Friday, 6 September 2013

Ο όρκος στον Διάβολο.


 Πρωτ. Γεώργιος Δορμπαράκης
 

Γονατιστός ὁ Γέροντας καί μέ τό κεφάλι τελείως γερμένο ὥστε νά ἀκουμπᾶ στό ἔδαφος τρανταζόταν ἀπό τούς λυγμούς. Πύρινα τά δάκρυά του χύνονταν στό χῶμα τοῦ κελιοῦ του ἔχοντας σχηματίσει ἤδη μιά μικρή λίμνη ἀπό λάσπη. Μά δέν τολμοῦσε νά ὑψώσει τό κεφάλι καί νά ἀντικρύσει τήν γλυκιά μορφή τῆς ῾Υπεραγίας Θεοτόκου πού δέσποζε στό εἰκονοστάσι του κρατώντας τόν μικρό Χριστό.  ῾Κύριε ᾽Ιησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με. ῾Υπεραγία Θεοτόκε, σῶσόν με᾽, ψέλλιζαν διαρκῶς τά χείλη του. ῾Βοήθα με, Παναγιά μου. Δέν ἀντέχω ἄλλο τόν πειρασμό. Νιώθω τόσο βρωμερός ἐνώπιόν Σου καί ἐνώπιον τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ μου᾽. 
Σταμάτησαν κάποτε οἱ λυγμοί καί τά δάκρυα. ῾Ο Γέροντας σηκώθηκε ἀργά, μά δέν τόλμησε γιά μιά ἀκόμη φορά νά κοιτάξει πρός τήν Παναγία Μητέρα τοῦ Κυρίου καί τόν ῎Ιδιο. Τοῦ φαινόταν ὅτι ὁ Οὐρανός ἦταν κλειστός ἀπέναντί του. ᾽Αμέτοχος σέ ὅ,τι διαδραματιζόταν στήν ψυχή, ἀλλά καί στό σῶμα του. ῾Η ἐνίσχυση πού περίμενε δέν ἐρχόταν. 
῎Εσυρε τά βήματά του καί σκέφτηκε νά πάρει καί πάλι ἕνα ξύλο πού ᾽χε μαζέψει στό φτωχικό κελί του καί νά κτυπήσει τό σῶμα του. ῾Η πύρωση τῆς σάρκας πού εἶχε ξεκινήσει ἐδῶ καί κάποιο καιρό τόν εἶχε τρομοκρατήσει καί βλέποντας τήν διάρκειά της τόν εἶχε σχεδόν καταβάλει.  ῾Μά δέν εἶναι δυνατόν στήν ἡλικία μου νά ἔχω τέτοιους λογισμούς γιά γυναίκα καί νά εἶμαι τόσο ξαναμμένος στήν σάρκα!᾽ σκεφτόταν καί ξανασκεφτόταν διαρκῶς. ῾᾽Ασφαλῶς πρόκειται γιά δαιμονική ἐπίθεση. Γιά πειρασμό τοῦ διαβόλου᾽. 
Αὔξησε ἀπό τήν ὥρα πού ξεκίνησε ἡ σαρκική πύρωση τούς ἀσκητικούς του ἀγῶνες. ῎Ηδη βεβαίως ἔτρωγε ἐλάχιστα, ἀφότου ἐδῶ καί πολλά χρόνια εἶχε ἀποσυρθεῖ σέ μιά σπηλιά πού ἔκανε κελί του στό ὄρος τῶν ᾽Ελαιῶν. Τό γεγονός ὅτι βρισκόταν σέ μιά περιοχή πού εἶχαν ἁγιάσει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος καί ἡ Παναγία Μητέρα Του τόν ἔκανε κάθε φορά νά νιώθει ἰδιαίτερα εὐλογημένος καί τά κατανυκτικά δάκρυα νά μήν τόν ἐγκαταλείπουν σχεδόν καθόλου. Εἶχε ἀποφασίσει νά μείνει ἐκεῖ μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς του καί μάλιστα χωρίς ποτέ νά βγεῖ ἀπό τήν σπηλιά. ῾Η ζωή τοῦ ἔγκλειστου ἀσκητῆ ἦταν ἐκείνη πού τόν εἶχε θέλξει καί λειτουργοῦσε ὡς ὅραμα καί στήν δική του ζωή. Καί πράγματι γιά πολλά χρόνια βρισκόταν ἐκεῖ κι ἡ φήμη του ὡς ἔγκλειστου ἄρχισε νά ἁπλώνει. Πολλοί ἀνέβαιναν στόν τόπο πού ἀσκεῖτο, φέρνοντάς του μερικά παξιμάδια καί χόρτα ὡς φαγητό, ἐπικαλούμενοι ἐπιπλέον νοερά τίς εὐχές του. ῾῞Ενας τέτοιος ἄνθρωπος ἀφιερωμένος στόν Θεό ἀσφαλῶς θά ἔχει μεγάλη παρρησία σ᾽ Αὐτόν᾽ ἦταν ἡ λογική σκέψη τῶν καλῶν ἀνθρώπων. Κι ἔβλεπαν τό ἀποτέλεσμα ἄμεσα στήν ζωή τους. Πολλά ἀπό τά προβλήματά τους ἐπιλύονταν μέ τήν ἐπίκληση τῶν εὐχῶν τοῦ Γέροντα. 
῾Ο Γέροντας περιόρισε ἀκόμη περισσότερο τό λιτότατο φαγητό του. ῎Ετρωγε πιά μιά φορά τήν ἑβδομάδα λίγα παξιμάδια καί χόρτα, ἐνῶ οἱ γονυκλισίες καί οἱ ἀγρυπνίες του πολλαπλασιάστηκαν. Κάποιες φορές κτύπησε καί τό σῶμα του. ῎Ηλπιζε ὅτι μέ τόν τρόπο αὐτόν ὁ σαρκικός πειρασμός θά ἔφευγε. Μάταια ὅμως. ῾Η πύρωση στήν σάρκα του ὄχι μόνον δέν ἔφευγε, ἀλλ᾽ αὐξανόταν ὁλοένα καί περισσότερο. ῾Ο δαίμονας τῆς πορνείας ἔκανε καλά τήν δουλειά του. Ποιός ξέρει ποιά δίοδο κενοδοξίας βρῆκε στόν μεγάλο ἀγωνιστή καί ἀσκητή καί τοῦ ᾽δωσε τό δικαίωμα τέτοιου πειρασμοῦ του! 
῾Ο πειρασμός τοῦ Γέροντα δυστυχῶς μέ τόν καιρό γινόταν ἐπικίνδυνος. ῎Οχι γιατί ἐξακολουθοῦσε νά ὑφίσταται, ἀλλά γιατί ὁ Γέροντας ἄρχισε νά παρουσιάζει σημάδια παραίτησης καί ἀπελπισίας. Μιά μέρα μάλιστα πού ἡ ἐπίθεση τοῦ πονηροῦ ἔγινε πολύ σφοδρή, πού ὁ Γέροντας ὄρθιος πηγαινοερχόταν μέσα στό μικρό κελί του χωρίς νά ξέρει τί νά κάνει γιά νά κατευνάσει τό ξάναμμα τῆς σάρκας του, ἄρχισε νά χάνει τό κουράγιο του. 
Ξέσπασε. ῾῾Ως πότε, πονηρέ καί ἀρχέκακε, θά μέ πολεμᾶς; Ποτέ δέν θά ὑποχωρήσεις; Γέρασα πιά, μαράθηκε τό σῶμα μου, γι᾽ αὐτό σοῦ δίνω κι ἐγώ ἐντολή νά γεράσεις κι ἐσύ μαζί μου. Φύγε, σατανᾶ. ῞Υπαγε ὀπίσω μου᾽. 
Σάν νά ᾽κουσε ἕνα μικρό γέλιο πίσω του ὁ Γέροντας. Ξαφνιάστηκε κι ἔστρεψε τό κεφάλι του ἀπό τήν μεριά πού ἀκούστηκε. Πάγωσε τό αἷμα στίς φλέβες του. Μπροστά του ὀφθαλμοφανῶς στεκόταν τό πονηρό πνεῦμα, μαῦρο στήν ὄψη καί μάτια κόκκινα γεμάτα ἀπό ταραχή. 
῾Γέρο᾽, ἄκουσε νά τοῦ λέει. ῾Δέν ξέρεις ὅτι ἐμεῖς δέν γερνᾶμε; Ποτέ δέν πρόκειται νά σταματήσω ἀπέναντί σου τόν πόλεμο. Μέχρι νά πεθάνεις, δέν θά σέ ἀφήσω σέ ἡσυχία. Εἶσαι τό θήραμά μου καί θά σέ καταπίνω σιγά σιγά. Θά σέ ταλαιπωρῶ συνέχεια. Εἶμαι πολύ πιό ἰσχυρός ἀπό σένα. Κι ἀπ᾽ ὅ,τι βλέπεις…᾽, ἄφησε ὁ πονηρός νά σέρνεται ἡ φράση του, ῾ἀπ᾽ ὅ,τι βλέπεις, δέν ἔχεις κανένα σύμμαχο. ᾽Εγώ κι ἐσύ εἴμαστε᾽. 
Ὁ τρόμος καί ὁ πανικός ἄρχισαν νά καταβάλλουν τόν ἀσκητή. Τό δόλωμα τῶν λόγων τοῦ πονηροῦ πνεύματος σάν νά ἔπιαναν τόπο στήν κουρασμένη ψυχή του. 
῾῞Ομως᾽, ἀκούστηκε καί πάλι ἡ συριχτή φωνή τοῦ δαίμονα, ῾ἐπειδή σέ λυπᾶμαι, ὑπάρχει τρόπος νά ἀπαλλαγεῖς ἀπό ἐμένα. Στό χέρι σου εἶναι᾽. Εἶπε καί περίμενε. 
῾Τί ᾽ναι αὐτό;᾽ εἶπε ἐντελῶς ξέψυχα ὁ Γέροντας. ῾Μέ ποιόν τρόπο θά μέ ἀφήσεις ἐπιτέλους ἥσυχο;᾽ Φαινόταν παραδομένος. 
῾Θέλω νά μοῦ ὁρκιστεῖς βέβαια ὅτι αὐτό πού θά σοῦ πῶ δέν θά τό πεῖς σέ κανέναν ἀπολύτως. Καί σοῦ ὑπόσχομαι ὅτι δέν θά σέ ξαναπολεμήσω ἄλλο᾽. 
Χωρίς νά πολυσκεφτεῖ ὁ ἔγκλειστος ἀσκητής, μπροστά στήν ἀπαλλαγή τοῦ ἐξουθενωτικοῦ πολέμου του, ἔσπευσε νά συμφωνήσει.῾Ο ὅρκος του ἀκούστηκε φρικτός. 
῾Μά Αὐτόν πού κατοικεῖ στούς οὐρανούς δέν θά πῶ σέ κανέναν ὅσα μοῦ πεῖς᾽. 
Σάν νά τοῦ φάνηκε ὅτι τρεμόπαιξε τά σκοτεινά μάτια του ὁ πονηρός στό ἡμίφως τοῦ κελιοῦ, πού φωτιζόταν γλυκά ἀπό τό καντήλι πού ἔκαιγε μπροστά στήν εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Γλυκοφιλούσας. Δέν γύρισε ὅμως νά δεῖ τό δάκρυ πού κύλισε ἀπό τά μάτια Της. Ἡ ὕπαρξή του ἦταν κυριευμένη τήν ὥρα ἐκείνη ἀπό τό πνεῦμα πού ὕπουλα τοῦ μιλοῦσε καί τόν καθοδηγοῦσε στήν καταστροφή. 
Ξανάρχισε πάλι ὁ δαίμονας. ῾Θέλω…᾽, εἶπε καί κοντοστάθηκε, ῾θέλω… νά μήν ξαναπροσκυνήσεις τήν εἰκόνα αὐτή πού ἔχεις στό κελί σου᾽. Δέν τόλμησε νά ὀνοματίσει τό ὄνομα τῆς ῾Υπεραγίας Θεοτόκου κι οὔτε κἄν νά στραφεῖ νά Τήν δεῖ. Γιατί ὅσες φορές τό εἶχε ἐπιχειρήσει εἶχε νιώσει νά καίγεται. Καί μόνο ἡ ἀναφορά στό ὄνομά Της καί μόνο ἡ θέα τοῦ προσώπου Της τόν ἔκαναν νά ἐξαφανίζεται μέσα σέ μιά φωτιά τυραννική. 
Σάν νά συνῆλθε λίγο ὁ ἀσκητής ἀπό τήν χαύνωση πού βρισκόταν. ῾Νά μήν ξαναπροσκυνήσω τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας;᾽ ᾽Από τήν ἄλλη σκεφτόταν τήν ἀλάφρωσή του ἀπό τόν πόλεμο τοῦ πονηροῦ. 
῾῎Αφησέ με νά τό σκεφτῶ λίγο᾽, εἶπε κι εἶδε ὅτι ὁ δαίμονας ἐξαφανίστηκε. 
Πάλεψε πολύ μέ τούς λογισμούς του ἐκεῖνο τό βράδυ ὁ Γέροντας ἀσκητής. Θολωμένος ἀπό τήν ταραχή του ἄκρη δέν ἔβγαζε. ῾Μπρός γκρεμός καί πίσω ρέμα᾽ μονολογοῦσε διαρκῶς. ῾Η καταφυγή στόν Κύριο καί τήν Παναγία Δέσποινα ὅμως δέν γινόταν ἡ προτεραιότητά του. ῾Η ἀπελπισία συνέχιζε νά τόν κρατᾶ συντετριμμένο κάτω. 

