Wednesday, 15 May 2013

Ένας νέος ερωτεύεται...


Ένας χριστιανός νέος ερωτεύεται μια κοπέλα και αρχίζει να την βλέπει συχνά. Επειδή όμως ο νέος αυτός θέλει να κάνει υπακοή στο θέλημα του Θεού, δηλαδή δεν θέλει να έχει σαρκικές σχέσεις με κοπέλες πριν απο τον γάμο του, είναι αποφασισμένος να μην προχωρήσει σε σαρκικές σχέσεις με την κοπέλα του, πρίν απο τον γάμο τους. Το πονηρό πνεύμα όμως, του υποβάλλει τον εξής λογισμό : " εάν δεν φθάσεις σε ολοκληρωμένες σχέσεις με την κοπέλα σου, δεν θα της δείξεις οτι πραγματικά την αγαπάς. Εάν δεν της δοθείς ολοκληρωτικά, και εκείνη σε σένα, δεν θα αποδείξετε ο ένας στον άλλο οτι αγαπιέστε αληθινά."


Ποιά θα πρέπει τώρα να είναι η απάντηση και η στάση του χριστιανού νέου στην πρόκληση και υποβολή αυτού του λογισμού;





Εδω θα συμβεί ένα εκ των δύο: ή ο νέος θα αψηφήσει και θα περιφρονήσει την εντολή του Θεού και θα πεισθεί στην προτροπή του πονηρού πνεύματος, οτι δηλαδή μόνο με την ολοκλήρωση των σαρκικών σχέσεων επιτυγχάνεται και αποδεικνύεται η γνήσια αγάπη σε δυο νέους πριν απο τον γάμο, ( χωρίς δηλαδή να είναι απαραίτητη η τέλεση του μυστηρίου του γάμου πρίν αυτές συντελεσθούν ), ή ο νέος αυτός, μένοντας σταθερός στην τήρηση της εντολής του Θεού, δεν αμαρτάνει πρίν από τον γάμο του, και δεν προχωρεί σε σαρκικές σχέσεις με την κοπέλα του.

Στην πρώτη περίπτωση ο νέος θα υποστεί "πτώση", στην δεύτερη όχι. Στην δεύτερη περίπτωση, ο νέος δεν θα χάσει την υγεία και την χαρά της ψυχής του, που προέρχεται από την Χάρη του Θεού, ούτε την δυνατότητα να αγαπήσει αληθινά. 

Στην πρώτη περίπτωση, ο νέος θα χάσει την χαρά της ψυχής του που προέρχεται απο την Χάρη του Θεού, και θα έχει μόνο την φυσική χαρά. Επειδή όμως θα αμαρτάνει,η Χάρη του Θεού που έχει απο το Άγιο Βάπτισμα, θα υποχωρεί συνεχώς, θα συστέλλεται μέσα του, χωρίς ο ίδιος να το αντιλαμβάνεται, λόγω της απειρίας του. Η υποχώρηση της χάριτος όμως, σταδιακά θα υποκατασταθεί απο δαιμονική ενέργεια, επειδή το σαρκικό πάθος θα αρχίσει να εδραιώνεται, και επειδή με την διάπραξη της σαρκικής αμαρτίας ο πειρασμός αρχίζει να αποκτά δικαιώματα επάνω στον άνθρωπο. Έτσι ο άπειρος νέος θα αρχίσει να χάνει και την φυσική του χαρά. Θα συμβεί όμως και κατι άλλο. Θα καταστρέψει τον έρωτα, επειδή η πρόοδος στον έρωτα και αυτή εξαρτάται απο την Χάρη του Θεού, απομακρύνοντας έτσι τον εαυτό του όλο και περισσότερο απο την επίτευξη της αληθινής, της γνήσιας αγάπης.

Στην γνήσια αγάπη αυτός ο νέος μπορεί να φτάσει μόνο μετά απο μετάνοια και εδραίωση της σχέσεως του με τον Θεό. Αυτό γίνεται δια της μετανοίας, της εργασίας των εντολών του Θεού και της συμμετοχής στην μυστηριακή ζωή της εκκλησίας.      





Βιβλίο: "Σχέσεις ανδρόγυνου πριν και μετά τον γάμο"
Δαμασκηνού Μοναχού Αγιορείτου.

Η υπομονή σε περιοδους «Άρσης της Χάριτος»


Η υπομονή είναι περιεκτική αρετή και δεν υπόκειται σε προϋποθέσεις και όρια, γιατί είναι «ήθος θεοειδές», «σταυρότυπος στάση ζωής»
«Υπομονή, τέλειον έργον εχέτω» (Ιακ. 1, 4).
Η αρετή της υπομονής δεν έχει περιορισμένα χρο­νικά όρια ούτε νοείται ως επί μέρους αρετή που, ανάλογα με τις περιπτώσεις και τις περιστάσεις, λειτουργείται ή όχι. Για να θεωρηθεί, λέγουν οι άγιοι Πατέρες, ότι κάποιος κοσμείται με την αρετή της υπομονής, θα πρέπει αυτός να τη λειτουρ­γεί αδιάπτωτα και αδιάλειπτα. Υπομονή δηλαδή απαιτείται σε όλες τις περιστάσεις και κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες και μάλιστα κατά τις πε­ριόδους της «άρσης της Χάριτος».  Γιατί, πέρα από τις θλίψεις και τα βάσανα που βαρύνουν την υλική υπόσταση του ανθρώπου, υπάρχει η βαθμίδα των θλίψεων εκείνων που προέρχονται, όχι από τις εφήμερες απώλειες που αφορούν στα πράγματα και στις καταστάσεις της επίγειας ζωής, αλλά από τη θλίψη που γεννιέται στην ψυχή κατά την περίοδο «της άρσης της Χάριτος».
Ψυχές οι οποίες αγωνίσθηκαν και αξιώθη­καν να γευθούν την παράκληση των ουρανίων δω­ρεών, και στη συνέχεια, κατά Θεία παιδαγωγία, στερήθηκαν πρόσκαιρα αυτή τη Χάρη, υφίστα­νται ανέκφραστες οδύνες και πενθούν γοερά και απαράκλητα. Τα πνευματικά αποθέματα αυτών των ψυχών πρέπει να είναι υπερμεγέθη, ώστε, όντας σε τέτοιον άδη, να καταφέρουν να παραμείνουν «εν υπομονή και εν ευχαριστία», παραδομένοι στο θέλημα του Μεγάλου Παιδαγωγού και Πατέρα.
Γιατί, καθώς μας διαμηνύουν οι Αγιοι προπάτορές μας, τα μεγαλύτερα αποθέματα υπομονής και καρτερίας απαιτούνται, για να αντιμετωπίσει η ψυχή -η οποία ήδη γεύθηκε τη Χάρη και την Αγιοπνευματική κοινωνία- τη «Θεοεγκατάλειψη», την πνευματική δηλαδή οδύνη που συχνά γεννιέται στην ψυχή, μετά από τις «Πασχάλιες» εμπειρίες της (π. Σωφρόνιος Σαχάρωφ). Ψυχές που γεύθηκαν τη Χάρη και απήλαυσαν ουράνια χαρίσματα, αγωνιστές του πνεύμα­τος που είχαν υπερκόσμιες προσπελάσεις και οι οποίες εγκαταλείφθηκαν προς καιρόν -για λόγους Θείας Οικονομίας, που και πάλι η Ίδια η Χάρη λειτουργεί- διηγούνται την απερίγραπτη οδύνη και το απαράκλητο δάκρυ, που τους προκαλεί αυτή η στέρηση. Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, λέει χαρακτηριστικά: «Δεν υπάρχει μεγαλύτερη δυστυχία από την απώλεια της Χάριτος.
Τότε η ψυχή νοσταλγεί τον Θεό. Και με τί να πα­ρομοιάσω τη νοσταλγία αυτή; Θα την παρο­μοιάσω με το κλάμα της μητέρας που έχασε τον μονάκριβο αγαπημένο γιο της και φωνάζει: “Που είσαι σπλάγχνο μου αγαπημένο, που είσαι χαρά μου;’. Έτσι, και ακόμη περισσότερο, πονά η ψυχή για τον Κύριο, όταν αποστερηθεί τη γλυκύτητα και τη χάρη της αγάπης του Θεού».
Αυτές οι άγιες ψυχές, σαν αυτή του Οσίου Σιλουανού, μπορούν πραγματικά να μας διδάξουν τις ατραπούς του Πνεύματος και τα απροσμέτρητα μεγέθη της υπομονής, που απαιτείται για να αντέξει κανείς την «απέναντι του Παραδείσου» οδύνη. Και παρόλο που αυτά τα γεύονται σ’ αυτή τη ζωή σχε­τικά λίγοι άνθρωποι, εντούτοις πρέπει να κατα­δεικνύονται, ώστε και οι χαμερπείς και αδύναμοι αγωνιστές της καθημερινότητας να προσβλέπουν «εις τα όρη» του πνεύματος, στην κορυφή της υπο­μονής και της ταπείνωσης, «όθεν βοήθεια ήξει».
 
πηγή:imverias

Tuesday, 14 May 2013

ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ (Ντοκιμαντέρ)

Παραγωγή της "ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΙΟΣΥΝΗΣ" και της τηλεόρασης του "ΑΧΕΛΩΟΥ".

