωµένον κι όλόγυµνο καί µατωµένον τόν Χριστό, άναφώνησε:

-' Ωχου, τό παλληκάρι, τό λαβώσανε οί άτιµοι! 'Ωχου καί τόν έχουν κρεµασµένον ακόµα!
- Τήν ίδια στιγµή, ένας καλόγερος του εφερε λίγα φαγώσιµα, τάβαλε πάνω στον πάγκο καί τούπε νά φάη, συνέχισε ο Προκόπης.Ό καλόγερος όµως µπαίνοντας τόν άκουσε, πού µιλούσε στόν σταυρωµένον καί τόν ρώτησε:
Μιλούσες µέ κανέναν, άδερφέ; Ό Μαυρογένης, πού υποψιάστηκε τόν καλόγερον, πώς είναι απ' αύτούς, πού τόν σταυρώσανε, δέν είπε τίποτα. Κι όταν έφυγε ο καλόγερος φώναξε στόν σταυρωµένον:
- 'Έ, παλληκάρι! Μπορείς νά κατεβη; από κεί πάνω, νά 'ρθης νά φαµε µαζί αυτά, πού µου φέρανε; Θές νά 'ρθώ νά σέ κατεβάσω εγώ;
- 'Οχι. Μπορώ καί µόνος µου νά κατέβω. 'Ερχοµαι.
- Κατέβηκε τό λοιπόν ο Σταυρωµένος κάτω, συνέχισε ο Προκόπης τήν άφήγησή του, καθησε στον πάγκο κι έφαγε κι έπιασε κουβέντα µέ τόν τσοµπάνο. 'Εκείνος τούπε νά τόν πάρη µαζί του, τώρα πού πάει νά συναντήσει τόν Θεό.
Θέλεις νά σέ πάρω κι εσένα; Ό Θεός είναι καλός καί θά σε λυπηθή καί θά σέ βάλη καί σένα στόν Παράδεισο. 'Εγώ γι' αυτό πάω στόν Θεό. 'Ερχεοαι µαζί µου; Δέν πρόλαβε δµως ο Σταυρωµένος ν' άποκριθή, γιατί ακούστηκε νά ερχεται ο καλόγερος. Τότε ο Σταυρωµένος ξανανέβηκε γρήγορα πάνω στόν σταυρό κι έµεινε µέ ανοιγµένα χέρια.
Καί ο καλόγερος ρώτησε τόν τσοµπάνο:
- Τώρα µή µου πης πώς δέν µίλαγες µέ κανέναν. Σ' ακουσα µέ τά ίδια µου τ' αυτιά. Λέγε µέ ποιόν µιλούσες;
- Ό Μαυρογένης φοβήθηκε στήν αρχή, δίστασε καί στό τέλος είπε στόν καλόγερο πώς μιλούσε μέ τό κρεμασμένο αυτό παλληκάρι, πού τό λυπήθηκε καί τό κάλεσε νά φάνε μαζί τό βρισκάμενο. Καί είπε στόν καλόγερο:
- Μή μέ μαρτυρήσεις, άγιε καλόγερε, αλλά θέλω νά πάω στόν Παράδεισο καί ό παπάς του χωριού μας είπε νά πάρουμε τόν ίσιο δρόμο καί νά είμαστε ψυχοπονιάρηδα;
Κατάλαβες; Τό λυπήθηκα λοιπόν τό παλληκάρι καί τό κάλεσα νά πάρη κι αυτό μιά μπουκιά ψωμί. Κακό εκανα;
- 'Οχι, όχι, καλά εκανες καί πάντα νά συμπονας τούς άναγκεμένους, αποκρίθηκε κατάπληκτος ό καλόγερος μέ τά όσα του είπε ό τσομπανος. Κι ετρεξε καί τά φανέρωσε όλα στόν Ήγούμενό του.
'Ύστερα, λέγει η ιστορία, φτάσανε όλοι οί καλόγεροι μέ τόν Ήγούμενο στήν εκκλησιά καί βάλανε μετάνοια στόν τσομπανο, πού έφαγε μαζί με τόν Σταυρωμένο Χριστό καί τόν παρακαλέσανε νά πει καμμιά καλή κουβέντα καί γι' αύτούς, όταν συναντήσει τόν Θεό.
- Άμα τόν δω τόν Θεό, θά του πω καί γιά σας, αλλά γιατί τό κρατατε σταυρωμένο τό παλληκάρι; Τί σας εκανε; Κατεβάστε το νά φάη καί νά ντυθη, πού είναι όλόγυμνος καί πληγωμένος. Κι αν δέν τόν θέλετε έσεις εδώ, τόν παίρνω εγώ μαζί μου. 

