Wednesday, 9 January 2013

ΗΜΟΥΝ ΑΘΕΗ – ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΖΩΗ


Ήμουν άθεη
(παρμένο από τη Ρωσία)
Επιστροφή από την άλλη ζωή

Ήμουν άθεη και έβριζα πολύ και φοβερά το Θεό. Ζούσα μέσα στη ντροπή και την πορνεία και ήμουν νεκρή στη γη. Όμως ο ελεήμων Θεός δεν άφησε να χαθώ, αλλά με οδήγησε στη μετάνοια.Στα1961 αρρώστησα από καρκίνο και ήμουν άρρωστη τρία χρόνια. Δεν έμενα ξαπλωμένη, παρά εργαζόμουνα και έκανα θεραπεία σε γιατρούς, ελπίζοντας να βρω θεραπεία. Τους τελευταίους έξη μήνες είχα τελείως αδυνατίσει, τόσο που ούτε νερό δεν μπορούσα να πιω. Μόλις το έπινα, αμέσως το έκανα εμετό. Τότε με πήγαν στο νοσοκομείο και επειδή ήμουν πολύ ενεργητική κάλεσαν ένα καθηγητή από τη Μόσχα και αποφάσισαν να με χειρουργήσουν. Μόλις μου άνοιξαν την κοιλιά, αμέσως πέθανα. Η ψυχή μου βγήκε από το σώμα και στέκονταν ανάμεσα σε δύο γιατρούς και εγώ με μεγάλο φόβο και τρόμο κοίταζα την αρρώστια μου. Ολόκληρο το στομάχι μου και τα έντερα μου ήταν προσβεβλημένα από καρκίνο. Στεκόμουνα και σκεπτόμουνα γιατί είμαστε δύο; Δεν είχα ιδέα ότι υπάρχει ψυχή. Οι κομμουνιστές μας φούσκωναν και μας δίδασκαν ότι η ψυχή και ο Θεός δεν υπάρχουν, ότι αυτό είναι μόνο επινόηση των παπάδων για να ξεγελάσουν το λαό και να τον κρατούν σε φόβο για κάτι που δεν υπάρχει. Βλέπω τον εαυτό μου που στέκεται και τον βλέπω πάλι πάνω στο χειρουργείο. Μου έβγαλαν έξω όλα τα εντόσθια και αναζητούσαν τονδωδεκαδάκτυλο. Αλλά εκεί υπήρχε μόνον πύον, τα πάντα ήταν κατεστραμμένα και χαλασμένα, τίποτε δεν ήταν υγιές. Οι γιατροί τότε είπαν: «αυτή δεν έχει με τι να ζήσει». Όλα τα έβλεπα με μεγάλο φόβο και τρόμο και πάλι σκεπτόμουνα: «Πώς και από πού είμαστε δύο;. Στέκομαι και ταυτόχρονα είμαι ξαπλωμένη; “Οι γιατροί τότε επέστρεψαν τα εντόσθιά μου όπως-όπως και είπαν ότι το σώμα μου πρέπει να δοθεί στους νέους ειδικευόμενους γιατρούς για διδασκαλία και το μετέφεραν στο νεκροστάσιο και εγώ πήγαινα κοντά τους και όλο και παραξενευόμουνα και σκεφτόμουνα πως και από πού είμαστε δύο. Εκεί με άφησαν ξαπλωμένη γυμνή, καλυμμένη ως το ύψος του στήθους με ένα σεντόνι. Μετά απ αυτό βλέπω ότι ήλθε ο αδελφός μου και έφερε το μικρό μου γιο. Ήταν έξι χρονών και ονομάζονταν Αντρούσκα (Αντρέι). Ο γιός μου πλησίασε το σώμα μου και με φίλησε στο κεφάλι .
 Άρχισε να κλαίει και να λέει: «Μαμά, μαμά, γιατί πέθανες; Είμαι ακόμη μικρός, πως θα ζήσω χωρίς εσένα; Πατέρα δεν έχω και συ πέθανες! Εγώ τότε τον αγκάλιασα και τον φίλησα, αλλά αυτό δεν το αισθάνθηκε ούτε το είδε ούτε με πρόσεξε, αλλά κοίταγε το νεκρό μου σώμα. Έβλεπα επίσης πως έκλεγε ο αδελφός μου. Μετά απ αυτό, εγώ με μιας βρέθηκα στο σπίτι μου. Ήλθε η πεθερά μου από τον πρώτο μου γάμο, η μητέρα μου και η αδελφή μου. Τον πρώτο μου σύζυγο τον εγκατέλειψα γιατί πίστευε στο Θεό. Τότε άρχισε η διανομή των πραγμάτων μου. Εγώ ζούσα πλούσια και με πολυτέλεια και όλα αυτά τα απόκτησα με αδικία και με πορνεία. 

