Showing posts with label Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης-Saint Nikodemos the Hagiorite. Show all posts
Showing posts with label Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης-Saint Nikodemos the Hagiorite. Show all posts

Tuesday, 28 October 2014

Ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης - Περὶ ἡδονῆς



Η ΦΕΥΓΩΝ ΦΕΥΓΕ, Η ΕΜΠΑΙΖΩΝ ΕΜΠΑΙΖΕ
ΤΟΝ ΜΑΤΑΙΟΝ ΚΑΙ ΑΠΑΤΕΩΝΑ ΚΟΣΜΟΝ...
 

Δὲν ὑπάρχουν ἰσχυρότεροι μαγνῆτες καὶ θελκτικότεροι ἐξουσιαστὲς καὶ ποθεινότερες ἁλυσίδες γιὰ τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, ἀπὸ τὶς ἡδονὲς τῶν πέντε αἰσθήσεων. Πόσο ἀρεστὲς καὶ πόσο βλαβερὲς εἶναι! Καὶ ὁ καλύτερος ρήτορας δὲν θὰ μποροῦσε νὰ παρουσιάσει ποτὲ τὴν κακία τους καὶ τὴν βλάβη ποὺ προξενοῦν στὴν ψυχή. Ἂν ὁ διάβολός μας ἔδινε τὸ φαρμάκι του μὲ κάποιο πικρὸ βότανο, δὲν θὰ τὸ πίναμε. Ἐπειδὴ ὅμως μας τὸ δίνει μὲ τὸ μέλι τῶν ἡδονῶν, τὸ παίρνουμε εὐχάριστα.

Ἀπὸ τὶς ἡδονές, οἱ σαρκικὲς – δηλαδὴ ἡ πορνεία, ἡ μοιχεία καὶ ὅλα τὰ σχετικὰ πάθη – τυφλώνουν τὴν καρδιὰ καὶ κολλᾶνε τὴν καρδιά μας στὰ παρόντα πράγματα περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλη ἁμαρτία, γι᾿ αὐτὸ εἶναι ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα ἐμπόδια της σωτηρίας μας. Καὶ ἀληθεύει ἐκεῖνο ποὺ εἶπε ἕνας ἅγιος, ὅτι, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ βρέφη, λίγοι μόνο φτάνουν στὸν παράδεισο, ἐξαιτίας τῶν σαρκικῶν ἁμαρτημάτων.

Ἄλλες μορφὲς ἡδονῶν εἶναι ὁ πολὺς ὕπνος, τὰ καλὰ φαγητά, τὰ ὡραῖα φορέματα, τὰ μαλακὰ στρώματα καὶ γενικὰ ὅλες οἱ ἱκανοποιήσεις τῶν αἰσθήσεων.

Οἱ ἄνθρωποι τῶν ἡδονῶν, ἀφοῦ χορτάσουν τὸν ὕπνο καὶ τὴν ἀνάπαυση, τρέχουν στὰ συμπόσια καὶ στὰ ξεφαντώματα, στὰ τραγούδια τὰ ἄσεμνα, στὶς κακὲς συναναστροφές, στὶς κωμῳδίες καὶ στὰ πανηγύρια. Γενικά, δὲν ἀφήνουν ποτὲ νὰ τοὺς ξεφύγει καμία εὐκαιρία ἀπολαύσεως. Κι ἐνῷ ἡ ζωή τους εἶναι γεμάτη ἀπὸ ἀσωτίες καὶ ματαιότητες, αὐτὴ τὴν θεωροῦν καλὴ καὶ ἀθῴα.

Ἂν μάλιστα κατακρίνει τὴν πολιτεία τους, τὸν κατηγοροῦν σὰν ἄξεστο καὶ χωριάτη, καὶ λένε πὼς θέλει νὰ μεταβάλλει τὶς πόλεις σὲ ἐρήμους καὶ τοὺς κοσμικοὺς σὲ καλόγερους. Αὐτὰ ὅμως τὰ λένε γιὰ νὰ δικαιολογηθοῦν. «Μετὰ γὰρ κιθάρας καὶ ψαλτηρίου καὶ τυμπάνων καὶ αὐλῶν τὸν οἶνον πίνουσι, τὰ δὲ ἔργα Κυρίου οὐκ ἐμβλέπουσι», κατὰ τὸν προφήτη (Ἡσ.5:12). Τὸ μόνο ποὺ γνωρίζουν καλά, εἶναι νὰ ξοδεύουν τὸν καιρό τους σὲ ξεφαντώματα. Ἀπὸ τὸ κρεβάτι πηγαίνουν στὸ τραπέζι, ἀπὸ τὸ τραπέζι στὶς παρέες, ἀπὸ τὶς παρέες στὰ σεργιάνια, καὶ γίνεται ἡ ζωή τους σὰν μία ἁλυσίδα, ὅπου ἡ μία ἀπόλαυση εἶναι δεμένη μὲ τὴν ἄλλη, ὅπως οἱ κρίκοι μεταξύ τους.

Τὸ πανάγιο Πνεῦμα δὲν μᾶς λέει ὅτι ὅποιος κυνηγάει τὶς κοσμικὲς ἡδονὲς γκρεμίζεται ἀμέσως στὸν Ἅδη. Ἀλλὰ τί λέει μὲ τὸ στόμα τοῦ Δαβίδ; Ὅτι κατεβαίνει στὸν ᾅδη, πλησιάζει δηλαδὴ σιγὰ-σιγά: «πάντες οἱ καταβαίνοντες εἰς ᾅδου» (Ψαλμ.113:25). Γιατὶ ἡ μαλθακὴ καὶ ἡδονικὴ ζωὴ ποὺ ζεῖ, τὸν προετοιμάζει ἀργὰ ἀλλὰ σταθερὰ γιὰ τὴν ἀπώλεια.

Οἱ τρυφὲς καὶ οἱ ἡδονὲς φθείρουν καὶ ἀδυνατίζουν καὶ τοὺς πιὸ δυνατούς. Γι᾿ αὐτὸ μερικοὶ καταντοῦν σὲ τέτοια ἀδυναμία, ποὺ καὶ ὁ ἴσκιος ἀκόμα τῶν πειρασμῶν εἶναι ἀρκετὸς γιὰ νὰ τοὺς ρίξει. Κι ἀφοῦ, ἐξομολογηθοῦν, μὲ τὸν πρῶτο πειρασμὸ ξεχνοῦν τὴν καλή τους ἀπόφαση νὰ μὴν ξαναμαρτήσουν, καὶ πέφτουν ἀμέσως πάλι στὴν ἁμαρτία.

