Friday, 1 February 2013

Άγιος Ισαάκ ο Σύρος - Τι είναι η ανθρώπινη απάθεια;

Ερώτηση. Τι είναι ή ανθρωπινή απάθεια; Απόκριση. Απάθεια είναι, όχι το να μη αισθάνονται οί αγωνιστές τα πάθη, αλλά το να μη τα δέχονται. Λόγω των πολλών και ποικίλων αρετών πού απέκτησαν, φανερών και κρυφών, ασθένησαν τα πάθη μέσα τους και δεν μπορούν να επαναστατήσουν εύκολα κατά της ψυχής. Και ή διάνοια δεν χρειάζεται πάντοτε να προσεχή σ' αυτά διότι είναι πάντοτε γεμάτη από αισθήματα πού προέρχονται από την μελέτη και την κοινωνία των αρίστων σκέψεων οί όποιες κινούνται με σύνεση στον νου. Και όταν τα πάθη αρχίσουν να κινούνται, ξαφνικά ή διάνοια αρπάζεται από κάποια σκέψη πού συλλαμβάνεται από τον νου και φεύγει από κοντά τους έτσι τα πάθη μένουν αργά.
Όπως είπε ο μακάριος Μάρκος ο νους που με την χάρη του Θεού επιτελεί πράξεις ενάρετες και πλησιάζει στην γνώση, λίγη αίσθηση λαμβάνει από το άλογο μέρος της ψυχής διότι ή γνώσις του ανθρώπου αρπάζεται στα ύψη και τον αποξενώνει από όλα τα πράγματα του κόσμου, λόγω της αγνείας, της λεπτότητας, της ελαφρότητας και της οξύτητας του νου της. Και λόγω της ασκήσεως των, καθαρίζεται ο νους των και γίνεται διαυγής, επειδή ή σάρκα τους ξηραίνεται από την επίδοση στην ησυχία και την εμμονή σ' αυτήν. Έτσι εύκολα και γρήγορα επέρχεται στον καθένα τους ή θεωρία και τους οδηγεί στην έκσταση. Από τότε γίνονται γεμάτοι θεωρία, ή διάνοια τους δεν στερείται σύνεση ποτέ, αντιθέτως μάλιστα έχουν όλα εκείνα πού τους φέρει ο καρπός του Πνεύματος.

Με την πολυχρόνια συνήθεια εξαλείφονται οι αναμνήσεις της καρδίας των, πού ανακινούν στην ψυχή τα πάθη και ή δύναμις της εξουσίας του Διαβόλου. Πράγματι, όταν ή ψυχή δεν επικοινωνεί με τα πάθη, μελετώντας τα, διότι ασχολείται διαρκώς με άλλη φροντίδα, τότε ή δύναμις των ονύχων των παθών δεν μπορεί να κυριάρχηση στις πνευματικές της αισθήσεις.

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ ΣΤΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ.


