Sunday, 20 January 2013

Γέροντας Κλεόπας για την Μαγεία..


Ποιες είναι οι συνέπειες της μαγείας;
– Όσοι ασχολούνται με τα μάγια ή τρέχουν στις μαγείες, διαπράττουν μεγάλη αμαρτία ενώπιον του Θεού και εναντίον του Αγίου Πνεύματος, διότι αφήνουν το Θεό και ζητούν βοήθεια από το διάβολο.
Αρνούνται τις προσευχές της Εκκλησίας και μπαίνουν στα σπίτια των μάγων.
Εγκαταλείπουν τους λειτουργούς του Χριστού και πηγαίνουν στους υπηρέτες του σατανά.
Δηλαδή, αφήνουν το ζων ύδωρ, τον ιερέα και τη σωτήρια χάρη της Εκκλησίας και για τα εμπαθή και ανθρώπινα ενδιαφέροντά τους ζητούν τη συμπαράσταση των μάγων, που είναι εχθροί του Χριστού.
Αρνούνται την αλήθεια και δέχονται το ψεύδος, διότι όλα τα μαγικά λόγια και επικλήσεις είναι ψεύδη και δαιμονικές απάτες.
Μια τέτοια μεγάλη αμαρτία δε συγχωρείται στους ενόχους ούτε στον παρόντα αιώνα ούτε στο μέλλοντα, όπως λέγει ο Χριστός, εάν δεν μετανοήσουν σ’ όλη τους τη ζωή. Εναντίον αυτών των μάγων ξεσπούν κάθε είδους κακίες και κίνδυνοι. Πρώτα πρώτα τους ελέγχει η συνείδηση, διότι άφησαν το Θεό και ακολούθησαν το διάβολο. Κατόπιν κανονίζονται να απέχουν από τη Θεία Κοινωνία πολλά έτη, από 7 έως 15, και ακόμη μέχρι 20. Εκτός εάν τους οικονομήσει διαφορετικά ο πνευματικός, ανάλογα με την ειλικρίνεια της μετάνοιάς τους. Αυτοί που τρέχουν στους μάγους, αποβάλλουν από την ψυχή τους τη χάρη του Χριστού και βάζουν στο σπίτι της καρδιάς τους το πνεύμα του σατανά. Αρνούνται το Χριστό και ενώνονται με το διάβολο. Όλοι αυτοί δεν πρέπει να ονομάζονται χριστιανοί, αλλά αποστάτες. Τιμωρούνται από το Θεό με ασθένειες, και μάλιστα ανίατες, με οικογενειακά προβλήματα, με ζημιές και διενέξεις, με πτωχεία και φοβερό θάνατο. Και εάν δεν εξομολογηθούν με δάκρυα, δε θα σωθούν. Ενώ από την Εκκλησία αποβάλλονται τελείως, δηλαδή χωρίζονται από το Χριστό και παραδίνονται με τη θέλησή τους στα χέρια του νοητού εχθρού. Εάν πεθάνουν στην αμαρτία τους αυτή, δεν κηδεύονται από ορθόδοξο ιερέα, αλλά όπως οι ειδωλολάτρες και οι αρνητές της πίστεως, οδηγούνται στην αιώνια τιμωρία τους, στα βάσανα της κολάσεως. Αυτές λοιπόν είναι ο φοβερές συνέπειες της μαγείας.
(Γέρων Κλεόπας)
Έλεγε ο π. Κλεόπας: «Να μη κάνεις κανένα έργο, χωρίς να το σφραγίζεις με τον Τίμιο Σταυρό! Όταν αναχωρείς για ταξίδι, όταν αρχίζεις το έργο σου, όταν πηγαίνεις να διδάξεις στο σχολείο σου, όταν είσαι μόνος σου ή και με άλλους μαζί, σφράγισε με τον παντοδύναμο Σταυρό το μέτωπό σου, το σώμα σου, την καρδιά σου, τα χείλη σου, τα μάτια σου, τα αυτιά σου  και όλα τα μέλη σου να τα σφραγίζεις με το σημείο της νίκης του Χριστού επί του Άδου. Και τότε μη φοβάσαι από τα μαγικά ή τα ξόρκια και τους μάγους. Διότι όλα αυτά λύνονται από τη δύναμη του Σταυρού, όπως το κερί λιώνει μπροστά στη φλόγα της φωτιάς και όπως φεύγει η σκόνη στον άνεμο!»
Γεροντικό Ρουμάνων Πατέρων Εκδόσεις “Ορθόδοξος Κυψέλη