Ξαφνικά φωτίστηκε ὁ νοῦς του. ῾᾽Επερώτησον τόν πατέρα σου καί ἀναγγελεῖ σοι᾽, θυμήθηκε τόν λόγο τῆς Γραφῆς. ῾Αὔριο θά περάσει κατά τήν συνήθειά του ἀπό ἐδῶ ὁ ἀββᾶς Θεόδωρος ὁ ᾽Ηλιώτης ἀπό τήν λαύρα τῆς Φαράν. Δέν μέ ξεχνᾶ ποτέ καί αὔριο εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς ἐπίσκεψής του. Αὐτόν θά ρωτήσω γιά νά μοῦ πεῖ᾽. ῎Ενιωσε μιά βαθιά ἀνακούφιση. Οἱ λογισμοί του πῆραν νά ἠρεμοῦν. Στράφηκε καί πρός τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας. ῾Μέ ξεγελοῦν τά μάτια μου᾽, ψιθύρισε. Τοῦ φάνηκε σάν νά χαμογελᾶ ἡ Μητέρα τοῦ Κυρίου. ῾Παναγία μου, βοήθησέ με. Κύριε, σῶσε με᾽, εἶπε κι ἔνιωσε πολύ βαριά καί κουρασμένη τήν ψυχή του.  ῏Ηλθε ὁ ἀββᾶς Θεόδωρος τήν ἑπομένη. Συντετριμμένος ὁ Γέροντας καί μέ δάκρυα στά μάτια τοῦ ἐξομολογήθηκε τόν ὅλο πόλεμό του, τήν πύρωση τῆς σάρκας του πού τήν ἀπέκρυβε τόσο καιρό, γιατί ἔνιωθε βαθιά ντροπή πού ᾽χε συμβεῖ στήν ἡλικία του, τήν ἀπελπισία πού τόν εἶχε καταλάβει, τήν ἐμφάνιση τοῦ πονηροῦ καί τόν ὅρκο πού τοῦ ᾽χε δώσει. ῾᾽Αββᾶ, ἔδωσα ὅρκο στόν διάβολο ὅτι δέν θά πῶ τίποτε ἀπό τήν πρότασή του. Κι ἡ πρότασή του ἦταν νά μήν ξαναπροσκυνήσω τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας μας᾽. Ξέσπασε σέ ἀναφιλλητά ὁ Γέροντας, κατανοώντας προφανῶς τό μέγεθος τοῦ σφάλματός του καί τόν ἐμπαιγμό πού εἶχε ὑποστεῖ ἀπό τόν πονηρό. 
Ὁ ἀββᾶς Θεόδωρος τόν παρηγόρησε καί τόν νουθέτησε. ῎Εκλαψε κι αὐτός, κατανοώντας καί συγκαταβαίνοντας στόν πειρασμό τοῦ καλοῦ καί ἀγωνιστῆ ἀδελφοῦ του. Τρόμαξε μέ τήν πονηριά τοῦ δαίμονα ἀλλά ἐλεεινολόγησε καί τήν ἀνημπόρια του μπροστά στόν Κύριο ᾽Ιησοῦ Χριστό καί τήν Θεοτόκο Μητέρα Του. 
῾Μή στενοχωριέσαι, ἀδελφέ μου᾽, τοῦ εἶπε ταπεινά καί μέ ἀγάπη. ῾῾Ο Κύριος δέν σέ ἄφησε. ᾽Εκεῖνος σέ ἐνίσχυσε νά ἀποκαλύψεις αὐτό πού σοῦ συνέβη μέ τόν δαίμονα, γιατί ἡ ἀποκάλυψη τῶν λογισμῶν καί τῆς ὅλης ζωῆς μας στόν πνευματικό καί σέ ἄλλους ἐμπείρους τῆς χριστιανικῆς ζωῆς ἀδελφούς καίει τόν τρισκατάρατο, τοῦ τυφλώνει τούς ὀφθαλμούς γιά νά μή βλέπει τίς πτώσεις μας καί τόν ἀποδυναμώνει πλήρως. Οὐαί σ᾽ αὐτούς πού τά κρατᾶνε μέσα τους. Αὐτοί γίνονται τά παιχνίδια κυριολεκτικά τοῦ σατανᾶ. ᾽Ακόμη καί τό παραμικρό ἁμάρτημα ἄν τό θεωρήσουν περιττό πρός ἐξομολόγηση, θά θεριέψει μέσα τους καί μέσω αὐτοῦ θά ἁλώσει ἐντελῶς τήν ψυχή τους ὁ πονηρός. ῎Εκανες λοιπόν τήν καλύτερη δουλειά πού ἀποκάλυψες τήν ψυχή σου. 
Βεβαίως, πρέπει νά παραδεχτεῖς ὅτι κάποια δίοδο βρῆκε ὁ πλάνος μέσα σου γιά νά προκαλέσει τόν πειρασμό αὐτόν. ῎Ισως κάποια ἀδιόρατη κενοδοξία καί ὑπερηφάνεια. Καί σύ μέ τόσα χρόνια πνευματικῆς ἀσκητικῆς ζωῆς δέν θά ἔπρεπε νά τοῦ δώσεις αὐτό τό δικαίωμα. Γιατί ὁ διάβολος ὅ,τι λέει εἶναι ψέμα. ῾Ο Κύριος δέν μᾶς λέει ὅτι εἶναι ῾ὁ πατήρ τοῦ ψεύδους;᾽ ᾽Ακόμη καί οἱ ἀλήθειες του στό βάθος λειτουργοῦν γιά τό ψέμα, μέ σκοπό τήν ὑποταγή τοῦ ταλαίπωρου ἀνθρώπου. Καλά λοιπόν ἔκανες καί πάτησες τόν ὅρκο σου στόν ψεύτη αὐτόν. Τώρα χαίρεται μαζί σου ὅλος ὁ οὐρανός, γιατί βλέπει τήν μετάνοιά σου. Καί νά ξέρεις, Γέροντα, τώρα θά δεῖς τήν δύναμη τοῦ Κυρίου καί τῆς Παναγίας μας γιά τό ξεπέρασμα τοῦ πειρασμοῦ σου. Γιατί ἔδειξες ταπείνωση. Κι ὅπου ὑπάρχει ἡ ταπείνωση ὑπάρχει ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ᾽. 
Σταμάτησε ὁ ἀββᾶς Θεόδωρος. Κοίταξε τό γαληνεμένο τώρα πρόσωπο τοῦ Γέροντα καί χάρηκε γιατί εἶδε τήν χάρη τοῦ Θεοῦ. ῾Κύριε, ἐνίσχυσέ τον᾽ ἔστρεψε τό βλέμμα του πρός τήν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου. Σάν νά ᾽δε πιό φωτεινό τό καντήλι της πού κουνιόταν πέρα δῶθε, χωρίς ἰδιαίτερο φυσικό λόγο. Τά μάτια του γέμισαν δάκρυα. ῾Η Παναγία συγκατένευε στήν μετάνοια πού ἐξελισσόταν ἐνώπιόν της καί ἐνώπιον τοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ της. 
῾Καί θά σοῦ πῶ καί κάτι ἀκόμη, Γέροντα᾽, εἶπε ἀργά καί μέ ἐπίγνωση τοῦ βάρους τοῦ λόγου του ὁ ἀββᾶς Θεόδωρος τῆς λαύρας τῆς Φαράν, ὁ ἔμπειρος πνευματικός, ὁ σοφός καί διακριτικός ἀσκητής, στρέφοντας τό βλέμμα του καί πάλι πρός τόν γερμένο στό ἔδαφος ἔγκλειστο ἐρημίτη. 
᾽Ανασήκωσε τό πρόσωπό του ὁ Γέροντας, γιά νά ἀκούσει αὐτό πού φαινόταν ξεχωριστά βαρυσήμαντο. 
῾Λοιπόν, νά ξέρεις μιά γιά πάντα στόν πειρασμό πού περνᾶς. Σέ συμφέρει – ναί, μάρτυς μου ὁ Θεός γιά τήν ἀλήθεια τοῦ λόγου μου – σέ συμφέρει πολύ περισσότερο νά μήν ἀφήσεις πορνεῖο γιά πορνεῖο σέ ὅλην τήν χώρα στό ὁποῖο δέν θά μπεῖς μέσα, ἀπό τό νά ἀρνηθεῖς νά προσκυνᾶς τόν Κύριό μας ᾽Ιησοῦ Χριστό μαζί μέ τήν ῾Υπεραγία Μητέρα Του! Γιατί στήν πρώτη περίπτωση ὑπάρχει τίς περισσότερες φορές ἡ ἐπίγνωση τῆς ἁμαρτίας πού φέρνει τήν μετάνοια. Στήν δεύτερη ὅμως; Ποῦ θά στραφεῖ κανείς γιά μετάνοια, ἄν ἀρνηθεῖ τό λατρευτό πρόσωπο τοῦ Κυρίου καί τῆς Παναγίας Μητέρας Του; ῾Η ἄρνηση αὐτή σημαίνει τήν πλήρη ἀπώλεια τοῦ ἀνθρώπου᾽. 
Τοῦ ᾽πε κι ἄλλα ὁ ἀββᾶς, στήριξε καί παρηγόρησε τόν Γέροντα, τοῦ διάβασε τήν εὐχή. Τόν ἀγκάλιασε καί ἔφυγε, ἀφήνοντάς τον μέ εἰρήνη ψυχῆς, κυρίως ὅμως γιγαντωμένο τόσο, ὥστε νά ἀντιμετωπίσει εὔκολα τόν δαίμονα, ὁ ὁποῖος πράγματι δέν ἄργησε νά ξαναφανεῖ. Αὐτήν τήν φορά ὅμως εἶχε φύγει ἀπό τό ταραγμένο καί μαῦρο πρόσωπό του ἡ μάσκα τῆς ὑποκρισίας. 
῾Τί συμβαίνει, κακόγερε;᾽ τοῦ εἶπε τώρα ἐντελῶς ἐπιθετικά. ῾Δέν ὁρκίστηκες ὅτι δέν θά πεῖς τίποτε σέ κανένα; Καί πῶς τόλμησες νά τά πεῖς σ᾽ ἐκεῖνον πού ἦρθε σέ σένα;᾽ Καί πάλι δέν μπόρεσε νά ὀνοματίσει τό ὄνομα τοῦ ἀββᾶ, τοῦ ἐκλεκτοῦ σκεύους τοῦ Θεοῦ ὁ πονηρός. ῾Σοῦ λέω λοιπόν, κακόγερε, πώς θά κριθεῖς σάν ἐπίορκος τήν ἡμέρα τῆς κρίσεως, γιατί παρέβης τούς ὅρκους πού μοῦ ᾽δωσες᾽. 
῏Ηταν ἡ σειρά τοῦ Γέροντα νά γελάσει μέ τά λόγια τοῦ δαίμονα. ῾῎Ηξερα πάντα βέβαια᾽ τοῦ εἶπε, ῾ὅτι εἶσαι πονηρός, ἔστω κι ἄν προσωρινά φάνηκες νά μέ γελᾶς. ᾽Αλλά ἐκτός ἀπό πονηρός φαίνεται ὅτι εἶσαι καί ἀνόητος. Μοῦ λές ὅτι ὁρκίστηκα καί παραβίασα τόν ὄρκο μου. Τό ξέρω. ᾽Αλλά γιατί; Γιά νά μείνω πιστός στόν δικό μου Δεσπότη καί Ποιητή. Μακάρι ὅλοι νά παραβιάζουν τόν λόγο τους καί τούς ὅρκους τους σ᾽ ἐσένα, γιατί ἡ ὑπακοή σ᾽ ἐσένα εἶναι ἡ τέλεια καταστροφή τους. Κι ἄκου κι αὐτό, τρισκατάρατε πού νά ᾽σαι πάντα ἔξω ἀπό ἐδῶ. ῎Ακου κι αὐτό ἀπό ἐμένα, ἕνα ταπεινό πλάσμα τοῦ Θεοῦ πού μέ δυνάμωσε ὅμως ὁ Κύριος μέ τόν ἀπεσταλμένο δοῦλο του: θά τιμωρηθεῖς ἀπό ᾽Εκεῖνον πολύ περισσότερο μ᾽ αὐτό πού μοῦ ζήτησες, γιατί ἐσύ ἤσουν ὁ αἴτιος καί τῆς κακῆς συμβουλῆς καί τῆς ἐπιορκίας᾽. 
Μ᾽ ἕναν ἰσχυρό κρότο κι ἀφήνοντας πίσω του μιά μεγάλη βρῶμα ἐξαφανίστηκε τό πονηρό πνεῦμα, μή ἀντέχοντας τήν δύναμη ψυχῆς τοῦ πλάσματος τοῦ Θεοῦ. 
῾Ο Γέροντας στράφηκε μέ δάκρυα στόν Κύριο καί τήν Παναγία Μητέρα Του, προσκύνησε βαθιά κι ἔμεινε ἐκεῖ γιά πολλές ὧρες δοξολογώντας τό ἅγιο ὄνομά Τους. 
Μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς του ἡ ταπείνωσή του ἦταν μεγάλη κι ἔκτοτε οὐδέποτε προσβλήθηκε ἀπό τόν πειρασμό τῆς σάρκας.


