Saturday, 1 February 2014

The Meeting of Our Lord..


When the Egyptian king Ptolemy Philadelphus, founder of the glorious library of Alexandria, wished to have the Old Testament books in the Bible translated from Hebrew into Greek, the Jewish Sanhedrin (High Council) chose 72 righteous men from among the Hebrews, six from each tribe of Israel, who knew both languages well. Among these 72 men was a certain elder named Simeon.
While translating the Book of Isaiah, he stopped at a prophecy well-known to him: “Behold, a Virgin shall conceive and bear a Son…” (Isaiah 7:14). Simeon had doubts about the word “Virgin,” and after pondering for a while, decided to replace it with the words “young woman,” as being more understandable and believable. But suddenly an angel appeared before him and, staying his hand, said: “Believe in what is written. You shall see with your own eyes the fulfillment of this incomprehensible prophecy.” This took place about 270 years before the birth of Christ.


And so years, decades and centuries passed. Simeon patiently waited for the fulfillment of God’s word, announced to him by the angel, and daily visited the temple of Jerusalem. And thus, when the Most-Holy Virgin Mary, in accordance with the law of Moses, brought the Infant Christ to the temple on the 40th day after His birth, Simeon was divinely inspired to recognize Them, together with the prophetess Anna who lived at the temple. Piously he bowed down to the Infant and His Mother, and taking the Infant God up in his arms, he turned to Him with the following moving prayer: “Lord, now lettest Thou Thy servant depart in peace…” (Luke 2:29-32).
We read this prayer at the end of each vespers, at the end of the day, which symbolizes the end of life, since sleep is the foreshadow of death.
Thus the holy prophet Isaiah’s words came to pass, and the righteous Simeon’s expectation was fulfilled: in the temple he met Christ born of a Virgin, and for this reason the holiday is called the Meeting of our Lord.

For many years afterwards the event of Christ’s presentation at the temple of Jerusalem was commemorated, but after a while the memory of this event apparently began to fade. And then in 542 A.D. there was a terrible plague in the Byzantine Empire, so that many thousands died every day, and the bodies of the dead lay for a long time without being buried, while in the city of Antioch another natural disaster was added – a severe earthquake. Many buildings were destroyed, burying in their ruins those who had survived the plague. At that time a certain pious person received a revelation from above that people should begin celebrating the day of the Meeting of the Lord, as well as other feasts of the Lord and the Theotokos. Thus, on the eve of the 40th day after the Nativity of Christ, i.e. the day of the Meeting of our Lord, when the all-night vigil was served, followed by a procession with the cross, – the plague and the earthquake immediately stopped. The joyful inhabitants gave glory, praise and thanks to the Lord God and His Most-Holy Mother.

The meeting with the Infant Christ had great meaning for the elder Simeon. But what meaning does it have for us and for our salvation?

To understand the deep significance of this holiday we must turn to the service for this day, because the Holy Church has expressed its understanding of Gospel events most fully in its services. “In the Law – in the shadow and in the Scriptures – do we, the faithful, behold the symbol: every male child opening the womb is consecrated to God…” (9th ode of the canon). In the Old Testament law, which only served to foreshadow the coming law, each first-born male from each family of the chosen people was dedicated to God. This law was established at the time when the Lord smote with death all the first-born of Egypt, sparing the first-born of the ancient Jews, who henceforth began to be considered as God’s property, and whom their mothers were obligated to give over into full service to God, i.e. consecrate to God, in other words – make them their priests and intercessors before God. However, since many families found it difficult to give up their first-born for service to God, Moses, not without God’s approval, modified this law to some extent, replacing the first-born from each family with a universal first-born from the entire people – with the tribe of Levy, which became totally dedicated to God and became the priesthood of the ancient Jews. In order to authenticate this exchange, each mother had to bring her first-born to the temple on the 40th day after his birth, offer a sacrifice to God, and redeem her infant in order to obtain the right to get him back, while transferring his obligations to the priests.

Such is the origin and the meaning of Old Testament priesthood. However, all these institutions, though established with God’s approval, were only human prerogatives and thus lacked grace, because they only served to foreshadow the future. The service of the priesthood openly prophesied to the people the forthcoming High Priest and the forthcoming salvific Sacrifice. All Old Testament “gifts and sacrifices… were imposed on them until the time of reformation… but Christ the High Priest, neither by the blood of goats and calves, but by His own blood entered once into the holy place, having obtained eternal redemption for us” (Hebrews 9:9-12).

Faced with the Infant Christ, the entire Old Testament priesthood could be considered as having fulfilled its temporary foreshadowing service and could say to Christ together with the elder Simeon: “Lord, now lettest Thou Thy servant depart…,” and not only in terms of wishing quick deliverance from earthly life, but also quick deliverance from its priestly service which was inactive (i.e. lacking grace) in the face of the eternal High Priest and the redeeming Sacrifice.

The content of the holiday service reveals to us the chief meaning of the coming of the Son of God to earth, which lay not in a glorious establishment of a universal earthly kingdom of the Messiah, as the leaders of the Jewish people wished it, but in His service as a High Priest to the world and in His priestly sacrifice of atonement. The elder Simeon speaks of this to the Most-Holy Virgin Mary, as he prophetically views Her future station at the Cross and likens it to a sword piercing Her heart. And the elder himself, already seeing in the Divine Infant the beginning of the redeeming sacrifice for which He had been born, expresses his desire to descend as quickly as possible into hell, in order to proclaim to the prisoners languishing there the great joy of the first rays of the Paschal Sun (7th ode of the canon). Amen.

Protopriest Igor Hrebinka

Η ΥΠΑΠΑΝΤΗ - Μικρό σχόλιο στη βυζαντινή εικόνα


02 Φεβρουαρίου, η εν τω ναώ Υπαπαντή του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού - Μικρό σχόλιο στη βυζαντινή εικόνα της εορτής, Υμνολογική εκλογή.

«Λέγε Συμεών, τίνα φέρων εν αγκάλαις, εν τω ναώ αγάλλη;», ερωτά υμνογραφώντας ο άγιος Γερμανός, πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, στο πρώτο Στιχηρό ιδιόμελο του Εσπερινού της Υπαπαντής, ήχου α. Η βυζαντινή εικόνα της Υπαπαντής του Κυρίου, αποτολμά ν’ απαντήσει στο υμνολογικό αυτό ερώτημα μ’ ένα άλλο είδος τέχνης, περισσότερο προσιτό στο ευρύτερο σώμα των πιστών.

Η σκηνή εικονίζει την εκπλήρωση του εβραϊκού έθους. Του έθους που καθόρισε η απαίτηση του ίδιου του Θεού, «παν άρσεν το την μήτραν διανοίγον», να αφιερώνεται σ’ Αυτόν. ( Εξοδ. ιγ´ 2), όπως εμφατικά σημειώνεται και στον Ειρμό της εννάτης ωδής της Υπαπαντής. Αυτή την πραγματοποίηση του «ειθισμένου, κατά το ειρημένον του νόμου» (Λουκ. Β. 24, 27), ιστορεί η εικόνα της Υπαπαντής. Πέντε πρόσωπα απαρτίζουν την σύνθεση. Η Υπεραγία Θεοτόκος με τον Ιωσήφ φέρνουν στον ναό τον τεσσαρακονθήμερο Ιησού Χριστό. Τα δύο άλλα πρόσωπα είναι πρόσωπα του ναού, και συναντούν τους προσερχομένους εντός του ιερού χώρου. Ο Συμεών ο πρεσβύτης, άνθρωπος χαριτωμένος απ’ το Πνεύμα του Θεού, «δίκαιος και ευλαβής, προσδεχόμενος παράκλησιν του Ισραήλ» (Λουκ. β´ 25), και η αγία Άννα η προφήτιδα, θυγατέρα Φανουήλ, σε προχωρημένη ηλικία και αυτή. Λαμπάδα λιωμένη στην υπηρεσία του ναού από τη νεότητά της, από τότε που χήρευσε. Στα χέρια της, που τόσα χρόνια διακόνησαν τις ανάγκες του ναού, κρατεί ειλητάριο με λόγους προφητικούς, που αναφέρονται στο πρόσωπο του προσφερομένου βρέφους Ιησού. «Τούτο το βρέφος, ουρανόν και γην εστερέωσεν».