- Έκείνοι κοκκαλώσανε απ' τήν καλωσύνη καί τήν αθωότητα τοϋ Μαυρογένη καί, άφού του δώσανε όλα τα χρειαζούμενα, τόν συνόδεψαν κάμποσο στόν ίσιο δρόμο. πού ακολουθούσε κι όταν έκείνος απομακρύνθηκε, τόν βλέπανε πού δέν πάταγε στήν γη, αλλά περπατούσε στόν αέρα μέχρι, πού χάθηκε απ' τά μάτια τους. 

Αυτός ό καλός άνθρωπος γιά μένα θά πήγε στόν Παράδεισο τό δίχως άλλο. Γιατί λυπότανε όλους τούς πονεμένους, όπως κάνει κι ό Θεός. Έγώ γράμματα δέν ξέρω γιά νά τά πώ πιο όμορφα, αλλά θυμάμαι τόν παππού μου τόν Χαραλάμπη, πού έλεγε πώς ό,τι κάνεις σ' αυτήν τήν ζωή τά ίδια θά σου κάνουνε κι εσένα στήν άλλη. Κι αυτό τό πιστεύω. Αυτή εναι n Ιστορία, πού άκουσα. 

Από το βιβλίο του Π.μ.Σωτήρχου«Οι εραστές του παραδείσου»εκδ.Αστήρ
http://www.proskynitis.blogspot.com/

«Ἡ ἰατρικὴ ἐν πνεύματι ἐπιστήμη». Παρουσίαση ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεο(βίντεο)


«Ἡ ἰατρικὴ ἐν πνεύματι ἐπιστήμη» Παρουσίαση ἀπὸ τὸν συγγραφέα Μητροπολίτη Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεο στὴν ἐκπομπὴ «Ἐν λόγῳ ἀληθείας» τοῦ τηλεοπτικοῦ σταθμοῦ ΛΥΧΝΟΣ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πατρῶν, μὲ τὸν Νικόλαο Μεσσαλᾶ.

Χριστιανική ζωή και χαρά!

 
ΕΡΩΤ: Ποια σχέση υπάρχει μεταξύ χριστιανισμού και χαράς;

π.Λίβυος: Ταυτόσημα νομίζω ότι είναι. Το ευαγγέλιο είναι η χαρά που έφερε η ανάσταση. Είναι αυτό που λέει ο Χριστός ότι τη χαρά που σας έφερα δεν πρόκειται κανείς να σας την πάρει.
Η χαρά και η ειρήνη είναι ταυτόσημα της παρουσίας του Θεού. Ο γέροντας Αιμιλιανός λέει ότι εκεί που δεν υπάρχει χαρά, δεν υπάρχει ο Θεός.
Στις μέρες μας υπάρχει δυστυχώς μια παραχάραξη και μια παραμόρφωση του χριστιανικού μηνύματος και της χριστιανικής ζωής. Και πολλές φορές αυτή παρουσιάζεται στο προφίλ ενός ανθρώπου μελαγχολικού, μίζερου, εσωστρεφούς, που δεν γελάει, που δεν χαίρεται, που το σώμα του έχει μια ακινησία πτώματος, με μια δυσαρμονία στις κινήσεις του και σε όλη την ύπαρξή του. Αυτό δεν είναι χριστιανός. Αυτό δεν έχει αναφορά στον Χριστό.