Η αδελφή μου άρχισε να αφαιρεί τα πιο ωραία από τα πράγματά μου, ενώ η πεθερά ζητούσε να αφήσει και κάτι στο γιό μου. Η αδελφή μου δεν άφηνε τίποτε, αλλά επιπλέον άρχισε να εμπαίζει την πεθερά λέγοντας: «αυτό το παιδί δεν είναι από τον γιό σου και συ δεν του είσαι τίποτε». Μετά απ αυτό αυτές βγήκαν και έκλεισαν το σπίτι. Η αδελφή μου πήρε μαζί της και ένα μεγάλο μπόγο με πράγματα. Ενώ αυτές μάλωναν για τα πράγματά μου είδα γύρω μας να χορεύουν και να χαίρονται διάβολοι.
  Ξαφνικά βρέθηκα στον αέρα και βλέπω σαν να πετώ με αεροπλάνο. Αισθάνομαι ότι κάποιος με συγκρατεί και ότι υψώνομαι όλο και πιο πολύ. Βρέθηκα πάνω από την πόλη ΜΠΑΡΝΑΟΥΛ. Μετά βλέπω ότι η πόλη χάθηκε . Έγινε σκοτάδι. Μετά απ αυτό άρχισε πάλι να έρχεται φως και στο τέλος φώτισε τελείως και το φως ήταν πάρα πολύ ισχυρό που δεν μπορούσα να το κοιτάξω. Με τοποθέτησαν σε μαύρη πλάκα ενάμιση μέτρου. Έβλεπα δένδρα με πολύ χοντρούς κορμούς και πανέμορφο ποικιλόχρωμο φύλλωμα. Ανάμεσα στα δένδρα υπήρχαν σπίτια και μάλιστα όλα καινούργια, αλλά δεν είδα ποιοι ζούσαν σ αυτά. Στην κοιλάδα αυτή είδα πλούσιο πράσινο χορτάρι και σκέφτηκα: που βρίσκομαι εγώ τώρα; Αν βρίσκομαι στη γη τότε γιατί δεν υπάρχουν εδώ επιχειρήσεις, εργοστάσια ούτε άλλα κτίρια, γιατί δεν υπάρχουν δρόμοι ούτε συγκοινωνία; Τι μέρος είναι ετούτο εδώ χωρίς ανθρώπους και ποιος τέλος πάντων ζει εδώ; Λίγο πιο πέρα είδα να περπατάει μια ωραία υψηλή γυναίκα με βασιλικά φορέματα κάτω από τα οποία φαίνονταν τα δάκτυλα των ποδιών.
 Περπατούσε τόσο ανάλαφρα που από τα πόδια δεν λύγιζε ούτε το χορτάρι. Κοντά της πήγαινε ένας νεαρός που είχε ύψος ως τους ώμους της. Είχε κρυμμένο το πρόσωπο του με τα χέρια του και για κάτι έκλεγε πολύ και πικρά και παρακαλούσε, αλλά για ποιο λόγο δεν μπορούσα να ακούσω. Σκέφτηκα ότι είναι ο γιος της και μέσα μου διαμαρτυρήθηκα γιατί δεν τον λυπάται και δεν του εκπληρώνει το αίτημα. Αυτός έκλεγε και θρηνούσε και εκείνη δεν του εκπλήρωνε την αίτηση. (Σημείωση: Από όλα φαίνεται ότι αυτός ο νεαρός ήταν άγγελος φύλακας αυτής της νεκρής γυναίκας. Φαίνεται επίσης πόσο ενδιαφέρονται οι άγιοι άγγελοι για μας και τις ψυχές μας, αλλά εμείς δεν το βλέπουμε. Παραπέρα φαίνεται και αυτών το αίτημα είναι ανεκπλήρωτο, αν ο θάνατος μας βρει αμαρτωλούς και αμετανόητους). Όταν αυτοί με πλησίασαν, ο νεαρός έπεσε μπροστά στα πόδια της και άρχισε να την παρακαλεί εντονότερα και να οδύρεται και να της ζητεί κάτι. Εκείνη κάτι του απάντησε, αλλά δεν μπόρεσα να καταλάβω τι. (Σημείωση: Είχα την ευκαιρία και από άλλες πηγές να γνωρίσω πως και πόσο πικρά κλαίει ο άγ. Άγγελος φύλακας όταν αυτός που του δόθηκε για φύλαξη δεν υπακούει στην αγία Εκκλησία και στην αγία πίστη, χάνοντας την ψυχή του για πάντα). Όταν αυτοί με πλησίασαν ήθελα να τη ρωτήσω: «που βρίσκομαι;» Τη στιγμή εκείνη η γυναίκα αυτή σταύρωσε τα χέρια στο στήθος, ύψωσε τα μάτια προς τον ουρανό και είπε : «Κύριε, που θα πάει αυτή έτσι;». Εγώ τότε έτρεμα και μόλις τώρα κατάλαβα ότι είχα πεθάνει, ότι η ψυχή μου βρίσκονταν στον ουρανό και το σώμα έμεινε στη γη. Τότε άρχισα να κλαίω και να οδύρομαι και ακούω φωνή που λέει: «επιστρέψτε την στη γη για τις αγαθοεργίες του πατέρα της». Άλλη φωνή απάντησε: «βαρέθηκα την αμαρτωλή και διεφθαρμένη ζωή της. Εγώ ήθελα να την εξαφανίσω από προσώπου γης χωρίς μετάνοια, αλλά με παρακάλεσε γι αυτήν ο πατέρας της. Δείξε της το μέρος για το οποίο άξιζε». Αμέσως βρέθηκα στον Άδη. Τότε άρχισαν να έρπουν μέχρις εμένα φοβερά πυρακτωμένα φίδια με μακριές γλώσσες που ξερνούσαν φωτιά και άλλες αποκρουστικές βρωμιές. Η βρώμα ήταν αβάσταχτη. Αυτά τα φίδια τυλίχθηκαν γύρω μου και ταυτόχρονα από κάπου παρουσιάστηκαν σκουλήκια χοντρά ίσαμε το δάκτυλο με ουρές που κατέληγαν σε βελόνες και άγκιστρα. Αυτά έμπαιναν σε όλα τα ανοικτά μου μέρη, στα αυτιά, στα μάτια, στη μύτη, κ.λ.π. και έτσι με βασάνιζαν και εγώ κραύγαζα όχι με την φωνή μου. Αλλά εκεί δεν υπήρχε από πουθενά ούτε βοήθεια ούτε έλεος από κανένα. Εκεί είδα πως παρουσιάστηκε η γυναίκα που πέθανε από άμβλωση και άρχισε να παρακαλεί τον Κύριο για έλεος. ΑΥΤΟΣ της απάντησε: «εσύ στην γη δεν με αναγνώριζες, σκότωνες τα παιδιά στην κοιλιά σου και επί πλέον έλεγες στους ανθρώπους: δεν πρέπει να γεννάτε παιδιά, τα παιδιά είναι περιττά». Σε μένα δεν υπάρχουν, δεν υπάρχουν περιττά. Σε μένα υπάρχουν τα πάντα και για όλους αρκετά. Σε μένα ο Κύριος είπε: «Εγώ σου έδωσα την αρρώστια για να μετανοήσεις, αλλά εσύ με έβριζες ως το τέλος της ζωής και δεν Με αναγνώριζες και για τον λόγο αυτό και εγώ δεν σε αναγνωρίζω! Πως στη γη έζησες χωρίς τον Κύριο Θεό, έτσι και εδώ θα ζήσεις!».
  Ξαφνικά όλα μεταστράφηκαν και εγώ κάπου πέταξα. Η βρώμα χάθηκε, χάθηκε και ο δυνατός οδυρμός και εγώ ξαφνικά είδα την εκκλησία μου που ενέπαιζα. Άνοιξε η πύλη και από αυτή βγήκε ιερέας ντυμένος στα άσπρα. Αυτός στέκονταν με σκυμμένο το κεφάλι και κάποια φωνή με ρωτάει: «ποιος είναι αυτός;». Εγώ απάντησα: «ο ιερέας μας». «Εσύ έλεγες ότι είναι χαραμοφάης, αυτός δεν είναι χαραμοφάης, αλλά πραγματικός ποιμένας, δεν είναι μισθοφόρος. Γνώριζε πως αν και είναι κατά το βαθμό μικρός, συνηθισμένος ιερέας, υπηρετεί Εμένα, μάθε ακόμη και τούτο: αν δεν σου διαβάσει αυτός την ευχή της εξομολόγησης, εγώ δεν θα σε συγχωρήσω»! Τότε άρχισα να παρακαλώ: «Κύριε, γύρισέ με στη γη, έχω ένα μικρό γιο». Ο Κύριος είπε: «ξέρω ότι έχεις μικρό γιο, είναι κρίμα γι αυτόν». «Κρίμα», απάντησα εγώ. Τότε Εκείνος αποκρίθηκε: «Εγώ σας λυπούμαι όλους και τρεις φορές σας λυπούμαι. Όλους σας περιμένω πότε θα ξυπνήσετε από το αμαρτωλό όνειρο, να μετανοήσετε και να έλθετε στον εαυτό σας;». Εδώ τώρα εμφανίστηκε εκ νέου η Μητέρα του Θεού, που νωρίτερα την αποκαλούσα γυναίκα και πήρα το θάρρος να τη ρωτήσω: «Υπάρχει εδώ σε σας παράδεισος;». Αντί για απάντηση μετά απ αυτές τις λέξεις, ξαναβρέθηκα στην κόλαση στον Άδη. Τώρα ήταν χειρότερα από ότι την προηγούμενη φορά. Έτρεξαν ολόγυρά μου οι δαίμονες με καταλόγους και μου έδειχναν τα αμαρτήματά μου και φώναζαν: «εσύ μας υπηρέτησες όταν ήσουν στη γη»! Άρχισα να διαβάζω τα αμαρτήματά μου, όλα μου τα έργα μου που ήταν γραμμένα με μεγάλα γράμματα και ένοιωσα φοβερό φόβο. Από τα στόματά τους έβγαινε φωτιά. Οι δαίμονες με κτυπούσαν στο κεφάλι. Πάνω μου έπεφταν και κολλούσαν πυρακτωμένες σπίθες από φωτιά και με έκαιγαν. Γύρω μου ακούονταν φοβερός θρήνος και κοπετός πολλών ανθρώπων. Όταν το πυρ δυνάμωνε έβλεπα τα πάντα γύρω μου. Οι ψυχές είχαν φοβερή όψη, ήταν σακατεμένες με τεντωμένους λαιμούς και πρησμένα μάτια. Μου έλεγαν ότι είσαι συντρόφισσα (φαίνεται ότι ήταν κομουνίστριες) και είσαι υποχρεωμένη να ζήσεις μαζί μας. Όπως εσύ έτσι και εμείς όταν είμαστε στη γη δεν αναγνωρίζαμε το Θεό, τον βρίζαμε και κάναμε κάθε κακό, την πορνεία, την υπερηφάνεια και άλλα και ποτέ δεν