Λοιπόν, μὲ τὸ νὰ λὲς ὅτι δὲν εἶναι ἁμαρτίες ὁ πολὺς ὕπνος καὶ τὰ φαγοπότια καὶ οἱ διασκεδάσεις καὶ τὰ ξεφαντώματα, προσπαθεῖς ἁπλὰ νὰ δικαιολογηθεῖς. Γιατὶ μπορεῖ αὐτὰ καθεαυτὰ νὰ μὴν εἶναι ἁμαρτίες, ἀλλὰ προετοιμάζουν γιὰ τὶς ἁμαρτίες καὶ σ᾿ ἐμποδίζουν νὰ γευθεῖς τὰ πνευματικὰ ἀγαθά του Θεοῦ. Καὶ θὰ πάθεις κάτι ἀνάλογο, μ᾿ ἐκεῖνο ποὺ ἔπαθε ὁ Σολομῶν: Νομίζοντας πὼς μποροῦσε ν᾿ ἀπολαμβάνει χωρὶς κίνδυνο τὶς ἡδονές, κατάντησε στὴν εἰδωλολατρία. Καὶ μ᾿ ἐκεῖνο ποὺ ἔπαθαν οἱ Σοδομῖτες: Γιὰ νὰ τρῶνε καὶ νὰ πίνουν μὲ τρυφὲς καὶ ξεφαντώματα, ἔφτασαν νὰ πέσουν σὲ παρὰ φύση πάθη καὶ ἀσέλγειες. Πολὺ σωστὰ εἶπε ὁ Τερτυλλιανός, ὅτι οἱ χριστιανοὶ πρέπει ν᾿ ἀποφεύγουν τὶς τρυφές, γιατὶ αὐτὲς ἀδυνατίζουν τὴν πίστη καὶ τὴν ἀρετή τους.

Ἡ χαυνότητα καὶ ἡ ἀδυναμία, ποὺ προξενοῦνται στὴν ψυχὴ ἀπὸ τὶς ἡδονές, δὲν ταιριάζουν στὸν προορισμό μας, ποὺ εἶναι νὰ μοιάσουμε στὸν Ἰησοῦ Χριστό. Ὅπως διδάσκει ὁ ἀπόστολος, ὁ Θεός μας «προώρισε συμμόρφους τῆς εἰκόνος τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ» (Ρωμ. 8:29). Καὶ ὁ Χριστός, γιὰ νὰ φτάσει στὴν δόξα, πέρασε στὴν ἐπίγεια ζωὴ Τοῦ μέσα στὴν φτώχεια, τὴ θλίψη καὶ τὴν καταφρόνηση. Οἱ τρυφηλοὶ ἄνθρωποι ὅμως φοβοῦνται τὴ σκληραγωγία καὶ τὴν μετάνοια. Μήπως βρῆκαν ἄλλο Εὐαγγέλιο ἢ μήπως κατέβηκε γι᾿ αὐτοὺς κανένας ἄλλος Χριστός, ποὺ νὰ τοὺς ὑπόσχεται ἀνέσεις, ὡραία ἐνδύματα, ἀπολαύσεις, διασκεδάσεις καὶ δόξες; Ξεχνοῦν ὅτι «διὰ πολλῶν θλίψεων δεῖ ἡμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ» (Πράξ. 14:22), καὶ ὅτι «στενὴ ἡ πύλη καὶ τεθλιμμένη ἡ ὁδὸς ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ζωήν» (Ματθ. 7:14)

Ἄκου καὶ τοῦτο τὸ ὠφέλιμο: Κάποτε ἕνας εὐγενὴς καὶ πλούσιος ἄρχοντας, παραδομένος στὶς ἡδονές, ἄκουσε πολλὰ γιὰ τὴν ἀρετὴ ἑνὸς πνευματικοῦ ἀνθρώπου, καὶ πῆγε νὰ τὸν συμβουλευθεῖ. Ὁ πνευματικὸς ἐκεῖνος ἄνδρας τοῦ εἶπε τοῦτα μόνο: «Ὁ Χριστὸς ἦταν φτωχός, ἐνῷ ἐσὺ πλούσιος. Ὁ Χριστὸς ἦταν νηστικός, ἐνῷ ἐσὺ χορτασμένος. Ὁ Χριστὸς ἦταν σχεδὸν γυμνός, ἐνῷ ἐσὺ καλὰ ντυμένος. Ὁ Χριστὸς ὑπέμεινε θλίψεις καὶ πάθη, ἐνῷ ἐσὺ ἀπολαμβάνεις τρυφές, ἀναπαύσεις καὶ μαλακὰ στρώματα». Ὅταν τ᾿ ἄκουσε αὐτὰ ὁ ἄρχοντας, ἦρθε σὲ κατάνυξη, μετανόησε, ζήτησε μὲ δάκρυα συγνώμη ἀπὸ τὸ Θεὸ γιὰ τὴν ζωὴ ποὺ ἔκανε, καὶ ἀποφάσισε νὰ ζήσει πιὰ μὲ μετάνοια.

Κατάλαβε καλά, πὼς ὅποιος ἔχει ἀνάπαυση σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο, δὲν θὰ γευθεῖ τὴν αἰώνια ἀνάπαυση τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Αὐτὸ τονίζει καὶ ὁ Μέγας Ἀθανάσιος: «Ὁ ἔχων ἀνάπαυσιν ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ, τὴν αἰώνιον ἀνάπαυσιν μὴ ἐλπιζέτω λαβεῖν· ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν οὐκ ἐστὶ τῶν ἀναπαυομένων ἐνθάδε, ἀλλ᾿ ἐκείνων ἐστὶ τῶν ἐν θλίψει πολλῇ καὶ στεναχωρίᾳ διαγόντων τὸν βίο τοῦτον»(λόγ. περὶ παρθενίας). Πρόσεξε λοιπὸν μὴν ἀκούσεις τότε τὸ φοβερὸ λόγο τοῦ Χριστοῦ: «Τέκνον, μνήσθητι ὅτι ἀπέλαβες σὺ τὰ ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου» (Λουκ. 16:25).

Τέλος πάντων, μάθε πὼς ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν δὲν κερδίζεται μὲ τὴν ἀργία καὶ τὴν ἄνεση, ἀλλὰ μὲ τὸν κόπο καὶ τὴν βία, ὅπως εἶπε ὁ Κύριος:

 «Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται καὶ βιαστὲς ἁρπάζουσιν αὐτήν» (Ματθ. 11:12).