Ο Θεός είναι χαρά, είναι ευλογία, είναι άνοιγμα, είναι πλάτυνση της ύπαρξης, είναι άνοιξη. Ανοίγει ο άνθρωπος, έρχεται η χαρά του Αγίου πνεύματος μέσα του. Τα βλέπει όλα λαμπρά και χαριτωμένα. Και ας είναι δύσκολα και ας είναι προβληματικά και ας είναι ταλαίπωρος. Αλλά χαίρεται που Κάποιος τον αγαπάει. Χαίρεται που Κάποιος δεν τον αφήνει να πάει στο μηδέν. Χαίρεται τη χαρά της αναστάσεως. Χωρίς να είναι όλα καλά στη ζωή του. Αυτή η ταύτιση του χριστιανού με τον κακομοίρη, του μίζερου, που όλα τα βλέπει αμαρτωλά, κακά και άσχημα, δεν έχει καμία σχέση με το Άγιο Πνεύμα αυτό το πράγμα.

Αν δούμε την εικόνα του αγίου Σεραφείμ του Σαρώφ θα αντικρίσουμε έναν άνθρωπο κυρτωμένο που το πρώτο πράγμα που θα έρθει στο μυαλό μας είναι ότι ο άνθρωπος αυτός υποφέρει. Κι όντως υπέφερε. Αλλά αν δούμε το πρόσωπό του, θα δούμε τη χαρά του Αγίου Πνεύματος. Έλαμπε, ήταν χαρούμενος. Και δεν ήταν ότι δεν υπέφερε. Δεν ήταν σε μία νιρβάνα ή είχε ξεφύγει από την κοινή ζωή των ανθρώπων. Είχε τα καθημερινά βάσανα που έχουν όλοι. Αλλά η χάρις του Θεού και η σχέση με τον Θεό τού έφερνε χαρά. Αυτός είναι ο χριστιανός.
Μία από τις μεγαλύτερες κατηγορίες απέναντι στον χριστιανισμό είναι ότι οι χριστιανοί έχουν χάσει τη χαρά. Για να βρούμε όμως τη χαρά του Κυρίου μας, πρέπει να ξεπεράσουμε πρώτα ψυχικές αγκυλώσεις και καθηλώσεις. Οι οποίες νομίζουμε ότι είναι πνευματική ζωή αλλά δεν είναι πνευματική ζωή αυτό το πράγμα. Είναι αρρώστια, δεν είναι πνευματικότητα και δεν έχουν σχέση με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Ανεξαρτήτως αν εμείς τα βαφτίζουμε με πολύ ωραία ονόματα. Αυτά τα έχει πει πολύ σωστά και ωραία ό άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης. Ότι τις περισσότερες φορές βαπτίζουμε τις κακίες μας με αρετές. Δηλαδή παρουσιάζουμε δικά μας πάθη και αδυναμίες με τη μορφή αρετών. Μασκαρεύουμε τα πάθη μας. Μιλάμε για ταπείνωση, για εγκράτεια... Και πολλές φορές είναι μια μελαγχολία κι ένα τεράστιο ψυχολογικό μπέρδεμα.

Συνέντευξη της Σοφίας Χατζή
με τον π. Χαράλαμπο Παπαδόπουλο(Λίβυος),
εφημέριο στον ιερό ναό Αγίας Ειρήνης Πύργου στη νότια Κρήτη. 

π Ανδρέας Κονάνος- Όταν σε πληγώνουν χριστιανοί(Ομιλία)

Όταν σε πληγώνουν χριστιανοί

When Orthodox Theologians Theologize Like Protestants



Breaking the Unity of Theology

By His Eminence Metropolitan Hierotheos of Nafpaktos and Agiou Vlasiou

In our days there is much talk about so-called “post-patristic theology”. Whatever definition anyone gives to this phenomenon, one thing is certain, that it is a “theology” that alters Orthodox ecclesiastical theology and associates it with so-called “scientific” theology, which in many ways deconstructs all the basic principles of the theology of the Church.

Many theologians, through the use of logic, reflection and biblical study methods developed in Protestant lands, try to interpret the prophetic, apostolic and patristic texts through different methods to that which has been given by Orthodox theology. Here I will briefly comment on one aspect of this interpretation.

Professor Savvas Agourides, who is well known to all modern theologians, and whom I had as a professor in the interpretation of the New Testament at the Theological School of Thessaloniki, speaks of “attempts within biblical scholarly circles towards the breaking of the continuity of the unity of the biblical message with Ecclesiastical Tradition.”

What does this reality mean?