Πηγή:agios-dimitrios

Thursday, 5 September 2013

Elder Cleopa of Romania-On the Presuppositions of our Personal Salvation

Elder Cleopas Ilie
On the Presuppositions of our Personal Salvation. Chapter 13 from The Truth of Our Faith by Elder Cleopa of Romania.

 Inquirer: Father, earlier you spoke about our personal salvation. Can you tell me more about this?

Elder Cleopa: Some religious confessions teach that personal salvation presupposes the action of Divine Grace alone, according to Calvin, or the grace of faith, i.e. of trust in God, according to Luther, by which the merits or virtues of our Lord Jesus Christ are conferred upon man. Therefore, to give a general outline, there are Protestant Christians who believe that salvation stems only from faith and that on the part of man himself there is placed no condition or requirement for his salvation.

Our Church, however, teaches that our personal salvation is neither a gift, nor a simple work, but rather a process and an undertaking that matures or develops gradually and is realized in the co-operation of two persons: God and man. On the part of God, Divine Grace (His uncreated Divine Energy) is offered to us, while for man's part, faith and righteous deeds are necessary. Consequently, the prerequisites for our personal salvation are the following: the Divine Grace or uncreated Divine Energy of God and the faith and virtuous deeds of man.

Our objective salvation is realized only in the sacrifice of Jesus Christ, whereas our personal or subjective salvation, which in the language of the New Testament is called righteousness, holiness, or salvation (in the narrow sense), is realized as a continuance of this objective salvation, with our personal energy or activity acting in co-operation with Divine Energy or Grace.

On the part of God, Divine Grace is absolutely necessary, for we have all sinned and fallen short of the glory of God, and we are justified by His grace, redeemed in Christ Jesus (Rom. 3:23-24). For it is God who worketh in you, both to will and to do of His good pleasure (Philp. 2:13). For by grace are ye saved through faith, and not that of yourselves: it is the gift of God - not by works, lest any man should boast. For we are His workmanship, created in Christ Jesus unto good works, which God hath beforehand ordained, that we should walk in them (Eph. 2: 8-10).

From this it is clear that divine Grace is necessary for our personal salvation. This truth is also evident in the words of the Lord: I am the vine, ye are the branches: He that abideth in me, and I in him, the same bringeth forth much fruit: for without me ye can do nothing. If a man abide not in me, he is cast forth as a branch, and is withered; and men gather them, and cast them into the fire, and they are burned. If ye abide in me, and my words abide in you, ye shall ask what ye will, and it shall be done unto you (Jn. 15: 5-7).

Hence, the Grace of God is for us the fluid that runs from vine to the vine branch. On the part of man, saving and actualized faith is necessary, i.e. faith which worketh by love (Gal. 5:6). Without this contribution of mans, salvation is not held out for any man. Conscious faith in God, without good deeds, the demons, too, possess, for they also believe and tremble (Jas. 2:19). Holy Scripture itself makes clear that good works are necessary for salvation. Holy Scripture is filled with passages which refer to good deeds as a necessary prerequisite of our salvation (Mat. 25:34, Jn. 5:29, Rom. 2:6-13, 2 Cor. 5:10, Jas. 2:14-26, Rev. 20:12, and others).

Inquirer: I have gathered from different discussions I have had with representatives of various confessions that they are of the opinion that divine Grace operates by force and irresistibly. For them, it is not possible to speak at all of freedom, nor of a certain worthiness of man in whatever pertains to his salvation. It is said that this is apparent from the parable of the Lord: And the Lord said unto the servant, go out into the highways and hedges, and compel them to come in, that my house may be filled (Lk. 14:23). Elsewhere the Lord also said: No man can come to me, except the Father which hath sent me draw him: and I will raise him up at the last day (Jn. 6:44). It is claimed that with this meaning in mind the Apostle Paul says the following: For it is God which worketh in you both to will and to do of his good pleasure (Phil. 2:13). It would seem clear from all of these citations that there does not, in fact, exist freedom of will and that God alone, independent of our disposition, grants salvation.

Elder Cleopa: Holy Scripture teaches us clearly that man is created by God free and self-governing, that is, with freedom of will, as the Holy Spirit tells us: O Lord as with a shield of Thy good pleasure hast thou crowned us (Ps. 5:13). Elsewhere it says, He Himself made man from the beginning, and left him in the hand of his counsel, (Eclus. 15:14) and again, He hath set fire and water before thee: stretch forth thy hand unto whichever thou wilt (Eclus. 15:16). Furthermore, in another place in Holy Scripture it is said: Behold, I set before you this day a blessing and a curse; a blessing if ye obey the commandments of the LORD your God (Dt. 11: 26-27). And further on it is said: See, I have set before thee this day life and death, good and evil ... I call heaven and earth to record this day against you, that I have set before you life and death, blessing and cursing: therefore choose life, that both thou and thy seed may live (Dt. 30: 15, 19).

The freedom of the will of man, as well as the dependence of salvation upon his freedom, appears more clearly from the words of the Saviour Himself. O Jerusalem, Jerusalem, thou that killest the prophets, and stonest them which are sent unto thee, how often would I have gathered thy children together, even as a hen gathereth her chickens under her wings, and ye would not! (Mat. 23:37, Lk. 11:20) Whereas to the rich young man He said, If thou wilt enter into Life, keep the commandments (Mat. 19:17, Heb. 4:11, Rom. 2:4).

Through the mouth of His prophet Isaiah, God says the following: If ye be willing and obedient, ye shall eat the good of the land. But if ye refuse and rebel, ye shall be devoured with the sword (Isa. 1: 19-20). And again to the rich young man He says, If thou wilt be perfect, go and sell that thou hast, and give to the poor, and thou shalt have treasure in heaven: and come and follow me (Mat. 19:21).

In all of these passages it is positively obvious that God fashioned man with freedom of will and does not compel the will of anyone to draw nigh to salvation. For if the will of man is coerced into accepting salvation then any compensation in the future life would be meaningless. Likewise, God would cease to be the just judge the Holy Scriptures customarily refer to Him as being. If our salvation is accomplished without our personal will then that which the great Apostle Paul says would be incomprehensible to us: For we must all appear before the judgement seat of Christ; that every one may receive the things done in his body, according to that he hath done, whether it be good or bad (2 Cor. 5:10). And likewise, Now he that planteth and he that watereth are one: and every man shall receive his own reward according to his own labour (1 Cor. 3:8).


Inquirer: Fair enough, but I still have serious doubts. Isnt it possible that God, from before the ages, determined the fate of each one of us? In other words, some are to be saved and some to be punished, analogous with the decisions rendered from time immemorial, out of His sovereign pre-ordination for each one of us? The following words of the Apostle Paul appear to support this opinion.

For the children being not yet born, neither having done any good or evil, that the purpose of God according to election might stand, not of works, but of him that calleth; It was said unto her, The elder shall serve the younger. As it is written, Jacob have I loved, but Esau have I hated. What shall we say then? Is there unrighteousness with God? God forbid. For he saith to Moses, I will have mercy on whom I will have mercy, and I will have compassion on whom I will have compassion. So then it is not of him that willeth, nor of him that runneth, but of God that sheweth mercy. For the scripture saith unto Pharaoh, Even for this same purpose have I raised thee up, that I might shew my power in thee, and that my name might be declared throughout all the earth. Therefore hath he mercy on whom he will have mercy, and whom he will he hardeneth. Thou wilt say then unto me, Why doth he yet find fault? For who hath resisted his will? Nay but, O man, who art thou that repliest against God? Shall the thing formed say to him that formed it, Why hast thou made me thus? Hath not the potter power over the clay, of the same lump to make one vessel unto honour, and another unto dishonour? (Rom. 9: 11-21).