Monday, 29 September 2014

How to train one’s will to have but one ultimate aim in all things, both external and internal— to please God

Saint Nikodemos the Hagiorite

An excerpt from "Unseen Warfare"by Saint Nicodemus of the Holy Mountain, and Saint Theophan the Recluse

In addition to training your mind to learn, you should also control your will, so as not to let it lean towards your own desires, but instead to lead it to be perfectly as one with the will of God. Moreover keep it firmly planted in your mind, that it is not enough for you merely to desire and seek to please God. 
Always and in everything; you must desire it as if moved by God Himself, and for one single aim—to please Him with a pure heart. 
To be firmly grounded in this aim, we have to endure a much greater struggle with our nature than in anything we have mentioned above. For our nature is so accustomed to please itself, that it seeks its own comfort and pleasure in all its doings, even the most righteous and spiritual, and secretly and lustfully feeds on it as though it were food.

And so it happens that when we see the chance of spiritual doing lying before us, we immediately desire it and impetuously rush towards it;yet not as men moved by the will of God, nor for the sole purpose of pleasing Him, but for the sake of the comfort and joy which is born in us, when we desire and seek that which God wants from us. This prelest is the better concealed and hidden, the higher and more spiritual is the nature of what we desire. This is why I say that we should not be satisfied with desiring what God wills, but must desire it how He wishes it, when He wishes it and for the reason and purpose He wishes it.

The Apostle also teaches us to prove what is the will of God, that it is not only good, but also acceptable to Him and perfect in all respects. He says: ‘Be not conformed to this world: but be ye transformed by the renewing of your mind, that ye may prove what is that good, and acceptable, and perfect, will of God’ (Rom. xii. 2). For if our action is faulty, even in one respect, or if we do something not with our whole will and strength, it is clear that it is, and is called, imperfect. This should lead you to the conclusion that even when we desire God Himself and seek Him, even this desire and search can contain some fault or omission, and may be mixed with some pandering to our self-love or vainglory; since we may have in view more our own good than the will of God, and do something rather for our own sake than for the sake of God. Yet He considers only those actions acceptable, which are done solely for His glory and wishes us to love Him alone, desire Him alone and work for Him alone.

Thus, my brother, if you wish to safeguard yourself from such hidden obstacles on the path to perfection, if you wish to be firmly grounded in such an attitude as to desire and do all things only because God wishes it, desirous only to please and glorify Him and to work for Him alone, since He wishes to be the beginning and the end in every action and every thought of ours— act in the following manner.

Friday, 12 September 2014

St. Nikodemos the Hagiorite On The Attributes of the Soul and the Body

St. Nikodemos the Hagiorite

Why the Senses Were Created and Why Man Is a Macrocosmos in a Microcosmos

You must remember, dear reader, that God first created the invisible world and then the visible, “in order to reveal a greater wisdom and the manifold purposes of nature,” as St. Gregory the Theologian noted.1 God also created last of all man with an invisible soul and a visible body. He, therefore, has created man to be a cosmos, a world unto himself, but not a microcosmos within the greater one, as the philosopher Democritos declared and as other philosophers have upheld. Such philosophers considered man to be a microcosmos, minimizing and restricting his value and perfection within this visible world. God, on the contrary, has placed man to be a sort of macrocosmos—a “greater world” within the small one. He is indeed a greater world by virtue of the multitude of powers that he possesses, especially the powers of reason, of spirit, and of will, which this great and visible world does not have. This is why St. Gregory the Theologian again stated that “God has placed this second cosmos (i.e., man) to be upon earth as a great world within the small one. Even when man is compared with the invisible world of the angels, again he is and is called a “great world,” while the invisible world is by comparison small. Man includes in his world both the visible and the invisible, while the angelic world does not include the elements of the visible world. St. Gregory Palamas2 has noted that this cosmos (i.e., man) adorns both of these worlds, the visible and the invisible. Nemesios has also concluded that man as cosmos draws the two ends of the upper and the lower world together and thus reveals that the Creator of both is one. 


The Body Is Like a Royal Palace and the Soul as a King Who Dwells Therein

In order to have greater understanding of this matter, let me use the following example: The body is likened to a royal palace built by the superb architectural skill of an omniscient Creator. This palace includes the “upper room” which is the head, the innermost chamber which is the heart; the messengers which are the thoughts; the passageways which are the tubelike nerves; and the doors of this palace are the five senses. The soul (or rather the Soul, for a soul that is purified becomes all Soul, according to St. Kallistos), must be understood as a sort of king who is upheld by the three more general powers, that of the spirit, of the Soul, and of the will. This “king” is found in all the parts of the body. St. John Damascene stated that the soul is found in the whole body as fire is found in the whole of a red-hot iron. He wrote that “the whole soul is joined to the whole body and not a part to a part; nor is the soul contained by the body, but rather it contains the body as fire contains iron.”3 Now, in an extraordinary manner, this king has the brain as the organ of his mental activity; his power to reason and to will and in fact his very essence is found in the heart, as we shall see in the chapters ahead. This king also possesses a map, the compass of his imagination, to write down all that enters his Soul from outside through the portals of the senses. 


