Showing posts with label Saint Ephraim The Syrian- Άγιος Εφραίμ ο Σύρος. Show all posts
Showing posts with label Saint Ephraim The Syrian- Άγιος Εφραίμ ο Σύρος. Show all posts

Thursday, 3 April 2014

Η αργία (Ερμηνεία της ευχής του αγίου Εφραίμ του Σύρου)


του Μητρ. Μεσογαίας και Λευρεωτικής, Νικολάου 
Τέσσερα πράγματα να μην επιτρέψεις να συμβούν μέσα μου. «Πνεύμα αργίας, περιεργίας,φιλαρχίας και αργολογίας». Μην επιτρέψεις να υπάρξει μέσα μου μία κατάσταση αργίας, τεμπελιάς, ραθυμίας, ακηδίας, αδιαφορίας, ανορεξίας. Αυτό θα πει αργία. Να είμαι αργός, βραδύς, χωρίς εσωτερικούς παλμούς, χωρίς δυναμικό μέσα στην ψυχή μου. Ένας μουδιασμένος, μαραμένος, χωρίς ενδιαφέρον για πνευματικά. Φοβερή αρρώστια, ιδίως της εποχής μας. Πολλές φορές βλέπουμε νέα παιδιά ανόρεκτα, μάλλον κουρασμένα -να την πω την λέξη – βαριεστημένα, χωρίς διάθεση, χωρίς χυμούς, χωρίς ενθουσιασμό. Δεν μπορούμε έτσι να προχωρήσουμε. Λέει στο σοφό βιβλίο της Κλίμακος ότι η αργία είναι περιεκτικόν του θανάτου στοιχείον, είναι κάτι το οποίο θυμίζει τον θάνατο στον άνθρωπο. Πώς είναι δυνατόν να προχωρήσει στη ζωή ένας ο οποίος διακρίνεται από τεμπελιά; Γι” αυτό και η ακηδία, αυτή η περί τα πνευματικά αδιαφορία, θεωρείται από τους Πατέρες της Εκκλησίας μας ως ένα από τα επτά θανάσιμα, ολέθρια για την ψυχή μας, αμαρτήματα. Τις τελευταίες ημέρες ήλθε κάποιο παιδί που με πλησίασε, για να δούμε τι θα κάνουμε με τη Θεία Κοινωνία και με την εξομολόγηση. 
- Τι κάνεις για τον Θεό, παιδί μου; ρώτησα.
- Δεν έχω όρεξη για τίποτα, μού απαντά. Δεν μπορώ.
-Λίγη προσευχή δεν κάνεις; προχώρησα.
- Τίποτα. Ένα σταυρό, και πέφτω στο κρεβάτι.
- Γιατί; Ποιος ο λόγος; Τι σε εμποδίζει; Τι σε πιέζει και γίνεσαι τσιγγούνης στον Θεό;
-Νιώθω κουρασμένος, πάτερ.
-Το πρωί που είσαι ξεκούραστος;
-Δεν μπορώ, βιάζομαι. Σηκώνομαι, αλλά το αναβάλλω. Λέω από αύριο. Δεν έχω διάθεση. Δεν ξέρω τι μου φταίει. 
Αυτό είναι η ακηδία. Αυτό είναι η αργία. Αυτό θέλει βία και πίεση για να καταπολεμηθεί. «Η βασιλεία των ουρανών βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν» (Ματθ. 11,12). 
Αυτοί που ξέρουν να ζορίζονται, να ασκούνται , να επιμένουν, να αγωνίζονται, αυτοί αρπάζουν τη Βασιλεία του Θεού. Αυτοί που αργούν, που τεμπελιάζουν, που δεν μπορούν, που παραδίδονται έτσι στον χαλαρό εαυτό τους αυτοί μένουν δίχως γεύσεις, δίχως καρπούς. Αυτό με δυο λέξεις σημαίνει,χωρίς αγώνα, χωρίς άσκηση, τα πράγματα δεν θα μπορέσουν να πάρουν την καλή πορεία για την ψυχή μας. Να γιατί ξεκινούμε τη σαρακοστιανή προσευχή μας ζητώντας να μην επιτρέψει ο Θεός την αργία και την ακηδία και τη ραθυμία στην ψυχή μας. 
 
πηγή: oloiena

Wednesday, 12 March 2014

I cannot Manage My own self;Grant me the spirit of repentance( A prayer)


By Saint Ephraim The Syrian
 
Before thy glory,O Christ my Savoir,i will announce all my misconduct and confess the infinitude of Thy mercies,which thou pourest out upon me according to Thy kindness.
From my mother's womb i began to grieve Thee,and utterly have I disregarded Thy Grace,for I have neglected my soul.Thou,O my Master,according to the multitude of Thy mercies,hast regarded all my wickedness with patience and kindness.Thy grace has lifted up my head,but daily it is brought low by my sins.
Bad habits entangle me like snares,and I rejoice at being thus bound.I sink to the very depths of evil,and this delights me.Daily the enemy gives me new shackles,for he sees how this variety of bonds pleases me.
The Fact that I am bound by my own desires should provoke weeping and lamentation,shame and disgrace.and yet more terrible is the fact that I bind myself with the shackles that the enemy places upon me,and I slay myself with the passions that give him pleasure.
Although I know how dreadful these shackles are,I hide them behind a noble appearance from all who might see.I appear to be robed in the beautiful clothes of reverence,but my soul is entangled with shameless thoughts.Before all who might see,I am reverent,but inside I am filled with all manner of indecency.
My conscience accuses me of all this,and i act as if I wish to be freed  of my shackles.Everyday I worry and sigh over this,yet I ever remain bound by the same snares.
How pitiful am I;and how pitiful is my daily repentance,for it has no firm foundation.Everyday I lay a foundation for the building,and again with my own hands I demolish it.
My repentance has not even made a good beginning as yet;yet there is no end to my wicked negligence.I have become a slave to passions and to the evil will of the enemy who destroys me.
Who will give the water to my head,and the founts to my eyes for tears,so that I may ever weep before Thee,O merciful God,that Thou mightest send Thy grace and draw me,a sinner,out of the sea,furious with the waves of sin,that hourly convulses my soul?For my desires are worst than wounds that cannot be bandaged.
I wait hoping for repentance and deceive myself with this vain promise until my death.Ever do I say,"I will repent," but never do I repent.My words give the appearance of heartfelt repentance,but in deed I am always far from repentance.
What will happen to me in the day of the trial,when God unveils all things at His court!

Certainly I shall be sentenced to torment,if here I have not moved Thee to mercy,O my Judge,by my tears.
I hope on Thy mercies,O Lord;I fall at Thy feet and beseech Thee:Grant me the spirit of repentance and lead my soul out of the dungeon of iniquity!May a ray of light shine in my mind before I go to the terrible judgement which awaits me,where there is no opportunity to repent of one's wicked deeds.

Source:
"A SPIRITUAL PSALTER" BY  SAINT EPHRAIM THE SYRIAN

Thursday, 6 March 2014

Οσίου Εφραίμ του Σύρου: Λόγος για την μετάνοια και την κρίση και τον χωρισμός της ψυχής και του σώματος


Μεγάλος φόβος, αδελφοί, θα μας κυριεύσει την ώρα του θανά­του, όταν η ψυχή χωρίζεται από το σώμα με φόβο και οδύνες. Διότι την ώρα του χωρισμού στέκονται μπροστά στην ψυχή τα έργα της, όσα έκανε τη νύχτα και τη μέρα, καλά και κακά, και οι Άγγελοι σπεύδουν βιαστικά να την βγάλουν έξω από το σώμα˙ αλλά η ψυχή παρατηρώντας τα έργα της δειλιάζει να βγει.


Η ψυχή μάλιστα του αμαρτωλού με φόβο χωρίζεται από το σώμα και με τρόμο αναχωρεί για να παρουσιασθεί στον αθάνατο Βασιλιά˙ και καθώς αναγκάζεται να βγει από το σώμα, βλέποντας τα έργα της, λέει σ’ αυτά με φόβο˙ «Δώστε μου προθεσμία μια ώρα, να βγω». Απαντούν σ’ αυτή τα έργα της· «Εσύ μας έκανες· γι’ αυτό ας πάμε εμείς στον Θεό μαζί μ’ εσένα».


Ας μισήσουμε, αδελφοί, αυτή τη μάταια ζωή, και ας ποθήσου­με μόνο τον Χριστό, τον άγιο. Δεν ξέρουμε, αδελφοί, σε ποια ώρα θα συμβεί ο θάνατός μας. Κανείς από μας δε γνωρίζει την ώρα η τη μέρα του χωρισμού. Ξαφνικά μάλιστα, καθώς εμείς βαδίζουμε και χαιρόμαστε αμέριμνα τις απολαύσεις στη γη, έρχεται το πρόσταγμα να πάρουν την ψυχή από το σώμα˙ και αναχωρεί ο αμαρτωλός άπ’ αυτό τον κόσμο τη μέρα που δεν το περιμένει, ενώ η ψυχή του είναι γεμάτη αμαρτίες και δεν έχει παρρησία. Γι’αυτό παρακαλώ, αδελ­φοί, ας γίνουμε ελεύθεροι και ας μη διατηρούμε τη δουλεία αυτής της ματαίας ζωής. Ας δώσουμε φτερά στην ψυχή μας, για να πετά­ει καθημερινά προς τον Θεό, μακριά από τιςπαγίδες και τα σκάνδα­λα. Ο Πονηρός κρύβει συνεχώς τις παγίδες του μπροστά στην ψυχή μας, ώστε, αφού πρώτα την σκανδαλίσει, να την παρασύρει με τις παγίδες του στην αιώνια κόλαση.

Βαδίζουμε ανάμεσα στα σκάνδαλα και στις παγίδες, αγαπητοί˙ ας προσευχόμαστε να μην πέσουμε σ’ αυτές. Είναι γεμάτες γλυκύτη­τα οι παγίδες του θανάτου. Ας μη δεθεί η ψυχή μας στη γλυκύτητά τους. Η γλυκύτητα των παγίδων τού θανάτου είναι η μέριμνα για τα γήινα πράγματα και για ταχρήματα και τους λογισμούς και τις πονηρές πράξεις. Μη γλυκαθείς εσύ, αδελφέ, με τη γλυκύτητα της παγίδας του θανάτου. Μη χαλαρώσεις τον εαυτό σου, ούτε να παρα­δοθείς στη μελέτη των πονηρών λογισμών. Αν ο ρυπαρός λογισμός βρει είσοδο να μπει μέσα στην ψυχή σου, την κάνει να νιώσει γλυκύ­τητα με την πονηρή μελέτη, για να την θανατώσει, και γίνεται ο πονηρός λογισμός σαν μια παγίδα μέσα στην ψυχή, αν συμβεί να μη διωχθεί με την προσευχή και τα δάκρυα, με την εγκράτεια και την αγρυπνία. 

Γίνε συνεχώς ελεύθερος από όλα τα γήινα πράγματα, για να γλυτώσεις από τις παγίδες και τους λογισμούς και τις πονηρές πράξεις. Μη χαλαρώσεις τον εαυτό σου ούτε στιγμή στη μελέτη τού πονηρού λογισμού. Ας μην παρατείνει ο πονηρός λογισμός την πα­ραμονή του στην ψυχή σου, αδελφέ. Να καταφεύγεις πάντοτε στον Θεό με προσευχή και νηστεία και δάκρυα, για να γλυτώσεις από όλες τις παγίδες και τα σκάνδαλα και τα πάθη.