Το όνομα
 
Τα ονόματα ανέκαθεν είχαν σπουδαία σημασία για την ανθρώπινη επικοινωνία και κατανόηση, δεδομένου ότι έπαιζαν το ρόλο των στοιχείων εκείνων με τα οποία γινόταν γνωστή η δήλωση προσώπων, ζώων και αντικειμένων. Το όνομα γρήγορα εξελίχθηκε σε μέσο με το οποίο δηλώνεται κάποιο πρόσωπο ή πράγμα. Αν αυτό έχει σημασία για το φυτικό και ζωϊκό κόσμο, πόσο μάλλον για τον άνθρωπο, στον οποίο είναι εντονότερος ο προσωπικός χαρακτήρας, τα δε ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του εμφανίζονται σε διαφορετικούς ανθρώπους με τρόπο διάφορο και ανεπανάληπτο. Το όνομα και η ονοματοδοσία δεν εξελίχθηκαν άσχετα προς τον ιστορικό βίο και τις περιπέτειες των λαών. Μέσω των ονομάτων μπορεί να παρακολουθήσουμε την ιστορική πορεία ενός ολόκληρου έθνους. Συχνά τα ονόματα ασκούν επάνω μας γοητεία και δύναμη, ενώ άλλα αποστροφή. Αυτό συμβαίνει επειδή τα φέροντα τα ονόματα αυτά πρόσωπα συνδέονται με καλές αναμνήσεις του παρελθόντος στην πρώτη περίπτωση και με αρνητικές εμπειρίες και καταστάσεις στη δεύτερη. Συχνά τα ονόματα είναι διακριτικά του θρησκεύματος του φέροντος προσώπου και συνδέονται με τις φιλοσοφικές ή κοινωνικές πεποιθήσεις των ανθρώπων. 
Το όνομα στους Εθνικούς(ειδολωλάτρες)
Οι Έλληνες διακρίθηκαν περισσότερο από κάθε άλλο λαό για τον πλούτο των προσωπικών ονομάτων. Η χαρά και η υπερηφάνεια των Ελλήνων ήταν το προσωπικό τους όνομα, ποτέ το επάγγελμα ή ο τίτλος. Η έλλειψη ονομάτων και ονοματοδοσίας από κάποιο λαό θεωρούνταν ανέκαθεν έλλειψη πολιτισμού. Αντίθετα μ” αυτό που συνέβαινε στους πρωτόγονους λαούς, στους πολιτισμένους οι άνθρωποι φέρουν προσωπικά ονόματα, τα οποία και λαμβάνουν με πράξη ονοματοδοσίας . Στους Αρχαίους Έλληνες το όνομα δινόταν στο βρέφος ή κατά τη γέννησή του ή κατά την όγδοη ημέρα από τη γέννηση. 
Το όνομα στην Παλαιά Διαθήκη
Στην Παλαιά Διαθήκη βλέπουμε πως ο άνθρωπος, ως το τελειότερο των δημιουργημάτων, από την πρώτη στιγμή φέρει ιδιαίτερο όνομα, δηλωτικό της ατομικότητας και μοναδικότητάς του, και μ” αυτό διακρίνεται από τα άλλα πρόσωποα που βρόσκονται μαζί του. Ο Δημιουργός καλεί τον πρωτόπλαστο ΑΔΑΜ με το όνομά του, ενώ εκείνος δίνει ονόματα στα ζώα και στη γυναίκα του.
Οι Ιουδαίοι έδιναν το όνομα στο βρέφος αμέσως με τη γέννησή του, ενώ αργότερα κατά την όγδοη ημέρα από τη γέννηση. Μάλιστα η κατά την όγδοη ημέρα ονοματοδοσία συνδέθηκε με την περιτομή. Η πράξη αυτή ήταν σε χρήση την αρχαιότητα στους Αιγύπτιους και Αιθίοπες . Απ” αυτούς την παρέλαβαν οι Εβραίοι. Η περιτομή είναι θρησκευτική πράξη που διατάχθηκε από τον ίδιο το Θεό, για ν” αποτελεί εμφανές σημείο καθενός που ανήκει στο Θεό, καθώς και της διαθήκης που συνήψε ο Θεός με τον Αβραάμ. Η σύνδεση της ιουδαϊκής περιτομής με την ονοματοδοσία φανερώνει ίσως τη μεγάλη σπουδαιότητα που και οι Ιουδαίοι προσέδιδαν στο όνομα και τη σημασία του για τη ζωή του ανθρώπου. 
Το όνομα στη χριστιανική διδασκαλία
Τη σημασία του ανθρωπίνου ονόματος παρέλαβε και ο Χριστιανισμός, ο οποίος την ανέδειξε και την προήγαγε, καθώς την απεγκλώβησε από τα ασφυκτικά χωροχρονικά δεσμά του παρόντος κόσμου τοποθετώντας την στην εσχατολογική διάσταση.
Πότε δίνεται το όνομα;
Το όνομα, κατά την τάξη της Ορθόδοξης Εκκλησίας, δίνεται την όγδοη ημέρα από την γέννηση του βρέφους. Γιατί; Στην βιβλική αποκάλυψη ο αριθμός «επτά» είναι το σύμβολο του κόσμου που δημιούργησε ο Θεός « καόν λίαν», του κόσμου που είχε φθαρεί από την αμαρτία και παραδόθηκε στο θάνατο. Η εβδόμη είναι η ημέρα κατά την οποία ο Δημιουργός αναπαύθηκε και την ευλόγησε, είναι η ημέρα που εκφράζει τη χαρά και ευφροσύνη του ανθρώπου για τη δημιουργία ως κοινωνίας με το Θεό. Όμως η ημέρα αυτή είναι μια διακοπή εργασίας, όχι το πραγματικό τέλος της. Είναι η ημέρα της προσδοκίας, της ελπίδας του κόσμου και του ανθρώπου για λύτρωση, για την ημέρα που είναι πέρα από το «επτά», πέρα από τη διαρκή επανάληψη του χρόνου. Το αδιέξοδο αυτό ήλθε να καταβάλει η καινούργια ημέρα, που εγκαινίασε ο Χριστός με την Ανάστασή Του. Από «τη μια Σαββάτων» άρχισε ένας καινούργιος χρόνος, ο οποίος αν και εξωτερικά παραμένει μέσα στον παλαιό χρόνο αυτού του κόσμου και μετριέται σε σχέση με τον αριθμό «επτά», ο πιστός νιώθει πως είναι καινούργιος. Το «οκτώ» γίνεται πλέον σύμβολο του νέου αυτού χρόνου. 
Γιατί δίνεται το όνομα κατά την όγδοη ημέρα;
Η Εκκλησία τοποθετώντας την ονοματοδοσία κατά την όγδοη ημέρα θέλει να καταστήσει το αρτιγέννητο παιδί μέτοχο και κοινωνό αυτής της νέας πραγματικότητας και να καταδείξει σ’  αυτό τη δυναμική πορεία της καταξιωμένης ανθρώπινης ζωής, κατάληξη της οποίας είναι η Βασιλεία των Ουρανών. Βλέπουμε εδώ ότι η Εκκλησία θεωρεί το βρέφος που μόλις γεννήθηκε ως ολοκληρωμένο ήδη άνθρωπο, το αντιμετωπίζει με την ίδια πρόνοια που αντιμετωπίζει τον κάθε άνθρωπο. Το όνομα του ανθρώπου του δίνει ταυτότητα ως πρόσωπο και διαβεβαιώνει τη μοναδικότητά του. Γι’  αυτό και φροντίζει πλέον να του δώσει όνομα. Δεν θεωρεί το βρέφος απλά άνθρωπο, γενικά και αόριστα, ούτε σαν φορέα μιάς αφηρημένης κι απρόσωπης φύσης.Είναι πράγματι συγκλονιστικό το γεγονός ότι πολύ πρίν αναγνωρισθούν στα παιδιά τα ανθρώπινα δικαιώματα, πρίν ακόμη ιδρυθούν οι παγκόσμιες οργανώσεις για την προστασία των παιδιών, η Εκκλησία εφαρμόζοντας εδώ κι αιώνες τη φιλάνθρωπη , όσο κι αγνοημένη, πρακτική της προς όλους τους ανθρώπους με την ευχή της ονοματοδοσίας ομολογεί τη μοναδικότητα του συγκεκριμένου παιδιού κι αναγνωρίζει το θεϊκό δώρο της προσωπικότητάς του. 
Η ευχή της ονοματοδοσίας
Η Ευχή ονομάζεται έτσι επειδή με την ευλογία που παρέχει στο παιδί η Εκκλησία, οκτώ ημέρες μετά τη γέννησή του, το προσφωνεί για πρώτη φορά με το δικό του προσωπικό όνομα. Αυτό συμβαίνει όχι επειδή είναι η πρώτη φορά που η Εκκλησία το ευλογεί και του εύχεται- ήδη κάτι τέτοιο συνέβη την πρώτη ημέρα-, αλλά επειδή οι ευχές της πρώτης ημέρας απευθύνονται κυρίως στη μητέρα και δευτερευόντως στο παιδί. Αυτό το όνομα θα φέρει σ” όλη του τη ζωή και μ” αυτό το όνομα θα εισέλθει τελικά στην αναμενόμενη Βασιλεία του Θεού, προτύπωση της οποίας είναι η ημέρα αυτή της λήψεώς του.
Εκείνο που κάνει η ευχή είναι να καταδείξει το σκοπό του ανθρώπου, που είναι η ένωσή του με το Θεό. Γι” αυτό και δεν παραλείπει να εκφράσει το αίτημα της συνάψεώς του στην Εκκλησία και της τελειώσεώς του με τα άγια Μυστήρια του Χριστού. Μόνο, ως μέλος της Εκκλησίας, που θα γίνει με το Βάπτισμα, το παιδί θα ξεπεράσει τη διάσπαση της αμαρτίας. Έτσι γίνεται φανερό ότι η ευχή της ονοματοδοσίας στοχεύει στα Μυστήρια του Βαπτίσματος και του Χρίσματος και τη συμμετοχή του ανθρώπου στη Θεία Ευχαριστία. 
Η Ακολουθία της ονοματοδοσίας