The Soul Before and After Holy Baptism

Sunday, 24 August 2014

Δεν πρέπει να εμπιστευόμαστε, ούτε να δίνουμε θάρρος ποτέ στον εαυτό μας


Αγίου Νικόδημου του Αγιορείτη
Τὸ νὰ μὴν ἐμπιστεύεσαι τὸν ἑαυτόν σου (1), ἀγαπητέ μου ἀδελφέ, εἶναι τόσο ἀναγκαῖο σε αὐτὸν τὸν πόλεμο, ποὺ χωρὶς αὐτό, νὰ εἶσαι βέβαιος, ὅτι, ὄχι μόνον δὲν θὰ μπορέσεις νὰ πετύχεις τὴ νίκη ποὺ ἐπιθυμεῖς, ἀλλ᾿ οὔτε κἂν νὰ ἀντισταθεῖς στὸ παραμικρὸ καὶ αὐτό, ἂς τυπωθεῖ καλὰ στὸ νοῦ σου.
Γιατὶ, ἐμεῖς πράγματι, ὄντας φυσικὰ διεφθαρμένοι ἀπὸ τὴ φύσι μας ἀπὸ τὸν καιρὸ τῆς παραβάσεως τοῦ Ἀδάμ, ἔχουμε σὲ μεγάλη ὑπόληψι τὸν ἑαυτό μας, ἡ ὁποία ἂν καὶ δὲν εἶναι ἀλήθεια, παρὰ ἕνα ψέμα καὶ τίποτα ἄλλο, ἐμεῖς ὅμως, νομίζουμε μὲ μία ἀπατηλὴ ἐντύπωση, πὼς εἴμαστε κάποιοι (2). Αὐτὸ εἶναι ἕνα ἐλάττωμα, ποὺ πολὺ δύσκολα ἀναγνωρίζεται, καὶ ποὺ δὲν ἀρέσει στὸ Θεό, ὁ ὁποῖος ἀγαπᾷ νὰ ἔχουμε ἐμεῖς μία γνῶσι χωρὶς δόλο γι᾿ αὐτὴ τὴν βεβαιότατη ἀλήθεια.
Δηλαδή, νὰ ξέρουμε, ὅτι κάθε χάρι καὶ ἀρετὴ ποὺ ἔχουμε, προέρχεται ἀπὸ αὐτὸν μόνο, ποὺ εἶναι ἡ πηγὴ κάθε ἀγαθοῦ καὶ ὅτι, ἀπὸ μᾶς, δὲν μπορεῖ νὰ προέλθη κανένα καλό, οὔτε κανένας καλὸς λογισμός, ποὺ νὰ τοῦ ἀρέσῃ. Ἂν καὶ αὐτὴ ἡ ἀναγκαιότατη ἀλήθεια (δηλαδή, τὸ νὰ μὴ πιστεύουμε στὸν ἑαυτόν μας) εἶναι ἔργο τοῦ θεϊκοῦ του χεριοῦ, ποὺ συνηθίζει νὰ τὸ δίνη στοὺς ἀγαπημένους του φίλους, πότε μὲ ἐμπνεύσεις καὶ φωτισμούς, πότε μὲ σκληρὰ μαστιγώματα καὶ θλίψεις, πότε μὲ βίαιους καὶ σχεδὸν ἀνίκητους πειρασμούς, καὶ πότε μὲ ἄλλα μέσα, ποὺ ἐμεῖς δὲν καταλαβαίνουμε· μὲ ὅλα αὐτά, θέλει νὰ γίνεται καὶ ἀπὸ μέρους μας ἐκεῖνο, ποὺ ἀνήκει, καὶ εἶναι δυνατὸν σὲ μᾶς. Γι᾿ αὐτὸ λοιπόν, ἀδελφέ μου, σοῦ σημειώνω ἐδῶ τέσσερεις τρόπους, μὲ τοὺς ὁποίους μπορεῖς, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, νὰ πετύχης αὐτὴ τὴν ἀμφιβολία τοῦ ἑαυτοῦ σου, δηλαδή, τὸ νὰ μὴν ἐμπιστεύεσαι ποτὲ τὸν ἑαυτό σου.

Tuesday, 29 July 2014

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΣΥΝΕΧΟΥΣ ΜΕΤΑΛΗΨΕΩΣ ΤΩΝ ΑΧΡΑΝΤΩΝ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ- του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου



Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: όταν καλώς και αξίως μεταλαμβάνουν το ιερό και πανάγιο Σώμα του Κυρίου μας, αυτό γίνεται όπλο για όσους πολεμούνται και επαναστροφή για όσους έχουν απομακρυνθεί από τον Θεό. Ενδυναμώνει τους ασθενείς, ευφραίνει τους υγιείς, θεραπεύει τις ασθένειες, διαφυλάσσει την υγεία. Με τη Θεία Μετάληψη διορθωνόμαστε ευκολότερα και γινόμαστε περισσότερο μακρόθυμοι και υπομονετικοί στους πόνους και στις θλίψεις. Μας καθιστά περισσότερο θερμούς στην αγάπη, λεπτούς στη γνώση, πρόθυμους στην υπακοή, οξείς και γρήγορους στην ενέργεια των χαρισμάτων. Σε όσους δε δεν μεταλαμβάνουν συχνά συμβαίνουν τα αντίθετα, αφού δεν είναι σφραγισμένοι με το Τίμιο Αίμα του Κυρίου μας. Σφάζεται τότε το Πρόβατο και με το Τίμιο Αίμα Του σφραγίζονται η πράξη και η θεωρία, δηλαδή η έξη και η ενέργεια, οι παραστάδες των δικών μου θυρών, των κινήσεων του νοός. Αυτά ανοίγονται καλώς στη θεωρία και κλείνονται πάλι σαν θύρες από τη θεωρία των υψηλότερων και ακατάληπτων νοημάτων.

Ο θείος Κύριλλος Αλεξανδρείας λέει ότι με τη θεία Μετάληψη οι νοητοί κλέφτες, οι δαίμονες, δεν βρίσκουν την ψυχή μας άδεια, ώστε να μπουν σε αυτή μέσω των αισθήσεων. Πρέπει να εννοήσεις σαν θύρα της οικίας τις αισθήσεις. Μέσω αυτών εισέρχονται στην καρδιά οι εικόνες όλων των πραγμάτων και χύνεται σε αυτήν το άμετρο πλήθος των επιθυμιών. Ο προφήτης Ιωήλ ονομάζει αυτές τις αισθήσεις παράθυρα λέγοντας ότι από αυτά θα μπουν οι κλέφτες, επειδή δεν ήταν χτισμένα με το Τίμιο Αίμα του Χριστού. Ο Άγιος Κύριλλος λέει ακόμη πως με τη θεία Κοινωνία καθαριζόμαστε από κάθε ψυχική ακαθαρσία και λαμβάνουμε προθυμία και ζέση για τις αρετές. Το Τίμιο Αίμα του Χριστού όχι μόνο μας ελευθερώνει από κάθε φθορά, αλλά μας καθαρίζει και από κάθε ακαθαρσία που κρύβεται μέσα στην ψυχή μας. Δεν μας αφήνει να ψυχρανθούμε από την αμέλεια, αλλά μας κάνει ζέοντες και θερμούς στο Άγιο Πνεύμα.

Ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης επισημαίνει: τα δάκρυα και η κατάνυξη έχουν μεγάλη δύναμη. Πέρα όμως από όλα μαζί, η αγία Κοινωνία έχει μεγάλη δύναμη και ωφέλεια και από ό,τι βλέπω είσθε πολύ αμελείς σε αυτό το ζήτημα. Δεν προσέρχεστε στη θεία Μετάληψη. Απορώ και εξίσταμαι, γιατί σας βλέπω να κοινωνείτε μόνο την Κυριακή, ενώ δεν μεταλαμβάνετε αν τελείται Λειτουργία κάποια άλλη μέρα. Αυτά δε σας τα λέω, για να κοινωνείτε απλά και όπως έτυχε, δίχως προετοιμασία – ο Απόστολος γράφει να δοκιμάζει κανείς τη συνείδησή του και έτσι να τρέφεται από τον άγιο Άρτο και να πίνει από το θείο Ποτήριο. Όποιος μεταλαμβάνει ανάξια θα κατακριθεί, επειδή δε διακρίνει καλά, ώστε να ευλαβείται το άγιο Σώμα και Αίμα του Κυρίου. Μη γένοιτο. Σας λέω να κοινωνούμε συχνά, να καθαρίζουμε όσο μπορούμε τους εαυτούς μας με την επιθυμία μας και την αγάπη μας για τη θεία Κοινωνία και έτσι καθαροί να μεταλαμβάνουμε.

