Saturday, 15 December 2012

The Soul Needs Repetition For Proper Cultivation


by St. Nikolai Velimirovich

"Wherefore I will not be negligent to put you always in remembrance of these things, though you know them, and be established in the present truth" (2 Peter 1:12).

The plower sows in the field. Does not the plower repeat the same task every second? How would he, therefore, plow the field if not plowing from morning to dusk deepening furrow after furrow?

The traveler walks the road. Does not the traveler repeat the same task every second with the same effort? How else would he have traveled the road and reached his destination?

The carpenter prepares the boards in his workshop. Does not the carpenter repeat the same task with every board, with the same labor? How else would he be able to prepare the ordered amount of prepared boards?

Brethren, is not all of our beneficial works comprised of strands and strands of repetition? Therefore, let not the preacher of the truth become slothful and let him not say: "I told them so and I will not repeat it!" Let not the hearer of the truth become proud and let him not say: "I heard it once and I do not need to hear it again!"

O preacher of the truth, do not be afraid to repeat and to repeat: that through repetition you teach and by repetition you remind. Without repetition even the field is not plowed, nor the path traveled, nor the framework [rafters] of the house prepared. And you [preacher of the truth] are to plow, to lead and to prepare.

O hearer of the truth, do not become proud and do not say that you heard the truth once. Truth is food for the soul. You have eaten bread today, yesterday and the day before yesterday and for months and years past. And again you will eat it, so that your body would be healthy. Nourish also the soul. Nourish it with the truth, the same truth, yesterday, today and tomorrow and until death so that your soul may be healthy, strong and radiant.

O Lord Jesus, nourish us every day and every hour with Your truth which is Yourself O Jesus, sweet nourishment! To You be glory and thanks always. Amen.

