Saturday, 5 April 2014

Αμάρτησες ; Ελα στήν Εκκλησία - Αγιος Ιωάννης Χρυσόστομος

 
Aλήθεια, ποιό λιμάνι μπορεί να συγκριθεί με το λιμάνι της Εκκλησίας; Ποιός παράδεισος μπορεί να συγκριθεί με τον παράδεισο των συγκεντρωμένων πιστών; Δεν υπάρχει εδώ φίδι που γυρεύει να μάς βλάψει, μόνο ο Xριστός που μάς οδηγεί μυστικά. … Γι’ αυτό δεν θα ‘ταν λάθος αν θεωρούσαμε την εκκλησία πιο σπουδαία από την κιβωτό. Γιατί η κιβωτός δεχόταν βέβαια τα ζώα και τα διατηρούσε ζώα- η εκκλησία όμως δέχεται τα ζώα και τα αλλάζει. Tί εννοώ μ’ αυτό: Mπήκε στην κιβωτό ένα γεράκι, βγήκε πάλι γεράκι- μπήκε ένας λύκος, βγήκε πάλι λύκος. Eδώ μπαίνει κανείς γεράκι και βγαίνει περιστέρι- μπαίνει λύκος και βγαίνει πρόβατο- μπαίνει φίδι και βγαίνει αρνί΄ όχι επειδή μεταβάλλεται η φύση του, αλλά επειδή διώχνεται μακριά η κακία.

Γι’ αυτό φέρνω το λόγο διαρκώς στη μετάνοια. Γιατί η μετάνοια, που στον αμαρτωλό φαντάζει φοβερή και τρομερή, γιατρεύει τα παραπτώματα- εξαφανίζει τις παρανομίες- σταματά το δάκρυ- δίνει παρρησία μπροστά στο Θεό- είναι όπλο κατά του διαβόλου- μαχαίρι που τού κόβει το κεφάλι- ελπίδα σωτηρίας- αφαίρεση της απελπισίας. Aυτή ανοίγει στον άνθρωπο τον ουρανό. Aυτή τον οδηγεί στον παράδεισο. Aυτή νικά τον διάβολο. Γι’ αυτό ακριβώς και σάς μιλώ συνέχεια γι’ αυτήν. Όπως από την άλλη κι η υπερβολική αυτοπεποίθηση μάς οδηγεί στην πτώση.

Eίσαι αμαρτωλός; Mήν απελπίζεσαι. Δεν σταματώ, σα φάρμακα αυτά τα λόγια συνεχώς να σάς τα δίνω. Γιατί ξέρω καλά τί όπλο δυνατό που είναι κατά του διαβόλου το να μη χάνεις την ελπίδα σου. Aν έχεις αμαρτήματα, μην απελπίζεσαι. Δεν παύω διαρκώς αυτά τα λόγια να τά επαναλαμβάνω. Aκόμα και αν αμαρτάνεις κάθε ημέρα, κάθε ημέρα να μετανοείς. Ας κάνουμε ό,τι ακριβώς και με τα σπίτια τα παλιά που είναι ετοιμόρροπα: αφαιρούμε τα παλαιά και σάπια υλικά και τ’ αντικαθιστούμε με καινούργια- και δε λησμονούμε διαρκώς να τα περιποιούμαστε.


Πάλιωσες σήμερα από την αμαρτία; Γίνε πάλι καινούργιος με τη μετάνοια. Mα είναι στ’ αλήθεια δυνατό, αυτός που θα μετανοήσει να σωθεί; – αναρωτιούνται μερικοί. Eίναι, και πολύ μάλιστα. Όλη μου τη ζωή μέσα στις αμαρτίες την πέρασα- και αν μετανοήσω, θα σωθώ; Nα είσαι απολύτως βέβαιος γι’ αυτό. Kι από που φαίνεται αυτό; Aπ’ τη φιλανθρωπία του Kυρίου σου. Nομίζεις ότι από τη μετάνοιά σου μόνο παίρνω το θάρρος να μιλάω έτσι; Nομίζεις ότι από μόνη η μετάνοια έχει τη δύναμη να βγάλει από πάνω σου τόσα κακά; Aν ήταν μόνον η μετάνοια, δικαιολογημένα να φοβόσουν. Όμως μαζί με τη μετάνοια ενώνεται αξεδιάλυτα η αγάπη του Θεού για τούς ανθρώπους. Kαι όριο αυτή η αγάπη δε γνωρίζει. Oύτε μπορεί κανείς να εξηγήσει με τα λόγια την απεραντοσύνη της αγάπης του Θεού. H δική σου κακία έχει ένα όριο- το φάρμακο όμως όριο δεν έχει. H δική σου κακία, όποια και να είναι, είναι μία ανθρώπινη κακία. Aπό την άλλη όμως βρίσκεται η αγάπη του Θεού για τούς ανθρώπους, μια αγάπη που δεν περιγράφεται με λόγια. Nα έχεις λοιπόν θάρρος, γιατί αυτή η αγάπη νικάει την κακία σου. Φαντάσου μία σπίθα να πέφτει μες στο πέλαγος. Eίναι ποτέ δυνατό να σταθεί ή να φανεί; Ό,τι είναι η σπίθα μπρός στο πέλαγος, είναι και η κακία μπρός στη φιλανθρωπία του Θεού. Ή μάλλον η διαφορά είναι ακόμη πιό μεγάλη. Γιατί το πέλαγος, όσο πλατύ κι αν είναι, κάπου τελειώνει βέβαια. H αγάπη όμως του Θεού για τούς ανθρώπους τέλος δεν γνωρίζει. Όλα αυτά σάς τ’ αναφέρω βέβαια όχι για νά σάς κάνω ράθυμους κι απρόσεκτους, αλλά για να σάς οδηγήσω στη μετάνοια με πιό μεγάλη προθυμία.

Διέπραξες κάποια παρανομία; Aιχμαλωτίστηκες από συνήθεια πονηρή; Kι ύστερα πάλι έφερες στο νου τα λόγια μου κι ένιωσες μέσα σου ντροπή; Έλα στην Εκκλησία! Ένιωσες λύπη μέσα στην καρδιά σου; Zήτησε τη βοήθεια του Θεού! Ήδη έχεις κάνει ένα βήμα προς τα εμπρός. Aλίμονο, ενώ άκουσα τις συμβουλές σου, δεν τις ακολούθησα. Πώς γίνεται να ‘ρθω στην εκκλησία πάλι; Πώς γίνεται ν’ ακούσω πάλι; Nάρθεις και νά ξανάρθεις ακριβώς γι’ αυτό, γιατί δεν τήρησες τις συμβουλές μου. Για να τις ξανακούσεις και να τις τηρήσεις.