Protestant biblical scholars, whom some Orthodox biblical theologians admire and counterpoise with the Fathers of the Church, the latter of whom they do not consider scholars, support the view that there is a break in the teachings between the Prophets, Apostles and Fathers. Within this perspective they say that the Prophets of the Old Testament heard things about God, while the Apostles saw God. They distinguish between the Prophets prior to the Babylonian exile and the Prophets after the Babylonian exile. They write about protocanonical and deuterocanonical books of the Old Testament as well as about a First Isaiah, a Second Isaiah and a Third Isaiah. They distinguish between the Christ of History and the Christ of Faith. They also speak of the differences between the “schools” of Matthew the Evangelist, John the Evangelist and the Apostle Paul. They write about the alteration of the original ecclesiology of the Early Church by the Early Fathers, and many other things.

Students of our Theological Schools are taught these things by modern scholarly professors and then these theologians transfer them to the fullness of the Church unknowingly, either through religious education in schools, or through sermons, or in organized gatherings.

The teachings of the Church are in opposition to this mentality, because according to the theology of the Church there is no division or break between the theology of the Prophets, Apostles and Fathers, since they all had the same experience of God. The difference is that the Old Testament Prophets and the Righteous had an experience of the Pre-Incarnate Word while the Apostles in the New Testament and the Fathers had an experience of the Incarnate Word. Thus, there is the identity of experience, as we confess in the Synodikon of Orthodoxy: “As the Prophets have seen, as the Apostles taught, as the Church received, as the Teachers dogmatized….” Yet the saints throughout the ages expressed the revelatory experiences they had with the terms of their time. There is no other difference that exists.

“Post-patristic theologians”, who delude themselves into thinking they are doing science, are transferring into the Orthodox world the problems of the Protestants, who, because they rejected Tradition and the Fathers of the Church, examine and interpret biblical texts with their logical opinions, investigating the letter while the spirit of the Scriptural and Patristic texts eludes them. The question arises: Why do post-patristic theologians consciously or unconsciously break away from Orthodox teachings as they have been expressed by the Fathers? Why do they undermine Orthodox teachings, as found in the liturgical texts and the worship tradition of the Church, for the sake of scientific theology? Why do they break the unity of the Prophets, the Apostles and the Fathers? 

Source: Ekklesiastiki Paremvasi, “Διάσπαση τής ενότητας στήν Θεολογία”, August 2012. Translated by John Sanidopoulos.

Sunday, 21 September 2014

Συμμετοχή στήν Θεία Λειτουργία μέ τήν εὐλαβική παρασκευή τοῦ προσφόρου.


