Sunday, 21 April 2013

ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Ε´ ΝΗΣΤΕΙΩΝ-(Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία)

 
ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Ε´ ΝΗΣΤΕΙΩΝ Η ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ ΓΥΜΝΟΤΗΤΑ
ἤ
ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΑΡΘΕΝΙΑΣ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ (ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΣΤΟ ΒΙΟ
ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΜΑΡΙΑΣ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΙΑΣ)
  

Ἡ Ἐκκλησία μας σήμερα προβάλλει καί τιμᾶ τήν ἱερά μνήμη μιᾶς ἁγίας γυναικός, τῆς Ὁσίας Μητρός ἡμῶν Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας, ἡ ὁποία ξεκίνησε ἀπό τήν περιθωριακή ζωή καί τελειώθηκε στήν ἄσκηση. Ὁ βίος της εἶναι μιά ἀκραία ὁσιακή ἱστορία, ἱστορία ἀδαμικῆς γυμνότητας, φυσικῆς καί ψυχικῆς ἀπάθειας, ἀποβολῆς τῶν ἀνθρωπίνων ἰδιωμάτων, ἐγκαταλείψεως τῶν ἰδίων νοημάτων καί θελημάτων, ἀνακλήσεως τῆς ἀρχαίας ὑγείας τῆς ψυχῆς, ἱστορία τῆς παρθενίας τοῦ σώματος καί τοῦ πνεύματος, ἱστορία καταδύσεως στό ἄπειρο βάθος τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ, πού ἑορτάζεται πρός τό τέλος τῆς Σαρακοστῆς, γιά ἐξέγερση καί βαθύ προβληματισμό, γιατί ἡ Ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία ἔζησε τό χάος τῆς ἁμαρτίας καί ἀπεκάλυψε τό νόημα τῆς ἀληθινῆς μετάνοιας καί συγγνώμης, ζώντας σαράντα ἑπτά ὁλόκληρα χρόνια στήν ἔρημο τοῦ Ἰορδάνου.
Ἀπεκάλυψε τό πόσο ἀπέραντη εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιά μᾶς τούς ἀδύναμους καί ἁμαρτωλούς ἀνθρώπους. Τό πόσο ἀναρίθμητοι εἶναι οἱ δρόμοι πού κατασκευάζει ὁ Θεός μέσα ἀπό τήν καθημερινότητα τῆς ζωῆς, γιά νά ὁδηγήση τόν καθένα μας στήν ὁδό τῆς σωτηρίας. Τό μέ πόση ταπείνωση, πραότητα καί μακροθυμία ἑτοιμάζει καί ἀναμένει τήν μετάνοια τοῦ καθενός μας.
Πολλές φορές ὁ Ἰησοῦς Χριστός μέσα στό Εὐαγγέλιο ἐπαναλαμβάνει, ὅτι οἱ "τελῶναι καί αἱ πόρναι προάγουσιν ἡμᾶς εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν", καί ἡ ἄποψη αὐτή ξενίζει τούς Φαρισαίους κάθε ἐποχῆς, οἱ ὁποῖοι σκανδαλίζονται ἐπί πλέον, γιατί ὁ Ἰησοῦς δέν περιφρονεῖ, ἀλλά ἀγκαλιάζει τούς ἁμαρτωλούς.
Ὁ Χριστός προβαίνει στήν προσφορά ἑνός νέου Νόμου χάριτος καί φιλανθρωπίας. Ἀποκαλύπτει στόν λαό Του ἕνα Θεό ἀγάπης καί συγγνώμης. Ἕνα Θεό σώζοντα τόν κόσμο. Ἕνα Θεό, ὁ Ὁποῖος εἶναι ὁ πατέρας, ὁ φίλος, ὁ ἀδελφός, ὁ ὑπερασπιστής τοῦ ἀνθρώπου.
Ὁ Κύριος παραμερίζει ὅλα τά ἀνθρώπινα τεκμήρια καί ἀπευθύνεται στόν κρυπτό τῆς καρδίας ἄνθρωπο. Ἔτσι Τόν βλέπουμε, στό Εὐαγγέλιο, νά ἐμπιστεύεται τήν μοιχαλίδα γυναίκα. Δέν πηγαίνει ἀντίθετα στόν Νόμο, ἀλλά ἀντιμετωπίζει τήν γυναίκα πέρα ἀπό τά φαινόμενα. Ἡ μοιχαλίδα εἶχε καταδικασθῆ σέ λιθοβολισμό. Ὁ Χριστός τήν ἐλευθερώνει, τήν ἀφήνει νά φύγη ἀναστημένη σέ μιά νέα ζωή. Εἶδε τήν καρδιά της, μίλησε στόν βαθύτερο ἑαυτό της. Τά φαινόμενα ξεπεράσθηκαν ἀπό μιά μεγάλη καί σωτηριώδη ἀλήθεια: τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί τήν μετάνοια τοῦ ἀνθρώπου.
Τό "προνόμιο" ἑνός ἀνθρώπου πού πουλάει τό σῶμα του, τόν ἑαυτό του, καί προσποιεῖται τήν ἀγαπητική σχέση, εἶναι οἱ ἐμπειρίες τῆς ζωῆς του καί τό βίωμα τῆς κολάσεως. Αὐτός ὁ ἄνθρωπος ζεῖ τήν μεγαλύτερη κόλαση. Γιατί πραγματικά ὁ ἄνθρωπος πού ὑποβιβάζει τήν ἱερώτερη σχέση καί τήν κάνει ἀντικείμενο συναλλαγῆς, ζεῖ τήν πιό μεγάλη τραγωδία. Ἀρνεῖται οὐσιαστικά τήν κοινωνία καί τήν δημιουργία.
Ἡ τρομακτική ὅμως ἐμπειρία τῆς κακῆς ἀλλοιώσεως τοῦ ἀνθρώπου μπορεῖ, μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, νά γίνη ἀφετηρία γιά μιά νέα ζωή. Αὐτό συνέβη καί μέ τήν Ὁσία Μαρία τήν Αἰγυπτία, πού ἔθεσε ὡς μοναδικό σκοπό τῆς ζωῆς της τήν μετάνοια καί τήν συγγνώμη.
Ἡ μνήμη μιᾶς Ἁγίας γυναικός, πού ἦταν πόρνη στόν πρότερό της βίο, μᾶς κάνει νά ἐμβαθύνουμε στό μυστήριο τῆς σωτηρίας μας.
Τί ἀνοίγει ἀπό μέρους μας τόν δρόμο πρός τόν Κύριο, πού ἔρχεται νά σταυρωθῆ γιά τήν ἁμαρτία τοῦ κόσμου, ἤ τί εἶναι ἐκεῖνο πού μᾶς σώζει; Ἡ εὐσέβεια καί ἡ ἀρετή, ἡ σοφία καί δύναμή μας, ὅλη ἐκείνη ἡ ἀξιόμισθη φλυαρία καί πολυπραγμοσύνη σέ κάποιο σχῆμα τυπικῆς θρησκευτικότητας καί ἐπιβαλλόμενου ἠθικισμοῦ, ἤ οἱ οἰκτιρμοί καί τά ἐλέη, ἡ χάρη καί φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος ἔρχεται μέ ὑπερβολή ἐρωτικῆς ἀγαθότητας, γιά νά σώση τόν ἄνθρωπο;
Ὁ Ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία μᾶς μαθαίνει, ὅτι ἐκεῖνο πού εἶναι ἀπαιτητό ἀπό ἐμᾶς εἶναι ἡ αἴσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς μας ἤ ἡ ἀπόγνωση ἀπό τόν ἑαυτό μας, πού μᾶς στρέφει, ὅταν μᾶς κατακαίει ἡ δίψα τῆς προσωπικῆς ἐπικοινωνίας καί τῆς ἀγάπης καί μᾶς φλογίζη ὁ ἄνθρωπος τῆς ὀδύνης καί τοῦ θείου πόθου, στήν ἀγάπη καί τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
Δέν μποροῦμε νά ἐλπίζουμε στόν ἑαυτό μας, ἀλλά νά ἔχουμε πεποίθηση μόνο στόν Θεό, πού ἐγείρει τούς νεκρούς, "τούς νεκρωθέντας τῇ ἁμαρτίᾳ". Ἐκεῖνο πού τελικά μᾶς σώζει εἶναι ἡ ἄπειρη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία σφραγίζει τό μυστήριο τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ καί τῆς αἰωνιότητας τοῦ ἀνθρώπου.
Κανένας δέν ἔχει ἐκπέσει ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Οὔτε καί μιά πόρνη. Γιατί ὁ ἄνθρωπος καί μέσα στήν ἁμαρτωλότητά του, ἀκόμη καί στά ἔσχατα ὅρια τῆς ἀξιοπρέπειάς του, δέν παύει νά εἶναι παιδί τοῦ Θεοῦ, καί γιατί "δέν εἶναι κακό ἡ γυναίκα, ἀλλά ἡ πορνεία", γράφει ὁ Ὅσιος Πέτρος ὁ Δαμασκηνός. Μποροῦμε καί πρέπει νά μισοῦμε τήν πορνεία, ἀλλά ὀφείλουμε νά ἀγαπᾶμε τήν πόρνη, πού δέν παύει νά εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ κι ὅταν φέρνει τήν πληγή καί τήν ὀδύνη τῶν πταισμάτων της. Ἄλλωστε ποιός μπορεῖ νά μᾶς βεβαιώση, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὅ,τι πράττει ἤ ὅτι εἶναι ἐλεύθερος στίς πράξεις του ἤ ἀγαπᾶ αὐτό πού πράττει;
Ἡ Ὁσία Μαρία γίνεται τύπος τῶν πιστῶν, πού τόσο παγιδεύονται στόν πειρασμό τῆς αὐτοδικαίωσης καί τῆς αὐτάρκειας, γιατί δίνει αὐτό πού εἶναι: τό εἶναι της γυμνό, γιά νά τό ἐνδύση καί πάλη ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ. Δίνει ἀκριβῶς αὐτό πού γνωρίζει καί περιμένει ὁ Θεός ἀπό τόν ἄνθρωπο: τήν ἄβυσσο τοῦ μυστηρίου τῆς καρδιᾶς, τήν μετάνοια, ἡ ὁποία μᾶς σώζει καί μᾶς ἁγιάζει.
Τό πρότυπο στό ὁποῖο ἀπέβλεπε πάντοτε ἡ Ἐκκλησία δέν ἦταν ἡ πληρότητα τῆς ἠθικῆς αὐτάρκειας, ἀλλά ὁ θρῆνος τῆς ἀδιάκοπης μετάνοιας, βεβαίωση τῆς νίκης τοῦ Χριστοῦ ἐπάνω στήν ἁμαρτία, πού προϋποθέτει μιά προσωπική καί βαθειά αἴσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς μας. Αὐτό πού μετράει εἶναι, ὅτι ἡ ἀρετή ὑπάρχει γιά τήν ἀλήθεια καί ὄχι ἡ ἀλήθεια γιά τήν ἀρετή. Αὐτό σημαίνει, ὅτι πρέπει νά ἀντιληφθοῦμε, νά ζήσουμε τήν μετάνοια μέ αὐθεντικά ὀρθόδοξο τρόπο.
"Ὁ αἰσθηθείς τῶν ἑαυτοῦ ἁμαρτιῶν, κρείττων ἐστί τοῦ ἐγείροντος τούς νεκρούς" καί αὐτό σημαίνει ὄχι ἁπλῶς "νά πουλήσουμε ὅ,τι ἔχουμε" - κατά τόν εὐαγγελικό λόγο - ἀλλά "νά πουλήσουμε ὅ,τι εἴμαστε". Νά τί λέγει ἡ Ὁσία Μαρία στόν Ἀββά Ζωσιμᾶ κατά τήν συνάντησή τους στήν ἔρημο: "Γιά ποιό λόγο ἦλθες ἄνθρωπε σέ μένα τήν ἁμαρτωλή; Γιά ποιό λόγο θέλησε νά δῆς μιά γυναίκα γυμνή ἀπό κάθε ἀρετή;"
Σέ ὁλόκληρη τήν πατερική παράδοση καί διδασκαλία τονίζεται, ὅτι ἡ μετάνοια δέν ἐξαντλεῖται σέ ὁρισμένες ἀντικειμενικές βελτιώσεις τῆς συμπεριφορᾶς, οὔτε σέ τύπους καί σχήματα ἐξωτερικά, ἀλλά ἀναφέρεται σέ μιά βαθύτερη καί καθολική ἀλλαγή στήν ζωή τοῦ ἀνθρώπου. Δέν εἶναι μιά παροδική συντριβή ἀπό τήν συναίσθηση διαπράξεως κάποιας ἁμαρτίας, ἀλλά μιά μόνιμη πνευματική κατάσταση, πού σημαίνει σταθερή κατεύθυνση τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν Θεό καί συνεχῆ διάθεση γιά ἀνόρθωση, θεραπεία καί ἀνάληψη τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνος.
Μετάνοια εἶναι ἡ ἀλλαγή τοῦ νοῦ, τό νέο φρόνημα, ἡ δυναμική μετάβαση "ἐκ τοῦ παρά φύσιν εἰς τό κατά φύσιν, καί ἐκ τοῦ διαβόλου πρός τόν Θεόν ἐπάνοδος δι' ἀσκήσεως καί πόνων". Αὐτός ὁ ὁρισμός καθιστᾶ σαφές, ὅτι ἡ μετάνοια δέν εἶναι συμμόρφωση πρός τόν Νόμο, ἀλλά συγκλονιστική συνάντηση μέ τόν Χριστό. Δέν εἶναι εἴσοδος σέ μιά κοινότητα Φαρισαίων, ἀλλά στήν Ἐκκλησία τοῦ ἀσώτου υἱοῦ, τῶν ἐργατῶν τῆς ἑνδεκάτης ὥρας, τῶν τελωνῶν καί τῶν πορνῶν.
Ἡ ὀρθοδοξία καί ἡ μετάνοια δέν διαδραματίζονται ἀνάμεσα στό καλό καί τό κακό μιᾶς ἀνθρώπινης ἠθικῆς, ἀλλά ἀνάμεσα στούς δύο ληστές, δεξιά καί ἀριστερά στόν Ἰησοῦ Χριστό, ἀνάμεσα στόν μετανοήσαντα καί ἀμετανόητο ληστή. Μέ ἄλλα λόγια καλούμεθα ὄχι νά γίνουμε τοῦτο ἤ ἐκεῖνο, ἀλλά νά εἴμαστε στό μέτρο πού μᾶς δόθηκε ἀπό τόν Θεό.
"Ἐγγίσατε τῷ Θεῷ καί ἐγγιεῖ ὑμῖν". Ἐμεῖς ἔχουμε χρέος ν' ἀρχίσουμε. Ἄν κάνουμε ἕνα βῆμα πρός τόν Θεό, Ἐκεῖνος κάνει δέκα πρός ἐμᾶς.
Ἡ κόλαση, ἀδελφοί μου, ξέρετε, δέν εἶναι γιά τούς ἁμαρτωλούς, ἀλλά γιά τούς ἀμετανόητους. Γιά ἐκείνους, πού δέν αἰσθάνονται τήν ἀναξιότητά τους, πού δέν γνωρίζουν τό μεγαλεῖο τῆς συγγνώμης, πού ἀγνοοῦν τόν παράδεισο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, πού δέν ζοῦν τήν ἐλπίδα τῆς πίστεως.
Ἡ Ἐκκλησία μπορεῖ νά λέγη στόν κάθε ἄνθρωπο: Τίποτε μήν φοβᾶσαι, ποτέ μήν φοβᾶσαι καί μήν θλίβεσαι. Μιά καί μετανοεῖς ὅλα θά στά συγχωρέση ὁ Θεός. Μά κι οὔτε ὑπάρχει οὔτε μπορεῖ νά ὑπάρχη, νά γίνη στόν κόσμο τέτοιο κρῖμα, πού νά μήν τό συγχωρέση ὁ Θεός σέ κεῖνον πού μετανοεῖ ἀληθινά. Μά κι οὔτε μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά κάνη ἕνα τόσο μεγάλο ἁμάρτημα πού θά μποροῦσε νά ἐξαντλήση τήν ἀστείρευτη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.
Ἄς ἔχουμε πάντοτε στό νοῦ μας πόσο σωτήρια εἶναι ἡ ἀποδοχή τῆς γυμνότητάς μας, ἡ ἀπόγνωση ἀπό τόν ἑαυτό μας, ἡ βεβαιότητα, ὅτι εἴμαστε ἁμαρτωλοί. Πόσο ψεύτικες καί ἀνεπαρκεῖς εἶναι οἱ αὐτονόητες ἤ αὐτάρκεις καταστάσεις τῶν ἀνθρώπων, ὅταν στήν καρδιά τοῦ κάθε μαθητῆ μπορεῖ νά κρύβεται καί ἕνας προδότης, γιατί δέν εἶναι μόνο ὁ Ἰούδας, ἤ ὅταν στήν καρδιά μιᾶς πόρνης μπορεῖ νά φυλάσσεται μιά ἁγνή καρδιά.