Για πες μου, αν ο γιατρός βάλει ένα φάρμακο επάνω στην πληγή και δεν γίνεις καλά, δεν θα στο δώσει πάλι άλλη μέρα; Eίναι ένας ξυλοκόπος- θέλει να κόψει μια βελανιδιά. Παίρνει τσεκούρι- αρχίζει να χτυπά τη ρίζα. Aν δώσει ένα χτύπημα και δεν πέσει το άκαρπο δέντρο, δεν θα δώσει δεύτερο χτύπημα, δεν θα δώσει τρίτο, τέταρτο, δέκατο; Aυτό κάνε και σύ. Bελανιδιά είναι η πονηρή συνήθεια- άκαρπο δέντρο. Tα βελανίδια της είναι τροφή μόνο για χοίρους, που δεν έχουν λογική. Pίζωσε με το χρόνο μέσα στο μυαλό σου- νίκησε τη συνείδησή σου με το φύλλωμά της. O λόγος μου τσεκούρι. Tον άκουσες μια μέρα. Πώς είναι δυνατό σέ μία μέρα να πέσει κάτω αυτό που έχει πιάσει ρίζες μέσα σου τόσο καιρό; Λοιπόν, αν έρθεις δυό, αν έρθεις τρείς, αν έρθεις εκατό, αν έρθεις αναρίθμητες φορές ν’ ακούσεις, διόλου περίεργο δεν είναι. Mόνο προσπάθησε ν’ απαλλαγείς από ένα πράγμα πονηρό και δυνατό- από την πονηρή συνήθεια. Oι Iουδαίοι μάννα έτρωγαν, κι όμως ζητούσαν τα κρεμμύδια που έτρωγαν στην Aίγυπτο. «Kαλά – λέγαν- περνούσαμε στην Aίγυπτο». Άσχημο πράγμα η συνήθεια και ιδιαίτερα κακό! Λοιπόν, κι αν καταφέρεις νάρθεις δέκα μέρες, κι αν καταφέρεις νάρθεις είκοσι ή τριάντα, δεν σ’ αγκαλιάζω, δεν σέ επαινώ γι’ αυτό, δεν σού χρωστώ ευγνωμοσύνη. Mόνο μήν αποκάμεις- να μήν κουραστείς- αλλά νιώθε ντροπή και έλεγχε τον εαυτό σου.

Σας μίλησα πολλές φορές για την αγάπη. Ήρθες και άκουσες, κι ύστερα πήγες κι άρπαξες από τον αδερφό σου; Δεν ακολούθησες τα λόγια μου στη πράξη; Nα μη ντραπείς να ‘ρθείς στην Εκκλησία πάλι. Nτροπή να νιώθεις όταν αμαρτάνεις, μη ντρέπεσαι όταν μετανοείς. Kοίταξε τί σου έκανε ο διάβολος. Yπάρχουν δύο πράγματα- η αμαρτία και η μετάνοια. H αμαρτία είναι τραύμα- η μετάνοια φάρμακο. Όπως ακριβώς για τά σώματα υπάρχουν φάρμακα και τραύματα, το ίδιο και γιά την ψυχή- υπάρχουν τα αμαρτήματα και η μετάνοια.

H αμαρτία μέσα της έχει την ντροπή- η μετάνοια έχει το θάρρος και την παρρησία. Θέλω να με ακούσεις, σε παρακαλώ, με προσοχή, μήπως και δεν αντιληφθείς πώς είναι η τάξη των πραγμάτων, και χάσεις έτσι την ωφέλεια. Πρόσεξε τί θα πω! Yπάρχει το τραύμα- υπάρχει και το φάρμακο. Yπάρχει η αμαρτία- υπάρχει και η μετάνοια. Tο τραύμα είναι η αμαρτία- το φάρμακο η μετάνοια. Στο τραύμα υπάρχει πύον και μόλυνση- υπάρχει ντροπή- υπάρχει χλεύη. Στη μετάνοια υπάρχει παρρησία- το φάρμακο η δύναμη να καθαρίζει αυτό που έχει μολυνθεί. Στην αμαρτία υπάρχει μόλυνση- υπάρχει ελευθερία- υπάρχει καθαρισμός του αμαρτήματος. Παρακολούθησε με προσοχή τα λόγια μου! Mετά την αμαρτία έρχεται η ντροπή- μετά τη μετάνοια ακολουθεί το θάρρος και η παρρησία. Έδωσες προσοχή σ’ αυτό που είπα; Aυτή την τάξη των πραγμάτων την αντέστρεψε ο διάβολος, και έδωσε στην αμαρτία παρρησία, και στη μετάνοια έδωσε ντροπή.

Γιατί να ντρέπεσαι λοιπόν; Δεν ένιωθες ντροπή τότε που έπραττες την αμαρτία και νιώθεις τώρα που έρχεσαι να βάλεις φάρμακο επάνω στην πληγή. Tώρα που απαλλάσσεσαι από την αμαρτία, τώρα ντρέπεσαι; Όφειλες τότε να αισθάνεσαι ντροπή- έπρεπε τότε να ντρεπόσουν- τότε, όταν έπραττες την αμαρτία. Aμαρτωλός γινόσουν και δεν ένιωθες ντροπή, γίνεσαι δίκαιος και ντρέπεσαι; «Λέγε τις αμαρτίες σου συ πρώτος, για να γίνεις δίκαιος». Ώ μέγεθος φιλανθρωπίας του Kυρίου! Δεν είπε «Λέγε τις ανομίες σου συ πρώτος, για να μην τιμωρηθείς», αλλά «Λέγε τις ανομίες σου συ πρώτος, για να γίνεις δίκαιος». Δεν έφθανε που δεν τον τιμωρείς, τον κάνεις δίκαιο κι από πάνω; Nαι, και πολύ δίκαιο μάλιστα. Πρόσεξε ακριβώς αυτά τα λόγια! Λέει: Tον κάνω δίκαιο αυτόν που θα μετανοήσει. Θέλεις να μάθεις και σε ποιά περίπτωση το έκανε αυτό; Tότε με τον ληστή. Mέ το να πει ο ληστής στο σύντροφό του απλώς και μόνο εκείνα τα γνωστά μας λόγια! «Mα ούτε τον Θεό δεν φοβάσαι εσύ; Kι εμείς δίκαια βέβαια- έχουμε μία τιμωρία όπως μάς αξίζει, για όλα όσα κάναμε»- την ίδια εκείνη τη στιγμή του λέει ο Σωτήρας: «Σήμερα κιόλας μαζί μου θα είσαι στον παράδεισο». Δεν του είπε: «σε απαλλάσσω από την κόλαση κι από την τιμωρία», αλλά τον βάζει στον παράδεισο, αφού τον κάνει δίκαιο.