Πηγή:impantokratoros.gr

Friday, 18 January 2013

ΜΕΓΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ: ΓΙΑΤΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΙΣΤΕΥΣΑΝ ΟΤΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΥΙΟΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ


Γιατί οι άνθρωποι πίστευσαν ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο Υιός και Λόγος του Θεού, ενώ τον έβλεπαν σαν άνθρωπο; Μια σύντομη απάντηση δίνει ο Μέγας Αθανάσιος στο έργο του Περί Ενανθρωπήσεως, παραγ. 15:
«Επειδή οι άνθρωποι απεμακρύνθησαν από την ορθήν αντίληψιν περί Θεού και είχον εστραμμένα προς τα κάτω τα μάτια, σαν να είχον βυθισθεί εις βυθόν, ανεζήτουν τον Θεόν εις την δημιουργίαν και τα αισθητά, κατεσκεύασαν ως θεούς των ανθρώπους θνητούς και δαίμονας˙ διά τούτο ο φιλάνθρωπος και κοινός Σωτήρ όλων, ο Λόγος του Θεού, λαμβάνει διά τον εαυτόν του σώμα, και με τους ανθρώπους ως άνθρωπος συναναστρέφεται και βοηθεί τας αισθήσεις όλων.
Έτσι και εκείνοι που σκέπτονται ότι ο Θεός είναι σωματικός, διά των έργων τα οποία ο Κύριος κάνει με το σώμα, δι’  αυτών να εννοήσουν την αλήθειαν και δι’  αυτού να σκεφτούν τον Πατέρα.
Επειδή δε ήσαν άνθρωποι και έβλεπον τα πάντα ως άνθρωποι, όσα και αν υπέπιπτον εις τας αισθήσεις των, έβλεπον να βοηθούνται δια των αισθήσεων, ώστε με όλα να διδάσκονται την αλήθειαν.

Είτε ελάτρευον με φόβον την κτίσιν, όμως την έβλεπον να ομολογή Κύριον τον Χριστόν. Είτε ήτο η διάνοιά των προκατειλημμένη από ανθρώπους, ώστε να τους θεωρή θεούς, από τα έργα όμως του Σωτήρος, που ήσαν μοναδικά συγκρινόμενα προς πάντα, απεδεικνύετο μεταξύ των ανθρώπων ο Σωτήρ μόνον Υιός του Θεού, διότι οι άνθρωποι δεν έκαναν τόσο σπουδαία έργα, σαν αυτά που έκανεν ο Λόγος του Θεού.
Αν και ήσαν προκατειλημμένοι και με τους δαίμονας, βλέποντες όμως να διώκωνται αυτοί υπό του Κυρίου, αντελαμβάνοντο ότι μόνον αυτός είνε ο Λόγος του Θεού και ότι οι δαίμονες δεν είνε θεοί.

Αν και είχε κυριευθή ο νους των από νεκρούς, ώστε να λατρεύουν τους ήρωας και τους θεούς που αναφέρουν οι ποιηταί, βλέποντες την ανάστασιν του Σωτήρος, ωμολογούν ότι εκείνοι είνε ψευδείς και μόνον ο Κύριος είνε αληθινός, ο Λόγος του Πατρός, ο οποίος κυριαρχεί και επί του θανάτου».
Και στην παράγραφο 19 συμπληρώνει:

«Έκρινε ο Σωτήρ ότι καλόν ήτο να τα κάνη όλα αυτά, ώστε οι άνθρωποι, αφού ηγνόησαν την περί πάντων πρόνοιάν του και δεν κατενόησαν διά της κτίσεως την Θεότητά του, να αναβλέψουν έστω και εκ των έργων τα οποία διά του σώματος εξετέλει, και δι’  αυτού να εννοήσουν τον Πατέρα, αναλογιζόμενοι, όπως, προηγουμένως είπον, την πρόνοιαν αυτού δι’ όλα.
Διότι, ποιος αφού είδε την εξουσίαν του έναντι των δαιμόνων, ή είδε τους δαίμονας να ομολογούν ότι αυτός είνε Κύριός των, θα έχη ακόμη αμφιβόλους λογισμούς εάν αυτός είνε ο Υιός του Θεού και η σοφία και η δύναμις;»