Βλέπεις το ανερμήνευτο χάρισμα; Όχι μόνο πέθανε για μας, αλλά προσέφερε ακόμη και τον Εαυτό Του στην αγία Τράπεζα για να Τον κοινωνούμε. Αν λοιπόν, αδελφοί μου, πράττουμε όπως μας προστάζουν οι άγιοι Πατέρες και κοινωνούμε συχνά, θα έχουμε συνεργό και βοηθό σε αυτήν την ολιγοχρόνια ζωή τη θεία Χάρη. Θα έχουμε συμβοηθούς τους αγγέλους του Θεού και ακόμη και τον ίδιο τον Δεσπότη των αγγέλων. Επιπλέον, θα αποδιώξουμε μακριά μας τους εχθρικούς δαίμονες, όπως λέει και ο θείος Χρυσόστομος (τόμος 13ος, σελ.580-583)· σαν λιοντάρια που αποπνέουν φωτιά, έτσι αναχωρούμε από την πνευματική εκείνη Τράπεζα των Μυστηρίων. Προκαλούμε φόβο στο διάβολο επειδή έχουμε μαζί μας ως κεφαλή τον Χριστό και την αγάπη που μας έδειξε. Αυτό το Αίμα λαμπρύνει τη βασιλική εικόνα της ψυχής μας, δηλαδή το νου μας, το λόγο και το πνεύμα. Αυτό το Αίμα γεννά κάλλος και υπερθαύμαστη ωραιότητα. Δεν αφήνει να απομακρυνθεί η ευγένεια και η λαμπρότητα της ψυχής, την οποία ποτίζει και τρέφει συνεχώς.

Αυτό το Αίμα, όταν μεταλαμβάνεται αξίως, καταδιώκει τους δαίμονες και τους απομακρύνει από εμάς, προσκαλεί όμως τους αγγέλους και τον Δεσπότη των αγγέλων. Αυτό συμβαίνει, επειδή οι δαίμονες φεύγουν από όπου δουν το Αίμα το Δεσποτικό, ενώ οι άγγελοι συντρέχουν και βοηθούν. Αυτό το Αίμα είναι η σωτηρία των ψυχών μας. Με αυτό χαίρεται η ψυχή, με αυτό καλλωπίζεται, με αυτό θερμαίνεται. Αυτό το Αίμα κάνει το νου μας περισσότερο λαμπρό και από τη φωτιά και την ψυχή μας πιο ωραία από το χρυσάφι. Όσοι μεταλαμβάνουν αυτό το Σώμα στέκονται μαζί με τους αγγέλους, αρχαγέλλους και τις άνω δυνάμεις, επειδή είναι ενδεδυμένοι με το φόρεμα το βασιλικό και έχουν μαζί τους πνευματικά όπλα. Ακόμη, όμως, δε σας είπα το μεγαλύτερο χάρισμα · όσοι μεταλαμβάνουν φορούν τον ίδιο τον Βασιλέα.

Ακούτε αδελφοί μου τι συμφορές παθαίνουν όσοι δεν μεταλαμβάνουν συχνά και απομακρύνονται από τα Μυστήρια; Ακούτε ότι δαιμονίζονται ή και μεταμορφώνονται σε κάποιο είδος αλόγων ζώων όπως τα παλιά χρόνια ο βασιλιάς Ναβουχοδονόσορας μεταμορφώθηκε σε βόδι; Και δίκαια υποφέρουν, διότι ενώ μπορούν να γίνουν από άνθρωποι θεοί κατά χάρη με τη συνεχή θεία Κοινωνία, δεν το θέλουν. Απομακρυνόμενοι όμως από τη θεία Μετάληψη χάνουν και την ανθρώπινη μορφή που έχουν, μετασχηματίζονται σε άλογα ζώα και παραδίνονται στην εξουσία του Σατανά, όπως λέει και ο ψαλμωδός «Ω Κύριε, ιδού, χάνονται εντελώς εκείνοι που απομακρύνονται από την Χάρη Σου» (Ψαλμός ΟΒ 27).

Μάλλον πρέπει να πω, ότι αν αιφνιδίως έρθει ο θάνατος σε εκείνους που αργοπορούν να μεταλάβουν και τους βρει ανέτοιμους χωρίς τη θεία Μετάληψη, τι άραγε θα γίνουν οι ταλαίπωροι; Πώς θα μπορέσουν να διέλθουν με ελευθερία τους τελωνάρχες δαίμονες του αέρος; Ποιο φόβο και τρόμο θα δοκιμάσει η ψυχή τους ενώ μπορούσαν να ελευθερωθούν από όλα αυτά με τη συχνή Κοινωνία, όπως έχει πει ο θείος Χρυσόστομος; Έλεος, Θεέ μου.

Όσοι μεταλαμβάνουν με καθαρά συνείδηση λίγο πριν το θάνατό τους τα άχραντα Μυστήρια, όταν πια εξέλθει η ψυχή τους, λόγω της χάρης της θείας Κοινωνίας, τους περικυκλώνουν οι άγγελοι και τους αναβιβάζουν στον ουρανό. Και συ αδελφέ μου, δε γνωρίζεις πότε θα έρθει ο θάνατος, σήμερα ή αύριο ή αυτή την ώρα. Πρέπει πάντοτε να είσαι κοινωνημένος και έτοιμος. Αν είναι θέλημα Θεού να ζήσεις ακόμα, με τη χάρη της θείας Κοινωνίας, θα περάσεις μια ζωή γεμάτη από χαρά, ειρήνη, αγάπη, συνοδευμένη και από όλες τις άλλες αρετές. Εάν πάλι είναι θέλημα Θεού να πεθάνεις, τότε με την αγία Κοινωνία θα περάσεις ελεύθερα από τα τελώνια των δαιμόνων που βρίσκονται στον αέρα, και θα κατοικήσεις με ανεκλάλητη χαρά στις αιώνιες μονές. Αφού με τη συχνή θεία Μετάληψη είσαι ενωμένος πάντοτε με τον γλυκύ Ιησού Χριστό, τον παντοδύναμο Βασιλέα, και εδώ θα ζήσεις μακάρια ζωή και όταν πεθάνεις, οι δαίμονες θα φύγουν μακριά σου αστραπιαία, ενώ οι άγιοι άγγελοι θα σου ανοίξουν την ουράνια είσοδο και θα σε πέμψουν με συνοδεία ως το θρόνο της μακαρίας Τριάδος.