Eίδες πώς έγινε ο άνθρωπος με την εξομολόγηση της αμαρτίας δίκαιος; Eίναι μεγάλη η φιλανθρωπία του Θεού! Θυσίασε τον Yιό, γιατί λυπήθηκε τον δούλο, παρέδωσε τον Mονογενή, για ν’ αγοράσει δούλους αχάριστους- πλήρωσε, δίνοντας για τίμημα το αίμα του Yιού Tου. Ώ μέγεθος φιλανθρωπίας του Kυρίου! Kαι μη μου πεις πάλι τα ίδια- «έχω πολλές αμαρτίες» και «πώς θα μπορέσω να σωθώ;». Eσύ δεν μπορείς, μπορεί όμως ο Kύριός σου και είναι τόση η δύναμή Tου, ώστε τα αμαρτήματα τα εξαλείφει.

Παρακολούθησε με προσοχή αυτά τα λόγια! Tα αμαρτήματα τα εξαλείφει, έτσι που ίχνος τους δε μένει. Bέβαια για τα σώματα αυτό δεν είναι δυνατό. Aκόμα κι αν αμέτρητες φορές θα προσπαθήσει ο γιατρός, ακόμα κι αν θα βάλει φάρμακα επάνω στην πληγή, γιατρεύει βέβαια την πληγή- πολλές φορές όμως πληγώνεται κανείς στο πρόσωπο και ενώ το τραύμα θεραπεύεται, μένει κάποιο σημάδι, που ασχημίζει και το πρόσωπο, αλλά και που θυμίζει πώς υπήρξε κάποτε ένα τραύμα. Kαι αγωνίζεται με χίλιους τρόπους ο γιατρός να εξαλείψει πέρα από την πληγή και το σημάδι. Mα όμως δεν τα καταφέρνει, γιατί τον αντιμάχεται η φύση του ανθρώπου η ασθενική και η αδυναμία της ιατρικής και των φαρμάκων. O Θεός όμως, όταν εξαλείφει τα αμαρτήματα, δεν αφήνει σημάδι ούτε επιτρέπει να παραμείνει κάποιο ίχνος επάνω στην ψυχή- αλλά μαζί με την υγεία χαρίζει και την ομορφιά- μαζί με την απαλλαγή από την τιμωρία δίνει και τη δικαιοσύνη- κι εκείνον που αμάρτησε, τον κάνει να ‘ναι ίσος με αυτόν που δεν αμάρτησε. Γιατί αφαιρεί το αμάρτημα και κάνει όχι μόνο να μην υπάρχει τώρα πια αυτό, αλλά και να μην έχει υπάρξει ούτε και στο παρελθόν. M’ αυτόν τον τρόπο ολοκληρωτικά το εξαλείφει. Δεν υπάρχει πλέον ουλή- δεν υπάρχει σημάδι- δεν υπάρχει ίχνος που να θυμίζει το τραύμα- δεν υπάρχει το παραμικρό που να φανερώνει πως υπήρξε πληγή (…).

Παρακολούθησε με προσοχή αυτά τα λόγια! Γιατί για όλους είναι, όλους αφορούν και οδηγούν στη σωτηρία. Παρασκευάζω φάρμακα, που είναι πιο σπουδαία από τα φάρμακα των ιατρών (…). Στα χέρια της μετάνοιας σάς παραδίδω- για να γνωρίσετε τη δύναμη που έχει- για να γνωρίσετε τί είναι ικανή να κατορθώσει και για να μάθετε πώς δεν υπάρχει αμάρτημα που να μπορεί να τη νικήσει, ούτε παράβαση του νόμου που να μπορεί να υπερισχύσει πάνω απ’ τη δική της δύναμη (…). Γνωρίζοντας, λοιπόν, το φάρμακο αυτό της μετάνοιας, ας απευθύνουμε δοξολογία στο Θεό. Γιατί η δόξα και η δύναμη αιώνια είναι δική Tου. Aμήν.”
 
Λόγος για τη μετάνοια (Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος)

Friday, 4 April 2014

Division and Content of the 24 Verses of the Akathistos Hymn



The Service of the Akathistos Hymn is sung at Mattins on the Saturday of the fifth week of Lent or in the evening of Friday of that week, attached to the service of Small Compline. It is sung in full on these days, but in parts on the four Fridays of Lent before then, “as a pre-festal and post-festal” feature. This is because there are elements of the Feast of the Annunciation which are not celebrated because of the “mourning” and compunction of Great Lent.

If we examine the Service of the Akathistos Hymn for its content, we see that the individual parts of which it consists (the canon of the Mother of God and the 24 verses of the Salutations to the Mother of God) are of a glad and cheerful nature, projecting a sense of joy with the repetition of the word “rejoice” [connected in Greek with the word for joy, rather as “rejoice” is in English] and the phrases “Rejoice, you who are full of grace”, “Rejoice, Bride Unwedded”, which recall the salutation of the Archangel as recorded in the Gospel according to Saint Luke: “Rejoice, you who are full of grace, the Lord is with you” (1, 28). They also highlight the unique role of the Mother of God in the Divine Dispensation and in the salvation of the human race.

The canon of the Service of the Akathistos Hymn, “I shall open my mouth”, which includes many of the troparia also found in the canon for Mattins on the feast of the Annunciation, is a poem by Iosif the Hymnographer [feast day April 3]; while the irmi (the first tropario in each ode) were written by Saint John the Damascan.

Both hymnographers focus on four main points:

a) the prefigurations of Christ and the Mother of God in the Old Testament,

b) the divinity and humanity of Jesus Christ,

c) the personality and role of Our Most Holy Lady, the Mother of God in the completion of the plan of God’s dispensation, and

d) the salvation of the world, in Christ.

The twenty-four verses of the Akathistos Hymn form an acrostic, that is to say they are written with the first letter of each verse in the same order as in the Greek alphabet. This acrostic is evidence of the overall integrity of the hymn but, alas, reveals nothing about the poet, whose identity remains a mystery to this day.

The verses are divided into two large units, each with two sub-units. In the first, the hymn-writer attempts to present the historical revelation of God, while in the second he aims to describe Christology and soteriology.

The first unit comprises verses 1-12, in which the wonderful events of the life of Christ, from the moment of the Annunciation of the Mother of God until His Reception in the Temple. It is historical, with the first unit (verses 1-6 in Greek) related to the Annunciation, beginning at once with “A guardian angel was sent from heaven to greet [‘to say rejoice to’] the Mother of God, while the second sub-unit (verses 7-12) refers to the Nativity of Christ, as this is described in the Gospels of Luke and Matthew. It begins with the phrase “The shepherds heard the angels singing the presence of Christ incarnate”, and has as its foundation the narrative in the Gospel according to Saint Luke, according to which: “the angel told the shepherds ‘Do not fear. For behold, I bring tidings of great joy to you that will be for all the people. Today, in the city of David, a saviour has been born to you who is Christ the Lord” (2, 10-11).

The second unit contains verses 13-24 and sets out the dogmatic teaching of the Orthodox Church, in particular on the Christological and soteriological level. The first sub-unit (verses 13-18) examines the main points of the divine incarnation, with reference to the divinity of Jesus Christ, the purpose of the Incarnation, and our salvation in Him. Christ is called “King”, “Lord”, “Word beyond description”, “unapproachable God”, “immaterial Light” and “sublime God”, with the hymnographer aiming to demonstrate His divine capacity, the transcendence of God, and the divine, inconceivable, consubstantial and equally-enthroned hypostasis of the Son and Word of God as the second Person of the Holy Trinity.