 π. Α.Χ.

Saturday, 20 April 2013

Met.Anthony Sourozh-On The Sunday of Saint Mary of Egypt


 Saint Mary Of Egypt

by Metropolitan Anthony Sourozh

In the Name of the Father, the Son and the Holy Spirit. Amen.

Week after week we feel that we are coming closer and closer to the glorious Resurrection of Christ. And it seems to us that we are moving fast, from Sunday to Sunday as it were, to the day when all horrors, all terrors, will have disappeared.

And yet so easily do we forget that before we reach the day of the Resurrection we must, together with Christ, together with His apostles, tread the road of the Crucifixion. 'So we are ascending to Jerusalem, and the Son of Man will be delivered into the hands of men, and they shall crucify Him, and the third day He will rise’. All we notice is that He will rise. But do we ever think of the way in which the disciples went to Jerusalem, knowing that the Crucifixion was at hand? They were moving in fear. They were not yet mature enough to be those who would give their lives for the message to be spread. They were moving in fear. When Christ told them that they would go now to Jerusalem, return to the city which had then renounced Christ, put Him into danger of His life, they said to Him, 'Let us not go.' And only one disciple, Thomas, said, 'No. Let us go with Him, and die with Him.'

This disciple is the one whom, foolishly I believe, we call the Doubter: the one who was not prepared to give his trust to God, his faith, his life, his blood, without certainty. But his heart was unreservedly given to Christ. How wonderful to be such a man! But the other disciples would not desert Christ. They walked towards Jerusalem.

And we have today another example of one who went through a tragedy before they met Christ. It is Mary of Egypt. She was a sinner. She was a harlot. She was unfaithful to God in her soul and in her body. She had no reverence for this body which God had created and this soul. And yet she was tragically confronted with the fact that there was no way for her into the temple of God unless she rejected evil and chose purity, repentance, newness of life.

Let us reflect on the disciples who almost begged Christ not to return to Jerusalem, because Jerusalem was a city where all prophets had died; and they did not want Christ to die, and they were afraid. Let us ask ourselves how much we resemble them. And let us ask ourselves freely today how do we resemble, or not, Mary of Egypt - Mary who had lived her life according to her own ways and desires, followed all temptations of her body and soul; and one day realised that as she was, she could not enter the temple of God.

So easily do we enter the divine temple, forgetting so easily that the church into which we come is a small part of a world that has chosen to be alien to God, that has rejected God, lost interest in Him; and that the few believers have created for God a place of refuge - yes, the church is the fullness of Heaven, and at the same time a tragic place of refuge, the only place where God has a right to be because He is wanted. And when we come here, we enter into the divine realm. We should come into it with a sense of awe, not just walk into it as into a space but walk into it as a space which is already the divine Kingdom.

If we were in that mood we would, when we come to the doors of the church, be, however little, like Mary of Egypt. We would stop and say, 'How can I come in?' And if we did that with our whole heart, broken-heartedly, with a sense of horror of the fact that we are so distant from God, so alien, so unfaithful to Him, then the doors would open and we would see that we are not simply in a big space surrounded with walls but we are in a space which is God's Heaven come to earth.

Let us therefore learn from this experience what it means to go step by step towards the Resurrection, because in order to reach the Resurrection we must go through Calvary, we must go through the tragedy of Holy Week and make it our own, partaking with Christ and His disciples and the crowds around in the horror, the terror of it; and also experience it as a scorching fire that will burn in us all that is unworthy of God and make us clean. And perhaps one day, when the fire will have burnt everything which is not worthy of God, each of us may become an image of the burning bush, aflame with divine fire and not consumed, because only that which could survive the fire of God would have remained is us. Amen.