ΤΑ ΑΣΚΗΤΙΚΑ ΤΗΣ ΕΝΟΡΙΑΣ
 3.ΜΥΣΤΗΡΙΑΚΗ ΖΩΗ

Συμμετοχή στήν Θεία Λειτουργία μέ τήν εὐλαβική παρασκευή τοῦ προσφόρου.
Ἡ λειτουργιά ἤ πρόσφορο, πού θά γίνει Σῶμα τοῦ Χριστοῦ πρέπει νά παρασκευάζεται μέ πολλή προσοχή καί εὐλάβεια ἀπό τούς εὐλαβεῖς ἐνορῖτες καί ὄχι ἀπό τό φοῦρνο βιομηχανικά καί τυποποιημένα. Γιά τό λόγο αὐτό παραθέτουμε τήν μαρτυρία εὐλαβοῦς γυναικός, ὅπως μᾶς τήν διέσωσε ὁ ἀγαπητός ἐν Χριστῷ ἀδελφός καί καθηγητής τῆς Φιλοσοφίας Λάμπρος Σιάσος στό βιβλίο του: Ἀπό τήν ἐκκλησιαστική στήν λαϊκή εὐσέβεια, Ἐκδ. Πουρναρᾶ Θεσ/νίκη 1994 καί ἀναδημοσίευσε ὁ π. Ἀθ. Κατζιγκᾶς στό βιβλίο του Ἀκολουθία τῆς Ἱερᾶς Προθέσεως ἤ Προσκομιδῆς, Ἐκδ. Μυγδονία,ἀπό ὅπου καί λάβαμε τό κείμενο.
Ἡ προετοιμασία γιά τίς λειτουργιές-
Ἀληθινό ἀφήγημα ἀπό τήν Δυτική Στερεά.
« - Πές μου γιαγιά Μαρία, σέ παρακαλῶ, πῶς ἔφτιαχναν στά χρόνια σου τίς λειτουργιές.
    Ἡ μάννα μου, παιδί μου, ἦταν Χριστιανή…, πάντοτε ἔκανε αὐτή τήν ἑτοιμασία. Τ’ ἀλεύρι τό εἶχε χώρια· ὅταν ἤτανε καθαρή, θά τό συμμάζευε τ’ ἀλεύρι -μήν πάει ἀκάθαρτη καί ἁπλώσει μέσα.
    Χώρια, λοιπόν, τ’ ἀλεύρι γιά τίς λειτουργιές.
    Τότε ἐμεῖς εἴχαμε τήν ἀλισσίβα. Ἔβανε μιά κατσαρόλα στήν φωτιά μέ νερό καί πέταγε μέσα στάχτη· ἔβραζε ἡ στάχτη μέ τό νερό, κι’ αὐτή ἤτανε ἡ ἀλισσίβα. Ἔπαιρνε ὕστερα μικρό κατσαρολάκι, τό ἔβραζε, τό ἔβγαζε, τό ἔτριβε μέ τήν ἀλισσίβα, τό ἔφτιανε μέ ἄμμο καί ἔφεγγε. Μετά ἔπλενε τά σαγάνια, τά χαλκοματένια. Ἔπαιρνε αὐτό γιά τό προζύμι χωριστά.
    Γιατί χωριστά;
    Γιά νά βράσει, νἄναι καμμένο, νά καθαρίσει καλά, νἄναι εὐχαριστημένη, μήν πέρασε φίδι, πέρασε ποντίκι…
    Πότε γινόταν αὐτό;
    Μιά μέρα πρίν. Ἄς ποῦμε ὅτι ἤθελε τίς λειτουργιές γιά τήν Κυριακή. Θά τίς πήγαινε Σάββατο τό βράδυ. Αὐτή ἡ ἑτοιμασία γινόταν τήν Πέμπτη ἤ τήν Παρασκευή. Μόλις ἔπλενε τά χαλκώματα, τά τύλιγε μέ καθαρό πανί, τἄδενε μέ κλωστή καί τά κρέμαγε ψηλά τά κατσαρολικά καί τά σαγάνια, νἄναι σίγουρη ὅτι αὐτά εἶναι πεντακάθαρα.
    Ὕστερα, παραμονή τό βράδυ, θά ἀνάπιανε τό προζύμι· ξανάβγανε τό κατσαρολάκι τό ξεχωριστό, ζέσταινε τό νερό, ἔπαιρνε μέ τό μικρό κουτάλι νά δεῖ πόσο ζεστάθηκε, μήν καεῖ τό προζύμι…
    Ποῦ ἔριχνε νερό;
    Ἔγερνε ἐπάνω στό χέρι της, νά δεῖ εἶναι μαλακούλι τό νερό· ἅμα καίει, πάει τὄκαψε, δέν γίνεται λειτουργιά, δέν ἀναπιάνεται τό προζύμι. Ἀναπιάνει λοιπόν τό προζύμι καί τ’ ἀφήνει νά γένει.