Naturally, the incarnation of the Son and Word of God should not be understood as a local movement, but as extreme condescension. The Fathers of the Church often use, improperly, the term “a movement of the Word”, to describe the event of the self-emptying of the Word and His assumption of human nature.

The divinity of the Word and Son of God cannot be divided, nor broken up. The Word was “entirely in the things below”, without abandoning “in any way the things above”. Another hymnological passage that could clarify for us the fact that the divinity is not broken up or constrained by local or chronological dimensions is one of the troparia of the 7th ode of the Mattins canon for Holy and Great Saturday, which explains very clearly: “The divinity of Christ, with the Father and Spirit, was one- in Hades, in the grave and in Eden”.

Finally, the second sub-unit of the second part of the 24 verses of the Akathistos Hymn (verses 19-24) clearly refer to the important role played by the Mother of God in God’s plan for our salvation in His dispensation, as the 24th and last verse of the Salutations puts it: “All-Hymned Mother, who bore the Word more Holy than all that is holy”.
 
 Theodore Rokas 
Source-Pemptousia.com
 

Ο σπόρος του αυτοκράτορα…



Ένας αυτοκράτορας στην Άπω Ανατολή, γερνούσε και καταλάβαινε ότι έφτασε η ώρα να διαλέξει το διάδοχό του. Αντί να διαλέξει έναν από τους βοηθούς του ή έναν από τα παιδιά του, αποφάσισε να κάνει κάτι διαφορετικό. Προσκάλεσε μια μέρα πολλούς νέους του βασιλείου του και τους είπε. “Έφτασε η ώρα μου να παραιτηθώ και να διαλέξω τον επόμενο αυτοκράτορα. Έχω αποφασίσει να διαλέξω έναν από σας”.

Οι νέοι ξαφνιάστηκαν! Αλλά ο αυτοκράτορας συνέχισε. “Θα δώσω σήμερα στον καθένα σας ένα σπόρο, έναν πολύ ειδικό σπόρο. Θέλω να τον φυτέψετε, να τον ποτίζετε και να ξαναρθείτε εδώ μετά ένα χρόνο από σήμερα με ότι έχει φυτρώσει απ’ αυτόν τον ένα σπόρο. Εγώ θα κρίνω τότε τα φυτά που θα φέρετε κι αυτός, το φυτό του οποίου θα διαλέξω, θα είναι ο επόμενος αυτοκράτορας!”

Ένα αγόρι που λεγόταν Λίνγκ, ήταν εκεί εκείνη την ημέρα και όπως όλοι οι άλλοι, πήρε κι αυτός ένα σπόρο. Πήγε σπίτι του και γεμάτος ενθουσιασμό διηγήθηκε στη μητέρα του τι συνέβη. Η μητέρα του τον βοήθησε να βρει μια γλάστρα και χώμα κι αυτός φύτεψε το σπόρο και τον πότισε προσεχτικά. Του άρεσε να τον ποτίζει κάθε μέρα και να παρακολουθεί να δει αν είχε φυτρώσει.

Υστερα από τρεις εβδομάδες περίπου, μερικοί από τους άλλους νέους, άρχισαν να μιλούν για τους σπόρους τους και για τα φυτά που άρχισαν να μεγαλώνουν.

Ο Λίνγκ συνέχισε να παρακολουθεί το σπόρο του, αλλά τίποτα δεν φύτρωσε ποτέ. Πέρασαν τρεις εβδομάδες, τέσσερις εβδομάδες, πέντε εβδομάδες κι ακόμα τίποτα. Τώρα όλοι οι άλλοι μιλούσαν με ενθουσιασμό για τα φυτά τους, ο Λίνγκ όμως δεν είχε φυτό και αισθανόταν αποτυχημένος.

Πέρασαν έξι μήνες κι ακόμα δεν φύτρωσε τίποτα στη γλάστρα του Λίνγκ. Άρχισε να πιστεύει ότι είχε σκοτώσει το σπόρο του. Όλοι οι άλλοι είχαν δέντρα και ψηλά φυτά, αυτός όμως τίποτα. Όμως ο Λίνγκ δεν έλεγε τίποτα στους φίλους του. Απλά περίμενε να φυτρώσει ο σπόρος του.

Τελικά πέρασε ένας χρόνος και όλοι οι νέοι του βασιλείου έφεραν τα φυτά τους στον αυτοκράτορα για επιθεώρηση. Ο Λίνγκ είπε στη μητέρα του ότι δεν θα πήγαινε μια άδεια γλάστρα, αλλά αυτή τον συμβούλεψε να πάει. Και επειδή ήταν τίμιος με ό,τι συνέβη και παρ’ όλο που αισθανόταν αδιαθεσία στο στομάχι, παραδέχτηκε ότι η μητέρα του είχε δίκιο. Πήγε λοιπόν την άδεια γλάστρα του στο παλάτι. Όταν έφτασε εκεί ο Λίνγκ έμεινε κατάπληκτος από την ποικιλία των φυτών που καλλιέργησαν οι άλλοι νέοι. Ήταν όμορφα σε όλα τα σχήματα και μεγέθη. Ο Λίνγκ ακούμπησε την άδεια γλάστρα του στο πάτωμα και πολλοί από τους άλλους άρχισαν να τον περιγελούν. Μερικοί τον λυπήθηκαν και του είπαν. “Δεν πειράζει, προσπάθησες για το καλύτερο”.

Όταν έφτασε ο αυτοκράτορας, εξέτασε την αίθουσα και χαιρέτησε τους νέους. Ο Λίνγκ προσπάθησε να κρυφτεί στο πίσω μέρος της αίθουσας. “Τι μεγάλα φυτά, δέντρα και λουλούδια καλλιεργήσατε”, είπε ο αυτοκράτορας. “Σήμερα ένας από σας θα εκλεγεί σαν ο επόμενος αυτοκράτορας”! Ξαφνικά διέκρινε το Λίνγκ με την άδεια του γλάστρα, στο πίσω μέρος της αίθουσας. Διέταξε αμέσως τους φρουρούς του να τον φέρουν μπροστά του. Ο Λίνγκ ήταν κατατρομαγμένος. “Ο αυτοκράτορας γνωρίζει ότι είμαι αποτυχημένος”, είπε. “Ίσως θα πρέπει να με σκοτώσει”.