(“Περί της ΣΥΝΕΧΟΥΣ ΜΕΤΑΛΗΨΕΩΣ των Αχράντων του Χριστού Μυστηρίων”, Εκδόσεις Μυριόβιβλος, 2004.)

Πηγές: ηλ. κειμένου: im-glyfadas.gr-
 alopsis.gr- agioritikesmnimes.blogspot.gr

Monday, 14 July 2014

Η εξέταση της συνειδήσεως… (τα καθημερινά σφάλματα όλων μας)


Από το βιβλίο"Αόρατος Πόλεμος" του αγίου Νικόδημου του Αγιορείτη

Γιά την εξέτασι της συνειδήσεως σκέψου τρία πράγματα: τα σφάλματα της κάθε μέρας, την αιτία των σφαλμάτων αυτών και την στενοκαρδία και προθυμία που έχεις να τα πολεμήσης και να αποκτήσης τις αντίθετές τους αρετές.
Γιά τα σφάλματα κάνε εκείνο που σου είπα στο κστ΄ κεφάλαιο (τι πρέπει να κάνουμε όταν πληγωθούμε κ.λπ). Γιά την αιτία αυτών ανάγκασε τον εαυτό σου να την πολεμήσης, να την κατατροπώσης και να την ρίξης στη γη. Γιά την προθυμία που χρειάζεται να κάνης αυτό και να αποκτήσης τις αρετές, δυνάμωσε την θέλησί σου με την απιστία του εαυτού σου, δηλαδή με το να μην έχης καθόλου θάρρος στον εαυτό σου, με την ελπίδα και το θάρρος στον Θεό, με την προσευχή και με το μίσος των πράξεων της κακίας και με την επιθυμία των πράξεων της αντίστοιχης αρετής.
Φρόντισε, αδελφέ, πάντοτε σε κάθε σου λογισμό, λόγο και έργο να έχης συνείδησι ακατάγνωστη, δηλαδή να μη σε κατηγορή και να μη σε τύπτη η συνείδησίς σου για κάποιο πράγμα. Διότι όποιος εξετάζει στο βάθος την ορθή και αγία συνείδησι, δεν μπορεί να σφάλλη ποτέ, ή αν σφάλλη, να μην διορθωθή.
Διότι η συνείδησις είναι ο φυσικός νόμος που έδωσε ο Θεός στις καρδιές των ανθρώπων για να τους οδηγή πάντοτε σαν λυχνάρι σε όλα τα καλά. Όπως είπε και ο άγιος Νείλος: «Να χρησιμοποιήσης την συνείδησί σου ως λυχνάρι για τις πράξεις σου». Και ο Απόστολος είπε ότι «οι εντολές του νόμου του Θεού είναι γραμμένες μέσα στις καρδιές» (Ρωμ. 2,15).
Απέναντι τεσσάρων πραγμάτων είσαι υποχρεωμένος να διατηρής την συνείδησί σου ακατηγόρητη: απέναντι του Θεού, απέναντι του εαυτού σου, προς τον πλησίον σου και προς άλλα πράγματα.
 