(μετ. Στέργιου Σάκκου, Μεγ. Αθανασίου Έργα, εκδόσεις Γρηγόριος ο Παλαμάς, Θεσσαλονίκη 1973, τομ. 1 σσ.265-6 & 275). 
πηγή-http://www.agioritikovima.gr-megas-athanaios

Thursday, 17 January 2013

St. Diadochos on Spiritual Knowledge


SAINT DIADOCHOS OF PHOTIKI

71. Spiritual knowledge teaches us that, at the outset, the soul in pursuit of theology is troubled by many passions, above all by anger and hatred. This happens to it not so much because the demons are arousing these passions, as because it is making progress. So long as the soul is worldly-minded, it remains unmoved and untroubled however much it sees people trampling justice under foot. Preoccupied with its own desires, it pays no attention to the justice of God. When, however, because of its disdain for this world and its love for God, it begins to rise above its passions, it cannot bear, even in its dreams, to see justice set at naught. It becomes infuriated with evil-doers and remains angry until it sees the violators of justice forced to make amends. This, then, is why it hates the unjust and loves the just. The eye of the soul cannot be led astray when its veil, by which I mean the body, is refined to near transparency through self-control. Nevertheless, it is much better to lament the insensitivity of the unjust than to hate them; for even should they deserve our hatred, it is senseless for a soul which loves God to be disturbed by hatred, since when hatred is present in the soul spiritual knowledge is paralyzed.
72. The theologian whose soul is gladdened and kindled by the oracles of God comes, when the time is ripe, to the realm of dispassion; for it is written: ‘The oracles of the Lord are pure, as silver when tried in fire, and purged of earth’ (Ps. 12:6. LXX). The Gnostic, for his part, rooted in his direct experience of spiritual knowledge, is established above the passions. The theologian, if he humbles himself, may also savor the experience of spiritual knowledge, while the Gnostic, if he acquires faultless discrimination, may by degrees attain the virtue of theological contemplation. These two gifts, theology and gnosis, never occur in all their fullness in the same person; but theologian and Gnostic each marvel at what the other enjoys to a greater degree, so that humility and desire for holiness increase in both of them. That is why the Apostle says: ‘For to one is given by the Spirit the principle of wisdom; to another the principle of spiritual knowledge by the same Spirit’ (1 Cor. 12:8).
73. When a person is in a state of natural well-being, he sings the psalms with a full voice and prefers to pray out loud. But when he is energized by the Holy Spirit, with gladness and completely at peace he sings and prays in the heart alone. The first condition is accompanied by a delusory joy, the second by spiritual tears and, thereafter, by a delight that loves stillness. For the remembrance of God, keeping its fervor because the voice is restrained, enables the heart to have thoughts that bring tears and are peaceful. In this way, with tears we sow seeds of prayer in the earth of the heart, hoping to reap the harvest in joy (cf. Ps. 126:5). But when we are weighed down by deep despondency, we should for a while sing psalms out loud, raising our voice with joyful expectation until the thick mist is dissolved by the warmth of song.
74. When the soul has reached self-understanding, it produces from within a certain feeling of warmth for God. When this warmth is not disturbed by worldly cares, it gives birth to a desire for peace which, so far as its strength allows, searches out the God of peace. But it is quickly robbed of this peace, either because our attention is distracted by the senses or because nature, on account of its basic insufficiency, soon exhausts itself. This was why the wise men of Greece could not possess as they should what they hoped to acquire through their self-control, for the eternal wisdom which is the fullness of truth was not at work within their intellect. On the other hand, the feeling of warmth which the Holy Spirit engenders in the heart is completely peaceful and enduring. It awakes in all parts of the soul a longing for God; its heat does not need to be fanned by anything outside the heart, but through the heart it makes the whole man rejoice with a boundless love. Thus, while recognizing the first kind of warmth, we should strive to attain the second; for although natural love is evidence that our nature is in a healthy state through self control, nevertheless such love lacks the power, which spiritual love possesses, to bring the intellect to the state of dispassion.
75. When the north wind blows over creation, the air around us remains pure because of this wind’s subtle and clarifying nature; but when the south wind blows, the air becomes hazy because it is this wind’s nature to produce mist and,, by virtue of its affinity with clouds, to bring them from its own regions to cover the earth. Likewise, when the soul is energized by the inspiration of the Holy Spirit, it is freed completely from the demonic mist; but when the wind of error blows fiercely upon it, it is completely filled with the clouds of sin. With all our strength, therefore, we should, try always to face towards the life-creating and purifying wind of the Holy Spirit – the wind which the prophet Ezekiel, in the light of spiritual knowledge, saw coming from the north (cf. Ezek. 1:4). Then the contemplative faculty of the soul will always remain clear, so that we devote ourselves unerringly to the contemplation of the divine, beholding the world of light in an air filled with light. For this is the light of true knowledge.
76. Some have imagined that both grace and sin – that is, the spirit of truth and the spirit of error – are hidden at the same time in the intellect of the baptized. As a result, they say, one of these two spirits urges the intellect to good, the other to evil. But from Holy Scripture and through the intellect’s own insight I have come to understand things differently. Before holy baptism, grace encourages the soul towards good from the outside, while Satan lurks in its depths, trying to block all the intellect’s ways of approach to the divine. But from the moment that we are reborn through baptism, the demon is outside, grace is within. Thus, whereas before baptism error ruled the soul, after baptism truth rules it. Nevertheless, even after baptism Satan still acts on the soul, often, indeed, to a greater degree than before. This is not because he is present in the soul together with grace; on the contrary, it is because he uses the body’s humors to befog the intellect with the delight of mindless pleasures. God allows him to do this, so that a man, after passing through a trial of storm and fire, may come in the end to the full enjoyment of divine blessings. For it is written: ‘We went through fire and water, and Thou hast brought us out into a place where the soul is refreshed’ (Ps. 66.12. LXX).
77. As we have said, from the instant we are baptized, grace is hidden in the depths of the intellect, concealing its presence even from the perception of the intellect itself. When someone begins, however, to love God with full resolve, then in a mysterious way, by means of intellectual perception, grace communicates something of its riches to his soul.-Then, if he really wants to hold fast to this discovery, he joyfully starts longing to be rid of all his temporal goods, so as to acquire the field in which he has found the hidden treasure of life (cf. Matt. 13:44). This is because, when someone rids himself of all worldly riches, he discovers the place where the grace of God is hidden. For as the soul advances, divine grace more and more reveals itself to the intellect. During this process, however, the Lord allows the soul to be pestered increasingly by demons. This is to teach it to discriminate correctly between good and evil, and to make it more humble through the deep shame it feels during its purification because of the way in which it is defiled by demonic thoughts.
On Spiritual  Knowledge and Discrimination