Όταν ο Λίνγκ ήλθε μπροστά ο αυτοκράτορας τον ρώτησε πώς λέγεται. “Λέγομαι Λίνγκ” απάντησε. Οι υπόλοιποι άρχισαν να γελούν και να τον κοροϊδεύουν. Ο αυτοκράτορας ζήτησε να ηρεμήσουν όλοι. Κοίταξε τον Λίνγκ και κατόπιν ανάγγειλε στο πλήθος, “Ιδού ο νέος σας αυτοκράτορας! Το όνομά του είναι Λίνγκ”! Ο Λίνγκ δεν μπόρεσε να το πιστέψει. Δεν μπόρεσε ούτε το σπόρο του να κάνει να φυτρώσει! Πώς θα μπορούσε να γίνει ο νέος αυτοκράτορας;

Τότε ο αυτοκράτορας είπε, “Πριν ένα χρόνο, σαν σήμερα, έδωσα στον καθένα από σας εδώ ένα σπόρο. Σας είπα να πάρετε το σπόρο, να τον φυτέψετε, να τον ποτίσετε και να μου τον φέρετε πίσω σήμερα. Η αλήθεια είναι ότι έδωσα σε όλους σας βρασμένους σπόρους, που δεν θα φύτρωναν. Όλοι σας, εκτός από τον Λίνγκ, μου έχετε φέρει δέντρα και φυτά και λουλούδια. Όταν ανακαλύψατε ότι οι σπόροι δεν θα βλάσταιναν, αντικαταστήσατε το σπόρο που σας έδωσα μ’ έναν άλλο. Ο Λίνγκ ήταν ο μόνος που είχε το θάρρος και την εντιμότητα να μου φέρει μια γλάστρα που είχε μέσα το δικό μου σπόρο. Γι’ αυτό είναι αυτός που θα γίνει ο νέος αυτοκράτορας!

Αν σπείρεις εντιμότητα, θα θερίσεις εμπιστοσύνη.

Αν σπείρεις καλοσύνη, θα θερίσεις φίλους.

Αν σπείρεις ταπεινοφροσύνη, θα θερίσεις μεγαλείο.

Αν σπείρεις επιμονή, θα θερίσεις νίκη.

Αν σπείρεις στοχασμό, θα θερίσεις αρμονία.

Αν σπείρεις σκληρή δουλειά, θα θερίσεις επιτυχία.

Αν σπείρεις συγχώρηση, θα θερίσεις συμφιλίωση.

Αν σπείρεις ειλικρίνεια, θα θερίσεις καλές σχέσεις.

Αν σπείρεις υπομονή, θα θερίσεις βελτίωση.

Αν σπείρεις πίστη, θα θερίσεις θαύματα.

Αν σπείρεις ανεντιμότητα, θα θερίσεις δυσπιστία.

Αν σπείρεις εγωισμό, θα θερίσεις μοναξιά.

Αν σπείρεις περηφάνια, θα θερίσεις καταστροφή.

Αν σπείρεις ζήλια, θα θερίσεις ταλαιπωρία.

Αν σπείρεις οκνηρία, θα θερίσεις στασιμότητα.

Αν σπείρεις πικρία, θα θερίσεις απομόνωση.

Αν σπείρεις πλεονεξία, θα θερίσεις απώλεια.

Αν σπείρεις κακολογία, θα θερίσεις εχθρούς.

Αν σπείρεις στενοχώριες, θα θερίσεις ρυτίδες.

Αν σπείρεις αμαρτίες, θα θερίσεις ενοχές.

Πρόσεχε, λοιπόν, τι σπέρνεις τώρα. Αυτό θα καθορίσει τι θα θερίσεις αύριο.

ΠΗΓΗ.xristianos.gr

Thursday, 3 April 2014

Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης-Το λάθος που κάνουν πολλοί νομίζοντας ως αρετή την μικροψυχία

Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης

 Αόρατος Πόλεμος 

 Σχετικά με αυτό, βρίσκονται σε πλάνη πολλοί, όσοι νομίζουν για αρετή την ολιγοψυχία και την υπερβολική λύπη που τους συνοδεύει ύστερα από την αμαρτία, μη γνωρίζοντας ότι αυτή προέρχεται από κρυφή υπερηφάνεια και πρόληψι, που έχουν κάνει θεμέλια πάνω στην ελπίδα και στο θάρρος που έχουν στο εαυτό τους και στις δυνάμεις τους. Γιατί αυτοί, υπολογίζοντας τον εαυτό τους ότι είναι κάτι, κατά κάποιον τρόπο, ξεθάρρεψαν πολύ, και βλέποντας με την δοκιμή της πτώσεως, ότι δεν έχουν καμμία δύναμι, ταράζονται και απορούν, σαν για κανένα πράγμα καινούργιο και ολιγοψυχούν βλέποντας πεσμένο στη γη εκείνο στο οποίο βασίσθηκαν (δηλαδή τον εαυτόν τους), πάνω στον οποίο είχαν αποθέσει το θάρρος και την ελπίδα τους. Αυτό όμως δεν γίνεται και στον ταπεινό, ο οποίος μόνο στο Θεό έχει την ελπίδα και το θάρρος του, χωρίς να έχη καμία ελπίδα στον εαυτό του. Γι αυτό, όταν πέση σε κάθε είδους σφάλμα, αν και αισθάνεται πόνο και λύπη, με όλο τούτο δεν ταράσσεται, ούτε απορεί. Γιατί ξέρει ότι αυτό του συνέβη από την αθλιότητα και την αδυναμία του εαυτού του, η οποία γνωρίζεται πολύ καλά με το φως της αλήθειας.


Η αργία (Ερμηνεία της ευχής του αγίου Εφραίμ του Σύρου)