Friday, 14 December 2012

ΑΚΤΙΝΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

 
Υπάρχουν τρεις κατηγορίες ανθρώπων πού πάνε να εξομολογηθούν:
Ή πρώτη κατηγορία, περιλαμβάνει αυτούς πού πάνε για πρώτη και τελευταία φορά, χωρίς απόφαση μετανοίας και βρίσκονται στο εξομολογητήριο από περιέργεια. Μετά οί περισσότεροι χάνονται. Σπάνια μπορεί κάποιοι απ’ αυτούς, καλοπροαίρετοι, να προστρέξουν ξανά στο ευλογημένο Μυστήριο. Εδώ σ’ αυτές τις ψυχές δεν υπάρχει μετάνοια, αλλά διακρίνεις περιέργεια, αμφιβολίες πολλές και αινιγματικά χαμόγελα. Πολλές φορές αυτοί με ερωτήσεις αδιάκριτες, προσπαθούν να εξομολογήσουν τον Πνευματικό και όλα τα κρίνουν με τον «επάρατο» ορθολογισμό. Αν θελήσει να τους βοηθήσει λίγο ο Πνευματικός με καμιά ερώτηση, διακριτικά βέβαια, για να βγουν τα φίδια (αμαρτίες) από την ψυχή τους, οι περισσότεροι δεν απαντούν με ειλικρίνεια και συνήθως μετέπειτα τον κατηγορούν, ότι δήθεν τους σκανδάλισε με κάποιες ερωτήσεις πού τους έκανε. «Προφάσεις εν αμαρτίαις». Σημειώνουμε ότι ό Πνευματικός ρωτάει όταν υπάρχει διστακτικότητα και δεν μιλάν οι εξομολογούμενοι και το κάνει αυτό από αγάπη και πόνο στις ψυχές. Ή τέτοιου είδους εξομολόγηση είναι για τον Πνευματικό πολύ επίπονη και κουραστική. Ρωτάμε: Μπορούν αυτές οι ψυχές να ελευθερωθούν και να σωθούν με τέτοια πίστη και με τέτοια στάση έναντι του Θεού, του Μυστηρίου και του Πνευματικού τους Πατέρα;
Ή δεύτερη κατηγορία ανθρώπων. Αυτοί οί αδελφοί πάνε και εξομολογούνται πιο συχνά, έχουν μεγαλύτερη συναίσθηση του Μυστηρίου από τους εξομολογουμένους της πρώτης κατηγορίας. Όμως, αυτοί το κάνουν για να περνούν καλά εδώ σ’ αυτή τη γη και να μην έχουν πειρασμούς. Ή πίστη τους κλονίζεται εύκολα και δεν έχουν συνειδητοποιήσει τί γίνεται στον Ουρανό. Τι έλεγε όμως ό Αββάς; «έπαρον τους πειρασμούς και ουδείς ό σωζόμενος». Αυτοί συνήθως δουλεύουν σε δυο κυρίους, λίγο στο Χριστό και πιο πολύ στον κοσμοκράτορα σατάν. Αν και ευεργετήθηκαν από την εξομολόγηση και το Χριστό πάρα πολύ, τρέχουν στο Μυστήριο ιδίως, όταν τους πάνε, όπως λένε, «όλα ανάποδα». Συνήθως στις εξομολογήσεις τους λένε για τους άλλους και τί τους έκαναν οί άλλοι και πολύ λίγο για τον εαυτό τους. Αν τους πει κάτι ό Πνευματικός πού δεν είναι της αρεσκείας τους και δεν θα ήθελαν να το ακούσουν, αντιδρούν και σκυθρωπούν, σε σημείο να κρατούν και κακία ή να σκέφτονται να φύγουν. Θέλουν το λόγο να τον έχουν αυτοί, να επιβάλλουν την άποψη τους και τότε ηρεμούν. Τι έλεγε όμως ό Αββάς; «άκουε μονάς Πατρός σου νουθεσίας ποιου προς αυτόν ταπεινάς αποκρίσεις και λέγε τους λογισμούς σου ώς τω Θεώ». Ας είναι ευλογημένοι οι υπάκουοι.
Επιθυμία τους είναι να αναπαύουν πάντα τον εαυτό τους, χωρίς να έχουν διάθεση θυσίας. Συνήθως είναι θυμώδεις, φιλάργυροι και ανελεήμονες προς τους άλλους. Αρέσκονται να προστρέχουν σε διάφορα προσκυνήματα – καλό είναι βέβαια, αλλά συνήθως δεν υπάρχει και σ’ αυτό καθαρότητα και καλή προαίρεση. Έχουν περιέργεια, είναι σπάταλοι για την οικογένεια και τον εαυτό τους, δεν είναι ολιγαρκείς, κάνουν κακούς λογισμούς και τους καλλιεργούν, τρέχουν ν’ ακούσουν και να δουν διαφόρους Γεροντάδες και το χειρότερο δεν τρέφουν Ιδιαίτερη αγάπη και εκτίμηση στον Πνευματικό τους. Πολλές φορές του καταλογίζουν και πολλές παραξενιές και αν τους δοθεί ευκαιρία, μπορεί εύκολα να τον αλλάξουν, επειδή δήθεν είναι αυστηρός, χωρίς άλλη αιτία. Τους αρέσει να εμμένουν στα πάθη τους.
Λένε πολλά λόγια και έχουν λίγες καλές πράξεις. Με επιμέλεια προσέχουν μην τυχόν και χάσουν χρόνο και χρήμα για τον συνάνθρωπο τους και θιγεί το «εγώ» τους. Όπως βλέπουμε και σ’ αυτή την περίπτωση των εξομολογουμένων δεν υπάρχει Μετάνοια, αλλά αχαριστία, φιλαυτία, εγωισμός, κενοδοξία, υποκρισία, Φαρισαϊσμός και ανυπακοή. Ρωτούν τον Πνευματικό για κάποιες υποθέσεις τους «χάριν υπακοής», αλλά πάντα κάνουν το δικό τους, για το όποιο έχουν ήδη προαποφασίσει. Αν κάποιοι κοσμικοί άνθρωποι, πού είναι άγευστοι της πνευματικής ζωής τους πούνε να πάνε για το «καλό» δήθεν σε μέντιουμ, χαρτορίχτρες, καφετζούδες και αγύρτες, είναι έτοιμοι κι’ αυτό να το κάνουν. Η θρησκοληψία είναι αρρώστια.
Δρουν και κινούνται πάντα στο θέλημά τους και δεν υποτάσσονται στο θέλημα του Θεού. Ρωτούμε: Έτσι μπορεί να κάνη Καρπούς του Αγίου Πνεύματος ή ψυχή; (Γαλατάς Ε’, 22). Ό Χριστός μας τονίζει με έμφαση: «Ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν ή γαρ τον ένα μισήσει και τον έτερον αγαπήσει, ή ενός ανθέξεται και του ετέρου καταφρονήσει, ου δύνασθε Θεώ δουλεύειν και μαμωνά». (Ματθαίον ΣΤ’, 24). Ό Θεός να
μας φυλάγει απ’ αυτήν την κατάσταση.
Ή τρίτη κατηγορία και ή πιο ευλογημένη. Όσοι πιστοί ανήκουν στην κατηγορία αυτή, αντελήφθησαν τί γίνεται με την αιωνιότητα και πήραν για καλά το δρόμο της Σωτηρίας. Εξομολογούνται με ειλικρινή μετάνοια, συντριβή και πολύ καθαρά, κάνουν φιλότιμη υπακοή, υπέταξαν το θέλημα τους, στο θέλημα του Θεού δια μέσω του Πνευματικού. Βάζουν κάθε μέρα αρχή μετανοίας, σπεύδουν συχνά στο Μυστήριο και επικοινωνούν με τον Πνευματικό για σοβαρά θέματα. Προσπαθούν να μην τον κουράζουν άσκοπα, αντίθετα τον συμπαραστέκονται ποικιλότροπα στο έργο της δύσκολης ποιμαντικής του διακονίας. Δεν είναι αδιάφοροι, προσεύχονται γι’ αυτόν και για όλο τον κόσμο. Πολεμούν, τους κακούς λογισμούς με την ευχή: «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησαν με». Δεν κατηγορούν τους συνανθρώπους τους, αλλά πολύ περισσότερο δεν κατηγορούν και δεν συκοφαντούν τον εξομολόγο τους, ό οποίος γίνεται γέφυρα για τη Σωτηρία τους. Καταλαβαίνουν ότι αναλώνει το χρόνο και τη ζωή του γι’ αυτούς χωρίς να έχει προσωπικό κέρδος και συμφέρον. Ακόμη δεν αφήνουν ούτε ένα λογισμό κακό να πέραση από την διάνοια τους για τον Πνευματικό τους Πατέρα και Οδηγό. Μισούν την αμαρτία. Δεν παρεξηγούνται με ότι και αν τους πει, με ότι και αν τους ρωτήσει, έστω και να τους μαλώσει προς διόρθωση, γιατί νοιώθουν ότι το κάνη από αγάπη για τη λύτρωση τους. Γνωρίζουν οι ψυχές αυτές, με τη φώτιση πού τους έχει δώσει το Άγιο Πνεύμα, λόγω της ταπεινώσεως και της υπακοής πού έχουν, ότι ό Πνευματικός έχει εμπειρία από τις παγίδες πού στήνει στους ανθρώπους ό διάβολος και ό κόσμος. Έτσι μ’ αυτό τον τρόπο προφυλάγει τις ψυχές τους από τις αμαρτίες και τον αιώνιο θάνατο. Τους οδηγεί σε Αγγελική πολιτεία.
Είναι ελεήμονες, δεν υπολογίζουν χρήμα, χρόνο, κόπο και μόχθο, γιατί πιστεύουν ότι ό Θεός τους ενισχύει και τους ελεεί και ότι από Αυτόν προέρχεται «παν δώρημα τέλειον». Αυτοί οι άνθρωποι φτωχοί να είναι, λίγα να έχουν, θα κάνουν και ελεημοσύνες. Τέλος έχουν μνήμη θανάτου, ζουν στη γη και πολιτεύονται στον Ουρανό, είναι έτοιμοι ακόμη και για μαρτύριο, προς χάριν της Αγίας Πίστεώς μας και της αγάπης προς τον Χριστό, να πάνε. Πώς λοιπόν να μην αναπεύεται ή Αγία Τριάδα αλλά και ό Πνευματικός εξομολόγος μ’ αυτές τις ψυχές; Γι’ αυτό βλέπουμε αυτούς τους ανθρώπους να ανεβαίνουν πνευματικά την Ουρανοδρόμα κλίμακα των αρετών με διάκριση και ταπείνωση. «Δεύτε και αναβώμεν εις το όρος του Θεού ημών».
Ας προσευχηθούμε και ας αγωνισθούμε αδελφοί μου να ενταχθούμε στην τρίτη κατηγορία, γιατί μόνον έτσι θα αξιωθούμε να δούμε Πρόσωπον Θεού και να περάσουμε «εν ειρήνη» και αθόρυβα απ’ αυτήν την γη, την πρόσκαιρη πατρίδα μας, αλλά κυρίως να μας συμπεριλάβει ό Πανάγαθος Κύριος μας στους σεσωσμένους της Ουρανίου ζωής μεταξύ των Αγίων Του, «ένθα ουκ εστί πόνος, ου λύπη, ου στεναγμός αλλά ζωή ατελεύτητος» Αμήν.
«Οι άνθρωποι πού αλλάζουν Πνευματικό Οδηγό χωρίς σοβαρό λόγο, δεν κάνουν καρπούς άξιους της μετανοίας» (Ματθ. 3, 8)
«Στις πονηρές ημέρες μας, ή ευσέβεια, ή ευλάβεια, ή αφιλαργυρία, ό φόβος τον Θεού, ή αγάπη και ό πόνος για τις ψυχές, θεωρούνται από τους ανθρώπους του κόσμου τούτου ως παραξενιά». Δεν σας θυμίζει λίγο αυτό το πνεύμα του κόσμου, πού επικρατεί στις ημέρες μας, τα χρόνια του Προφήτου Νώε;
Ό Χριστός μας υπενθυμίζει: «Γίνου πιστός άχρι θανάτου και δώσω σοι το στέφανον της ζωής» (Αποκάλυψις 2, 10).
«Όπου Μοναστήρι κι’ Εκκλησία, εκεί δεν υπάρχει φυλακή»
«Οι αιρετικοί οργανώνονται και κάνουν τεράστιες αίθουσες, εμείς οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, δεν πρέπει να Οργανωθούμε;»
 
Έκδοση: Ιερού Ησυχαστηρίου Αγίου Αθανασίου και Αγίας Ακυλίνης.
Πηγή: oparadeisos

Διψά η ψυχή μου τον Κύριο και με δάκρυα Τον ζητώ

Διψά η ψυχή μου τον Κύριο και με δάκρυα Τον ζητώ. Πώς να μη Σε ζητώ ; Σύ με ζήτησες πρώτος και μου έδωσες να γευθώ την γλυκύτητα του Αγίου Πνεύματος , και η ψυχή μου Σε αγάπησε έως τέλους.