μετανοήσαμε. Όσοι αμάρτησαν, αλλά μετάνιωσαν, πήγαιναν στη εκκλησία, προσεύχονταν στο Θεό, ελεούσαν τους φτωχούς και βοηθούσαν όσους βρίσκονταν σε ανάγκη και κακοτυχία, αυτοί είναι εκεί πάνω. (Σημείωση: δηλαδή στο παράδεισο, τον οποίο αυτοί εδώ δεν ήθελαν ούτε να μνημονεύσουν). Εγώ φοβήθηκα φοβερά από αυτά τα λόγια, μου φαίνονταν ότι ήδη βρισκόμουνα εδώ στον Άδη ολόκληρη ζωή και αυτοί μου λένε ότι θα ζήσω μαζί τους αιώνια. Μετά από αυτό εμφανίστηκε εκ νέου η Μητέρα του Θεού και έγινε φως, οι δαίμονες τράπηκαν σε φυγή και οι ψυχές που βασανίζονται στην κόλαση άρχισαν να φωνάζουν και να την ικετεύουν για έλεος: «Ουράνια βασίλισσα, μη μας αφήνεις εδώ» φώναζαν. «Καιγόμαστε Μητέρα του Θεού και δεν υπάρχει ούτε σταγόνα νερό»! Εκείνη έκλαιγε και μέσα από το κλάμα έλεγε: «Όσο ζούσατε στη γη δε με αναγνωρίζατε και δε μετανοούσατε για τις αμαρτίες σας στον Γιο Μου και Θεό σας και Εγώ τώρα δεν μπορώ να σας βοηθήσω, δεν μπορώ να παραβώ την επιθυμία του Γιου μου και Εκείνος δεν μπορεί την επιθυμία του Πατέρα του! Βοηθώ μόνο αυτούς για τους οποίους παρακαλούν οι συγγενείς και για τους οποίους προσεύχεται η αγία εκκλησία». Μετά απ αυτό εμείς αρχίσαμε να υψωνόμαστε και από κάτω αναδίδονταν δυνατή κραυγή φωνών: «Μητέρα του Θεού μη μας αφήνεις».
  Ξανά υπήρχε σκοτάδι και εγώ βρέθηκα στην ίδια πλάκα. Σταυρώνοντας τα χέρια στο στήθος η Μητέρα του Θεού ύψωσε τα μάτια στον ουρανό και άρχισε να προσεύχεται λέγοντας: «τι να κάνω μ αυτήν, που να την βάλω; Μια φωνή απάντησε : «αφήστε την από τα μαλλιά στη γη». «Μα αυτή είναι κουρεμένη;». Η φωνή είπε πάλι: «Πιάστε την από τα μαλλιά». Τότε η Μητέρα του Θεού έφυγε ήσυχα, η πόρτα της μισάνοιξε έτσι που πίσω απ’ αυτήν δεν έβλεπα τίποτε. Κατόπιν επέστρεψε κρατώντας τα μαλλιά μου στα χέρια της και από κάπου εμφανίστηκαν 12 άμαξες χωρίς τροχούς, κινούνταν σιγά και εγώ τις ακολουθούσα. Η Μητέρα του Θεού μου έδωσε τα μαλλιά, αλλά εγώ δεν αντιλήφθηκα ότι με άγγιξε. Άκουσα μόνο όταν είπε ότι η δωδέκατη άμαξα δεν έχει πάτο. Φοβόμουν να καθίσω σ’ αυτήν, αλλά η Μητέρα του Θεού με έσπρωξε στη γη απ’ αυτή. Μετά απ αυτό εγώ συνήλθα και ενσυνείδητα στεκόμουν και κοίταζα. Ήταν μιάμιση η ώρα το απόγευμα. Μετά από κείνο το φως που είδα εκεί όλα στη γη μου φαίνονταν άσχημα και δεν μου άρεσε που ήμουν στη γη, αλλά τι να κάνω. Τώρα είπα μόνη μου στην ψυχή μου: «πήγαινε στο σώμα»! Τότε βρέθηκα πάλι στο νοσοκομείο και πήγαμε στο ψυγείο που φύλαγαν τα πτώματα. Αυτό ήταν κλειστό, αλλά εγώ μπήκα μέσα χωρίς κώλυμα και είδα το νεκρό μου σώμα: Το κεφάλι μου ήταν γυρισμένο λίγο προς τα πλάγια, ενώ η μέση μου πιέζονταν από νεκρούς. Μόλις η ψυχή μου μπήκε στο σώμα, αμέσως αισθάνθηκα ισχυρό ψύχος. Κάπως απελευθέρωσα την πιεσμένη μέση μου, διπλώθηκα και έσφιξα τα γόνατα με τα χέρια.
 Τη στιγμή εκείνη έβαλαν μέσα το νεκρό σώμα κάποιου ανθρώπου και όταν άναψαν το φως με είδαν σκυμμένη, ενώ εκείνοι συνήθως βάζουν όλους τους νεκρούς με το πρόσωπο προς τα πάνω. Βλέποντάς με έτσι οι νοσοκόμοι φοβήθηκαν και από το φόβο διασκορπίστηκαν. Επέστρεψαν με δύο γιατρούς, που αμέσως διέταξαν να ζεσταθεί το μυαλό μου με λάμπες. Στο σώμα μου υπήρχαν οκτώ τομές (μάθαιναν πάνω σ αυτό): τρεις στο στήθος και οι υπόλοιπες στην κοιλιά. Δύο ώρες μετά το ζέσταμα του κεφαλιού άνοιξα τα μάτια και μόλις μετά από 12 μέρες μίλησα. Το πρωί μου έφεραν πρωινό τηγανίτες με βούτυρο και καφέ (ήταν μέρα νηστείας), αλλά δεν ήθελα να φάω και τους είπα ότι δε θα φάω. Οι νοσοκόμοι έφυγαν πάλι και όλοι στο νοσοκομείο άρχισαν να με προσέχουν. Ήλθαν οι γιατροί και με ρώτησαν γιατί δεν θέλω να φάω. Τους απάντησα: «καθίστε και θα σας διηγηθώ τι είδε η ψυχή μου. Όποιος δεν νηστεύει τις μέρες της νηστείας, αυτός θα φάει βρωμερά και σιχαμερά πράγματα. Γι αυτό σήμερα δε θα φάω όπως και σ όλες τις νηστείες δε θα αρτυθώ». Οι γιατροί από την έκπληξη, τη μια κοκκίνιζαν την άλλη κιτρίνιζαν και οι ασθενείς με άκουγαν προσεκτικά. Κατόπιν συγκεντρώθηκαν πολλοί γιατροί και εγώ τους είπα ότι τίποτε πλέον δεν με πονάει. Τότε άρχισε να έρχεται σε μένα κόσμος και μάλιστα πολύς και εγώ σε όλους διηγιόμουνα και έδειχνα τις πληγές. Η αστυνομία άρχισε να διώχνει τον κόσμο και μένα με μετέφεραν σε άλλο νοσοκομείο. Εκεί ανάρρωσα τελείως και παρακάλεσα τους γιατρούς να με γιατρέψουν όσο το δυνατό νωρίτερα τις τομές που μου έκαναν μαθαίνοντας πάνω μου. Τότε με έβαλαν πάλι στο χειρουργικό τραπέζι και όταν οι γιατροί άνοιξαν την κοιλιά μου είπαν : «Γιατί χειρουργήσανε τελείως υγιή άνθρωπο;». Εγώ τότε τους ρώτησα: «Ποια είναι η αρρώστια μου;» Αυτοί μου απάντησαν : «Τα εντόσθιά σας είναι υγιή και καθαρά όπως του παιδιού». Τους είπα ότι τα μάτια μου ήταν δεμένα κατά τη διάρκεια της εγχείρησης, αλλ ότι, παρ όλα αυτά, είδα το εσωτερικό μου στον καθρέπτη του ταβανιού. Ήλθαν και οι γιατροί που έκαναν την εγχείρηση και όταν πλησίασαν είπαν: «Που είναι η αρρώστια της; τα εντόσθιά της ήταν όλα διαλυμένα και προσβεβλημένα από τον καρκίνο και τώρα είναι τελείως υγιή». Τους απάντησα: ο ΚΥΡΙΟΣ ο ΘΕΟΣ φανέρωσε το έλεός του πάνω σε μένα την αμαρτωλή, για να ζήσω ακόμη και μαρτυρήσω στους άλλους ό,τι είδα και ό,τι μου συνέβη. ΕΚΕΙΝΟΣ, ο ΚΥΡΙΟΣ ο ΘΕΟΣ πήρε ότι κατεστραμμένο ήταν μέσα μου και μου έδωσε υγιή, σε όλους θα το διηγούμαι, ώσπου να πεθάνω. Κατόπιν είπα στο γιατρό: «Βλέπεις πως γελαστήκατε;» και εκείνος απάντησε ότι «τίποτε δεν ήταν υγιές μέσα σου». «Τι νομίζετε τώρα;» τον ρώτησα εγώ. Απάντησε: «σε αναγέννησε ο ΥΠΕΡΤΑΤΟΣ!» Τότε του απάντησα: «Αν πιστεύετε σ’ αυτόν κάντο τον σταυρό σας και παντρευτείτε στην εκκλησία». Ο γιατρός κοκκίνισε γιατί ήταν Εβραίος. Πρόσθεσα ακόμη: γίνου αρεστός στον Κύριο το ΘΕΟ. Κατόπιν άφησα το νοσοκομείο, κάλεσα τον ιερέα που νωρίτερα ενέπαιζα και του έκανα επιθέσεις, αποκαλώντας τον χαραμοφάη. Του διηγήθηκα όλα όσα μου συνέβησαν, εξομολογήθηκα και μετάλαβα των αγίων του Χριστού μυστηρίων. Τον κάλεσα και ευλόγησε το σπίτι μου, γιατί ως τώρα σ αυτό βασίλευε η αμαρτία, η μικρότητα, το μεθύσι, ο εμπαιγμός και η μάχη.
  Τώρα εγώ η αμαρτωλή ΚΛΑΥΔΙΑ που είμαι 40 χρονών με την βοήθεια του Θεού και της Ουράνιας Βασίλισσας, ζω χριστιανικά. Πηγαίνω τακτικά στη εκκλησία, στο ναό του Θεού και ο Κύριος με βοηθάει. Από όλες τις μεριές του κόσμου με επισκέπτονται άνθρωποι και εγώ διηγούμαι σε όλους όσα μου συνέβησαν, είδα και άκουσα. Με τη βοήθεια του Θεού τους δέχομαι όλους, διηγούμαι σε όλους τι ήμουν πριν, τι μου συνέβη τώρα και για ποιο λόγο είμαι τώρα πιστή. Ας είναι δοξασμένος ο Κύριος ο Θεός! Όλους τους συμβουλεύω να προσέχουν πως ζουν, γιατί πράγματι υπάρχει άλλος κόσμος και άλλη ζωή και ότι ο καθένας θα δώσει λόγο για τα γήινα έργα του και ότι ανάλογα μ’ αυτά θα έχει πλήρως δίκαια ανταμοιβή ή τιμωρία και μάλιστα αιώνια. Να ζήτε όλοι χριστιανικά και κατά ΘΕΟΝ. ΑΜΗΝ.