Η ευχή εντάσσεται μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της Ακολουθίας της ονοματοδοσίας , που τελείται στο ναό ή στο σπίτι. Το παιδί υποδέχεται ο ιερέας όχι μέσα στο Ναό, αλλά σον πρόναο. Εκεί τελεί και την Ακολουθία. Η καταβολή της διάταξης αυτής είναι δυνατό να αναζητηθεί στην πράξη της Αρχαίας Εκκλησίας, κατά την οποία οι προβαπτισματικές τελετές γίνονταν όχι στον κυρίως Ναό αλλά στο προαύλιο του βαπτιστηρίου . Μετά την ανάγνωση της ευχής της ονοματοδοσίας που εξετάσαμε ο ιερέας ευλογεί το στόμα, το μέτωπο και την καρδιά του παιδιού. Αυτό γίνεται όχι απλά και μόνο γιά να ευλογηθούν τα συγκεκριμένα μέρη του σώματος, αλλά κυρίως οι αντίστοιχες λειτουργίες τους: η λογική (στόμα), η νοητική(μέτωπο) και η ζωοποιητική ( καρδία ). Έτσι το παιδί, ως σύνολο ψυχοσωματικής οντότητας, παραδίδεται στην κυριολεξία στο Χριστό. Αυτός είναι ο λόγος που στη συνέχεια ψάλλεται και το απολυτίκιο της εορτής της Υπαπαντής « Χαίρε Κεχαριτωμένη , Θεοτόκε Παρθένε…».
Σήμερα, πολλές φορές, από διάφορους λόγους, όπως η άγνοια, η μη έγκαιρη απόφαση των γονέων για το όνομα που πρόκειται να δοθεί στο παιδί, και άλλες πρακτικά αίτια, η ονοματοδοσία συνδέθηκε με την Ακολουθία του Βαπτίσματος.
Γιατί γιορτάζουμε;
Ο άνθρωπος πλασμένος κατ” εικόνα Θεού είναι από τη φύση του προωρισμένος να γιορτάζει, να θυμάται το Θεό. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος λέγει χαρακτηριστικά « κεφάλαιον εορτής μνήμη Θεού». Έτσι η χριστιανική γιορτή δεν είναι μια θεωρητική, αφηρημένη και ανεύθυνη κατάσταση. Απεναντίας συνιστά την κοπιώδη πράγματι πορεία του ανθρώπου να επιστρέψει στο Θεό, στο άκτιστο Αρχέτυπό του από το οποίο και κατάγεται. Γι” αυτό η χριστιανική γιορτή, ως βίωμα χαράς και ευφροσύνης, δεν είναι δυνατόν να κατανοηθεί έξω από τη δοξολογία των έργων του Θεού και την εμπειρία της θείας δόξας, έξω από τη νέα πραγματικότητα που δημιούργησαν στον κόσμο τα γεγονότα της θείας Οικονομίας, της Σάρκωσης του Λόγου, του Σταυρού, του Πάθους και της Ανάστασης του Χριστού. Γεγονότα που έδωσαν νέο νόημα στο χρόνο, το χώρο, στον άνθρωπο, στον κόσμο, στην ίδια τη ζωή.
Το περιεχόμενο της χριστιανικής εορτής μέσα στην Εκκλησία.
Ο άνθρωπος γιορτάζει γιατί γιορτάζει και ο Χριστός. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέγει ότι « Ημίν ο Χριστός τας εορτάς εκτετέλεκεν ». Το περιεχόμενο της εορτής είναι η χαρά του ανθρώπου. Η χαρά της σωτηρίας. Μια εμπειρία που βιώνεται μέσα στο Σώμα του Χριστού, την Εκκλησία, η οποία από τους Πατέρες χαρακτηρίζεται ως «Εκκλησία εορταζόντων αξίως του Πνεύματος». Μια εμπειρία που αποκτά αιώνιες διαστάσεις, γίνεται «τύπος της άνω χαράς», αφού Χριστός, Εκκλησία και έσχατα, Βασιλεία δηλαδή του Θεού, δεν χωρίζονται. Ο Θεός πιά δεν τιμάται σε ορισμένα μεγάλα γεγονότα, αλλά είναι σημείο αναφοράς και μνήμης του ανθρώπου σε κάθε στιγμή, σε κάθε ώρα, σε κάθε ημέρα, σε κάθε εορτή. Ο χρόνος στην εκκλησιαστική ζωή είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο ξεδιπλώνεται η αποκάλυψη, πραγματώνεται η σωτηρία του ανθρώπου και παίρνει αξία με το μυστήριο της Ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού. Μπορεί πιά ο άνθρωπος να ξεπεράσει το εμπόδιο του χρόνου και να ζήσει το αιώνιο και το αληθινό. Μπορούμε όλοι μας να κάνουμε τη ζωή μας ένα διαρκές Πάσχα. Οι διάσπαρτες μέσα στο εκκλησιαστικό έτος εορτές αποτελούν ακριβώς κέντρα που οργανώνουν σε μια καινούργια διάσταση το χρόνο. Το Πάσχα, τα Χριστούγεννα, το Δεκαπενταύγουστο, η εορτή των Αγίων Αποστόλων, οι καθημερινές μνήμες Μαρτύρων και Αγίων, ο εβδομαδιαίος και ημερήσιος κύκλος των Ακολουθιών, οι υπόλοιπες εορτές, με τις νηστείες και τις Ακολουθίες τους, δίνουν στο χρόνο νέα κατεύθυνση και διάσταση. Η εορτή, λοιπόν, είναι αυτή η ύπαρξη της Εκκλησίας, όπου η Ανάσταση συνεχίζει να ενεργείται ως ιστορική πραγματικότητα και τοποθετεί τον πιστό μυστηριακά στον κόσμο της θείας ζωής. Είναι η οντολογική αίσθηση της όγδοης ημέρας, το κατ” εξοχήν καθολικό γεγονός της Εκκλησίας.
Η ευχαριστιακή διάσταση της εορτής.
Η Μεταμόρφωση του χρόνου, η ανακαίνιση του κόσμου, η χαρά που δίνει ο Χριστός στον άνθρωπο, αλλά και η μίμηση της ζωής του Χριστού, η καινούργια ζωή που απαιτεί η χριστιανική εορτή, βιώνονται μέσα στην Εκκλησία, την Ευχαριστία και την μυστηριακή της ζωή. Η Εκκλησία, λέγει ο άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας , «σημαίνεται εν τοις μυστηρίοις », ζεί δηλαδή μέσα στα Μυστήρια. Αυτό σημαίνει πώς οι εορτές και οι τελετές της Εκκλησίας πηγάζουν από το ένα και μοναδικό μυστήριο του Χριστού.
Στη Θεία Ευχαριστία, μέσα στη Θεία Λειτουργία, την κατ” εξοχήν εορτή, είναι παρούσα όλη η Εκκλησία. Ο Χριστός είναι παρών αποκαλύπτοντας στον άνθρωπο την αλήθεια του Θεού. Οι άγιοι είναι και αυτοί παρόντες στη Θεία Ευχαριστία. Η Θεία Λειτουργία προσφέρεται και «υπέρ των εν πίστει αναπαυσαμένων , προπατόρων, πατέρων, πατριαρχών, προφητών, αποστόλων,…μαρτύρων, ομολογητών…εξαιρέτως της Παναγίας αχράντου, υπερευλογημένης ». Όχι όμως ως ικεσία από μας στο Θεό για τους Αγίους αλλα ως ευχαρισία . Η Θεία Ευχαριστία δεν προσφέρεται ως ευγνωμοσύνη του αγίου για το θρίαμβο που επιτέλεσε, αλλά προσφέρεται γιατί οι πιστοί χαίρονται και ελπίζουν στην μεσιτεία του κατά το χρόνο της εορτής του. Γι” αυτό όταν γιορτάζουμε πηγαίνουμε στην Εκκλησία. Γιορτάζω σημαίνει πηγαίνω στην Εκκλησία, συμμετέχω στη θεία λατρεία, κοινωνώ του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, κοινωνώ με το Θεό. Γιορτάζω σημαίνει δεν είμαι μόνος, αλλά με το Θεό και τους αδελφούς μου. 
Γιατί τιμάμε τους Αγίους;
Τιμάμε τους Αγίους όχι ως θρησκευτικούς ήρωες , γιατί αυτό θα ήταν ειδωλολατρία, αλλά ως ζωντανά παραδείγματα βιώσεως της εν Χριστώ ανακαίνισης του ανθρώπου, ως «φώτα θεουργικά», ως φίλους αληθινούς του Θεού, ως κοινωνούς των παθημάτων και της δόξας του Χριστού, αλλά και ως οδηγούς των πιστών «εις πάσαν την αλήθειαν εν Πνεύματι Αγίω ». 
Οι εικόνες των Αγίων μας
Η τιμητική προσκύνηση των Αγίων πηγάζει από το γεγονός, ότι τιμήθηκαν και οι ίδιοι από το Θεό. Οι εικόνες των Αγίων μαρτυρούν αυτή την τιμή, η οποία τους απονεμήθηκε από το Θεό, κι έτσι παρακινούν κι εμάς προς μίμηση και παρόμοια πίστη. Ο Μέγας Βασίλειος λέγει ότι «η της εικόνς τιμή επί το πρωτότυπον διαβαίνει». Η τιμή, την οποία αποδίδουμε στην εικόνα, μεταβαίνει στο εικονιζόμενο πρόσωπο και σε τελική ανάλυση αναφέρεται στο Θεό. 
«Ακολουθούντες τη θεηγόρο διδασκαλία των Αγίων Πατέρων μας και την παράδοση της Καθολικής Εκκλησίας, διότι την αναγνωρίζουμε ως διδασκαλία του εν αυτή ενοικούντος Αγίου Πνεύματος, ορίζουμε με κάθε ακρίβεια και ομοφωνία να τοποθετούνται δίπλα στον άγιο και ζωοποιό Σταυρό επίσης και οι σεβαστές και άγιες εικόνες, οι οποίες κατασκευάζονται από χρώματα και ψηφιδωτές πέτρες ή από άλλο κατάλληλο υλικό, στους ιερούς ναούς του Θεού, στα ιερά σκεύη και άμφια, στους τοίχους και στα ξύλινα πλαίσια, στα σπίτια και στους δρόμους, δηλαδή οι εικόνες του Κυρίου και Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού, της αχράντου Κυρίας μας, της Αγίας θεοτόκου , των τιμίων Αγγέλων και όλων των Αγίων και ευσεβών ανδρών».
( Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος)