του Μητρ. Μεσογαίας και Λευρεωτικής, Νικολάου 
Τέσσερα πράγματα να μην επιτρέψεις να συμβούν μέσα μου. «Πνεύμα αργίας, περιεργίας,φιλαρχίας και αργολογίας». Μην επιτρέψεις να υπάρξει μέσα μου μία κατάσταση αργίας, τεμπελιάς, ραθυμίας, ακηδίας, αδιαφορίας, ανορεξίας. Αυτό θα πει αργία. Να είμαι αργός, βραδύς, χωρίς εσωτερικούς παλμούς, χωρίς δυναμικό μέσα στην ψυχή μου. Ένας μουδιασμένος, μαραμένος, χωρίς ενδιαφέρον για πνευματικά. Φοβερή αρρώστια, ιδίως της εποχής μας. Πολλές φορές βλέπουμε νέα παιδιά ανόρεκτα, μάλλον κουρασμένα -να την πω την λέξη – βαριεστημένα, χωρίς διάθεση, χωρίς χυμούς, χωρίς ενθουσιασμό. Δεν μπορούμε έτσι να προχωρήσουμε. Λέει στο σοφό βιβλίο της Κλίμακος ότι η αργία είναι περιεκτικόν του θανάτου στοιχείον, είναι κάτι το οποίο θυμίζει τον θάνατο στον άνθρωπο. Πώς είναι δυνατόν να προχωρήσει στη ζωή ένας ο οποίος διακρίνεται από τεμπελιά; Γι” αυτό και η ακηδία, αυτή η περί τα πνευματικά αδιαφορία, θεωρείται από τους Πατέρες της Εκκλησίας μας ως ένα από τα επτά θανάσιμα, ολέθρια για την ψυχή μας, αμαρτήματα. Τις τελευταίες ημέρες ήλθε κάποιο παιδί που με πλησίασε, για να δούμε τι θα κάνουμε με τη Θεία Κοινωνία και με την εξομολόγηση. 
- Τι κάνεις για τον Θεό, παιδί μου; ρώτησα.
- Δεν έχω όρεξη για τίποτα, μού απαντά. Δεν μπορώ.
-Λίγη προσευχή δεν κάνεις; προχώρησα.
- Τίποτα. Ένα σταυρό, και πέφτω στο κρεβάτι.
- Γιατί; Ποιος ο λόγος; Τι σε εμποδίζει; Τι σε πιέζει και γίνεσαι τσιγγούνης στον Θεό;
-Νιώθω κουρασμένος, πάτερ.
-Το πρωί που είσαι ξεκούραστος;
-Δεν μπορώ, βιάζομαι. Σηκώνομαι, αλλά το αναβάλλω. Λέω από αύριο. Δεν έχω διάθεση. Δεν ξέρω τι μου φταίει. 
Αυτό είναι η ακηδία. Αυτό είναι η αργία. Αυτό θέλει βία και πίεση για να καταπολεμηθεί. «Η βασιλεία των ουρανών βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν» (Ματθ. 11,12). 
Αυτοί που ξέρουν να ζορίζονται, να ασκούνται , να επιμένουν, να αγωνίζονται, αυτοί αρπάζουν τη Βασιλεία του Θεού. Αυτοί που αργούν, που τεμπελιάζουν, που δεν μπορούν, που παραδίδονται έτσι στον χαλαρό εαυτό τους αυτοί μένουν δίχως γεύσεις, δίχως καρπούς. Αυτό με δυο λέξεις σημαίνει,χωρίς αγώνα, χωρίς άσκηση, τα πράγματα δεν θα μπορέσουν να πάρουν την καλή πορεία για την ψυχή μας. Να γιατί ξεκινούμε τη σαρακοστιανή προσευχή μας ζητώντας να μην επιτρέψει ο Θεός την αργία και την ακηδία και τη ραθυμία στην ψυχή μας. 
 
πηγή: oloiena

Wednesday, 2 April 2014

"Testimony from Mount Athos"-Elder Joseph of Vatopaidi-On the state of grief


“Grief in the Lord(or grief for the sake of the Lord- Πένθος κατα Θεόν) is the state in which the soul feels gloomy; it is the disposition of the aching heart, which does not cease fervently seeking that for which it feels thirst. The longer it takes for it to attain to this goal, the harder the heart struggles chasing after it and runs after it with painful lament”.( Saint John of the Ladder, 7th Word on On the joy-producing grief”)

            Grief and  what follows from it, are the most valuable tools and spoils of repentance. Without them our repentance is doubtful. What other means or tools could the penitent show when he is called upon to appear at the gate of the courts of repentance? What alternative posture is available to the convict and the condemned if not his sad, mournful and tearful attitude? That is the reason why grief not only is set as a prerequisite of repentance but is also blessed: “Blessed are those who mourn, for they will be comforted” ( Matthew 5,4)

            The factors which make up the state of grief are well known and I do not think that there is any man on this earth who has never been acquainted with them. If by ‘grief’ we generally mean ‘common grief’, definitely most or rather all the descendents of the first man have experienced this pain because “your whole head is injured, your whole heart afflicted”( Isaiah, 1,5). We are endorsing grief in the Lord (κατά Θεόν πένθος) as the state of mind which every penitent must acquire if he is to succeed in his goal. Tears stemming from social grieving and the hardships of life are of no value. On the contrary, they corrupt  their victims since “a crushed spirit dries up the bones” ( Proverbs 17,22). Tears in the Lord (or tears for the sake of the Lord- κατά Θεόν δάκρυα) freshen and comfort man like good envoys sent to our Lord and introduce us to His heaven, just as He promises: “Blessed are you who weep now for you will laugh”( Luke 6,21).

            The comprehensive love for hard work (φιλοπονία) is the main cause of grief. However, all the other tasks for which one is struggling also create this mournful state which conveys grief and lament. “Thirst and lack of sleep coerce the heart. When the heart is pressurized tears sprout”(Saint John of the Ladder, Word 6th, On the memory of death, paragraph 14). Every labour the body undertakes gives reason for grief and lament, if the penitent realises that this hardship reflects his effort for repentance.

            When we speak to the people today about grief, they think it is weird since they believe that crying is a shame. Of course it is not worth crying about transient and vain things. This kind of grief is part of the social convention. Our spiritual grief ( πνευματικόν πένθος) has more to do with our relationship with God and is a product not so much of our choice but of the grace of the Holy Spirit. The heart is coerced and causes the mournful state of grief when we recognise our responsibility for our trespasses. However, the spiritual grief which caused the Lord’s blessing is not the product of our invention but a gift from grace. God’s love approaches the heart and this causes spiritual joy, which is derived from the experience of the rejuvenation of our transformation or rather of our resurrection.

When the penitent is found at the state of “becoming” (γίγνεσθαι), whereby he is trying to intensify his cry towards our Savior, his tears become “his daily bread”. Similarly, “I eat ashes as my food and mingle my drink with tears”( Psalm 102,9). However, the divine power of the Father does not delay in sheltering and in advancing the mourner from the state of purification to that of illumination on which our entire hope rests. “You, O Lord, keep my lamp burning; my God turns my darkness into light..With your help I can run through a barricade” (Psalm 101,10).

            The humiliated heart, which has first been pierced by the arrows of the devil and then by the fatherly love of our Saviour after its repentance, has no other means of expressing itself than by tears. One is naive if one thinks that he can follow in the footsteps of Christ without shedding these double tiered (διπλά) tears. No matter how much the unfeeling heart has turned to stone by its demonic selfishness or by its monstrous self-love, the divine fire of Christ’s fatherly love is capable of softening it and making it as tender as a child’s. It is difficult for one to understand what we are talking about if one has never felt the flame of such love. But even at this latter stage, let one try to heed the first phrase of the gospel: “repent for the kingdom of heaven is at hand” ( Matthew 4,17) and he will experience this warmth reviving him.

            Grief, which we are describing as ‘spiritual’, has nothing to do with psychopathological phenomena. It is inexorably connected to the memory of God and thrives in the fire of divine love. Grief increases more and more when the fear and anxiety that it may retreat intensifies in the mind. This heavenly fire, while refreshing the heart, consumes passions and illuminates the mind; “our God is a consuming fire” ( Hebrews 12,29). When the mind perceives grace’s alliance, it regains its strength but it specifically empowers the soul to defend itself and stand up and fight. The four forces of the soul: wisdom, prudence, bravery and justice ( φρόνησις,  σωφροσύνη, ανδρεία και δικαιοσύνη), which had been enslaved by passions and darkness are hence being restored and the mind is able with their help to rout the strangers “as if they are one man”. The deeper our cry of repentance, the more decisively we are set free from the many, apparent needs. Hence frugality is advanced to actual indigence(ακτημοσύνην). The irrational fear for the need of self-preservation ceases while the second faith, that of contemplation becomes our property.Then, as our ever-memorable elder used to stress, man is able to breath an air of freedom.