Βλέπεις, Κύριε , τη λύπη και τα δάκρυά μου... Αν δεν με προσείλκυες με την αγάπη Σου, δεν θα Σε ζητούσα όπως Σε ζητώ. Αλλά το Πνεύμα Σου το Άγιο μου έδωσε το χάρισμα να Σε γνωρίσω και χαίρεται η ψυχή μου, γιατί Σύ είσαι ο Θεός μου και ο Κύριος μου και Σε διψώ μέχρι δακρύων.

* * *

Επιποθεί η ψυχή μου τον Θεό και Τον ζητώ, με δάκρυα. Εύσπλαχνε Κύριε, Εσύ βλέπεις την πτώση μου και τη θλίψη μου. Ταπεινά, όμως, παρακαλώ το έλεός Σου: Δώσε σ΄ εμένα, τον αμαρτωλό τη χάρη του Αγίου Σου Πνεύματος. Η μνήμη της οδηγεί το νου μου να ξαναβρεί την ευσπλαγχνία Σου.

Κύριε, δώσε μου πνεύμα ταπεινώσεως, για να μη χάσω πάλι τη χάρη Σου και αρχίσω να θρηνώ γι΄ αυτήν, όπως θρηνούσε ο Αδάμ για τον παράδεισο και τον Θεό.

* * *

Τον πρώτο χρόνο της ζωής μου στο Μοναστήρι, γνώρισε η ψυχή μου τον Κύριο με το Άγιο Πνεύμα.

Πολύ μας αγαπά ο Κύριος· αυτό το έμαθα από το Άγιο Πνεύμα που μου έδωσε ο Κύριος κατά το μέγα Του έλεος.

Εγήρασα και ετοιμάζομαι για το θάνατο, και γράφω την αλήθεια για χάρη του λαού.
Το Πνεύμα του Χριστού, που μου έδωσε ο Κύριος, θέλει να σωθούν όλοι, να γνωρίσουν όλοι τον Θεό.

Ο Κύριος έδωσε στον ληστή τον παράδεισο· έτσι θα δώσει τον παράδεισο και σε κάθε αμαρτωλό. Εγώ ήμουν χειρότερος και από ένα βρωμερό σκύλο, εξαιτίας των αμαρτιών μου· σαν άρχισα όμως να ζητώ συγχώρεση από τον Θεό, Αυτός μου έδωσε όχι μόνο τη συγχώρεση, αλλά και το Άγιο Πνεύμα, και έτσι με το Άγιο Πνεύμα γνώρισα τον Θεό .
Βλέπεις αγάπη που έχει ο Θεός για μας; Ποιος, στ΄ αλήθεια, θα μπορούσε να περιγράψει αυτή την ευσπλαγχνία;

Αδελφοί μου, πέφτω στα γόνατα και σας παρακαλώ. Πιστεύετε στο Θεό, πιστεύετε ότι υπάρχει το Άγιο Πνεύμα, που μαρτυρεί για τον Θεό σε όλους τους ναούς μας και στην ψυχή μου.

Το Άγιο Πνεύμα είναι αγάπη. Και η αγάπη αυτή πλημμυρίζει όλες τις ψυχές των ουρανοπολιτών αγίων. Και το ίδιο Άγιο Πνεύμα είναι στη γη, στις ψυχές όσων αγαπούν τον Θεό.

Εν Πνεύματι Αγίω όλοι οι ουρανοί βλέπουν τη γη, ακούν τις προσευχές μας και τις προσφέρουν στον Θεό.

Ο Κύριος είναι ελεήμων, αυτό το γνωρίζει η ψυχή μου, αλλά δεν μπορώ να το περιγράψω. Είναι υπερβολικά πράος και ταπεινός, και όταν Τον δει η ψυχή, τότε αλλάζει και γεμίζει από αγάπη για τον Θεό και τον πλησίον και γίνεται και η ίδια πραεία και ταπεινή. Αλλ΄ αν χάση ο άνθρωπος τη χάρη αυτή, τότε θα κλαίει σαν τον Αδάμ μετά την έξωση του από τον παράδεισο. Οδυρόταν ο Αδάμ και όλη η έρημος άκουγε τους στεναγμούς του. Έχυνε δάκρυα πικρά από τη θλίψη για πολλά χρόνια.
Έτσι και η ψυχή που γνώρισε τη χάρη του Θεού και μετά την έχασε, πονά για τον Θεό και λέει:

«Διψά η ψυχή μου τον Κύριο και Τόν αναζητώ με δάκρυα».

* * *

Είμαι μεγάλος αμαρτωλός, και όμως είδα την άμετρη αγάπη και το έλεος του Θεού για μένα.

Από τα παιδικά μου χρόνια προσευχόμουν για όσους με πρόσβαλλαν και έλεγα: «Κύριε, μη τους καταλογίσεις αμαρτίες για όσα μου κάνουν». Αλλά, αν και μου άρεσε να προσεύχομαι, δεν απέφυγα την αμαρτία. Ο Κύριος, όμως, δεν θυμήθηκε τις αμαρτίες μου και μου έδωσε αγάπη για τους ανθρώπους. Η ψυχή μου επιθυμεί να σωθεί όλη η οικουμένη, να εισέλθουν όλοι στη Βασιλεία των Ουρανών, να δουν τη δόξα του Κυρίου και να απολαύσουν την αγάπη του Θεού.

Κρίνω από τον εαυτό μου: Αν ο Κύριος αγάπησε εμένα τόσο πολύ, αυτό σημαίνει ότι αγαπά όλους τους αμαρτωλούς, όπως αγάπησε και εμένα.

Ω, η αγάπη του Κυρίου! Δεν έχω δυνάμεις να την περιγράψω, γιατί είναι άπειρα μεγάλη και θαυμαστή.

* * *

Η χάρη του Θεού δίνει δύναμη για να αγαπάς τον Αγαπημένο. Τότε η ψυχή έλκεται αδιάκοπα προς την προσευχή και δεν μπορεί να λησμονήσει τον Κύριο ούτε για ένα δευτερόλεπτο.

Φιλάνθρωπε Κύριε, πώς δεν λησμόνησες τον αμαρτωλό δούλο Σου, αλλά γεμάτος έλεος με είδες από τη δόξα Σου και μου εμφανίστηκες με ακατάληπτο τρόπο;

Εγώ πάντα Σε πρόσβαλλα και Σε έθλιβα. Εσύ όμως, Κύριε, για τη μικρή μου μετάνοια μού έδωσες να γνωρίσω τη μεγάλη Σου αγάπη και την άμετρη αγαθότητά Σου.