Βιβλιογραφία
Γεωργίου Χ. Χρυσοστόμου, Ονοματοδοσία , εκδ . Πουρναρά , Θεσσαλονίκη 1991.
Σ. Δεμοίρου , Ονοματοθεσία του ανθρώπου των αρχαίων Ελλήνων και των Ελλήνων χριστιανών, Αθήναι 1976.
Κ. Μαντζουράνη , Τα κυριώτερα ονόματα των ελλήνων και ελληνίδων με σύντομον ιστορίαν των και την ετυμολογικήν και συμβολικήν σημασία των, Αθήναι 1951. 

πηγή:Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος

St Peter of Damascus on Love


To speak of love is to dare to speak of God, for, according to St John the Theologian, ‘God is love, and he who dwells in love dwells in God’ [1 Jn 4.16]. And the astonishing thing is that this chief of all the virtues is a natural virtue. Thus, in the Law, it is given pride of place: ‘You shall love the Lord your God with all your heart, and with all your soul, and with all your might’ [Deut 6.5]. When I heard the words ‘with all your soul’ I was astounded, and no longer needed to hear the rest. For ‘with all your soul’ means with the intelligent, incensive and desiring powers of the soul, because it is of those three powers that the soul is composed. Thus the intellect should think at all times about divine matters, while desire should long constantly and entirely, as the Law says, for God alone and never for anything else; and the incensive power should actively oppose only what obstructs this longing, and nothing else. St John, consequently, was right in saying that God is love.

If God sees that, as He commanded, these three powers of the soul aspire to Him alone, then, since He is good, He will necessarily not only love that soul, but through the inspiration of the Spirit will dwell and move within it [cf 2Cor 6.16; Lev 26.12]; and the body, though reluctant and unwilling–for it lacks intelligence–will end by submitting to the intelligence, while the flesh will no longer rise in protest against the Spirit, as St Paul puts it [cf Gal 5.17].
Just as the sun and moon, at the command of God, travel through the heavens in order to light the world, even though they are soul-less, so the body, at the behest of the soul, will perform works of light. As the sun journeys each day from east to west, thus making one day, while when it disappears night comes, so each virtue that a man practices illumines the soul, and when it disappears passion and darkness come until he again acquires that virtue, and light in this way returns to him. As the sun rises in the furthest east and slowly shifts its rays until it reaches the other extreme, thus forming time, so a man slowly grows from the moment he first begins to practice the virtues until he attains the state of dispassion. And just as the moon waxes and wanes every month, so with respect to each particular virtue a man waxes and wanes daily, until this virtue becomes established in him. At times, in accordance with God’s will, he is afflicted, at times he rejoices and gives thanks to God, unworthy as he is to acquire the virtues; and sometimes he is illumined, sometimes filled with darkness, until his course is finished.
All this happens to him by God’s providence: some things are sent to keep him from self-elation, and others to keep him from despair. Just as in this present age the sun creates the solstices and the moon waxes and wanes, whereas in the age to come there will always be light for the righteous and darkness for those who, like me, alas, are sinners, so, before the attainment of perfect love and of vision in God, the soul in the present world has its solstices, and the intellect experiences darkness as well as virtue and spiritual knowledge, and this continues until, through the acquisition of that perfect love to which all our effort is directed, we are found worthy of performing the works that pertain to the world to be. For it is for love’s sake that he who is in a state of obedience obeys what is commanded; and it is for love’s sake that he who is rich and free sheds his possessions and becomes a servant, surrendering both what he has and himself to whoever wishes to possess them.

He who fasts likewise does so for love’s sake, so that others may eat what he would otherwise have eaten. In short, every work rightly done is done out of love for God or for one’s neighbor. The things we have spoken of, and others like them, are done out of love for one’s neighbor, while vigils, psalmody and the like are done out of love for God. To Him be glory, honour and dominion through all the ages. Amen.

St Peter of Damaskos (eleventh or twelfth century), Discourse XV
Philokalia, Volume III

Thursday, 31 January 2013

Γέροντας Νεκτάριος: Οι τρεις θελήσεις

Ομιλία Γέροντος Νεκταρίου Μουλατσιώτη με θέμα: "ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΘΕΛΗΣΕΙΣ" Η ομιλία πραγματοποιήθηκε στην Ιερά Μονή Αγίων Αυγουστίνου Ιππώνος και Σεραφείμ του Σαρώφ Τρικόρφου Φωκίδος την Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2013.

Άγ.Νικόδημος ο Αγιορείτης-Ο πόλεμος και η απάτη, που μεταχειρίζεται ο διάβολος...

 

Ο πόλεμος και η απάτη, που μεταχειρίζεται ο διάβολος για εκείνους που γνωρίζουν το κακό τους και θέλουν να ελευθερωθούν. Και γιατί οι αποφάσεις μας πολλές φορές δεν φέρνουν το αποτέλεσμά τους. 