The same Apostle says elsewhere,

Blessed be the God and Father of our Lord Jesus Christ, who hath blessed us with all spiritual blessings in heavenly places in Christ: According as he hath chosen us in him before the foundation of the world, that we should be holy and without blame before him in love: Having predestined us unto the adoption of children by Jesus Christ to himself, according to the good pleasure of his will. (Eph. 1: 3-4).

From this it seems evident that salvation is offered according to the decision of God from before the ages. For the Apostle says likewise elsewhere: But we are bound to give thanks always to God for you, brethren beloved of the Lord, because God hath from the beginning chosen you to salvation through sanctification of the Spirit and belief of the truth: Whereunto he called you by our gospel, to the obtaining of the glory of our Lord Jesus Christ (2 Thess. 2:13-14). Furthermore, the following is written in another passage: But we speak the wisdom of God in a mystery, even the hidden wisdom, which God ordained before the world unto our glory (1 Cor. 2:7). And elsewhere it is said: what hast thou that thou didst not receive? Now if thou didst receive it, why dost thou glory, as if thou hadst not received it? (1 Cor. 4:7). For it is God which worketh in you both to will and to do of his good pleasure (Phil. 2:13). Hence, consequently the problem is posited as follows: No one is saved except those who were pre-elected and predestined by God from before the ages. Man in this life follows the lot proscribed for him by God without the possibility of changing or replacing it.

Elder Cleopa: Holy Scripture contains within it unanswerable passages or, as Saint Gregory of Nyssa puts it, strong bones. Some would like to break these bones of Scripture with their wisdom teeth as of yet still only suitable for sucking milk. However, such a thing they would never be able to manage. All who have desired to plunge into the depths of Scripture have drowned in the fathomless ocean that is the wisdom of God. Such was the portion shared by Origen, Arius, Macedonius, Nestorius, Sabellius, Dioscorus, Eutyches and all the other chiefs of the ancient heresies who have been swallowed up in the unfathomable sea of Holy Scripture. The profundity and depth of Scripture was not the cause of their fall and drowning, but rather they themselves were the cause, due to their own insufficiencies, of being drowned in the depths of the mysteries of the Scriptures.

Holy Scripture is like a fountain or an endless spring, of the wisdom of God in which we must be steeped and partake in accordance with our level of wisdom and spiritual maturity. Just as we take water from the well with a bucket, empty it into our pitcher and then into our glass in order to quench our bodys thirst, so must we also do with our spiritual thirst when we are urged to drink of the deepest ocean of wisdom, the Holy Scriptures. Thus, spiritually speaking, if we draw more water from the well of Scripture than is drinkable (out of desire for the purity of our intellect (νούς) and heart), due to our pride and inquisitiveness we will be destroyed in our attempt to grasp the incomprehensible with our limited human faculties. If, for example, we were to see a child from the first grade trying to learn and to teach others that which is taught at the university, how much laughter and amusement would it provoke in us! The same and worse happens to those who desire to scrutinize and unravel the incomprehensible mysteries of the Scriptures with an intellect inexperienced and unenlightened by the Holy Spirit.

The divine Prophets and Apostles, as well as the holy Fathers of the Church, while by the purity of their lives attaining to the simplicity and innocence of infants, at the same time also, on account of their wisdom, became as perfect spiritual men (Eph. 4:13). Nevertheless, they were never so bold as to delve into the impenetrable mysteries of the wisdom of God. Before these elevated notions and expressions they remained as if enraptured saying, How great are Thy works, O Lord, exceeding deep are Thy thoughts, (Ps. 91:6) and Great is our Lord, and great is His strength, and of His understanding there is no measure (Ps. 146:5). Still further, in another place, it is said: Hast thou not known? Hast thou not heard, that the everlasting God, the Lord, the Creator of the ends of the earth, fainteth not, neither is weary? There is no searching of his understanding (Is. 40:28). Listen also to the vessel of election, the Apostle Paul, as he says with wonderment; O the depth of the riches both of the wisdom and knowledge of God! How unsearchable are his judgements, and his ways past finding out! For who hath known the mind of the Lord? Or who hath been his counsellor? (Rom. 11: 33-34).

You understand, therefore, my friend, that this fathomless depth of the wisdom of God cannot be approached by any intellect among His creatures, neither those found in the heavens, nor those on earth. Much more difficult is it for those who, without purifying their intellect (νούς) and heart from the passions, and being bereft also of divine enlightenment, presume on their own to penetrate the unbounded abyss of the Scriptures.

My dearest to Christ, earlier you referred me to certain passages that appeared to you to underscore a type of absolute predestination for man, however, the truth of things is entirely otherwise.

The first passage refers to the call of man toward the grace and righteousness which is in Christ Jesus (Rom. 9: 11-21). The Apostle desires with this example to illustrate that the call and righteousness of men do not depend on the works of the law but on the goodness of God Who calls by His Grace all men to salvation, both Jews and Gentiles (see above: Rom. 9: 22-24). Without the grace of God, men are powerless to accomplish anything with regards to their salvation. Here the Apostles is underscoring the importance of the presupposition of our objective salvation or sanctification (i.e. the salvation of the race of man collectively), without repeating again the personal presupposition: the freedom of man in co-operation with the grace of God, with faith and good works.

Furthermore, in no sense is it maintained that the foreknowledge of God exists as a basis for the predetermination of the soul or the predestination of each one of us. This is unstated yet implicit when the Apostle says that there are those whom God chastens and hardens since they had become instruments of wrath, God tolerating them with forbearance. God perceives everything in advance and is not dependent upon the passing of time to know that between the two sons of Isaac one would be the conveyor of His messianic promise. Thus, it is nothing to marvel at when He says: Jacob I have loved, but Esau I have hated.

If it is said that God has mercy on whomever He wishes and punishes whomsoever He wishes, then we must ask: Upon whom does God want to show mercy and upon whom does He desire to inflict punishment? If He loves him that He has predetermined for salvation, who in this life would be evil? Likewise, if He punishes those who reject Him, who in this life would be good? Or does God want certain among the good to become evil and certain among the evil to become good, without any righteous judgement or requital? Yet, in this case, where is righteousness? Where is equity or impartiality? Where is wisdom and all of the other attributes of God? Not even among men is it possible for such things to occur, and yet even when men are given over to arbitrariness it is a tragedy and setback.

As for the other passages you cited, they do not refer to some type of categorical predestination of the eternal life of the soul, but rather to the election or call of the soul to the Christ-sent grace. The call or election of the soul is not based on its worth or virtue but rather solely on the goodness of God. This invitation is not expressed and offered to a few, as is maintained by the followers of unqualified predestination, but rather to every human being, since the Apostle is speaking only in the plural and thereby showing that it is not that some are preferred and especially invited in the sense of predestination.

It is with this understanding that the Apostle Paul says: For this is good and acceptable in the sight of God our Saviour, Who will have all men to be saved, and to come unto the knowledge of the truth. For there is one God, and one mediator between God and men, the man Christ Jesus; Who gave himself as a ransom for all, to be testified in due time (1 Tim. 2: 3-6). If from this text we wanted to expound an unconditional predestination for the heavenly majesty, a predestination of this sort would have to be understood according to the letter and spirit of the text, i.e. as unrestricted and unbounded. However, this would mean that salvation comes automatically to everyone, and it is well known that it does not. Furthermore, the very followers of predestination themselves maintain that the number of the predestined for salvation is restricted.

The truth is that Christ has brought salvation to everyone, something theologians have labelled general (or objective) salvation. And yet, everyone does not actualize this objective salvation, only those who seek and pursue it. While objective salvation is granted to every human being, subjective or personal salvation depends on the intent of man. Those who desire to be saved and work toward that goal receive divine Grace as their aide and guide. This Grace does not work in us violently; rather it abides with us peren- nially as a specific offering for the work of our salvation. Subsequently, it is not possible for us to speak of an unconditional predestination and its inadequate presuppositions for salvation. The truth concerning the predestination, fate and life of man can be summed up as follows.

A. Holy Scripture speaks often of a kind of predestination that carries with it the meaning of pre-knowledge. At times it is spoken of directly, being referred to variously as foreknowledge and predestination, (Acts 2:23 Rom. 8:29) the counsel of His will, (Eph. 1:11) the mystery which hath been hid from the ages, and the book of life (Col. 1:26, Eph. 3:9, Rev. 20:15, Lk. 10:20)

This predetermination is based on the life and works of man, which are plainly evident to our All-knowing God. Indeed, Holy Scripture speaks precisely: And we know that all things work together for good to them that love God, to them who are called according to his purpose. For those whom he foreknew, he also predestined to be conformed to the image of his Son, that he might be the first-born among many brethren. Moreover those whom he predestined, them he also called: and whom he called, them he also justified: and whom he justified, them he also glorified (Rom. 8:28-30).

We know also that at the future judgement there will be specific criteria upon which all will be judged. No one will be judged arbitrarily for that judgement will be righteous and unprejudiced. The Apostle says, For we must all appear before the judgement seat of Christ; that everyone may receive the things done in his body, according to what he hath done, whether it be good or bad (2 Cor. 5: 10, 1 Cor. 3:8). But this I say, he which soweth sparingly shall reap also sparingly; and he which soweth bountifully shall reap also bountifully (2 Cor. 9:6).

Furthermore, Holy Scripture sets forth this teaching with more clarity in other ways. It is often repeated that God does not want the death of any sinner, that He is not willing that any should perish, (2 Pet. 3:9, Eph. 4:6, Rom. 3:29) that all are called to salvation, and that God gave His grace to overflowing (Mat. 28:19, Rom. 10:18), precisely there where sin abounded, in order to provide all men with the possibility of salvation. All of this would be made a lie if the number of the chosen were in fact limited.

B. History certifies with all of the Church Fathers and theologians of great authority, together with the entirety of Holy Tradition and its incontestable substantiating elements, that the teaching on divine foreknowledge has always existed within the Church.

- Saint Irenaeus (+202 AD) says: God who knows everything has made ready the proper dwelling: for to those who seek after and yearn for the unapproachable light God in His goodness grants them that light.

- Saint John Chrysostom (+407 AD) says: God has not foreordained us for salvation only out of love, but also on account of our good deeds, because if this (salvation) were dependent only upon our good works then the coming of Christ and everything which He has effected for our salvation would be as though unnecessary.

- Saint Hilary (+367 AD) writes similarly: That which God foresaw, He also foreordained.

- Blessed Jerome (+420 AD) writes: For that which God knew would happen in the life of His Son, that He also permitted (preordained) for His Son.

- Saint Ambrose (+397 AD) says: God did not predetermine without seeing first that which He foreknew. Likewise, in those whom He foresaw worthiness, to those He also preordained a spiritual reward.

Inquirer: If grace is always necessary for salvation, whatever the case, and if salvation is a gift of God given with grace, do we have a part in the working out of our salvation?

Elder Cleopa: Yes, we certainly do have a part to play but grace is also necessary for our salvation, for man cannot be saved on his own. We are not like logs or stones with which God does whatever He likes.