Ο εικονογράφος δεν επιλέγει να ισορροπήσει τη σύνθεση σ’ ένα από τα εικονιζόμενα πρόσωπα, παρόλο που κεντρική θέση έχουν κατά βάση δύο. της Υπεραγίας Θεοτόκου, και του βρέφους Ιησού. Το κέντρο της εικόνας κατέχει το ιερό, στηριζόμενο σε τέσσερις κολώνες, στεφανωμένες από μια σινδόνη. Το ιερό με τη σινδόνη μοιάζουν να διαιρούν την εικόνα στα δύο. Άλλωστε το όλο συμβάν της Υπαπαντής του Κυρίου ενώνει δύο σαφέστατα διαφορετικούς χώρους. Το χώρο της Παλαιάς με την Καινή Διαθήκη. Της προσδοκίας των αιώνων, με Τον Προσδοκώμενο. Της φθοράς του γήρατος και του θανάτου, με την αφθαρσία και τη ζωή του βρέφους Ιησού.


Δεν σημαίνονται όμως μόνο συνθετικά οι δύο κόσμοι που ενοποιούνται από το γεγονός που περιγράφει η εικόνα, αλλά και υφολογικά υποδηλώνεται το διττό μήνυμα της εορτής. Η χαρά και η λύπη. Η χαρά εκπεφρασμένη από τον πρεσβύτη Συμεών. Τον γέροντα που με τρεμάμενα από το βαθύ γήρας χέρια, προσδέχεται Αυτόν που ανέμενε αιώνες η παλαιοδιαθηκική ευσέβεια, και διψούσε ο ιουδαϊκός λαός: τον λυτρωτή του κόσμου. Τον Συμεών, που αξιώνεται να γίνει θεοδόχος! Τα πόδια του λυγίζουν από ευλάβεια. Τα μάτια του κοιτούν με δέος «το σωτήριον φως» (Λουκ. Β. 30, 32) του θεανθρωπίνου Βρέφους. Τα χέρια του, σκεπασμένα από συστολή και σεβασμό με μια άκρη του ενδύματός του, γίνονται θρόνος. Θρόνος όχι για να υποδεχθούν ένα κοινό βρέφος, αλλά για να κρατήσουν Αυτόν που κρατεί ολόκληρη την οικουμένη. Τα χέρια του πρεσβύτου Συμεών, που με τόση ευλάβεια κρατούν το θείο Βρέφος πάνω από το θυσιαστήριο του ναού, θυμίζουν τόσο πολύ την εικόνα των λειτουργών ιερέων που προβάλλουν ενώπιόν μας το θυσιασμένο και αναστημένο Σώμα και Αίμα του Κυρίου Ιησού. Όλες οι γραμμές του σώματος του αγίου Συμεών, μαζί με τις πτυχώσεις των ενδυμάτων του τείνουν προς τον Κύριο. Λυγίζουν, και με μια καμπυλόγραμμη κίνηση υποτυπώνουν το δοχείο που πληρούται από το περιεχόμενό του, που δεν είναι τίποτε άλλο εν προκειμένω από τη θεία Χάρη.


Αλλά αν η χαρά και η ανέκφραστη αγαλλίαση αφορούν και αποτυπώνονται στον πρεσβύτη Συμεών, η Υπεραγία Θεοτόκος ενσαρκώνει τον πόνο και την θλίψη. Πόνο γιατί προσφέρει και αποχωρίζεται τον Υιό της. Τα χέρια της διατηρούν μια κίνηση σαν να κρατούν ακόμη τον Ιησού Χριστό, σαν να μην θέλουν να Τον αποχωρισθούν. Και ο Υιός της, φαίνεται να ανταποκρίνεται στα μητρικά της αισθήματα. Απλώνει κι αυτός το χέρι του σε μια προσπάθεια να μην αποχωρισθεί την Παναγία μητέρα Του. Μια έκφραση των αισθημάτων της τελείας ανθρωπίνης φύσεώς Του.

Ανάμεσα στην Υπεραγία Θεοτόκο και τον θεοδόχο Συμεών, υψώνεται το ιερό, το οποίο βρίσκεται στο κέντρο της εικόνας, σχηματίζοντας ένα φράγμα απαγορευτικό. Η Θεομήτωρ στερείται τον Υιό της, και η θλίψη της επιτείνεται από τα προφητικά λόγια του αγίου Συμεών «και σου την καρδίαν διελεύσεται ρομφαία» (Λουκ. Β. 35). Η Παναγία πλέον αρχίζει να στρατεύεται στον δρόμο του σταυρού, που είναι το δώρο του Υιού της σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Το δώρο αυτό που χαρίζεται και στην ίδια, με μια διπλή επίπτωση. Της χαράς, της σωτηρίας και της λυτρώσεως από τη μια, και από την άλλη, της θλίψεως της μητρικής καρδιάς της μπροστά στην άρνηση αποδοχής από τον κόσμο του υιού και Θεού της. Άρνηση που θα φθάσει μέχρι τον σταυρικό θάνατο.


« Ανοιγέσθω η πύλη του ουρανού σήμερον), όπως ψάλλεται και στο Δοξαστικό των εκεκραγαρίων του Εσπερινού της Υπαπαντής, σε ήχο πλ. Του β. γι’ αυτό και ο εικονογράφος ιστορεί τα κτήρια και τις στέγες τους να συγκλίνουν σ’ Αυτόν που αγιάζει ολόκληρη την κτίση. Αυτόν που είναι «φως διασκεδάζον των απίστων εθνών την σκοτόμαιναν, και δόξαν του νεολέκτου Ισραήλ», όπως τονίζεται και στο ιδιόμελο της Λιτής της Υπαπαντής, που ψάλλεται σε ήχο α. Λυτρωτής τόσο του εθνικού ειδωλολατρικού κόσμου, όσο και του ισραηλιτικού λαού. Και το λυτρωτικό αυτό μήνυμα που αφορά όλο τον κόσμο, υποδηλώνεται από τα δύο περιστέρια, τα οποία προσφέρει ο Ιωσήφ στον ναό. Δεν ανταποκρίνονται μόνο στην καθορισμένη προσφορά, αλλά συμβολίζουν και τους δύο κόσμους, για τους οποίους προσφέρεται η θυσία του Κυρίου μας. Τον κόσμο των εθνικών και της ειδωλολατρίας, και τον κόσμο του ευεργετηθέντος Ισραήλ.