 Εκείνοι, που γνωρίζουν την κακή ζωή που ζούν και θέλουν να την αλλάξουν, ως επί το πλείστον μένουν πλανεμένοι και νικημένοι από τον εχθρό με αυτά τα όπλα· μετά από αυτά· αύριο, αύριο· ας τελειώσω πρώτα αυτή την υπόθεσι και μετά από αυτά να παραδοθώ με περισσότερη ανάπαυσι στη χάρι του Θεού και στη πνευματική ζωή· ας κάνω αυτό σήμερα και αύριο μετανοώ. Παγίδα του εχθρού είναι αυτή, αδελφέ, η οποία έπιασε πολλούς και πιάνει ακόμη πιο πολύ τον κόσμο. Αιτία της παγίδας αυτής είναι η αμέλεια και η άγνοιά μας. Επειδή και σε μια τέτοια υπόθεσι, από την οποία αποτελείται και κρέμεται όλη η σωτηρία της δικής μας ψυχής και όλη η τιμή του Θεού, δεν πιάνουμε γρήγορα εκείνο το τόσο δυνατό όπλο και να πούμε στον εαυτό μας· τώρα, τώρα να ζήσω πνευματική ζωή και όχι μετά από αυτά· σήμερα, σήμερα να μετανοήσω και όχι αύριο· το τώρα και το σήμερα, είναι στα χέρια μου· το, μετά από αυτά και το αύριο είναι στα χέρια του Θεού. Αλλά και αν μου είχε δοθή το, μετά από αυτά και το αύριο, ποιός δρόμος σωτηρίας και νίκης θα είναι αυτός, το να θέλω πρώτα να πληγωθώ και ύστερα να θεραπευθώ, το να κάνω πρώτα τις νέες αταξίες μου και να συμορφώνωμαι;

Οπότε, αν θέλης να φύγεις, αδελφέ, από αυτή την πλάνη και να νικήσης τον εχθρό, η θεραπεία είναι, το να υπακούσης γρήγορα με την πράξι στους καλούς λογισμούς και τις θείες εμπνεύσεις, που σε καλούν σε μετάνοια και να μη δώσης καθόλου περιθώριο στη μέση, ούτε να πής, ότι εγώ αποφάσισα οριστικά να μετανοήσω μετά από αυτά και πια δεν μπορώ να αλλάξω· όχι γιατί οι αποφάσεις αυτές πολλές φορές είναι λανθασμένες και πολλοί δείχνοντας εμπιστοσύνη σ αυτές, εξαπατήθηκαν και έμειναν αμετανόητοι για διάφορες αιτίες.
Α΄. Γιατί οι δικές μας αποφάσεις δεν είναι θεμελιωμένες πάνω στην απιστία του εαυτού μας και στο θάρρος και την ελπίδα του Θεού· και μετά από αυτό συμβαίνει το να μη μπορούμε να δούμε την μεγάλη μας υπερηφάνεια, από την οποία παρακινούμενοι, δίνουμε εμπιστοσύνη στις δικές μας αποφάσεις, Πως είναι σταθερές. Αλλά το φως για να γνωρίσουμε αυτή την υπερηφάνεια και ασθένειά μας και η βοήθεια για να θεραπευτούμε, προέρχεται από την αγαθότητα του Θεού, ο οποίος παραχωρεί, όπως είπαμε προηγουμένως, να πέσουμε και με την πτώσι, μας προσκαλεί αντί να ελπίζουμε στο δικό μας θάρρος και ελπίδα, να ελπίζουμε και να δίνουμε εμπιστοσύνη σε αυτόν μόνο· και από την υπερηφάνειά μας, μας προσκαλεί στη γνώσι του εαυτού μας. Θέλεις να γνωρίζης, άνθρωπε, πότε είναι δυνατές και στερεές οι αποφάσεις σου; Όταν δεν έχης καμμία εμπιστοσύνη στο εαυτό σου και όταν είναι όλες θεμελιωμένες με ταπείνωσι στην ελπίδα και το θάρρος του Θεού.
Β΄. Όταν κινούμαστε εμείς να πάρουμε καμμία απόφασι, σκεφπόμαστε μόνο την ωραιότητα και δύναμι της αρετής, η οποία παρασύρει με το μέρος της την θέλησί μας, όσο και αν είναι ασθενής και αδύνατη· μετά από αυτά όμως, όταν παρουσιασθή η δυσκολία και ο κόπος, με τα οποία αποκτάται η αρετή, με το να είναι αδύνατη και νέα η θέλησί μας, μικραίνει και αποσύρεται πίσω και στη συνέχεια μένουν άπρακτες οι αποφάσεις μας. Γι αυτό εσύ συνήθισε να αγαπάς πολύ περισσότερο τις δυσκολίες, που φέρνουν την απόκτησι των αρετών, παρά τις ίδιες τις αρετές, και από αυτές τις δυσκολίες ας τρέφεται πάντα η θέλησίς σου, πότε με το λίγο και πότε με το πολύ, αν θέλης πραγματικά να αποκτήσεις τις αρετές. Και ας είσαι βέβαιος, ότι τόσο πιο γρήγορα και πιο γενναία θα νικήσης τον εαυτό σου και τους εχθρούς σου, όσο πιο γενναία αγκαλιάσεις τις δυσκολίες και όσο περισσότερο τις αγαπάς.
Γ΄. Γιατί οι αποφάσεις μας μερικές φορές δεν σκέφτονται τις αρετές και την θέλησι του Θεού, αλλά το δικό τους συμφέρον, το οποίο, συνήθως ακολουθεί τις αποφάσεις, που κάνουμε για τις πνευματικές τρυφές και για να αποκτήσουμε θεία χαρίσατα. Οπότε εμείς, στις θλίψεις που μας στενοχωρούν πολύ, άλλη βοήθεια δεν βρίσκουμε, παρά να βάλουμε σκοπό και να αποφασίσουμε Πως θα παραδοθούμε ολοκληρωτικά στο Θεό και στις εξασκήσεις των αρετών. Και αν αγαπάς να παραδοθής και συ, αδελφέ, σε αυτό, ας είσαι στο καιρό των πνευματικών τρυφών πολύ επιφυλακτικός και ταπεινός στις αποφάσεις σου· ιδιαίτερα όμως φυλάξου, να μη δίνης εντολές στον εαυτό σου και να μην κάνης τάματα, για να μην τα παραβής και πέσης στην αμαρτία· και όταν βρίσκεσαι λυπημένος, η απόφασι και η γνώμη σου ας είναι να υποφέρης ευχάριστα τον σταυρό και την θλίψι, καθώς θέλει ο Κύριος, αποστρεφόμενος κάθε γήινη βοήθεια και καμιά φορά ακόμη και την ουράνια· μια ας είναι η αναζήτησίς σου και μία η επιθυμία σου, να βοηθήσαι από τον Θεό, για να μπορής να υποφέρης κάθε τι αντίθετο, χωρίς να μολύνης την αρετή της υπομονής και χωρίς να κάνης τον Θεό σου να δυσανασχετήση.

Ο ΕΠΙΝΙΚΙΟΣ ΥΜΝΟΣ ...


«Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ· πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης σου. Ωσαννά εν τοις υψίστοις· ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίον. Ωσαννά εν τοις υψίστοις.»

(Άγιος, Άγιος,  Άγιος είσαι, Κύριε Παντοκράτορα· γεμάτος είναι ο ουρανός και η γη από τη δόξα σου. Σώσε μας ύψιστε Θεέ· ευλογημένος εσύ που έρχεσαι στο όνομα του Κυρίου. Σώσε μας, ύψιστε Θεέ.)