On the Nine Heavenly Powers


Nikitas Stithatos ca. 1000-1090
 
The nine heavenly powers sing hymns of praise that have a threefold structure, as they stand in threefold rank before the Trinity, in awe celebrating their liturgy and glorifying God. Those who come first – immediately below Him who is the Source and Cause of all things and from whom they take their origin – are the initiators of the hymns and are named thrones, Cherubim and Seraphim. They are characterized by a fiery wisdom and a knowledge of heavenly things, and their supreme accomplishment is the godly hymn of El, as the Divinity is called in Hebrew. Those in the middle rank, encircling God between the first triad and the last, are the authorities, dominions and powers. They are characterized by their ordering of great events, their performance of wondrous deeds and working of miracles, and their supreme accomplishment is the Trisagion: Holy, Holy, Holy (cf. Isa. 6:3; Rev. 4:8). Those nearest to us, superior to us but below the more exalted ranks, are the principalities, archangels and angels. They are characterized by their ministrative function, and their supreme accomplishment is the sacred hymn Alleluia (cf. Rev. 19:1). When our intelligence is perfected through the practice of the virtues and is elevated through the knowledge and wisdom of the Spirit and by the divine fire, it is assimilated to these heavenly powers through the gifts of God, as by virtue of its purity it draws towards itself the particular characteristic of each of them. We are assimilated to the third rank through the ministration and performance of God’s commandments.
(On Spiritual Knowledge, Love and the Perfection of Living: One Hundred Texts 99)