If grace were to work on its own - indifferent to us - it would mean that we would walk to our salvation without our will. In this case if some are lost to perdition they would not be to blame, but rather grace would be responsible since it did not compel them to be saved. This teaching, as we have said previously, is not a teaching of the Christs Church but of the Calvinists who have themselves termed it unconditional election or predestination. According to this teaching, God decided from before the ages to save certain men and destroy others. This He does in accord with His liking, not according to the way man would work but through His grace - grace that He decided to give in order to save some. To a few Grace is given - grace that compels them to work according to His will - while to others grace is withheld. Such is the teaching of the Calvinists.

Inquirer: And the teaching of the Orthodox Church is different from that?

Elder Cleopa: Previously, I showed you the Church's teaching clearly enough and at quite some length, and yet I will add for you also the following: God our Saviour will have all men to be saved, and to come unto the knowledge of the truth (1 Tim. 2:4). Grace does not compel anyone. Men have the God-given freedom to accept it and to work with it or to reject it. Those who embrace it are saved and those who withdraw from it are lost. Guard well, my son, that which you have heard that you may be illumined by it and believe as a true Orthodox Christian.


Chapter 13 from The Truth of Our Faith: A Discourse from Holy Scripture on the Teachings of True Christianity, by Elder Cleopa of Romania (Greece: Uncut Mountain Press, 2000).

Το κομποσχοίνι..



ΤΟ ΚΟΜΠΟΣΧΟΙΝΙ
Σκέψεις ενός Αγιορείτου Μοναχού


Ας σταθούμε για λίγο και ας κοιτάξουμε ένα μικρό κομποσκοίνι, σαν αυτό που κατασκευάζεται από μαύρο μαλλί στο Άγιον Όρος. Είναι μία ευλογία από έναν Άγιο τόπο. Όπως τόσα άλλα που έχουμε στην Εκκλησία, είναι κι αυτό μία ευλογία ετοιμασμένη και δοσμένη σε μας από κάποιον εν Χριστώ αδελφό η πατέρα, έναν ζωντανό μάρτυρα μιας ζώσης παραδόσεως. Είναι μαύρο το χρώμα του πένθους και της λύπης και αυτό μας θυμίζει να είμαστε νηφάλιοι και σοβαροί στη ζωή μας. Έχουμε διδαχθεί ότι η προσευχή της μετανοίας, ειδικά η προσευχή του Ιησού, μπορεί να μας φέρει αυτό που οι Πατέρες ονομάζουν «χαρμολύπη». Εμείς νιώθουμε λύπη για τις αμαρτίες και αδυναμίες και πτώσεις μας ενώπιον του Θεού, των συ­νανθρώπων μας και του εαυτού μας, όμως η λύπη αυτή γίνεται πηγή χαράς και αναπαύσεως εν Χριστώ, ο οποίος εκχύνει το έλεός Του και την συγχώρηση σε όλους όσοι επικαλούνται το όνομά Του.

Το κομποσκοίνι αυτό είναι πλεγμένο από μαλλί, έχει δηλαδή ληφθεί από πρόβατο, γεγονός που μας θυμίζει ότι είμαστε πρόβατα του Καλού Ποιμένος, του Κυρίου Ιησού Χριστού. Θυμίζει ακόμη τον «Αμνόν του Θεού, τον αίροντα τας αμαρτίας τον Κόσμου»[1]. Παρόμοια και ο Σταυρός του κομποσκοινιού μας μιλά γι' αυτή τη θυσία και τη νίκη της ζωής επί του θανάτου, της ταπεινώσεως επί της υπερηφανίας, της αυτοθυσίας επί του φωτός επί του σκότους. Και η φούντα; Αυτή να τη χρησιμοποιείς, για να σκουπίζεις τα δάκρυα από τα μά­τια σου ή, αν δεν έχεις δάκρυα, να σου θυμίζει να πενθείς, γιατί δεν έχεις πένθος. Εξ άλλου, μικρές φούντες στόλιζαν τα ιερά άμφια από τον καιρό της Παλαιάς Διαθήκης. Αυτό μας θυμίζει την Ιερά Παράδοση της οποίας μετέχουμε, όταν χρησιμοποιούμε το κομποσκοίνι.

Τα κομποσκοίνια πλέκονται συμφωνά με μία παράδοση που χάνεται στα βάθη των αιώνων. Ίσως μία από τις πιο πρώι­μες μορφές κάποιου μέσου βοηθητικού της προσευχής ήταν η συγκέντρωση μικρών λιθαριών η σπόρων και η μετακίνησή τους από ένα σημείο η δοχείο σε ένα άλλο κατά την διάρκεια του «κανόνα» της προσευχής η του «κανόνα» των μικρών η μεγάλων μετανοιών. Αναφέρεται ακόμη η ιστορία ενός μονάχου που σκέφθηκε να κάνει απλούς κόμπους σε ένα σχοινί και να το χρησιμοποιεί στον καθημερινό «κανόνα» της προσευχής του. Ο διάβολος όμως έλυνε τους κόμπους από το σχοινί και ματαίωνε τις προσπάθειες του φτωχού μονάχου. Εμφανίστηκε τότε ένας Άγγελος και δίδαξε στον μοναχό έναν ειδικό κό­μπο, όπως είναι τώρα διαμορφωμένος στα κομποσκοίνια, αποτελούμενο από αλλεπάλληλους Σταυρούς. Τους κόμπους αυτούς ο διάβολος δεν μπορούσε να τους λύσει λόγω της παρουσίας των Σταυρών.

Κομποσχοίνια υπάρχουν σε μεγάλη ποικιλία σχημάτων και μεγεθών. Τα πε­ρισσότερα έχουν ένα Σταυρό πλεγμένο ανάμεσα στους κόμπους η στην άκρη τους, ο οποίος σημειώνει το τέλος, καθώς επίσης και ένα είδος σημαδιού μετά από κάθε δέκα, εικοσιπέντε η πενήντα κό­μπους η χάνδρες. Υπάρχουν πολλά είδη κομποσχοινιών. Μερικά είναι πλεγμένα από μαλλί ή μετάξι ή κάποιο άλλο πιο πολυτελές ή πιο απλό υλικό. Άλλα είναι κατασκευασμένα με χάνδρες ή με το αποξηραμένο λουλούδι ενός φυτού που λέγεται «δάκρυ της Παναγίας».

Το κομποσχοίνι είναι ένα από τα αντικείμενα που δίδονται σε έναν Ορθόδοξο μοναχό κατά την τελετή της κούρας του. Του δίνεται σαν το πνευμα­τικό του ξίφος με το οποίο ως στρατιώ­της του Χριστού πρέπει να πολεμήσει κατά του νοητού εχθρού μας, του δια­βόλου. Το ξίφος αυτό το χρησιμοποιεί επικαλού- μενος το όνομα του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος μας Ιησού Χριστού και ικετεύοντας για το έλεος Του με την προσευχή του Ιησού: Κύριε Ιησού Χρι­στέ, Υιέ τον Θεού, ελέησον με τον αμαρτωλόν. Η προσευχή αυτή μπορεί να λεχθεί σε συντομότερη μορφή: Κύ­ριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με, ή σε εκτενέστερη: Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ και Λόγε του Θεού, δια πρεσβειών της υπεραγίας Θεοτόκου και πά­ντων των Αγίων, ελέησόν με τον αμαρτωλόν.

Με την βοήθεια του κομποσχοινιού μπορούν να γίνουν και άλλες σύντομες προσευχές, όπως η
προσευχή του τε­λώνη: ο Θεός, ίλάσθητι μοι τω αμαρτωλω[2], η προσευχή στην Θεοτόκο:

Ύπεραγία Θεοτόκε, σώσον Ημάς, ή άλλες σύντομες προσευχές στον φύ­λακα Άγγελο, σε μεμονωμένους Αγίους ή στους Αγίους Πάντες. Η συνηθισμένη μορφή μιας τέτοιας προσευχής είναι: Άγιε Άγγελε - ή Άγιε (δείνα) πρέ­σβευε υπέρ εμού. Μετατρέποντας τις λέξεις των συντόμων αυτών προσευχών σε «ελέησον ημάς» ή «πρέσβευε υπέρ ημών» ή συμπεριλαμβάνοντας το όνομα ή τα ονόματα ανθρώπων για τους όποιους θέλουμε να προσευχηθούμε, μπορούμε επιπλέον να χρησιμοποιούμε το κομποσχοίνι για προσευχές υπέρ των άλλων. Το ίδιο ισχύει και για προσευχή υπέρ των κεκοιμημένων: Ανάπαυσον, Κύριε, τηv ψυχήν του δούλου σου.

Όταν οι μοναχοί και οι λαϊκοί κρατούν το κομποσχοίνι στα χέρια τους, αυτό αποτελεί υπενθύμιση της υποχρεώσεώς τους να προσεύχονται χωρίς διακοπή, σύμφωνα με την εντολή του Αποστόλου Παύλου: αδιαλείπτως προσεύχεσθε[3]. Ο καθένας μπορεί να κρατά ένα κομποσχοίνι στην τσέπη ή σε κάποιο διακριτικό μέρος, όπου μπορεί εύκολα να το χρησιμοποιήσει απαρατήρητος, σε περιπτώσεις που είναι προτιμότερο να προσευχηθεί μυστικά, χωρίς να ελκύσει την προσοχή των άλλων. Το κομποσχοίνι μπορεί επίσης να τοποθετηθεί επάνω από το προσκέφαλο του κρεβατιού μας, στο αυτοκίνητο, μαζί μ' ένα μικρό Σταυρό ή εικόνισμα ή σε άλλα κατάλληλα σημεία ως υπενθύμιση προσευχής και ως ένα είδος ευλογίας και μία άγια και θεία πα­ρουσία στη ζωή μας.

Τώρα ας δούμε σύντομα τον πρωταρχικό σκοπό για τον οποίο κατα­σκευάστηκε το κομποσχοίνι. Ο κύριος σκοπός του κομποσχοινιού είναι να μας βοηθά κατά την προσευχή μας προς τον Θεό και τους Αγίους Του. Εκτός από το να μας χρησιμεύει ως μία διαρκής εξωτερική υπενθύμιση και ευλογία, πως μπορεί αυτό το μικρό κομποσχοίνι να μας βοηθήσει να προσευχόμαστε; Μπορούμε βέβαια και χωρίς αυτό να προσευχηθούμε, μερικές φορές μάλιστα μπορεί να μας αποσπάσει στην προσπάθειά μας να συγκεντρωθούμε στην προσευχή. Έχοντας αυτά υπ' όψιν, ας δούμε μερικούς τρόπους με τους όποιους μας βοήθα το κομποσχοίνι.

Μερικές φορές η προσευχή μας είναι θερμή και μας είναι εύκολο να προσευχηθούμε. Άλλοτε όμως ο νους μας είναι τόσο σκορπισμένος ή είμαστε τόσο ταραγμένοι ή με τόσο διασπασμένη την προσοχή, που μας είναι πρακτικά αδύνατο να συγκεντρωθούμε στην προσευχή. Αυτό συμβαίνει κυρίως, όταν προσπαθούμε να τηρούμε κάποιον καθημερινό κα­νόνα προσευχής. Μερικές ημέρες πάει καλά, άλλοτε όμως ίσως τις περισσό­τερες φορές οι προσπάθειές μας φαίνο­νται σχεδόν μάταιες. Αλλ' επειδή, όπως λέγεται, είμαστε όντα της συνήθειας, είναι πολύ ωφέλιμο να καθορίσουμε μία ειδική και τακτή ώρα της ημέρας για προσευχή. Η βραδινή ώρα (όχι πολύ αργά) πριν κοιμηθούμε είναι καλή, επειδή είναι σημαντικό να τελειώνουμε την ημέρα με προσευχή. Το πρωί, ξυπνώντας, είναι επίσης καλό να ξεκινούμε την νέα ημέρα με προσευχή. Μπορεί ακόμη κανείς να βρει άλλες ώρες της ημέρας που να μπορεί να ησυχάζει και να συγκεντρώνεται.