    Πῶς γινόταν αὐτό, θειά Μαρία;
    Ἐδῶ πού ἦρθα ηὗρα τά ἴδια· ὅ,τι ἔκανε ἡ μάννα μου τό βρῆκα κι’ ἀπ’ τήν πεθερά μου, τήν Βασίλω. Ἔβανε, πού λές, τό χλιαρό νερό, κοσκίναγε τ’ ἀλεύρι καί τὄπαιρνε μέ τό κουτάλι καί τά ἀναπιάνει νά εἶναι σίγουρη ὅτι ἡ λειτουργιά θά γίνει σῶμα καί αἷμα.
    Ἐκεῖ τό μυαλό της.
    Ἐκεῖ καρφωμένο. Τ’ ἀνάπιανε καί τόβανε κοντά στήν φωτιά γιά νά φουσκώσει. Καί στίς δύο τήν νύχτα σηκωνόταν νά ζυμώσει τήν λειτουργιά. Μετά θανάπαιρνε, μόλις τελείωνε τό προζύμι, θερμό νερό νά πλύνει τό σκαφίδι· ξύλινο σκαφίδι, τόσο δά, (μικρό) ἴσα γιά τίς λειτουργιές.
    Τόσο μικρό;
    Ἦταν μικρό μόνο γιά λειτουργιές, ἄς ποῦμε μισό μέτρο, ὅσο εἶναι ἡ γωνιά καί λιγότερο. Τό ἄλλο γιά τό ψωμί ἤτανε ἐδῶ καί ἐκεῖ πέρα· γιόμιζε τό φοῦρνο καρβέλια. Ἐπαιρνε λοιπόν τό μικρό σκαφίδι καί τό ζεμάταγε κι’ αὐτό.
    Πότε;
    Ἀπό τό βράδυ τῆς παραμονῆς. Τὄπαιρνε ὕστερα μ’ ἕνα μεσάλι τό σκαφιδάκι αὐτό καί τό τύλιγε καλά κι’ ἔβανε ἕνα σκαμνί ξύλινο καί τό ἀναποδογύριζε ἀπό πάνω, δίπλα στήν φωτιά, δίπλα στό προζύμι κι αὐτό· γιά νά στεγνώσει τό σκαφίδι ἀπό μέσα. Ἀφοῦ ἐκεῖ θά κοσκίναγε ἔπειτα.
    Τί ἄλλο ἑτοίμαζε, θειά Μαρία;
    Νά ἔβλεπες παιδί μου, τί φοροῦσε θἄκοβες τό αἷμα σου. Τά ἴδια γινότανε καί μέ τήν ἀδερφή τοῦ πατέρα μου.
    Δηλαδή;
    Αὐτά πού θά ἀκούσεις τά εἶδα μέ τά μάτια μου: πλένονταν, ἄλλαζε ἀπό τό πρωΐ πού θά σηκωνόταν νά ζυμώσει λειτουργιά…, θά φόραγε κουρελάκια, ἀλλά ἔλαμπαν ἀπό τήν καθαριότητα, πλυμένα μέ ἀλισσίβα.
    Δέν ἦταν καινούργια, ἀλλά καθαρά!
    Ναί, κουρελάκια… δέν χώραγαν ἄλλα μπαλώματα σοῦ λέω· σάκκο καί φουστάνι, τό φουστάνι τό φτιάχνανε μοναχές, κάθε μία μοδίστρα μοναχή της, τά χεράκια της ὅλη τήν νύχτα ἔραβαν.
    Καί ὁ σάκκος;
    Ὁ σάκκος ἤτανε τό ἀπό πάνω, μπλούζα πού λέμε τώρα. Ἤτανε ἀνοιχτός κάπως ἐδῶ μπροστά, ἀλλά τόφκιανε μέ μέση καί ἔπεφταν τά καμφάκια ἐδῶ, νά χαρίζει καί λίγο. Κουμπάκια ἤ σοῦστες ἔβανε κάτω-κάτω, ἀλλά ὁ λαιμός ἐκεῖ κλειστός.
    Ντυμένη λοιπόν πεντακάθαρα.
    Κατακάθαρα ὁπωσδήποτε. Καί στόν ἑαυτό της ἤξερε ὅτι εἶναι καθαρή καί ἤξερε ὅτι θά τήν φκιάσει τήν λειτουργιά· ἀλλιῶς δέν τήν ἔφκιανε.
    Ἀλήθεια;