Σ’ ένα παλιό λειτουργικό χειρόγραφο, μετά το «Άξιον και δίκαιον», που αποκρίνεται ο λαός, σημειώνεται· «Ο ιερεύς απέρχεται της αγίας αναφοράς». Από το σημείο λοιπόν αυτό αρχίζει τώρα η αναφορά, όλο δηλαδή το τμήμα της θείας Λειτουργίας από εδώ και κάτω μέχρι το τέλος. Στο ερώτημα, γιατί το τμήμα αυτό λέγεται αναφορά, μας δίνει την απάντηση ένας βυζαντινός ερμηνευτής της θείας Λειτουργίας, ο Θεόδωρος επίσκοπος Ανδίδων «Τί δε η αναφορά; Η προς τα πρωτότυπα των τελουμένων συμβόλων έποψις δη­λονότι»· δηλαδή όσα γίνονται τώρα στη θεία Λειτουργία βλέπουν και αναφέρονται στα πρωτότυπα, που την ίδια ώρα γίνονται στον ουρανό. Αλλά αναφορά θα πει συγχρόνως και προσφορά, καθώς ο ίδιος παρακάτω λέει, εξηγώντας και το σκοπό, για τον όποιο τελούμε τη θεία Λειτουργία· προσφέρουμε ή αναφέρουμε τα τίμια δώρα και τελούμε τη θεία Λειτουργία, για να δούμε ύστερα και να ζήσουμε, όταν θα κοινωνήσουμε, τη χαρά της θείας αναστάσεως.
Αλλά πολλές φορές τη θεία Λειτουργία την ονομάσαμε και θεία Ευχαριστία. Γιατί η αγία αναφορά είναι μια προσφορά ευχαριστίας στο Θεό, καθώς το ακούσαμε στην προτροπή του ιερέα «Ευχαριστήσω μεν τω Κυρίω» και καθώς η ευχή της αναφοράς,  είναι στην αρχή μια ευχή ευχαριστίας για όλες τις ευεργεσίες του Θεού. Ο λειτουργός ιερέας, παίρνοντας τη φωνή του λαού «Άξιον και δίκαιον», αρχίζει τη ευχή της ευχαριστίας. «Άξιον και δίκαιον σε υμνείν, σε ευλογείν, σε αινείν, σοι ευχαριστείν, σε προσκυνείν εν παντί τόπω της δεσποτείας σου. Συ γαρ ει Θεός ανέκφρα­στος, απρονόητος, αόρατος ακατάληπτος, αεί ων, ωσαύτως ων συ και ο μονογενής σου Υιός και το Πνεύμα σου το Άγιον». Άξιο και δίκαιο είναι να σε υμνούμε, να σε ευλογούμε, να σε δοξολογούμε, να σε ευχαριστούμε και να σε προσκυνούμε σε κάθε τόπο που κυβερνά η πρόνοιά σου. Γιατί εσύ είσαι Θεός, που δεν μπορούμε να σε εκφράσουμε με το λόγο ούτε να σε βάλουμε στο νου μας ούτε να σε δούμε με τα μάτια ούτε να σε καταλάβουμε· δεν αλλάζεις ποτέ και είσαι πάντα και παντού ο ίδιος, εσύ και ο μονογενής Υιός σου και το Άγιο Πνεύμα σου.
Κι αφού είπε η ευχή τι δεν μπορούμε να ξέρουμε πως είναι ο Θεός, συνεχίζει για να πει για το έργο του Θεού, για το οποίο τον ευχαριστούμε· γιατί, αν μπορούμε να δούμε και να ξέρουμε το Θεό, μόνο μέσα στα έργα του τον βλέπομε και τον γνωρίζουμε. Το έργο του Θεού για τον άνθρωπο είναι ότι τον έφερε από την ανυπαρξία στην ύπαρξη, από την πτώση στην ανάσταση, από τον επίγειο παράδεισο στον ουρανό και με κάθε τρόπο του χάρισε τη μέλλουσα βασιλεία. Για  όλες τις ευεργεσίες του, για όσες βλέπομε και για όσες δεν βλέπουμε, ευχαριστούμε τον τριαδικό Θεό. Και μαζί με όλα τον ευχαριστούμε για τη λειτουργία, που μας αξίωσε να τελούμε τώρα· η θεία Λειτουργία είναι η ανακεφαλαίωση των όσων έκανε και κάνει ο Θεός για μας. Αντί για όλες τις ουράνιες στρατιές των αγίων Αγγέλων, που λειτουργούν γύρω από το θρόνο του, ο Θεός εδώ στη γη μας αξιώνει να τον λειτουργούμε εμείς οι αμαρτωλοί άνθρωποι.
*
Τη συνέχεια την παίρνει ο λαός και ψάλλει τον ύμνο των Αγγέλων, καθώς τον άκουσε ο προφήτης Ησαΐας, συμπληρώνοντάς τον με τον χαιρετισμό του λαού προς τον Ιησού Χριστό, όταν τον υποδεχότανε να μπαίνει στα Ιεροσόλυμα «επί πώλου όνου καθεζόμενον». «Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ· πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης σου. Ωσαννά εν τοις υψίστοις! Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου! Ωσαννά εν τοις υψίστοις!». Ο θρίαμβος και η δόξα του Θεού είναι ο Σταυρός και η θυσία του Υιού, που έφερε την ανάσταση και τη σωτηρία του κόσμου. Υποδεχόμαστε τώρα τον Υιό, που έρχεται προς το εκούσιο πάθος και υμνούμε τον Θεό μαζί με τους Αγγέλους του ουρανού για τη μεγάλη του δόξα. Ο ουρανός και η γη, τα σύμπαντα είναι γεμάτα από τη δόξα του Θεού.
Αλλά εδώ πρέπει να δανειστούμε πάλι το λόγο του αγίου Χρυσοστόμου. «Στον ουρανό δοξολογούν οι στρατιές των Αγγέλων· στη γη χοροστατούν άνθρωποι και ταιριάζουν μ’ εκείνους την ίδια δοξολογία. Επάνω τα Σεραφίμ ψέλνουν τον τρισάγιο ύμνο· κάτω η σύναξη της Εκκλησίας αναμέλπει τον ίδιο ύμνο. Τα επουράνια και τα επίγεια την ίδια έχουν εορτή.» Αυτή η κοινή χοροστασία, καθώς ερμηνεύει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, «σημαίνει την άμα τε και εν ταυτώ γενησομένην κατά τον αιώνα τον μέλλοντα των ου­ρανίων και των επιγείων ίσην και πολιτείαν και αγωγήν και συμφωνίαν της θείας δοξολογίας». Το λειτουργικό άσμα της Εκκλησίας όχι μόνο συντονίζεται τώρα με την ουράνια δοξολογία των Αγγέλων, αλλά και προμηνάει τη συνδιαγωγή και συμπολιτεία των Αγγέλων και των ανθρώπων στον μέλλοντα αιώνα.
Πρέπει να πούμε ότι η ευχή της αναφοράς δεν τελείωσε. Όταν ο λαός ψάλλει τον επινίκιο ύμνο, ο ιερέας συνεχίζει. Ο επινίκιος ύμνος είναι σαν ένα ενδιάμεσο στην ευχή, ένα μικρό κομμάτι στη συνέχεια του λόγου, που ο λειτουργός ιερέας το δίνει στο λαό. Έτσι φαίνεται ακόμα καλύτερα ότι η θεία Λειτουργία τελείται απ’ όλους, από τον κλήρο μαζί και το λαό· και μέσα στην ιερατική ευχή παίρνει μέρος ο λαός, για να ψάλλει τον αγγελικό ύμνο.