Ουστγιούζινα Κλαύδιγια Νικίτισνα.
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ” ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ

Πηγή: Ορθοδοξία Παράδεισος

Tuesday, 8 January 2013

St Macarius the Great: Man needs Christ


He who has chosen the eremitical life ought to regard all things in this world as strange and as the cross of Christ, denying all things, ‘even his own life also,’ (Luke 14.26). He ought to have his mind focused on the love of Christ and prefer the Lord to parents, brother, wife, children, friends, possessions. This the Lord taught, saying: ‘Everyone that has not left father or mother or brothers or wife or children or lands and does not follow me, is not worthy of me’ (Matthew 10.37). In nothing else is there found salvation for men and rest as we have heard.
How many kings have appeared from Adam’s race, possessing dominion over all the earth, thinking great things because of their kingly power! And yet none of them, for all that they had in their favour, had the power to know the evil which had infiltrated the soul because of the first man’s transgression and had darkened it. They did not know the change that had come over the mind that at first was pure and contemplated the Master and was held in honor. And now on account of its fall the mind is clothed with shame and the eyes of the heart are blinded so as not to see that glory which our father Adam before his disobedience beheld.
There have been diverse wise men according to the world, among whom some were noted for their ability in philosophy, others have been admired for their sophistic abilities, others for their oratorical skill, still others were men of letters and poets and composed summary histories. There also were various artisans who practiced the arts according to the world. Some carved in wood types of birds and fishes and images of men and in those they diligently sought to display their talent. Some fashioned by hand bronze statues similar to real humans and other things. Others build mighty and very beautiful buildings. Others dug out of the earth silver and gold that perish; others sought precious stones. Others possessed beauty of body and were pleased with their comeliness, and, all the more enticed by Satan, they fell into sin. And all of these artisans, being captured by the serpent dwelling within them and, not knowing the sin that abode in them, became slaves of the power of evil. They profited nothing from their knowledge and art.
Therefore, the world, filled with every variety, is likened to a rich man who possesses splendid and big houses, gold and silver and various possessions and all kind of service in abundance. But he is still seriously laden with sicknesses and afflictions and his whole family stands around, with all his riches, and is unable to relieve him of his infirmity. Thus no pursuit in this life, no brothers, no wealth, no courage, none of all the things mentioned above relieve man of sin, man who has been submerged in sin and cannot see things clearly. Only the presence of Christ can purify soul and body. Therefore, let us put aside every care of this life, and, crying out to the Lord night and day, let us devote ourselves to Him. This visible world and the rest found in it seem to comfort the body, but they aggravate all the more the passions of the soul and increase its suffering.
A certain prudent man desired to apply himself diligently. He strove with care to gain experience of all the things of this world, if he might be able to find some profit from them. He went to kings, potentates, rulers, and found no healing cure there to help his soul. And after spending much time with them, he found no improvement. He went again to the wise men of this world and the orators. He left them again in the same way, not having found any help. He toured the rounds of painters and those who mine gold and silver from the earth, and all the artisans, and he was unable to find any healing for his own wounds. Finally, having left them, he sought God for himself, the One who heals the sufferings and sicknesses of the soul. But as he was pondering about himself and meditated on these things, his mind was found wandering distractedly among those things from which he had visibly withdrawn out of hatred for them.
Take the example of a certain woman in the world who is rich with much money and a magnificent house, but she lacks any protection. And those who attack her to injure her and lay her buildings to waste are many. She, refusing the injury, goes out to seek a powerful husband, capable and educated in all respects. And after much struggle she finds such a man. She rejoices in him and has him as a strong wall. In the same way, the soul after transgression, and for a long time having been afflicted by the adverse power and having fallen into great devastation, ‘a widow and desolate’ (1 Timothy 5.5), was deserted by her heavenly Husband because of disobedience of the commandment. She was made fun of by all the opposing powers (for they drove her out of her mind and confused her in her heavenly knowledge), so she does not see what they have done to her, but only things she was born like this from the beginning. Then, after she had learned through hearing of her solitude and barrenness, she deplored her desolation before God, the Lover of mankind, and found life and salvation. Why? Because she went back to her family. For there is no other family tie and helpfulness like that between the soul and God and between God and the soul.
God made various kinds of birds. Some to fashion their nests in the earth and there to have their nourishment and rest. Others he ordained to build their nests under water and there to have life. He fashioned two worlds: one above for the ‘ministering spirits’ (Hebrews 1.14), and he arranged it that they have their communication there; the other world is below for men under this atmosphere. He created also sky and earth, sun and moon, waters, fruit-bearing trees, all kinds of animals. But in none of these did God rest. All creation is ruled by Him, and still He did not establish His throne in them nor did He enter into fellowship with them. But it was only with man that He was pleased, fellowshipping and resting in him. Do you see the relationship of God to man and of man to God? Therefore, the wise and prudent person, after passing through all creatures, took no rest in himself, but only in the Lord. And the Lord was well pleased in nothing except man alone.
If you raise your eyes to the sun, you find its orb in the sky, but its light and rays stretch to the earth and all the power of its light and its splendor is aimed at the earth. So also the Lord sits at the right hand of the Father ‘above all principality and power’ (Ephesians 1.21), but He casts His eye on the hearts of men on earth, in order that He may raise up to where He is those who accept help from Him. For this reason He says: ‘Where I am, there shall my servant also be’ (John 12.20). And again Paul says: ‘He has raised us up together with Him and made us sit together with Him at His right hand in heavenly places’ (Ephesians 2.6). Irrational animals are much more consistent than we. For they are all joined, each to its own nature, the wild animals to the wild and sheep to their own species. But you do not rise up toward your heavenly family with is the Lord, but you give yourself over and consent in your thoughts to the thoughts of evil. You make yourself a helper of sin and you wage war with it against yourself. Thus you make yourself a prey for the enemy, like a bird caught by the eagle and eaten up, or the sheep by the wolf, or an ignorant child that would be bitten by it and would be infected. For the parables act as models in the spiritual life.
As a wealthy maiden, espoused to a fiancé, may receive no matter how many gifts before the consummation, either ornaments or clothing or precious vessels, she is not satisfied with these until the time of the marriage arrives and she arrives at full communion, so the soul, betrothed as bride to the heavenly Bridegroom, receives as pledge from the Spirit gifts of healing or of knowledge or of revelation. But it is not satisfied with these until it reaches the perfect communion, that is, of love, which is unchangeable and unfailing. It makes those free from passion and agitation who have desired it. Or as an infant, decked out with pearls and costly clothing, when it is hungry, thinks nothing of the things it wears, but ignores them. It cares only for the breast of its nurse, how it may receive milk. So likewise consider it to be with the spiritual gifts of God to whom be glory forever. Amen.

St Macarius the Great. Homily 45

St Isaac the Syrian- On Repentance(Homily 10)

The encouragement which the Fathers give in their divine writings and the help for repentance which is found in the writings of the apostles and the prophets must not be employed by us as an aid for sinning and for breaking the Lord’s inviolable decrees. For by the power of God these things were decreed from ancient times through the mouth of all the saints in all their writings and legislations in order to abolish sin. But the fact that repentance furnishes hope should not be taken by us as a means to rob ourselves of the feeling of fear, so that one might more freely and fearlessly commit sin. For behold how God in every wise preached fear in all the Scriptures and showed Himself to be a hater of sin. Why indeed was the generation of men in the days of Noe drowned in the deluge? Was it not because of their lasciviousness when they raved over the beauty of the daughters of Cain? At that time there was no avarice, no idolatry, no sorcery, no wars. Why were the cities of the Sodomites consumed by fire? Was it not because they gave their members over to lust and impurity, such that it dominated over all of them in every abominable and unnatural act, even as they willed? Was it not because of the fornication of one man that in one instant five and twenty thousand of the sons of Israel, the firstborn of God, fell and died? Why was the mighty man Samson rejected by God, he who was set apart and consecrated to God while still in the womb; whose birth was announced by an angel, like John, the son of Zacharias; who was granted great power and worked great wonders and who by the supernatural strength which God poured into his body smote a thousand men with a jawboen of an ass and became a saviour and judge unto Israel? Was it not because he defiled his holy members by union with a harlot? For this reason God departed from him and surrendered him to his enemies. And David, who was a man after God’s own heart, who because of his virtues was found worthy to generate from his seed the promise of the Fathers, and to have Christ shine forth from himself for the salvation of all the world, was he not punished because of adultery with a woman, when he beheld her beauty with his eyes and was pierced in his soul by that arrow? For it was because of this that God raised up a war against him from within his own household, and he who came forth from his loins pursued him. These things befell him even after he had repented with many tears, such that he moistened his couch with his weeping, and after God had said to him through the prophet, “The Lord hath forgiven thy sin.”
I wish also to bring to mind certain men before David. For what reason did wrath and death come upon the house of the priest Eli, the righteous elder who was eminent for forty years in his priesthood? Was it not because of the iniquity of his sons? For neither did he sin, nor did thy with his assent, but it was because he did not have the zeal to demand from them the Lord’s vindication and he love dthem more than the statutes of the Lord. Lest anyone surmise that the Lord manifests His wrath only upon those who pass all the days of their life in iniquities, behold how for this unseemly sin He manifests His zeal against His genuine servants, against priests, judges, rulers, men consecrated to Him, to whom He entrusted the working of miracles, and He in no wise overlooks the transgressions of His statutes, as it is written in Ezekiel, “I said to the man whom I commanded to go into Jerusalem with an invisible sword: Begin at My sanctuary, and have no mercy upon the old man and the youth.” Thus he showed that His true servant and friends are those who walk before Him in fear and reverence and do His will, since virtuous deeds and purity of conscience are things holy and beloved of God. But when men repudiate His paths, the Lord repudiates them, casts them away from His face, and takes from them His grace. For why was the sentence against Baltasar issued so swiftly and why did it strike him down, as it were, by the form of a hand? Was it not because he acted with audacity toward the untouchable vessels of offering which he seized from Jerusalem, drinking out of them, both he and his concubines? In the same manner, those who have consecrated their members to God, but are so audacious as to use them once more for worldly deeds, the same perish, being smitten by an invisible blow.
Therefore, let us not disregard the oracles and threats of God by reason of our confidence in repentance and the good courage given us by the divine Writings, and so to make Him wrothful by our wicked deeds and defile our members that have been consecrated once and for all for the service of God. For lo, we have consecrated ourselves to Him, as Elias, Elisseus, the sons of the prophets, and all the other saints and virgins, who worked great wonders and spoke to God face to face. And further, as all those who came after them: John the Virgin, the holy Peter, and the other heralds and preachers of the New Testament, who consecrated themselves to the Lord, from Whom they received the knowledge of mysteries—some from His very mouth, others through revelation—and who became intercessors between God and men and receptacles of His revelations, and preachers of the Kingdom to the whole world.