St Gregory Palamas on the Fifth Sunday of Lent


 Saint Gregory Palamas

There are certain parts of the sea which teem with huge beasts like sea monsters. Those who sail there hang bells from their ships, so that the creatures panic and flee at the sound. Many wild things far more horrible breed in the sea of our life: the evil passions and the even more evil demons who supervise them. God’s Church sails upon this sea like a ship, and instead of bells it has spiritual teachers to ward off the invisible beasts by the holy sound of their teaching. Prefiguring this, Aaron’s robe had sweet-sounding bells fastened to its edge, and it was decreed that when Aaron ministered their sound should be heard (Exodus 27.21-35).
Turning the literal into the spiritual to good effect, let our words ring out to you now spiritually, especially in this time of fasting when visible and invisible beasts make terrible attacks. The visible ones are gluttony, drunkenness, and the like. The ones that lie invisibly in wait are vainglory, pride, self-conceit and hypocrisy. The same sound puts such beasts to flight and safeguards those who practice fasting.
Fasting and self-indulgence are opposites, like life and death. Fasting is a commandment of life as old as human nature, for it was originally given by God to Adam in paradise (Genesis 2.16-17), as a guardiand of the life and grace engendered in him by God Himself. Self-indulgence, on the other hand, is a counsel of death for both soul and body, craftily given by the devil to Adam in paradise by means of Eve (Genesis 3.1-6), for banishment from life and estrangement from God-given divine grace. God did not make death, nor does He delight in the destruction of the living. Does anyone want to find life and grace in God and from God? Let him flee lethal self-indulgence and run towards fasting and prayer which make divine, that he may return to paradise rejoicing.
When Moses fasted forty days on the mountain he soared to the height of divine vision and received tablets of godliness (Exodus 34.28). Meanwhile the Hebrew people down below made themselves drunk, sank into ungodliness and cast an idol in the form of a calf, like the Egyptian god Apis (Exodus 32.1-8). If Moses had not stood before God, having made atonement earlier through the merciless killing of many of his people, God would not have spared them at all (Exodus 32.9-34.27). If we too need God’s mercy, let us not become drunk on wine or weigh ourselves down by eating our fill, for debauchery and ungodliness accompany such behaviour (Ephesians 5.18). Elijah also saw God, but he too was purified by fasting (1 Kings 19.8-12). Daniel attained to divine vision and saw one of the archangels, who granted him knowledge of things to come, but he had stayed without food for twenty whole days beforehand (Daniel 10.1-21). Another prophet was killed by a lion because he ate against God’s will (1 Kings 13.11-26). You all know about Esau, Isaac’s son, who, through gluttony, lost his father’s blessing as well as his other rights as the first born son (Genesis 25.25-34; 26.34-35; Hebrews 12.16). We should be afraid lest, by being intent on our stomachs, we fall away from the blessings and inheritance promised to us by our Father on high. You are also not ignorant of the three youths devoted to fasting (Daniel 1.11-15), who, without turning their feet or bodies, trampled on the furnace in Babylon which had been heated seven times more on their account (Daniel 3.16-27).
If we practise true fasting we shall trample here and now on the fire in our flesh and quench it, and in the time to come we shall pass unharmed through the furnace when each one’s work will be tried by fire (1 Corinthians 3.11-15). As for the Lord of the prophets, what can we say about Him? When He took flesh and became man for our sake, He taught us the way to defeat the devil by the fact that, while fasting, He was completely victorious over him when he stirred up every kind of temptation against Him. He also told His disciples, with reference to the deaf and dumb spirit, that “This demon comes forth by nothing, but by prayer and fasting” (Mark 9.29; Matthew 17.21).
Let us show you, brethren, what sort of fasting is true and pleasing to God. You should be aware that we do not commend physical fasting for its own sake, but because it brings about other, greater benefits for the soul. As the divine Paul says, “Bodily exercise profiteth a little” (1 Timothy 4.8). Speaking from experience, our God-bearing Fathers do not approve of fasting for days on end. They consider it more acceptable to eat once a day without satisfying your appetite. This is what they refer to as a moderate and resonable fasting, as the Scripture says as well: not to be led astray by a full stomach and the pleasure of eating, but to leave your food while still feeling hungry. The type and quantity of food should be appropriate to the strength and disposition of the eater’s body, to preserve his health as far as possible. If a weak person eats foods appropriate to his weakness in moderation, without supplementing the necessities with more satisfying extras, and if he seeks nourishment not enjoyment, something to drink not drunkenness, and moderate consumption not excess, self-indulgence and abuse, he will not be deprived of holiness.
This is the starting point of true fasting which is pleasing to God. But Christianst laid it down as a rule and held it in honour on account of its outcome, the purification of the sould. What good does it do to abstain from bodily food and to be defeated by fleshly ways of thinking and passions? What advantage is it to refrain from wine and be tormented by thirst, but to be drunk without wine—as it says in the Scriptures, “Woe unto them that are drunken, but not with wine” (Isaiah 51.21; 28.1 LXX; 29.9)—and for our souls to be stirred up with anger and ill-will? How dow we benefit by avoiding luxurious spreads, if our soul remains unhumbled, or by depriving our flesh of its fatness, without humbling our soul in fasting as David did? What good does it to us if we are free of the vapour given off by excessive food, but our mind is rendered useless by vain cares and thoughts and our prayers to God also become of no avail?
Fasting is beneficial when it is undertaken for quelling desire, humbling the soul, transforming hatred, extinguishing anger, erasing remembrance of wrongs, and for the purity of the understanding and the practice of prayer. If you are well off, let your surplus food be a consolation for the needy. When you fast like this you not only suffer with Christ and are dead with Him, but you are risen with Him and reign with Him for ever and ever. If through such a fast you have been planted together in the likeness of His death, you shall also share in His resurrection and inherit life in Him (Romans 6.5). Should the faster be tempted, he overcomes his tempter. Should he not be, he preserves the peace of his soul and body by bruising his body, according to Paul, and bringing it into subjection, for fear of being rejected (1 Corinthians 9.27). If Paul was afraid of this, how much more should we be? The faster brings his body into subjection and his soul is tried and tested. On the other hand, when someone fattens up his flesh, which is soon to perish, not eating to live, but rather living to eat, like animals we are preparing to slaughter, and supplements necessary foods with extras in order to make it fat and prosperous, either to rouse its evil desires or simply for sensual, bodily pleasure, obviously all he is doing is preparing more abundant food for the worms. David the prophet puts it well when he sings, “What profit is there in my blood, when I go down into the pit?” (Psalm 30.9).
When you are fasting and limiting your food, do not store up the surplus for the following day. The Lord made us rich through becoming poor, and you, by your voluntary hunger, should nourish those who are starving against their will. Then your fasting will be like a dove bearing an olive sprig which brings your soul the good tidings of deliverance from the flood (Genesis 8.11). “If you take away from the midst of thee”, says the great Isaiah, “the yoke, the putting forth of the finger and speaking vanity: and if thou draw out thy soul to the hungry, and satisfy the afflicted soul; then shall thy light rise in obscurity and thy darkness be as the noonday” (Isaiah 58.9-10). If you do not wish to give what is yours, at least keep away from what belongs to others and do not take possession of what is not yours, by unjustly seizing and keeping things, sometimes even from people poorer than yourselves. Otherwise you may rightly hear from the same prophet, “Is it such a fast that I have chosen? saith the Lord, even if your bend thy neck as a ring, thy fast will not be acceptable, but loose the bands of wickedness, dissolve the ties of oppressive contracts, and tear up every unjust bond. Then shall they light break forth as the morning, and thine health shall spring forth speedily: and thy righteousness shall go before thee; the glory of the Lord shall compass thee” (Isaiah 58.5-8 LXX).
If you do not give even what you have in excess of your needs to the poor, at least to not acquire extra things at their expense. When Christ, the Master of all, dispatches those on His left into the fire and curses them, He does not condemn them for seizing what belongs to others, but for not sharing with those in need (Matthew 25.41-45). Extortioners and unjust men will not be resurrected to appear and be judged, but only for an immediate greater judgment and condemnation. Even here such people appear never to have stood before God with their whole souls. “They eat up my people”, it says, “as they eat bread, and call not upon the Lord” (Psalm 14.4). That rich man whose ground brought forth plentifully (Luke 12.16-21), and that other one who was clothed in purple and fine linen (Luke 16.19-21) were justly condemned, not for wronging anyone, but for not sharing what was theirs. Treasures are common to all, as they come from the common storehouses of God’s creation. Anyone who appropriates what is common as his own is greedy, though not perhaps to the same extent as someone who openly takes possession of other people’s belongings. The first, as an evil servant, will, alas, undergo the terrible punishment of being cut off. The second will be submitted to things even more dreadful and terrifying. Neither will ever be able to escape these penalties, unless they receive the poor with hospitality, the one making good use of the things entrusted to him by God, the other distributing what he has accumulated by evil means.
The great Paul, writing to the Thessalonians, your ancestors in fact, says, “As touching brotherly love ye need not that I write unto you: for ye yourselve are taught of God to love one another” (1 Thessalonians 4.9).
The Lord said to certain people, “If ye were Abraham’s children, ye would do the works of Abraham” (John 8.39). We should be afraid lest we hear these words, not addressed to us now, but, perish the thought, pronounced on that terrible day, when kinship will be judged rather by similarity of deeds. On that day all those who have loved poverty in Christ, or at very least have loved the poor, all who have despised glory, eagerly desired self-control, not just listened to but put into action the divine decrees in the Gospels, wil, according to the prayer of the Father of us all by grace, be one in a way surpassing nature. “Grant them”, He says, “that they all may be one; as we are one” (John 17.21-22). On that day the all-discerning sword of the Spirit will divide a man against his father, and a daughter against her mother, and will make those whose ways are different strangers to one another (Matthew 10.34-37). If this happens here, how much more there, where the All-knowing declares to those who were not like Him in virtue, “I know you not” (Matthew 25.1-12; Luke 13.25-27). It seems that they did not possess the heavenly likeness, and were not merciful as our Father is merciful. They did not share their possessions with the needy, as He freely shared His good things with everyone. They were not kind to their neighbours, nor did they make those far away their neighbours through their good works. Because of this dissimilarity with Himself, He who is good neither knew them nor brought them into His dwelling. If He acts in this way, those who lived here according to His will and are going to reign with Him there, will presumably say the same to those related to them by blood who do not resemble them in virtue.
If someone says he is their brother, he will hear, alas, that no man can ransom his brother. If someone says he was their father, he will hear that God is the only father. And if someone says he is their child, he will hear the words, “If you were my child, you would imitate me, but as it is, you are the child of that father whose desires you accomplish. Away with you and dwell with him for ever. I do not know you. Everything that is God’s is mine, but you are not God’s. What was mine and yours has now gone. We hated it ever in that fading world, and so we became heirs of this kingdom.” The holy Fathers referred to “mine” and “yours” as cold words, and wherever they are found, the bond of love is absent and Christ has departed. Even in those days this passion of possessiveness produced love of self, love of money, hatred of one’s fellow man, and every kind of evl in those it had overcome, and it still disgraces them now.
Brethren, please let us be afraid of these truly dreadful evils. Let us organize our lives as it pleasing to God. Let us forgive that we may be forgiven, let us be merciful to those in need that we may receive mercy many time more abundantly. He who impoverished Himself to the uttermost for our sakes, Himself receives our alms, and in His munificence He will multiply the reward. We must either be poor as He was, and so live with Him, or share what we have with those who are poor for His sake, and so be saved through them. Let us acquire merciful hearts and give positive proof of brotherly love and of devotion towards the Father and Master of all. You will never find a more acceptable time to do this than these days of the fast. If you join almsgiving to fasting you will blot out every sin, venerate the saving passion with boldness, join in the rejoicing at Christ’s resurrection and gain eternal redemption.
May we all attain to this in Christ Himself our God, to whom belong all glory, honour and worship, with His Father without beginning and the all-holy, good and life-giving Spirit, now and for ever and unto the ages of ages. Amen.