Το ιλαρό και πράο βλέμμα Σου έθελξε την ψυχή μου.

Τι να σου ανταποδώσω, Κύριε, ή ποιόν ύμνο να Σου προσφέρω;

Εσύ δίνεις τη χάρη Σου, για να φλέγεται αδιάλειπτα η ψυχή από αγάπη - και δεν βρίσκει πια ανάπαυση ούτε νύχτα ούτε μέρα από τη θεϊκή αγάπη.

Η μνήμη Σου θερμαίνει την ψυχή μου και τίποτε στη γη δεν την αναπαύει εκτός από Εσένα. Γι΄ αυτό Σε ζητώ με δάκρυα και πάλι Σε «χάνω» και πάλι ποθεί ο νους μου τη γλυκύτητά Σου, αλλά Εσύ δεν εμφανίζεις το Πρόσωπό Σου, που επιθυμεί η ψυχή μου νύχτα και ημέρα.

* * *

Κύριε , δώσε μου να αγαπώ μόνο Εσένα.

Εσύ με έπλασες, Εσύ με φώτισες με το άγιο βάπτισμα, Εσύ συγχωρείς τις αμαρτίες μου και μου δίνεις τη χάρη να κοινωνώ το τίμιο Σώμα και Αίμα Σου. Δώσε μου τη δύναμη να μένω πάντα κοντά Σου.

Κύριε, δώσε μου αδαμιαία μετάνοια και την αγία Σου ταπείνωση.

* * *

Η ψυχή μου πλήττει στη γη και ποθεί τα ουράνια.

Ο Κύριος ήρθε στη γη, για να μας οδηγήσει εκεί που μένει Αυτός, η Πανάχραντη Μητέρα Του, η Οποία Τον υπηρέτησε στη γη για τη δική μας σωτηρία, και οι μαθητές και ακόλουθοί Του.

Εκεί μας καλεί ο Κύριος παρόλες τις αμαρτίες μας.

Εκεί θα δούμε τους αγίους Αποστόλους, που δοξάζονται ως κήρυκες του Ευαγγελίου.

Εκεί θα δούμε τους αγίους προφήτες και ιεράρχες, τους διδασκάλους της Εκκλησίας.

Εκεί θα δούμε τους οσίους, που αγωνίστηκαν να ταπεινώσουν με τη νηστεία τη ψυχή τους. Εκεί δοξάζονται οι δια Χριστόν σαλοί, που νίκησαν τον κόσμο.

Εκεί θα δοξάζονται όλοι, όσοι νίκησαν τον εαυτό τους, όσοι προσεύχονταν για όλο τον κόσμο και σήκωσαν πάνω τους τη θλίψη όλου του κόσμου, γιατί είχαν την αγάπη του Χριστού - κι η αγάπη δεν μπορεί να υποφέρει την απώλεια έστω και μιας ψυχής.

Εκεί θέλει να σκηνώσει η ψυχή μου. Τίποτε το ακάθαρτο, όμως, δεν θα εισέλθει εκεί, όπου εισέρχονται με μεγάλες θλίψεις, με πολλά δάκρυα, με συντριβή πνεύματος. Μονάχα τα παιδιά, που φύλαξαν τη χάρη του αγίου βαπτίσματος, περνούν εκεί χωρίς θλίψεις και γνωρίζουν τον Κύριο εν Πνεύματι Αγίω.

* * *

Νοσταλγεί η ψυχή μου τον Θεό και προσεύχεται ημέρα και νύχτα, γιατί το όνομα του Κυρίου είναι γλυκό και πολυπόθητο για την ψυχή που προσεύχεται και την προσελκύει στην αγάπη του Θεού.

Έζησα πολύ καιρό στη γη και άκουσα και είδα πολλά. Άκουσα πολλή μουσική που γλύκαινε την ψυχή μου. Και σκεφτόμουν ότι, αν αυτή η μουσική είναι τόσο γλυκιά, τότε πολύ περισσότερο πρέπει να ευχαριστεί την ψυχή η ουράνια μελωδία, εκεί όπου εν Πνεύματι Αγίω δοξάζεται ο Κύριος για τα πάθη Του.

Η ψυχή ζει πολύ στη γη και αγαπά τα γήινα κάλλη. Αγαπά τον ουρανό και τον ήλιο, αγαπά τους όμορφους κήπους, τη θάλασσα και τα ποτάμια, τα δάση και τα λιβάδια. Αγαπά ακόμη η ψυχή και τη μουσική και όλα αυτά τα επίγεια την ευφραίνουν. Όταν, όμως, γνωρίσει τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, τότε δεν θέλει πια να βλέπει τα επίγεια.

* * *

... Κύριε πόσο πολύ αγαπάς τον άνθρωπο! ...

* * *

... Ω Κύριε, κάνε μας άξιους για τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος, για να κατανοήσομε τη δόξα Σου και να ζήσουμε στη γη με ειρήνη και αγάπη. Ας μην υπάρχουν πόλεμοι, κακία κι εχθροί κι ας βασιλεύσει μονάχα η αγάπη και έτσι δεν θα χρειάζονται πια στρατός και φυλακές και η ζωή θα είναι εύκολη σε όλη τη γη.

* * *

... Γνωρίζω, Κύριε, πως αγαπάς το λαό Σου, αλλά οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν την αγάπη Σου και θορυβούνται όλοι οι λαοί της γης και οι σκέψεις τους είναι σαν τα σύννεφα που τα παρασύρει ο άνεμος σε όλα τα μέρη.

* * *

... Πόσο απέραντο είναι το έλεος του Θεού για μας ! ...

Πολλοί πλούσιοι και ισχυροί θα πλήρωναν πολλά για να δουν τον Κύριο ή την Πανάχραντη Μητέρα Του, αλλά ο Θεός εμφανίζεται στην ταπεινή ψυχή και όχι στον πλούτο. ...

... Υπάρχουν άνθρωποι που εύχονται για τους εχθρούς τους ή για τους εχθρούς της Εκκλησίας την απώλεια και τα βάσανα στο πυρ της κολάσεως. Σκέφτονται έτσι, γιατί δεν διδάχθηκαν από το Άγιο Πνεύμα την αγάπη του Θεού. Όποιος, όμως, τη διδάχθηκε πραγματικά, αυτός χύνει δάκρυα για όλον τον κόσμο.

Λές για κάποιον ότι είναι κακούργος και ας καεί στη φωτιά του άδη.
Σε ερωτώ όμως: Αν ο Θεός δώσει σε μένα μια καλή θέση στον παράδεισο και δεις ριγμένο στις φλόγες εκείνον, για τον οποίο ευχόσουν αυτά, άραγε δεν θα λυπηθείς τότε γι΄ αυτόν, όποιος και αν ήταν, έστω και εχθρός της Εκκλησίας; ...

* * *

... Κύριε, όλοι οι λαοί είναι έργο των χειρών Σου. Απομάκρυνέ τους από την έχθρα και το μίσος και δώσε τους μετάνοια, για να γνωρίσουν όλοι την αγάπη Σου. ...