Μη νομίσεις, αδελφέ, ότι πρόκειται να ζήσεις πολύ χρόνο επά­νω στη γη, και χαλαρώσεις τον εαυτό σου στη μελέτη των πονηρών λογισμών και πράξεων, και έρθει ξαφνικά η προσταγή του Κυρίου και σε βρει να αμαρτάνεις χωρίς να έχεις πια καιρό μετάνοιας, ούτε επίσης συγχώρηση. Και τι θα πεις κατά την ώρα του χωρισμού, αδελφέ; Διότι συμβαίνει να μη σου επιτρέπει η προσταγή τού Κυρίου να παραμείνεις ούτε στιγμή επάνω στη γη. Πολλοί είναι που νομί­ζουν ότι πρόκειται να ζήσουν πολύ χρόνο στη γη, αλλά ήρθε ξαφνι­κά ο θάνατος, έθαψε τη μάταια προσδοκία. Ήρθε ξαφνικά ο θάνατος και βρήκε τον άνθρωπο, τον αμαρτωλό και πλούσιο, που λογάριαζε να ζήσει πολλά χρόνια με άνεση στη γη, να μετρά με τα δάχτυλα τα κεφάλαια και τους τόκους, και να διαιρεί με τη σκέψη τα άφθονα πλούτη του και να τα αναλογεί σε πολλά χρόνια.Ήρθε ξαφνικά ο θάνατος και σε μια στιγμή εξαφάνισε συγχρόνως όλο τον υπολογι­σμό και τον πλούτο και τη μέριμνα τού μάταιου λογισμού. Ήρθε επίσης ο θάνατος και βρήκε τον δίκαιο και όσιο άνθρωπο να μαζεύει τον πλούτο των ουρανών με την προσευχή και τη νηστεία.


Να έχεις πάντοτε μπροστά στα μάτια σου το θάνατο, αδελφέ μου, και να μη φοβάσαι το χωρισμό από το σώμα σου. Έτσι να προσμένεις και συ πάντοτε, σαν συνετός και πνευματικός άνθρωπος, καθημερινά το θάνατο και την παρουσία σου στο βήμα τού Κυρίου.

Ετοίμασε κάθε μέρα το λυχνάρι σου, σαν φρόνιμος και πρόθυμος άνθρωπος˙ πρόσεξέ το κάθε ώρα, με δάκρυα και προσευχές. Όσο χρονικό διάστημα, αδελφέ, είσαι ελεύθερος, βιάσου. Διότι έρχεται ο καιρός, γεμάτος δειλία και φόβο και θόρυβο, ο οποίος εξαιτίας της σύγχυσής του δεν επιτρέπει να συλλογίζεσαι αυτά που είναι ανώτερα.


Προσέχετε, αγαπητοί μου, πως αναπτύσσονται όλα τα πονηρά και πως προοδεύουν κάθε μέρα τα κακά και πως προχωρεί η πονη­ρία. Αυτά περιμένουν τη σύγχυση που έρχεται, και τη μεγάλη θλί­ψη που πρόκειται να έρθει σε όλα τα πέρατα της γης. Από τις αμαρτίες μας και από τη χαυνότητά μας προχωρούν τα πονηρά. Ας γίνουμε άγρυπνοι κάθε μέρα, φιλόθεοι πολεμιστές˙ ας νικήσουμε στον πόλεμο τού Εχθρού, φιλόχριστοι˙ ας διδαχθούμε τις συνήθειες τού πολέμου˙ διότι είναι αόρατος. Συνήθειες αυτού τού πολέμου είναι πάντοτε η απαλλαγή από τα γήινα πράγματα. Αν έχεις μπρο­στά στα μάτια σου κάθε μέρα το θάνατο, δε θα αμαρτάνεις. Αν απαλλαγείς από τα γήινα πράγματα, δε θα νικηθείς στον πόλεμο. Αν μισήσεις τα γήινα, καταφρονώντας τα προσωρινά, θα μπορέσεις να πάρεις, σαν γενναίος πολεμιστής, το βραβείο της νίκης. Επειδή δηλαδή τα γήινα έλκουν τον άνθρωπο κάτω, προς τον εαυτό τους, γι’ αυτό και τα πάθη σκοτίζουν στον πόλεμο τα μάτια της καρδίας.


Γι’ αυτό το λόγο μας πολεμά και μας νικά ο Πονηρός, επειδή είμα­στε γεμάτοι από γήινα και υπηρετούμε σαν δούλοι τα πάθη των γήι­νων μερίμνων διότι όλοι μας, χωρίς εξαίρεση, αγαπούμε τα γήινα, αδελφοί, και ο νους μας είναι καρφωμένος στη γη εξαιτίας της χα­λαρότητάς μας. Η μέρα τελειώνει πια και ο χρόνος μας πλησίασε προς το βράδυ, αλλά εμείς, αγαπητοί, εξαιτίας της απιστίας μας νο­μίζουμε ότι είναι πρωί.

Ας φοβηθούμε, αγαπητοί. Είναι ενδέκατη ώρα της μέρας, και το μάκρος του δρόμου είναι μεγάλο. Ας φροντίσουμε να βρεθούμε στο σταθμό μας. Ας γίνουμε άγρυπνοι και ας φυλάξουμε τους εαυ­τούς μας από τον ύπνο, όπως οι άυπνοι. Δε γνωρίζουμε ποια ώρα θα έρθει ο Δεσπότης. Ας ελαφρύνουμε τους εαυτούς μας από το βά­ρος των γήινων πραγμάτων. «Μη μεριμνάτε εντελώς», είπε ο Κύ­ριος. Το να αγαπάμε όλους παραγγέλλει σ’ εμάς ο Θεός, εμείς όμως μάλλον διώξαμε την αγάπη, και αυτή έφυγε από τη γη. Δε βρίσκεις επάνω στη γη την αγάπη τέλεια, σύμφωνα με το θέλημα τού Θεού. Από όλους διώχθηκε˙ από όλους μισήθηκε η αγάπη˙ πε­ρισσότερο βασιλεύει ο φθόνος˙ οι φιλονεικίες και οι συγχύσεις επάνω στη γη πληθύνουν οι αδικίες κάλυψαν όλους, χωρίς εξαίρεση˙ ο κα­θένας ζητά με πόθο τα γήινα και καταφρονεί τα ουράνια˙ ποθεί τα προσωρινά, και κανείς δεν αγαπά τα μέλλοντα.


Ποθείς να είσαι ουράνιος; Μη ζητάς αυτά που είναι επάνω στη γη, αλλά μίσησέτα και δείξε αποστροφή και αγωνίσου, ως τέλειος, και πόθησε, ως τέλειος, τη βασιλεία των ουρανών. Μη συλλογίζεσαι λέγοντας˙ «Είναι πολύς ο χρόνος της ασκήσεως και βαρύς, και εγώ, είμαι αμελής και αδύνατος και δεν μπορώ να αγωνισθώ». Άκουσε με προσοχή τα λόγια της ωραίας και καλής συμβουλής˙ μάθε καλά τι σου λέω, φιλόχριστε αδελφέ. Αν θελήσεις να αναχωρήσεις σε άλλη μακρινή χώρα, δεν μπορείς να διανύσεις την απόσταση όλου του δρόμου σε μια ώρα, αλλά υπολογίζοντας το περπάτημα σου καθη­μερινά κάνεις στάση και αναχωρείς, και μετά από καιρό και κόπο φθάνεις στη χώρα που ζητάς.


Έτσι είναι η ουράνια βασιλεία και η τρυφή του παραδείσου. Ο καθένας φθάνει εκεί με νηστείες και εγ­κράτεια και αγρυπνίες και αγάπη. Αυτοί είναι οι δρόμοι που οδη­γούν στον ουρανό, προς τον Θεό. Μη φοβηθείς να βάλεις αρχή του κάλου δρόμου, που φέρνει στη ζωή. Να θέλεις μόνο να βαδίσεις στο δρόμο, και αν βρεθείς ολοπρόθυμος, αμέσως ο δρόμος γίνεται ίσιος μπροστά σου. Και βαδίζοντας με χαρά κάνεις στάσεις, τερπόμενος σ’ αυτές· διότι δυναμώνουν τα βήματα της ψυχής σου στην κάθε στάση. Και για να μη βρεις δυσκολία στο δρόμο που οδηγεί στη ζωή, ο Κύ­ριος ο ίδιος έγινε δια μέσου του εαυτού του δρόμος της ζωής, για όσους θέλουν να αναχωρήσουν και να έρθουν με χαρά στον Πατέρα των φώτων.

Tuesday, 4 March 2014

Reflections on the prayer of St. Ephraim the Syrian“O Lord and Master of my Life”

  St. Ephraim the Syrian

When the church bell begins ringing slowly and sadly, when the services become filled with the sound of mournful chants, when the church and the priest are dressed in black vestments, – then the church resounds with the wondrous and deeply-moving words of the prayer of St. Ephraim the Syrian:

“O Lord and Master of my life! A spirit of idleness, despondency, ambition and idle talk give me not. But rather a spirit of chastity, humble-mindedness, patience and love bestow upon me, Thy servant. Yea, O Lord King, grant me to see my failings and not condemn my brother; for blessed art Thou unto the ages of ages. Amen.”

After each part of the prayer a prostration is made. At the end of the entire prayer it is customary to bow from the waist twelve times, saying to oneself at each bow: “God, purify me, a sinner,” – after which the entire prayer is read once more, and at the end a single prostration is made. Such a number of prostrations testifies to the importance which our Orthodox Church imparts to this prayer.

The prayer of St. Ephraim the Syrian is read only during the Great Lent, at the end of each service, except for Saturdays and Sundays. The priest comes out of the altar wearing only a black epitrahelion, stands before the closed royal doors and begins reading this prayer. The altar always signifies the Kingdom of God. This Kingdom is closed to us because of our sins. But out of it came the Son of God – our Lord Jesus Christ, Who put off His divine glory, in order to take upon Himself our human essence together with all its weaknesses, except for sin. “Let this mind be in you, – writes Apostle Paul to the Philippians, – which was also in Christ Jesus: He made Himself of no reputation, and took upon Him the form of a servant, becoming like unto men, and becoming in appearance as a man, He humbled Himself, being obedient unto death, even the death of the cross” (2:5-8). It is of this that we are reminded when the priest comes out of the altar without wearing his shining outer vestments. And just as Christ through His earthly life stood in front of the gates of paradise, praying for the salvation of mankind from the power of the devil and sin, so the priest, standing before the closed royal doors, prays for our salvation. And we, meanwhile, lamenting our sins, but with firm faith and hope in salvation, should in our mind and heart repeat after the priest the words of the prayer: “O Lord and Master of my life!”

* * *

In our modern times, when human pride towers as high as the Tower of Babel, for contemporary mankind these words appear totally unacceptable. What Lord? What Master? Man is the master of his own life! For this reason even the word “God” is often written with a small letter. Most kings have been overthrown, since no one must rule over us! We will build our own life! And mankind does not want to understand that if God is not the Master of our life, then no matter whom or what it worships – these will only be false idols no matter what their name – be it “Apollo,” “Humanity,” “Progress,” “Environment,” “New Age,” etc. Only through absolute faith in the absolute power of God over the universe will we be able to approach Him. Thus we stand in awe before the name of God as the name of Him Whom we acknowledge to be the Lord and Master of our entire life.

* * *

But let us not stand before God with our heads held high in pride, but let us rather bow humbly before Him, our soul uttering the following words of the prayer: “The spirit of idleness give not to me, Thy servant!”

The ideal of modern mankind is to work as little as possible and to enjoy life as much as possible. Modern civilization has invented a multitude of amusements and pleasures which gratify our senses. And those people who are free from work often spend their life in idleness.

But work is a need of the human spirit which has been instilled into it by God. The Bible tells us that God placed our ancestors in Eden for them to cultivate it. Love of idleness is an illness of the spirit. But idleness is especially dangerous in the field of spiritual endeavor. The battle with our human frailties and passions requires an even greater effort than our earthly struggle for existence. In the latter there are intermissions: when a person reaches a desired goal he can rest for a while. But there can be no rest in the spiritual struggle. Our enemy the devil never stops fighting against us. As Apostle Peter says: “Be sober, be vigilant; because your adversary the devil, as a roaring lion, walketh about, seeking whom he may devour; resist him with steadfast faith” (1 Peter 5:8-9).

When we go to bed at night without prayer, all the sins which we have committed during the day remain uncleansed. When we get up in the morning – we never have time to pray, since we must hurry off to work. And so the layer of sin covering our soul becomes thicker and thicker. The mind immerses itself in worldly vanity and ceases to think of what is most important – the salvation of the soul. We are too lazy to work for the salvation of our soul. But in the secular world we are prepared to work overtime if it brings us material gain. In such a case we do not even think of being tired! But to work on saving our soul, which, if it does not attain the Kingdom of God, will end up in the kingdom of Satan, – for this we are too tired, too lazy. And yet let us think a little bit about eternity. Time does not exist there, eternity stretches endlessly without change. Today, tomorrow, a hundred years, a thousand years hence, everything will remain the same. For the one who will blissfully dwell with God, this knowledge will bring comfort and joy. But what will be the feelings of those who will be with the devil?