St Isaac the Syrian. First Collection: Homily Ten

St Dorotheos of Gaza- On Relationships


Imagine a circle with its center and radii or rays going out from this center. The further these radii are from the center the more widely they are dispersed and separated from one another; and conversely, the closer they come to the center, the closer they are to one another.
Suppose now that this circle is the world, the very center of the circle is God, and the lines going from the center to the circumference or from the circumference to the center are the paths of men’s lives. Then here we see the same.
Insofar as the Saints move inward within the circle towards its center, wishing to come near to God, then, in the degree of their penetration, they come closer both to God and to one another; moreover, inasmuch as they come nearer to God, they come nearer to one another, and inasmuch as they come nearer to one another, they come nearer to God. It is the same with drawing away ….
Such is the property of love; inasmuch as we are outside and do not love God, so each is far from his neighbor. But if we love God, inasmuch as we come near to Him by love of Him, so we become united by love with our neighbors, and inasmuch as we become united by love with our neighbors, so we become united with God.

Saint Dorotheos of Gaza, Directions on Spiritual Training, 42

Monday, 7 January 2013

Σοφά λόγια του Γέροντος Αμφιλοχίου Μακρή



> Το να παραμένεις πιστός στον Μοναχισμό θεωρείται μαρτύριο.

> Θέλει ο Χριστός να σου βγάλει τα αγκάθια, διότι είναι κηπουρός και εσύ θέλεις την ησυχία σου.

> Ο Χριστός είναι κοντά μας, ας μη τον βλέπουμε.... 
...καμμιά φορά μας δίνει και κανένα μπάτσο από πολλή αγάπη.

> Πολλές φορές έρχεται ο Χριστός σου χτυπάει, τον βάζεις να καθίσει στο σαλόνι της ψυχής σου και εσύ απορροφημένος με τις ασχολίες σου ξεχνάς τον μεγάλο επισκέπτη. Εκείνος περιμένει να εμφανιστείς, περιμένει και όταν πλέον αργήσεις πολύ σηκώνεται και φεύγει. Άλλη φορά πάλι είσαι τόσο απασχολημένος που του απαντάς από το παράθυρο. Δεν έχεις καιρό ούτε ν’ανοίξεις.

> Πρέπει να χαίρεσαι. Καλλιτεχνική σμίλη κρατάει στα χέρια του ο Ιησούς. Θέλει να σε ετοιμάσει ένα άγαλμα του ουράνιου παλατιού.

> Είστε βασιλικά πρόσωπα, προορίζεστε για τον ουράνιο νυμφώνα.

> Όταν δείς άνθρωπο κουρασμένο (πνευματικώς) μη του βάλεις άλλο φορτίο διότι τα γόνατα δεν αντέχουν.

> Αγάπησε τον Ένα να σε αγαπούν και τα θηρία.

> Αληθινός πλούτος για μένα είναι να σας δώ στη Βασιλεία των Ουρανών.

> Όταν υπάρχει η φλόγα της αγάπης, ό,τι κακό πλησιάζει το κατακαίει.

> Ο άνθρωπος όταν δεν ζητάει τα δικαιώματά του θα φωτίσει ο Θεός τον άλλον να του τα δώσει.

> Το φώς του Κυρίου να σε φωτίζει και να σε οδηγεί πάντοτε.
> Ο διάβολος φρίττει όσο μάλιστα βλέπει νέες υπάρξεις να κάθωνται εδώ για τον Χριστό. 

> Όταν έχετε πειρασμούς τότε κατέρχεται η χάρη του Θεού. Φαίνεται ότι του χαλάτε ( του πειρασμού ) τα σχέδια.

> Ο άνθρωπος αγαπάει πνευματικά αισθάνεται προσευχόμενος, ότι βρίσκεται εντός του Θεού και του αδελφού του. Λυπάται όταν δεν πορεύεται καλά ο αδελφός του και προσεύχεται για την πρόοδό του.

> Ουδέποτε αλλάζει εκείνος που έχει την χριστιανική αγάπη.

> Ο άνθρωπος που φωνάζει δεν έχει δύναμη.

> Κρατήστε ψηλά τη σημαία του Χριστού για να έχετε πάντα το τηλέφωνο του Γέροντά σας, όπου και αν είστε.

> Η διάθεση η δικιά σας μου ανάβει φωτιά. Είναι σαν να μου ρίχνετε κάρβουνα σ’αυτό που υπάρχει μέσα μου.

> Θέλω παιδί μου, να ζείς για το Χριστό, ολόκληρος να δοθείς σ’αυτόν. Θέλω όταν τύχει ν’ανοίξει κανείς την καρδιά σου τίποτε άλλο να μη βρει, μόνο το Χριστό.


Αφού βλέπετε, Γέροντα, τόσο καθαρά τις αδυναμίες μας, τα λάθη μας γιατί δε μας τα υποδεικνύετε;

Λυπάμαι για όσα βλέπω ώς πατέρας, αλλά ελπίζω στην καλλιτέρευση. Υποδεικνύω όσα πρέπει, αλλά πιο κερδισμένος είσαι, όταν χύσεις δύο ή τρία δάκρυα μπροστά στο Χριστό γι’αυτά, παρά να πεις πολλά λόγια. Εκείνος είναι ο γιατρός και παιδαγωγός μας. Ο Χριστός εχθές και σήμερα ο ίδιος, αλλά εμείς κλείσαμε τα μάτια μας και βλέπουμε σκοτεινά. Αφού προχωράμε έτσι, άλλοι λασπώνονται και άλλοι σκοτώνονται.

> Πολλές φορές την ημέρα έρχεται ο Χριστός και σου χτυπάει, αλλά εσύ έχεις δουλειές...

> Εκείνος που ταράζεται δε σκέφτεται λογικά, ορθά. Κάνε υπομονή και θα βραβευτείς με στέφανο.

> Το Πνεύμα του Θεού να μη φεύγει απο το νού και την καρδιά σας.

> Ο Κύριος να σας ενισχύει, να κρατήσετε σταθερά τη σημαία της αλήθειας και της εγκράτειας.

> Ο Χριστιανός είναι πραγματικά άνθρωπος. Ξέρει όλους τους τρόπους της ευγένειας.

> Όταν η καρδιά μας δεν έχει την αγάπη προς το Χριστό δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Είμαστε σαν πλοία που δεν έχουν φωτιά, βενζίνη στη μηχανή τους.

> Όσο ο άνθρωπος απλοποιείται, θεοποιείται. Γίνεται άκακος, ταπεινός, πράος, ελεύθερος, γίνεται... γίνεται...

> Αυτά που ακούμε ( πολέμους, σεισμούς, καταστροφές ) είναι βροντές και θα έρθει και η βροχή... Πρέπει λοιπόν να είμαστε έτοιμοι προς απολογία και μαρτύριο.

> Να γίνετε άνθρωποι άξιοι της άνω Ιερουσαλήμ.

> Η χάρη του Παναγίου Πνεύματος κάνει τον άνθρωπο να εκπέμπει ακτίνες. Πρέπει όμως ο άλλος να έχει καλό δέκτη για να το καταλάβει.

> Πρέπει να έχουμε στον ουρανό τα βλέμματά μας. Τότε δε θα μας κλονίζει τίποτε.

> Παρακαλώ τον Θεό να σας αγιάσει, να σας οδηγήσει στον Παράδεισο. Αυτήν την προίκα παρακαλώ να σας δώσει ο Κύριος.

> Οι καρδιές σας είναι νέες και θέλουν ν’αγαπούν. Πρέπει λοιπόν να υπάρχει στην καρδιά μας μόνο ο Χριστός μας, ο Νυμφίος σας. Θέλει μόνο Αυτόν ν’ αγαπάτε.

> Στην Θεία Λειτουργία για να έρθει η χάρη του Θεού πρέπει να έχεις συγκέντρωση, ειρήνη και να μη σκέφτεσαι τίποτα.

> Είμαι φτωχός πατέρας, αλλά πατρική αγάπη έχω πολλή για σας.

> Όσο ο άνθρωπος αγαπάει το Θεό, τόσο έχει αγάπη και για τους ανθρώπους. Τους αγαπάει σαν εικόνες Θεού, με σεβασμό, λεπτότητα και αγιασμό.
> Παράδεισο χωρίς εσάς παιδιά μου, δεν τον θέλω. 




Πώς κατορθώνετε να έχετε τέτοια υπομονή και καρτερία στα διάφορα ;


Η χάρη του Θεού βοηθάει. Πάντα πιστεύω παιδί μου στη δύναμη του Θεού που όλα τα μεταβάλλει και τα ρυθμίζει προς το συμφέρον της ψυχής μας.
Όταν θα δείτε τα δάκρυα, τότε είναι επίσκεψη του Θεού στην προσευχή. 
Όταν κοινωνείς όχι μόνο παίρνεις δύναμη, αλλά φωτίζεσαι, βλέπεις ορίζοντες ευρείς, αισθάνεσαι χαρά... Διαφορετικά νοιώθει ο καθένας, ανάλογα με τη διάθεση και τη φλόγα της ψυχής του, άλλος αισθάνεται χαρά και ξεκούραση, άλλος πνεύμα αφομιώσεως και άλλος μία ανέκφραστη αγάπη προς τους πάντες. Ένοιωθα πολλές φορές κουρασμένος αλλά μετά τη Θεία Κοινωνία αισθανόμουν τον εαυτό μου σαν να μην είχα τίποτα. 
Η αθωότητα είναι ανώτερη από την ιδιοφυίαν. 
Ο άνθρωπος που έχει εγωισμό δεν ελκύει κανένα. Και άν κάποιον ελκύση, γρήγορα θ’απομακρυνθεί. Ο πνευματικός σύνδεσμος γίνεται αδιάλυτος όταν συναντήσει παιδικό πνεύμα, αθωότητα και αγιασμό. Ο άνθρωπος που δεν έχει Χριστό τα βλέπει όλα δύσκολα και σκοτεινά. 