Υπαπαντή! Σημαίνει συνάντηση του Κυρίου με την προσδοκία του κόσμου.
Υπαπαντή! Καθ’ ην «Χορός αγγελικός, εκπληττέσθω το θαύμα! βροτοί δε ταις φωναίς, ανακράξωμεν ύμνον,ορώντες την άφατον του Θεού συγκατάβασιν», όπως θαυμάσια προτρέπει το Κάθισμα της πρώτης στιχολογίας του Όρθρου της εορτής, ήχου α., και μέσα από την περιγραφική, συμβολική, αγία και ιεροπρεπή τέχνη της βυζαντινής εικονογραφίας. Ας προσκυνήσουμε λοιπόν το ιστορούμενο γεγονός. Ας προσκυνήσουμε τον νηπιάσαντα και βρεφοκρατούμενο Σωτήρα και Λυτρωτή μας.

Friday, 31 January 2014

ΕΝΑ ΗΡΩΑΣ 13 ΕΤΩΝ ΜΕ ΚΑΡΚΙΝΟ ΠΟΥ ΝΙΚΗΣΕ ΟΡΘΟΔΟΞΩΣ ΤΟΝ ΦΟΒΟ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ!!


«Μόνο ὁ ἀβάσταχτος, ὁ βαθύς πόνος φέρνει τήν ἀναγέννηση, τό νέο ἄνθρωπο».