Abba Dorotheos-That We Should Traverse the Godly Path with Understanding and Heedfulness

Let us take a care for ourselves, O brethren, let us be heedful. Who will give us this time back if we lose it in vain? In truth we will seek these days and not find them. Abba Arsenius always used to say to himself, "Arsenius, why did you leave the world?" And we find ourselves in such ruinous sloth that we are not even conscious of what we then desired, and therefore we not only make no progress, but we constantly grieve. This occurs in us because we do not have heedfulness in our heart. And truly, if we only wanted to labor a little, we would grieve little and not suffer difficulties. For if we would force ourselves from the start, then with continual labor we would advance little by little and perfect the virtues with ease; because seeing that we are forcing ourselves, God gives us help. And so let us force ourselves, let us make a good beginning, let us fervently desire the good; for although we have not yet attained perfection, this very desire is already the beginning of our salvation—from this desire we begin with God's help to labor also, and through labor we receive help in acquiring virtues. Therefore one of the fathers has said, "Give blood and receive spirit." That is, struggle, and you will receive the habit of virtue.
When I was studying secular sciences, at first they seemed to me extremely difficult, and when I would come to take up a book, I would be in the same state as a man about to touch a wild beast. But when I continued to force myself, God helped me, and diligence became in me such a habit that from zeal for reading I would not notice what I ate or what I drank or how I slept. And I never allowed myself to be enticed to dinner by any of my friends, nor did I even enter into conversation with them while I was reading, although I was sociable and loved my comrades. When the philosopher would dismiss us, I would wash myself with water, for I became dry from the immoderate reading and had need to refresh myself with water every day. Coming home, I did not know what I would eat, for I had no time to even prepare my own food, but I had a loyal man who cooked what he wanted for me. I ate what I found prepared, having a book beside me on the couch, and often I would become absorbed in it. Likewise at the time of sleeping it would be beside me on my table, and having fallen asleep for a little, I would suddenly jump up in order to continue reading. Again in the evening, when I would return home, after Vespers, I would light a lamp and continue reading till midnight, and in general I was in such a state from reading that I knew not at all the sweetness of repose.
When I entered the monastery I therefore said to myself, "If while studying superficial philosophy the practice of reading had generated within me such desire and zeal, and it had developed into a habit for me, then I should be even more zealous in the study of virtue." I drew much strength and zeal from this example. And so if one wishes to acquire virtue, he should not be careless and distracted. For just as one who studies carpentry does not take up some other craft, so also those who wish to study spiritual work should be concerned with nothing else, but should study its acquisition day and night. Otherwise those who undertake this work not only will make no progress, but they will distress themselves, senselessly troubling themselves. For he who is not attentive to himself and does not labor is easily drawn away from virtue, because virtue is the mean, the royal path of which one elder (Abba Benjamin) spoke: "Go by the royal path and count the miles." And so virtue, as I have said, is a medium between excess and lack. Therefore it is also said in the scripture, Ye shall not turn aside to the right hand or to the left, but go by the royal path (Deut. 5:32). And St. Basil says, "He is upright of heart whose thought is inclined neither to excess nor to lack, but is directed only toward the mean of virtue."
Evil is nothing in and of itself, for it is not some sort of entity, nor has it any content. But the soul that declines virtue becomes passionate and gives birth to sin, and therefore languishes in sin, not finding in it any natural repose. And does a tree have worms in it by nature? No, but when it begins to rot, this rottenness engenders worms, and these same worms devour the tree. So does metal also produce rust, whereupon it itself is eaten away by rust. And clothes themselves produce the moth, which then eats and ruins the clothing. It is this way with the soul—it engenders evil, which previously had no existence, nor any content, as I have said, and the soul itself is in turn tortured by the evil. As St. Gregory has well said, "Fire is generated by matter and it consumes matter as evil consumes those who are evil." We see the same activity in diseases of the body: when someone lives a disorderly life and does not take care of his health, there occurs an excess or deficiency of something in the body which makes a man sick; whereas this disease did not previously exist at all, it was never something self-perpetuating, and after the body is healed the disease again no longer exists. In precisely the same way, evil is also the infirmity of a soul deprived of its characteristic, natural health, which is virtue.
And this is why we have said that virtue is a mean: thus courage is to be found between fear and impudence; humility of wisdom is between pride and man-pleasing; reverence is between shame and shamelessness; and so on with the other virtues. So when a man has become worthy to acquire these virtues, he is well-pleasing before God, and although everyone sees that he eats, drinks and sleeps just like other men, still he is pleasing to God for the virtues he possesses. But he who is not attentive to himself and does not guard himself is easily turned away from this path either to the right or to the left, that is, to either excess or deficiency, and he engenders that infirmity which is evil. So we have discussed the royal path by which all the saints have travelled.
The miles are the various attitudes which every individual must always count and continually note: where is he, what milestone has he reached, what is his current frame of mind? We are like people who, having set out for the Holy City of Jerusalem, and having left their own cities, might go five miles and stop, while others go ten miles, some make half the journey, and others have not even travelled the path at all, but having left their own city, sit outside the gates amidst its stinking waste dumps. Some of those who are on the way might go two miles and those their way, then return, or, having travelled two miles forward they then go five backward. Others come to the city itself but stop just outside of it, without entering the city itself. The same thing happens with us—for some of us have left the world and entered the monastery with the intention of acquiring virtue, and some have done a little and then stopped; others have done more, and still others have done half of the work and then stopped; some have not done anything at all, but thinking that they have left the world they remain in their worldly passions and their foul odor. Others have done a little good but then destroy it; and some even devastate more than what they have accomplished. Others, while they have performed virtues still have pride and belittle their neighbor, and therefore they have not entered into the city but remain outside of it. These as a result have also failed to achieved their goal, for although they have arrived at the very gates of the city, they remain outside of it, and thus have not fulfilled their intention. And so each of us should consider where he is—has he left his own city but stopped outside the gates in its stinking waste dumps, has he gone a little way, or a great distance; has he reached the middle of his journey; or is he going two miles forward and then two back; has he come to the city and entered into Jerusalem; or, although he has reached the city he was not able to enter it. Let everyone examine his own state to see where he is.
There are three attitudes of soul in a man: Either he acts according to passion, he opposes passion, or he uproots it. He acts according to passion who fulfills it and satisfies it. He opposes passion who does not act according to it, neither does he not cut it off, but struggles so that the passion might pass; nonetheless he still has it within himself. And he uproots passion who labors and does what is opposed to the passion. But these three attitudes have a very broad application. For example, name whatever passion you wish, and we will examine it. Do you wish us to speak of pride? Do you wish us to speak of fornication, or would you rather that we spoke of vainglory? For we are quite conquered by vainglory. Because of vainglory a man cannot bear to hear a word from his brother. When one person hears a single word, he becomes upset or answers five or ten words to his brother's one, and becomes hostile and bitter. When the quarrel is ended he continues to have thoughts against the one who said it to him, he remembers the insult and regrets that he did not say more than he did in reply. He conjures to himself ever stronger words to tell him later. He repeats to himself, "Why didn't I say this or that to him, why did he say that to me, and I will tell him such and such," and he continues to be angry. This is one attitude. This means that evil has been converted into habit. May God deliver us from such an attitude for it unfailingly leads to torments—for every sin which is fulfilled in deed leads to hell, and although such a man might desire to repent, he alone cannot conquer passions unless he receives help from some saints as the fathers have also said. This is why I constantly say to you: Strive to cut off the passions before they become a habit in you. One person hears an offensive word, and although he is disturbed and returns five or ten words to the one, regretful that he did not say three other stronger ones, grieves and remembers the wrong—nevertheless he has a change of heart after a few days. Another spends a week in a like state and then changes; and still another changes within a day. One person is offended, quarrels, becomes disturbed and disturbs others, but is then immediately converted. So you see how many different attitudes there are! However, all these people are subject to hell as long as they fulfill their passions.
Let us speak now of those who oppose the passions. One person when he hears a word is saddened, not because he has been offended, but because he did not bear this offense: this person is in the state of those who are laboring and opposing the passions. Another person is laboring and struggling in asceticism, but at last he is conquered by the compulsion of passion. Yet another wishes to reply in an offensive way, but avoids this because of habit. Another one strives not to say anything at all offensive, but he grieves at being reproached; however he condemns himself and repents that he grieves. Yet another is not embittered by the offense, but he also does not rejoice over it. These are the kinds of people who oppose the passions. However, two of them are to be distinguished from the rest—those who are conquered amidst the struggle and those who are attracted to a passion by habit and are thereby threatened with falling into the same danger as those who act according to passions. I have included them among those who are opposing the passions, for by their good intention they have stopped the passion and do not wish to act according to it, but they are also saddened and continue to struggle. The Fathers have said, that anything that goes against the soul's own desire cannot not last long. But these people must test themselves in order to see whether they do not perform, if not the passion itself, then something which arouses passion, which is why they are conquered or attracted by it. There are also those who strive to stop the passion, but only by instilling another passion: one person is silent because of vainglory, another because of man-pleasing, or from some other kind of passion. Such people want to heal evil by means of evil. But Abba Poemen said that evil can in no way uproot evil. These people are among those who act according to passion, although they succeed in deceiving even themselves.
Finally we would like to speak of those who are uprooting passion. One rejoices when he is offended, but this is because he has in view the reward. He belongs to those who are uprooting passion, but not with understanding. Another rejoices when he receives offense—he considers that he should have endured this offense because he himself gave occasion for this: he is uprooting passion with understanding. To receive offence, to lay the blame upon oneself and consider everything which comes against us as our own is a work of understanding, because everyone who prays to God, "Lord, grant me humility," should know that he is entreating God to send him someone to offend him. Therefore, when someone offends him he himself should reproach himself and belittle himself mentally, so that at that time when another is humbling him from outside, he himself has humbled himself from within. Yet another not only rejoices when he is offended and considers himself to be guilty, but he also is sorry for the disturbance of the one who offends him. May God lead us to such an attitude.
Do you see how broad are these three attitudes? And so let each of us examine, as I have said, which state he is in. Does he willingly act according to passion and satisfy it? Or, not desiring to act according to it, is he conquered by it? Or is he drawn into acting according to his passion by habit, and having committed the act, does he grieve and repent that he acted in this way? Or does he labor with understanding to cut off the passion? Or does he labor against one passion for the sake of another, as in the case we have mentioned of someone who is silent out of vainglory, or man-pleasing, or in general out of some human considerations? Or has he begun to uproot passion, and is he uprooting it with understanding and doing what is contrary to the passion? Let everyone find out where he is, at which stage. For we should test ourselves not only every day, but also every year and every month and every week and say, "Last week this passion troubled me very much, but now what sort am I?" Likewise every year one should ask himself: "Last year I was so conquered by this passion, and now what sort am I?" Thus we should always test ourselves to see whether we have succeeded some little bit, or whether we are in the same state as we were before, or whether we have fallen to something worse. May God grant us strength, so that even if we have not succeeded in uprooting passions, then at least we have not acted according to them and have contested against them. For in truth it is a serious matter to act according to passion and not offer some opposition to it. I will draw a comparison for you of one who acts according to passion and satisfies it. He is like a man whose enemy is shooting arrows at him, and he takes those arrows and pierces his own heart with them. A man who fights against passion is like one who is showered with arrows by his enemy but, but is not wounded because he is clothed with armor. But he who is uprooting passion is like one who, being showered with arrows by his enemy, breaks them or returns them to the hearts of his enemies as is said in the psalms: Let their sword enter into their own hearts, and let their bows be broken (Ps. 36:15).
And so let us also strive, O brethren, even if we cannot return their own weapons into their own hearts, then let us at least not receive the arrows and not pierce our own hearts with them; but let us be clothed in armor so as not to be wounded by them. May the good God protect us from them, may He grant us heedfulness and instruct us on His path, for to Him belongs glory, honor and worship unto the ages. Amen.