Πρέπει να μάθουμε τη γλώσσα του Κράτους εκείνου (του Ουρανού), διότι όταν δεν την γνωρίζουμε θα μας κοροϊδεύουν. Διαφορετικά δε θα μπορούμε να μπούμε μέσα. Εκεί δε θα υπάρξει Πάτμος ή Κάλυμνος ή Ρόδος ή τα Χανιά της Κρήτης... 
Στο Μοναστήρι πρέπει να ξέρετε, άλλους ανθρώπους στέλνει ο Θεός και άλλους στέλνει ο διάβολος. Ο Θεός για να ενισχύουν, ο διάβολος για να διαλύουν τα Μοναστήρια. 
Σας δίνω μία συμβουλή, ποτέ μη δέχεστε πρόσωπα, με κωδωνοκρουσίες, με επαίνους και θαυμασμούς. Θα τα δέχεστε με αγάπη μετρημένη. Ποτέ μη παίρνετε πρόσωπα με τη σκέψη της μονιμότητας, χωρίς δοκιμή. Όταν δεν υπάρχει στον άνθρωπο η εσωτερική θερμότητα τότε και καλοκαίρι να είναι κρυώνει, παγώνει... 
Όταν η καρδιά μας δεν έχει το Χριστό, τότε θα βάλουμε μέσα ή χρήματα ή κτήματα ή ανθρώπους. 
Σας παρακαλώ να εφαρμόσετε αυτήν την εντολή. Όσο μπορείτε να καλλιεργήσετε την αγάπη προς το πρόσωπο του Χριστού. Σε τέτοιο σημείο που όταν θα προφέρετε τ’ όνομά Του να τρέχουν δάκρυα από τα μάτια σας. Η καρδιά σας πρέπει να καίγεται πραγματικά. Τότε Αυτός θα είναι ο δάσκαλός σας. Αυτός θα είναι ο οδηγός σας, ο αδελφός σας, ο πατέρας και ο Γέροντάς σας. 
Μη δώσετε ποτέ σημασία σε κανένα γήϊνο και ασταθές. Να έχετε προσοχή, υπομονή και στην απομόνωση να βλέπετε και να εξετάζετε τον εαυτό σας. 
Ας καλλιεργήσουμε πρώτα τον εαυτό μας, ο κόσμος θέλει να δει ανθρώπους εφαρμοστές του Νόμου του Θεού. Αυτοί σπανίζουν στην εποχή μας. 
Αγαπήστε με όλη την καρδιά σας τον Νυμφίο σας Χριστό και όλοι οι άνθρωποι θα σας αγαπούν και θα σας περιποιούνται. 
Εύχομαι να ζήσετε άγια και να ακολουθήσετε τις άγιες γραμμές των Πατέρων μας από τώρα που είστε νέοι, για να βρεθείτε όλοι στον Παράδεισο. Αυτός είναι ο προορισμός σας. 
Το Άγιο Πνεύμα να μη φύγει απο πάνω σου, από την καρδιά σου. 
Είναι ωραίο, θαυμάσιο πράγμα να βλέπεις να συνδέονται πρόσωπα με την αγάπη του Χριστού. 
Ο πειρασμός αδημονεί, στενοχωρείται και δημιουργεί εξωτερικούς πολέμους. Ξέρει τόσες τέχνες... σέρνει τον άνθρωπο σε αμφιβολία. Γι’αυτό έχουμε πολλά ναυάγια. 
Όταν δω τον άνθρωπο να διψάει πολύ δε δίνω πολύ σημασία στη νηστεία (για Θεία Κοινωνία). Μερικοί δείχνουν τόση μετάνοια που πρέπει να υποβοηθούνται. 
Η λαχτάρα είναι το μεγαλύτερο. 
Ο πειρασμός ξέρεις τι μάστορας είναι; Τα ελάχιστα τα κάνει μεγάλα. Μεταχειρίζεται μεγάλη πολιτική 
Επιθυμώ την αναγέννηση του Μοναχισμού, διότι κατά τη γνώμη μου το Ευζωνικό Τάγμα της Εκκλησίας είναι ο Μοναχισμός. 

Οι ψυχές έχουν διάθεση να δουν το κάλλος της μορφής του Θεού. 
Η προστασία του Θεού αποδυναμώνει τους πειρασμούς μας. 
Όταν υπάρχει ο φόβος του Θεού δίνεται η σοφία. 
Όλοι οι άγιοι αισθάνονταν χαρά και αγαλλίαση όταν επισκέπτονταν την ουράνια βασιλεία του Θεού. 
Επειδή είναι γενική εξαχρείωση, δεν μπορούν να καταλάβουν ότι υπάρχει πνευματική αγάπη. 
Όλη μου η περιουσία είστε εσείς. 
Όταν δω άνθρωπο ερεθισμένο προσεύχομαι να τον ειρηνεύσει ο Κύριος και δεν ακούω τι λέει. Γι’αυτό και δε στενοχωριέμαι. Όταν θα ηρεμήσει και θα δοθεί η κατάλληλη ευκαιρία τότε του μιλάω, διότι τότε είναι ακριβώς σε θέση να καταλάβει την αφροσύνη του. 
Πρέπει ο εξομολόγος πολλές φορές να κλάψει, να πονέσει περισσότερο από τον εξομολογούμενο για να μπορέσει να τον ξεκουράσει. Ειλικρινά πρέπει να θλίβεται γιατί το νοιώθει η ψυχή. (Ιούλ.1969). 
Οι κοσμικοί άνθρωποι σε κουράζουν, διότι σαν ηλεκτρικά κύματα έρχεται επάνω σου ό,τι υπάρχει αποθηκευμένο μέσα τους. 
Πρέπει να είμαστε άνθρωποι της χάριτος και όποιος μας πλησιάζει να ξεκουράζεται. Να τους βλέπουμε όλους ανώτερους, όσες αδυναμίες και αν παρουσιάζουν. Να μη φερόμαστε με σκληρότητα, αλλά πάντοτε να έχουμε στη σκέψη μας ότι είναι και ο άλλος του αυτού προορισμού. 
Εγώ, με τη χάρη του Θεού, πάντοτε έβλεπα όλους ανώτερους από εμένα και αγίους. 
Αδιαφορεί για όλα τα εμπόδια. Η μόνη απασχόλησή σου, η σκέψη σου να είναι ο Νυμφίος σου. Να μιλάς μόνο με Αυτόν. 
Εμείς πρέπει να έχουμε αγάπη. Το μεγαλύτερο κακό να μας κάνουνε πρέπει να τους αγαπούμε. Μόνο με την αγάπη θα μπούμε στον Παράδεισο. 
Να καλλιεργείς την ευχή και θα έρθει καιρός που η καρδιά σου θα σκιρτάει από χαρά, όπως όταν πρόκειται να δείς ένα πολυαγαπημένο σου πρόσωπο. 
Τη βραδινή προσευχή να μην την αμελείς. Να προσεύχεσαι με διάθεση όπως εκείνοι που πηγαίνουν σε συμπόσιο. Είναι ξύπνιοι και αισθάνονται όλο χαρά. Έτσι και εσύ αφού πρόκειται να μιλήσεις με τον Νυμφίο σου, να μην ακούς όταν σου λέει ο πειρασμός διάφορα για να σε εμποδίσει, γιατί ξέρεις έχουμε έναν που ενδιαφέρεται πολύ για μας.

Πώς πρέπει, Γέροντα, να σκεφτόμαστε το Χριστό;

Πάντα με αγάπη, πρέπει φέρνουμε στη μνήμη μας το Χριστό. Μπορεί να κρατάμε στα χέρια μας μια φωτογραφία ενός ανθρώπου αλλά επειδή τον γνωρίζουμε, ή μάλλον δεν αγαπάμε δε μας συγκινεί. Ενώ όταν πάρουμε την φωτογραφία της μάνας μας αμέσως η ψυχή μας σκιρτάει και κλαίει από αγάπη.
 
Θα σωθούμε Γέροντα;
 

Μα γι’αυτό βάλαμε τα ράσα για να σωθούμε. Ο πνευματικός αγώνας θα μας οδηγήσει στον Παράδεισο. Το ότι πολεμάμε τους λογισμούς, ο κόπος αυτός θα μας βάλει στον Παράδεισο.
Οι εφημερίδες του Ουρανού τα γράφουν όλα όσα γίνονται εδώ και τα καλά και τα κακά. 