St.Theophylact of Ochrid-Can Ye Drink of the Cup That I Drink of?

 

Fifth Sunday of Lent
Can Ye Drink of the Cup That I Drink of?

Mark 10:32b-45

From The Explanation of the Gospel of St. Mark

by Blessed Theophylact, Archbishop of Ochrid and Bulgaria

32-34. And they were on the road going up to Jerusalem; and Jesus went before them: and they were amazed; and as they followed, they were afraid. And He took again the twelve, and began to tell them what things should happen unto Him, saying, Behold, we go up to Jerusalem: and the Son of Man shall be delivered unto the chief priests, and unto the scribes; and they shall condemn Him to death, and shall deliver Him to the Gentiles: and they shall mock Him, and shall scourge Him, and shall spit upon Him, and shall kill Him: and the third day He shall rise again. Why does He foretell the things that will happen to Him? To prepare and to calm the minds of the disciples, so that having heard of these things beforehand they would more easily endure them, and not be overwhelmed all at once in their anguish. He also foretold these things so that they would know that He suffered them of His own will. Although He knows these things beforehand, and is able to flee from them, He does not do so, thus making it abundantly clear that He willingly gives Himself over to His sufferings. The Lord takes the disciples aside privately to speak with them alone. For His Passion is a mystery to be revealed only to those closest to Him. And this is why on the road He leads the way before them all, wanting to separate His disciples from the rest of the crowd. But also, by leading the way, He shows that He hastens to His Passion, and does not evade His death which is for our salvation. Although He lists all these sorrowful things that will happen, yet there is one consolation, that He will rise on the third day.
35-39. And James and John, the sons of Zebedee, come unto Him, saying, Master, we want that Thou shouldest do for us whatsoever we shall ask. And He said unto them, What do ye want that I should do for you? They said unto Him, Grant unto us that we may sit, one on Thy right hand, and the other on Thy left hand, in Thy glory. But Jesus said unto them, Ye know not what ye ask: can ye drink of the cup that I drink of? And be baptized with the baptism that I am baptized with? And they said unto Him, We can. Another Evangelist says that the mother of the sons of Zebedee approached Christ (Mt. 20:20). It is likely that both events took place. The apostles were embarrassed, and had their mother go first, and then they themselves approached Christ in private. This is what the Evangelist means here when he says that they come unto Him, that they approach Him in private, apart from the others. Let us learn what it was they asked. They thought that His going up to Jerusalem meant that He was going to ascend the throne of an earthly kingdom, and that after He had become king He would suffer those things which He said He would suffer. With this understanding, they are asking to sit at His right hand and His left. This is why the Lord rebukes them for asking for something foolish. Ye know not what ye ask, He says. You are thinking that My kingdom is an earthly kingdom, and you are asking for an earthly throne. But it is not so; rather, these things are beyond your understanding. To sit at My right hand is something so great that it goes beyond what even the angelic hosts can do. You are craving honor and glory, but I am calling you to die. By baptism and cup He means the cross. For a cup of wine is something a man gladly accepts, and it quickly puts him to sleep. And baptism is something which is done to cleanse sins. But James and John gave their promise without understanding what He said, thinking that He was speaking of an actual cup of wine, and the washing of the body which the Jews performed before they ate.
39-40. And Jesus said unto them, Ye shall indeed drink of the cup that I drink of; and with the baptism that I am baptized with shall ye be baptized: but to sit at My right hand and at My left hand is not Mine to give; but it shall be given to them for whom it is prepared. Martyrdom, He is saying, will be yours, and you will die for Truth's sake. (For bold confession of the Truth James was beheaded in Jerusalem in 45 AD, and John was cruelly tortured in Rome and then exiled to the island of Patmos. Tr.) But to sit at My right hand and at My left is not Mine to give. Two questions may be asked: first, has it been prepared for anyone to sit there? Second, is the Master of all unable to bestow this seat? In answer we say that no one will sit at His right or at His left. Although in many places of Scripture you hear mention of sitting upon a seat in heaven (Mt. 19:28, Lk. 13:29, Eph. 2:6, etc.), understand that this refers to great honor, not a chair. It is not Mine to give has this meaning: it is not for Me, the Just Judge, to bestow this honor as a favor, for that would not be just. Instead, this honor has been prepared for those who have contested and struggled for it. It is as if a just king had set a day for a contest of athletes, and then some of his friends come to him and say, "Give us the crowns." The king would say, "The crowns are not mine to give; rather, a crown is prepared for that contestant who shall compete and win." So too with you, 0 sons of Zebedee, you shall be martyrs for My sake; but if there is one who, along with martyrdom, exceeds you in every virtue, he shall precede you in honor.
41-45. And when the ten heard it, they began to be much displeased with James and John. But Jesus called them to Him, and saith unto them, Ye know that they which are thought to rule over the Gentiles exercise lordship over them; and their great ones exercise authority upon them. But it shall not be so among you: but whosoever will be great among you, shall be your servant: and whosoever of you will be the chiefest, shall be slave of all. For even the Son of Man came not to be served, but to serve, and to give His life as a ransom for many. The disciples are still subject to human weaknesses, and here they are stung with envy. This is why the ten were displeased with the two. When did they begin to be indignant? When they realized they had not been received by the Lord, and thought they had been pushed away. As long as the ten were shown honor by the Lord, it did not bother them that the Lord held these two in special honor. But here when they see these two asking for honor, the others could no longer endure it. Although they act in this imperfect way now, later you will see each one of them conceding the first place of honor to the other. Christ heals them, first calming them by calling them to Himself, and then showing them that to grasp for honors and to desire the chief place is the behavior of Gentiles. For the Gentile princes lord it over others in a tyrannical and domineering manner. But it is not so with My disciples, He says; instead let him who would be great serve all the others, for the mark of a great soul is to endure all things and to serve everyone. The example of this is near at hand: the Son of Man Himself did not come to be served but to serve, and, what is even greater, He came to give His life as a ransom for many. What could be greater and more marvelous than a man who not only serves, but even dies for the sake of the one he serves? Yet the Lords serving and His humble lowering of Himself to be with us has become the exaltation and the glory of Him and all creation. Before He became man, He was known only to the angels; but after His incarnation and crucifixion, His glory is even greater and He reigns over all the earth.

Friday, 19 April 2013

Η Παναγία των Χαιρετισμών ή του Ακαθίστου της Ιεράς Μονής Διονυσίου του Αγίου Όρους.



Σύντομο ιστορικό της εικόνας-Περιγραφή.

Από τίς πολυτιμότερες εικόνες της Παναγίας είναι και ή των «Χαιρετισμών» ή του «Ακάθιστου» πού βρίσκεται στην Ιερά Μονή Διονυσίου του Αγίου Όρους. Από τίς πιο παλαιές χρονολογικά, στο δε Αγιον Όρος είναι ή πιο αρχαιότερα.
Είναι κατασκευασμένη από κηρομαστίχα και με μύρο περιρρεομένη. Στο πίσω μέρος σε αργυρά πλάκα, είναι τετυπωμένος ό Αυτοκράτορας Αλέξιος ό Γ ό Κομνηνός και ό Όσιος Διονύσιος ό κτήτορας της Μονής και είναι γραμμένο το εξής: «Αυτή ή είκών ή Θαυματουργός εστί την οποίαν βάσταξέ Σέργιος ό Πατριάρχης περιερχόμενος τα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως έδιωξε τους πολεμίους και την οποίαν ό Αυτοκράτωρ Αλέξιος ιδιοχείρως εδώρησε τω Άγίω Διονυσίω».
Είναι λοιπόν εκείνη την οποίαν ό Σέργιος κατά την ιστορική εκείνη βραδιά του 626 κρατώντας την περιήρχετο μαζί με κλήρο και λαό τα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως και εμψύχωνε το λαό και τον ολιγάριθμο στρατό πού υπεράσπιζε την Πόλη. Είναι ιστορικά παραδεκτό ότι υπερφυσική δύναμη κατατρόπωσε τους πολυάριθμους Σκύθες και Αβαρούς. Δεν μπορεί διαφορετικά να εξηγηθεί αφού ό στρατός με τον Ηράκλειο είχε εκστρατεύσει προς την Περσία. Οι πολέμιοι με αρχηγό τον Χαγάνο έφθασαν επιθετικοί και με στρατό και στόλο πολιόρκησαν τα στενά και την ξηρά και απειλούσαν. Ποιος θα σώσει την Πόλη; Ό Χαγάνος παρασπόνδησε σε μια συνθηκολόγηση με την Πόλη για να λύσει την πολιορκία και με αυθάδεια και σαρκασμό ειρωνεύτηκε τους πιστεύοντας στο θεό Βυζαντινούς: «Μη σας γελάει ό θεός σας, εγώ αύριο θα είμαι κύριος της πόλεως σας».
‘Η απάντηση επηρέασε το ηθικό και έφερε ταραχή, φόβο και απελπισία στις καρδιές των πολιορκημένων. Το κλίμα της απαισιοδοξίας άρχισε να κυριαρχεί. Τη χαλύβδωση του ηθικού ήλθε να επιφέρει ή θαρραλέα παρουσία του γενναίου και αξιοτάτου Πατριάρχου Σεργίου: «Είναι κρίμα να απελπίζεστε. Σκέπτεστε σαν άνθρωποι πού δεν πιστεύουν στο θεό και στο αποτέλεσμα του ιερού πολέμου. Στα χέρια της Παναγίας εμπιστεύθηκα την Πόλη και τον άμαχο πληθυσμό της. Στην Παναγία όλοι μας με θέρμη ψυχής ας προσευχηθούμε». Πραγματικός συναγερμός και ενθουσιασμός συνέβηκε τότε. Ό Πατριάρχης, ο Κλήρος και ό Λαός, μια φωνή μια ψυχή, ξεχύθηκε στους δρόμους και στα τείχη με τα ιερά κειμήλια στα χέρια, πού ήσαν ή Ζώνη της Παναγίας, ή Ιερά Έσθήτα Της, λείψανα αγίων, λάβαρα και εικόνες. \
Ο Πατριάρχης, ζωντανός και άκαμπτος, κρατούσε υπερυψωμένη τούτη την Εικόνα και έδινε δύναμη και θάρρος. Άπ’ όλων τίς καρδιές αυθόρμητα έβγαιναν φωνές και ευχές πού φανέρωναν την εμπιστοσύνη του Λάου προς την Παναγία: «Φθάσε Παναγία μου, μη μας εγκαταλείπεις τώρα πού χανόμαστε, σώσε το λαό Σου και την Πόλη Σου».