Abba Dorotheos

Monday, 13 May 2013

Ὁ Θεός δέν νοιάζεται γιά τόν τόπο. Ζητάει μόνο θερμότητα καρδιᾶς καί ἁγνότητα ψυχῆς.

 Ἁγ.Ἰ.Χρυσοστόμου

 

 Πολλοί μπαίνουν στην εκκλησία, λένε διάφορες προσευχές και βγαίνουν. Βγαίνουν, χωρίς να γνωρίζουν τι είπαν. Τα χείλη τους κινούνται, αλλά τ’ αυτιά τους δεν ακούνε. Εσύ ο ίδιος δεν ακούς την προσευχή σου, και θέλεις να την ακούσει ο Θεός; “Γονάτισα”, λες. Γονάτισες, αλλά, ενώ το σώμα σου ήταν μέσα, ο νους σου πετούσε έξω. Με το στόμα έλεγες την προσευχή και με τη σκέψη λογάριαζες τόκους, έκανες συμβόλαια, πουλούσες εμπορεύματα, αγόραζες κτήματα, συναντούσες τους φίλους σου. Γιατί ο διάβολος, που είναι πονηρός και γνωρίζει ότι στον καιρό της προσευχής μεγάλα πράγματα κατορθώνουμε, τότε ακριβώς έρχεται και σπέρνει λογισμούς μέσα μας. Να, πολλές φορές είμαστε ξαπλωμένοι στο κρεβάτι, και τίποτα δεν συλλογιζόμαστε· πάμε στην εκκλησία για να προσευχηθούμε, και τότε χίλιες σκέψεις περνούν από το νου μας.Έτσι χάνουμε τους καρπούς της προσευχής, φεύγοντας από το ναό με άδεια χέρια. Το ίδιο, βέβαια, γίνεται και όταν προσευχόμαστε στο σπίτι μας ή οπουδήποτε αλλού.
Κάθε φορά, λοιπόν, που, καθώς προσευχόμαστε, συνειδητοποιούμε ότι ο νους μας έχει φύγει από το Θεό κι έχει στραφεί σε βιοτικά πράγματα, ας τον φέρνουμε πίσω, αναγκάζοντάς τον να μένει σταθερά και προσεκτικά προσκολλημένος στα νοήματα της προσευχής. Ας επαναλαμβάνουμε, μάλιστα, την προσευχή από την αρχή.
Κι αν παθαίνουμε πάλι και πάλι το ίδιο, ας την επαναλαμβάνουμε και για τρίτη και για τέταρτη φορά. Ας μη σταματάμε, πριν πούμε ολόκληρη την προσευχή, από την αρχή ως το τέλος, με άγρυπνη διάνοια και αδιατάρακτο λογισμό. Και όταν ο διάβολος αντιληφθεί ότι δεν καταθέτουμε τα όπλα, θα σταματήσει πια κι αυτός να μας πολεμάει.
Όταν παρουσιαζόμαστε για οποιοδήποτε ζήτημά μας σ’ έναν επίγειο άρχοντα, είμαστε τόσο προσεκτικοί και αυτοσυγκεντρωμένοι, ώστε δεν βλέπουμε ούτε εκείνους που βρίσκονται δίπλα μας. Μέσα στο νου μας δεν υπάρχουν παρά ο άνθρωπος, μπροστά στον οποίο βρισκόμαστε, και το θέμα, για το οποίο θέλουμε να του μιλήσουμε. Το ίδιο, πολύ περισσότερο, δεν πρέπει να κάνουμε, όταν βρισκόμαστε μπροστά στον ύψιστο Θεό, εμμένοντας σταθερά στην προσευχή μας και μην περιφέροντας το νου εδώ κι εκεί; Αν η γλώσσα μας προφέρει προσευχητικά λόγια και η διάνοιά μας ονειροπολεί, τίποτα δεν έχουμε να ωφεληθούμε. Απεναντίας, θα κατακριθούμε, επειδή ακριβώς με μεγαλύτερη υπομονή και εντατικότερη προσοχή μιλάμε σε ανθρώπους παρά στον Κύριό μας. Στο κάτω-κάτω, κι αν ακόμα δεν πάρουμε τίποτε απ’ Αυτόν, το να βρισκόμαστε σε διαρκή επικοινωνία μαζί Του μικρό καλό είναι; Αν ωφελούμαστε πολύ, όταν συζητάμε μ’ έναν ενάρετο άνθρωπο, πόσο θα ωφεληθούμε, αλήθεια, συνομιλώντας με τον Πλάστη, τον Ευεργέτη, το Σωτήρα μας, έστω κι αν δεν μας δίνει ό,τι Του ζητάμε;
Γιατί, όμως, δεν μας δίνει; Θα το τονίσω γι’ άλλη μια φορά: Γιατί συνήθως Του ζητάμε πράγματα βλαβερά, νομίζοντας πως είναι καλά και ωφέλιμα. Δεν γνωρίζεις, άνθρωπέ μου, το συμφέρον σου. Εκείνος, που το γνωρίζει, δεν εισακούει την παράκλησή σου, γιατί φροντίζει περισσότερο από σένα για τη σωτηρία σου. Αν οι γονείς δεν δίνουν πάντα στα παιδιά τους ό,τι τους ζητούν, όχι βέβαια επειδή τα μισούν, μα επειδή, απεναντίας, υπερβολικά τα αγαπούν, πολύ περισσότερο θα κάνει το ίδιο ο Θεός, ο οποίος και περισσότερο από τους γονείς μας, μας αγαπά και καλύτερα απ’ όλους γνωρίζει ποιο είναι το καλό μας.Όταν, λοιπόν, αποκάνεις ικετεύοντας τον Κύριο, κι Εκείνος δεν σου δίνει σημασία, μην παραπονιέσαι. Ξεχνάς, άλλωστε, πόσες φορές εσύ άκουσες κάποιον φτωχό να σε παρακαλάει και δεν του έδωσες σημασία; Και αυτό το έκανες από σκληρότητα, ενώ ο Θεός το κάνει από φιλανθρωπία. Ωστόσο, ενώ δεν δέχεσαι να κατηγορήσουν εσένα, που από σκληρότητα δεν άκουσες τον συνάνθρωπό σου, κατηγορείς το Θεό, που από φιλανθρωπία δεν σε ακούει.
Είπα όμως προηγουμένως, ότι κι όταν ακόμα δεν σε ακούει, η ωφέλειά σου από την προσευχή είναι μεγάλη. Γιατί είναι αδύνατο ν’ αμαρτήσει ένας άνθρωπος που προσεύχεται πρόθυμα και αδιάλειπτα, ένας άνθρωπος που συντρίβει την καρδιά του, ανεβάζει το νου του στον ουρανό και ομολογεί ταπεινά στον Κύριο τα αμαρτήματά του. Γιατί, ύστερα από μία τέτοια προσευχή, πετάει μακριά κάθε φροντίδα για τα γήινα, αποκτάει φτερά, γίνεται ανώτερος από τ’ ανθρώπινα πάθη.
Τα δροσερά νερά δεν δίνουν στα φυτά τόση θολερότητα, όση δίνουν τα δάκρυα στο δέντρο της προσευχής, κάνοντάς το ν’ ανεβαίνει ψηλά, ως το θρόνο του Θεού. Έτσι, μάλιστα, Εκείνος εισακούει την προσευχή μας. Και πώς να μην εισακούσει την προσευχή μιας ψυχής, που στέκεται μπροστά Του με αυτοσυγκέντρωση, με κατάνυξη, με ταπείνωση; Μιας ψυχής που έχει μεταφερθεί νοερά από τη γη στον ουρανό; Μιας ψυχής που έχει διώξει κάθε ανθρώπινο λογισμό, κάθε βιοτική μέριμνα, κάθε εμπαθή προσκόλληση, κι έχει αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στη μυστική και πανευφρόσυνη κοινωνία με τον Κύριό της;
Ναι, έτσι πρέπει να προσεύχεται ο χριστιανός. Αφού συγκεντρώσει και εντείνει όλη του τη σκέψη, τότε να ικετεύει το Θεό έμπονα. Δεν χρειάζεται να λέει ατέλειωτα λόγια, φτάνουν τα λίγα και απλά. Η ανταπόκριση του Κυρίου στην προσευχή δεν εξαρτάται από το πλήθος των λόγων, αλλ’ από τη νήψη του νου και της καρδιάς. Και αυτό μπορεί να το διαπιστώσει κανείς απ’ όσα λέει η Γραφή για τη στείρα Άννα, τη μητέρα του προφήτη Σαμουήλ. «Κύριε», έταξε η Άννα, «αν σκύψεις πάνω από τη θλίψη της δούλης σου και με θυμηθείς και μου δώσεις παιδί, τότε εγώ θα το αφιερώσω σ’ εσένα για όλη του τη ζωή» (Α’ Βασ. 1:11). Είναι πολλά τα λόγια αυτά; Όχι. Και όμως, επειδή με νήψη και προσοχή έκανε αυτή τη μικρή προσευχή, κατόρθωσε όσα ηθέλησε: Και την ανάπηρη φύση της διόρθωσε και την κλεισμένη μήτρα της άνοιξε και από την περιφρόνηση των ομοεθνών της λυτρώθηκε και από την άγονη γη θέρισε σιτάρι πλούσιο.