    Δέν τήν ἔφκιανε· θά ἔβαζε ἐμένα πού ἤμουνα κοριτσάκι καί θά τήν ζύμωνα· καί μέ ὁρμήνευε, ἔτσι φκιάσε… καί τήν ἔφκιανα. Ἔπρεπε νά εἶναι σίγουρη ὅτι ἡ λειτουργιά θἄναι καθαρή· ἀλλιῶς δέν τήν πήγαινε στόν παπᾶ.
    Ὅλα αὐτά λοιπόν τήν παραμονή.
    Τήν ἄλλη μέρα τό πρωΐ θ΄ασηκωνότανε, χαράματα;
    Ἄλλοτε χαράματα, ἄλλοτε στίς τρεῖς, δέν εἶχε ὕπνο· ἅμα τό προζύμι φούσκωνε, τότε θά ἄρχιζε. Μόλις ἔβλεπε ὅτι ἔγινε τό προζύμι, ἔπαιρνε τήν σήτα τήν πλυμένη, πού τήν εἶχε μέσα στήν σακούλα, γιά νά κοσκινίσει τό ἀλεύρι, λίγο ἀλεύρι· δέν ἔφκιανε τίς λειτουργιές ὅπως τίς κάνουν τώρα, ἀλλά τόσο μικρές.
    Πόσο δηλαδή;
    Νά πατάει ἡ σφραγίδα καί λίγο νά μένει στήν ἄκρη. Ἔπαιρνε τό ἀλεύρι καί τό ζύμωνε, ἔπαιρνε τό πλαστράκι, ὄχι μεγάλο, ἀλλά μικρό καί ἐκεῖ ἐπάνω ζύμωνε. Μετά ἔβαζε τίς λειτουργιές στά σαγανάκια πού τά ζέσταινε καί πάταγε τό ζυμάρι. Ἐκείνη τήν ὥρα πρόσεχε πολύ. Τά μαλλιά της καλοτυλιγμένα μέσα στό μαντήλι νά μήν ξεπέχει τίποτε ἀπ’ ἔξω.
    Γιατί;
    Γιατί ἔχει καί ὁ πειρασμός μ’ αὐτά νά κάνει. Νάρθει, λέει, νά τήν τραβήξει νά πέσει μέσα στό ζυμάρι. Τρέμει ἡ νοικοκυρά ἐκείνη τήν ὥρα, ἡ λειτουργιά της θά γίνει σῶμα και αἷμα. Λεει στό Θεό: «Εἶμαι καθαρή Θεέ μου; συγχώρα με, συγχώρα με…». Καί προσεύχεται ἀσταμάτητα. Λέει τό «Πάτερ ἡμῶν…» χωρίς σταματημό. Ὁ μακαρίτης ὁ παπα-Νταλιάνης μᾶς ἔλεγε: «Ὅταν ζυμώνετε λειτουργιά νά προσέχετε. Νά μή λούζεστε ἐκείνη τήν ὥρα, ἀλλά τήν προηγούμενη μέρα. Κι’ ὅταν ἔρθει ἡ ὥρα γιά τό ζύμωμα τά μαλλιά νά τά δένετε σφιχτά μέ τό μαντήλι γιά νά μήν ἔχει δικαίωμα ὁ πειραυθλφσμός νά ἁπλώσει…».
    Πόση ὥρα ζυμώνει τό ζυμάρι;
    Πολλή ὥρα θέλει, ὅπως τό ψωμί· νά γένει ἡ λειτουργιά. Φαίνεται αὐτό, γιατί κάνει φουσκάλες τό ζυμάρι· ἅμα τό ζυμώσει, καλά, μαρτυράει μοναχό του τό ζυμάρι. Ἅμα ζυμωθεῖ, λοιπόν ἀπό τήν δύναμη, καί κούλημα καί ζύμωμα, ἔρχεται αὐτό μοναχό του καί ἀμολάει. Τό καταλαβαίνει ἡ νοικοκυρά. Μετά κάνει τό σταυρό ἀπό πάνω καί τ’ ἀφήνει.
    Πῶς γίνεται αὐτό;
    Νά ἔτσι μέ τήν παλάμη ὄρθια τρεῖς φορές τό πατᾶς τό ζυμάρι νά χαράζεται. Τό σκεπάζει μέ τήν πετσετούλα, παίρνει τά σαγανάκια, τά ζεσταίνει ἅμα κάνει κρύο, βάζει μιά σταγόνα λάδι καί τά ἀλείφει καί τά δύο τά σαγανάκια. Μετά θά κόψει τό ἀνάλογο. Θά κανονίσει μέσα στήν μέση στό ζυμάρι νά τό χωρίσει. Τό χωρίζει… κοντεύει νά κοπεῖ καί τό πατάει πρός τά κάτω. Κι αὐτό γίνεται σάν λειτουργιά ξεχωριστή κάτω.