... Κύριε, σκόρπισε τη χάρη Σου στη γη. Δώσε σ΄ όλους τους λαούς της γης να γευθούν την αγάπη Σου, να μάθουν ότι Εσύ μας αγαπάς σαν μητέρα και ακόμη περισσότερο. Γιατί είναι δυνατόν και η μητέρα να ξεχάσει το παιδί της, αλλά Εσύ ποτέ, γιατί αγαπάς άπειρα το πλάσμα Σου και η αγάπη δεν μπορεί να λησμονήσει. ...

* * *

... Αν γνώριζε ο κόσμος τη δύναμη των λόγων του Χριστού: «μάθετε απ΄ Εμού, ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία», τότε όλος ο κόσμος, όλη η οικουμένη, θα εγκατέλειπαν όλες τις άλλες επιστήμες και θα μάθαιναν μόνον αυτή την ουράνια επιστήμη. ...

* * *

... Και αν δεν μάθει κανείς την ταπείνωση, την αγάπη και την ακακία, τότε ο Κύριος δεν θα του δώσει τη γνώση του Εαυτού Του. Ψυχή, όμως, που γνώρισε αληθινά τον Κύριο με το Άγιο Πνεύμα και «ετρώθη» από την αγάπη Του, δεν μπορεί πια να Τον ξεχάσει, αλλά όπως ο άρρωστος θυμάται διαρκώς την ασθένειά του, έτσι και η ψυχή που αγαπά τον Κύριο θυμάται πάντοτε τον Κύριο και την αγάπη Του προς όλο το ανθρώπινο γένος. ...

* * *

«Τώρα δεν αντιλαμβάνεστε την αγάπη Μου για σας, αλλά θα έρθει η ώρα, οπότε το Άγιο Πνεύμα θα σας δώσει να την καταλάβετε».

«Μην αργείτε, ελάτε κοντά Μου, σας περιμένω με πόθο, σαν παιδιά αγαπημένα, και θα σας δώσω την ειρήνη Μου και θα έχετε χαρά και η χαρά σας θα είναι αιώνια». ...

* * *

... Γι΄ αυτό, αδελφοί, φυλάγετε με όλες τις δυνάμεις σας την ειρήνη του Θεού, που σας δόθηκε δωρεάν, και αν κάποιος μας κακοποιεί, ας τον αγαπούμε, έστω και με κόπο, και ο Κύριος βλέποντας τον κόπο μας θα μας βοηθήσει με τη χάρη Του. ...

* * *

... Πόση χαρά για μας! Ο Κύριος όχι μόνο συγχωρεί τα αμαρτήματά μας, αλλά και δίνει στην ψυχή να Τον γνωρίσει, αρκεί μόνο να ταπεινωθεί. Και ο τελευταίος φτωχός μπορεί να ταπεινωθεί και να γνωρίσει τον Θεό με το Άγιο Πνεύμα. Δεν είναι απαραίτητα ούτε χρήματα, ούτε τίτλοι για να γνωρίσει κάποιος τον Θεό, αλλά μόνο η ταπείνωση. Ο Κύριος παρέχεται δωρεάν, μόνο χάρη στο έλεος Του. Πριν δεν το γνώριζα, αλλά τώρα βλέπω ολοφάνερα κάθε ημέρα και κάθε ώρα, κάθε λεπτό το έλεος του Θεού. Ο Θεός χαρίζει ειρήνη ακόμη και την ώρα του ύπνου, και χωρίς τον Θεό δεν υπάρχει ειρήνη στην ψυχή. ...

* * *

... Εσύ στόλισες τον ουρανό με τα αστέρια, τον αιθέρα με τα σύννεφα, τη γη με τις θάλασσες, τα ποτάμια, τους πράσινους κήπους, όπου κελαηδούν τα πουλιά, αλλά η ψυχή μου αγάπησε μόνο Εσένα και δεν επιθυμεί τον κόσμο αυτό, έστω και αν είναι ωραίος. ...

* * *

... Πού κατοικείς, Φως μου; Βλέπεις ότι με δάκρυα Σε ζητώ. Αν δεν εμφάνιζες Εσύ τον Εαυτό Σου σε μένα, τότε δεν θα μπορούσα να Σε ζητώ έτσι όπως τώρα. Αλλά Εσύ ο ίδιος ζήτησες εμένα, τον αμαρτωλό, και μου έδωσες να γνωρίσω την αγάπη Σου. Εσύ μου έδωσε να δω ότι η αγάπη Σου για μας Σε οδήγησε ως το Σταυρό, και πέθανες για μας «εν ωδίναις». Εσύ έδωσες να γνωρίσω ότι η αγάπη Σου Σε κατέβασε από τους ουρανούς στη γη ακόμη και στον Άδη, για να δούμε τη δόξα Σου. ...

* * *

... Η αμαρτωλή ζωή είναι ο θάνατος της ψυχής· η αγάπη, όμως, του Θεού είναι ο παράδεισος εκείνος της τρυφής, στον οποίο ζούσε πριν από την πτώση ο Αδάμ, ο πατέρας μας. ...


Από το βιβλίο "Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης", Αρχιμ.Σωφρόνιου (Σαχάρωφ), σ.339-363

Thursday, 13 December 2012

Η Χριστιανική Οικογένεια είναι ένα προπονητήριο, μία παλαίστρα!