Παιδί μου, όσο μπορείς να δίνεις αγάπη σε όλους. Είσαι υποχρεωμένος. 
Εκείνον που μας πληγώνει και μας κάνει να πονάμε οφείλουμε να τον αγαπάμε διπλά. 
Όπως εξυπηρετείς τον πρώτο, έτσι πρέπει να βοηθάς τον δεύτερο, τον τρίτο και τον τελευταίο. 
Δέν είναι τα φτερά που μπορούν να υψώσουν τον άνθρωπο πάνω απο τη γή, η καθαρότητα και η απλότητα της καρδιάς. Πρέπει να είσαι απλός στις πράξεις σου και καθαρός στη σκέψη και στα αισθήματά σου. Με την καθαρή καρδιά θα αναζητάς το Θεό, με την απλότητα θα τον βρίσκεις και θα τον χαίρεσαι. Η καθαρή καρδιά περνάει εύκολα τις πύλες του ουρανού. 
Η αυταπάρνηση πρέπει να καλλιεργείται με διάκριση, διότι διαφορετικά φτάνουμε στην αυτοκτονία. 
Στο πέλαγος της ζωής βρισκόμαστε, πότε θα έχουμε φουρτούνα και πότε γαλήνη. Η χάρη του Θεού δε μας αφήνει. Διαφορετικά θα είχαμε καταποντιστεί εάν δε μας συγκρατούσε. 
Οι άγιοι πάντοτε σκέφτονταν την άλλη ζωή. Είναι χάρισμα η μνήμη του θανάτου. Ο Θεός μας προφυλάσσει από τον πειρασμό. 
Δέν αφήνει να πειρασθούμε άνω των δυνάμεών μας. Όλα τα επιτρέπει για το καλό μας. 
Όταν αυξηθεί η πνευματικότητα, θα καταπολεμηθεί και η υπνηλία. 
Η προσευχή είναι χάρη. Την δίνει ο Θεός, όταν υπάρχει ζήλος και ταπείνωση. 
Πολέμησε γενναία τον μισόκαλο που σε φθονεί, υπόμενε ότι και αν σου συμβαίνει με καρτερία με υπομονή και πίστη. Μήν αφήνεις να σε τυρρανάει ο εχθρός της ψυχής σου, εμφανίζεται με ένδυμα προβάτου θέλει δήθεν το συμφέρον της ψυχής σου. 
Έχε εμπιστοσύνη στον Κύριο για όλα και αυτός θα σε διαθρέψει σε ώρα λιμού. 
Με ένα καλό λόγο για τον πλησίον σου, υπερασπίζοντάς τον αγοράζεις τον Παράδεισο. 
Η μετάνοια πρέπει να γίνεται όχι για τον φόβο της τιμωρίας αλλά διότι αμαρτήσαμε προς το Θεό. 
Γλύκανε τη σκέψη σου με λογισμούς παραμυθίας και ελπίδας, τα λόγια σου πύρωσέ τα με τη θέρμη της αγάπης στον Νυμφίο σου θυμήσου τα δικά σου παθήματα τα οποία υπέστη για σένα για να μείνεις σταθερή, αφοσιωμένη και ταπεινή. 
Παράδωσε τον εαυτό σου ολόκληρο στην προστασία και σκέπη της Παναγίας. 


Την φιλοξενία παιδί μου να την αγαπάς γιατί αυτή είναι που ανοίγει τις πύλες του Παραδείσου. Με αυτή φιλοξενείς κι’ Αγγέλους «Ξένους ξένιζε ίνα μή τω Θεώ ξένη γένη». 

Μην τρέχετε στα ψαλτήρια και στους ύμνους, πολύ με λυπεί αυτό το πράγμα. Πιο σιγά ψάλλετε για να συμμετέχει ο νούς και η καρδιά σας σε ότι λέτε. Εγώ θα ήθελα να κλαίτε όταν ψάλλετε, αλλά αυτό για σας... Να δώ πότε θα μάθετε να κλαίτε. Οι παλιοί Μοναχοί κρατούσαν πάντοτε μαντήλια στις ακολουθίες.

Οι Άγιοι Πατέρες υπετάσσοντο με απλότητα σαν μικρά παιδιά σε ότι τους έστελνε ο Θεός, «Έτσι το θέλεις, ας γίνει το θέλημά σου». 

Η φιλοξενία.... η μεγαλύτερη των αρετών. Επισύρει τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. 

Στο πρόσωπο κάθε ξένου, παιδί μου, βλέπω τον ίδιο το Χριστό. 

Η θλίψη είναι ευάρεστη στο Θεό εφ’ όσον δε μας αφαιρεί το θάρρος ν’αγωνιζόμαστε. 

Είναι απαραίτητο και συμφέρον να γίνεται κατά περιόδους μια γενική αυτοεξομολόγηση (μνήμη όλων των προτέρων αμαρτημάτων). Το έκαναν και οι Άγιοι. 

Χρειάζεται καλλιέργεια για να έχουμε την αγάπη προς όλους με το μέτρο που θέλει ο Χριστός. 

Όλα τα ζητήματά σου να τ’ αφήσεις στα χέρια του Θεού. Ό,τι θέλεις να το ζητάς σαν το παιδί από τον πατέρα του. 

Η ευχή είναι δωρεά του Θεού. Να ζητάς πάντα με ελπίδα. 

Δε θα μας σώσουν, αδελφέ μου τα έργα μας, αλλά το άπειρο έλεος του Θεού. Απόκτησε θάρρος και υπομονή στον αγώνα σου. 

Σε φθονεί ο Σατανάς παιδί μου, γιατί άφησες τον κόσμο με τις κοσμικές τιμές και δόξες και ήρθες εδώ με τη θέλησή σου, στο στάδιο που θα μας υποτιμήσουν, θα μας περιφρονήσουν πολλοί.... 
 
Από το βιβλίο «Ο γέροντας Αμφιλόχιος Μακρής. 
Μια σύγχρονη μορφή της Πάτμου», 
έκδοση Επτάλοφος

Ο ΑΓΙΑΣΜΟΣ:Τι πρέπει να γνωρίζουμε!

 
 
Λίγα λόγια γενικά
 
      Η Αγία μας Εκκλησία εκτός από τα επτά Μυστήρια δια των οποίων χαρίζεται, μετοχετεύεται, προσφέρεται και παρέχεται η αγιαστική Χάρις του Αγίου Πνεύματος έχει και κάποιες άλλες τελετές με τις οποίες παρέχεται χάρις, ευλογία, θεραπεία και πνευματική ωφέλεια στους πιστούς αλλά και στην κτίση ολόκληρη.

      Μεταξύ αυτών είναι και ο Αγιασμός των Υδάτων, Ακολουθία που με τις ευχές που περιέχει, ο Ιερέας παρακαλεί τον Θεό όπως το νερό αγιασθή και αποκτήσει «δύναμη καθαρτική και ενέργεια, γίνει δώρο αγιασμού, αμαρτημάτων λυτήριον, ίαμα ψυχών και σωμάτων, προς πάσαν ωφέλειαν επιτήδειον». Επίσης παρακαλεί τον Θεό το νερό του Αγιασμού να διώχνει μακριά τον κίνδυνο από ορατούς και αόρατους εχθρούς ,έτσι ώστε εκείνοι που το λαμβάνουν να το χρησιμοποιούν για την ευλογία των σπιτιών τους, για τον αγιασμό των  ψυχών και των σωμάτων τους και να παίρνουν πλούσια την  χάρι της Αγίας Τριάδος που είναι« η πηγή του αγιασμού και πάσης χάριτος».
 
Πότε τελείται ο Αγιασμός
Κάθε πρώτη του μηνός η Εκκλησία τελεί στους Ναούς τον Αγιασμό, ενώ κατά την επιθυμία των πιστών τελείται και σε άλλες περιπτώσεις της καθημερινής μας ζωής όπως κατά την θεμελίωση νέου σπιτιού η άλλης οικοδομής, κατά τα εγκαίνια του νέου σπιτιού, του νέου καταστήματος, του νέου αυτοκινήτου, του Σχολικού έτους, του Κατηχητικού έτους και άλλων πνευματικών δραστηριοτήτων, τελείται για ευόδωση της εργασίας, για ίαση ασθενειών, κατά της βασκανίας και των άλλων δαιμονικών επιθέσεων κ.τ.λ.Στα Ευχολόγια της Εκκλησίας μας(Μεγάλο και Μικρό)υπάρχουν πάρα πολλές ευχές η οποίες λέγονται ανάλογα με την περίσταση που ο Ιερέας τελεί τον Αγιασμό, ενώ είναι αυτονόητο ότι για να υπάρξουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα μετά την τέλεση του, απαιτείται η ενσυνείδητη συμμετοχή του πιστού και η επιθυμία του να προσελκύσει με τον προσωπικό του αγώνα την Θεία Χάρι.
 
Τι είναι Αγιασμός;
«Αγιασμός των Υδάτων είναι η τελε-τουργική Πράξη δια  της οποίας το νερό καθαγιάζεται με ορισμένες Ευχές και επικλήσεις της επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος, καθώς και με την σταυροειδή ευλογία και εμβάπτιση του Τιμίου Σταυρού. Η Τελετή αυτή λέγεται Αγιασμός ακριβώς γιατί με το ευλογημένο νερό, με την μετάληψη και τον ραντισμό πιστεύουμε ότι αγιαζόμαστε και καθαριζόμαστε από τις αμαρτίες μας. Γι΄ αυτό παρακαλούμε τον Θεό όπως το αγιασμένο νερό  θεραπεύσει τις ψυχές και τα σώματα μας και να αποτρέψει κάθε σατανική δύναμη».
Η χρησιμοποίηση αγιασμένου νερού συναντάται σε πολύ παλαιούς χρόνους της ζωής των χριστιανών. Από αρχαίους Εκκλησιαστικούς ιστορικούς μαθαίνουμε για θαύματα που έγιναν με τον ραντισμό του αγιασμένου νερού. Επίσης υπάρχει μαρτυρία η οποία μας πληροφορεί ότι Αγιασμός γινόταν κάθε μήνα στο παλάτι της Κωνσταντινουπόλεως παρουσία των Βασιλέων. Έτσι εξηγείται και το τροπάριο «Σώσον Κύριε τον λαόν Σου…νίκας τοις βασιλεύσι..»που ψάλλεται όταν βαπτίζεται ο Τίμιος Σταυρός στο νερό.
 