Ἀπόσπασμα ὁμιλίας τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου
στὸ 2ο Συμπόσιο Νοσηλευτικῆς Ὀγκολογίας
στό Γενικό Νοσοκομεῖο τῆς Ἀεροπορίας 251,
τό  φθινόπωρο τοῦ 2013
.                      […] Πρόκειται γιά ἕνα παιδί πού προσβλήθηκε ἀπό καρκίνο σέ ἡλικία 13 ἐτῶν καί τελικά πέθανε σέ ἡλικία 18 ἐτῶν. Ἦταν ἕνα ζωηρό παιδί μέ ὄνειρα γιά τήν ζωή, μέ ἔντονη κοινωνική δραστηριότητα, τό ὁποῖο ὅμως κατά τήν διάρκεια τῆς ἀντιμετώπισης τοῦ καρκίνου βοηθήθηκε ἀπό τήν μάνα του καί χρησιμοποίησε τήν νηπτική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας.
.                     Τήν ὅλη περιπέτεια τῆς ἀσθενείας περιγράφει ἡ μάνα του σέ βιβλίο πού κυκλοφορεῖ μέ τόν τίτλο «ὑπόσχεση».[…]
.                       […] Ὅταν τό παιδί ἀρρώστησε στήν ἡλικία τῶν 13 ἐτῶν ἄρχισε μιά συναρπαστική περιπέτεια. Ἀπό τήν μιά μεριά ἔπρεπε νά ἀντιμετωπισθῆ ἡ ἀσθένεια, χρησιμοποιώντας ὅλες τίς μεθόδους, ἰατρικές θεραπεῖες, ἐναλλακτικές θεραπεῖες, ψυχολογικές, διαλογισμός, ἀπό τήν ἄλλη μεριά ἔπρεπε νά ἀντιμετωπισθῆ ὁ ψυχικός πόνος καί τῶν δύο, ἀλλά κυρίως τό πρόβλημα τοῦ θανάτου πού ἐμφανίσθηκε μπροστά τους.
Τό παιδί «ἦταν πανέξυπνο, ἐρευνητικό μυαλό, ἔψαχνε γιά τά πάντα καί διψοῦσε γιά τή γνώση». Ἡ μάνα «γαλουχήθηκε μέ τό ὅραμα ν’ ἀλλάξει τόν κόσμο. Ἡ γενιά τοῦ Πολυτεχνείου, οἱ τελευταῖοι μαρξιστές, πίστεψαν σ’ αὐτό τό δόγμα». «Μέ τήν ἔπαρση τῆς ἀριστερῆς ἰδεολογίας κάποτε, ἦταν φουσκωμένη μέ ὁράματα, ἰδέες, λύσεις».
.                      Καί ὅταν ἦλθε ὁ καρκίνος, ἐμφανίσθηκε καί μιά ἄλλη πραγματικότητα. Τό ἐρώτημα τοῦ παιδιοῦ στήν μάνα ἦταν ἀδυσώπητο: «Τί γίνεται μετά τό θάνατο; ὅλα τέλος;». Καί ἡ μάνα του αἰσθάνθηκε νά σπάζουν τά μούτρα της «ὅταν κατάλαβε τό ἀτελές τοῦ συστήματος τοῦ κόσμου». Καί διηγεῖται: «Πῶς νά τόν ἱκανοποιήσω μέ ἀπαντήσεις ρηχές μέσα ἀπό τήν σφαίρα τῆς λογικῆς καί τόν κόσμο τοῦ ὀρθολογισμοῦ; Ἄθελά μου, ἐντελῶς μηχανιστικά ἀπό τή δική μου πλευρά, τοῦ ἔστρεψα τήν προσοχή στήν προσευχή. Ἔτσι, ὅπως θά ἔκανε ἡ μάνα μου. Προσευχή γιά νά τιθασεύσει τόν ἀβάσταχτο πόνο. Καί τότε ὁ πόνος ἄρχισε νά δουλεύει θεραπευτικά γιά τήν ψυχή τοῦ Βανή, ἐνῶ ἐμένα ἀπειλοῦσε νά μέ συνθλίψει. Ὁ πόνος, ἄν δέν σέ καταστρέψει, θά σέ ἀναστήσει».
.                      Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει πολλές θεραπευτικές δυνατότητες πού παραμένουν ἄγνωστες ἤ ἀναξιοποίητες … κάνει τόν ἄνθρωπο νά ἀντιμετωπίζη σωστά ὅλα τά προβλήματά του καί νά ὑπερβαίνη καί αὐτόν τόν θάνατο.
.                      Ἡ ὅλη περιπέτεια τῆς ἀσθένειας ἦταν συγκλονιστική. Ἡ ἴδια διηγεῖται:
«Ἡ “ἐμπειρία” τοῦ καρκίνου πού ζήσαμε, δέν ἦταν ἁπλά μιά “κατάσταση” στή ζωή μας. Ἦταν ἡ ἴδια ἡ ζωή στήν ὁριακή της πλευρά μέ τό θάνατο. Ἀπό τίς πρῶτες μέρες τό ἴδιο τό παιδί μου κοιτάζει κατάματα τό ἐνδεχόμενο τοῦ θανάτου του καί ρωτάει: “τί γίνεται μετά τό θάνατο; Ὅλα τέλος;” Ἀπό ἐκεῖ καί πέρα ἀρχίζει μία ἀναζήτηση στά τρίσβαθα τοῦ εἶναι μας. Ἡ ἐρώτηση ἦταν τέτοια πού σχετιζότανε οὐσιαστικά μέ τό σκοπό τῆς ὕπαρξής μας.
Ἤδη τό νόημα τῆς ὕπαρξης γιά μένα εἶχε θρυμματιστεῖ. Μέ τό χρόνο, διαπίστωσα ὅτι ἡ ἐπιστήμη, ἡ ἰατρική, ὅπως καί τά διάφορα ψυχοθεραπευτικά καί φιλοσοφικά ρεύματα, ἀδυνατοῦν νά δώσουν ἱκανοποιητικές ἀπαντήσεις σέ ὁριακά ζητήματα τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου. Μοῦ πῆρε πολύ χρόνο ἐπίσης νά διαπιστώσω ὅτι, ὅσο καί ἄν πασχίζουν ἡ ἐπιστημονική ἔρευνα, ἡ ἐξέλιξη τῆς ἰατρικῆς, ἡ ἀνάπτυξη τῆς τεχνολογίας καί ἡ παρουσία ἀναρίθμητων ψυχοθεραπευτικῶν συστημάτων, ἀδυνατοῦν νά διαχειριστοῦν καί νά ἀπαντήσουν σέ ζητήματα πού ἅπτονται τῆς ἠθικῆς, τῆς ἐλεύθερης βούλησης καί τοῦ πόνου στή ζωή τοῦ ἀνθρώπου». 
Ἡ μάνα ἀγαποῦσε μυστικά καί αἰσθητά, ὠθοῦσε τό παιδί της στήν προσευχή. Καί ἐκεῖνο ἀνταποκρινόταν μέ θαυμαστό τρόπο. Προσευχόταν, ἀναζητοῦσε τήν ἡσυχία. «Ἀνακάλυπτε τόν ἑαυτό του. Προχωροῦσε στήν αὐτογνωσία. Καθόριζε τήν ψυχή του, σέ σχέση μέ τούς ἄλλους ἀνθρώπους γύρω του. Ἀπελευθερωνόταν ἀπό μικρόψυχους κλυδωνισμούς καί ἐξαρτήσεις. Προσπαθοῦσε ν’ ἀντέξει τόν ἑαυτό του, νά τόν κυριαρχήσει. Φαινόταν στόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ἀντιμετώπιζε τούς ἀπανωτούς πόνους καί τίς δυσοίωνες διαγνώσεις. Πάσχιζε νά ἐλευθερωθεῖ».
 «Ἡ στάση του ἀπέναντι στό καρκίνο ἦταν ἡρωική. Πάλη ἄνιση, ἀγώνας μέχρι τό τέλος, ἀγόγγυστος καί ΥΠΟΜΟΝΗ-ΥΠΟΜΟΝΗ-ΥΠΟΜΟΝΗ. Ἡ ὑπομονή του δέν εἶχε κανένα στοιχεῖο ἠττοπάθειας ἤ παραίτησης. Ἦταν σκληρή ἀποδοχή τῆς πραγματικότητας. Ἡ ὑπομονή του, τοῦ ἔδωσε χρόνο καί γαλήνη νά στραφῆ στό πνεῦμα του. Ἀνακάλυψε τήν προσευχή, σιωπηλά. Αὐτή τόν ἀπογείωσε. Τόν ἔκανε νά ξεπεράσει τόν ἑαυτό του, νά βγεῖ ἔξω ἀπό τόν ἑαυτό του. Μεταμόρφωσε τόν χαρακτήρα του, τήν ἐγωπάθειά του. Τόν ὁδήγησε ν’ ἀγαπήσει δυνατά. Ἔφυγε σάν ἀετός, ἐλεύθερος!».
Κατά τήν διάρκεια τῆς ἀσθένειας τοῦ καρκίνου ἀνακαλύφθηκε ἕνας ἄλλος κόσμος, μυστικός, πνευματικός. Γράφει ἡ μάνα:
.                      Ἄν ἡ νηπτική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας βοηθᾶ κάθε ἄνθρωπο, εἴτε εἶναι ἄρρωστος εἴτε ὄχι, πολύ περισσότερο βοηθᾶ τόν ἄνθρωπο πού πάσχει ἀπό καρκίνο.