Όποιος προσεύχεται, λοιπόν, ας μη λέει περίσσια λόγια. Και ο Χριστός και ο Παύλος, άλλωστε, μας σύστησαν να προσευχόμαστε συχνά, αλλά με συντομία και μικρά διαλείμματα. Γιατί, μακραίνοντας την προσευχή, είναι δυνατό να χάσεις την προσοχή. Κι έτσι δίνεις την ευκαιρία στο διάβολο να σε πλησιάσει και να σου υποβάλει τους δικούς του λογισμούς. Αν, όμως, οι προσευχές σου είναι σύντομες και συχνές, τότε θα μπορείς εύκολα να τις κάνεις με προσοχή και νήψη, καλύπτοντας μ’ αυτές όλο τον διαθέσιμο χρόνο σου.
Θέλεις κι εσύ να μάθεις άγρυπνη προσευχή και προσοχή του νου και διαρκή παραμονή κοντά στο Θεό; Πήγαινε στην Άννα και μάθε τι έκανε εκείνη. Σηκώθηκαν, λέει, όλοι από το τραπέζι. Ωστόσο, η Άννα δεν πήγε ούτε να κοιμηθεί ούτε ν’ αναπαυθεί. Έτρεξε στη Σκηνή του Μαρτυρίου για να προσευχηθεί. Απ’ αυτό συμπεραίνω πως, ακόμα κι όταν έτρωγε, δεν παραφόρτωνε το στομάχι της. Διαφορετικά, δεν θα μπορούσε να προσευχηθεί, και μάλιστα με τόσα δάκρυα. Αν εμείς, όταν είμαστε νηστικοί, με δυσκολία κατορθώνουμε να προσευχηθούμε, ενώ ύστερα από τα συμπόσια ποτέ δεν προσευχόμαστε, πολύ περισσότερο εκείνη, μια γυναίκα, δεν θα προσευχόταν μ’ αυτόν τον τρόπο μετά το συμπόσιο, αν είχε καλοφάει.
Ας ντραπούμε εμείς, οι άνδρες, που παρακαλάμε για τη βασιλεία των ουρανών και συνάμα χασμουριόμαστε, ας ντραπούμε, λέω, εκείνη τη γυναίκα, που παρακαλούσε κι έκλαιγε. Δες την ευλάβειά της κι από τούτο: «Μιλούσε από την καρδιά της· τα χείλη της μόλις που κινιόνταν και η φωνή της δεν ακουγόταν καθόλου». Έτσι παρουσιάζεται μπροστά στο Θεό όποιος θέλει να κατορθώσει κάτι: όχι με κινήσεις και φωνές, ούτε όμως και βαριεστημένος ή νυσταγμένος και αποχαυνωμένος.
Μήπως, όμως, δεν μπορούσε ο Θεός να δώσει παιδί στην Άννα και δίχως προσευχή; Μήπως δεν γνώριζε την επιθυμία της και πριν Του το ζητήσει; Ναι, αλλ’ αν της έδινε το παιδί πριν το ζητήσει με την προσευχή, δεν θα φαινόταν η προθυμία της, δεν θα φανερωνόταν η αρετή της, δεν θα έπαιρνε τόση αμοιβή.
Ας δούμε τώρα και τη φιλοσοφία της γυναίκας. Άκου τι είπε στον αρχιερέα Ηλί, που την πέρασε για μεθυσμένη: «Όχι, κύριέ μου, δεν είμαι μεθυσμένη. Μια γυναίκα καταπικραμένη είμαι, που ξεχύνω τον πόνο της ψυχής μου μπροστά στον Κύριο. Μη θεωρήσεις τη δούλη σου καμιά τιποτένια· αν προσευχήθηκα ως τώρα, ήταν από τον πολύ μου πόνο». Αυτό είναι γνώρισμα πραγματικά συντριμμένης καρδιάς: Το να μην οργίζεται και να μην αγανακτεί εναντίον εκείνων που την αδικούν ή την προσβάλλουν, αλλά με πραότητα και σεμνότητα ν’ απολογείται. Αλήθεια, τίποτα δεν κάνει την ψυχή τόσο φιλόσοφη, όσο η θλίψη.
Σηκώθηκε, λοιπόν, από το τραπέζι η Άννα κι έτρεξε να προσευχηθεί. Ας τ’ ακούσουν όσοι από μας ούτε πριν ούτε μετά το φαγητό προσεύχονται. Ας τ’ ακούσουν και ας παραδειγματιστούν. Όλοι μας, τόσο πριν όσο και μετά τα γεύματα, οφείλουμε να δοξάζουμε και να ευχαριστούμε το Θεό. Όποιος είναι προετοιμασμένος γι’ αυτό, ούτε θα παραφάει ούτε θα μεθύσει ποτέ. Έχοντας ως χαλινάρι του λογισμού του την αναμονή της προσευχής, θα γευθεί απ’ όλα με μέτρο και θα έχει πολλή ευλογία και στο σώμα και στην ψυχή. Με προσευχή, κοντολογίς, ας αρχίζει και ας τελειώνει κάθε γεύμα μας.
Παράλληλα, ας μην παραλείπουμε να συμμετέχουμε στο πασχάλιο δείπνο της ευχαριστιακής συνάξεως, που γίνεται τακτικά στο ναό, αλλά και σε κάθε εκκλησιαστική ακολουθία, αν είναι δυνατόν. “Μα έχω τόσες φροντίδες και ασχολίες!”, θα μου πεις. Γι’ αυτό ακριβώς έλα στο ναό, για να ελκύσεις με την εδώ παρουσία σου την εύνοια του Θεού, κι έτσι να φύγεις ασφαλισμένος· για να Τον έχεις βοηθό στις υποθέσεις σου, κι έτσι να γίνεις ακατανίκητος από τους δαίμονες και τους μοχθηρούς ανθρώπους. Γιατί, συμμετέχοντας στη θεία λειτουργία και στην κοινή λατρεία, θα ενισχυθείς από τον παντοδύναμο Θεό, θα πάρεις τα δικά Του όπλα, κι έτσι ούτε ο διάβολος ούτε οι άνθρωποι θα μπορέσουν να σε βλάψουν.
Και μη μου πεις, ότι, καθώς είσαι συνέχεια απασχολημένος με τα προβλήματα της ζωής, δεν μπορείς να τρέχεις κάθε τόσο στην εκκλησία ούτε να προσεύχεσαι όλη μέρα. Στην εκκλησία, έστω, δεν μπορείς να πηγαίνεις. Όπου κι αν βρίσκεσαι, όμως, μπορείς να στήσεις το θυσιαστήριό σου. Ούτε ο τόπος ούτε η ώρα σε εμποδίζουν. Κι αν δεν γονατίσεις, κι αν δεν κλάψεις, κι αν δεν υψώσεις τα χέρια σου στον ουρανό, η προσευχή σου θα είναι τέλεια, εφόσον θα έχεις διάνοια θερμή. Εσύ που βαδίζεις στο δρόμο, εσύ που βρίσκεσαι στην αγορά, εσύ που ταξιδεύεις στη θάλασσα, εσύ που κάθεσαι στο εργαστήριό σου, εσύ που μαγειρεύεις στο σπίτι σου, εσύ που καλλιεργείς το χωράφι σου κι εσύ που σε κάποιαν άλλη εργασία καταγίνεσαι, όταν δεν μπορείτε να έρθετε στην εκκλησία, κάντε, εκεί που είστε, προσευχή εκτενή και προσεκτική. Ο Θεός δεν νοιάζεται για τον τόπο. Ζητάει μόνο θερμότητα καρδιάς και αγνότητα ψυχής. Να, και ο απόστολος Παύλος προσευχήθηκε όχι σε ναό όρθιος ή γονατιστός, αλλά μέσα σε φυλακή πεσμένος ανάσκελα, καθώς τα πόδια του ήταν σφιγμένα στην ξυλοπέδη. Επειδή, όμως, προσευχήθηκε με θέρμη, αν και πεσμένος, και τη φυλακή έσεισε και τα θεμέλια σάλεψε και το δεσμοφύλακα τράβηξε στην αληθινή πίστη μαζί με όλη την οικογένειά του .
Ο άρρωστος Εζεκίας ούτε όρθιος ούτε γονατιστός, αλλά πεσμένος στο κρεβάτι παρακάλεσε για τη θεραπεία του το Θεό, που με τον προφήτη Ησαΐα του είχε προαναγγείλει το θάνατό του. Και κατόρθωσε με την καθαρότητα και τη θερμότητα της καρδιάς του να μεταβάλει τη θεϊκή απόφαση. Ο ληστής, πάλι, καρφωμένος πάνω στο σταυρό, με λίγα λόγια κέρδισε τη βασιλεία των ουρανών. Και ο Ιερεμίας μέσα στο λάκκο με τη λάσπη  και ο Δανιήλ μέσα στο λάκκο με τα θηρία και ο Ιωνάς μέσα στην κοιλιά του κήτους, όταν προσευχήθηκαν θερμά, απομάκρυναν τις συμφορές, που τους είχαν βρει, και βοηθήθηκαν από το Θεό.
“Και τί θα λέω, όταν προσεύχομαι;”, θα με ρωτήσεις. Θα λες ό,τι και η Χαναναία του Ευαγγελίου. «Ελέησέ με, Κύριε!», παρακαλούσε εκείνη. «Η θυγατέρα μου βασανίζεται από δαιμόνιο». “Ελέησέ με, Κύριε!”, θα παρακαλάς κι εσύ. “Η ψυχή μου βασανίζεται από δαιμόνιο”. Γιατί η αμαρτία είναι μεγάλος δαίμονας. Ο δαιμονισμένος ελεείται, ενώ ο αμαρτωλός αποδοκιμάζεται. “Ελέησέ με!”. Μικρή είναι η φράση. Και όμως, γίνεται πέλαγος φιλανθρωπίας, καθώς, όπου υπάρχει έλεος, εκεί υπάρχουν όλα τα αγαθά.