Τότε συνέβηκε ένα από τα μεγαλύτερα θαύματα και υπερφυσικά γεγονότα της πίστεως. Τρομαγμένοι οι επιτιθέμενοι εχθροί άκουγαν θόρυβο σαν χιλιάδες στρατός να επιτέθηκε εναντίον τους πού έφερνε όλεθρο και καταστροφή στις τάξεις τους. Ξαφνικά και απροσδόκητα, από διώκτες έγιναν διωκόμενοι. Χιλιάδες πτώματα στρώθηκαν στη γη, πανικόβλητοι όσοι είχαν απομείνει τράπηκαν σε φυγή για να σωθούν μακριά από την Πόλη, φωνάζοντας απεγνωσμένα μεταξύ τους: «Που βρέθηκε, που ήταν κρυμμένος τόσος στρατός;». Όμως στρατός δεν υπήρχε, όπως είπαμε, ή θεία τιμωρία τους κυνηγούσε, αφού προκλητικά και υπερήφανα τα έβαζαν με την Πόλη Πόλεων πού εντός της είχε πολλούς πιστούς πού με εμπιστοσύνη κατέφυγαν στη θεία προστασία. Ή ιστορική παράδοση ομιλεί για ένα ανεξήγητο μέγα θόρυβο και ανεμοστρόβιλο πού έφερε πανικό και καταστροφή. Εκτός από τα πτώματα νεκρών πού βρίσκονταν σκόρπια έξω από τα τείχη, συντρίμμια είχαν γίνει τα εχθρικά πλοία και πολλά πτώματα ναυτών φάνηκαν στην ακροθαλασσιά των Βλαχερνών.
Ιστορική πραγματικότητα το γεγονός τούτο. Τα δάκρυα πόνου, οδύνης και αγωνίας, ή οσμή θανάτου και αιχμαλωσίας πού είχε παγώσει στην κυριολεξία τους χιλιάδες εντός της Πόλεως Βυζαντινούς, μετεβλήθησαν σε ζητωκραυγές και αλαλαγμούς χαράς και δοξολογίας στο Θεό και την Παναγία Δέσποινα. Τότε ό Πατριάρχης Σέργιος μέσα σε ανέκφραστα χαρμόσυνα συναισθήματα βάδισε με τον κλήρο και το λαό προς την Παναγία των Βλαχερνών. Μέσα σε θρησκευτικό παραλήρημα χαράς και ιερού ενθουσιασμού, σε μια ατμόσφαιρα πού οι καρδιές σκιρτούσαν και τα μάτια έρεαν δάκρυα από άκρα συγκίνηση και θεία ευγνωμοσύνη, δοξολόγησαν και ευχαρίστησαν την Παναγία σε μέγεθος και βαθμό πού δεν πρέπει να έχει το όμοιο του. Με άλλα λόγια, μιλάμε για μια γενική ευχάριστη εικόνα χιλιάδων ανθρώπων πού είχαν στην κυριολεξία «μεθύσει» χριστιανικά. Μοναδικό το γεγονός σε πανανθρώπινη κλίμακα. Εκεί, εντός του Ναού, αλλά και εκτός, όπου βρέθηκαν οι πιστοί αρχής γενομένης από τον Πατριάρχη ό όποιος άρχισε να ψάλλει για πρώτη φορά το: «Τη Ύπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια κ.λπ.». Και στη συνέχεια, όλοι μαζί τη νύκτα εκείνη «όρθοστάδην τον ύμνο τη του Θεού Μητρί γηθοσύνως έμελπαν». Για αυτό το Θαυμάσιο αυτό πνευματικό άσμα των «Χαιρετισμών», ονομάσθηκε «Ακάθιστος Ύμνος».
Ό άγνωστος ποιητής των «Χαιρετισμών» έπλεξε το καλύτερο εγκώμιο και γενικά ότι ανώτερο έχει γραφεί για την Υπέρμαχο Στρατηγό. Έχει χαρακτήρα διηγηματικό, θεολογικό και δοξαστικό. Κυρία υπόθεση έχει τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου και, γενικότερα, την ενανθρώπιση του Χριστού και, ακόμη, γίνεται λόγος για το ηθικό και πνευματικό μέγεθος και ύψος της Παναγίας και των προσφορών της στον κόσμο. Το Κοντάκιο «Τη Ύπερμάχω», δεν έχει σχέση με τον ποιητή του Ύμνου, είναι δημιούργημα της ημέρας εκείνης. Σ’ αυτό ακούγεται λυτρωτικός και νικητήριος προς τη Μητέρα του Θεού παιάνας πού ως πνευματικός Στρατηγός έχει ακατανίκητη τη δύναμη και οι πιστοί παρακαλούν να ελευθερώνει «εκ παντοίων κινδύνων».

Πλέον στους αιώνες και σήμερα οί Χαιρετισμοί, ό Ακάθιστος Ύμνος ό τόσο λαοφιλής συγκινεί βαθιά την πιστεύουσα ψυχή και ιδιαιτέρως τον ορθόδοξο Ελληνισμό, ό όποιος στον ύμνο αυτό και στο πρόσωπο της Θεοτόκου βλέπει συνδεδεμένες εκκλησιαστική και εθνική παράδοση και ζωή Πίστη και Πατρίδα φαίνεται ότι συσφίγγονται έναρμονίως γύρω από ύμνο αυτό. Διαχρονικός και λαοφιλέστατος, ηλεκτρίζει πολλές ψυχές όποιες την περίοδο της Μ. Τεσσαρακοστής τρέχουν να τον ακούσουν τω από τους θόλους των Ναών. Για αιώνες και μάλιστα στην 400χρονη σκλαβιά, ήταν ό Εθνικός Ύμνος του Γένους. Απ’ όλα αυτά εξάγεται αβίαστα και ή σημασία της Εικόνας αυτής. Δικαιως οί πιστοί Έλληνες μπρος σ εικόνα αυτή αισθάνονται έντονα την παντοδυναμία της Παναγίας και εθνική έξαρση.
Άλλα Θαύματα .
Ένα από τα εξαίσια γεγονότα της Εικόνας, άφ’ ότου τον 13ο αϊ. δόθηκε στη Μονή Αγίου Διονυσίου, είναι το εξής: Το 1592, ό Αλγερινός πειρατής Ιφ Αρταβάν Αλφα, ξεκινώντας από τη νήσο Σκύρο, ήλθε με πολλούς δικούς του στην Ί. Μ. Διονυσίου προκειμένου να αρπάξει τους θησαυρούς της. Γνώριζε ότι υπήρχε εκεί και μια πολύτιμη εικόνα της Παναγίας. Αφού απεβίβασε κάπου 200 άνδρες οπλισμένους, απειλούσε. Ό Ηγούμενος αφού συσκέφθηκε αποφάσισε να προσφέρει γενναία δώρα στον πειρατή για να σώσει τους Μοναχούς και τη Μονή. Ένας Μοναχός, από το παράθυρο, φώναξε προς τον Αρταβάν: «Ας τα κανονίσουμε φιλικά για μη χυθεί αίμα. Αποφασίσαμε να σας δώσουμε 50.000 φλουριά, λάδι κι κρασί». Ό πειρατής του απάντησε: «Καλόγηρε, σύμφωνοι αλλά θα πάρουμε και ένα αντικείμενο από τα κειμήλια σας κατά εκλογή μου». Ό Ηγούμενος πού ήταν πλησίον του Μονάχου συμφώνησε, αλλά στο Μοναστήρι θα περάσει αυτός μόνο με δέκα δικούς του. αφού εισήλθαν και ό Ηγούμενος μέτρησε τα χρήματα και τους παρέδωσε λάδι και κρασί, ό αρχιπειρατής είπε σε έναν δικό του πού γνώριζε από άλλη φορά την εικόνα (του Ακάθιστου) και σε ποιο σημείο υπήρχε και τους κάλεσε εκεί. αφού έφθασαν ό πειρατής πήγε να πάρει την εικόνα, ενώ ό Ηγούμενος και οί Μονάχοι έμειναν άναυδοι. Αυτό το παληόξυλο διάλεξες, είπε στον Αρταβάν υποκριτικά. Αυτό αξίζει μιλιούνια, απάντησε εκείνος. «Άφησε την στη θέση της, είπε ό Ηγούμενος, οί εικόνες έχουν αξία μόνο για μας τους Χριστιανούς, πάρτε κάτι άλλο». Όχι, αυτό θα πάρω, είπε πεισματικά ό Ιφ. Προτιμώ να ταφώ κάτω από τα ερείπια της Μονής, παρά να την πάρετε, είπε και προσπάθησε να τον εμποδίσει. Ο Ιφ όμως τον έσπρωξε φωνάζοντας και απειλώντας: «Θα πεθάνετε όλοι σας». Πάνω στην αγανάκτηση του πρόλαβε ό Ηγούμενος να τους πει: «Έτσι πού φέρεστε, πηγαίνετε αλλά μαζί με την κατάρα μου».