Γιατί αλλάζει το όνομά του κάποιος όταν γίνεται μοναχός;(Αγ. Νεκταρίου)



Στους οσιότατους μοναχούς που υπόσχονται να ζουν ενάρετη ζωή επικράτησε η αλλαγή του ονόματός τους. Αυτό γίνεται για δύο σπουδαιότατους λόγους. Πρώτος λόγος είναι η απάρνηση ολοκληρωτικά της προηγούμενης ζωής και η συνεχής ενθύμηση της μεταβολής της, και δεύτερον, για να έχουμε παράδειγμα τον άγιο στην πορεία της ζωής μας, του οποίου φέρουμε το όνομα. Η αλλαγή του ονόματος, μας βοηθά να ξεχνούμε το παρελθόν και συνεχώς υπενθυμίζει την μεταβολή που έγινε σ’ αυτόν που άλλαξε τον τρόπο της ζωής του και τις ανειλημμένες υποχρεώσεις, που οφείλει να εκπληρώνει με πολλή αγάπη και προθυμία.
Το όνομα είναι τόσο πολύ συνδεδεμένο με το πρόσωπο, ώστε να μη μπορούμε να ξεχωρίσουμε την προσωπικότητά μας από αυτό. Γι’ αυτό και η ενθύμηση του ενός φέρνει στην μνήμη το άλλο και η αναφορά στο ένα γίνεται ταυτόχρονα και προς το άλλο. Εφόσον έχουμε το παλιό όνομα υπάρχει αναπόσπαστη η μνήμη του παλαιού ανθρώπου, αντίθετα όταν ακούμε το νέο όνομα υπάρχει μνήμη του νέου ανθρώπου.
Επικράτησε να γίνεται η αλλαγή του ονόματος, για την ηθική δύναμη που έχει. Η αλλαγή όμως χάνει τη δύναμή της, όταν η θέλησή μας αδρανεί να εκτελεί και να εφαρμόζει τις υποσχέσεις, που υπενθυμίζει το νέο όνομα στους μοναχούς. Αυτό δε συμβαίνει, διότι ζει μέσα τους ο παλαιός άνθρωπος και αγαπούν περισσότερο αυτόν από τον νέο, γι’ αυτό και αδιαφορούν στις συνεχείς υπομνήσεις που γίνονται σ’ αυτούς όταν τους καλούν με το νέο όνομα. Η αδιαφορία αυτή προς τις υποχρεώσεις, τις οποίες υπενθυμίζει στους μοναχούς το όνομα, μαρτυρεί την ύπαρξη ενός άλλου κακού, την αθέτηση της φωνής της συνειδήσεως. Διότι σε κάθε αθέτηση του καθήκοντος της νέας ζωής, που υπενθυμίζει πάντοτε το νέο όνομα, η συνείδηση επαναστατεί και διαμαρτύρεται, αλλά δεν εισακούεται, διότι κυριαρχεί ο παλαιός άνθρωπος, ο οποίος περιφρονεί τις αξιώσεις του νέου ανθρώπου, που εκφράζονται από τη φωνή της συνειδήσεως. Η περιφρόνηση αυτή φθάνει μέχρι τέτοιο σημείο, ώστε και να αποδοκιμάζει τη φωνή της συνειδήσεως, ότι αξιώνει ανόητα και παράλογα, και στο τέλος της επιβάλλει τη σιωπή. Η κατάσταση αυτή μοιάζει με την πώρωση της συνειδήσεως. Ο δε μοναχός που περιφρόνησε τη φωνή για την τήρηση των υποχρεώσεών του, αυτός έπαθε, ό,τι υποφέρουν όσοι έχουν πώρωση συνειδήσεως και αλλοίμονο σ’ αυτόν. Αυτός θα κατακριθεί, διότι δεν έζησε κατά Θεόν, και έβαλε το εγώ του και τη δική του γνώση πάνω από τη γνώση των Οσίων Πατέρων, και διότι δεν έκανε καλή προσφορά.