.                      «Ὁ Μίνως (Βανῆς) εἶχε μάθει τούς νόμους τῆς σιωπῆς, τήν εὐεργετική θεραπεία τῆς ἡσυχίας. Ἤξερε πότε ν’ ἀποσυρθεῖ, πότε νά ἐπικοινωνήσει. Αὐτός καί ἡ μάνα του μιλοῦσαν καί μέ τά βλέμματα. Ἐκείνη διάβαζε τά μάτια του. Γνώριζε τί συντελοῦνταν μέσα του. Δέν τῆς ἐπιτρεπόταν νά παραβιάσει τήν ἡσυχία του. Ἤξερε πότε θά τοῦ πιάσει τήν παλάμη νά προσευχηθοῦν μαζί. Ἐκείνη τήν ἱερή στιγμή, ὁ Μίνως (Βανῆς) δέν δυσανασχετοῦσε. Ἀντίθετα, τό περίμενε. Ἤξερε πότε νά τόν ἀφήσει μόνο, στήν ἐντελῶς προσωπική του “κοινωνία” μέ τόν Θεό. Ἱερές στιγμές μέ ἰδιαίτερο μυστικό, ἐκστατικό νόημα. Μετά τόν παρακολουθοῦσε νά βγαίνει μέσα ἀπό μιά ἄλλου χαρακτήρα καί πέραν τῆς αἰσθητῆς φύσεως κατάσταση, μέ νοῦ καθαρό σάν κρύσταλλο, ἑνωμένο μέ τήν καρδιά. Ἀπαλλαγμένο ἀπό τίς ἀπαιτήσεις αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ἀποδεσμευμένο ἀπό τή φαντασία καί τή γνώση. Ἀπελευθερωμένο ἀπό τά δεσμά αὐτῆς τῆς ζωῆς καί τά ζητήματα πού μᾶς καῖνε. Ὁ νοῦς ὁλοφάνερα εἶχε συναντήσει κάτι ἀνώτερο, εἶχε συνδεθεῖ μέ τήν ἀληθινή γνώση. Τήν τέλεια γνώση. Γι’ αὐτό παρέμενε ἀτάραχος, σίγουρος, γαλήνιος, χωρίς καθημερινούς συλλογισμούς, χωρίς τό φόβο τοῦ θανάτου. Ἡ μάνα του τόν ἔβλεπε μέ θαυμασμό γιά τή δύναμη ψυχῆς πού ἐξέπεμπε, γιά τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο τῆς μιλοῦσε, γιά μιά ἐνέργεια ἐσωτερική, ἄλλου βεληνεκοῦς, ἀκατανόητη». 
Ἡ οἰκογένεια χρησιμοποιώντας τίς δυνατότητες πού δίνει ἡ ἰατρική ἐπιστήμη, ἀλλά καί οἱ ἐναλλακτικές θεραπεῖες ἔδωσε τήν δυνατότητα νά γίνουν διάφορες ἐσωτερικές διεργασίες. Γράφει: 
«Ὄντως ὅμως ἀπαλλαγμένος ἀπό τίς φρικτές σωματικές ὀδύνες, ὁ νοῦς του παρέμενε εἰρηνικός καί ἔψαχνε προσευχόμενος. Δέν ἱκανοποιοῦνταν ἀπό τίς λογικές ἀπαντήσεις καί τόν παρακολουθοῦσα νά ἀποζητᾶ τήν ἡσυχία πολλές φορές καί μετά νά ἐπιστρέφει στή φυσιολογική ζωή ἤρεμος, δημιουργικός, δυνατός. Συγκεντρωνότανε σίγουρα σέ μιά προσωπική ἐνδοσκόπηση καί πήγαινε παραπέρα. Ἀκολουθοῦσε μέ καθαρή καρδιά πνευματικά μονοπάτια, ἀναζητώντας τήν πηγή πού θά τοῦ πρόσφερε τήν ἀληθινή γνώση. Ὁ Βανῆς ἀνέπτυξε μιά ἐκπληκτική ἐσωτερική διαύγεια καί πρέπει νά ἄρχισε μέσα του μιά σπάνια ἐσωτερική διεργασία. Εἶχε μιά καθαρή συνειδητότητα γιά τήν ἀσθένειά του, τόν κόσμο, ὅσα συνέβαιναν γύρω του, γιά τό Θεό. Ἔδειχνε ἀκλόνητος ἀπό τίς ὑποτροπές καί τά βάσανά του. Ὁ νοῦς του ἦταν καθαρός, ὑγιής, χωρίς ἀλλοιώσεις μέ ἀπωθημένες ἐπιθυμίες ἤ ἄλυτα προβλήματα. Ἀπαλλαγμένος ἀπό τίς δυσκολίες καί πάνω ἀπ’ ὅλα ἀπό τό φόβο. Τό σῶμα του ἦταν ἄρρωστο ὁ νοῦς του ὅμως καί ἡ καρδιά του δέν ἀρρώστησαν. Τήν ἀλλαγή του αὐτή δέν τήν ὁμολογοῦσε οὔτε εἶχε φαίνεται τήν ἀνάγκη νά τήν συζητάει. Τίς σκέψεις του ὅμως τίς ἔγραφε. Καί βέβαια μόνο μιά μάνα μπορεῖ νά αἰσθανθεῖ καί νά καταλάβει ὅτι κάτι διαφορετικό συμβαίνει στό παιδί της». 
Μετά τήν περιπέτεια αὐτή ἡ μάνα κατάλαβε τήν ἀξία τοῦ πόνου, ὅταν ὁδηγῆται ὁ ἄνθρωπος στήν νοερά προσευχή. «Οἱ ἄνθρωποι, οἱ ἀσθενεῖς οἱ πολύ πονεμένοι, πού καταφέρνουν καί ἐπιτυγχάνουν, μέσω τῆς νοερᾶς προσευχῆς, αὐτήν τήν ἕνωση, μεταμορφώνονται σ’ ἄλλου εἴδους ἀνθρώπων. Ἀλλά αὐτό γίνεται μέσα ἀπό τόν πολύ πόνο. Μόνο ὁ ἀβάσταχτος, ὁ βαθύς πόνος φέρνει τήν ἀναγέννηση, τό νέο ἄνθρωπο». 
Ἡ μάνα αὐτή καί μετά τόν θάνατο τοῦ παιδιοῦ της ἀνακάλυψε «τή δυνατότητα θεραπείας τοῦ νοῦ πού εἶναι δυνατόν νά ἐπιτευχθεῖ, μόνον ὅταν ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου “ἀποκαλυφθεῖ”». Αὐτό γίνεται μέ τήν «ἀδιάλειπτη μνήμη τοῦ Θεοῦ», ὅταν ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου «εἶναι συνδεδεμένος μέσω τῆς νοερᾶς προσευχῆς μέ τό Θεό, ὅπως λένε οἱ νηπτικοί πατέρες τοῦ Χριστιανισμοῦ». Ἔμαθε «ὅτι τό βασικό πρόβλημα στήν ζωή μας εἶναι ἡ ἀσθένεια τοῦ νοῦ»· ὅτι ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου ἐκτός ἀπό τήν λογική ἐνέργεια ἔχει καί τήν νοερά ἐνέργεια καί ὅτι καλλιεργοῦμε «ἔντονα τή λογική» καί ἀναπτύσσουμε «ὑπερβολική δράση» καί ὅτι «ἔχουμε παραμελήσει τήν ἄλλη ἐνέργεια τῆς ψυχῆς, τό νοῦ, πού εἶναι τό κέντρο ὕπαρξης τοῦ ἀνθρώπου». Γνώρισε «τή θεραπευτική ἀγωγή πού ἔχει ὁ Χριστιανισμός καί ἰδιαίτερα ἡ Ὀρθόδοξη Διδασκαλία καί παράδοση τῶν νηπτικῶν πατέρων τῆς πίστης μας, κάτι πού σήμερα ἔχει χαθεῖ», «τό θεραπευτικό χαρακτήρα καί τή σωτηριολογική σημασία πού ἔχει ἡ Χριστιανική πίστη, πού εἶναι ἀποκεκαλυμμένη πίστη», ὅτι ἐκτός ἀπό τούς φυσικούς νόμους «πού προάγουν τό φυσικό ὑλικό κόσμο καί πού ἀποδεικνύονται συνεχῶς ἀνεπαρκεῖς νά ἐπιλύσουν λεπτότερα θέματα, ὅπως προανέφερα, ἠθικῆς, ζωῆς, θανάτου», «πρέπει νά ὑπάρχουν καί πνευματικοί νόμοι πού λειτουργοῦν καί ρυθμίζουν τήν ὑλική μέ τήν πνευματική μας ὑπόσταση».
.                      Τό σημαντικό εἶναι ὅτι τό παιδί εἶχε ἕναν ἤρεμο θάνατο, ἀλλά τό σημαντικότερο εἶναι ὅτι ἡ ἴδια ἡ μάνα μετέτρεψε τόν πόνο της σέ ἐλευθερία, ἀγάπη καί δημιουργικότητα, ὅπως τό παρουσιάζει ἐκπληκτικά […] «Δέν αἰσθάνομαι ἡρωίδα γιά τόν ἀγώνα πού δώσαμε σάν οἰκογένεια καί πού τόσες ἄλλες οἰκογένειες δίνουν. Ὅμως, ἡ διδασκαλία καί ὁ λόγος τῆς χριστιανικῆς πίστης σάν θεραπευτικῆς ἀγωγῆς πού διατυπώνετε μέσα ἀπό τό ἔργο σας μ’ ἔσωσαν πνευματικά καί ψυχικά, τά μετέδωσα καρδιακά στό ἄρρωστο παιδί μου κι αὐτό μέ τήν σειρά του μοῦ τό ἀνταπέδωσε στήν πράξη. […] ».
.                      Πολλοί ἄνθρωποι σήμερα, ἀκόμη καί Κληρικοί πού ζοῦν στήν Ἐκκλησία, ἔχουν μιά κακή ἀντίληψη γιά τήν Ἐκκλησία. Ἄλλοι τήν ἐκλαμβάνουν ὡς μιά Θρησκεία πού ἱκανοποιεῖ τά θρησκευτικά συναισθήματα τῶν ἀνθρώπων, ἄλλοι τήν θεωροῦν ὡς ἕνα ἰδεολογικό σύστημα πού ἀντιτάσσεται σέ ἄλλα ἰδεολογικά συστήματα, ἄλλοι ὡς μιά κοινωνική ὀργάνωση πού ἀσχολεῖται μόνον γιά τήν ἀντιμετώπιση διαφόρων κοινωνικῶν ἀναγκῶν. Ὅμως, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει πολλές θεραπευτικές δυνατότητες πού παραμένουν ἄγνωστες ἤ ἀναξιοποίητες, κυρίως δίνει νόημα στήν ζωή τῶν ἀνθρώπων, θεραπεύει τόν ἐσωτερικό κόσμο τοῦ ἀνθρώπου, καί κάνει τόν ἄνθρωπο νά ἀντιμετωπίζη σωστά ὅλα τά προβλήματά του καί νά ὑπερβαίνη καί αὐτόν τόν θάνατο. Τόν θάνατο ἤ μπορεῖ νά τόν ἀγνοήση κανείς ἤ νά βρεθῆ κάτω ἀπό τήν ἀσφυκτική πίεσή του ἤ νά τόν ὑπερβῆ, νά νικήση τόν φόβο πού προξενεῖ. Ἡ Ἐκκλησία ἀποβλέπει σέ αὐτό τό τελευταῖο, στήν ὑπέρβαση τοῦ φόβου τοῦ θανάτου καί αὐτοῦ τοῦ ἰδίου τοῦ θανάτου, ἀρκεῖ νά βρεθοῦν οἱ κατάλληλοι ἄνθρωποι νά κάνουν αὐτό τό ἔργο.
 […]