Let us reject the spirit of idleness and let us earnestly embark upon the labor of spiritually cultivating our souls! An idle man, having nothing to do, becomes bored. Boredom leads to a feeling of dissatisfaction with life, at which point even amusements cease to help. This is because physical pleasures gratify only the sensual aspect of our being, but totally disregard the soul which has been created in the image of God. And it is through this soul that boredom begins to take hold of a person, often leading to despair, to hopelessness and despondency…

* * *

At the first sign of despondency one must arm oneself against it by means of hard work, one must fight it off, asking God for help: “The spirit of despondency give not to me, Thy servant.”

Often this spirit of despondency takes hold of a person because of hidden pride, hidden envy: why are other people in a better situation than I? Why do others dominate while I have to obey? But such a person forgets that not everyone is called upon to rule, not everyone is called upon to teach, while those who are – have more responsibilities than privileges. From those who are given more – more will be asked. Let us deprive the devil of the possibility of leading us into despondency. Let us cut off our pride and have faith in that the Lord Himself will lead us along the path on which we will most easily be able to reach the Heavenly Kingdom. Let us pray to the Lord: “The spirit of ambition give not to me, Thy servant,” and then we will find peace in our hearts.

* * *

We criticize everything, we pass judgment on everything, we are discontent with everything. From morning to evening our tongues work ceaselessly, babbling all manner of vanity. Even in church we say the words of prayers only with our tongue, without grasping their meaning with our mind, without feeling them with our heart. And so it comes about that we are constantly talking idly. But all that we say will not vanish into eternity without a trace. If we speak of love, but in life seek revenge upon those who have offended us; if we speak of morality, but in life do not follow the commandments of the Gospel; if we speak of charity, but in life we humiliate others, – then at the Last Judgment we will be judged with our own words. If we speak of good, then we know about it; and if we know about it and do not do it, then we engage in idle talk. However, we will be called to account for each idle word. Idle talk is not only aimless chitchat, but it is also every word that has not been justified by life’s deeds. Therefore, even our prayers, uttered only with our tongue but not felt with the heart and not consciously grasped with the mind, – constitute idle talk.

Let us be attentive to our words, let us avoid saying things which can incite in us and in others evil or sinful thoughts and feelings. As St. John of the Ladder says: “Silence is always useful”; so let us humbly entreat the Lord: “The spirit of idle talk give not to me, Thy servant.” And let us seal our entreaty with a prostration, to show that we are aware of being guilty of all these sins, that we sincerely repent of them, and that we promise the Lord to make all possible effort to reform our lives.

* * *

But just as nature abhors a vacuum, so in spiritual life one must not leave an empty space in one’s soul. Thus, if we cleanse our soul of passions, then we must fill it with virtues instead. Guided by the prayer of St. Ephraim the Syrian, let us ask of the Lord: “The spirit of chastity bestow upon me, Thy servant!”

What is chastity? In secular life this word is usually used in terms of carnal restraint. But the holy Church Fathers give it a much larger meaning, and that is: a general spiritual/moral discipline of a person. It is in this sense that the prayer of St. Ephraim the Syrian should be understood. In order to rid oneself of idleness, despondency, ambition and idle talk, – bodily purity is not enough. But if a person is able to restrain not only his carnal instincts but also desires of the heart; if he is able to direct his thoughts only toward good; if he curbs his tongue, does not speak malice of others, does not offend them, – such a person will truly be chaste.

* * *

And without chastity it is impossible to achieve the next virtue for which we ask in the prayer of St. Ephraim the Syrian: humble-mindedness.

Humble-mindedness is an absolute prerequisite for man to be able to commune with God. Christ Himself has said to us: “Blessed are the poor in spirit, for theirs is the Kingdom of Heaven.” The “poor in spirit” are those who do not see their own worth, but consider themselves to be lower than everyone else. And the parable of the publican and the Pharisee ends with the following words of Christ: “For every one that exalteth himself shall be abased, and he that humbleth himself shall be exalted” (Luke 18:14).

For us, proud sons of the twentieth century, all of this seems totally unacceptable. How?! We, who are armed with scientific knowledge, who have reached the level of molecular fission, who have broken the sound barrier in flight, – we must look upon ourselves as insignificant beings? Yes, if we want to enter the Kingdom of God. For one does not enter this Kingdom on the strength of scientific knowledge or inventions, but through the knowledge of virtues. Man may acquire knowledge of all the mysteries of nature and the entire universe, yet this will not lead him to salvation unless he kneels down and bows his head before the Lord, entreating Him from the bottom of his heart: “The spirit of humble-mindedness bestow upon me, Thy servant!” For all knowledge and all natural gifts come from God and are granted to people to be used in serving God and His Church.

* * *

The spirit of humble-mindedness is also extremely important to us in waging spiritual warfare against the devil for the salvation of our souls. But aside from humble-mindedness we must also arm ourselves with patience. Should you fall – do not despair, arise, arm yourself and patiently continue your struggle. A monk once came to one of the elders and said: “Father, what should I do? – I have fallen.” “Arise!” – replied the elder. Some time later the same monk came and said: “Father, I have fallen again.” “Arise again,” – briefly replied the elder. The same monk came to him yet a third time with the same confession and received the same answer. “But, father, how long should I continue to arise?” – asked the monk. “As long as you keep falling,” – replied the elder. So lived the holy men. Let us follow their example, praying to God: “The spirit of patience bestow upon me, Thy servant!”

* * *

Chastity, humble-mindedness, patience and all other virtues form a wondrous bouquet in the human soul whose name is – love. God dwells in a soul that is filled with love, for “God is Love” (1 John 4:16). No matter how successful we are in our spiritual endeavors, no matter how many gifts we possess, if there is no love in our soul for those around us, then our endeavors are deficient. Apostle Paul writes in his epistle to the Corinthians: “Though I speak with the tongues of men and of angels, and have not love, – I am become as sounding brass or a tinkling cymbal” (13:1-3). Of the three main virtues – faith, hope and love, – love is the greatest. According to Abba Dorotheus, love is the roof of the house of virtues, which crowns the entire building and encompasses everything. Without a roof a house is incomplete and cannot be lived in. Without love all other virtues are imperfect, and God does not dwell in such a house. Thus, let us earnestly entreat God: “The spirit of love bestow upon me, Thy servant!” And let us again prostrate ourselves, in order to fortify our prayer to the Lord.

* * *

But our prayer is not yet finished, and we continue with the following words: “Yea, o Lord King!” “Yea” is a sort of incantation, an attempt to beseech the Lord to grant us that without which our penitence will be fruitless, our prayer – invalid. What do we ask so forcefully of the Lord?

“Grant me to see my failings!” Of what shall we repent if we do not see our sins? However, to be able to see them we must possess spiritual intelligence, spiritual discernment, in order to search within all the corners of our soul and renew our coarsened conscience. And if, by the grace of God, we are able to see our sins, to recognize them, then we will understand how much worse and heavier they are than the sins of those around us. And instead of passing judgment on our sinning neighbor, we will be able to look upon him with love and to pray for him. It is for this that we ask of the Lord: “Grant me not to condemn my brother!” And finally, with firm faith that we will receive all that we have asked, we bless the Lord: “For blessed art Thou unto the ages of ages. Amen!” Be it so, O Lord and Master! May our prayers and our faith be answered!


Reprinted in abridged form from “Orthodox Russia,” No. 5, 1997

Tuesday, 23 April 2013

ΟΣΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ- ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΟΤΑΝ ΠΕΙΡΑΖΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΧΘΡΟ..


ΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΡΟΣΕΥΧΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΘΕΟ ΜΕ ΔΑΚΡΥΑ

Μια ψυχή που είναι θλιμμένη πλησιάζει σ’ εσένα, άγιε Κύ­ριε, και με δάκρυα προσεύχεται γιατί κινδυνεύει από τον ολέθριο Εχθρό, και με όλη την ταπείνωση πέφτει και σε παρακαλεί να την απαλλάξεις από τον Αντίπαλό της, που την θλίβει. Επειδή λοιπόν η ψυχή αυτή έρχεται σ’ εσένα χωρίς να ντρέπεται, άκουσέ την αμέσως· και επειδή κατέφυγε σ’ εσένα με πόθο, πρόσεξέ την με πολλή φροντίδα. Αν την περιφρονήσεις, καθώς είναι θλιμμέ­νη, θα χαθεί· αν καθυστερήσεις να την ακούσεις, καθώς είναι στε­νοχωρημένη, θα εξαφανισθεί. Αν όμως την προσέξεις χάρη στην ευσπλαχνία σου, ανευρίσκεται· και αν ρίξεις το βλέμμα σου σ’ αυτήν, σώζεται· αν την ακούσεις, ενισχύεται.Δείξε τον πόθο σου γι’ αυτήν, διότι είναι μνηστή σου· και μάλιστα εκείνος που την αρραβώνιασε μ’ εσένα είναι ο Απόστολος Παύλος· ο οποίος εί­πε, ότι είσαι αθάνατος Θεός ζηλότυπος. Μην την περιφρονήσεις, για να μη νομίσει ο Εχθρός, ότι έχεις δώσει σ’ αυτήν διαζύγιο, και ότι την έδιωξες.