Ο Μυστικός Δείπνος.

«Λάβετε, φάγετε, τούτο μου εστί το σώμα… Πίετε εξ αυτού πάντες· τούτο έστι το αίμα μου…»

Η πίστη της Εκκλησίας αναφέρεται σε πραγματικά πρόσωπα και γεγονότα. Αυτό πρέπει πάντα να τονίζεται, και μάλιστα περισσότερο στον καιρό μας. Ούτε σε ιδέες πιστεύομε ούτε σε φιλοσοφικές θεωρίες και προκατασκευασμένα συστήματα, αλλά σε πρόσωπα και γεγονότα. Στο Θεό, που είναι το υπερύμνητο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, και στα όσα έκαμε «ο Πατήρ δι’ Υιού εν Αγίω Πνεύματι», πρώτα στη δημιουργία του κόσμου κι ύστερα στην οικονομία της σωτηρίας του κόσμου. Αυτό το «πρώτα» και το «ύστερα») για το Θεό δεν φανερώνουν βέβαια χρονολογική σειρά, γιατί ενώπιον του Θεού τα πάντα είναι ενεστώτα και παρόντα· και εκείνα που έγιναν και εκείνα που θα γίνουν, όλα ο Θεός τα βλέπει να γίνονται τώρα. Αυτό είναι το περιεχόμενο της μεγάλης ευχής της αναφοράς στη θεία Λειτουργία. Η ευχή ομιλεί για το έργο του Θεού στη δημιουργία του κόσμου και στην οικονομία της σωτηρίας, ένα έργο, που όχι μόνο έγινε και «συνετελέσθη», αλλά και συνεχίζεται και εξακολουθεί να γίνεται μέσα στην Εκκλησία.
*
Η ευχή της αναφοράς είναι ευχή ευχαριστίας. Στην αρχή,  εκφράζεται η ευχαριστία προς τον Θεό Πατέρα, για όλες τις ευεργεσίες του προς το ανθρώπινο γένος και για τη λειτουργία που γίνεται τώρα. Μεσολαβεί ο επινίκιος ύμνος, και η ευχή συνεχίζεται και προχωρεί στο θείο έργο του Ιησού Χριστού. «Μετά τούτων και ημείς των μακαρίων δυνάμεων, Δέσποτα φιλάνθρωπε, βοώμεν και λέγομεν· Άγιος ει και πανάγιος, συ και ο μονογενής σου Υιός και το Πνεύμα σον το Άγιον. Άγιος ει και πανάγιος και μεγαλοπρεπής η δόξα σου ος τον κόσμον σου όντως ηγάπησας, ώστε τον Υιόν σου τον μονογενή δούναι, ίνα πας ο πι­στεύων εις αυτόν μη απόληται, αλλ’ έχει ζωήν αιώνιον». Μαζί με αυτές και μείς τις άγιες δυνάμεις, Δέσποτα φιλάνθρωπε, μεγαλόφωνα λέμε· Άγιος είσαι και πανάγιος και μεγαλόπρεπη είναι η δόξα σου· εσύ, που τόσο αγάπησες τον κόσμο σου, ώστε να δώσεις τον μονογενή σου Υιό, για να μη χαθεί κάθε ένας που πιστεύει σ’ αυτόν, αλλά για να έχει αιώνια ζωή.
Εδώ η ευχή επαναλαμβάνει τα λόγια του Ιησού Χριστού προς το Νικόδημο, καθώς τα διαβάζομε στο «κατά Ιωάννην» Ευαγγέλιο. Κεντρικό σημείο στο μυστήριο της θείας οικονομίας, για τη σωτηρία του ανθρώπου και του κόσμου, είναι η αγάπη του Θεού. Σε καμμιά άλλη αιτία δεν πρέπει να ζητούμε την εξήγηση για την ενανθρώ­πηση, για το σταυρό και το θάνατο του Υιού παρά στην αγάπη του Θεού προς τον κόσμο. Αυτό επαναλαμβάνει και ομολογεί η Εκκλησία, όταν τελεί την θεία Λειτουργία και φτάνει στο σημείο του μυστικού δείπνου του Κυρίου· «ος ελθών και πάσαν την υπέρ ημών οικονομίαν πληρώσας, τη νυκτί ή παρεδίδοτο, μάλλον δε εαυτόν παρεδίδου, υπέρ της του κόσμου ζωής, λαβών άρτον εν ταις αγίαις αυτού και αχράντοις και αμωμήτοις χερσίν, ευχαριστήσας και ευλογήσας, αγιάσας, κλά­σας, έδωκε τοις αγίοις αυτού μαθηταίς και αποστόλοις, ειπών». Ο Υιός, όταν ήλθε κι έκαμε όλα όσα είχε οικονομήσει για μας, τη νύχτα που παραδινόταν, μάλλον δε που ο ίδιος παράδινε τον εαυτό του για τη ζωή του κόσμου, πήρε το ψωμί στα άγια και αμόλυντα και αναμάρτητα χέρια του, ευχαρίστησε και το ευλόγησε, το άγιασε το έκοψε, έδωκε στους αγίους μαθητές του και αποστόλους και είπε.
Τίποτε περισσότερο δεν λέει η ευχή παρά ό,τι παραδίνει ό απόστολος Παύλος στην πρώτη προς Κορινθίους επιστολή και οι τρεις Ευαγγελιστές, ο Ματθαίος, ο Μάρκος και ο Λουκάς. Γράφοντας για το μυστικό δείπνο του Κυρίου και για το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας, ο Απόστολος λέει· «εγώ γαρ παρέλαβον από του Κυρίου, ό και παρέδωκα υμίν». Αυτό θα πει πως ό,τι κάνει η Εκκλησία, αυτή η ζωή της Εκκλησίας, είναι μια παραλαβή και μια παράδοση από θεία λόγια και γεγονότα, μια συνέχεια δηλαδή χωρίς διακοπή. Εδώ χαρακτηριστικά ο άγιος Χρυσόστομος ερμηνεύει·  Πώς γράφει ο Απόστολος ότι έχει παραλάβει από τον Κύριο; Γιατί βέβαια δεν ήταν τότε παρών…Για να μάθεις ότι εκείνη η τράπεζα του μυστικού δείπνου δεν έχει τίποτα παραπάνω από αυτήν τώρα εδώ. Αυτό θα πει ζωή της Εκκλησίας και συνέχεια χωρίς διακοπή· ο μυστικός δείπνος του Κυρίου στην Εκκλησία συνεχίζεται. Όπως κι αν το πάρουμε, είτε απευθείας από τον Κύριο με αποκάλυψη, είτε από τους δώδεκα Αποστόλους, ο Παύλος μπορούσε να γράφει’ «εγώ γαρ παρέλαβον από τον Κυρίου, ό καιπαρέδωκα υμίν».
*
Η ευχή έφτασε, θα λέγαμε, στο κατακόρυφο. Ο λειτουργός με φωνή σταθερή και σεμνή εκφωνεί τα λόγια του Κυρίου, που είναι εκείνα με τα οποία ίδρυσε το θειότατο μυστήριο. Κάθε ανθρώπινη επιτήδευση εδώ από τον ιερέα είναι βαρύτατη αμαρτία. Ομιλεί ο Χριστός· «Λάβετε, φάγετε· τούτό μου έστι το σώμα, το υπέρ υμών κλώμενον, εις άφεσιν αμαρτιών». Λάβετε και φάγετε· αυτό είναι το σώμα μου, που κομματιάζεται για σας, για να έχετε άφεση αμαρτιών. Σε τούτη την ιερότατη στιγμή δεν χωρεί από το μέρος του λαού παρά μόνο το «Αμήν». Ο λειτουργός ιερέας προχωρεί στη συνέχεια, ακολουθώντας τη σειρά των γεγονότων, όπως έγιναν στο μυστικό δείπνο. «Ομοίως και το ποτήριον μετά το δειπνήσαι λέγων· πίετε εξ αυτού πάντες· τούτο έστι το αίμα μου, το της καινής διαθήκης, το υπέρ υμών και πολλών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών». Το ίδιο και με το ποτήριο, μετά που δείπνησαν είπε· Πιέτε απ’ αυτό όλοι· αυτό είναι το αίμα μου, το αίμα της καινής διαθήκης, που χύνεται για σας και για όλους που θα πιστέψουν, για να έχετε άφεση αμαρτιών. Ο λαός πάλι, μέσα σε μια γενική σιγή που επικρατεί στη σύναξη, αποκρίνεται «Αμήν».
Μετά την κοινωνία του ποτηριού, ο Κύριος είπε· «Τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν», αυτό να κάνετε σε ανάμνησή μου. Η εντολή αυτή υπάρχει στη Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου, μαζί με τα λοιπά λόγια, όπως τα παραδίδει ο απόστολος Παύλος· «κάθε φορά που θα τρώγετε αυτό τον άρτο και θα πίνετε αυτό το ποτήριο θα διακηρύττετε τον θάνατό μου και θα ομολογείτε την ανάστασή μου». Κάθε φορά που η Εκκλησία τελεί τη θεία Λειτουργία βρίσκεται μπροστά στο Χριστό, που αποθνήσκει και ανασταίνεται επάνω στην αγία Τράπεζα. Πολύ σωστά λοιπόν κάποιος σύγχρονός μας ιερέας και θεολόγος γράφει· «Ο μυστικός δείπνος συνεχίζεται, δεν επαναλαμβάνεται».
*
Ο Ιησούς Χριστός ονομάζει το αίμα του αίμα της καινής διαθήκης, δηλαδή της νέας συμφωνίας μεταξύ του Θεού και των ανθρώπων. Η παλαιά συμφωνία επικυρώθηκε με τις θυσίες και το αίμα των ζώων, η νέα συμφωνία επικυρώθηκε με τη θυσία και το τίμιο αίμα του Ιησού Χριστού, «ως αμνού αμώμου και ασπίλου». Ο αμνός του Πάσχα στην παλαιά διαθήκη είναι η προτύπωση του Ιησού Χριστού στη θυσία του σταυρού. Ο Κύριος είναι ο αληθινός αμνός· «ίδε ο αμνός του Θεού», έλεγε ο βαπτιστής Ιωάννης και τον έδειχνε στους μαθητές του. Ο Ιησούς Χριστός προσφέρθηκε θυσία στο σταυρό για τις αμαρτίες του κόσμου και, θα πούμε έτσι, δεν ήταν ο σταυρός που σήκωνε το εκούσιο θύμα, αλλά ήταν ο αμνός του Θεού στο σταυρό, που σήκωνε τις αμαρτίες του κόσμου, καθώς το ψάλλουμε στη Δοξολογία του Όρθρου· «ο αμνός του Θεού, ο αίρων τας αμαρ­τίας του κόσμου». Τη νύχτα πριν από τον θάνατό του καθιέρωσε μια αληθινή θυσία ειρήνης και ευχαριστίας, τη θεία Ευχαριστία. Και η θυσία εκείνη συνεχίζεται στην Εκκλησία· «Λάβετε, φάγετε· τούτο μου εστί το σώμα…Πίετε εξ αντού πάντες· τούτο εστί το αίμα μου…». Αμήν.