Η προσπάθειά μας είναι να καθιερώσουμε την προσευχή ως έναν κα­νόνα στη ζωή μας, όχι ως μία εξαίρεση. Εν αυτό επιδιώκουμε να βρούμε κάποια ώρα που καθημερινά θα μπορούμε να έχουμε λίγη ησυχία, ώστε να συγκεντρωθούμε και να στρέψουμε τα μάτια της ψυχής μας στον Θεό. Ως μέρος αυτού του κανόνα ίσως θελήσουμε να διαβάσουμε μερικές προσευχές από κάποιο προσευχητάριο ή να προσευχηθούμε και να βρούμε ψυχική γαλήνη με άλλους τρόπους, όπως με το διάβασμα θρησκευτικών κειμένων ή με την ανασκόπησιν[4] των γεγονότων της ημέρας που πέρασε κ.ο.κ. Ο πιο αποτελεσματικός όμως τρόπος για να ωφεληθεί κανείς από τον κανόνα της προσευχής είναι να λέ­γει τακτικά σε καθορισμένο αριθμό την ευχή του Ιησού (Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με). Ο αριθμός αυτός δεν χρειάζεται να είναι μεγάλος και ίσως χρειαστούν μόνο δεκαπέντε περίπου λε­πτά. Αυτό όμως θα είναι το τμήμα της ημέρας μας που ανήκει στον Θεό, οι λίγοι κόκκοι αλάτι που θα νοστιμίσουν όλη την πνευματική μας ζωή. Πολλοί γιατροί σή­μερα συνιστούν αυτή την πρακτική χάριν της σωματικής υγείας, ιδιαίτερα για να ξεπεράσει κανείς το άγχος. Ακόμη καλύ­τερα, ας βρίσκουμε διάφορα τέτοια μικρά χρονικά διαστήματα καθ' όλη την διάρ­κεια της ημέρας και ας τα γεμίζουμε τα­κτικά με τους πολύτιμους θησαυρούς της προσευχής, τους όποιους κανείς δεν μπο­ρεί να κλέψει και που απο ταμιεύονται για λογαριασμό μας στον Ουρανό[5].

Άν θέλεις να τηρείς κάποιο σταθερό αριθμό προσευχών ως μέρος του καθημε­ρινού κανόνος, θα βοηθηθείς πολύ από το κομποσχοίνι. Με αυτό μπορείς να προφέ­ρεις έναν καθορισμένο αριθμό προσευχών και να συγκεντρώνεσαι στα λόγια της προσευχής, καθώς την προφέρεις. Αφού συγκεντρώσεις τους λογισμούς σου, πάρε το κομποσχοίνι στο αριστερό σου χέρι και κράτησέ το ελαφρά μεταξύ του αντίχειρα και του δείκτη. Έπειτα κάνοντας ήσυχα τον Σταυρό σου ψιθύρισε την ευχή του Ιησού. Καθώς οι λογισμοί σου θα συγκε­ντρώνονται όλο και περισσότερο, ίσως να μη χρειάζεται να συνεχίζεις να σταυροκοπιέσαι ή να λέγεις την προσευχή δυνατά. Όταν όμως δυσκολεύεσαι να συγκεντρωθείς, χρησιμοποίησε το σημείο του Σταυρού και το ψιθύρισμα ως μέσα που σε βοηθούν να κρατάς τον νου σου στην προσευχή.

Είναι καλό να στέκεσαι όρθιος με το κεφάλι σκυμμένο σε στάση ταπει­νή. Ορισμένοι θέλουν να υψώνουν τα χέρια τους πότε-πότε, ζητώντας έλεος. Άλλοι όμως βρίσκουν πιο βοηθητικό το να κάθονται ή να γονατίζουν με το κε­φάλι σκυμμένο, για να μπορέσουν να συγκεντρωθούν. Πολλά εξαρτώνται από το ίδιο το άτομο, από την υγεία του και την ανατροφή του. Το πιο σημαντικό είναι να μένεις ακίνητος και να συγκεντρώνε­σαι στα λόγια της προσευχής, καθώς την επαναλαμβάνεις.

Φυσικά, πρέπει να αποκρούει κανείς τον πειρασμό της βιασύνης. Για τον λόγο αυτό μερικοί αντί για κομποσχοίνι χρη­σιμοποιούν ένα ρολόγι ως εξωτερικό μετρητή της διάρκειας της προσευχής τους ρυθμίζοντας ανάλογα το ξυπνητήρι, Με την χρήση του ρολογιού μπορεί κανείς να αφιερώσει καθορισμένο χρόνο στην προσευχή, χωρίς να μετρά τον ακριβή αριθμό των προσευχών.

Το κομποσχοίνι είναι επίσης ένας βο­λικός τρόπος να μετρά κανείς τις μικρές η μεγάλες «μετάνοιες» (γονυκλισίες) που κάνει στον κανόνα του. Το να κάνουμε το σημείο του Σταυρού και μετά να σκύβουμε και να ακουμπούμε το έδαφος με τα δάκτυ­λα ή να γονατίζουμε και να ακουμπούμε το μέτωπο στο έδαφος αποτελεί αρχαίο τρόπο προσευχής στον Θεό και τους Αγίους Του. Μπορεί κανείς να συνδυάσει αυτές τις μικρές η τις μεγάλες μετάνοιες με την ευχή του Ιησού η τις σύντομες προσευχές που αναφέραμε προηγουμένως. Η σωματική κίνηση της μικρής η της μεγάλης «μετάνοιας» (ελαφράς η βαθιάς, δηλαδή εδαφιαίας, γονυκλισίας) μπορεί να συντελέσει στην θέρμη της προσευχής και να δώσει εξωτερική έκφραση στην ικεσία μας καθώς ταπεινωνόμαστε μπροστά στον Θεό. Είναι ακόμη ένας τρό­πος εφαρμογής της Αποστολικής εντολής να δοξάζουμε τον Θεό και με τις ψυχές και με τα σώματα μας[6].

Αρκετοί χρησιμοποιούν το κομπο­σχοίνι όταν αποσύρονται, για να κοιμηθούν. Σταυρώνουν το κρεβάτι τους, παίρνουν το κομποσχοίνι, κάνουν το σημείο του Σταυρού, ξαπλώνουν και λένε ήσυχα την ευχή, μέχρι να αποκοιμηθούν. Το να ξυπνάς με το κομποσχοίνι ανάμεσα στα δάκτυλά σου η δίπλα στο μαξιλάρι σου σε βοήθα να ξεκινήσεις την καινούρ­για ημέρα με προσευχή. Όμως το να τε­λειώνει κανείς την προηγούμενη ημέρα με ήσυχη προσευχή είναι ένας ακόμη κα­λύτερος τρόπος προετοιμασίας για ένα προσευχητικό ξεκίνημα της καινούργιας ημέρας για να μην αναφέρουμε και την προετοιμασία για την Αιώνια ημέρα, σε περίπτωση που τη νύχτα εκείνη μας έρθει ο ύπνος του θανάτου. Άλλοι πάλι παίρνουν το κομποσχοίνι στο χέρι τους σε στιγμές απραξίας, όπως όταν πηγαί­νουν στην εργασία τους η ταξιδεύουν. Σε οποία στιγμή της ημέρας το θυμηθείς, πάρε στο χέρι σου ένα μικρό κομποσχοίνι. Ο συνδυασμός της κινήσεως αυτής με την προσευχή που κάνεις άλλες ώρες θα σε βοηθήσει να συγκεντρωθείς και να προσευχηθείς μερικές φορές στην διάρ­κεια της ημέρας, όπου κι αν είσαι και ό,τι κι αν κάνεις. Αυτό είναι ένα σημαντικό βήμα στην εκπλήρωση της εντολής του αδιαλείπτως προσεύχεσθε.

Ο άγιος Επίσκοπος Ιγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ αναφέρει ότι και οι μακρές ακολουθίες της Εκκλησίας είναι μία καλή ευκαιρία να προσεύχεσαι με το κομποσχοίνι. Συχνά είναι δύσκολη η συγκέντρωση στα λόγια που διαβάζο­νται η ψάλλονται στον Ιερό Ναό και πιο εύκολα κανείς συγκεντρώνεται ήσυχα στις δικές του προσευχές, είτε αυτές είναι αυτοσχέδιες, σχετικές με κά­ποια ειδική ανάγκη, είτε προσευχές και ύμνοι που γνωρίζει απ' έξω, είτε σύντομες προσευχές ειδικά η ευχή του Ιησού επαναλαμβανόμενες με την βοήθεια του κομποσχοινιού. Στην πράξη με τον τρόπο αυτό μπορεί κάνεις να συγκεντρώνεται καλύτερα στην ίδια την Ιερά Ακολουθία, όπως λέγει και ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ. Φυσικά, όταν προσευχόμαστε στις Ιερές Ακολουθίες, η προσευχή μας ενώνεται με την προσευχή όλης της Εκκλησίας.

Ο νους μας είναι διαρκώς απασχολημένος με διάφορες σκέψεις. Δεν προλα­βαίνουμε να αρχίσουμε την προσευχή και αμέσως συλλαμβάνουμε τον νου μας να σκέφτεται κάτι άλλο. Και σ' αυτήν την περίπτωση η παρουσία του κομποσχοινιού στα δάκτυλά μας μπορεί να μας βοηθήσει να κρατήσουμε τον νου μας και να επιστρέψουμε στην εργασία της προσευχής πιο γρήγορα. Επίσης, όταν συναντούμε μία χάνδρα σημάδι ή τον Σταυρό του κομποσχοινιού, καθώς μετακινούμε τους κόμπους του με τα δά­κτυλα μας, καταλαβαίνουμε αν ο νους μας δεν πρόσεχε στις προσευχές που σκοπεύαμε να κάνουμε. Έτσι, μπορούμε να προσφέρουμε εκ νέου τις προσευχές μας, χωρίς να εμπλακούμε σε σκέψεις σχετικά με το πόσο εύκολα αποσπώμεθα από την προσευχή μας στον Θεό.

Εδώ κάναμε μία αναφορά στην μεγά­λη επιστήμη της προσευχής, αυτήν που οι Άγιοι Πατέρες ονόμασαν τέχνη τεχνών. Υπάρχει εκτεταμένη και πλούσια γραμ­ματεία από τους μεγάλους ανθρώπους της προσευχής όλων των εποχών, που μπορεί να μας βοηθήσει και να μας καθο­δηγήσει στην εκμάθηση, με την βοήθεια του Θεού, αυτής της πιο μεγάλης και της πιο ωφέλιμης απ' όλες τις επιστήμες. Η τακτική ανάγνωση της Άγιας Γραφής, των Βίων των Αγίων και άλλων ευσεβών και πνευματικών κειμένων μπορεί να βοηθήσει σημαντικά. Βιβλία όπως ή «Φιλοκαλία» περιέχουν σπουδαίες και εμπνευσμέ­νες συμβουλές και οδηγίες, για να μάθει κανείς να προσεύχεται ως Χριστιανός, γιατί η προσευχή είναι ένα ουσιώδες στοιχείο του να είναι κανείς Χριστιανός. Πάνω απ' όλα όμως χρειάζεται η χάρις του Θεού εν τη Εκκλησία, ιδιαίτερα μέσω της Ιεράς Εξομολογήσεως και της Μετάλήψεως των Αχράντων Μυστηρίων.