Ἡ χριστιανική οἰκογένεια, κατά τόν Ἱερό Πατέρα Ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο, ἀποτελεῖ χῶρο πνευματικῆς προπόνησης καί ἄσκησης, παλαίστρα καί γυμναστήριο τῆς ἀρετῆς. Δίνει, ἔτσι, τήν δυνατότητα στά μέλη της -ὅταν λειτουργεῖ θεοπρεπῶς, ὡς «κατ’ οἶκον Ἐκκλησία»- νά ἀντιμετωπίσουν μέἐπιτυχία τούς πειρασμούς τῆς ζωῆς στό πλαίσιο τῆς εὐρύτερης κοινωνίας.
Μοιάζει ἡ οἰκογένεια, θά λέγαμε, μ΄ ἕνα προπονητήριο.
-Πῶς προετοιμάζονται αὐτοί πού δίνουν ἀγῶνες; Πηγαίνουν πρῶτα, μόνο μέ τόν προπονητή τους, στό στάδιο καί κάνουν προπόνηση. Κατά παρόμοιο τρόπο, λειτουργεῖ ἡ σωστή οἰκογένεια. Τό παιδί ἐντός της προπονεῖται, ὥστε νά μπορέσει μετά νά βγεῖ στόν στίβο, πού λέγεται κοινωνική ζωή, καί ἐκεῖ νά διαπρέψει κατά Θεόν. Τό ἔργο τῆς χριστιανικῆς ἀγωγῆς, πού ἀσκοῦν οἱ γονεῖς στά παιδιά, παρομοιάζεται ἀπό τόν Ἱερό Χρυσόστομο μέ τήν ἀκρίβεια τῆς καλλιτεχνικῆςἐργασίας τῶν ζωγράφων καί τῶν γλυπτῶν. Αὐτοί ἀφαιροῦν τό περιττό καί προσθέτουν ἐκεῖνο πού λείπει. Θά πρέπει ὁ γονιός, ὁ πατέρας καί ἡ μητέρα, νά εἶναι σέ ἐγρήγορση. Ὀφείλουν νάἐπισημαίνουν στά παιδιά τό καλό καί τό κακό. Αὐτό πού εἶναι περιττό, θά πρέπει νά τό κόβουν· γιά παράδειγμα τά διάφορα (κατά κανόνα ἐμπαθή καί ἐγωιστικά) θελήματα. Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, θά πρέπει νά προσθέτουν αὐτό πού λείπει: Μέ τήν διδασκαλία ὀφείλουν νά φωτίζουν τά παιδιά, ὥστε νά προοδεύουν στήν γνώση τοῦ Θεοῦ καί στήν ἄσκηση-πραγμάτωση τῆς ἀρετῆς.
Ὅπως λέει ὁ Ἱερός Χρυσόστομος, ἀπαιτεῖται καθημερινή παρακολούθηση τῶν παιδιῶν καί ἀπό τούς δυό γονεῖς. Ἀπαιτεῖται διάθεση ὅλου τοῦ ἐλεύθερου χρόνου τους, ὥστε μέ τούς κατάλληλους παιδαγωγικούς χειρισμούς τους νά ἐπιτευχθεῖ: α) ἡ αὔξηση τῶν φυσικῶν προσόντων τους, ἀλλά καί β) ἡ μείωση καί τελικῶς ἡ ἐξάλειψη τῶν ἐλαττωμάτων τους.
Ἡ ἐκκοπή τῶν ἐλαττωμάτων καί ἡ διατήρηση τῆς εἰρήνης.
Οἱ γονεῖς, ὡς καλοί ἀγαλματοποιοί, σύμφωνα μέ τόν ἱερό Χρυσόστομο,ἐργάζονται στίς ψυχές τῶν παιδιῶν τους.
Θά πρέπει ἐσύ, πατέρα καί μητέρα, νά τά βοηθήσεις, κατ΄ ἀρχήν νάἀνακαλύψουν τά προσόντα, τά τάλαντα, πού τούς ἔχει δώσει ὁ Θεός.
Ὅλοι ἔχουμε τάλαντα, ἰδιαίτερα χαρίσματα. Θά πρέπει ὁ γονιός, λοιπόν, μέ τοἄγρυπνο μάτι του νά ἐπισημάνει τά τάλαντα πού ἔχει τό κάθε παιδί του. Στή συνέχεια, θά πρέπει νά βοηθήσει τό παιδί, ὥστε αὐτό νά καλλιεργήσει τίς καλές του κλίσεις καί ἀπ’ τήν ἄλλη πλευρά νά ἀποβάλλει τίς ἀδυναμίες-ἐλαττώματά του.
Ὑπάρχουν παιδιά πού εἶναι τεμπέλικα. Πρέπει νά κοπεῖ αὐτό, νά ξεπεραστεῖ. Εἶναι ἄλλα πού εἶναι γκρινιάρικα, κατσούφικα ἤ εἶναι ἀνυπάκουα. Πολλές τέτοιες ἀδυναμίες καί ἐλαττώματα ὑπάρχουν.
Θά πρέπει νά τά ἐπισημαίνουν οἱ γονεῖς ἀφενός, καί ἀφετέρου σιγά-σιγά, μέ διάκριση, νά τά κόβουν. Μέ σεβασμό στήν ἐλευθερία τοῦ παιδιοῦ, ἀλλά καί μέ φροντίδα καί κάποια διακριτική στέρηση τῆς ἀπόλυτης ἐλευθερίας.
Δέν πρέπει νά λένε: «Ἄφησέ το τό παιδί νά κάνει ὅ,τι θέλει». Οὔτε ἀπ΄τήν ἄλλη πλευρά, ὅμως, νά μποῦν «ὡς ταῦρος ἐν ὑαλοπωλείῳ» καί νά τά διαλύσουν ὅλα μέσα στήν ψυχή τοῦ παιδιοῦ τους.
Θά πρέπει μέ διάκριση νά ἐνεργοῦν: νά τοῦ «κόψουν τό θέλημα», ἀλλά μέ τέχνη, μέ τρόπο. Εὔκολα, τότε, θά ὑπακούει καί δέν θά ἀντιδρᾶ, αἰσθανόμενο ὅτι τό ἀγαποῦν.
Λέγει ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ: «Οἱ γονεῖς μήν παροργίζετε τά τέκνα ἡμῶν» δηλαδή, οἱγονεῖς δέν πρέπει νά παροργίζετε τά παιδιά, δέν πρέπει νά τά φτάνετε σέ κατάσταση ὀργῆς.
Ἡ ἀγωγή θέλει τρόπο, θέλει τέχνη. Εἶναι ἡ πιο μεγάλη τέχνη. Καλοῦνται οἱεἰρηνικοί γονεῖς νά βοηθήσουν τό παιδί νά εἰρηνεύσει καί αὐτό ἀληθινά. Ἡβοήθεια θά πρέπει νά δίνεται μέ τέτοιο τρόπο, ὥστε τό παιδί νά μήν φτάσει νάὀργιστεῖ καί νά ἀγανακτήσει.
Συμπερασματικά.
Ἡ πηγή τῆς ἀληθινῆς εἰρήνης εἶναι ὁ Χριστός. Χωρίς Αὐτόν δέν εἰρηνεύει ὁἄνθρωπος ἀλλά οὔτε καί ἡ οἰκογένεια. Χωρίς Αὐτόν δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει ὀρθήἀγωγή, δηλ. ὁδήγηση τῶν ψυχῶν μας στήν Εἰρήνη καί στήν Ἀνάπαυση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
Ἄς εὐχηθοῦμε ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ νά βασιλεύει μέσα στίς σύγχρονες οἰκογένειες. Γιά νά γίνει αὐτό, θά πρέπει αὐτή νά βασιλεύει στίς ψυχές ὅλων ὅσοι τίς συναποτελοῦν (στόν πατέρα, στήν μητέρα, στά παιδιά καί σ’ ὅποιον ἄλλον ζεῖμαζί τους).
Ἡ Εἰρήνη, ὁ Χριστός, ἄς εἶναι τό πλέον ἐραστό, τό πρῶτο ζητούμενο ἀπό ὅλους μας. Τότε, ἀφ’ ἑνός θά ἐπιτύχουμε τήν σύμπηξη εὐλογημένων εἰρηνοφόρων οἰκογενειῶν -ὅσοι ἔχουμε κληθεῖ γι” αυτό-, οἱ ὁποῖες θά εἶναι ἐργαστήρια σωτηρίας· ἀφ’ ἑτέρου ὅλοι μας θά ἐπιτύχουμε τήν εἴσοδο στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦτῆς Εἰρήνης ὡς μία μεγάλη οἰκογένεια τοῦ Χριστοῦ, ὡς Ἐκκλησία.«Ἐν εἰρήνῃ ἄς παρακαλέσουμε τόν Κύριο γι” αυτό». 
Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης
πηγή: Με παρρησία

Οι πειρασμοί στις γιορτές…για να στερηθούν οι άνθρωποι τα θεία δώρα!