(Επισκ. +Διονυσίου Λ. Ψαριανού, Μητροπ. Σερβίων και Κοζάνης, «Η Θεία Λειτουργία», εκδ. Αποστ. Διακονία, σ. 322-336)

Γέροντας Παϊσιος – Η κοσμική και η Θεϊκή χαρά


Γέροντα, όταν λέει ό Απόστολος Παύλος «Ό καρ­πός τον Πνεύματος εστίν αγάπη, χαρά», εννοεί ότι ή χαρά είναι τεκμήριο σωστής ζωής;
- Ναι, γιατί υπάρχει κοσμική χαρά και θεϊκή χαρά. Όταν κάτι δεν είναι πνευματικό, καθαρό, δεν μπορεί να υπάρχει αληθινή χαρά και ειρήνη στην καρδιά.
Ή χαρά πού αισθάνεται ένας πνευματικός άνθρωπος δεν είναι ή κο­σμική χαρά πού επιζητούν πολλοί σήμερα. Να μην τα μπλέκουμε τα πράγματα. Οι Άγιοι είχαν τέτοιου είδους χαρά πού ζητάμε εμείς;
Ή Παναγία είχε τέτοια χαρά; Ό Χριστός γελούσε; Ποιος Άγιος πέρασε από αυτήν την ζωή χωρίς πόνο; Ποιος Άγιος είχε τέτοια χαρά πού επι­διώκουν πολλοί Χριστιανοί της εποχής μας, πού δεν θέ­λουν να ακούσουν τίποτε δυσάρεστο, για να μη στενο­χωρηθούν, να μη χάσουν την ηρεμία τους; Αν θέλω να μη στενοχωρηθώ, για να είμαι χαρούμενος, να μη χαλά­σω την ησυχία μου, για να είμαι πράος, τότε είμαι αδιά­φορος!
Άλλο πραότητα πνευματική και άλλο πραότητα από αδιαφορία. Λένε μερικοί: «Πρέπει να είμαι χαρούμενος, γιατί είμαι Χριστιανός. Να είμαι ήρεμος, γιατί είμαι Χριστιανός». Αυτοί δεν είναι Χριστιανοί. Το κα­ταλάβατε; Αυτό είναι αδιαφορία, είναι κοσμική χαρά. Όποιος έχει αυτά τα κοσμικά στοιχεία, δεν είναι πνευ­ματικός άνθρωπος.
Ό πνευματικός άνθρωπος είναι όλος ένας πόνος. Πονάει δηλαδή για καταστάσεις, για ανθρώ­πους, αλλά ανταμείβεται γι’ αυτόν τον πόνο με θεία πα­ρηγοριά. Νιώθει πόνο, αλλά νιώθει μέσα του θεία παρη­γοριά, γιατί κάνει ρίψεις με ευλογίες ό Θεός από τον Πα­ράδεισο στην ψυχή και αγάλλεται ό άνθρωπος από την θεϊκή αγάπη.
Αυτή είναι ή χαρά, ή πνευματική χαρά, πού δεν εκφράζεται και πλημμυρίζει την καρδιά.

(ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ – ΛΟΓΟΙ Β’ – ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ)
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...