Αμέσως εξαφανίστηκαν προς τη θάλασσα και έφυγαν με προορισμό Σκύρο. Το βράδυ, ενώ ταξίδευαν, είδε στον ύπνο του την Παναγία πού τους είπε απειλητικά: «Γιατί πονηρέ με πήρες; Πήγαινε με πίσω, εκεί πού εμένα ήσυχη και ειρηνική». Ξύπνησε έντρομος ό Αρταβάν, μα δεν κάμφθηκε Σε λίγο ξέσπασε ξαφνικά μεγάλη τρικυμία, ώστε έκλυδωνίζοντο και κινδύνευαν τα πλοία να καταποντιστούν. Πάνω στον αναπάντεχο κίνδυνο, θυμήθηκε το όνειρο και πήγε προς την Εικόνα και βλέπει το κιβώτιο πού την είχε τοποθετήσει κομματιασμένο και ή εικόνα γεμάτη μύρο πού ευωδίαζε Κατάλαβε αμέσως ότι ή τρικυμία είναι τοπική τιμωρία της Μητέρας του Χριστού . Μόλις την πήρε στα χέρια του σταμάτησε ή τρικυμία. Σε επαφή τους δικούς του φώναξαν όλοι, να γυρίσουμε πίσω γιατί θα μας πνίξει Θεός των Χριστιανών.
Έπειτα από αρκετές ώρες, επέστρεψαν στον όρμο της Μονής Διονυσίου Ό Σαρίφ έστειλε στη Μονή πειρατή, ό όποιος είπε στον Ηγούμενο: «Άνθρωπε του Θεού, ξέρω ότι κάναμε κακό, ό αρχηγός μου σε περιμένει κατέβεις να πάρεις την εικόνα και να μας απαλλάξεις από την κατάρα π μας έδωσες». Αφού κατέβηκαν στο λιμάνι οί Μοναχοί, ό ‘Αρταβάν έδειξε το κομματιασμένο κιβώτιο και τα ρούχα πού είχε τυλίξει την εικόνα που ήταν μουσκεμένα από το θείο μύρο. Συγκινημένοι οί Μοναχοί παρέλαβαν την Εικόνα.
Το σπουδαιότερο από αυτή την υπόθεση, είναι ότι μερικοί πειρατές μετανόησαν, άφησαν τη ζωή αυτή και έμειναν στη Μονή και αφού κατηχήθηκαν έγιναν Χριστιανοί!
Διαπιστώνει εδώ κανείς με πόσους κόπους και θυσίες έχουν διατηρηθεί οί τόσοι πνευματικοί θησαυροί του Αγίου Όρους.
Ένα άλλο μέσα στα πολλά θαύματα της Παναγίας του “Ακάθιστου Ύμνο είναι και τούτο: Το 1753 δίδασκε στην Αθωνιάδα Σχολή ό σοφός διδάσκαλος και επίσκοπος Ευγένιος Βούλγαρης. Αρρώστησε βαρεία από φοβερό έλκος. ‘Η ασθένεια ήταν θανατηφόρος, οί πόνοι δριμύς ώστε ζητούσε το θάνατο. Τον μετέφεραν στη Μονή Διονυσίου προκειμένου να, τον περιποιηθεί σπουδαίος νοσοκόμος της Μονής με γνώσεις ιατρικής, πλην ουδέν κατόρθωσε παρά τις προσπάθειες. Τότε, οί παρευρεθέντας είπαν στον στενάζοντα Ευγένιο για τη θαυματουργό Εικόνα του Ακάθιστου. Παρακάλεσε να τον μεταφέρουν κλινήρη προ αυτής. εκεί, γενομένης παρακλήσεως μέσα στους οξείς πόνους του, ικέτευσε την Κεχαριτωμένη. Τότε εκεί ξαφνικά αισθάνθηκε το φοβερό εκείνο βουβώνα ότι υποχώρησε και τους οξείς πόνους καταπραυνομένους, τα δε δάκρυα του να σταματούν. Το έλκος εκείνο αυτόματα διεράγηκε και σε λίγα λεπτά είχε εντελώς θεραπευτεί. Τότε, ό σοφός κατασυγκινημένος πήρε την πέννα και αμέσως έποι σε τους εξής ιαμβικούς στίχους:
«Ζωής δότην φέρουσα Σής ύπ’ αγκάλης,
ζωοίς φέροντα θάνατον μ’ ύπαί μάλης».
Δηλαδή, εσύ πού φέρεις τον δοτήρα της ζωής μέσα στην αγκαλιά σου δίνεις ζωή σε μένα πού φέρω τον θάνατον κάτω από τη μασχάλη.
Για την ωφέλεια πού προέρχεται στις ψυχές όσων διαβάζουν τους Χαιρετισμούς – εκτός φυσικά από τις καθιερωμένες παρασκευές στο Ναούς – ή ιδία ή Παναγία φανείσα σε Αγίους είπε: «θα αγαπώ, θα προστατεύω, θα φυλάττω κάθε πιστόν ό οποίος θα με χαιρετίζει άπαξ της ημέρας ει δυνατόν με τους ωραίους ύμνους των Χαιρετισμών Μου, και θα ζει σύμφωνα με τον νόμον του Θεού. Κατά δε την τελευταία ημέραν της ζωής αυτού, θα τον υπερασπισθώ και ενώπιον του Υιού Μου».

ΕΚΔΟΣΕΙΣ. ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΑΡΝΑΒΑΣ

ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ

ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ
Tό Σάββατο τῆς Ε' ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν χαρακτηρίζεται στό ἑορτολόγιο τῆς Ἐκκλησίας ὡς «Σάββατον τοῦ Ἀκαθίστου». Ἐπίσης ὁ ὕμνος αὐτός ψάλλεται τμηματικῶς κατά τά ἀπόδειπνα τῶν τεσσάρων πρώτων Παρασκευῶν τῆς Τεσσαρακοστῆς. Τήν πέμπτη ἑβδομάδα γίνεται ἡ ἀνακεφαλαίωσις....

Δέν πιστεύω νά ὑπάρχῃ ἄλλο ὑμνολογικό κείμενο τῆς Ἐκκλησίας μας, πού νά χρησιμοποιήθηκε τόσες φορές ὅσες ὁ Ἀκάθιστος. Στά Μοναστήρια τόν διαβάζουν κάθε ἡμέρα καί ὅλοι οἱ μοναχοί τόν γνωρίζουν ἀπό στήθους. Στίς ἐνορίες εἶναι μία ἀπό τίς προσφιλέστερες στόν λαό ἀκολουθίες, πού συγκεντρώνουν κάθε Παρασκευή βράδυ κατά τήν περίοδο τῆς Τεσσαρακοστῆς ἕνα πλῆθος κόσμου.....


Ἡ Παναγία τήν ὁποία ὑμνολογεῖ ὁ Ἁκάθιστος, σ᾿ ὅλη τήν μακραίωνη ζωή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τό κέντρο τῆς εὐλαβείας τῶν χριστιανῶν, τό πρόσωπο πού μακαρίζουν, κατά τήν πρόρρησί της, «πᾶσαι αἱ γενεαί» (Λουκ. 1, 48).

Θά παρατρέξωμε τό διαφιλονικούμενο θέμα τοῦ χρόνου τῆς συντάξεως καί τοῦ ποιητοῦ τοῦ Ἀκαθίστου....Ὅποιος καί ἄν ἦταν ὁ ποιητής καί μέ ὁποιοδήποτε ἱστορικό γεγονός καί ἄν συνεδέθη πρωταρχικά ὁ Ἀκάθιστος, ἕνα εἶναι τό ἀδιαμφισβήτητο στοιχεῖο, πού μᾶς δίνουν οἱ σχετικές πηγές, ὅτι ὁ ὕμνος ἐψάλλετο ὡς εὐχαριστήριος ᾠδή πρός τήν ὑπέρμαχο στρατηγό τοῦ Βυζαντινοῦ κράτους ...

Κατά τήν παρατήρησι τοῦ Συναξαριστοῦ ὁ ὕμνος λέγεται «Ἀκάθιστος»,, γιατί τότε κατά τήν σωτηρία τῆς Πόλεως καί ἔκτοτε μέχρι σήμερα, ὅταν οἱ οἶκοι τοῦ ὕμνου αὐτοῦ ἐψάλλοντο, «ὀρθοί πάντες» τούς ἤκουαν εἰς ἔνδειξιν εὐχαριστίας πρός τήν Θεοτόκο, ἐνῷ στούς οἴκους τῶν ἄλλων κοντακίων «ἐξ ἔθους» ἐκάθηντο.

Γιατί ὅμως ψάλλεται τήν Μεγάλη Τεσσαρακοστή;

...Μέ τήν Μεγάλη Τεσσαρακοστή συνεδέθη προφανῶς ἐξ αἰτίας ἑνός ἄλλου λειτουργικοῦ λόγου: Μέσα στήν περίοδο τῆς Νηστείας ἐμπίπτει πάντοτε ἡ μεγάλη ἑορτή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου. Εἶναι ἡ μόνη μεγάλη ἑορτή, πού λόγῳ τοῦ πενθίμου χαρακτῆρος τῆς Τεσσαρακοστῆς, στερεῖται προεορτίων καί μεθεόρτων. Αὐτήν ἀκριβῶς τήν ἔλλειψι ἔρχεται νά καλύψῃ ἡ ψαλμῳδία τοῦ Ἀκαθίστου, τμηματικῶς κατά τά Ἀπόδειπνα τῶν Παρασκευῶν καί ὁλόκληρος κατά τό Σάββατο τῆς Ε' ἑβδομάδος. Τό βράδυ τῆς Παρασκευῆς ἀνήκει λειτουργικῶς στό Σάββατο, ἡμέρα πού μαζί μέ τήν Κυριακή εἶναι οἱ μόνες ἡμέρες τῆς ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν, κατά τίς ὁποῖες ἐπιτρέπεται ὁ ἑορτασμός χαρμοσύνων γεγονότων, καί στίς ὁποῖες, μεταφέρονται οἱ ἑορτές τῆς ἑβδομάδος. Καθ᾿ ὡρισμένα Τυπικά ὁ Ἀκάθιστος ἐψάλλετο πέντε ἡμέρες πρό τῆς ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καί κατ᾿ ἄλλα τόν ὄρθρο τῆς ἡμέρας τῆς ἑορτῆς. Ὁ Ἀκάθιστος ὕμνος εἶναι τό Κοντάκιο τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ὁ ὕμνος τῆς σαρκώσεως τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ.