Όσον αφορά τον Θεό πρέπει να εξετάζης την συνείδησί σου αν φύλαξες όλα εκείνα που είσαι υποχρεωμένος να διαφυλάττης απέναντί του. Δηλαδή αν διαφυλάττης όλες του τις εντολές και τις πιο ασήμαντες "και αν τον αγάπησες και τον υπηρέτησες με όλη σου την ψυχή και είσαι έτοιμος να πεθάνης γι αυτόν, όπως είσαι υποχρεωμένος. Και αν δεν τα διαφύλαξες, φρόντισε στο εξής να τα διαφυλάξης.
Ως προς τον εαυτό σου θα διαφυλάξης ακατηγόρητη την συνείδησί σου, αν δεν αδιαφορής, αλλά κάνης όλο εκείνο το χρέος που πρέπει και είσαι υποχρεωμένος και είναι σύμφωνα με την δύναμί σου, τόσο προς τον Θεό, όσο και προς τον πλησίον και προς τα άλλα πράγματα. Και εκτός από αυτά, αν δεν πέφτης σε υπερβολές και ελλείψεις, καταστρέφοντας παράκαιρα την υγεία σου και την ζωή σου και τις σωματικές σου δυνάμεις με υπερβολική και ακανόνιστη άσκησι και δεν αποδίδης στο σώμα το δίκαιο μέτρο, φροντίζοντας για την σύστασι και συντήρησί του. Γιατί και αυτό είναι αντίθετο στη συνείδησι και στον ορθό λόγο.
Απέναντι του πλησίον θα φυλάξης καθαρή την συνείδησί σου, αν δεν κάνης κάτι που είναι αντίθετο στην αγάπη που χρωστάς απέναντί του, αποδίνοντας στους μεγαλυτέρους σου και ομοίους σου και κατώτερούς σου εκείνο που πρέπει στον καθένα, σύμφωνα με τον βαθμό και το επάγγελμα και προσέχοντας να μη τους σκανδαλίζης είτε με λόγο, είτε με έργο, είτε με σχήμα και με νεύμα, όπως λέγει ο Απόστολος: «Αυτό προσέξτε, να μη βάζετε πρόσκομμα ή εμπόδιο στον αδελφό» (Ρωμ. 14,13) και το του Σολομώντος: «Να σκέφτεσαι σωστά ενώπιον Κυρίου και ανθρώπων» (Παρ. 3,4).
Αλλά κι αν σου τύχουν μερικά πράγματα τα οποία δεν είναι σύμφωνα με την εντολή του Θεού, αλλά επιτρέπονται και βρίσκονται στην δική σου την κρίσι, γι αυτά τα πράγματα λέγω, αν πληροφορήται η συνείδησίς σου ότι τάχα είσαι δυνατός και μπορείς να τα φυλάξης ή όχι, σκανδαλίζεται όμως η συνείδησις του αδελφού σου που είναι αδύνατος, είσαι υποχρεωμένος και από αυτά να μη δώσης αφορμή σκανδάλου, αλλά να αναπαύσης την συνείδησι εκείνου: «Μήν τρώτε το ειδωλόθυτο (λέγει ο Παύλος) για εκείνον που σάς ειδοποίησε και για την συνείδησι ...;;». Συνείδησι όμως λέγω όχι την δική του, αλλά την συνείδησι του άλλου: «Γιατί να ρυθμίζεται η ελευθερία μου από άλλη συνείδησι;» (Α΄ Κορ. 10,2. Σε όσα όμως πράγματα είναι εντολή του Θεού και σκανδαλίζεται η συνείδησις του άλλου, τότε πρέπει εσύ να καταφρονής την συνείδησι εκείνου και να μην παραβαίνης την εντολή του Θεού, όπως λέγει ο Μέγας Βασίλειος.
Απέναντι των άλλων πραγμάτων θα έχης την συνείδησί σου ακατηγόρητη, αν έχης δίκαιο μέτρο και δεν χρησιμοποιής υπερβολές και ελλείψεις, τόσο στα φαγητά και ποτά, όσο και στα ενδύματα και χρήματα και στην περιουσία.
Διότι πράγμα παρά συνείδησι υπολογίζεται όχι μόνον το να καταφρονή κανείς και να αφήνη να καταστρέφωνται τα ευτελή φαγητά και ενδύματα ή τα χρήματα και τα περιουσιακά του στοιχεία, με τα οποία μπορεί να εξυπηρετήση τις σωματικές του ανάγκες, αλλά και να θέλη και να ζητά τρυφηλά φαγητά, μαλακά φορέματα και χρήματα και περιουσιακά στοιχεία που δεν είναι απαραίτητα για την εξυπηρέτησί του.
Και για να μιλήσουμε γενικά, κάθε πράγμα που είναι έξω από την ορθή λογική, λέγεται παρά συνείδησι. Γι αυτό και συ αδελφέ, για κάθε τι που πρόκειται να κάνης μικρό ή μεγάλο, πρώτα να συμβουλεύεσαι την συνείδησί σου και να την εξετάζης όχι όμως με αμέλεια και επιφανειακά, αλλά στο βάθος και με πολλή φροντίδα και ακρίβεια.
Διότι όπως τα πηγάδια, όσο σκάβονται και εξαντλούνται, τόσο καλύτερο και γλυκύτερο νερό βγάζουν, έτσι και η συνείδησις, όσο περισσότερο εξετάζεται και ξεσκεπάζεται από τα πάθη με τα οποία είναι σκεπασμένη, τόσο καλύτερα μας διδάσκει τι πρέπει να κάνουμε.
Επειδή όμως υπάρχουν και διάφορες συνειδήσεις, όχι δηλαδή μόνον καλές και καθαρές, αλλά και κεκαυτηριασμένες, όπως λέγει ο Παύλος, δηλαδή πονηρές και αναίσθητες και μολυσμένες από τα πάθη, και στη συνέχεια, εξ αιτίας της αναισθησίας ή του μολυσμού τους, ή και διότι δεν εξετάζονται με πολλή φροντίδα, δεν διδάσκουν πάντοτε σωστά και καλά, για τον λόγο αυτό σωστό είναι να μην εμπιστεύεσαι πάντοτε μόνο στη συνείδησί σου, αλλά όσα αυτή σου συμβουλεύει να τα συγκρίνης, αν είναι σύμφωνα με εκείνα που διδάσκει η Αγία Γραφή ή και να τα φανερώνης στους Πνευατικούς, αν είναι σωστά, για να μην πλανηθής.
Πρόσθεσα το «ή διότι δεν εξετάζονται οι συνειδήσεις με τόση επιμέλεια», διότι η συνείδησις του ανθρώπου όσο κι αν είναι εμπαθής και πονηρή και αναίσθητη, όταν όμως εξετάζεται με ακρίβεια και επιμέλεια, δε σταματάει πάντοτε να ελέγχη και να τύπτη και να κατηγορή τον άνθρωπο, ότι αμαρτάνει και ότι πρόκειται να κολασθή δια τις αμαρτίες του, αν δεν μετανοήση. Γιατί αυτή βάλθηκε μέσα μας από τον Θεό ως αντίδικος, σύμφωνα με το ευαγγελικό που λέγει: «Να συμβιβασθής γρήγορα με τον αντίδικό σου» (Ματθ. 5,25): και αψευδέστατος μάρτυρας, σύμφωνα με το"«Σε αυτό συμφωνεί και η συνείδησί τους» (Ρωμ. 2,15): και συγχρόνως είναι κριτής απαραλόγιστος και πάρα πολύ δίκαιος και πολύ αυστηρός και λόγος ορθός: γι αυτό και δεν μπορεί να σιωπήση.
Αλλά ο άνθρωπος όταν κυριευθή από τα πάθη και θέλη να κάμνη τις επιθυμίες του χωρίς κανένα χαλινάρι, όπως παρακούει και παραβαίνει το νόμο του Θεού, έτσι παρακούει και παραβαίνει και τους ελέγχους της αγίας συνειδήσεως. Και για να μην ελέγχεται πλέον από αυτήν σαν κάποιος άλλος Ηρώδης κόβει την κεφαλή του Ιωάννου, δηλαδή δεν υπολογίζει την συνείδησί του και παίρνει την απόφασι να κολασθή.
Γι αυτό και ο Σολομώντας γνωρίζοντας αυτό δεν είπε ότι η συνείδησις όταν εξετάζεται καλά δεν ελέγχει τον αμαρτωλό, αλλά όταν ο αμαρτωλός φθάση στο αποκορύφωμα των κακών, καταφρονεί: «Όταν ο ασεβής φθάση στο αποκορύφωμα των κακών, τότε καταφρονεί» (Παρ. 18,3).
Ακόμη σε συμβουλεύω και ένα άλλο πράγμα που αξίζει να το πληροφορηθής: Δηλαδή ποτέ να μην εμπιστεύεσαι στη συνείδησί σου, αν αυτή καμιά φορά δεν σε κατηγορή για κάποια υπόθεσί σου, διότι λέγεται συνείδησι για εκείνα μόνο που ξέρουμε και όχι για εκείνα που δε γνωρίζουμε.
Επειδή σύφωνα με τον Προφήτη Ιερεμία «η καρδιά είναι πιο βαθειά από όλα τα πράγματα» (17,9), και μέσα σε αυτήν βρίσκονται κρυμμένα πολλά λεπτά πάθη, τα οποία καθόλου δεν τα γνωρίζει εκείνος που τα έχει, και από τα οποία παρακαλεί ο Δαβίδ να καθαρισθή λέγοντας «καθάρισέ με από τα κρυφά πάθη» (Ψαλμ. 18,13), γι αυτό και συ να πιστεύης ότι η καρδιά σου δεν είναι ποτέ καθαρή από τα κρυπτά και λεπτά πάθη, τα οποία είναι γνωστά μόνο στο Θεό που εξετάζει μόνος τις καρδιές, όπως λέγει ο Σολομώντας: «Εσύ εντελώς μόνος γνωρίζεις την καρδιά όλων των ανθρώπων» (Γ΄ Βασ. 8,39).
Και να έχης ως σίγουρο εκείνο που λέγει ο Ιωάννης ότι, δηλαδή, ο Θεός είναι μεγαλύτερος από την συνείδησι της καρδιάς μας: «Ο Θεός είναι ανώτερος από την συνείδησί μας και τα γνωρίζει όλα» (Α΄ Ιω. 3,20).
Γι αυτό και ο απόστολος Παύλος γνωρίζοντας αυτό έλεγε, ότι δε γνωρίζει να τον ελέγχη για κανένα πράγμα η συνείδησί του, αλλά πάλι εξ αιτίας αυτού δεν νομίζει ότι είναι δίκαιος ενώπιον του Θεού: «Δεν με κατηγορεί για τίποτε η συνείδησί μου, αλλά αυτό δεν με αποδεικνύει ότι πραγματικά είμαι αθώος» (Α΄ Κορ. 4,4).
Και όσα καλά έργα και όσες νίκες έχεις κατορθώσει, ας τις θεωρής ύποπτες. Αυτά σε συμβουλεύω να μη τα σκέπτεσαι πολύ με τη συνείδησί σου, διότι υπάρχει κάποιος κίνδυνος κρυφής κενοδοξίας και υπερηφανείας. Έτσι αφήνοντας πίσω όλα αυτά και ρίχνοντάς τα στην ευσπλαγχνία του Θεού, όποια και αν είναι, οδήγησε το λογισμό σου μπροστά στο δρόμο που σου απομένει για την ημέρα εκείνη.
Μετά από αυτά, όταν τελειώση η μέρα εκείνη, εξέτασε τον εαυτό σου, αν χρησιμοποίησες καλά όσα σου έτυχαν. Και για όσα έσφαλες, να μετανοήσης και να ζητήσης από τον Θεό να σε συγχωρέση και στο εξής προσπάθησε να διορθωθής.
Κατόπιν ευχαρίστησέ τον για τις χάρες και τις ευεργεσίες που σου χάρισε την ημέρα εκείνη. Αναγνώρισε τον ως Ποιητή κάθε αγαθού, και περισσότερο ευχαρίστησέ τον διότι σε γλύτωσε από τόσους εχθρούς φανερούς και μάλιστα από αυτούς που δεν φανερώνονται. Διότι σου έδωσε καλούς λογισμούς και αφορμές για την αρετή και για κάθε άλλη ευεργεσία που δε γνωρίζεις εσύ.