Παιδαγώγησε με, Δέσποτα, χάρη στους οικτιρμούς σου, και μη με παραδώσεις στα χέρια του Καταστροφέα. Γιατί βλέπω ότι συγκέντρωσα τους λογισμούς μου από παντού, και όμως δε βρί­σκω να παρουσιάσω κανένα καλό μπροστά σου, παρά μονάχα αυτό, ότι δηλαδή εκτός από σένα δε γνωρίζω άλλον Θεό. Η χά­ρη των ιαμάτων σου έχει έκταση αμέτρητη· και προσφέρει θερα­πεία σε όλους εκείνους που έρχονται σ’ εσένα. Και μάλιστα τα τραύματά μου διαρκώς τα θεραπεύουν οι οικτιρμοί σου, αλλά και πάλι ερεθίζονται εξαιτίας της αμέλειάς μου. Λοιπόν, τον καιρό της υγείας μου ξέχασα τον γιατρό, γι’ αυτό και τον καιρό της αρρώστιας μου με ξέχασε ο γιατρός. Ότι οι αμαρτίες μου σε ενοχλούν, το ξέρω· και ότι σε παροργίζω, παρόλο που με ελέη­σες, δεν το αγνοώ και ότι με ανέχεσαι χάρη στην ευσπλαχνία σου, δεν το λησμονώ· διότι κι αν ακόμη καταφρονείται από το βρέφος της μια σπλαχνική μητέρα, δεν αντέχει να αδιαφορήσει γι’ αυτό, επειδή νικιέται από τη στοργή της. Αν λοιπόν εκείνη εκδηλώνεται έτσι, πόσο περισσότερο η ευσπλαχνία σου; Να, λοι­πόν, Δέσποτα· και του πτηνού η αγάπη ξεχειλίζει για τα πουλά­κια του, και γι’ αυτό κάθε στιγμή τα επισκέπτεται, και φέρνει την τροφή τους, και κοπιάζει για να τα θρέψει· διότι νικιέται από τη στοργή του. Και αν τα άλογα ζώα συμβαίνει να είναι τόσο σπλαχνικά, πόσο περισσότερο η χάρη σου, που νικιέται άπειρες φορές από την ευσπλαχνία σου, θα ελεήσει αυτούς που την πλη­σιάζουν και την ζητούν ειλικρινά. Να, πάλι, μια πηγή γεμάτη από νερά, που αναβρύζει αδιάκοπα, προσφέρει με αφθονία από τα νερά της σε όλους αυτούς που την πλησιάζουν, παρόλο που δεν έχει ανάγκη από τους επαίνους των ανθρώπων· διότι δεν εί­ναι έπαινος το να προσφέρει δωρεάν τα νερά της στον άνθρωπο, αλλά το να σε δοξάζει ο άνθρωπος δια μέσου αυτής. Διότι είναι ολοφάνερο ότι εκείνη προσφέρει τα νερά της εξαιτίας της ευεργεσίας της χάριτός σου. Εικονίζει δηλαδή η πηγή το άπειρο πέλα­γος των οικτιρμών σου. Πλουσιοπάροχα τρέφεις τις επουράνιες αγγελικές δυνάμεις, και συντηρείς κάθε ζωντανή ύπαρξη πάνω στη γη, ενώ δεν Έχεις καμιά ανάγκη από τους επαίνους και από τη δόξα όλης της δημιουργίας σου. Είσαι γεμάτος από τη δόξα που υπάρχει μέσα στην ουσία της μεγαλοσύνης σου και στη με­γαλοπρέπεια της δόξης σου. Η αγάπη σου ποθώντας τη σωτηρία μας, σκύβει με συγκατάβαση σ’ εμάς, ώστε εμείς δοξολογώντας την να σωθούμε, μένοντας σ’ αυτή την αγάπη και βοηθούμενοι απ’ αυτή. Διότι είμαι βέβαιος ότι η ίδια η αγάπη της χάριτός σου στηρίζει και δέχεται εκείνον που έρχεται σ’ αυτήν. Και κα­θώς είσαι, Δέσποτα, προγνώστης, διακρίνεις, αν αυτός που έρχεται σ’ εσένα πέταξε εντελώς από πάνω του, σαν ένδυμα, τον κόσμο. Πριν να φτάσει αυτός στη θύρα σου, την ανοίγεις· πριν να πέσει αυτός να σε παρακαλέσει, απλώνεις το χέρι σου να τον δεχθείς· πριν να χύσει αυτός τα δάκρυα, ρίχνεις επάνω του τους οικτιρμούς σου· πριν να ομολογήσει αυτός τα χρέη των αμαρτιών του, δίνεις τη συγχώρηση. Δεν τον κατηγορείς δε λες· «Που σπατάλησες το χρόνο της ζωής σου; Πως πέρασες τον και­ρό σου;». Δε ζητάς το ποσό από το γραμμάτιο των αμαρτιών του, δεν υπενθυμίζεις την οργή που σου προξένησε η αμέλειά του· δεν ελέγχεις την περιφρόνηση των ευεργεσιών σου, αλλά γνωρί­ζοντας από πριν την ταπείνωση και τον κλαυθμό και τη διάθεση της καρδιάς, φωνάζεις· «Βγάλτε την πρώτη στολή και ντύστε τον σφάξτε το θρεμμένο μοσχάρι για να καλοφάμε και να χαρούμε. Ας συναχθούν οι Άγγελοι και ας χαρούν για την ανεύρεση του χαμένου γιου και για την επιστροφή του κληρονό­μου που περιπλανήθηκε». Και σαν έμπορο, που γύρισε στον τόπο του με πολύ πλούτο, έτσι δέχεται η χάρη σου τον αμαρτωλό, που έρχεται σ αυτή με όλη την ψυχή του· διότι ποθεί να δει τα δά­κρυα και διψά να δει τη μετάνοια και χαίρεται για το ζήλο αυτών που δείχνουν προθυμία για μετάνοια.

Δείξε λοιπόν και σ’ εμένα την πολλή σου ευσπλαχνία και ελευθέρωσέ με από την καταπίεση του Καταστροφέα· διότι, αφού με τραυμάτισε, στέκεται απέναντι μου και με χλευάζει. Και όπως στη θάλασσα, πλησίασαν οι μαθητές και σε ξύπνησαν, και με την ευλογημένη φωνή του στόματός σου κόπασε η ορμή του ανέμου και ησύχασε η ταραχή των κυμάτων, άκουσε τα δάκρυά μου, διότι μέρα και νύχτα σε ξυπνούν δώδεκα χρόνια προσπα­θώντας άγρυπνα οι γιατροί δεν μπόρεσαν να θεραπεύσουν τη γυ­ναίκα με την αιμορραγία, αλλά απεναντίας προξενούσαν σ’ αυτή πόνο παρά θεραπεία· όσα όμως δεν μπόρεσαν να προσφέρουν εκείνοι, τα πρόσφερες ο Ίδιος· και όσα τα ερέθισαν εκείνοι, ο ίδιος τα θεράπευσες και χωρίς κόπο πρόσφερες σαν δώρο τη θε­ραπεία διότι, νομίζοντας η γυναίκα ότι είναι απαρατήρητη από σένα, πλησίασε κρυφά την άκρη του ενδύματός σου· πλησίασε, δεν άγγιξε το άγιο σώμα σου, και το ένδυμά σου πρόσφερε σ’ αυτήν θεραπεία και τέλεια απαλλαγή από τους πολλούς γιατρούς. Απάλλαξε και τη δική μου θλιμμένη ψυχή από την ντροπή και το όνειδος του Εχθρού που με θλίβει, εύσπλαχνε Γι­ατρέ· δείξε στα μέλη μου την πολλή σου σοφία, και κάνε αμόλυντα τα τραύματά μου, και βάλε σ’ αυτά την ωραιότητα της αρετής, και ας κηρυχθεί η θεία χάρη σου, ότι αυτή με έσωσε· αναμάρτητε Αμνέ, που σφαγιάσθηκες για τη σωτηρία της οικουμέ­νης και ειρήνευσες τον ουρανό και τη γη μη με απομακρύνεις, επειδή πλησίασα χωρίς ντροπή, και μη μου πεις· «Τι υπέφερες εξαιτίας μου;». Κατά τη φοβερή και φρικτή εκείνη μέρα θα πεις σ’ εμάς τους αμαρτωλούς· «Ξέρετε τι υπέφερα για σάς; Ενώ ή­μουν αόρατος, έγινα ορατός σ’ εσάς· ενώ ήμουν αθάνατος, κατα­δικάστηκα για σάς σε θάνατο ενώ ήμουν αναμάρτητος, δέχτηκα για σάς ραπίσματα και έτσι, ενώ με σταύρωναν, δεν οργίσθηκα, ενώ με χλεύαζαν, δεν καταράσθηκα. Εγώ ο Δεσπότης, ενώ ήμουν ξένος από όλα τα αμαρτήματα και από όλες τις κατηγο­ρίες, τα υπέφερα αυτά για σάς. Εσείς που ήσασταν ένοχοι, τι υποφέρατε για μένα;». Γι’ αυτό το λόγο δεν έχει κανείς από μας απολογία.

Θυμήσου, Κύριε, ότι όλα αυτά τα υπέφερες για μας, χάρη στη δική σου ευσπλαχνία και χάρη στη δική σου καλοσύνη και δικαιοσύνη, και όχι χάρη στα δικά μας σπουδαία έργα· διότι ό­πως παραδόθηκες τότε για μας, ο άγιος, ο αναμάρτητος, και τώρα, Δέσποτα, είσαι ο Ίδιος, διότι δεν άλλαξε η ευσπλαχνία της θεότητάς σου, την οποία έχεις σύμφωνη με την θεία φύση σου, εμείς όμως και τότε ήμασταν ασεβείς και πονηροί, και τώρα εί­μαστε αμαρτωλοί και αδύναμοι. Τη δωρεά λοιπόν, που μας πρό­σφερες χάρη στην ευσπλαχνία σου, μην την αφαιρέσεις από μας· διότι, αν τότε μας ελευθέρωσες εξαιτίας της ευσέβειάς μας, και τώρα επειδή αμαρτήσαμε, οργίζεσαι γι’ αυτό και απομακρύνεις το σπλαχνικό σου χέρι, εύλογα θα πούμε, άγιε Θεέ, ότι τότε μας ελευθέρωσες εξαιτίας της ευσέβειάς μας, και τώρα απεναντίας απομακρύνθηκες από μας, επειδή αμαρτήσαμε· αλλά όπως είπα προηγουμένως, εμείς και τότε ήμασταν ασεβείς και τώρα είμα­στε αμαρτωλοί· το δώρο λοιπόν που μας πρόσφερες χάρη στη φι­λανθρωπία σου, ας μείνει σ’ εμάς αναφαίρετο ως το τέλος της ζωής μας. Εγώ ωστόσο, μια θλιμμένη ψυχή, αδιάκοπα κραυγά­ζω σ’ εσένα, Δέσποτα, και αναγκάζομαι για την αντιμετώπιση του Εχθρού μου να παρακαλώ εσένα· δες, Δέσποτα, και γίνε κα­ταφυγή μου, και επιτίμησε τους ληστές του, διότι κάθε ώρα με ταράζουν και δεν το αντιλαμβάνομαι, με εξαπατούν και δεν το γνωρίζω, με κάνουν να ρεμβάζω, και γι’ αυτό δεν έρχομαι σε κατάνυξη, μου φέρνουν εμπόδια, για να μην μπορέσω να σε παρακαλέσω, διότι ξέρουν καλά, ότι αν κραυγάσω προς εσένα με δάκρυα και κλαυθμό, δε θα με εγκαταλείψεις. Αλίμονο, πόσο φοβερό αντίπαλο έχω στο αγώνισμά μου! Αλλά, είμαι μακάριος, που έχω τόσο μεγάλο λυτρωτή και μισθαποδότη στον αγώνα μου. Το φίδι, που λέγεται βασιλίσκος, είναι φοβερό και στο βλέμμα και στο δηλητήριο, αλλά και αυτός ο Δράκοντας, είναι πονηρότερος απ’ αυτό το φίδι και στα δύο, στην πάλη και στην αδιαντροπιά· όμως εσύ η αγία δύναμη, που κατέπιες τις ράβδους οι οποίες μεταβλήθηκαν σε φίδια, επιτίμησε και αυτόν τον Δρά­κοντα, διότι έρχεται με αδιαντροπιά, αλλά η αδιαντροπιά της πάλης του ετοιμάζει θησαυρό σ’ αυτούς που υπομένουν, και η θλίψη που προξενούν οι απειλές του έχει μέσα της κρυμμένο μακαρισμό· διότι η χαρά αυτής της ζωής είναι γεμάτη από λύ­πη· ενώ η θλίψη και ο στεναγμός προξενούν χαρά και αιώνια ζωή.

Πάντοτε ήμουν ασθενής και ασθενώ, Δέσποτα, αλλά διαρκώς με επισκέπτεται η χάρη σου και με θεραπεύει· παρόλα αυτά κάθε ώρα παραμέλησα και παραμελώ την ανταμοιβή για τις θε­ραπείες που μου έκανε αυτή. Επειδή είναι ανεκτίμητες οι θερα­πείες της χάριτός σου, τις προσφέρεις δωρεάν, και επειδή τις χα­ρίζεις δια μέσου των δακρύων, χάρισε και σ’ εμένα δια μέσου των δακρύων τις θεραπείες της ψυχής μου.

Είναι σε όλους φανερό ότι η ζωή αυτή μοιάζει με αγώνισμα, και ότι ο ισχυρός Δράκοντας αγωνίζεται ενάντια σε όλους. Κάποιοι βέβαια τον νικούν και τον ποδοπατούν, κάποιους άλλους όμως τους νικά και τους ποδοπατεί· κάποιοι τον ρίχνουν κάτω και τον χλευάζουν, κάποιους άλλους όμως τους ρίχνει κάτω αυτός και τους χλευάζει· άλλοι με την πάλη του παίρνουν το στε­φάνι της νίκης, και άλλοι με την πάλη του νικώνται· άλλοι με την πικρότητά του κερδίζουν τη γλυκύτητα της αιώνιας ζωής, και άλλοι με τη γλυκύτητα και τη χαυνότητα που τους προσφέ­ρει συναντούν την πικρότητα της αιώνιας κόλασης· άλλοι με την τέλεια ακτημοσύνη τους εύκολα τον νικούν, και άλλους τους νικά αυτός με την απόκτηση των γήινων πραγμάτων· γι’ αυτούς πάλι που ποθούν τον Θεό με όλη τη δύναμη της. ψυχής τους, ο πόλε­μός του δεν έχει καμιά δύναμη· ενώ γι’ αυτούς που ποθούν τον κόσμο είναι δύσκολος και αβάσταχτος. 