Πρόσφεραν στον Θεό θυσίες οι αδελφοί Κάιν και Άβελ, αλλά ο Κάιν δεν έκανε καλή προσφορά και αποδοκιμάστηκε από τον Θεό. Πρόσφερε ο Οζίας θυμίαμα στο Θεό με χρυσό θυμιατήριο, αλλά κατακρίθηκε, γιατί δεν έκανε καλή προσφορά. Και ο Σαούλ πρόσφερε θυσίες στο Θεό αλλά κατακρίθηκε και αποδοκιμάστηκε αυτός και ο οίκος του, γιατί δεν έκανε καλή προσφορά. Πρόσφεραν και οι Ιουδαίοι θυσίες, αλλά ο Θεός τις αποδοκίμασε και έλεγε «μισεί αυτάς η ψυχή μου»· ώστε δεν είναι αρκετό για να ευαρεστήσει κάποιος το Θεό να προσφέρει μόνο θυσίες, δώρα και προσευχές, αλλά να κάνει καλή προσφορά δηλαδή να έχει συναίσθηση της ατέλειας και της αναξιότητάς του. Αλλά για -να υπάρχει τέτοια συναίσθηση απαιτείται τέλεια αυταπάρνηση και υποταγή στις εντολές του Θεού, και ταπείνωση και αδιάλειπτη πνευματική εργασία.
Εάν λοιπόν μόνον έτσι προσφέρουμε επάξια θυσίες στο Θεό, πρώτη δε και μέγιστη θυσία του προσφέρουμε την καρδιά μας, πώς η θυσία και η προσφορά μας θα γίνουν ευπρόσδεκτες στον Θεό, όταν δεν είμαστε άξιοι να προσφέρουμε θυσία ευάρεστη, ούτε τα προσφερόμενα είναι ως προσφορά άξια για τον Θεό; Γι’ αυτό μην επαναπαυόμαστε στις δεήσεις και προσφορές μας, εάν προηγουμένως δεν φροντίσουμε με πολλή επιμέλεια να κάνουμε τους εαυτούς μας άξιους πιστούς και τις θυσίες μας ευπρόσδεκτες στο Θεό. Γι’ αυτό βρίσκονται σε μεγάλη πλάνη όσοι νομίζουν ότι κάθε λατρεία και θυσία είναι ευάρεστες στο Θεό.
Λατρεία ευάρεστη και θυσία ευπρόσδεκτη στο Θεό είναι «πνεύμα συντετριμμένο και καρδία συντετριμμένη», και όχι πνεύμα υπερήφανο και αλαζονικό και καρδία άτεγκτη και εμπαθής.
Αυτά λοιπόν επιζητεί η αλλαγή του ονόματος κατά πρώτο λόγο. Κατά δε τον δεύτερο λόγο επιζητεί την υποχρέωση να έχει υπόδειγμα αρετής και τελειότητας τον βίο και το πολίτευμα του αγίου, του οποίου το όνομα φέρουμε, και σ’ όλη μας τη ζωή να αγωνιζόμαστε για να γίνουμε τέλειοι ακολουθώντας το παράδειγμά του. Το υπόδειγμα της αρετής του αγίου ενισχύει πάρα πολύ τον αγωνιζόμενο. Απ’ αυτό διδάσκεται, να ταπεινώνεται ακόμα και εάν κατάγεται από βασιλική οικογένεια· μαθαίνει να υπομένει και εάν τα δεινά είναι αφόρητα· μαθαίνει ν’ αγαπά και αυτούς που τον μισούν· μαθαίνει να τιμά και αυτούς που τον προσβάλουν· μαθαίνει να ζει υπέρ των αδελφών και ν’ αποθνήσκει υπέρ του νόμου του Θεού και των θείων εντολών του· μαθαίνει να αγαπά την έσχατη θέση και χαίρεται στην αφάνεια. Και τί δεν μαθαίνει; Εάν απαριθμήσω ένα-ένα όσα μαθαίνουμε από το παράδειγμα τον αγίων, δεν θα με φθάσει ούτε ο χρόνος, ούτε το χαρτί για να τα αναφέρω.
 Αγ. Νεκταρίου, «35 Ποιμαντικές επιστολές»,σ. 87-91, εκδ. Υπακοή.

Πηγή: Πεμπτουσία
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...