Πηγή-hristospanagia3.blogspot.ca

On the exhaustion of love...


“Watch ye, stand fast in the faith, quit you like men, be strong. Let all your things be done with love” (1 Cor. 16, 13-14).


In the Church of Corinth, founded by the apostolic labors of the holy Apostle Paul during his second journey (circa 53 A.D.), discord and division occurred. After Apostle Paul had departed from the city of Corinth, various false teachers appeared there, who began to belittle the dignity of the apostles, in order to elevate themselves in the eyes of the newly-converted Corinthian Christians. In this they were so successful that local Christians became divided into parties, each choosing a different teacher for itself.

When he learned of this, Apostle Paul became greatly saddened, knowing that, according to the Gospel, no house or church divided would be able to stand. Consequently, the same fate could befall the Corinthian Church. In order to summon all the faithful to unity, Apostle Paul wrote them an epistle explaining the principles of the Christian faith and a Christian outlook in general.

What once took place among the Christians of Corinth, is currently taking place among us. Due to extraordinary discoveries in the fields of technology and science, and the development of the arts and commerce, etc., the present age can easily be called an age of progress; however, in terms of spirituality, religiousness, church attendance and morality, – it leaves much to be desired! This is confirmed in modern society by a universal and passionate pursuit of material gain.

In modern man belief in the Lord God has become faint, if not completely dissipated. This is the cause of all our dissensions. Such weakening of faith permeates our consciousness. Our consciousness then becomes desensitized to our spiritual needs which leads to spiritual paralysis. This, in turn, leads to our lack of understanding – and lack of a desire to understand – the needs of others.

Christianity is founded upon these three: faith, hope and love. As long as time continues to exist for us, faith and hope must also exist, but when time ceases, i.e. after we pass from temporal life into eternal life, especially after the Last Judgment, faith and hope will cease to exist, and only love will remain.

The Orthodox Church teaches us that love is eternal, while faith and hope are temporal. Thus the apostolic advice: let all your things be done with love – remains forever appropriate.

Love unites everything, secures everything. Love is the sum total of all virtues. And it is love that is so sadly lacking in our times.

Love, like any other Christian virtue, does not vaunt itself, does not openly flaunt itself in the street, as does vice. Love conceals itself from the gaze of others and is recognized only by the fruit it bears.

There are occasions, naturally, when love proclaims itself firmly and courageously, whenever the need arises. Love is often revealed in patience towards others, in tolerance towards their frailties; love bears the burden of others. Sometimes misconceptions and prejudices serve to impede the revelation of love between people Some people have a soft heart, but their mind is infected with all kinds of prejudices: the heart wants to do good, but the mind rejects it. For example: the heart wants to forgive an offense, while the mind whispers: will I not seem to be a weakling? Will it not go against my honor if I do not take revenge against my offender? Or another example: the heart wants to help someone in need, while the mind warns that one should not lose one’s dignity in the eyes of society.

And, finally, the cause of such rare occurrence of love between people is egoism. Excessive love of oneself suppresses love of others. There are many examples of egoism destroying a person, a family, even entire nations. Look at what is left of the proud Romans. Great cities have vanished from the face of the earth, and even archaeologists cannot find them.

Love cannot be deceived. It has to issue from within and cannot be hypocritical. Love subsequently cemented the Corinthian Church, which flourished in the history of Christianity. Love will help us too – each one of us individually, and our parishes, and our Church.

Let us learn to act in all instances with love, and thus we will fulfill the law of Christ.


Protopriest Igor Hrebinka

"Μερικές πρακτικές οδηγίες για την Προσευχή" (Άγιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος)


(Άγιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος)

Η συγκέντρωση του νου την ώρα της προσευχής.

Τι να κάνουμε, όταν ο νους μας τρέχει εδώ κι εκεί και δεν μπορούμε να τον συμμαζέψουμε στην προσευχή;
Όταν είμαστε μόνοι στο σπίτι, μπορούμε ν’ αναβάλουμε την έναρξη της προσευχής ή, αν έχουμε ήδη αρχίσει, να τη διακόψουμε για λίγο. Αν και ύστερα απ’ αυτό το μικρό διάλειμμα ο νους μας δεν συνεργάζεται με την προαίρεση μας, τότε δεν έχουμε παρά να του επιβάλουμε με τη βία, θέλει δεν θέλει, να συγκεντρωθεί στην προσευχή, σ’ όποιο βαθμό βέβαια είναι δυνατόν. Μέσα στην εκκλησία, πάλι, μερικές φορές δεν ακούμε ή δεν καταλαβαίνουμε όσα ψάλλονται, διαβάζονται ή εκφωνούνται. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, σταθείτε νοερά ενώπιον του Κυρίου και αφοσιωθείτε στην ευχή του Ιησού. Πρέπει να ξέρετε, πάντως, ότι στο ναό, κατά την τέλεση οποιασδήποτε ακολουθίας, και κατεξοχήν της θείας Λειτουργίας, κάθε λατρευτική πράξη, κάθε κίνηση έχει τη σημασία της. Όποιος, λοιπόν, γνωρίζει και κατανοεί τη σημασία κάθε πτυχής της τελετουργίας, συμμετέχει με επίγνωση στη σύναξη των πιστών και τρέφει την ψυχή του με το ουράνιο μάννα, που προσφέρεται άφθονα στα πνευματικά συμπόσια της εκκλησιαστικής λατρείας.

Η νύχτα, ιδιαίτερα οι μεταμεσονύκτιες ώρες, είναι το πιo κατάλληλο χρονικό διάστημα για προσευχή.

Πόσες μετάνοιες να κάνει κανείς, λέγοντας την ευχή;
 
Όσες θέλει, μικρές ή μεγάλες, ανάλογα με τη σωματική δύναμη και την ψυχική διάθεση του. Καλό είναι, πάντως, να καθορίσει έναν ελάχιστο αριθμό μετανοιών για κάθε μέρα και να τις εκτελεί με αυστηρή συνέπεια.

Το Ευαγγέλιο δεν είναι ανάγκη να το διαβάζετε όρθιος. Καθιστός το κατανοείτε καλύτερα, γιατί δεν κουράζεστε, κι έτσι η προσοχή σας συγκεντρώνεται στο ιερό κείμενο, χωρίς να μειώνεται η ευλαβική σας διάθεση. Όσο για τους Ψαλμούς, διαβάζετε όσους μπορείτε και επιθυμείτε. Έναν, δύο, τρεις ή περισσότερους…

Μπορείτε να κοινωνάτε συχνά, φτάνει να είστε κάθε φορά σωστά προετοιμασμένος.
 
Τί σημαίνει να έχουμε καθαρή συνείδηση ως προς τα υλικά πράγματα και αντικείμενα; Σημαίνει να μην κάνουμε κακή χρήση των πραγμάτων, αλλά να τα χρησιμοποιούμε συνετά και να τα συντηρούμε με τη μεγαλύτερη δυνατή επιμέλεια.