Αυτά να σκέφτεσαι και μέσα σ’ αυτά να στρέφεται ο νους σου, και θα είσαι παιδί του Δεσπότου Θεού, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού· σ’ αυτόν ανήκει η δόξα και η εξουσία, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Tuesday, 26 March 2013

«ΠΝΕΥΜΑ… ΠΕΡΙΕΡΓΕΙΑΣ… ΜΗ ΜΟΙ ΔΩΣ…»




Είναι αυτό το δεύτερο αίτημα της Ευχής του Οσίου Εφραίμ του Σύρου: «Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου, πνεύμα αργίας, περιεργείας, φιλαρχίας και αργολογίας μη μοι δώς…».  Παρακαλεί δηλαδή ο Χριστιανός τον Κύριο να τον φυλάξη να μη παρασυρθεί από το κακό της περιέργειας. Θα ερωτήσετε όμως: Είναι πράγματι κακό η περιέργεια; Αποτελεί κίνδυνο της ψυχής και αμαρτία;
            Όταν λέμε περιέργεια, δεν εννοούμε βεβαίως το αγνό ενδιαφέρον του ανθρώπου προς μάθηση και γνώση. Διότι με τέτοιου είδους καλώς εννοούμενη «περιέργεια» ανεπτύχθη η επιστήμη, έγιναν ανακαλύψεις, επήλθε πρόοδος στη ζωή. Δεν πρόκειται ακόμη και για το ενδιαφέρον να πληροφορηθούμε για την εξέλιξη της υγείας ή της υποθέσεως του πλησίον μας, όταν αυτά γίνονται πάντοτε με αγάπη, διακριτικότητα και ειλικρίνεια. Αυτή είναι η καλή και άδολος και ωφέλιμος περιέργεια.
            Η περιέργεια με την έννοια που της δίνουμε συνήθως, είναι η αδιάκριτη, άκαιρη, και επίμονη απασχόληση με τις υποθέσεις των άλλων, χωρίς πραγματική ανάγκη, αλλά προς ικανοποίηση της αδυναμίας μας. Είναι εξωστρέφεια και μέριμνα να πληροφορηθούμε για υποθέσεις, που δεν αφορούν εμάς, αλλά άλλους, τον γείτονα και γνωστό κλπ. και για τις οποίες  ίσως αυτοί επιθυμούν και προσπαθούν να μη κοινοποιηθούν. Όπως επίσης περιέργεια είναι η συνεχής και αγωνιώδης απασχόληση μέχρι λεπτομερειών με γεγονότα, που συμβαίνουν στον έξω κόσμο, διαδόσεις, γεγονότα πολιτικά, οικονομικά, κλοπές, εγκλήματα, σκάνδαλα και παρόμοια. Είναι δε η περιέργεια, κατά τον ιερό Χρυσόστομο, πάθος ακόρεστον. «Οι πολυπράγμονες και περίεργοι», γράφει, «όσα αν μάθουσιν ούκ ίστανται. Πάθος γάρ έστι και κόρον ούκ έχει».
            Αλλά είναι επόμενο με τον τρόπο αυτό, με την έντονη δηλαδή περιέργεια και την άκριτη εξωστρέφεια, να λησμονούμε τον εαυτό μας. Παραμελούμε καθήκοντα μας, ατομικά, οικογενειακά, επαγγελματικά… Μας διαφεύγουν υποθέσεις δικές μας και θέματα δικά μας, τα οποία υπευθύνως πρέπει εμείς να φέρωμεν είς πέρας… Όπως εγίνετο τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους από τους Θεσσαλονικείς, οι οποίοι δεν εργάζοντο, αλλά περιεργάζοντο και τους οποίους ελέγχει στην επιστολή του ο θείος Απόστολος Παύλος (Β’ Θες. Γ’ 13).
            Πολύ περισσότερο ο περίεργος και εξωστρεφής άνθρωπος δεν βρίσκει χρόνο, δεν έχει διάθεση να ασχοληθεί με τον έσω άνθρωπο, με τον πνευματικό του καταρτισμό, την αυτομελέτη, που φέρει αυτογνωσία και βοηθά στην ειλικρινή μετάνοια και διόρθωση. Δεν ευρίσκει χρόνο να προσευχηθεί, να μελετήσει το νόμο του Θεού, να ασχοληθεί με τα πνευματικά και ουράνια αγαθά, είς τα οποία ο άγιος Θεός μας έχει καλέσει.
            Το χειρότερο είναι, ότι η περιέργεια δεν παραμένει μόνο στα πλαίσια αυτά. Είναι συνήθως ή και εξελίσσεται σε ένοχο περιέργεια. Οδηγεί τον άνθρωπο να ενδιαφέρεται και να παρακολουθεί πράγματα απαγορευμένα από τον θείο νόμο, με άμεσο αποτέλεσμα την αμαρτία. Δυστυχώς τα μάτια, η σκέψη, τα αυτιά, η καρδιά του περίεργου ανθρώπου περιφέρονται εις τα απαγορευμένα, εφόσον μάλιστα ανέκαθεν «έγκειται η διάνοια του ανθρώπου επιμελώς επί τα πονηρά» (Γεν. η’ 21). Δεν βλέπετε πώς ο περίεργος στρέφεται στις εφημερίδες και με πόση αφοσίωση παρακολουθεί τις περιγραφές, τις φωτογραφίες για τα σκάνδαλα, με πόσο ενδιαφέρον συζητεί γι’ αυτά, με πόση απορρόφηση παρακολουθεί παρόμοιες σκηνές στην τηλεόραση. Με άμεσο αποτέλεσμα, συν τώ χρόνω να επακολουθούν ηθικές πτώσεις – και μάλιστα σε νέους ευφάνταστους και αστήρικτους – τις οποίες εκ των  προτέρων ούτε να διανοηθούν μπορούσαν.
            Ανάγκη λοιπόν να ληφθούν μέτρα από όλους, ώστε το κακό να κτυπηθεί εγκαίρως και να μη οδηγηθούμε σε πτώση και κατάντημα θλιβερό. Και τα μέτρα αυτά με λίγα λόγια μπορεί να είναι τα εξής:\
            Να αντιληφθούμε όλοι και να κατανοήσουμε ότι η περιέργεια δεν είναι μια ευχάριστη και διασκεδαστική απασχόληση. Αλλά είναι κακό!
            Να πάρουμε σταθερά και συνεχώς να ανανεώνουμε την απόφαση σε ότι παραπλανητικό, περίεργο παρουσιάζεται εμπρός μας, να λέμε «όχι»
            Να αναλάβουμε προς τούτο αγώνα συνεχή και αδιάπτωτο, μάλιστα κατά τις κρίσιμες στιγμές του πειρασμού της περιεργείας.
            Να στρέφουμε το ενδιαφέρον μας σε έργα αγαθά προς οικοδομή πνευματική ημών των ιδίων και του πλησίον μας.
            Να ζητούμε προς τούτο με θερμότητα την βοήθεια του Κυρίου με την προσευχή μας, όπως και ο όσιος Εφραίμ μας τι συνιστά: «Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου, πνεύμα… περιεργείας… μη μοι  δώς…».

Πηγή: «Του Οσίου η ευχή», Αρχιμ. Θεοδώρου ΜΠΕΡΑΤΗ

Saturday, 23 March 2013

«Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου»