Υπάρχει διαφορά Μικρού και Μεγάλου Αγιασμού;
«Ο Αγιασμός είναι Αγιασμός, είτε δίδεται την παραμονή των Φώτων, είτε την ίδια ημέρα είτε στο σπίτι. Δεν έχει διαφορά ο μικρός από τον μεγάλο αγιασμό. Λέγεται Μικρός η Μεγάλος, επειδή οι ευχές είναι μικρότερες ή μεγαλύτερες, επειδή παρατείνεται περισσότερο η λιγότερο η σχετική ακολουθία. Θεαματικά είναι αυτά. Δεν σημαίνουν ουσία προκειμένου περί του καθαρού νερού που βρίσκεται στην λεκάνη. Το αγιασμένο νεράκι του Μικρού Αγιασμού, διατηρείται χρόνια όπως και το νεράκι του Μεγάλου λεγομένου Αγιασμού» .
 
Η Ακολουθία.
  Η ακολουθία του μικρού Αγιασμού που τελείται τακτικότερα (ενώ του Μεγ. Αγιασμού τελείται δύο φορές τον χρόνο παραμονή και ανήμερα των Θεοφανείων) ξεκινά με την ανάγνωση του «Κύριε εισάκουσον της προσευχής μου..»και συνεχίζεται με την ψαλμωδία τροπαρίων της Παναγίας μας καθώς και του Αγίου μας. Αφού διαβαστεί  ο ψαλμός« Ελέησον με ο Θεός…» ψάλλεται ο Κανόνας της Παναγίας τα τροπάρια του οποίου αντιστοιχούν στα 24 γράμματα της Αλφαβήτου (Ακροστιχίδα).Κατόπιν αφού ψάλλούν και άλλα τροπάρια (επί το πλείστον της Παναγίας) ακολουθεί ο Τρισάγιος Ύμνος, ο Απόστολος ο οποίος αναφέρεται στην επιθυμία του Κυρίου να μας αγιάσει και να μας σώσει σαν αδελφούς και παιδιά του και το Ευαγγέλιο το οποίο αναφέρεται στο νερό της κολυμβήθρας της Βηθεσδά το οποίο αφού αγιαζόταν με την παρουσία Αγγέλου θεράπευε τις σωματικές ασθένειες των ανθρώπων. Στην συνέχεια λέγονται οι δεήσεις και οι ευχές δια των οποίων αγιάζεται το νερό και ιδιαιτέρως την στιγμή που ο Ιερέας το ευλογεί σταυροειδώς με το χέρι του. Ακολουθεί η «Βάπτιση» του Τιμίου Σταυρού στο αγιασμένο νερό, ο ραντισμός του χώρου που τελείται η ακολουθία, η ευλογία των πιστών με το αγιασμένο νερό και η προσκύνηση του τιμίου Σταυρού. Κατόπιν διαβάζεται η για την περίσταση κατάλληλη Ευχή, μνημονεύονται τα ονόματα για χάρη των οποίων τελείται ο Αγιασμός και γίνεται Απόλυση.
Τι χρειάζεται;
Για να τελεσθεί ο Αγιασμός χρειάζεται μια μικρή λεκάνη με καθαρό νερό, λίγο βασιλικό η δενδολίβανο, το θυμιατήρι του σπιτιού και το κανδήλι. Ο Ιερέας θα έχει μαζί του το επιτραχείλιο, το Ευαγγέλιο, τον Σταυρό και το «Ευχολόγιο». Σε ένα χαρτί γράφουμε τα ονόματα της Οικογένειας μας η οποία πρέπει να είναι παρούσα  και συμπροσευχόμενη στην ακολουθία.
 
Κάτι σαν επίλογος.
«Μπορούμε στο σπίτι μας να έχουμε Αγιασμό, αρκεί να μην τον ξεχνάμε στο εικονοστάσι, αλλά να τον χρησιμοποιούμε κάθε φορά που παρουσιάζεται ανάγκη». Είναι ευλογία και μια «καλή και ευλογημένη συνήθεια» να πίνουμε καθημερινά Αγιασμό πριν πάρουμε το πρωινό μας και αφού έχουμε πλύνει το πρόσωπο μας εκτός βέβαια  αν έχουμε να κοινωνήσουμε των Αχράντων Μυστηρίων. Αν κοινωνήσουμε τότε τρώμε πρώτα το Αντίδωρο μας και ύστερα πίνουμε τον Αγιασμό.
Με την καθημερινή επαφή μας με τον Αγιασμό βάζουμε ολόκληρη την ημέρα μας κάτω από την ευλογία του Θεού ενώ δεν παραλείπουμε την συμμετοχή μας τακτικά στο Ποτήριο της Ζωής με την Κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Χριστού μας γεγονός που μας χαρίζει τον κατ΄ εξοχήν Αγιασμό, την Ευλογία και την Σωτηρία. 
Αγιασμός και Θεία Κοινωνία δεν μπορούν να συγκριθούν. Ο Αγιασμός είναι νεράκι το οποίο αγιάστηκε από την Χάρη του Θεού ενώ η Θεία Κοινωνία είναι ο ίδιος το Θεός, το Σώμα Του και το Αίμα Του.
Ο Αγιασμός (Μέγας) προτείνεται από τους πνευματικούς σε κάποιες περιπτώσεις όπου ο εξομολογούμενος έχει πέσει σε κάποιο αμάρτημα και δεν έχει ευλογία να κοινωνήσει. Ο πνευματικός του λοιπόν του προτείνει να νηστέψει και να πιει Αγιασμό για να παρηγορηθεί. Ο Αγιασμός δεν αντικαθιστά την Θεία Κοινωνία, η οποία είναι το υπέρτατο δώρο του Θεού στον άνθρωπο.
 
 
πηγή: Με παρρησία

Γέροντας Παΐσιος-Συζήτηση μέ τους λογισμούς..


- Γέροντα, όταν έρχεται ένας λογισμός υπερήφανος, υ…ποφέρω.
Τον κρατάς μέσα σου;-Ναί.Γιατί τον κρατάς; Νά του κλεινής την πόρτα. Άμα τον κρατάς μέσα σου, ζημία έχεις. Έρχεται ό λογισμός σαν τον κλέφτη, του ανοίγεις την πόρτα, τον βάζεις μέσα, πιάνεις κουβέντα μαζί του, και μετά εκείνος σε κλέβει. Με τον κλέφτη πιάνει κανείς κουβέντα; Όχι μόνον κουβέντα δέν πιάνει, αλλά κλειδώνει την πόρτα, γιά νά μην μπή μέσαΜπορεί ακόμη καί νά μή συζήτησης μαζί του, αλλά γιατί νά τον άφήσης νά περάση; Ας πούμε ένα παράδειγμα· δέν λέω ότι έχεις τέτοιους λογισμούς, αλλά άς υποθέσουμε ότι σου έρχεται ένας λογισμός ότι μπορούσες νά είσαι εσύ Γερόντισσα. Εντάξει, ήρθε ό λογισμός.Μόλις ερθη, πες στον εαυτό σου: «πολύ καλά· θέλεις νά είσαι Γερόντισσα; γίνε πρώτα στον εαυτό σου Γερόντισσα», οπότε αμέσως κόβεις την συζήτηση. Τί, με τον διάβολο θά συζητάμε; Βλέπεις, όταν ό διάβολος πήγε νά πειράξη τον Χριστό, Εκείνος του είπε: «­Ύπαγε οπίσω μου, σατανά»[1]. Αφού ό Χριστός είπε στον διάβολο: «άντε πήγαινε…», εμείς τί νά συζητάμε;
- Γέροντα, είναι κακό νά συζητάω έναν αριστερό λογισμό, γιά νά δώ άπό που προέρχεται;
- Το κακό είναι ότι δέν συζητάς με τον λογισμό, όπως νομίζεις, άλλα με το ταγκαλάκι. Περνάς ευχάριστα εκείνη τήν ώρα, μετά όμως παιδεύεσαι. Νά μή συζητάς καθόλου τέτοιους λογισμούς. Νά πιάνης τήν χειροβομβίδα καί νά τήν πετάς στον εχθρό, γιά νά τον σκοτώσης. Ή χειροβομβίδα έχει τήν ιδιότητα νά μή σκάη αμέσως, αλλά μετά δύο-τρία λεπτά. Έτσι καί ό αριστερός λογισμός, αν τον δίωξης αμέσως, δέν μπορεί νά σε βλάψη.
Αλλα εσύ μερικές φορές δέν έχεις εγρήγορση, δέν λές τήν ευχή, καί δέν μπορείς νά άμυνθής. Έρχεται το τηλεγράφημα του διαβόλου άπ’ εξω, το παίρνεις, το διαβάζεις, το ξαναδιαβάζεις, το πιστεύεις καί τό περνάς στο αρχείο. Αυτούς τους φακέλους θά τους παρουσίαση τό ταγκαλάκι τήν ήμερα της Κρίσεως, γιά νά σε κατηγορήση
- Γέροντα, πότε ή προσβολή ενός αριστερού λογισμού είναι πτώση;
- Έρχεται ό λογισμός και τόν διώχνεις αμέσως. Αυτό δεν είναι πτώση. Έρχεται και τόν συζητάς. Αυτό είναι πτώση. Έρχεται, τόν δέχεσαι λίγο και μετά τόν διώχνεις. Αυτό είναι μισή πτώση, γιατί και τότε έχεις πάθει ζημιά, επειδή μόλυνε ό διάβολος τόν νου σου. Δηλαδή είναι σαν να ήρθε ό διάβολος και του είπες: «Καλημέρα, τί γίνεται; Καλά; Κάθησε να σέ κεράσω. Α, ό διάβολος είσαι; Φύγε τώρα». Αφού είδες ότι είναι ό διάβολος, γιατί τόν έβαλες μέσα; Τόν κέρασες και θά ξανάρθη.

«Απόσπασμα από τις σελίδες 62-68 του βιβλίου: ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΛΟΓΟΙ Γ΄ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ» ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Πηγή:Τάλαντο
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...