Αυτές είναι μερικές εισαγωγικές μόνο σκέψεις για το πως να χρησιμοποιούμε επωφελώς το κομποσχοίνι. Όμως το πιο σημαντικό είναι να αρχίσει κάνεις να προσεύχεται. Το κομποσχοίνι δεν προσεύ­χεται από μόνο του, αν και μερικά είναι τόσο ωραία, που μπορεί να δώσουν αυτή την εντύπωση. Είναι βέβαια ένα σημαντι­κό παραδοσιακό βοήθημα για την προσευχή μας και ειδικά για έναν καθημερινό κανόνα προσευχής. Το βασικό όμως είναι να συγκεντρωνόμαστε στα λόγια της προσευχής και να προσφέρουμε προσευ­χές από την καρδιά μας στον Ιησού Χρι­στό, τον Κύριο και Θεό μας. Άν αυτό το μικρό κομποσχοίνι σε βοήθα να πεις μία προσευχή η σου θυμίζει να προσεύχεσαι ή σε βοήθα με κάποιο τρό­πο να γίνεις πιο προσευχητικός, τότε έχει εκπληρώσει τον σκοπό του. Σε έχει δέσει πιο κοντά και πιο στενά με τον Χριστό, τον Θεό μας, και σε έχει φέρει πιο κοντά στην Βασιλεία του Θεού, διότι η Βασι­λεία του Θεού εντός υμών εστίν7.


Πηγή: ΤΟ ΚΟΜΠΟΣΧΟΙΝΙ, Σκέψεις ενός Αγιορείτου Μοναχού, «Αγιορείτικη Μαρτυρία» της Ι. Μονής Ξηροποτάμου Αγίου Όρους, τ. 12-13,

[1] πρβλ.Ίωάν. α

[2] Αουκ. ιη 13

[3] Α' Θεσσ. ε 17

[4] ανασκόπησις: με την πατερική έννοια της «ανα­κρίσεως», τον έλεγχου του εαυτού προς μεταμέλεια των αμαρτημάτων και διόρθωση, αλλά και της αναγνωρίσεως των ευεργεσιών του Θεού.

[5] πρβλ. Ματ θ. στ 20 καϊ Άγ, Κυρίλλ. Ίεροσ., «Κατη­χήσεις», ΙΕ, 23.: «άνάγραπτός εστίν (είναι γραμμένη στον Ουρανό) πάσα ή ευχή σου».

[6] πρβλ. Α' Κορ. στ 20: «δοξάσατε δΐ[ τον Θεό ν έν τω σώματι υμών κ αϊ έν τω πνεύματι υμών, άτινά έστι τοϋ Θεοϋ».

7. Λουκάς Ιζ 21

Wednesday, 4 September 2013

ST. GREGORY OF SINAI - On Delusion and Other Subjects

Be careful, therefore, not to entertain and readily give assent to anything even if it be good, before questioning those with spiritual experience and investigating it thoroughly, so as not to come to any harm. Always be suspicious of it and keep your intellect free from colors, forms and images. For it has often happened that things sent by God to test our free will, to see which way it inclines and to act as a spur to our efforts, have in fact had bad consequences. For when we see something, whether with mind or senses -- even if this thing be from God -- and then readily entertain it without consulting those experienced in such matters, we are easily deceived, or will be in the future, because of our gullibility. A novice should pay close attention solely to the activity of his heart, because this is not led astray. Everything else he must reject until the passions are quietened. For God does not censure those who out of fear of being deluded pay strict attention to themselves, even though this means that they refuse to entertain what He sends them until they have questioned others and made careful enquiry. Indeed, He is more likely to praise their prudence, even though in some cases He is grieved.

-- Yet you should not question everyone. You should go only to one, to someone who has been entrusted with the guidance of others as well, who is radiant alike in his life and in his words, and who although poor makes many rich (II Corinthians 6:10). For people lacking spiritual experience have often done harm to foolish questioners, and for this they will be judged after death. Not everyone is qualified to guide others: only those can do so who have been granted divine discrimination -- what St. Paul calls the "discrimination of spirits" (I Corinthians 12:10) -- enabling them to distinguish between bad and good with the sword of God's teaching (Ephesians 6:17). Everyone possesses his own private knowledge and discrimination, whether inborn, pragmatic or scientific, but not all possess spiritual knowledge and discrimination. That is why Sirach said, "Be at peace with many, but let your counselors be one in a thousand" (Ecclesiastes 6:6). It is hard to find a guide who in all he does, says, or thinks is free from delusion. You can tell that a person is undeluded when his actions and judgment are founded on the testimony of divine Scripture, and when he is humble in whatever he has to give his mind to. No little effort is needed to attain a clear understanding of the truth and to be cleansed from whatever is contrary to grace, for the devil -- especially in the case of beginners -- is liable to present his delusions in the forms of truth, thus giving his deceit a spiritual guise.

-- If some have gone astray and lost their mental balance, this is because they have in arrogance followed their own counsels. For when you seek God in obedience and humility, and with the guidance of a spiritual master, you will never come to any harm, by the grace of Christ who desires all to be saved (I Timothy 2:4). Should temptation arise, its purpose is to test you and to spur you on; and God, who has permitted this testing, will speedily come to your help in whatever way He sees fit. As the Holy Fathers assure us, a person who lives an upright and blameless life, avoiding arrogance and spurning popularity, will come to no harm even if a whole host of demons provoke him with countless temptations. But if you are presumptuous and follow your own counsel you will readily fall victim to delusion. That is why a hesychast must always keep to the royal road. For excess in anything easily leads to conceit, and conceit induces self-delusion. Keep the intellect at rest by gently pressing your lips together when you pray, but do not impede your nasal breathing, as the ignorant do, in case you harm yourself by building up inward pressure.

-- There are three virtues connected with stillness which we must guard scrupulously, examining ourselves every hour to make sure that we possess them, in case through unmindfulness we are robbed of them and wander far away from them. These virtues are self-control, silence and self-reproach, which is the same thing as humility. They are all-embracing and support one another; and from them prayer is born and through them it burgeons.

-- QUESTION: What should we do when the devil transforms himself into an angel of light (II Corinthians 11:14) and tries to seduce us?

ANSWER: You need great discrimination in order to distinguish between good and evil. So do not readily or lightly put your trust in appearances, but weigh things well, and after testing everything carefully cleave to what is good and reject what is evil (I Thessalonians 5:21-22). You must test and discriminate before you give credence to anything. You must also be aware that the effects of grace are self-evident, and that even if the devil does transform himself he cannot produce these effects: he cannot induce you to be gentle, or forbearing, or humble, or joyful, or serene, or stable in your thoughts; he cannot make you hate what is worldly, or cut off sensual indulgence and the working of the passions, as grace does. He produces vanity, haughtiness, cowardice and every kind of evil. Thus you can tell from its effects whether the light shining in your soul is from God or from satan. The lettuce is similar in appearance to the endive, and vinegar to wine; but when you taste them the palate discerns and recognizes the differences between each. In the same way the soul, if it possesses the power of discrimination, can distinguish with its noetic sense between the gifts of the Holy Spirit and the illusions of satan.

from The Philokalia: Volume IV, edited and translated by G. E. H. Palmer, Philip Sherrard, and Bishop Kallistos Ware, (London: Faber and Faber, 1995), pp. 283 - 286.

ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΣΕ ΔΥΟ ΣΤΙΓΜΕΣ


Κάποτε ένας φτωχός Σκωτσέζος αγρότης, ενώ καλλιεργούσε το χωράφι του, άκουσε τη φωνή ενός παιδιού που κλαίγοντας ζητούσε βοήθεια.

Αμέσως παράτησε τα εργαλεία του κι έτρεξε προς το μέρος ενός βούρκου, απ' όπου προέρχονταν οι φωνές. Τι να δει; Ένα τρομοκρατημένο αγόρι, βυθισμένο κιόλας μέχρι τη μέση στη λάσπη, πάλευε μάταια να ελευθερωθεί ουρλιάζοντας. Χωρίς αργοπορία ο αγρότης έσωσε το αγόρι, που σίγουρα θα πέθαινε αργά και βασανιστικά.

Την επομένη, μια φανταχτερή άμαξα με δύο άλογα σταμάτησε μπροστά από την αγροικία του. Κατέβηκε ένας καλοντυμένος ευγενής κύριος, που του συστήθηκε ως ο πατέρας του αγοριού που είχε σώσει ο αγρότης.

- Θα ήθελα να σας ανταμείψω για την πράξη σας, είπε ο κύριος. Σώσατε τη ζωή του γιου μου.

- Όχι, δεν είναι δυνατόν να πληρωθώ για ότι έκανα, απάντησε ο Σκωτσέζος αγρότης, απορρίπτοντας την προσφορά. Την ίδια στιγμή, στην πόρτα του χαμόσπιτου εμφανίστηκε ο γιός του αγρότη.

- Αυτός είναι ο γιός σας; Ρώτησε ο καλοντυμένος κύριος.

- Μάλιστα, απάντησε με υπερηφάνεια ο αγρότης.

- Θα κάνουμε μια συμφωνία. Αφήστε με να προσφέρω στο γιο σας το ίδιο επίπεδο μόρφωσης που απολαμβάνει ο δικός μου. Αν ο μικρός μοιάζει στον πατέρα του τότε, χωρίς αμφιβολία, μεγαλώνοντας θα γίνει κάτι για το οποίο και οι δυο μας θα υπερηφανευόμαστε.

Έτσι κι έγινε.

Ο γιος του αγρότη παρακολούθησε τα καλύτερα σχολεία και αποφοίτησε από τη φημισμένη ιατρική σχολή του νοσοκομείου της Αγίας Μαρίας στο Λονδίνο.

Έπειτα από την αποφοίτηση του, ανακάλυψε την πενικιλίνη. Το όνομα του Αλεξάντερ Φλέμινγκ.

Ο γιος του ευγενούς κυρίου, που σώθηκε από το βούρκο, χτυπήθηκε από βαριά πνευμονία μετά από χρόνια. Ο μόνος τρόπος να σωθεί ήταν τότε η πενικιλίνη.

Ποιό ήταν το όνομα εκείνου του ευγενούς κυρίου; Λόρδος Ράντολφ Τσώρτσιλ. Το όνομα του γιού του; Σερ Ουίνστον Τσώρτσιλ!

Πώς τα φέρνει καμιά φορά η ζωή. Ο αμόρφωτος αγρότης, πατέρας του πατέρα της πενικιλίνης, έσωσε τη ζωή ενός παιδιού, που, μεγαλώνοντας, θα κυβερνούσε τη Μεγάλη Βρετανία και θα ονομαζόταν, διεθνώς, «Πατέρας της Νίκης» του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η έμπρακτη ευγνωμοσύνη του Λόρδου Ράντολφ Τσώρτσιλ άνοιξε το δρόμο στη δημιουργία του Φλέμινγκ, που ανακάλυψε την πενικιλίνη, που θα έσωζε - για δεύτερη φορά - τη ζωή του γιου του Ουίνστον Τσώρτσιλ.