 Άγιος Εφραίμ ο Σύρος
 
Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ

Του Αρχιμανδρίτου του Οικουμενικού Θρόνου Μακαρίου Γρινιεζάκη

Ιδού καιρός ευπρόσδεκτος, ιδού καιρός μετανοίας
Η Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή, είναι περίοδος μεταμόρφωσης. Ο άνθρωπος αγωνίζεται καθημερινά «τον καλόν αγώνα», που αποβλέπει στην αλλαγή, στην ολοκληρωτική πνευματική αλλοίωση των αισθήσεων, των επιθυμιών των αναγκών και της σάρκας. Μέσα από μια θαυμάσια, άνετη, ειρηνική, μυσταγωγική και προσευχητική διαδικασία όλα μεταμορφώνονται κατά την περιόδο αυτή. Γι᾽ αυτό ο καιρός του κατανυκτικού Τριωδίου, «καιρός ευπρόσδεκτος καιρός μετανοίας», είναι ξεχωριστός, γίνεται για όλους μας «ο ευλογημένος καιρός» μέσα στην τραγικότητα της ιστορίας μας, αφού αναζητούμε το άλλο, το διαφορετικό από αυτό που επαγγέλεται ο κόσμος, αφού καλλούμαστε να χορτάσουμε πνευματικά, ενώ θα πεινούμε σωματικά, αφού αισθανόμαστε το άπειρο έλεος του Θεού, ο οποίος εκουσίως πορεύεται προς τη σταύρωση, αφού τέλος, προσπαθούμε να γίνουμε κοινωνοί της χαράς της Αναστάσεως και της ωραιότητας Χριστού και Εκκλησίας. Μιας ωραιότητας μοναδικής και ανεπανάληπτης που βιώνεται μόνο όταν υπάρχει το πνεύμα και το ήθος της Σαρακοστής, το οποίο μπορεί να χαρακτηριστεί ως «πόθος ψυχής δρυμίς και αφόρητος» για το Νυμφίο της Εκκλησίας μας Ιησού Χριστό.
Η ευχή του Οσίου Εφραίμ του Σύρου που επανειλημμένα θα ακούγεται την περίοδο αυτή χαρακτηρίζεται ως η προσευχή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, γιατί ακριβώς συνοψίζει όλο το πνεύμα και το ήθος αυτής της περιόδου, που είναι ασκητικό και προσευχητικό.
Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή καθίσταται στάδιο αγώνα προσωπικού και η ευχή του Οσίου Εφραίμ αποτελεί ένα κανόνα ελέγχου, ένα μέτρο αξιολόγησης του προσωπικού μας αγώνα, ο οποίος αποβλέπει στο να μας απελευθερώσει από κάποιες βασικές πνευματικές ασθένειες, που διαμορφώνουν τη ζωή μας και μας κάνουν πραγματικά ανίσχυρους, ενώ προσδοκά να μας οδηγήσει στη μετάνοια, στην ελευθερία, στην εμπειρία των αρετών, που θα μεταμορφώσουν τελικά τη χριστιανική μας ζωή τον ίδιο μας τον εαυτό, αλλά και τον σύμπαντα κόσμο.
Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου
Η ευχή του Οσίου Εφραίμ του Σύρου ξεκινά με μια επίκληση στο Θεό, η οποία προέρχεται από τα βάθη της καρδιάς του πονεμένου και ταλαιπωρημένου ανθρώπου: «Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου». Με αυτή την επίκληση η αν θέλετε με αυτή την εσωτερική κραυγή συντριβής και αγωνίας ο άνθρωπος δηλώνει τη μηδαμηνότητά του, καταθέτει ενώπιον του «Κυρίου και Δεσπότου» της ζωής του ότι αισθάνεται την αμαρτωλότητά του και την αδυναμία του, ενώ εμμέσως πλην σαφώς αναγνωρίζει τον εαυτό του ως δούλο έναντι του Κυρίου του. Έτσι ο Χριστός για τον προσευχόμενο δεν καθίσταται απλά και μόνο ένας Θεός η ένας σπουδαίος άνθρωπος που πέρασε από την ιστορία του κόσμου η ακόμη ένας μεγάλος φιλόσοφος, ο οποίος πραγματοποίησε τεράστιες κοινωνικές τομές και μεταρρυθμίσεις, αλλά ο Χριστός γίνεται ο «Κύριος και Δεσπότης της ζωής του». Από την αρχή, επομένως, της προσευχής αυτής δίδεται το στίγμα του προσευχομένου ανθρώπου, ότι αφενός ανήκει στην Εκκλησία, αφού κεφαλή της Εκκλησίας είναι ο Χριστός τον οποίο επικαλείτε, και αφετέρου ότι αποδέχετε την κυριότητα του Χριστού στη ζωή του αποκαλύπτοντας δια της επικλήσεως αυτής την πίστη και την αφοσίωση στη θεότητά Του.
Η αποδοχή του Χριστού ως «Κυρίου και Δεσπότου της ζωής μας» έχει ιδιαίτερη σημασία για όλους μας κυρίως όμως γι᾽ αυτούς οι οποίοι, έχοντας την τάση της αυτονομίας και αυτοειδωλοποιήσεως, πολλές φορές χωρίζουν την ζωή τους από το Θεό, απομονώνονται και απομακρύνονται, γεγονός που δηλώνει ότι κατ᾽ ουσίαν δεν Τον αναγνωρίζουν ως «Κύριο και Δεσπότη της ζωής τους». Είναι αλήθεια ότι ο άνθρωπος, έχοντας τη ροπή του προπατορικού αμαρτήματος, τολμά με θράσσος μέσα στην καθημερινότητά του, να αυτοανακηρύσσεται Θεός για να έχει έτσι την δυνατότητα να γνωρίσει τα πάντα και να γευτεί όλους τους καρπούς, δίχως αναστολές και ηθικούς ενδοιασμούς, αφού «χωρίς Θεό όλα επιτρέπονται».
Δεν χρειάζεται βέβαια πολύς χρόνος για να διαπιστώσει κανείς ότι αυτή η απομάκρυνση από το Θεό και η προσωπική αυτονόμηση όχι μόνο δεν προσφέρει στον άνθρωπο χαρά και εσωτερική πληρότητα αλλά καταθλιπτικά περιορίζει και συνθλίψει τη ζωή του. Γι᾽ αυτό ο αυτονομημένος και εγωιστής άνθρωπος, ο αυτοθεούμενος και αυτολατρευόμενος καταντά να ζει ανελεύθερα. Οι απολαύσεις του γίνονται πόνος. Οι ηδονές του καταλήγουν σε οδύνες. Οι χαρές του είναι άγευστες. Η ζωή του όλη είναι μια κατάθλιψη χωρίς νόημα και ενθουσιασμό.
Με άνεση κατανοούνται οι παραπάνω αλήθειες εάν προχωρήσουμε στα λόγια της ευχής του Οσίου Εφραίμ του Σύρου, τα οποία μας παρουσιάζουν ένα σύμπλεγμα παθών, αρνητικών στοιχείων της πνευματικής ζωής, που απομακρύνουν τον άνθρωπο από την οδό του Ευαγγελίου και την εργασία των αρετών του Αγίου Πνεύματος. Σημειώνει, επικαλούμενος τον «Κύριο και Δεσπότη της ζωής του», ο όσιος πατήρ: «Πνεύμα αργίας, περιεργείας, φιλαρχίας και αργολογίας μη μοι δως», δηλαδή μη μου δώσεις Κύριε πνεύμα αργίας, περιεργείας, φιλαρχίας και αργολογίας.
Όπως εύκολα διαπιστώνουμε τα πάθη αυτά: η αργία, η περιέργεια, η φιλαρχία, και η αργολογία, είναι πάθη της καρδιάς και όχι του σώματος. Κι αυτό πρέπει να το προσέξουμε ιδιαίτερα, αποδεχόμενοι ότι το κείμενο της Ευχής του Αγίου Εφραίμ του Σύρου, καθώς και ολόκληρη η παράδοση της ορθόδοξης Εκκλησίας μας, δεν δίνει πρωτεύουσα σημασία στα αμαρτήματα της σάρκας, όπως λανθασμένα νομίζουμε, αλλά στα αμαρτήματα της ανθρώπινης καρδιάς. Εκεί δίδονται οι λεπτές πνευματικές μάχες και από τη διάκριση αυτή εξαρτάται το δράμα της απώλειάς μας η η ομορφιά της σωτηρίας μας.
Πνεύμα αργίας
Η πρώτη προς αποφυγή πνευματική ασθένεια που παρουσιάζεται είναι η αργία, η οποία όπως μας διδάσκουν οι πατέρες της Εκκλησίας μας είναι η πηγή κάθε κακίας και η θύρα από την οποία μπαίνουν οι δαίμονες στην καρδιά του ανθρώπου. Γι᾽ αυτό εν επιγνώσει παρακαλούμε τον Θεό να μην μας δώσει πνεύμα αργίας, που αυτόματα σημαίνει ότι δεν επιθυμούμε να γίνομε άπρακτοι, οκνηροί, νωθροί, αδρανείς η αδιάφοροι.
Η αργία, όπως και κάθε πνευματικό παράπτωμα, μας απομακρύνει από το Θεό, κυρίως όμως συνιστά μια βασική άρνηση της κλήσεώς μας και απόρριψη της ευθύνης μας να διακονήσουμε ως συνδημιουργοί του Θεού. Γνωρίζουμε ότι ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο κατ᾽ εικόνα και καθ᾽ ομοίωσίν Του. Επομένως, ο άνθρωπος, επί τη βάσει των προδιαγραφών του, δημιουργεί και εργάζεται όπως τον Δημιουργό Θεό. Ο χριστιανός δεν ζει απλά μέσα στη δημιουργία, αλλά εργάζεται γι᾽ αυτήν, τη φροντίζει και έχει αναλάβει την διαχείρησή της, μια ευθύνη αρκετά υψηλή και επίπονη, παράλληλα όμως και τιμητική εφόσον κανένα άλλο δημιούργημα δεν έχει αυτό το ιδιαίτερο χάρισμα.
Με αυτά τα δεδομένα αντιλαμβανόμαστε ότι κάθε παθητικότητα και αδράνεια, κάθε μορφής αργία και αδιαφορία είναι φαινόμενα ξένα προς το πνεύμα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής αλλά και προς το ήθος της ορθόδοξης πνευματικότητας. Ο χριστιανός οφείλει να καταθέτει καθημερινά την μαρτυρία του, που πρέπει να είναι μαρτυρία δυναμική, έμπρακτη, δημιουργική, συμμετοχική στο δημιουργικό έργο του Θεού. Πόσο δυσάρεστο είναι το γεγονός να επιτρέπουμε η να αποδεχόμαστε ως πρόσωπα αλλά και ως κοινωνία η αργία να γίνεται τρόπος ζωής. Ως πρόσωπα, δυστυχώς, δεν επιθυμούμε να εργαζόμαστε, δεν χαιρόμαστε τη δουλειά, δεν έχουμε τον πόθο να μετέχουμε στην δημιουργία του κόσμου και στην ζωή του πλησίον. Κι αυτό συμβαίνει σε τέτοια βαθμό ώστε το μεγάλο αστικό πρόβλημα που παρουσιάζεται σήμερα είναι το τι θα κάνουμε τις ελεύθερες ώρες μας, γεγονός που δηλώνει ότι ταυτίζουμε τη ζωή μας με την ξεκούραση, την αργία και την απόλαυση.
Από την άλλη πλευρά η καταναλωτική κοινωνία μας έχει την τάση να μειώνει την εργασία, να αυξάνει την απόλαυση, να εξαφανίζει σχεδόν την δημιουργηκότητα του ανθρώπου και το χειρότερο να μεταποιεί τις εορτές της Εκκλησίας μας σε αργίες, που λειτουργούν ως ευκαιρίες ξεκούρασης, εκτόνοσης, διασκέδασης και απόλαυσης. Έτσι με πολλή λύπη διαπιστώνουμε ότι η Κυριακή και σχεδόν όλες οι εκκλησιαστικές εορτές για πολλούς από τους συνανθρώπους μας έχουν χάσει το σκοπό και το νοημά τους, αφού αργούμε αλλά δεν εορτάζουμε, ξεκουραζόμαστε σωματικά αλλά ασθενούμε πνευματικά. Και βέβαια ο άνθρωπος του Θεού εορτάζει αλλά δεν αργεί γιατί η αργία είναι σημείο απομόνωσης, εγωισμού και εσωστρέφειας ενώ η εορτή είναι κοινωνία με τη χαρά του Θεού, τη χαρά των Αγίων και της Εκκλησίας.
Πνεύμα περιεργείας
Η αργία ως απραξία αναπόφευκτα οδηγεί στην περιέργεια. Ήδη από τα αποστολικά χρόνια ο Απόστολος Παύλος καυτηριάζει την περίπτωση των γυναικών εκείνων που είχαν περιέργεια σημειώνοντας ότι «και αργαί.... ου μόνον δε αργαί, αλλά και φλύαροι και περίεργοι, λαλούσαι τα μη δέοντα». Είναι σαφές και μόνο από τους λόγους του Αποστόλου ότι η περιέργεια είναι ένα πάθος που εκφράζει την εσωτερική ακαταστασία και αταξία αυτού που το έχει. Γιατί ο περίεργος είναι συνεχώς συγχυσμένος, ανήσυχος και ταραγμένος. Διακατέχεται από επιπολαιότητα, αταξία, ανευθυνότητα, παραμονή στην επιφάνεια των πραγμάτων και των καταστάσεων. Ο περίεργος χάνει την προσοχή του, διασπά και εκδαπανά το νου και την καρδιά του σε αλλότρια και μη σπουδαία πράγματα, με αποτέλεσμα να χάνει την πορεία του προς τον ουρανό, να εκτροχιάζεται από το δρόμο του Ευαγγελίου, να ματαιοπονεί, και να εγκλωβίζει την καρδιά του σε ανούσια και ανώφελα θέματα.