Και όταν βρίσκεσαι έξω από την εκκλησία, φώναζε μυστικά: “Ελέησέ με!”. Φώναζε με τη σκέψη σου, χωρίς να κινείς τα χείλη σου. Γιατί ο Θεός μας ακούει και όταν σωπαίνουμε. Δεν απαιτείται τόσο τόπος, όσο τρόπος προσευχής. Και στο λουτρό αν είσαι, να προσεύχεσαι. Όπου κι αν είσαι, να προσεύχεσαι. Όλη η κτίση είναι ναός του Θεού. Εσύ ο ίδιος είσαι ναός του Θεού, και ψάχνεις τόπο για να προσευχηθείς;
Η θάλασσα απλωνόταν μπροστά. Οι Αιγύπτιοι έρχονταν από πίσω. Και ο Μωυσής βρισκόταν στη μέση. Ζητούσε από το Θεό βοήθεια, χωρίς να λέει ούτε λέξη· τόση ήταν η αμηχανία του. Και μολονότι δεν ακουγόταν η φωνή του, ο Κύριος του είπε: «Τί μου φωνάζεις;». Τον άκουγε, λοιπόν, αν και δεν μιλούσε. Έτσι κι εσύ, όταν σου έρχεται πειρασμός, να ζητάς καταφύγιο στο Θεό, να καλείς μυστικά σε βοήθεια τον Κύριό σου. Αυτός είναι πάντα κοντά σου, γι’ αυτό δεν χρειάζεται να Τον αναζητήσεις σε ορισμένο τόπο, όπως κάνεις με τους ανθρώπους. «Θα φωνάξεις στο Θεό, κι Εκείνος θα σ’ ακούσει», όπως λέει ο προφήτης Ησαΐας. «Εσύ ακόμα θα προσεύχεσαι, κι Εκείνος θα σου απαντήσει: “Να, εδώ είμαι, δίπλα σου!”». Αν αγωνίζεσαι να διατηρείς την καρδιά σου καθαρή από την κακία, ο Κύριος σ’ ακούει πάντα και παντού.
Με όλα αυτά, βέβαια, δεν θέλω να υποτιμήσω την προσευχή που γίνεται από τους χριστιανούς στο ναό. Όχι. Γιατί είναι μεγάλη, πολύ μεγάλη η δύναμη της κοινής προσευχής των αδελφών στην εκκλησία. Θέλεις να μάθεις πόση; Άκου: Κάποτε ο απόστολος Πέτρος ήταν φυλακισμένος και αλυσοδεμένος. Μα «η Εκκλησία προσευχόταν αδιάκοπα στο Θεό γι’ αυτόν». Και η προσευχή του εκκλησιάσματος τον ελευθέρωσε θαυματουργικά από τη φυλακή κι από τις αλυσίδες. Τί, λοιπόν, είναι δυνατότερο από την προσευχή, που έσωσε το στύλο και τον πύργο της Εκκλησίας;
Και όσο για τους κατηχουμένους, βέβαια, δεν επιτρέπεται να προσεύχονται μαζί με τους πιστούς στο ναό, γιατί δεν έχουν αποκτήσει ακόμα μεγάλη παρρησία. Όσο για μας, όμως, μας έχει δοθεί η παραγγελία να προσευχόμαστε για την οικουμένη και για την Εκκλησία, που έχει απλωθεί ως τα πέρατα της γης. Συνειδητοποιείτε πόσο υψηλό και τιμητικό για τη μικρότητά μας είναι το να προσερχόμαστε εδώ και να παρακαλάμε το Θεό για τόσο λαό; Το να παρακαλάει ένας για τους πολλούς, είναι πολύ τολμηρό και χρειάζεται μεγάλη παρρησία. Γιατί, αν εγώ ο ίδιος δεν τολμώ να παρακαλέσω για τον εαυτό μου, πολύ περισσότερο για τους άλλους· αυτό μόνο οι δίκαιοι μπορούν να το κάνουν, όχι ένας αμαρτωλός σαν κι εμένα. Όταν, όμως, συγκεντρωμένοι όλοι μαζί κάνουν δέηση για έναν, το πράγμα δεν φαίνεται άπρεπο.
Είναι, βέβαια, δυνατόν, όπως είπα πριν, να προσευχόμαστε και στο σπίτι μας και σε κάθε τόπο, όχι πάντως όπως προσευχόμαστε στην εκκλησία, όπου κοινή ικεσία κλήρου και λαού απευθύνεται στο Θεό. Δεν εισακούεσαι τόσο από τον Κύριο, όταν Τον παρακαλάς μόνος, όσο όταν βρίσκεσαι μαζί με τους αδελφούς σου. Γιατί στην κοινή προσευχή υπάρχουν περισσότερα: η ομόνοια και ο δεσμός της αγάπης και οι ευχές των ιερέων. Οι ιερείς γι’ αυτό ακριβώς βρίσκονται εδώ, για να ενισχύσουν με τις ισχυρές ευχές τους τις αδύναμες προσευχές του λαού, βοηθώντας τες ν’ ανέβουν στον ουρανό. Να, λοιπόν, πως κατόρθωσε να βγάλει από τη φυλακή τον απόστολο Πέτρο η προσευχή της Εκκλησίας. Η απόσταση ενός τόπου, βλέπεις, δεν εμποδίζει την ενέργεια της προσευχής, όπως άλλωστε δεν μειώνει και τη δύναμη της αγάπης. Όσο η βαθειά αγάπη συνδέει ακατάλυτα, άλλο τόσο και η ζωντανή προσευχή ωφελεί υπερβολικά ανθρώπους που βρίσκονται μακριά.
Ο Μωυσής δεν βρισκόταν σωματικά στο πεδίο της μάχης, όταν οι Ισραηλίτες πολεμούσαν με τους Αμαληκίτες, ωστόσο συνέβαλε στη νίκη πολύ περισσότερο από τους πολεμιστές, υψώνοντας τα χέρια του στον ουρανό και παρακαλώντας το Θεό για το έθνος του. Έτσι έσωσε έναν ολόκληρο λαό. Υπάρχει κατόρθωμα μεγαλύτερο απ’ αυτό, από την ωφέλεια δηλαδή των συνανθρώπων και αδελφών μας; Όχι. Κι αν νηστεύεις κι αν κοιμάσαι καταγής κι αν κλαις σ’ όλη σου τη ζωή, τίποτε το μεγάλο δεν κατορθώνεις, εφόσον δεν ωφελείς κανέναν άλλο. Να, κι από τον Μωυσή έγιναν πολλά θαύματα και σημεία. Κανένα απ’ αυτά, όμως, δεν τον έκανε τόσο μεγάλο, όσο η ικετευτική κραυγή του προς τον Κύριο για τη συγχώρηση των Ισραηλιτών, που είχαν πέσει στο βαρύ αμάρτημα της ειδωλολατρίας: «Αν θέλεις, συγχώρησε την αμαρτία τους· αν πάλι όχι, τότε εξαφάνισε κι έμενα!».
Και ο βασιλιάς Δαβίδ, όταν, για μια του αμαρτία, ο Θεός παραχώρησε να πέσει θανατικό στους Ισραηλίτες, έδειξε την ίδια διαγωγή. «Εγώ είμαι εκείνος που αμάρτησε», είπε. «Εγώ, ο ποιμένας, έκανα το κακό. Αυτά τα πρόβατα τι έκαναν; Χτύπα, λοιπόν, εμένα και την οικογένειά μου».
Του αποστόλου Παύλου η φιλαδελφία, όμως, ήταν  η πιο μεγάλη και πιο θαυμαστή: Ευχόταν ακόμα και να χωριστεί από το Χριστό, αν έτσι θα πήγαιναν κοντά σ’ Εκείνον οι ομοεθνείς αδελφοί του. Ο Μωυσής ζητούσε να εξαφανιστεί κι αυτός μαζί με τους άλλους· ο Παύλος δεν ζητούσε να χαθεί μαζί τους, αλλά, για τη σωτηρία τους, να χάσει μόνο αυτός την ασύλληπτη δόξα του παραδείσου!
Οι προσευχές τέτοιων αγίων, βέβαια, φέρνουν αγαθά αποτελέσματα, όταν κι εμείς οι ίδιοι βοηθάμε. Όταν αυτό δεν συμβαίνει, ούτε κι εκείνων η βοήθεια ωφελεί. Σε τί ωφέλησε, λ.χ., η προσευχή του Ιερεμία τους Ιουδαίους; Τρεις φορές παρακάλεσε ο προφήτης το Θεό και τρεις φορές άκουσε: «Μην προσεύχεσαι πια για το λαό αυτό και μη μου ζητάς να τους ελεήσω, γιατί δεν θα σε ακούσω!» (Τερ. 7:16). Σε τί ωφέλησε τον Σαούλ ο Σαμουήλ, που προσευχόταν και πενθούσε γι’ αυτόν ως την τελευταία μέρα, και σε τί ωφέλησε τους Ισραηλίτες; «Ποτέ δεν θα κάνω το αμάρτημα να διακόψω την προσευχή μου για τη σωτηρία σας», τους είπε. Και όμως, όλοι χάθηκαν. Γιατί; Το εξηγεί ο Θεός με το στόμα του προφήτη Ιερεμία: «Αν ακόμα και ο Μωυσής και ο Σαμουήλ σταθούν μπροστά μου και προσευχηθούν γι’ αυτούς, δεν θα τους λυπηθώ, γιατί έχει αυξηθεί υπερβολικά η κακία τους».