Μια θαυμαστή ιστορία δυο διάσημων προσωπικοτήτων, που - κι επειδή ήταν διάσημοι - έγινε γνωστή.

Πραγματικά, ο φτωχός Σκωτσέζος αγρότης έκανε ένα καλό με αγνότητα καρδιάς, χωρίς υπολογισμό, γιατί πίστευε απλά στη δύναμή του. Και το καλό αυτό πήγε ανυπολόγιστα μακριά.

Αυτό εκφράζει και ο λαός μας με τη γνωστή παρότρυνση «Κάνε το καλό και ρίχ'το στο γιαλό».

Πιστεύεις ότι θα το πάει μακριά. Ποτέ δεν ξέρεις σε πόσες και ποιες ακρογιαλιές θα το ταξιδέψει η μαγευτική, απέραντη, μυστηριώδης θάλασσα. Απλά την εμπιστεύεσαι, όπως το θείο Φως - του Ελύτη.

Tuesday, 3 September 2013

Ἡ εὐγένεια, τοῦ Ἰσαάκ τοῦ Σύρου


Για την ευγένεια.


Μεγάλο κεφάλαιο η ευγένεια για τον πιστό άνθρωπο.

Συνήθως όμως, η συμπαθητική αυτή αρετή της ευγενείας, μπαίνει από τους πολλούς στο περιθώριο, και θεωρείται μια υπόθεση ξεπερασμένη, που για να σταθής σήμερα, πρέπει να σε διακρίνει το θράσος, η ελευθεροστομία και η αναίδεια.

Η ευγένεια, θεωρείται σήμερα, νόμισμα απηρχαιωμένο, που θέση δεν έχει στην σύγχρονη ζωή.

Ωστόσο, οι αντιλήψεις αυτές προδίδουν παρακμή και εκφυλισμό στις ανθρώπινες κοινωνικές σχέσεις.

Η ευγένεια ποτέ δεν ξεπέφτει, όπως κι’ η μάνα που τη γέννησε, η αγάπη, γιατί γνήσιο παιδί της αγάπης είναι.

Η ευγένεια συγκαταλέγεται στο σύνολο των χριστιανικών αρετών και είναι δείκτης της πνευματικής καλλιέργειας.

Η διατήρηση της ευγενείας, τόσο στη δημόσια όσο και στην ιδιωτική ζωή είναι κάτι αρκετά δύσκολο.
Λίγοι άνθρωποι μπορούν να καυχηθούν ότι διατηρούν την ευγένειά τους και στον ιδιωτικό και απόλυτα προσωπικό τους βίο.

Ένας τέτοιος στάθηκε ο Απόστολος Παύλος.

Φυλακισμένος στη Ρώμη, γράφει στη Β΄του Επιστολή στον Τιμόθεο: «Σύ παρηκολούθηκάς μου τη διδασκαλία τη αγωγή, τη προθέσει» (γ 10).

Εσύ παιδί μου, του γράφει, έζησες την διαγωγή μου και αντελήφθης τις εσώτατές μου προθέσεις.

Σπάνιο πράγμα, να μπορεί κανείς να προβάλει στους συνεργάτες του, σε κείνους μάλιστα που τόσο καιρό έζησαν μαζί του, μια ζωή αγία που να λαμπυρίζει μέσα από το κρύσταλλο της ευγενείας του. Θα πρέπει, όσοι πλησίαζαν τον Απόστολο, να έφευγαν διαφορετικοί.

Είχε ένα κάτι, που αιχμαλώτιζε τους συνομιλητές του. Ή καλύτερα, ήταν ο ίδιος κάτι. Ήταν ευγενής.

Η ευγένεια πάντοτε καλλιεργήθηκε από τα γνήσια χριστιανικά αναστήματα.

Αντικαθρεπτίζει δε πάντοτε, την εσωτερική ομορφιά της ψυχής.

Ευγένεια, δεν είναι η υψηλή καταγωγή, αλλά η καλλιεργημένη ψυχή. Μπορεί κανείς να είναι ευγενής στην καταγωγή και δούλος στην ψυχή.

Η ευγένεια δεν κάνει διακρίσεις. Είναι η ίδια για όλους. Συμπεριφέρεται καλά, τόσο στον διάσημο άνθρωπο, όσο και στον άσημο. Στον μικρό, εξ’ ίσου και στον μεγάλο.

Όπως η αγάπη «ού ζητεί τα εαυτής», έτσι και η ευγένεια δεν ζητά τα ίσα για να προσφερθεί. Προσφέρεται ότι κι αν συναντήσει μπροστά της. Πουθενά δεν συναντάς την αληθινή αγάπη χωρίς την ευγένεια. Και ποτέ δεν βρίσκεις την αληθινή ευγένεια χωρίς την αγάπη.

Η ευγένεια είναι ένας από τους πιο όμορφους ανθούς της αγάπης.

Είναι το ξεχείλισμα, ότι ωραίου υπάρχει μέσα στην καρδιά.

Κατορθώνει, ότι δεν πετυχαίνει η βία και η αγένεια. «Μια σταγόνα μέλι, μαζεύει πιο πολλές μύγες, παρά ένα βαρέλι ξύδι», λέει μια ξένη παροιμία.

Η ευγένεια ακόμη, είναι και μεταδοτική.

Υποβάλλει, υποχρεώνει, εμπνέει, επιβάλλεται. Η παρουσία της σου δίδει το αίσθημα ότι βρίσκεσαι στο χώρο της Βασιλείας του Θεού. Η ευγένεια, πραγματικά κατέχει το μυστικό της κοινωνικής κατακτήσεως.

Χαρακτηριστικά της ευγενείας είναι η πραότης, η εξυπηρετηκότης, η ανοικτή καρδιά, η φιλοξενία, το καλόκαρδο μειδίαμα, η απλοχεριά, η ευγνωμοσύνη, η ειλικρίνεια, η αγάπη, η διακριτικότης.

Το «ευχαριστώ», εγκάρδιο και ειλικρινές, είναι το «σήμα κατατεθέν» της.

Η Αγία Γραφή προσφέρει μερικές συμπυκνωμένες προτροπές γι’ αυτήν:

«Ο λόγος υμών πάντοτε εν χάριτι, άλατι ηρτυμένος, ειδέναι πώς δεί υμάς ενί εκάστω αποκρίνεσθαι» (Κολ. δ΄ 6).

«Τη τιμή αλλήλους προηγούμενοι» (Ρωμ. Ιβ΄10)

«Ευχάριστοι γίνεσθε» (Κολ. γ΄15).

«Άγιοι εν πάση αναστροφή γενήθητε» (Α΄Πέτρ. α΄ 15).

«Τύπος γίνου των πιστών, εν λόγω, εν αναστροφή… εν αγάπη» (Α΄Τιμ. δ ΄12).

Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, βαθειά καλλιέργησαν την ευγένεια.

Η έρημος που κατοικήθηκε από Ασκητές, μετεβλήθη σ’ ένα απέραντο σαλόνι από ανθρώπους αληθινά ευγενείς και ανωτέρους.

Ευγένεια δεμένη, με όλο τον πλούτο της χριστιανικής των καρδιάς.

Μερικά δείγματα γραμμένα από μια γνήσια ψυχή της ερήμου, τον Άγιο Ισαάκ τον Σύρο, φανερώνουν το βάθος και την έκταση αυτής της λαμπρής αρετής.

Με την παράθεση μερικών απ’ αυτά, θα κλείσωμε και το θέμα μας.

«Έχε την γλώσσα σου καλή και ατιμία δεν θα σε συναπαντήσει».

 «Απόκτησε χείλη γλυκά, και όλους φίλους θα τους έχεις».

«Μίκρυνε τον εαυτό σου μπροστά σε όλους τους ανθρώπους και θα υψωθείς πάνω απ’ όλους τους άρχοντας τούτου του κόσμου».

«Πρότρεχε όλους στον χαιρετισμό και θα τιμηθείς πιο πολύ από κείνους που προσφέρουν πολύτιμο χρυσάφι».

«Καταφρόνησε την τιμή για να τιμηθείς, και μη την αγαπήσεις για να μην ατιμασθείς».

«Μη αηδιάσεις την δυσοσμία των αρρώστων και μάλιστα των πτωχών, γιατί και συ σώμα φέρεις».

«Όταν συναντήσεις κάποιον, ανάγκασε τον εαυτό σου να τον τιμήσει πιο πάνω απ’ ότι αξίζει. Χαιρέτισε τον θερμά. Παίνεσε τον. Όταν απομακρυνθεί, πες γι’ αυτόν κάθε καλό και τίμιο λόγο.

Με τον τρόπο αυτόν θα τον κάνεις καλύτερον απ’ ότι είναι. Πάντοτε ο τρόπος αυτός να σε χαρακτηρίζει. Να είσαι δηλαδή ευπροσήγορος πάντοτε και να αποδίδεις την τιμή σε όλους».

«Μη διακόψεις τον συνομιλητή σου για να πεις τη γνώμη σου σαν αμαθής και απαίδευτος».

«Μη ξεγυμνώνεσαι μπροστά στους άλλους».

«Απομακρύνσου από την παρρησία (την υπερβολική οικειότητα) σαν από τον θάνατο».

«Μη φτύσεις μπροστά σε άλλους. Όταν θες να βήξεις, στρέψε το πρόσωπό σου πίσω».

«Με σωφροσύνη φάγε και πιές όπως αρμόζει σε παιδιά του Θεού».

«Μην απλώσεις το χέρι σου να πάρεις κάτι μπροστά από τους άλλους, με αναίδεια».

«Εάν φιλοξενήσεις κάποιον, πρότρεψε τον μία και δύο φορές να φάγει, καθισμένος και συ συνεσταλμένα μαζί του στο τραπέζι».

«Όταν χασμουριέσαι, βάλε μπροστά το χέρι σου. Κρατώντας την αναπνοή σου θα σου περάσει».

«Όταν μπεις στο σπίτι εκείνου που σε φιλοξενεί μη στρέφεις από δω κι από κει τα μάτια σου εξετάζοντας τα γύρω αντικείμενα».

«Μη μπεις αιφνίδια σε ξένο σπίτι ή δωμάτιο, αλλά να κρούσεις προηγουμένως απ’ έξω, κι αφού προτραπείς να μπεις, τότε πέρασε με πολλή ευλάβεια».

«Με ηρεμία άνοιξε και κλείσε, τόσο τη δική σου πόρτα όσο και την ξένη».

«Μη περπατάς άτακτα και τρεχαλέα, εκτός αν βιάζεσαι πολύ».

«Κουβέντιαζε με όλους ήρεμα».

«Με σωφροσύνη κοίταξε τους άλλους, και τα μάτια σου μη τα χορτάσεις από το κοίταγμα ξένου προσώπου».

«Όταν βαδίζεις με ανωτέρους σου, μη τους προσπερνάς στο βάδισμα».

«Κάθε σου φυσική ανάγκη με ευλάβεια να την υπηρετήσεις ντρεπόμενος τον Φύλακα σου Άγγελο».

«Φυλάξου από τα μικρά για να μη πέσεις στα μεγάλα».

«Να θεωρείς ξένο τον εαυτό σου όπου κι αν βρεθείς, για να μπορέσεις να απαλλαγείς από τη ζημιά που κάνει η παρρησία».


Εκ του περιοδικού “Ορθόδοξος Φιλόθεος Μαρτυρία”
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...