Πέραν τούτων όμως η περιέργεια δηλώνει ότι ως άνθρωποι δεν έχουμε γνώση του εαυτού μας, γι᾽ αυτό με άνεση εγκαταλείπουμε τα δικά μας θέματα, τα προβλήματά μας, τα πάθη μας και τις αμαρτίες μας, τις υποχρεώσεις μας και τις εργασίες μας και με τρόπο αυθάδη και κυνικό εισερχόμαστε στη ζωή των άλλων. Έτσι, το πάθος αυτό της ψυχής μας αιχμαλωτίζει στον πειρασμό της κρίσεως και της κατακρίσεως, του χλευασμού και της γελειοποιήσεως των άλλων, αφού δεν εργαζόμαστε για τους άλλους, αλλά περιεργαζόμαστε τους άλλους.
Πνεύμα φιλαρχίας
Το να εγκαταλείπει κανείς τον εαυτό του και να ασχολείται με αλλοτρια πράγματα είναι καθαρά δείγμα εγωισμού. Για το λόγο αυτό το επόμενο πάθος που παρακαλούμε τον «Κύριο και Δεσπότη της ζωής μας» να απαλλαγούμε είναι η φιλαρχία. «Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου πνεύμα αργίας, περιεργείας, φιλαρχίας μη μοι δως».
Η φιλαρχία είναι η οίηση, η υπερηφάνεια, η φιλοδοξία για αρχηγία, η δίψα για εξουσία και η αγωνία για καταδυνάστευση. Πρόκειται για ένα πάθος που κυριεύει τον άνθρωπο όταν αυτός χάσει την αυτογνωσία του και την κυριαρχία πάνω στον εαυτό του. Μάλιστα η φιλαρχία συνιστά το αποτέλεσμα των δύο παθών που αναφέρθηκαν προηγουμένως: της αργίας και της περιεργείας, γιατί οι αργοί και οι περίεργοι επιθυμούν να καλύψουν την ένδειά τους και τα εσωτερικά τους κενά με το να θέλουν να γίνουν φίλαρχοι. Αιχμαλωτίζονται σε μια ζωή που φθείρεται στην αργία και την οκνηρία, ενώ παράλληλα εγκλωβίζονται στην περιέργειά τους για τα θέματα των άλλων κι αυτή η νοσηρή κατάσταση αναπόφευκτα οδηγεί στην απομόνωση, στην ευτέλεια, στην υπερηφάνεια, στον εγωισμό, στην φιλαυτία και στην φιλαρχία.
Η αργία, η περιέργεια και η φιλαρχία κλονίζουν τη σχέση μας με το Θεό και τον πλησίον. Κι όταν αυτή η σχέση διαστρέφεται «τότε αναγκαστικά ωθούμαστε να αναζητήσουμε αντιστάθμισμα σε μια ριζικά λανθασμένη στάση απέναντι στα πρόσωπα των άλλων και στο πρόσωπο του Θεού. Η ζωή μας χωρίς Θεό η δίχως άφθαρτα αγαθά, εκ των πραγμάτων θα γίνει εγωιστική και εγωκεντρική και αυτό σημαίνει ότι όλοι οι άλλοι θα πρέπει να γίνονται τα μέσα για τη δική μας αυτοϊκανοποίηση η φιλοδοξία. Αν ο Θεός δεν είναι ο Κύριος και Δεσπότης της ζωής μας, τότε το εγώ μας είναι αυτό που θα γίνει ο Κύριος και Δεσπότης της ζωής μας, το απόλυτο κέντρο του κόσμου μας, το μοναδικό μέτρο όλων των πραγμάτων, με βάση τις δικές μας ανάγκες, ιδέες, επιθυμίες και κρίσεις. Έτσι η επιθυμία της φιλαρχίας γίνεται η βασική μας αμαρτία στις σχέσεις μας με τους άλλους, αφού συνήθως απαιτούμε την υποταγή των άλλων σε μας».
Ωστόσο, η φιλαρχία συνιστά τελείως διαφορετική έννοια από αυτήν της αρχής. Η φιλαρχία είναι η νοθευμένη και διεστραμμένη μορφή της αρχής. Γιατί η αρχή είναι χάρισμα που προέρχεται από την κατ᾽ εικόνα και καθ᾽ ομοίωσιν δημιουργία του ανθρώπου. Κατά την Ορθόδοξη Θεολογία το να άρχουμε είναι διακονία, είναι θυσία είναι προσφορά και ευλογία. Ο άρχων χαίρεται τους καρπούς του πόνου και της θυσίας και όχι τη δόξα του αξιώματός του, ενώ επιδιώκει τη φροντίδα και τη μέριμνα για όλους τους άλλους αγνοώντας την δική του απόλαυση, άνεση και ξεκούραση. Γι᾽ αυτό πολύ σοφά θα σημειώσει ο Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: «Ουκ έστι κακόν το άρχειν, αλλ᾽ η φιλαρχία, ουδέ η δόξα αλλ᾽ η φιλοδοξία και χείρων ταύτης κενοδοξία».
Πνεύμα αργολογίας
Το τελευταίο πνευματικό εμπόδιο που αναφέρεται στην ευχή του Οσίου Εφραίμ του Σύρου είναι η αργολογία. Και αναφέρεται στο τέλος των προς αποφυγήν παθών όχι διότι είναι υποδεέστερο των άλλων αλλά ακριβώς διότι η αργολογία είναι το πιο διαδεδομένο πνευματικό νόσημα των ανρθώπων, ακόμη και των ανθρώπων της Εκκλησίας.
«Αργολογία σημαίνει να φλυαρούμε υπέρμετρα η απεριόριστα, να εκστομίζουμε λέξεις που δεν είναι λόγοι καρδιάς, να λέμε λόγους κενούς, μάταιους, μωρούς, ευτράπελους, κατακριτικούς, άσαρκους και ανεύθυνους, χωρίς επίγνωση και σεβασμό στον άνθρωπο και τη ζωή του. Ο λόγος ασφαλώς είναι από τα πιο χαρακτηριστικά θεία χαρίσματα του ανθρώπου, που μπορεί όμως να διαστραφεί και να μεταστραφεί σε τρομακτικό κίνδυνο, σε όπλο καταστροφικό, αφού μπορεί να γίνει συκοφαντία, κατάκριση, ύβρη, βλασφημία, αίρεση κι έτσι να οδηγήσει στην πτώση και την καταδίκη τον άνθρωπο. Ο λόγος όταν δεν χωρίζεται από την θεία καταγωγή και το θείο σκοπό του είναι λόγος παρακλήσεως, επικλήσεως, ικεσίας, δοξολογίας και ευχαριστίας, όταν όμως χωριστεί από το Θεό τότε μπορεί να καταντήσει λόγος αργός και να γίνει ακριβώς αργολογία».
Οι πατέρες της Εκλκησίας μας και κυρίως οι πατέρες της ασκήσεως όχι μόνο δεν αγαπούσαν την αργολογία αλλά αντιθέτως χρησιμοποιούσαν τον λόγο όταν αυτό που επρόκειτο να πουν ήταν πιο πολύτιμο από τη σιωπή. Γι᾽ αυτό εκείνο που εκφράζει την ορθόδοξη παράδοση δεν είναι η διδασκαλία των λόγων αλλά η διδασκαλία των έργων, δηλαδή η μαρτυρία της ζωής μας την οποία τόσο έχει ανάγκη η σημερινή κοινωνία μας.
Η παράκληση που απευθύνουμε στο Θεό: «Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου πνεύμα αργίας, περιεργείας, φιλαρχίας και αργολογίας μη μοι δως» προσβλέπει στο να μας εισαγάγει στην εμπειρία και στο βίωμα της Εκκλησίας και όχι στη θεωρία και στο στεγνό συναίσθημα, που δεν αναζωογονούν την ψυχή και δεν μεταμορφώνούν τον άνθρωπο. Γι᾽ αυτό στη συνέχεια της ευχής παρακαλούμε το Θεό, τον «Κύριο και Δεσπότης και Βασιλέα της ζωής μας», να μας χαρίζει «πνεύμα σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, υπομονής και αγάπης», στοιχεία απαραίτητα για την εν Χριστώ μεταμόρφωση του ανθρώπου.
Πνεύμα σωφροσύνης
Η πρώτη από αυτές τις αρετές που προτείνεται είναι η σωφροσύνη που σημαίνει «να έχει κανείς σώο φρόνημα, σεμνότητα, κοσμιότητα, νηφαλιότητα, σοφία, εγκράτεια, ακεραιότητα, αγνότητα ψυχής και σώματος. Η σωφροσύνη είναι το αντίδοτο της αλογίας, της παραφροσύνης, της αθεΐας, της ακολασίας, της ρυπαρότητας και της αθλιότητας, με τα οποία είναι πλήρης ο οίκος του άφρονος ανθρώπου και δι᾽ αυτού πλήρης ο οίκος της αλόγου κοινωνίας μας».
Ο σημερινός κόσμος φαίνεται να απεχθάνεται την σωφροσύνη, γι᾽ αυτό επιδιώκει μόνο την άνεση, επικροτεί τον πολιτισμό των απολαύσεων, της ευμάρειας και της ευημερίας, επιδιώκει σκανδαλωδώς τις ηδονές της σάρκας και ανέχεται την διαστροφή του καταναλωτισμού. Λείπει παντελώς από τον κόσμο μας η εγκράτεια, η νηστεία, το μέτρο, δηλαδή η σωφροσύνη. Γι᾽ αυτό ο άνθρωπος καλείται δια της επικλήσεως: «Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου χάρισαί μοι τω δούλω πνεύμα σωφροσύνης», που σημαίνει ότι «καλείται να απαλλαγεί από ακάθαρτους και αισχρούς λογισμούς, από σαρκικές επιθυμίες και ηδονές, από κάθε μολυσμό σαρκός και πνεύματος, από κάθε απρεπές βλέμμα και άτακτο γέλιο, από κάθε ακολασία και αφροσύνη καρδιακή». Και τονίζεται ιδιαίτερα η αποχή από κάθε ακολασία και αφροσύνη καρδιακή διότι όπως προαναφέρθηκε η ευχή του Οσίου Εφραίμ του Σύρου έχει να κάνει με την καλλιέργεια του έσω ανθρώπου. Εξάλλου, σωφροσύνη δεν είναι μόνο η αποχή από την πορνεία και τα σαρκικά αμαρτήματα, αλλά η αποχή όλων των κακών επιθυμιών και παθών, όπως είναι η φιλοχρηματία, η φιλαργυρία, η πλεονεξία, η εσωστρέφεια και γενικά όλα τα πάθη που μας απομακρύνουν από το Θεό και μειώνουν την αγάπη μας για τον πλησίον.
Πνεύμα ταπεινοφροσύνης
Για να υπάρξει σωσφροσύνη πρέπει απαραίτητα να υπάρχει ως βάση η ταπεινοφροσύνη και αντίθετα δεν μπορεί να υπάρξει ταπεινοφροσύνη δίχως την προϋπόθεση της σωφροσύνης. Είναι δύο αρετές αλληλένδετες και άμεσα συνδεδεμένες όπως το φως με τη θερμότητα. Όπου υπάρχει φως υπάρχει και θερμότητα και όπου υπάρχει θερμότητα υπάρχει και φως.
Η ταπεινοφροσύνη είναι η δεύτερη στη σειρά των αρετών που επικαλούμαστε δια της ευχής του Οσίου Εφραίμ: «Πνεύμα δε σωφροσύνης και ταπεινοφροσύνης χάρισαί μοι τω σω δούλω». Πρόκειται για το αντίθετο της υπερηφανείας, της αλαζονείας, της επάρσεως, της οιήσεως, της κενοδοξίας, της αυτοδικαιώσεως, του εωσφορικού εγωισμού. Η ταπεινοφροσύνη ταυτίζεται με την επίγνωση του εαυτού μας, με το αίσθημα της αμαρτωλότητάς μας, με το ταπεινό φρόνημα, που εκφράζεται και συνοδεύεται από συντριβή και μετάνοια για τα λάθη και τις αμαρτίες μας.
Η ταπεινοφροσύνη είναι η αρετή που προσελκύει τη χάρη του Θεού αφού «ο Θεός υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν». Οι πατέρες της Εκκλησίας μας με σαφήνεια μας διδάσκουν ότι ταπεινοφροσύνη δεν είναι απλώς και μόνο η κακουχία του σώματος, την οποία μπορεί να έχουν κάποιοι αλλά παράλληλα να μην είναι ταπεινοί.
Ταπεινοφροσύνη δεν έχει κάποιος όταν από ανάγκη η από συμφέρον ταπεινώνεται, ακόμη δεν είναι ταπεινοφροσύνη το να μεμψημιρεί κανείς με τον εαυτό του νομίζοντας ότι είναι αμαρτωλός, ενώ την ίδια στιγμή επιμένει να είναι αμετανόητος για τις αμαρτίες του και τα λάθη του. Και βέβαια ταπεινοφροσύνη δεν είναι η ταπεινοσχημία, δηλαδή το να υποδύεται κανείς την ταπείνωση. Η ταπεινοφροσύνη είναι φρόνημα καρδιακό, που σημαίνει ότι ο ταπεινός άνθρωπος αναγνωρίζει τις αρετές του και τα χαρίσματά του και τα ανάγει στο Θεό παράλληλα όμως αντιλαβμάνεται τις αδυναμίες του και τα λάθη του τα οποία δίχως καμιά δυσκολία αποδίδει στον εαυτό του.
Πνεύμα υπομονής