Ώστε, λοιπόν, σε τίποτα δεν ωφελούν οι προσευχές; Ωφελούν και πολύ μάλιστα, αλλά, όπως είπα, όταν κι εμείς βοηθάμε, θυμηθείτε τον εκατόνταρχο Κορνήλιο, που αξιώθηκε να γνωρίσει την αληθινή πίστη, επειδή «έδινε πολλές ελεημοσύνες και προσευχόταν αδιάλειπτα στο Θεό». Θυμηθείτε και τη δίκαιη Ταβιθά, που «έκανε πολλές αγαθοεργίες και ελεημοσύνες» και, όταν πέθανε, αναστήθηκε με την προσευχή του αποστόλου Πέτρου. Αλλά και στα χρόνια του βασιλιά Εζεκία, ο Θεός έσωσε την Ιερουσαλήμ από τους Ασσυρίους. Γιατί; Επειδή ο Εζεκίας ήταν δίκαιος και προσευχήθηκε θερμά για την πόλη και το λαό του. «Εγώ θα υπερασπίσω τούτη την πόλη», είπε ο Κύριος στον καλό βασιλιά. Κι έτσι ακριβώς έκανε.
Όλα αυτά τα παραδείγματα, και πολλά άλλα πα­ρόμοια, που βρίσκουμε μέσα στις Γραφές, τί μας δείχνουν; Ότι οι προσευχές των αγίων για μας, αλλά και οι δικές μας προσευχές, εισακούονται από το Θεό, όταν είμαστε δίκαιοι, ενάρετοι, ελεήμονες, φιλάνθρωποι. Όταν, απεναντίας, και με τα χέρια και με τα πόδια και με τη γλώσσα και με το νου και με την καρδιά διαπράττουμε την αμαρτία, παραβαίνοντας τον θείο νόμο, πώς τολμάμε ν’ απευθυνόμαστε στον Κύριο, ζητώντας Του βοήθεια ή ευεργεσία; Και πώς τολμάμε να ζητάμε τις πρεσβείες των αγίων;
Πριν υψώσουμε, λοιπόν, ικετευτικά τα χέρια μας στον ουρανό, ας βάλουμε αρχή μετάνοιας. Άλλωστε, επειδή με τα χέρια εκτελούμε πολλές πονηρές πράξεις, γι’ αυτό ακριβώς έχει καθιερωθεί να τα υψώνουμε, όταν προσευχόμαστε, ώστε η υπηρεσία που προσφέρουν για την προσευχή, να τα εμποδίζει από την κακία και να τ’ απομακρύνει από την αμαρτία. Έτσι θα θυμάσαι, δηλαδή, όταν πρόκειται ν’ αρπάξεις κάτι ή να χτυπήσεις κάποιον, ότι αυτά τα χέρια θα τα υψώσεις στο Θεό ως συνηγόρους σου και ότι μ’ αυτά θα Του προσφέρεις την πνευματική θυσία της προσευχής. Γι’ αυτό μην τα μολύνεις, μην τα ντροπιάζεις, μην τα κάνεις ανάξια εμφανίσεως στο Θεό, με την τέλεση οποιασδήποτε ανομίας. Καθάριζέ τα με την ελεημοσύνη, με τη φιλανθρωπία, με την καλοσύνη, κι έτσι καθαρά ύψωνέ τα σε προσευχή. Αν δεν προσεύχεσαι ποτέ με χέρια λασπωμένα, πολύ περισσότερο μην το κάνεις με χέρια λερωμένα από την αμαρτία. Γιατί κακό δεν είναι το να υψώνεις χέρια άπλυτα προς τον Κύριο· το να υψώνεις, όμως, χέρια καταμολυσμένα από αναρίθμητα αμαρτήματα, αυτό είναι φοβερό και προκαλεί την οργή του Θεού.
Αλλά μόνο έτσι παροργίζουμε τον Πατέρα μας; Με πόσους τρόπους, αλήθεια, αμαρτάνουμε, ακόμα και μέσα στην εκκλησία, την ώρα της λατρείας! Αναπολόγητοι θα είμαστε, αν ο Θεός λογαριάσει τους αισχρούς λογισμούς που έχουμε στο νου μας, τις πονηρές επιθυμίες που έχουμε στην καρδιά μας, τις κατακρίσεις που ξεστομίζουμε καθημερινά για τον πλησίον μας, τα ψεύδη και τις συκοφαντίες, τις πανουργίες και τις δολοπλοκίες, τις κακότητες και τις αδικίες μας. Λύπη μας προξενεί η προκοπή των άλλων, ακόμα και των φίλων μας. Ευχαρίστηση δοκιμάζουμε, όταν ο συνάνθρωπός μας υποφέρει, θεωρώντας τη συμφορά εκείνου ως παρηγοριά για τη δική μας δυστυχία. Ασύνετα ζητάμε από το Θεό πράγματα φθαρτά κι ανώφελα, πράγματα που Εκείνος πρόσταξε να τα περιφρονούμε. Αθεόφοβα καταριόμαστε τους αδελφούς μας, ενώ έχουμε εντολή να δίνουμε ευχές και στους εχθρούς μας.
Τί κάνεις, άνθρωπε μου; Ζητάς από το Θεό να σε σπλαχνιστεί, κι εσύ καταριέσαι τον άλλο; Μη γελιέσαι. Αν δεν συγχωρήσεις, δεν θα συγχωρηθείς. Το ξέρεις.
Και όμως, όχι μόνο δεν συγχωρείς, αλλά παρακαλάς και το Θεό να μη συγχωρήσει! Αν, όμως, δεν συγχωρείται εκείνος που δεν συγχωρεί, πώς θα συγχωρηθεί εκείνος, που και τον Κύριο παρακαλάει να μη συγχωρήσει; Αν είναι κακό να έχεις εχθρούς, σκέψου πόσο χειρότερο είναι να τους κατηγορείς και να τους καταριέσαι. Εσύ πρέπει να δώσεις λόγο για το ότι έχεις εχθρούς, και κατηγορείς εκείνους; Πώς θα σου δώσει άφεση ο Θεός, όταν Του ζητάς να βλάψει άλλους, την ώρα που Τον παρακαλείς για τα δικά σου αμαρτήματα κι έχεις ανάγκη από μεγάλο έλεος; Όταν μάλιστα, προσεύχεσαι για τον εαυτό σου, γυρίζεις τη ματιά σου δεξιά κι αριστερά, χασμουριέσαι και φέρνεις στο νου σου χίλιους δυο λογισμούς. Όταν, όμως, προσεύχεσαι εναντίον των εχθρών σου, το κάνεις με μεγάλη αυτοσυγκέντρωση και διαύγεια σκέψεως. Γνωρίζει, βλέπεις, ο διάβολος πως, όταν ζητάμε το κακό των άλλων, στρέφουμε το ξίφος εναντίον μας, γι’ αυτό τότε δεν διασπά την προσοχή μας και δεν τραβάει το νου μας εδώ κι εκεί.
Ξέχασε, λοιπόν, τις ξένες αμαρτίες, για να ξεχάσει και ο Κύριος τις δικές σου. Γιατί αν πεις, “Τιμώρησε τον εχθρό μου”, έκλεισες το στόμα σου. Έχασε πια η γλώσσα σου το δικαίωμα να μιλάει στο Θεό. Πρώτα-πρώτα επειδή εξαρχής Τον παρόργισες, κι υστέρα επειδή ζητάς πράγματα που είναι αντίθετα στον ίδιο το χαρακτήρα της προσευχής. Αφού, δηλαδή, προσέρχεσαι για να ζητήσεις συγχώρηση αμαρτημάτων, πώς μιλάς για τιμωρία; Το αντίθετο έπρεπε να κάνεις, να παρακαλάς για τους άλλους, ώστε στη συνέχεια να παρακαλέσεις με παρρησία και για τον εαυτό σου.
Αν προσευχηθείς για τους συνανθρώπους σου, τα πέ­τυχες όλα, έστω κι αν δεν πεις το παραμικρό για τις δικές σου αμαρτίες.
Δεν υπάρχει τίποτα πιο ζοφερό από μια ψυχή που μνησικακεί και μισεί. Δεν υπάρχει τίποτα πιο ακάθαρτο από μια γλώσσα που κακολογεί και καταριέται. Άνθρωπος είσαι, μη γίνεσαι θηρίο. Το στόμα σου δόθηκε όχι για να δαγκώνεις, αλλά για να παρηγορείς με τα λόγια σου. Ο Θεός σε πρόσταξε να συγχωρείς, κι εσύ Τον παρακαλάς να καταργήσει τη δική Του εντολή; Δεν σκέφτεσαι ότι ευχαριστιέται και γελάει ο διάβολος, όταν ακούει μια τέτοια προσευχή; Δεν συλλογίζεσαι ότι, από το άλλο μέρος, λυπάται ο Θεός, ο Πλάστης σου, ο Ευεργέτης σου, ο Σωτήρας σου;
“Μα αδικήθηκα”, λες, “και είμαι πικραμένος”. Τότε, λοιπόν, προσευχήσου εναντίον του διαβόλου, που μας αδικεί περισσότερο από κάθε άλλον. Γιατί αυτός δημιουργεί και τους εχθρούς και τις έχθρες, αυτός είναι ο μεγάλος και μοναδικός εχθρός σου, με τον οποίο δεν είναι δυνατό να συμφιλιωθείς ποτέ. Ο συνάνθρωπος, απεναντίας, όσα κι αν σου κάνει, είναι αδελφός σου. Γι’ αυτό οφείλεις να προσεύχεσαι για το καλό του, για την ευτυχία του, για τη μετάνοια και τη σωτηρία του.
Ας φροντίσουμε λοιπόν, αγαπητοί μου, να ζούμε και να ενεργούμε σύμφωνα με τις εντολές του Κυρίου, για να είναι καρποφόρα η προσευχή μας και να πετύχουμε τη βασιλεία των ουρανών.