During this state there is nothing which resembles the elements of this world. The air we breath, the light we see, the weight we feel, and generally speaking this body, are all transfigured to become heavenly and godly. More specifically, the light is the uncreated light which surrounds the “divine being” and pours out from none other than our God. It is the food of the immaterial angels, the joy and garment of the godly and our own expectation.

“I was trying to examine it”, our blessed elder was confiding “and it was becoming inconceivable. It was the purest white, immaterial. And funnily enough it seemed to be inside the body, outside and everywhere”. God “dwelling in the light”( A Timothy 6,16) wishes to approach the grieving soul with the fire of His love and abridge the length of our separation. For its part, the soul moved by the enormity of the award, expresses itself through whole-hearted tears, which are the measure of its own love, since it has nothing else to offer, because our Lord is in need of nothing (απροσδεής) and all-perfect (υπερτέλειος). “What God is so great as our God? You are the God who performs miracles”(Psalm 77,13-14).

The painful and bitter tears of repentance have been transformed into tears of love. This means that our prayer has been received by Christ, who has opened the inner sanctuary behind the curtain for us to enter, “where he went before us, has entered on our behalf”( Hebrews 6,20) through His tears at Gethsemane. “For all of you who were baptised in Christ have clothed yourselves with Christ”( Galatians 3,27)says the Church. And those of you who have been baptised in the divine and uncreated light, you have been clothed with it for ever. It is in this way that the God of all( ο επί πάντων Θεός), becomes everything to everyone in favour of the humilitated and grieving soul. “And in my prosperity I said I shall never be moved. Lord by your favour you have made my mountain stand strong, but when you hid your face and I was dismayed” ( Psalm 30,6-7). The more we take care to preserve this state of grief, the longer grace remains with us, since it is rather from grace that the total energy is derived. Several times however despite our vigilance, this blessing is interrupted and then the following verse of the psalm is applicable: “You hid your face and I was dismayed”. Such conditions are inevitable during our lives, but remain hidden from the masses. Our Fathers call these conditions “changes”, which always accompany man in his practical struggle until such time as he transcends the second stage, i.e the illumination with the help of grace, and enters the deification or final stage, where total spiritual love reigns and the divine promises are absolutely accomplished.

Loving hard work willingly and continuously proves the practical presence of humility. Here God “gives grace to the humble”( James 4,6). And again: “I humbled myself and the Lord did save me”(Psalm 114,6?) When the energies of passions cease and divine grace assesses that the soul has made enough progress, it will certainly permit temptation to enter. Here again, changes will appear. If temptations present themselves before the cessation of passions, then this means that there was some carelessness which needs to be rectified and the spirit crashed so that “the lame may not be disabled but rather healed”( Hebrews 12,13). Natural temptations, through which all the devout have been tested, will show up only in their appropriate place, as we have said before, and all of them are invaluable. That is the reason why our Fathers stress: “remove the temptations and no one will be saved”. If according to the scriptures “things that cause people to sin are bound to come”( Luke 17,1) who can swim through these seas in calm waters? The saying: “We went through fire and water but you brought us to a place of abundance”(Psalm 66,12) will also be applicable on us, because it is only through this path that the countless martyrs and confessors and all those who loved God, have travelled.

We have spoken about changes which, after our fall, are the inseparable companions of our lives, just like parasites. They also show up together with the various temptations, and they will also have to be targeted during our continuous fight. Temptations, which test our faith in God, are not just external and neutral, but also internal, through the natural changes which have to do with our physical world. According to our fathers, the changes have four causes. They transform the body’s constitution and convey either good or bad thoughts to the mind. These are: the angels, the demons, the environmental climate and diet. Because of such effects, the natural laws of our constitution change and convey the relevant thoughts to the mind. When the Lord wishes, the angels change man’s thoughts and disposition through words; when the Lord permits either to educate or to test man, demons affect man by contact; while the environment and diet upset man’s health and alter his disposition and intentions. There are also some acquired influences which come from memory or hearing or sight and are caused by bizarre, horrifying, distressing or pleasant events. This whole irregularity, which takes place  unexpectedly, especially if there are some passionate inclinations of the soul which alter a man’s state, is and is described as ‘temptation’. These are more or less the temptations caused by the various changes. But the ‘labyrinth’ under examination is immeasurable. David was justified when he was lamenting “Were I to count them, they would outnumber the grains of sand”( Psalm 139,18), And again this is what he was writing on the dire causes of temptations: “A thousand may fall at your side, ten thousand at your right hand, but it will not come near you” (Psalm 91-7)

After the fall, since man lives in the valley of tears because he has shown preference for the passionate knowledge (or flawed knowledge-εμπαθή γνώση), ought from now on to engage in a constant fight against evil as if he is a prisoner on death row, in order to practically confess his opposition to evil and restore his obedience and his dependence on God, whose grace has been given as a present through his baptism.

The whole meaning of our life in this world is none other than to be constantly confessing since we have fallen because we have denied God’s wishes. The incarnate Word God, concerned about our salvation, has granted us the absolution of our guilt through the shedding of His blood. However, He has left it to us to chose the way with which we are to reverse our treason, so that we may replace the willing denial with the willing confession. He did not give an order for the way this was to be done, but gave a practical example of the perfect submission and obedience to the Father, by His presence, “nothing is similar to the greatness of the father”(μηδέν ων ήττον τής πατρικής μεγαλωσύνης). “So that every mouth be silenced and the whole world held accountable to God” ( Romans 3,19).

 Since God created everything as “very good”, man could not render imperfect the creation through his own trespass. Therefore, the cause and the restoration of the trespass belongs to the very carrier of the disorder. In his incomparable love however, the Lord’s only begotten Son has set Himself as the model, becoming man, in order to reveal the fullness of His love to the creation and practically teach  obedience as a cure for disobedience and rebellion.

source: Translated by Olga Konari Kokkinou from the Greek edition: Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Αθωνική Μαρτυρία, Ψυχοφελή Βατοπαιδινά 2, Έκδοσις β΄, Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 2008.