Καρπός της ταπεινοφροσύνης είναι η υπομονή γιατί αν δεν έχεις ταπεινοφροσύνη δεν μπορείς να υπομείνεις, να μείνεις ατάραχος και σταθερός, να ελέγχξεις τις δυνάμεις σου αλλά και τις αδυναμίες σου. Ο υπομένων είναι αυτός που καρτερικά αφήνεται στο Θεό και αναμένει να έρθει η ώρα του Θεού για να εκπληρωθεί το θέλημά Του, που είναι προς το συμφέρον της ψυχής του. Κι η ώρα αυτή του Θεού μπορεί να καθυστερήσει και να χρειαστεί πολλή υπομονή.
Με άνεση κατανοείται αυτή η μεγάλη αλήθεια αν μάλιστα θυμηθούμε την περίπτωση του παραλύτου της Βηθεσδά, ο οποίος για τριανταοκτώ ολόκληρα χρόνια υπέμεινε το σταυρό της δοκιμασίας του. Όμως μετά από τόσα χρόνια υπομονής έφτασε η ώρα του Θεού. Η ευχή του Οσίου Εφραίμ του Σύρου παρακαλεί τον «Κύριο και Δεσπότη της ζωής μας» να μας χαρίσει, μετά από την σωφροσύνη και την ταπεινοφροσύνη, την υπομονή. Γιατί η υπομονή είναι η δύναμη που θα βοηθήσει τον καθένα από μας να αναμένει καρτερικά την ώρα του Θεού η οποία μπορεί να είναι μετά από τριανταοκτώ χρόνια όπως συναίβει στον Παράλυτο, μπορεί να είναι αύριο, μπορεί να είναι τώρα, αλλά μπορεί να είναι και πέντα λεπτά πριν σφραγίσουμε τα μάτια μας σ᾽ αυτόν τον κόσμο.
Εξάλλου όλοι γνωρίζουν από προσωπική εμπερία ότι η υπομονή δοκιμάζεται στις δύσκολες περιστάσεις της ζωής, στις ασθένειες, στον καρκίνο, στις θλίψεις και τις δοκιμασίες, σε κάθε στιγμή που καλούμαστε να σηκώσουμε το σταυρό μας και να ακολουθήσουμε το δρόμο του Θεού που είναι σταυρικός, στενός, ενδεχομένως τεθλιμένος και σίγουρα όχι άνετος.
Πνεύμα αγάπης
Η υπομονή οικοδομεί. Είναι στοιχείο καλής επικοινωνίας, συμβάλει στην προαγωγή των ανθρωπίνων σχέσεων κυρίως όμως ενισχύει το σύνδεσμο της αγάπης. Οι αρετές για τις οποίες ήδη αναφερθήκαμε κορυφώνονται και τελειώνονται με την αγάπη που είναι η τελευταία στην επίκληση του Οσίου Εφραίμ. «Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου πνεύμα σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, υπομονής και αγάπης χάρισαί μοι τω σω δούλω». Η αγάπη είναι η αρχή και το τέλος της πνευματικής ζωής. Χωρίς αυτήν ο αγώνας μας είναι ατελής, δεν επιφέρει καρπούς πνευματικούς.
Η αγάπη είναι το τελευταίο χάρισμα που ζητά ο πιστός αλλά ουσιαστικά επειδή αυτή αποτελεί το επιστέγασμα των αρετών έρχεται στο τέλος για να κατανοήσουμε προσευχητικά ότι όλες οι αρετές είναι χριστιανικές και καρποφόρες ανάλογα με το βαθμό που μετέχουν και εκφράζουν την αγάπη.
Κύριο γνώρισμά της είναι η άνευ όρων θυσία του ενός για τον άλλο. Θυσία σε τέτοιο βαθμό που μόνο ο θάνατος μπορεί να περιορίσει. Ακόμη και το πρόσωπο του εχθρού πρέπει να αγαπήσουμε, αφού ο αγαπών άνθρωπος παραιτήται από κάθε δικαίωμα και κάθε διεκδίκηση και αξίωση για τον εαυτό του. Στην ασκητική φιλοσοφία η διεκδίκηση του δικαιώματος μας χωρίζει από το Θεό και μας εγκλωβίζει στον εαυτό μας γιατί αποτελεί έκφραση εγωισμού. Και βέβαια εύκολα αντιλαμβανόμαστε ότι ο κόσμος που διεκδικεί μετά μανίας τα λεγόμενα ανθρώπινα δικαιώματα, στο βάθος αγωνίζεται για την ανισότητα. Έτσι παρατηρούμε ότι οι ισχυροί της Γης σήμερα μιλούν για ισότητα, ευημερία και ειρήνη αλλά από την άλλη ανέχονται η στη χειρότερη περίπτωση οι ίδιοι δημιουργούν την ένδοια, την φτώχεια, την πείνα, το ρατσισμό, την σπατάλη, τον πόλεμο, τον καπιταλισμό και τον πλουτισμό. Μιλούν για ανθρώπινα δικαιώματα αλλά προσπαθούν να επιβάλλουν τη δικαιοσύνη με τη θυσία των άλλων αλλά όχι τη δική τους.
Τίποτε δεν υπάρχει στην Εκκλησία και στη Θεολογία που να μην πηγάζει από την αγάπη. Ο Θεός κυρίως και πρωτίστως είναι αγάπη. Η ενανθρώπιση του Υιού και Λόγου του Θεού δηλώνει την κενωτική Του αγάπη για τον άνθρωπο. Ο σταυρός είναι δείγμα θυσιαστικής αγάπης. Η ύπαρξη και η σύσταση της Εκκλησίας μας είναι δείγμα προνοητικής αγάπης. Η κάθοδος του Παναγίου Πνεύματος δηλώνει την χαρισματική αγάπη του Θεού στον κόσμο και στον άνθρωπο.
Εμείς αγιαζόμαστε και σωζόμαστε κατά χάριν μόνο όταν μετέχουμε στην αγάπη του Θεού, η οποία πρέπει να τονίσουμε δεν συνιστά ένα ιδίωμα η μια ενέργεια του Θεού αλλά το Είναι Του. Γι᾽ αυτό η Ευαγγελική αγάπη συνίσταται στο να δίνεις κυρίως τον εαυτό σου στον άλλο. «Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως εαυτόν» σημειώνει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης και προσθέτει παρακάτω ότι «μείζονα ταύτης ουδείς έχει, ίνα τις την ψυχήν αυτού θη υπέρ των φίλων αυτού». Η αγάπη δεν μπορεί να υπάρξει στην απομόνωση αλλά προϋποθέτει τον άλλο, τον πλησίον. Κι όποιος αγαπά προσλαμβάνει τον πλησίον, ενστερνίζεται τη ζωή του και δίνει αυτό που είναι και όχι αυτό που έχει.
Δώρησαί μοι του οράν τα εμά πταίσματα και μη κατακρίνειν τον αδελφόν μου
Για να αποκτήσει κάποιος την αγάπη πρέπει να αρχίσει να βλέπει τον εαυτό του εις βάθος και να σταματήσει να ασχολείται με τους άλλους. «Ναι Κύριε Βασιλεύ, δώρησαί μοι του οράν τα εμά πταίσματα και μη κατακρίνειν τον αδελφόν μου» είναι το τελευταίο μέρος των ικεσιών προς το Θεό της προσευχής της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Η αναφορά αυτή είναι μία έμεση νύξη για μετάνοια και συγχώρηση. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο το γεγονός ότι η ευχή του Αγίου Εφραίμ, ακούγεται για πρώτη φορά στον Κατανυκτικό Εσπερινό, την Κυριακή της Τυρινής, που είναι γνωστή σε όλους τους χριστιανιούς ως η Κυριακή της συγχώρησης.
Είναι σαφές ότι η στροφή στον εαυτό μας η οποία πραγματοποιείται με την όραση των εμών πταισμάτων, αποτελεί την αρχή της σωτηρίας, γιατί βλέποντας τον πραγματικό μας εαυτό που είναι αμαρτωλός, γεμάτος πάθη και αδυναμίες, συνειδητοποιούμε ότι το μόνο που μπορεί να μας σώσει είναι το έλεος και η φιλανθρωπία του Θεού. Όποιος αγνοεί τα δικά του σφάλματα είναι τυφλός πνευματικά. Οποιος κατακρίνει τον αδελφό του σημαίνει πως βλέπει μόνο τα σφάλματα του πλησίον και όχι τα δικά του και επομένως έχει φρόνημα φαρισαϊκό. Ακόμη κι αν διαπιστώνουμε λάθη και αδυναμίες στον άλλο, δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας ότι ο πλησίον δεν είναι ο άγνωστος, ο ξένος, ο εχθρός, ο αντίδικος αλλά ο αδελφός μας, ο φίλος μας. Είναι η χαρά μας. Ο πλησίον είναι το μέσο για να δούμε το Θεό και να γευτούμε την τρυφή του Παραδείσου. Η κρίση και η κατάκριση εκφράζουν εωσφορικό εγωισμό και εσωτερική ακαταστασία. Είναι δείγμα αυθάδειας και ελειψης σεβασμού προς το Δημιουργό, αφού εμείς επιχειρούμε να οικειοποιηθούμε το έργο της κρίσεως που ανήκει στο Θεό, ένα έργο το οποίο γίνεται εγκληματικό όταν περιορίζεται στα όρια της ανθρώπινης δικαιοσύνης. Γιατί ο Θεός είναι μεν κριτής, αλλα στην κρίση Του υπερισχύει η αγαθότητα και όχι η δικαιοσύνη.
Κατά συνέπεια το βάρος σύμφωνα με τον συγγραφέα της ευχής πέφτει στο να βλέπουμε τα δικά μας πταίσματα και όχι του πλησίον που είναι ο αδελφός μας. Πρωταρχικό και επείγον είναι να αποκτήσουμε επίγνωση και αυτομεμψία, να αποκτήσουμε την ευλογημένη αρετή του αυτοελέγχου των αδυναμιών και αμαρτιών μας. Είναι σωτήριο να μην κατακρίνουμε. Ακόμη και αν με τα ίδια μας τα μάτια δούμε κάποιον να αμαρτάνει ας μην τον καταδικάσουμε αλλά ας καλύψουμε στοργικά και σιωπηλά το σφάλμα του αδελφού μας. Είναι χαρακτηριστική εν προκειμένω η αναφορά του Γεροντικού: «Έλεγον περί του Αββά Μακαρίου ότι γέγονε θεός επίγειος, ότι ώσπερ εστίν ο Θεός σκεπάζειν τον κόσμον, ούτω γέγονεν ο Αββάς Μακάριος, σκεπάζειν τα ελαττώματα, α έβλεπεν ως μη βλέπων και α ήκουεν ως μη ακούων».
Ότι ευλογητός ει εις τους αιώνας των αιώνων
Η προσευχή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής θα ακούγεται καθημερινά στους Ορθόδοξους ναούς μας πολλοί δε από μας θα την ψελλίζουν με το στόμα και θα την αισθάνονται με την καρδιά τους. Η ευχή αυτή εκφράζει το ασκητικό φρόνημα που πρέπει να έχουμε αυτή την περίοδο και περικλείει το ορθόδοξο ήθος της Εκκλησίας μας. Θα πορευθούμε μέχρι τη Ανάσταση έχοντας συντροφιά αυτή την ευχή και καθημερινά θα παρακαλούμε το Θεό να μας ελεήσει με την απαλλαγή των παθών και να μας ευλογήσει με τη δωρεά των αρετών.
Η ευχή ολοκληρώνεται με την προσφορά της ευχαριστίας προς τον Θεό: «ότι ευλογητός ει εις τους αιώνας των αιώνων». Και είναι σα να λέει ο Όσιος Εφραίμ: μετά την ικεσία μου να απαλλαγώ από τα πάθη της αργίας, της περιεργείας, της φιλαρχίας και της αργολογίας, μετά από τη θερμή μου παράκληση να βιώσω το υπόλοιπο της ζωής μου με σωφροσύνη, ταπεινοφροσύνη, υπομονή και αγάπη, και όταν τελικά καταφέρω να έλθω εις εαυτόν και αρχίσω να βλέπω τα εμά πταίσματα δίχως να κατακρίνω τον αδελφό μου, τότε θα είμαι έτοιμος εν ευγνωμοσύνη πολλή να ευχαριστήσω και να δοξολογήσω το Θεό λέγοντας «ότι ευλογητός ει εις τους αιώνας των αιώνων».
Ο Χριστός είναι ο Κύριος και Δεσπότης και Βασιλεύς της ζωής μας, είναι όμως και «ο ευλογητός των αιώνων». Κι αυτό είναι σημαντικό διότι για να φτάσει κάποιος να χαρακτηρίζει έτσι το Θεό σημαίνει ότι έχει αρχίσει την πνευματική του εργασία και πορεύεται σταυρωαναστάσιμα, μετανοόντας για τα πλήθη των πεπραγμένων του δεινών. Αντιλαμβανόμαστε ότι η ευχή αρχίζει αλλά και τελειώνει με το όνομα του Θεού. Έτσι και ο κάθε πιστός αρχίζει την εν επιγνώσει πορεία του προς το Θεό, με το Θεό, ο οποίος αποτελεί έκφραση της βεβαιότητας και ελπίδα για τη σωτηρία του.
Τον Θεό φωνάζουμε, Αυτόν ποθούμε, επιθυμούμε να μας αποκαλυφθεί, προσβλέπουμε να γίνει ο ελευθερωτής μας, παρακαλούμε να πλουτίσει τη φτώχεια μας και να μας γεμίσει με χαρά ανεξάντλητη, όπως είναι η χαρά της Αναστάσεως, γιατί Αυτός είναι «ο ευλογητός εις τους αιώνας των αιώνων».
Αμήν.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...