    Τό ἄλλο; Τό ἀπάνω μένει αὐτό καί τό στρίβει ἔτσι λιγάκι καί τό πατάει ἀπό πάνω καί εἶναι χωρισμένο. Τό βλέπεις, χωρίζει.
    Τί σημαίνει αὐτό;
    Τό κάτω εἶναι ἡ γῆς καί τό πάνω ὁ οὐρανός· καί συνδέεται ἡ γῆς μέ τόν οὐρανό. Τό βάζει λοιπόν στό σαγανάκι καί πατάει μέ τήν σφραγίδα ἀπό πάνω… τά τυλίγει, τά βάζει στό κρεββάτι καί δέν βάζει πιάτα ἀπό πάνω γιατί ἱδρώνει καί χαλᾶνε τά γράμματα. Θά βάλει καθαρό μεσάλι και τρία μαξιλάρια ὁλόγυρα. Τό μεσάλι ἀπό πάνω νἄναι ψηλότερο, νά μήν ἀγγίζει πάνω στήν λειτουργιά. Καί ἡ κουβέρτα, ἀπό πανω. Γιατί, ἅμα εἶναι χειμώνας δέν γίνεται. Αὐτή κρατάει ζέστα. Ἔτσι περιμένεις νά φουσκώσει.
    Τήν παρακολουθάει δηλαδή.
    Ὁπωσδήποτε. Αὐτό γίνεται τό Σάββατο τό πρωΐ. Ἅμα θά γίνει, θά τήν φουρνίσει. Ἡ νοικοκυρά πρέπει νά κουβεντιάζει μέ τό ζυμάρι. Ξέρει πού θά πάει αὐτό. Κι ὅλη τήν ὥρα δέν ἔχει ἄλλη ἔγνοια, μόνο αὐτή, μέχρι νά τήν βάλει στό φοῦρνο. Κι ὅσο τήν φουρνίζει, προσέχει νά μη χαλάσει, νά μή γίνουν ἐλιές ἀπάνω της.
    Δηλαδή;
    Οἱ παλιές λέγανε ὅτι ὁ Θεός τότε σοῦ δείχνει σημάδια· νά μήν τήν πᾶς στήν ἐκκλησία. Δέν εἶναι εὔκολα πράγματα αὐτά. Πώς λένε ὅτι κατεβαίνουν ἄγγελοι καί λειτουργᾶνε μέ τόν παπᾶ. Σ’ αὐτό βοηθάει καί ἡ νοικοκυρά, ἡ ἄξια καί ἡ καθαρή, μέ τά χέρια της καί μέ τήν ψυχή της.
    Ὁ παπᾶς τῆς ἐνορίας θά διαλέξει τήν λειτουργιά πού θά εἶναι καθαρή. Μπορεῖ νά πᾶνε καί πενήντα λειτουργιές στήν ἐκκλησία· αὐτός ὅμως θά διαλέξει τήν καθαρή καί τήν σωστή. Ἐκείνη θά προσκομίσει»42.
Θά μποροῦσε ὁ ἱερέας νά προχωρήσει, ἔπειτα ἀπό ἐνημέρωση καί σχετική διδασκαλία τοῦ ποιμνίου του, σ’ ἕνα ρηξικέλευθο μέτρο: Νά δέχεται γιά προσκομιδή μόνο πρόσφορα χειροποίητα παρακινώντας τό ποίμνιό του στήν ἐκμάθηση καί εὐλαβική παρασκευή τους.
Παράλληλα μέ τήν παρασκευή τοῦ προσφόρου πολύ καλό θά ἦταν οἱ ἐνορῖτες νά παρασκευάζουν μόνοι τους τούς ἄρτους τῆς Ἀρτοκλασίας καθώς καί τά κόλλυβα τῶν μνημοσύνων ἤ τῶν τιμωμένων Ἁγίων. Ὅ,τι προσφέρουμε στόν Θεό πρέπει νά εἶναι τέλειο.

42 Λάμπρου Σιάσου, Ἀπό τήν Ἐκκλησιαστική στή λαϊκή εὐσέβεια, Ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσ/κη 1994, στό: Πρωτ. Ἀθ. Κατζιγκᾶ, Ἀκολουθία τῆς Ἱερᾶς Προθέσεως ἤ Προσκομιδῆς, Ἐκδ. Μυγδονία, Α΄ἔκδ. 1999 σελ. 136-144.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...