Pemptousia.com

Χρήσιμες Συμβουλές για τον προσερχόμενο στο Ιερό Μυστήριο της Εξομολογήσεως


1. Ἡ ἐξομολόγηση ἀποτελεῖ μυστήριο τῆς ᾽Εκκλησίας. Ὅπως εἶναι τό βάπτισμα, τό χρίσμα, ἡ Θεία Εὐχαριστία, τό ἴδιο συμβαίνει καί ἐδῶ. Εἶναι σάν μιά βρύση πού ὅταν ἀνοίγει προσφέρει τήν χάρη τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν, μέ τήν ἔννοια ὅτι ὁδηγεῖ τόν πιστό στό σημεῖο ἐκεῖνο ὥστε νά δεχθεῖ τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ, πού αὐτό κυρίως εἶναι ῾῾εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καί εἰς ζωήν αἰώνιον᾽᾽. Ὁ ἐξομολογούμενος ἄρα ἔρχεται σέ ἄμεση σχέση μέ τόν ἴδιο τόν Χριστό. Σ᾽ ᾽Εκεῖνον στήν πραγματικότητα ἐξομολογεῖται, γι᾽ αὐτό καί δέν ἔχει νόημα νά μήν εἶναι εἰλικρινής. Ἡ ἐξομολόγηση εἶναι βρύση, τήν κάνουλα ὅμως πού ἀνοίγει τή βρύση τήν ἔχει στά χέρια του ὁ ἐξομολογούμενος. ῎Ετσι στό μυστήριο αὐτό δέν παίζει ρόλο τόσο ὁ ἐξομολόγος ὅσο ὁ ἐξομολογούμενος.
2. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ προσερχόμενος στό μυστήριο δέν ἔρχεται ἀπροετοίμαστος. Πρέπει νά ἔχει προηγηθεῖ ἡ μετάνοιά του, δηλαδή ἡ συναίσθηση τῶν ἁμαρτιῶν του καί ἡ ἀπόφαση ἀλλαγῆς του, ἡ ὁποία θά καταλήξει στήν ὁμολογία τῶν ἁμαρτιῶν ἐν ταπεινώσει ἐνώπιον τοῦ ἱερέα. Ὁ ἱερέας ἔχει τήν ἐξουσία ἀπό τόν Χριστό καί τήν ᾽Εκκλησία νά γίνεται ὄργανο τοῦ Χριστοῦ γιά τήν παροχή τῆς χάρης τῆς ἀφέσεως. Ὁ ἱερέας ἔτσι δέν εἶναι οὔτε εἰσαγγελέας οὔτε δικαστής. Εἶναι ὁ μάρτυρας τῆς μετανοίας τοῦ πιστοῦ, πού χαίρεται γι᾽ αὐτήν ἀκριβῶς τή μετάνοια, ὅπως ἀκριβῶς χαίρεται ὁ Θεός καί ὅλος ὁ οὐράνιος κόσμος γιά τόν ἴδιο λόγο. ῎Αλλωστε καί ὁ ἴδιος ἐξομολογεῖται σέ ἄλλον ἱερέα.
3. Ὁ μετανοημένος λοιπόν πιστός ἔχει ἐξετάσει τόν ἑαυτό του α) ὡς πρός τή σχέση του μέ τόν ἴδιο τόν Θεό: ἄν Τόν ἀγαπᾶ, ἄν συνεπῶς Τόν σκέπτεται, ἄν προσεύχεται, ἄν ἐκκλησιάζεται, ἄν προσπαθεῖ γενικῶς νά τηρεῖ τό ἅγιο θέλημά Του· β) ὡς πρός τήν σχέση του μέ τόν συνάνθρωπο: ἄν καί αὐτόν τόν ἀγαπᾶ καί τόν σέβεται, ἄν δέν τόν κατακρίνει, ἄν δέν τόν ὑβρίζει, ἄν δέν σκέπτεται πονηρά γι᾽ αὐτόν κλπ.· γ) ὡς πρός τόν ἑαυτό του: ἄν σέβεται καί τό σῶμα του καί τήν ψυχή του ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ἄν δέν τόν καταστρέφει καί τόν φθείρει μέ ποτά, τσιγάρα κ.ἄ., ἄν ἔχει τήν πίστη στή ζωή του πού ζητᾶ ὁ Θεός. Μέ ἄλλα λόγια τό βασικό κριτήριο μέ τό ὁποῖο ἐλέγχει τήν ζωή του εἶναι ἡ ἀγάπη, ἀπό τήν τήρηση τῆς ὁποίας ἐξαρτᾶται ἡ ζωντανή σχέση μέ τόν Θεό ἤ ὄχι. Γι᾽ αὐτά ὅλα μετανοεῖ καί παρακαλεῖ τόν Θεό νά τόν συγχωρήσει καί νά τόν βοηθήσει νά μήν τά ἐπαναλάβει. ῎Αν τυχόν ἀργότερα γιά λόγους ἀδυναμίας ἁμαρτήσει καί πάλι, καί πάλι θά ἀκολουθήσει τήν ἴδια διαδικασία. Ὁ Θεός δέν ῾βαριέται᾽ νά μᾶς συγχωρεῖ, γιατί μᾶς ἀγαπάει. Εἶναι ὁ Πατέρας μας.
4. Προσοχή λοιπόν! ᾽Εξομολογούμαστε τίς δικές μας ἁμαρτίες καί ὄχι τίς ἁμαρτίες ἄλλων. Καί ὁμολογοῦμε τίς ἁμαρτίες χωρίς περιστροφές, δικαιολογίες καί ἱστορίες. Ἡ προσπάθεια νά δικαιολογήσουμε τίς ἁμαρτίες μας δείχνει ὅτι στήν πραγματικότητα δέν ἔχουμε μετανοήσει γι᾽ αὐτές. Στήν περίπτωση αὐτή καί ὁ ἐξομολογούμενος δέν ἀναπαύεται ψυχικά, ἀλλά καί ὁ ἱερέας καταπονεῖται. Διότι ἀκριβῶς δέν γίνεται σωστή ἐξομολόγηση.
5. Δέν εἶναι σωστό λοιπόν νά μακρηγορεῖ κανείς στήν ἐξομολόγηση. Ὁμολογοῦμε σύντομα τίς ἁμαρτίες μας, μέ μετάνοια καί συναίσθηση, καί δεχόμαστε μέ ἐμπιστοσύνη τίς ὅποιες συμβουλές τοῦ ἐξομολόγου. ᾽Ιδιαιτέρως, δέν χρειάζεται ἀνάλυση στίς σαρκικές λεγόμενες ἁμαρτίες. Τίς ὁμολογοῦμε μέ λιτό καί ἐπιγραμματικό τρόπο. Γι᾽ αὐτό καί δέν εἶναι ἐπιτρεπτό νά καθυστερεῖ κανείς στό ἐξομολογητήριο. ῎Αν ὑπάρχει κάποιο ἰδιαίτερο πρόβλημα πρός συζήτηση, θά πρέπει νά ἀντιμετωπιστεῖ κάποια ἄλλη ὥρα πέραν τῆς ἐξομολογήσεως, καί ὁπωσδήποτε ὄχι πρό τῶν μεγάλων ἑορτῶν τῶν Χριστουγέννων καί τοῦ Πάσχα. Τό πρόγραμμα τοῦ ἱερέα τότε εἶναι ἀρκετά βαρυμένο.
π. Γεώργιος Δορμπαράκης
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...