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ

Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΣΥΚΑ-Ο ΜΕΘΥΣΟΣ ΙΕΡΕΑΣ


Θαύματα και αποκαλύψεις από τη Θεία Λειτουργία

 Όταν ο π. Βενέδικτος Πετράκης (1961)
ήταν ιεροκήρυκας στα Γιάννενα,
πήγε ένα κυριακάτικο πρωινό
να λειτουργήσει και να κηρύξει
σε κάποια εκκλησία της πόλης.
Έξω από το ναό είδε έναν
άνθρωπο, που πουλούσε με το καροτσάκι του σύκα.
- Σκέπασέ το, ευλογημένε, του λέει, κι έλα μέσα στην εκκλησία να
λειτουργηθείς. Μετά τη λειτουργία θα τα πουλήσεις όλα.
- Παπούλη μου, αποκρίθηκε εκείνος με ύφος θρασύ, εσύ στη δουλειά
σου κι εγώ στη δουλειά μου! - Ε, καλά... Τότε να ξέρεις πως,
μέχρι να τελειώσει η λειτουργία, όλα θα σκουληκιάσουν,
του λέει προφητικά ο γέροντας.
Και πράγματι, όλα σκουλήκιασαν και τα πέταξε!
όταν μετά τη λειτουργία ο π. Βενέδικτος έβγαινε από την εκκλησία,
έτρεξε μετανοημένος και του ζήτησε συγχώρηση.
Ο μέθυσος Ιερέας
Ζει ακόμα ο επίσκοπος που διηγήθηκε τούτη την ιστορία.
Είναι αληθινή ιστορία κι έχει βαθύ νόημα, γιατί αναφέρεται στην προσευχή
των ζώντων για τους τεθνεώτες. Οι προσευχές αυτές πάντοτε εισακούονται,
μα πιο πολύ την ώρα της θείας λειτουργίας.
Ο επίσκοπος που αναφέραμε είχε στην περιοχή του έναν ιερέα,
τον παπα-Γιάννη, ευλαβικό και σ' όλους αγαπητό. Μάλιστα στην
αγία πρόθεση αργούσε λίγο, γιατί διάβαζε πολλά ονόματα.
Είχε όμως ένα φοβερό ελάττωμα˙ του άρεσε το κρασί.
Όσο καλός ήταν στα καθήκοντά του, τόση αδυναμία είχε στο πιοτό.
Πολλοί του έλεγαν να κόψει αυτό το πάθος, το τόσο αταίριαστο
σε λειτουργό του Θεού. Το καταλάβαινε κι ο ίδιος, έκλαιγε με
παράπονο, έκανε μερικές προσπάθειες, αλλά σε λίγες
μέρες άρχιζε πάλι τα ίδια.
Μια μέρα που είχε υποκύψει πάλι στο πάθος του, πήγε στην
εκκλησία και, όπως ήταν μισοζαλισμένος, έβαλε "Ευλογητός"
κι άρχισε τη θεία λειτουργία. Παραχώρησε όμως ο Θεός και
κάποια στιγμή παραπάτησε μέσα στο ιερό, οπότε του έπεσαν
από τα χέρια τα τίμια Δώρα.
Πάγωσε απ' το φόβο του. Έπεσε κάτω κλαίγοντας κι άρχισε να
μαζεύει με τη γλώσσα το Σώμα και το Αίμα του Χριστού.
Ένιωθε την ενοχή να τον πνίγει, γιατί το έπαθε επειδή ήταν
ζαλισμένος από το κρασί.
Πήγε στο επίσκοπο κι εξομολογήθηκε το φρικτό του αμάρτημα.
Κι εκείνος την άλλη μέρα, ύστερα από πολλή περίσκεψη,
κάθησε στο γραφείο του και πήρε την πένα στο χέρι. Έπρεπε
να κινήσει τη διαδικασία για την καθαίρεση του παπα-Γιάννη, αλλά...
Εκεί που το χέρι του επισκόπου στεκόταν διστακτικό, βλέπει ξαφνικά
σαν σε όραμα να βγαίνουν μέσ' από τον τοίχο του δωματίου χιλιάδες
άνθρωποι. Είχαν μάτια πονεμένα και περνούσαν μπροστά του λέγοντας:
- Όχι, Δέσποτα, μην τιμωρείς τον παπά, μην τον καθαιρέσεις,
συγχώρεσέ τον!
Περνούσαν αμέτρητες στρατιές ανθρώπων, άνδρες, γυναίκες,
παιδιά, καλοντυμένοι ή φτωχοντυμένοι, αληθινό συλλαλητήριο ψυχών.
Κι όλοι χειρονομούσαν προς το μέρος του, φώναζαν και παρακαλούσαν
επίμονα:
- Όχι, Σεβασμιότατε, μην το κάνεις αυτό, μη διώξεις τον παπά μας!
Αυτός μας θυμάται και μας βοηθάει σε κάθε λειτουργία, μας λυπάται
αληθινά, είναι φίλος μας! Μην τον καθαιρέσεις! Μη! Μη! Μη!...
Κράτησε αρκετή ώρα αυτή η οπτασία. Ο επίσκοπος, έκπληκτος,
παρακολουθούσε αυτή την ανθρωποθάλασσα να φωνάζει και να ικετεύει
για τον μέθυσο ιερέα. Κατάλαβε πως ήταν οι ψυχές των νεκρών
που μνημόνευε ο παπα-Γιάννης όταν λειτουργούσε.
Κι αυτή η μνημόνευση τους ανακούφιζε πολύ, όσο το νερό τον
διψασμένο στην καλοκαιριάτικη ζέστη. "Να η χειροπιαστή απόδειξη",
σκέφτηκε, "πως οι προσευχές μας αναπαύουν τις ψυχές των νεκρών".
Ύστερα έστειλε και κάλεσε τον ιερέα.
- Δε μου λες, παπα-Γιάννη, μνημονεύεις πολλά ονόματα στην
αγία πρόθεση όταν λειτουργείς;
- Εκατοντάδες, Σεβασμιότατε. Δεν τα έχω μετρήσει.
- Γιατί το κάνεις αυτό και καθυστερείς τη λειτουργία;
τον μάλωσε τάχα ο επίσκοπος.
- Λυπάμαι πολύ τους πεθαμένους, γιατί δεν έχουν από αλλού βοήθεια,
παρά μόνο απ' τις ευχές της Εκκλησίας. Γι' αυτό παρακαλώ τον Ύψιστο
να τους αναπαύσει. Έχω ένα βιβλίο και γράφω μέσα όλα τα ονόματα
που μου δίνουν για μνημόνευση. Αυτή την τάξη παρέλαβα από τον πατέρα μου,
που ήταν επίσης παπάς.
- Καλά κάνεις, συμφώνησε ο επίσκοπος, έχουν ανάγκη οι ψυχές.
Συνέχισε να κρατάς την τάξη αυτή. Πρόσεξε μόνο να μην ξαναμεθύσεις.
Από σήμερα δε θα ξαναβάλεις κρασί στο στόμα σου. Αυτός είναι
ο κανόνας που σου δίνω. Είσαι συγχωρημένος.
Πραγματικά, ο παπα-Γιάννης ελευθερώθηκε οριστικά από το πάθος
του πιοτού. Μόνο που στέκει στην προσκομιδή περισσότερο τώρα,
μνημονεύοντας τα ονόματα των "τεθνεώτων".
 Θαύματα και αποκαλύψεις από τη Θεία Λειτουργία
Εκδόσεις Ι.Μ. Παρακλήτου Ωρωπός Αττικής
σελ. 35-38