Η αδιάλειπτη μνήμη του Θεού
 
Θέλεις να μην ξεφεύγει ο νους σου την ώρα της προσευχής και της ακολουθίας; Αγωνίσου να θυμάσαι το Θεό κάθε στιγμή της ημέρας, είτε είσαι μόνος είτε μαζί με άλλους, στο σπίτι, στη δουλειά, στο δρόμο, παντού. Έτσι, και την ώρα της προσευχής ή της ακολουθίας στο ναό, ο νους σου θα είναι συγκεντρωμένος σ’ Εκείνον και ευλαβικά θα επικοινωνεί μαζί Του.

Πότε είναι ευάρεστη στο Θεό η προσευχή μας
 
Θυμηθείτε ότι η προσευχή δεν είναι λόγια και μετάνοιες, αλλά προσήλωση του νου και της καρδιάς στο Θεό. Είναι δυνατό να διαβάσετε όλες τις τακτές ακολουθίες της ημέρας και να εκτελέσετε όλες τις καθορισμένες μετάνοιες, αλλά η επαφή σας με το Θεό να είναι είτε εντελώς ανύπαρκτη είτε ασήμαντη, με το νου σκορπισμένο και την καρδιά κρύα. Έτσι κάνετε τον κανόνα σας, όχι όμως προσευχή. Μια τέτοια «προσευχή» είναι εφάμαρτη. Ο Κύριος να μας φυλάξει!

Με φόβο και τρόμο πρέπει να επιτελούμε τα έργα του Θεού -αυτό να το θυμάστε πάντα. Με κάθε τρόπο και μ’ όλη σας τη δύναμη προσπαθήστε να έχετε το νου σας στα λόγια της προσευχής ή, όπως λέει ο όσιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, να κλείνετε το νου σας μέσα στα λόγια της προσευχής. Τη στιγμή που αρχίζετε να προσεύχεστε, πρέπει όλη σας η προσοχή να είναι συγκεντρωμένη στο Θεό και να μην απομακρύνεται απ’ Αυτόν…

Τότε μόνο να θεωρήσετε ότι προσευχηθήκατε καλά, όταν, τελειώνοντας, η ψυχή σας δονείται από συντριβή και αυτομεμψία. Στη διάρκεια της ημέρας προσπαθήστε, με την αδιάλειπτη προσευχή, να βρίσκεστε νοερά ενώπιον του Κυρίου κάθε στιγμή, όπως βρίσκονται οι άγγελοι. Εκείνοι Του προσφέρουν την ακατάπαυστη δοξολογία. Εμείς ας Του προσφέρουμε τη μετάνοιά μας.

Πότε εισακούεται από το Θεό η προσευχή μας
 
Να πως πρέπει να ζητάς κάτι από το Θεό: “Κύριε, Εσύ βλέπεις ότι χρειάζομαι το τάδε πράγμα ή ότι υποφέρω από τη δείνα συμφορά. Βοήθησε με, όπως ξέρεις και όπως θέλεις! Γενηθήτω το θέλημά Σου…”.

Μ’ αυτή την εσωτερική τοποθέτηση, να προσεύχεσαι πολύ. Όχι μια φορά, έστω και παρατεταμένα, ούτε για μια μέρα μόνο, αλλά για εβδομάδες, μήνες, χρόνια… Όλο να ικετεύεις, όλο να κραυγάζεις: “Κύριε, βοήθησε με! Κύριε, λύτρωσε με! ‘Ωστόσο, ας μη γίνει ό,τι θέλω εγώ, μα ό,τι θέλεις Εσύ”. Αυτό ακριβώς έλεγε και ο Χριστός στη Γεθσημανή, όταν προσευχόταν στον Πατέρα Του. Και η χήρα της ευαγγελικής παραβολής βρήκε τελικά το δίκιο της από τον άδικο εκείνο δικαστή, μόνο και μόνο επειδή δεν κουράστηκε να τον παρακαλάει για πολύν καιρό. Κάποιος σοφός είπε το λόγο τούτο: “Πρέπει να γίνεις φορτικός στο Θεό και στους άγιους Του!”.

Η δύναμη της προσευχής
 
Η δύναμη της προσευχής βρίσκεται όχι στον εξωτερικό τύπο της, αλλά στο περιεχόμενο, στο πνεύμα της.

Προσπαθείτε να βιώσετε την προσευχή. Αυτό ακριβώς είναι που χρειάζεται. Κάποιος από τους πατέρες λέει, πως, όταν προσευχόμαστε, πρέπει να αισθανόμαστε όπως οι υπόδικοι μπροστά στο δικαστή.

Ρώτησε κάποιος έναν ασκητή: “Πώς να στέκομαι στην προσευχή;” Κι εκείνος αποκρίθηκε: “Να στέκεσαι σαν σε κριτήριο, με το βλέμμα σου προσηλωμένο στα χείλη του Κυρίου, που την επόμενη κιόλας στιγμή -έτσι να πιστεύεις- θα προφέρουν την τελευταία απόφαση για σένα: “Έλα κοντά μου!’ ή ‘Φύγε μακριά μου’. Και να κραυγάζεις: ‘Κύριε, ελέησον!”.

Νομίζω, ακόμα, πως η ευχή του Ιησού είναι η καλύτερη και δυνατότερη προσευχή για κάθε περίσταση, μόνο που πρέπει να τη λέμε όχι μηχανικά, δίχως συναίσθηση, αλλά με συμμετοχή του νου και της καρδιάς.
(Αγ. Θεοφάνους του Εγκλείστου, «Ο δρόμος της ζωής»-επιλογές, Ι.Μ.Παρακλήτου)

Thursday, 30 January 2014

Lack of faith vs.God’s Providence

 Saint John (Maximovich) of Tobolsk

None of our own attempts and efforts can save us without the help of God, but neither can God’s help be beneficial to us without our own wish for it. No other subject was brought up by the Lord to His disciples so frequently as lack of faith. He warned everyone against lack of faith not only by His words, but also by the multitude of events which amazingly proved the power of faith and the powerlessness of mistrust or doubt in God’s protection and salvation from danger. Lack of faith comes in different forms: some people have little faith in God because He does not punish His enemies; others doubt they would be able to entreat God to grant them their desires, especially when their conscience bothers them with the thought that God will not forgive them their sins; still others fear that God will deprive them of all earthly goods and subsistence. This triple manifestation of lack of faith estranges many people from God and immerses them in various forms of perdition.

The source of our lack of faith is our excessive conceit, i.e. when we think more of ourselves than of God, rely more on our own powers than on God’s help. What is the reason for God allowing the destruction of such a great number of people, who are injured or killed through sorcery? It is not surprising: lack of faith has become so widespread among the people that it merits punishment. Many do not look for other doctors except sorcerers (extrasensorists), nor other pharmaceuticals except deviltry. God justly punishes us by the same means that we use to sin against Him. As our faith and hope in God increase, so increase His mercy and benevolence to us. But woe unto us, that there are so few of us who believe in God with all their heart! If we analyze human customs and habits, we will see that in all places and at all times lack of faith becomes prominent and widespread, which gives rise to empty and false fears. People often fear a shortage of food supplies; sometimes they fear that they will lack necessary items during an illness; at times they fall into despair over ever-growing rumors of war. All of this occurs because they have an erroneous and doubtful understanding of God’s benevolence and His omnipotent strength: this is also the cause of our mind’s poor and sad concern over temporal things, as opposed to a concern for achieving a blessed eternal life.