Εἶναι Κοντάκιο-ὕμνος. Κατά τό σύστημα τῆς συνθέσεως τοῦ ποιητικοῦ αὐτοῦ εἴδους περιλαμβάνει τό προοίμιο, «Τό προσταχθέν μυστικῶς....», καί 24 οἴκους, πού ἔχουν ἀλφαβητική ἀκροστιχίδα. Ἡ ἰδιορρυθμία του σέ σχέση μέ ἄλλα Κοντάκια συνίσταται στά αὐτόμελα πού ἀκολουθοῦν οἱ Οἶκοι του. Οἱ περιττοί Οἶκοι (αὐτοί πού ἀρχίζουν ἀπό τά στοιχεῖα Α, Γ, Ε, Η, κλπ.) ἔχουν ὡς αὐτόμελο, τροπάριο δηλαδή βάσει τοῦ ὁποίου συνετέθησαν, τόν πρῶτο Οἶκο («Ἄγγελος πρωτοστάτης....»)· χαρακτηριστικό των εἶναι οἱ ἕξ διπλές ἀποστροφές πρός τήν Παναγία, πού ἀρχίζουν μέ τό «Χαῖρε» καί πού ἔδωσαν τό λαϊκό ὄνομα στόν ὕμνο: «Χαιρετισμοί»... Ἐπῳδό (ἐφύμνιο) ἔχουν τό «Χαῖρε νύμφη ἀνύμφευτε», πού εἶναι καί τό ἐφύμνιο τοῦ προοιμίου. Οἱ ἄρτιοι Οἶκοι (πού ἀρχίζουν ἀπό τά στοιχεῖα Β, Δ, Ζ, Θ, κλπ.) ἔχουν συντεθῆ μέ βάσι, εἶναι δηλαδή προσόμοια, τοῦ δευτέρου Οἴκου, «Βλέπουσα ἡ ἁγία ...), καί ἔχουν ἐφύμνιο τό «Ἀλληλούϊα».

Θέμα τοῦ Κοντακίου τοῦ Ἀκαθίστου εἶναι τό μυστήριο τῆς Σαρκώσεως τοῦ Χριστοῦ, μέ κύριο τόνο στήν ἀπαρχή τῆς σωτηρίας, στόν Εὐαγγελισμό τῆς Θεοτόκου. Σ᾿ αὐτόν ἀναφέρονται τό προοίμιο, πού ἀποτελεῖ περίληψι τοῦ περιεχομένου τοῦ ὕμνου, καί οἱ τέσσερις πρῶτοι οἶκοι. Τά δεκατρία «Χαῖρε»,, πού κατακλείουν τούς περιττούς Οἴκους, δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά μία ἐπέκτασις καί ποιητική ἀναδίπλωσις καί ἐπεξεργασία τοῦ ἀγγελικοῦ ἀσπασμοῦ «Χαῖρε κεχαριτωμένη». (Λουκ. 1, 28). Ὁ πρωτοστάτης ἄγγελος, ὁ Γαβριήλ, ἔρχεται καί φέρνει τό θεϊκό μήνυμα, τό «χαῖρε», στήν Θεοτόκο (Α) ἐκείνη ἀπορεῖ γιά τόν παράδοξο τρόπο τῆς συλλήψεως (Β)· ὁ Γαβριήλ τῆς ἐξηγεῖ τήν ἀπόρρητο βουλή τοῦ Θεοῦ (Γ) καί ἡ δύναμις τοῦ Ὑψίστου ἐπισκιάζει τήν ἀπειρόγαμο Παρθένο καί συλλαμβάνει τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ (Δ). Ἡ Θεοτόκος ἐπισκέπτεται τήν συγγενῆ της Ἐλισάβετ, τήν μέλλουσα μητέρα τοῦ Προδρόμου, καί ἀνταλλάσσουν προφητικούς λόγους (Ε). Ὁ Ἰωσήφ, ὁ μνηστήρ τῆς Παρθένου, ταράσσεται ἀπό τήν ζάλη τῶν ἀμφιβόλων λογισμῶν, ἀλλά πληροφορεῖται ἀπό τόν ἄγγελο τό μυστήριο τῆς συλλήψεως (Ζ). Ὁ Χριστός γεννᾶται καί οἱ ποιμένες προσκυνοῦν τόν ἀμνό τοῦ Θεοῦ (Η). Ὁ θεοδρόμος ἀστήρ δείχνει τόν δρόμο στούς μάγους τῆς Ἀνατολῆς (Θ), αὐτοί τόν προσκυνοῦν (Ι) καί δι᾿ ἄλλης ὁδοῦ ἀναχωροῦν γιά τήν Βαβυλῶνα, οἱ θεοφόροι κήρυκες (Κ). Στήν Αἴγυπτο ὁ φυγάς Κύριος συντρίβει τά εἴδωλα καί μέ τόν φωτισμό τῆς ἀληθείας διώχνει τό σκότος τοῦ ψεύδους (Λ). Καί ὁ Συμεών δέχεται στήν ἀγκάλη του ὡς βρέφος τεσσαρακονθήμερο τόν τέλειο Θεό καί λαμβάνει τήν ποθητή ἀπόλυσι (Μ). Ἐδῶ τελειώνει τό πρῶτο μισό μέρος τοῦ ὕμνου, τό ἱστορικό, πού περιλαμβάνει τούς πρώτους Οἴκους, ἀπό τό Α ὡς τό Μ. Οἱ ὑπόλοιποι, ἀπό τό Ν ὡς τό Ω, ἀποτελοῦν μιά θεολογική -θεωρητική ἐπεξεργασία τοῦ μυστηρίου τῆς Σαρκώσεως. Ἡ νέα κτίσις, πού δημιουργεῖ ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ μέ τήν σάρκωσί Του, δοξολογεῖ τόν δημιουργό (Ν). Ὁ παράξενος -«ὁ ξένος» - τόκος προτρέπει τούς ἀνθρώπους νά ξενωθοῦν ἀπό τόν κόσμο καί νά μεταθέσουν τόν νοῦ των στόν οὐρανό (Ξ). Ὅλος ἦταν στήν γῆ ὁ δοξολογούμενος Λόγος, ἀλλά καί ἀπό τόν οὐρανό δέν ἀπουσίαζε (Ο). Οἱ ἄγγελοι θαύμασαν τό ἔργο τῆς ἐνανθρωπήσεως καί τήν κοινωνία τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἀνθρώπων (Π). Οἱ σοφοί καί ρήτορες τοῦ κόσμου ἔμειναν ἄφωνοι, μή μπορώντας νά ἐξηγήσουν τό μυστήριο τοῦ παρθενικοῦ τόκου (Ρ). Ὁ Ποιμήν -Θεός γίνεται πρόβατο -ἄνθρωπος θέλοντας νά σώσῃ τόν κόσμο (Σ). Ἡ Παρθένος γίνεται φυλακτήριο τεῖχος τῶν παρθένων καί ὅλων τῶν πιστῶν (Τ). Κανείς ὕμνος δέν μπορεῖ νά πληρώσῃ τόν φόρο τοῦ χρέους στόν Σαρκωθέντα Βασιλέα (Υ). Ἡ Θεοτόκος εἶναι ἡ φωτοδόχος λαμπάς, πού μᾶς καθοδηγεῖ στήν γνῶσι τοῦ Θεοῦ (Φ). Ὁ Χριστός ἦλθε στόν κόσμο γιά νά τοῦ δώσῃ χάρι καί συγχώρησι (Χ). Ἡ δοξολογία πρός τόν Υἱό συνδέεται καί πρός τήν ἀνύμνησι τοῦ ἐμψύχου ναοῦ Του, τῆς Θεοτόκου (Ψ). Καί ὁ ὕμνος κλείει μέ μία θαυμαστή ἀποστροφή πρός τήν Παρθένο:



«Ὦ πανύμνητε μῆτερ

ἡ τεκοῦσα τόν πάντων ἁγίων

ἁγιώτατον Λόγον,

δεξαμένη τήν νῦν προσφορά,

ἀπό πάσης ρῦσαι συμφορᾶς

ἅπαντας

καί τῆς μελλούσης λύτρωσαι

κολάσεως τούς σοί βοῶντας

Ἀλληλούϊα».

Στό στόμα τοῦ ἀγγέλου, τῆς Ἐλισάβετ, τῶν ποιμένων, τῶν μάγων καί τῶν Αἰγυπτίων στό πρῶτο μέρος καί τῶν πιστῶν στό δεύτερο μπαίνουν οἱ 144 θαυμάσιες ποιητικές ἀποστροφές καί τά ἐγκώμια τῆς Θεοτόκου μέ τίς τόσο ἐπιτυχεῖς ἀντιθέσεις καί τίς ὡραῖες θεολογικές εἰκόνες. Εἶναι τόσο γνωστές. Ἄς διαβάσουμε μόνο τούς χαιρετισμούς τοῦ τελευταίου περιττοῦ Οἴκου, πού ἀρχίζει μέ τό στοιχεῖο Ψ. Θέμα του εἶναι ἡ Θεοτόκος ὡς ναός ἔμψυχος καί ἅγιος τοῦ παντοκράτορος Κυρίου:

Χαῖρε, σκηνή τοῦ Θεοῦ καί Λόγου,

Χαῖρε, ἁγία ἁγίων μείζων.

Χαῖρε, κιβωτέ χρυσωθεῖσα τῷ Πνεύματι,

Χαῖρε, θησαυρέ τῆς ζωῆς ἀδαπάνητε.

Χαῖρε, τίμιον διάδημα βασιλέων εὐσεβῶν,

Χαῖρε, καύχημα σεβάσμιον ἱερέων εὐλαβῶν.

Χαῖρε, τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἀσάλευτος πύργος,

Χαῖρε, τῆς βασιλείας τό ἀπόρθητον τεῖχος.

Χαῖρε, δι᾿ ἧς ἐγείρονται τρόπαια,

Χαῖρε, δι᾿ ἧς ἐχθροί καταπίπτουσι.

Χαῖρε, χρωτός τοῦ ἐμοῦ θεραπεία,

Χαῖρε, ψυχῆς τῆς ἐμῆς σωτηρία.

Χαῖρε, νύμφη ἀνύμφευτε».