- Γέροντα, γιατί στις γιορτές συνήθως συμβαίνει κάποιος πειρασμός;
- Δεν ξέρεις; Στις γιορτές ο Χριστός, η Παναγία, οι Άγιοι έχουν χαρά και  κερνούν, δίνουν ευλογίες, δώρα πνευματικά στους ανθρώπους. Εδώ οι γονείς  κερνούν, όταν γιορτάζουν τα παιδιά, η οι βασιλείς χαρίζουν ποινές, όταν  γεννιέται κανένα βασιλόπουλο ,οι Άγιοι γιατί να μην κεράσουν; Μάλιστα η χαρά  που δίνουν κρατάει πολύ και βοηθιούνται πολύ οι ψυχές. Γι΄ αυτό ο διάβολος ,επειδή το ξέρει αυτό, δημιουργεί πειρασμούς ,για να στερηθούν οι άνθρωποι τα  θεία δώρα και να μη χαρούν ούτε να ωφεληθούν από την γιορτή. Και βλέπεις, μερικές φορές στην οικογένεια, όταν σε μια γιορτή ετοιμάζονται όλοι να  κοινωνήσουν , τους βάζη ο πειρασμός να μαλώσουν, και όχι μόνο δεν κοινωνούν, αλλά ούτε στην εκκλησία πηγαίνουν. Τα φέρνει έτσι τα πράγματα το  ταγκαλάκι, ώστε να στερηθούν όλη την θεία βοήθεια. Αυτό παρατηρείται και στην  δική μας ,την καλογερική ζωή. Πολλές φορές το ταγκαλάκι, επειδή γνωρίζει εκ  πείρας ότι θα βοηθηθούμε πνευματικά σε κάποια γιορτή, εκείνη την ημέρα, ή μάλλον  από την παραμονή , δημιουργεί έναν πειρασμό- σαν πειρασμός που είναι- και μας  χαλάει όλη την διάθεση. Μπορεί λ.χ. να μας βάλη να φιλονικήσουμε με ένα  αδελφό ,και ύστερα μας θλίβει, μας τσακίζει ψυχικά και σωματικά. Έτσι, δεν μας  αφήνει να ωφεληθούμε από την γιορτή με τον χαρούμενο τρόπο της δοξολογίας. Ο  Καλός Θεός όμως, όταν δη ότι δεν δώσαμε εμείς αφορμή, αλλά αυτό έγινε μόνον από  φθόνο του πονηρού, μας βοηθάει. Και ακόμη πιο θετικά μας ωφελεί ,όταν εμείς  παίρνουμε ταπεινά το σφάλμα επάνω μας και δεν κατηγορούμε όχι μόνον τον αδελφό  μας αλλά ούτε και τον μισόκαλο διάβολο, διότι η δουλειά του αυτή είναι: να  δημιουργή σκάνδαλα και να σκορπάη κακότητα, ενώ ο άνθρωπος ως εικόνα Θεού πρέπει  να σκορπάη ειρήνη και καλωσύνη.
 ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΙΣΙΟΣ
  Πηγή:agiosmgefiras- Άγιος Νεκτάριος ο Θαυματουργός

Wednesday, 12 December 2012

The Analavos of the Great Schema Explained




The Great Schema in the Orthodox Church requires the traditional monastic vows, plus special spiritual feats. According to Archpriest G. S. Debolsky: "In the understanding of the Church, the Great Schema is nothing less than the supreme vow of the Cross and death; it is the image of complete isolation from the earth, the image of transformation and transfiguration of life, the image of death and the beginning of another, higher, existence."

As a monastic dignity, the Great Schema has been known since the 4th century. According to an ancient legend, this dignity was inaugurated by St. Pachomios the Great. However, as a form of monastic life, the Great Schema goes back to the origin of Christianity. Those who followed Christ's teachings on supreme spiritual perfection by voluntarily taking the vows of chastity, obedience and poverty were called ascetics to distinguish them from other Christians. They led a harsh and secluded hermit's life like St. John the Baptist, or like our Lord Jesus Christ Himself during his forty days in the desert.

According to the Rule of St. Pachomios, the act of acceptance into a monastery had three steps and consisted of (a) "temptation" (trial), (b) clothing, and (c) presentation to the starets for spiritual guidance. Each of the three steps undoubtedly had its own significance. They marked the beginning of the three stages in monasticism which have become deeply embedded in the life of the Eastern Church: first, the novice (or rasoforos); the second, the monk (known as a monk of the Lesser Schema); and the third, the monk of the Great Schema.

The Church historians Sozomen, Bishop Palladios of Helenopolis and Hieromonk Nicephoros maintain that St. Pachomios was the first to invest monks with the full monastic dignity of the schema.

It should be noted that not all the fathers and ascetics of the Church divided monasticism into the greater and lesser angelic schema. For instance, St. Theodore of Studios did not agree with this division, considering that there should be only one form of monasticism, just as there was one Mystery of Baptism.

However, the custom of dividing monasticism into two became widespread in the practice of the Church. The Lesser Schema thus became a kind of preparatory step to the Great Schema. Cenobitism came to be known as a "betrothal", and seclusion within a monastery as actual "matrimony". In accordance with the Rule the difference between the Lesser and Greater Schema began to be reflected in the habit. Those of the latter had embroidered crosses on their habit, while the former did not(7).

Those who take the Great Schema vows must be like an angel in the flesh; they must attain that degree of spiritual perfection which is possible for man. Constant contemplation of God, life in Him, and silence is their vocation.

The analavos of the Great Schema monks are the signs of perfect monasticism, symbols not only of humble wisdom and gentleness, but also of the Cross, of suffering, of Christ's wounds, of constant dying with Christ.



 The άνάλαβος (analavos) is the distinctive garment of a monk or a nun tonsured into the highest grade of Orthodox monasticism, the Great Schema, and is adorned with the instruments of the Passion of Christ. It takes its name from the Greek αναλαμβάνω (“to take up”), serving as a constant reminder to the one who wears it that he or she must “take up his cross daily” (Luke 9:23). The ornately-plaited Crosses that cover the analavos, the polystavrion (πολυσταύριον, from πολύς, “many,” and σταυρός, “Cross”) — a name often, though less accurately, also applied to the analavos — reminds the monastic that he or she is “crucified with Christ” (Galatians 2:20).

With regard to each image on the analavos, the rooster represents “the cock [that] crowed” (Matthew 26:74; Mark 14:68 Luke 22:60; John 18:27) after Saint Peter had “denied thrice” His Master and Lord (John 13:38).

The pillar represents the column to which Pilate bound Christ “when he scourged Him” (Mark 15:15) “by Whose stripes we were healed” (Isaiah 53:5; I Peter 2:24).

The wreath garlanding the Cross represents the “crown of thorns” (Matthew 27:29; Mark 15:17; John 19:2) that “the soldiers platted” (John 19:2) and “put upon the head” (Matthew 27:29) of “God our King of old” (Psalm 73:13), Who freed man from having to contend against “thorns and thistles in the sweat of his brow” (Genesis 3:18-19).

The upright post and the traverse beam represent the stipes and the patibulum that formed “the Cross of our Lord Jesus Christ” (Galatians 6:14), upon which “all day long He stretched forth His hands unto a disobedient and gainsaying people” (Isaiah 65:2; Romans 10:21).