God’s Providence manifests itself with the greatest wisdom: not every transgression is normally punished straightaway; however, neither is it left totally unpunished. If God never punished vileness, many people would think that there is no Providence. On the other hand, if every transgression were immediately followed by punishment, it would then be thought that there is no reward or punishment after death. Therefore God, by punishing only some people, reveals His Providence; by not punishing others directly after their transgressions, He threatens them with punishment directly after death, in the next life, if they do not repent in this life. Everything is done by God with great wisdom and forethought.

In a like manner, all the contradictory manifestations that we come across in our lives, are all wisely directed by God’s Providence; all earthly misfortunes are transformed by God into a benefit and advantage for us; even sinful transgressions are tolerated in order to bring us to our senses, and to achieve our salvation through repentance. For to do good deeds and to tolerate heinous ones is characteristic exclusively of divine Providence, since God would never allow the existence of evil were He not as mighty and good as to produce good consequences from all evil deeds.

God’s Providence is concealed from us, unfathomable to us, but it comprises an all-encompassing order for ruling the world rationally and justly. We are usually quite observant of the external order of universal and particular events; however, the wondrous and wise Providence of God, which activates the cosmic mechanism and preserves and directs its activity, is hidden from us, and we cannot see it. It is for this reason that many people, seeing a contradiction – from a human point of view – in the well-being of bad persons and the tribulations of good ones, assert that God’s Providence does not exist, but that everything occurs through man’s will and reason, or through blind luck or misfortune. However, all these things are seen and understood quite differently by those who believe in the great wisdom of God and in His Providence, which directs everything to the good. If, seeing how God-fearing people are often humiliated and insulted, while heinous scoundrels prosper, we think that Providence is sleeping, this is because we are looking upon only one side of God’s Providence, while the other side is hidden from us because of our narrow viewpoint, which is unable to extend itself to fully encompass God’s destinies. Only in the second coming of Christ will we learn of God’s just judgment of everyone and everything.

Saint John (Maximovich) of Tobolsk


 The Decisive Hour

 Our constant mistake lies in the fact that we do not treat the current, passing hour of our life seriously, that we live either in the past or in the future, that we keep expecting the arrival of some unique hour, when our life will unfold in all its significance, and we do not notice that our life is slipping away like water between fingers, like precious gain from a poorly tied bag.


Constantly, daily, hourly God sends us people, circumstances, affairs from which our renewal should begin, while we disregard them and thus continuously resist God’s will concerning us. In fact, how can God help us? – Only by sending us certain people and certain confluences of circumstances in our daily lives. If we were to accept each hour of our life as the hour of God’s will concerning us, as the decisive, most important hour of our life – what hitherto hidden sources of joy, love, and strength would be revealed within our souls!

http://www.holy-transfiguration.org/imag_lib/elchaninov.jpg


Priest Alexander Elchaninov

Το Ιερό Αντιμήνσιο.


Το Ιερό Αντιμήνσιο: αντικαθιστά την Αγία Τράπεζα και χωρίς αυτό Θεία Λειτουργία δεν τελείται. Πάνω στο Αντιμήνσιο με το διπλωμένο και συρραμμένο ειλητό, τοποθετείται το Ιερό Ευαγγέλιο, αντι του Σωτήρος Χριστού. Στα χρόνια των Διωγμών, ως Αγία Τράπεζα χρησιμοποιήθηκε ακόμη και το στήθος των Μαρτύρων! Ο Άγιος Μάρτυς Λουκιανός επρόκειτο να πεθάνη μαρτυρικά για την πίστι του Χριστού. Ήταν ήδη φυλακισμένος. Ναός στη φυλακή δεν υπήρχε, αλλά και ο Μάρτυς δεν μπορούσε να μετακινηθή, όχι μόνο γιατί ήταν δεμένος με βαρειές αλυσίδες, αλλά και γιατί την προηγουμένη ημέρα είχε βασανισθή σκληρά, για να υπογράψη και να δηλώση ότι προσκυνά τα είδωλα και αρνείται τον Χριστό. Όπως ήταν, λοιπόν, καταπληγωμένος, ξαπλωμένος κάτω, δεμένος με τις αλυσίδες και επειδή ήταν ιερεύς, ετέλεσε ο ίδιος πάνω στο στήθος του, μέσα σε φρικτούς και δυνατούς πόνους, την φρικτωτάτη Θυσία της Θείας Λειτουργίας, χρησιμοποιώντας τον άρτο και τον οίνο, που του έφεραν κρυφά για τα Τίμια Δώρα εκεί, στη φυλακή. Στη φυλακή όμως δεν ήταν μόνος.Υπήρχαν κι άλλοι χριστιανοί, υποψήφιοι Μάρτυρες κι αυτοί, μελλοθάνατοι για το Χριστό. Όλοι μαζί έκαναν έναν κύκλο γύρο από τον Άγιο Λουκιανό σε σχήμα Ναού, Αγγέλων και Αγίων και κάλυπταν έτσι από πάνω τον Μάρτυρα, για να μην πάρουν είδησι οι ειδωλολάτρες δεσμοφύλακες και οι δήμιοι «τα τελούμενα» της Θείας Λειτουργίας. Φύλαξαν δηλαδή το μεγάλο Μυστήριο από τα βέβηλα μάτια των ειδωλολατρών. (Καλλινίκου Κ. πρωτ.).
Σκεφθήτε, τι σεβασμός! Να  χαμε μάτια, να μπορούσαμε να το δούμε! να μπορούσαμε να το νοιώσουμε!



Ο Άγιος Θεοδώρητος μας πληροφορεί τα εξής για τον Άγιο ερημίτη Μάρι: Όταν ύστερα από τριανταοκτώ ολόκληρα χρόνια εγκλείστου βίου και σκληρών ασκήσεων, θέλησε να λειτουργηθή και να κοινωνήση των Αχράντων Μυστηρίων (δεν είχε λειτουργηθή τριανταοκτώ ολόκληρα χρόνια! δεν είχε κοινωνήσει εκουσίως αυτά τα χρόνια!) αυτή του την επιθυμία την είπε στον Άγιο Θεοδώρητο, που τον επισκέφθηκε. Διότι, όταν άνοιξε την πόρτα της εγκλείστρας του, για να δεχθή επισκέπτες, δέχθηκε πρώτο τον Άγιο Θεοδώρητο μαζί με δύο διακόνους υποτακτικούς του. Σ  αὐτόν λοιπόν είπε: «Θέλω να τελεσθή η Θεία Λειτουργία και να κοινωνήσω των Αχράντων Μυστηρίων. Αύριο με καλεί ο Κύριος!»
Τότε ο Άγιος Θεοδώρητος αμέσως και πρόθυμα ετέλεσε την κοσμοσωτήριο Θεία Λειτουργία χρησιμοποιώντας για Αγία Τράπεζα τα χέρια, τις απλωμένες παλάμες των δύο διακόνων! Φρικτός Γολγοθάς και νοητό Θυσιαστήριο τα χέρια και οι παλάμες των δύο διακόνων… (Ο Χριστιανικός Ναός…»ο. π., σελ. 190).
Αυτές βέβαια είναι εξαιρέσεις, που γίνονται σπανιότατα, αλλά απαραίτητες, όταν οι περιστάσεις το απαιτούν. Αγία Τράπεζα λοιπόν και Αντιμήνσιο έγιναν τα στήθη των Μαρτύρων και οι παλάμες των ιεροδιακόνων. 

Πρωτ. Στεφάνου Κ. Αναγνωστόπουλου
Από το βιβλίο: «ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ»

Πηγή: hristospanagia.gr
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...