Παλαιότερα ὁ ὕμνος ἐψάλλετο. Σήμερα ψάλλεται μόνο τό προοίμιο σέ ἦχο πλ. δ'. Περιεχόμενό του εἶναι ὁ Εὐαγγελισμός, τό θέμα τοῦ Κοντακίου:

«Τό προσταχθέν μυστικῶς

λαβών ἐν γνώσει,

ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ Ἰωσήφ

σπουδῇ ἐπέστη

ὁ ἀσώματος λέγων τῇ ἀπειρογάμῳ·

ὁ κλίνας τῇ καταβάσει τούς οὐρανούς

χωρεῖται ἀναλλοιώτως ὅλος ἐν σοί·

ὅν καί βλέπων ἐν μήτρᾳ σου,

λαβόντα δούλου μορφήν,

ἐξίσταμαι κραυγάζειν σοι·

Χαῖρε, νύμφη ἀνύμφευτε».

Οἱ Οἶκοι ἀπαγγέλλονται σήμερα ἐμμελῶς ἀπό τόν ἱερέα στό μέσον τοῦ ναοῦ, δηλαδή στή θέσι πού πρίν εὑρίσκετο ὁ ἄμβων, ἀπό τόν ὁποῖο ἀρχικά ἐψάλλετο τό Κοντάκιο. Ὁ λαός ἐπαναλαμβάνει στό τέλος κάθε Οἴκου τό ἐφύμνιο -τήν ἐπῳδό -σέ ἦχο πάλι πλ. δ':

«Χαῖρε, νύμφη ἀνύμφευτε», στούς περιττούς οἴκους·

«Ἀλληλούϊα», στούς ἀρτίους.

Ὅταν ὁ Ἀκάθιστος συνεδέθη μέ τά ἱστορικά γεγονότα, πού ἀναφέρονται στή σωτηρία τῆς Κωνταντινουπόλεως, τότε συνετέθη νέο εἰδικό προοίμιο, γεμάτο δοξολογία καί ἱκεσία, τό τόσο γνωστό «Τῇ ὑπερμάχῳ». Στήν ὑπέρμαχο στρατηγό, ἡ πόλις τῆς Θεοτόκου, πού λυτρώθηκε χάριν σ᾿ Αὐτήν ἀπό τά δεινά, ἀναγράφει τά νικητήρια καί παρακαλεῖ Αὐτήν πού ἔχει τήν ἀκαταμάχητη δύναμι νά τήν ἐλευθερώνῃ ἀπό τούς ποικίλους κινδύνους γιά νά τήν δοξολογῇ κράζοντας τό «Χαῖρε, νύμφη ἀνύμφευτε». Ὁ ὕμνος ψάλλεται καί πάλι σέ ἦχο πλ. δ'.



«Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τά νικητήρια,

ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν, εὐχαριστήρια

ἀναγράφω σοι ἡ Πόλις σου, Θεοτόκε·

ἀλλ᾿ ὡς ἔχουσα τό κράτος ἀπροσμάχητον,

ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον,

ἵνα κράζω σοι·

Χαῖρε, νύμφη ἀνύμφευτε»




(Ἀπό τό βιβλίο τοῦ Ἰ.Μ. Φουντούλη:

ΛΟΓΙΚΗ ΛΑΤΡΕΙΑ, ἐκδ. Α. Δ).

Thursday, 18 April 2013

Γέρων Εφραίμ Φιλοθείτης: Ο πόνος εξαγνίζει την ψυχή…



* Ο πόνος εξαγνίζει την ψυχή, την κάνει ταπεινή, πονετική, αγαθή, και έτσι καταστρώνεται το έδαφος για την θεία επίσκεψι. Όλα τα λυπηρά μας αποστέλλονται, χωρίς κάθε αμφιβολία, για την θεραπεία της νοσούσης ψυχής μας, όπως διά των θλίψεων εμέση το φαρμάκι της ηδυπαθείας και κάθε πάθους.
* Οι ασθένειες, οι θλίψεις και τα βάσανα των χριστιανών διευκολύνουν την κάθαρσι της ψυχής και την συγχώρησι των αμαρτιών.
* Καθώς η γη γίνεται γονιμώτερη, όταν το αλέτρι βαθειά την οργώση, έτσι και η ψυχή τότε γίνεται καρποφόρος στην αρετή, όταν ο πόνος, η ασθένεια βαθειά και συχνά την επισκέπτεται!
* Εάν έλειπαν οι πειρασμοί, η υπερηφάνεια θα μας είχε κάνει άλλους εωσφόρους, αλλά ο Ουράνιος Πατέρας μας, ο Θεός, μας αφήνει τις θλίψεις, για να ταπεινωνώμαστε.
* Στους πειρασμούς ωριμάζει ο άνθρωπος και γίνεται πνευματικός· ενώ χωρίς πειρασμούς είναι άσοφος, άμορφος, άχρηστος, κούτσουρο!
*  Με την υπακοή ο άνθρωπος αποβάλλει κυρίως τον κακό δαίμονα της υπερηφανείας, που φέρνει όλα τα κακά και εισάγει την ταπείνωση.
* Να ταπεινώνεσαι και να εξομολογείσαι, διότι η εξομολόγησις εμπερικλείει την αγιωτάτη ταπείνωση, χωρίς την οποία δεν σώζεται κανείς.
* Η αγαθή συνείδησι έχει σαν αρχή και θεμέλιο την ταπεινοφροσύνη· η δε πονηρά συνείδησι έχει σαν αρχή της την υπερηφάνεια και την ανυπακοή.
* Πρόσεχε την συνείδησι σου· τα έργα σου να είναι γνήσια· όχι άλλο εις το στόμα και άλλο εις την καρδιά σου· αγάπησε την αλήθεια· φοβήσου τον έλεγχο της συνειδήσεως σου· διόρθωνε τον εσωτερικό σου άνθρωπο, για να μη μετανοήσης κατόπιν ματαίως.
* Η μετάνοια αναδημιουργεί τον άνθρωπο. Αυτή εδόθη για να θεραπεύη την ψυχή μετά το βάπτισμα και, εάν αυτή έλειπε, σπανίως θα εσώζετο άνθρωπος. Δι” αυτό η αρετή της μετανοίας δεν έχει τέλος εφ” ό¬σον υπάρχει πνοή ζωής εις τον άνθρωπο, διότι συμ¬βαίνει και οι τέλειοι να σφάλλουν.
* Η μετάνοια είναι ατέλεστος· όλες οι αρετές δύνανται, με την χάρι του Θεοϋ, να τελειοποιηθούν από τον άνθρωπο· την μετάνοια ουδείς δύναται να την τελειοποιήση, διότι μέχρι της τελευταίας μας αναπνοής έχομε ανάγκη της μετανοίας, επειδή σφάλλομε εν ριπή οφθαλμού, οπότε η μετάνοια είναι ακατάκτητος.
* Με την μετάνοια όλα διορθώνονται. Ουδέν υπάρχει, το όποιο να νικά την ευσπλαγχνία του Θεού.
* Ο Θεός παιδεύει σαν πατέρας, για να μας απαλλάξη από υπερβολές και ελλείψεις.
* Μας παιδεύει όχι για να έλθουμε σε απόγνωσι, αλλά για να μετανοήσουμε και διορθωθούμε.
* Όταν υγειώς κρατήσουμε την έννοια της παι¬δείας των θλίψεων, ακολοθεί πολλή θεϊκή παρηγοριά. * Με την υπομονή στα παθήματα κάμνουμε το θέλημα του Θεού. Όποιος υπομένει πειρασμό, σε οποιαδήποτε μορφή, επιθέτει φάρμακο στην ψυχή του.
* Ας ακουμπάμε πάντοτε στους ώμους της Πανα¬γίας μας το φορτίον μας και χωρίς άλλο θα βρίσκουμε παρηγοριά στον πόνο και την θλίψι μας.
* Οι άνθρωποι, παιδί μου, χωρίζονται εις αυτό τον κόσμο εις καλούς και κακούς, εις πλουσίους και πτωχούς, εις μορφωμένους και αμορφώτους, εις ευγενείς και αγενείς, εις εξύπνους και ανοήτους. Ενώνονται όμως όλοι εις ένα σημείο. Εις τον πόνο! Διότι όλοι οι άνθρωποι ανεξαιρέτως εις την ζωή τους θα πονέσουν. Καθώς λέγει και ο Ιώβ· «Τέρας, ει τις ευτύχησεν διά βίου». Άρα λοιπόν όλοι οι άνθρωποι ζούμε εις το βασίλειο του πόνου!
Γνωρίζομε ότι ο πόνος είναι κάτι το προσωπικό, που θα χρειασθή κανείς να τον αντιμετωπίση μόνος του. Είναι ο σταυρός του, που οφείλει να τον σηκώση, όπως και ο Σωτήρ του κόσμου, ο Ιησούς, εσήκωσε τον Σταυρό Του, χάριν ημών.
Αναπαύου λοιπόν, παιδί μου, εις το πατρικό χέρι, που αυτό τον καιρό σε χειρουργεί με τον πόνο και ηρέμησε. Δέξου ότι ο Θεός σου τον στέλνει και συμφιλιώσου μαζί του, με τον πόνο, για να μπόρεσης να τον αντιμετώπισης.
Γνωρίζω πόσο δύσκολο είναι αυτό, αλλά σωτήριο· οι άγιοι έχαιραν εις την θλίψι τους, εμείς τουλάχιστο να δεχώμεθα αυτήν με υπομονή, και ο Θεός δεν θα ξεχάση, έστω και αυτή την ελαχίστη προαιρετική υπομονή μας εις το θέλημα του, που εκπροσωπεί ο πόνος. Συγκέντρωσε, τις ψυχικές δυνάμεις, όταν πονάς, και προσπάθησε να εννοήσης τον σκοπό του πόνου, που δι” αυτού ο Θεός σου ανοίγει τον ουρανό.
Θαρρείς πως Εκείνος που αριθμεί τις τρίχες της κεφαλής δεν γνωρίζει το μέτρο του πόνου σου; ναι, τον γνωρίζει· λοιπόν αναπαύου εμπιστευτικά εις τον ουράνιο Πατέρα μας. Μην αποκάμης· μαζί με τον Χριστό μας θα τα πέρασης όλα, καθώς θα γίνης και κληρονόμος Του εις την άπειρη περιουσία του κοινού Πατρός ημών Θεού.

Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτου ΕΛΠΙΔΟΦΟΡΕΣ ΔΙΔΑΧΕΣ ΜΕ ΠΑΤΡΙΚΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ »ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»

Πηγή:impantokratoros
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...