The four spikes at the center of the Cross and the hammer beneath its base represent the “nails” (John 20:25) and hammer with which “they pierced” (Psalm 21:16; John 19:37) “His hands and His feet” (Luke 24:40). when they “lifted up from the earth” (John 12:32) Him Who “blotted out the handwriting of ordinances that was against us by nailing it to His Cross” (Colossians 2:14).

The base upon which the Cross stands represents “the place, which is called 'Calvary' (Luke 23:33), or 'Golgotha', that is to say, the Place of the Skull” (Matthew 27:33), “where they crucified Him” (John 19:18) Who “wrought salvation in the midst of the earth” (Psalm 73:13).

The skull and crossbones represent “the first man Adam” (I Corinthians 15:45), who by tradition “returned unto the ground” (Genesis 3:19) at this very spot, the reason that this place of execution, “full of dead men’s bones” (Matthew 23:27) became the place where “the last Adam was made a quickening spirit” (I Corinthians 15:45).

The plaque on top of the Cross represents the titulus, the “title” (John 19:19-20), with “the superscription of His accusation” (Mark 15:26), which “Pilate wrote” (John 19:19) “and set up over His head” (Matthew 27:37); however, instead of “Jesus of Nazareth the king of the Jews” (John 19:19), which “was written over Him in letters of Greek, and Latin, and Hebrew” (Luke 23:38), the three languages being an allusion to the Three Hypostases “of the Father, and of the Son, and of the Holy Spirit” (Matthew 28:19), this titulus reads, “The King of Glory” (Psalm 23:7-10), “for had they known it they would not have crucified the Lord of glory” (I Corinthians 2:8).

The reed represents the “hyssop” (John 19:29) upon which was put “a sponge full of vinegar” (Mark 15:36), which was then “put to His mouth” (John 19:29) when in His “thirst they gave Him vinegar to drink” (Psalm 68:21), Him of Whom it was said that “all wondered at the gracious words which proceeded out of His mouth” (Luke 4:22).

The lance represents the “spear [that] pierced His side”; “and forthwith came there out blood and water” (John 19:34) from Him Who “took one of Adam's ribs, and closed up the flesh instead thereof" (Genesis 2:21) and Who “washed us from our sins in His own blood” (Revelation 1:5).

The plaque at the bottom of the Cross represents the suppedaneum of Christ, “His footstool” (Psalm 98:5), “the place where His feet have stood” (Psalm 131:7). It is slanted because, according to one tradition, at the moment when “Jesus cried with a loud voice, and gave up the spirit” (Mark 15:37), He allowed a violent death spasm to convulse His legs, dislodging His footrest in such a manner that one end pointed upwards, indicating that the soul of the penitent thief, Saint Dismas, “the one on His right hand” (Mark 15:27) would be “carried up into Heaven” (Luke 24:51), while the other end, pointed downwards, indicated that the soul of the impenitent thief, Gestas, “the other on His left” (Mark 15:27), would “be thrust down to Hell” (Luke 10:15), showing that all of us, “the evil and the good, the just and the unjust” (Matthew 5:45), “are weighed in the balance” (Ecclesiasticus 21:25) of the Cross of Christ.

The ladder and the pincers beneath the base of the Cross represent the means of deposition by which Saint Joseph of Arimathea, “a rich man” (Matthew 27:57) who “begged for the body of Jesus” (Matthew 27:58; Luke 23:52), “took it down” (Luke 23:53), so that as in body He descended from the Cross, so in soul “He also descended first into the lower parts of the earth” (Ephesians 4:9), “by which also He went and preached unto the spirits in prison” (I Peter 3:19).

Through these instruments, “the Cross of Christ” (I Corinthians 1:17: Galatians 6:12; Philippians 3:18) became the “Tree of Life” (Genesis 2:9; 3:22, 24; Proverbs 3:18, 11:30; 13:12; 15:4; Revelation 2:7; 22:2,14), by which the Lord Jesus reified His words that, “I am the resurrection, and the life: he that believeth in Me, though he were dead, yet shall he live, and whosoever liveth and believeth in Me shall never die” (John 11:25-26).



The Greek letters that appear on the analavos are abbreviations of phrases that extol the Cross as “the power of God” (I Corinthians 1:18). From top to bottom:

ΟΒΤΔ - Ό Βασιλεύς της Δόξης - “The King of Glory”

ΙC XC NIKΑ - Ιησούς Χριστός νικά - ”Jesus Christ conquers”

ΤΤΔΦ - Τετιμημένον τρόπαιον δαιμόνων φρίκη - "Honored trophy, the dread of demons”

ΡΡΔΡ - Ρητορικοτέρα ρητόρων δακρύων ροή - "A flow of tears more eloquent than orators” (or, more likely: Ρητορικοτέρα ρημάτων δακρύων ροή)

ΧΧΧΧ - Χριστός Χριστιανοίς Χαρίζει Χάριν - "Christ bestoweth Grace upon Christians”

ΞΓΘΗ - Ξύλου γεύσις θάνατον ηγαγεν - "The tasting of the tree brought about death”

CΞΖΕ - Σταυρού Ξύλω ζωήν εύρομεν - "Through the Tree of the Cross have we found life"

ΕΕΕΕ - Ελένης εύρημα εύρηκεν Εδέμ - "The discovery of Helen hath uncovered Eden”

ΦΧΦΠ - Φως Χριστού φαίνοι πάσι - “The light of Christ shines upon all”

ΘΘΘΘ - Θεού Θέα Θείον Θαύμα - "The vision of God, a Divine wonder”

ΤCΔΦ - Τύπον Σταυρού δαίμονες φρίττουσιν - "Demons dread the sign of the Cross”

ΑΔΑΜ - Αδάμ - "Adam"

ΤΚΠΓ - Τόπος Κρανίου Παράδεισος γέγονε - "The Place of the Skull hath become Paradise”

ΞΖ - Ξύλον Ζωής - “Tree of life”

There are other items and abbreviations that may appear on the analavos, but these are sufficient to demonstrate that this holy garment silently proclaims “the preaching of the Cross” (I Corinthians 1:18) through its mystical symbolism, declaring for its wearer, “God forbid that I should glory, save in the Cross of our Lord Jesus Christ, by Whom the world is crucified unto me, and I unto the world” (Galatians 6:14).

The Spiritual Life Is Interesting Because It Is Dangerous


By Archimandrite Vasileios of Iveron

The spiritual life is interesting because it is dangerous. At any moment the last can become first and the first last.

Great are not the noise-makers who raise themselves as spiritual leaders or prophets, to amaze and to asphyxiate the world. Great is the humble and "nonexistent", who have received the supplication of the Spirit and are the consolation of the world. Grace is enough for them. And this they emit perpetually with the radiance that endlessly feeds from the contrition of the heart and the feeling that they have polluted the land with their presence. For they themselves are a blessing for all creation while they live and though they may pass, because the Holy Spirit gives meaning and reason to their presence and absence.

On the other hand, once you believe that you are something in virtue or knowledge, then you lose everything and you become polluted, regardless of whether you - or others - think that you are a model of virtue and the renewal of spiritual life.

That which is possessed by the Saints are not human talents or qualities: wisdom, poetry or rhetoric. But all these they sanctified by offering them to God. And through them is manifested the Grace that comforts and deifies humanity.

From the book Apolytikion. Translated by John Sanidopoulos.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...