Ο σατανάς φανερώνεται με διάφορα πρόσωπα


Ο Προηγούμενος Χριστόφορος, αδελφός της Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας, περνώντας μια μέρα από το μέρος που λέγεται «ΒΕΛΛΑΣ» είδε στον δρόμο ένα μικρό και πολύ όμορφο γατάκι. Επειδή το μέρος εκείνο είναι δασώδες και αρκετά μακριά από το Μοναστήρι, στην αρχή του φάνηκε πολύ περίεργο, πώς βρέθηκεεκεί το γατάκι; Εκείνο μόλις είδε τον Προηγούμενο, άρχισε να φωνάζει, νιάου, νιάου και με διάφορα ναζιάρικα χάδια και σχήματα πλησίαζε και πήγε κοντά του. Ο Προηγούμενος τότε έσκυψε, το πήρε στα χέρια του και άρχισε να παίζει μαζί του. Εκείνο παίζοντας, άλλοτε έβγανε τα νύχια του κι άλλοτε με τα δόντια δάγκανε και γκριτζιάνιζε τα χέρια του Προηγούμενου Χριστόφορου, παίζοντας μαζί του. Σε μια στιγμή που τον δάγκανε, ο Προηγούμενος, πόνεσε και είπε στο γατάκι χαϊδευτικά: «βλέπω βρε, ότι έχεις δόντια και δαγκώνεις!» Τότε απροσδόκητα και ξαφνικά φούσκωσε ο γάτος κι έγινε σαν μπαλόνι, και με πολύ άγρια φωνή, το φαινόμενο γατάκι είπε: «Έχω ρε! τί νόμισες πώς δεν έχω; Μάλιστα έχω κι άλλα πράγματα…» Κι άμα είπε αυτά έγινε άφαντο το γατάκι, που στο μεταξύ είχε γίνει γάταρος. Άφησε πολλή βρώμα και δυσοσμία και τον Προηγούμενο εμβρόντητο από το φόβο και τη φρίκη που πήρε. Και όπως μετά ομολόγησε ο ίδιος, σ’ όλη του τη ζωή δεν μπορούσε να ξεχάσει εκείνη την άγρια φωνή, που έβγαλε και από το άγριεμα των ματιών του, που του φάνηκε σαν να πέταγαν φωτιές. Ήτανε πολύ τρομερό το φαινόμενο. Μ’ αυτό ο Σατανάς θέλησε να τρομάξει τον ιερομόναχο αυτόν και ασφαλώς θα ήθελε να του κάνει ίσως μεγάλο κακό, αλλά δεν είχε περισσότερη εξουσία από το Θεό για να βλάψει πιο πολύ τον άνθρωπο, διότι ο Σατανάς δεν έχει διάθεση ούτε θέλει να παίξει με τον άνθρωπο, ήθελε να του κάνει μεγάλη ζημιά, όπως κατά καιρούς είχε κάνει σε άλλους, αλλά σ’ αυτόν δεν είχε την άδεια να κάνει περισσότερο κακό. Γι’ αυτό να παρακαλούμε τον Πανάγαθο Θεό, να μας φυλάει από τέτοια παιχνίδια με τον Διάβολο, αλλά πρέπει κι εμείς να φυλαγόμαστε και να μην κάνουμε πονηρά έργα, που δίνουν την άδεια στον Σατανά να μας πειράζει. Παρόμοιο απατηλό φαινόμενο του σατανά Ο Κλητήρας του Πολιτικού Διοικητού του Αγίου Όρους, Μπούζας γνωστός με το όνομα «Μπαρμπαγιώργης» πήγαινε σε αποστολή από τις Καρυές στην ιερά Μονή Φιλόθεου. Στην τοποθεσία που κατηφορίζει ο δρόμος και πηγαίνει για την Σκήτη της Ιεράς Μονής των Ιβήρων, εκεί ακριβώς που είναι πολλές «δρεις» δένδρα και ο δρόμος είναι καλντερίμι. Στο σημείο αυτό ο Μπαρμπαγιώργης, καβάλα στο μουλάρι, βλέπει στον δρόμο ένα ωραίο σκυλάκι, το οποίο ακολουθούσε το μουλάρι αρκετό διάστημα και πήγαινε πότε μπρος και άλλοτε πίσω από το μουλάρι. Ο Μπούζας επειδή του άρεσε, γιατί ήταν ομορφούτσικο, άρχισε να το καλεί και να του φωνάζει, όπως συνήθως λέμε στα σκυλιά «κούτσι, κούτσι κλπ.». Τότε εκείνο σε μια ευκαιρία που το έδαφος ήταν επικλινές, με ένα πήδημα βρέθηκε πάνω στο μουλάρι, στην αγκαλιά του Μπούζα. Εκείνος χάρηκε κι άρχισε να το χαϊδεύει, κι όσο αυτός το χάιδευε τόσο εκείνο σήκωνε την ουρά του και τον κοίταζε στα μάτια χαρούμενο. Σε μια στιγμή, εκεί που το χάιδευε ο μαρμπαγιώργης, σαν κοσμικός που ήταν, είπε στο σκυλάκι: «Βρε συ, το ξέρεις πώς είσαι όμορφο, μπα τί βλέπω, έχει και μπαμπαλάκια αρχίδια —». Τότε το φαινόμενο σκυλάκι, γύρισε και με ανθρώπινη φωνή είπε στον μπαρμπαγιώργη: «Έχω ρε Μπούζα, τί νόμιζες πώς δεν έχω;» Ο Μπαρμπαγιώργης με τα χέρια του το πέταξε κάτω κι εκείνο μεν έγινε άφαντο, αλλά ο Μπούζας βρέθηκε στον δρόμο κατασακατεμένος από τα χτυπήματα, διότι αφήνιασε το μουλάρι και τον πέταξε κάτω και άλλοι περαστικοί βρήκαν τον Μπαρμπαγιώργη σε κακά χάλια. Και στην περίπτωση αυτή, όπως και στην προηγούμενη, ο Δαίμονας θέλησε να κάνει κακό και να σκοτώσει τον άνθρωπο, αλλά δεν είχε εξουσία από τον πανάγαθο Θεό, διότι όπως λέγανε εκείνοι που γνώρισαν και έζησαν από κοντά τον Μπαρμπαγιώργη, πως δεν ήταν κακός άνθρωπος. Αλλά ο Θεός θέλησε με την δοκιμασία αυτή να τον κάνει να γίνει περισσότερο καλός, πράγμα που ζητεί και θέλει από όλους τους ανθρώπους να γίνουμε όλοι καλύτεροι από ό,τι είμαστε.
 
Πηγή:oparadeisos
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...