Wednesday, 30 April 2014

Ταπείνωση: Το Κλειδί της πόρτας του Ουρανού.

Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης
 
Λοιπόν, ἀδελφέ, ἂν ἀγαπᾷς τὴν εἰρήνη τῆς καρδιᾶς, ἀγωνίζου νὰ εἰσέλθης σ᾿ αὐτὴν ἀπὸ τὴν πόρτα τῆς ταπεινώσεως (γιατὶ δὲν ὑπάρχει ἄλλη εἴσοδος σ᾿ αὐτὴν ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ταπείνωσι). 
Γιὰ νὰ ἀποκτήσῃς ὅμως τὴν ταπείνωσι, πρέπει νὰ ἀγωνισθῇς καὶ νὰ κοπιάσης (καὶ ἰδιαιτέρως στὴν ἀρχή) στὸ νὰ ἀγκαλιάσης ὅλες τὶς θλίψεις καὶ ἐναντιότητες ὡς ἀγαπητές σου ἀδελφές, στὸ νὰ ἀποφεύγῃς κάθε δόξα καὶ τιμή, ἐπιθυμώντας νὰ καταφρονῆσαι ἀπὸ τὸν καθένα καὶ νὰ μὴν ὑπάρχη κανένας ποὺ νὰ σὲ ὑπερασπίζεται καὶ νὰ σὲ παρηγορῆ, παρὰ μόνον ὁ Θεός σου. 
Βεβαίωσε καὶ στήριξε τὸ λογισμὸ αὐτὸ στὴν καρδιά σου, ὅτι δηλαδὴ μόνον ὁ Θεός σου εἶναι τὸ καλό σου, τὸ μόνο σου καταφύγιο, καὶ ὅτι ὅλα τὰ ἄλλα πράγματα εἶναι γιὰ σένα τέτοια ἀγκάθια, τὰ ὁποῖα, ἂν τὰ βάλῃς στὴν καρδιά σου, θὰ σὲ ζημιώσουν μὲ τὸν θάνατο. Ἂν σὲ ντροπιάση κάποιος, δὲν πρέπει νὰ λυπηθῇς, ἀλλὰ νὰ ὑποφέρῃς μὲ χαρὰ τὴν ντροπή, ὄντας βέβαιος ὅτι τότε ὁ Θεὸς εἶναι μαζί σου. Καὶ μὴ ζητᾶς ἄλλη τιμή, οὔτε τίποτε ἄλλο νὰ γυρεύῃς, παρὰ νὰ ὑποφέρῃς γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ γιὰ ἐκεῖνο ποὺ προξενεῖ μεγαλύτερη δόξα.
Ἀγωνίζου νὰ χαίρεσαι ὅταν κάποιος σὲ βρίσῃ ἢ σὲ ἐλέγξῃ ἢ σὲ καταφρονήσῃ, διότι κάτω ἀπὸ αὐτὴ τὴ σκόνι καὶ τὴν ἀτιμία βρίσκεται κρυμμένος μεγάλος θησαυρός. Καὶ ἂν τὸν δεχθῇς μὲ τὴν θέλησί σου, γρήγορα θὰ γίνῃς πλούσιος, χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζῃ οὔτε ἐκεῖνος ποὺ σοῦ προξενεῖ αὐτὸ τὸ χάρισμα, δηλαδὴ ἐκεῖνος ποὺ σὲ ἀτιμάζει. Μὴ ζητήσῃς ποτὲ νὰ σὲ ἀγαπᾷ κάποιος στὴ ζωὴ αὐτή, οὔτε νὰ σὲ τιμᾶ, γιὰ νὰ μπορέσῃς νὰ ἀφήνεσαι νὰ ὑποφέρῃς μαζὶ μὲ τὸν Ἐσταυρωμένο Χριστὸ καὶ κανένας νὰ μὴ σὲ ἐμποδίζῃ ἀπὸ αὐτό. Νὰ φυλάγεσαι ἀπὸ τὸν ἴδιο σου τὸν ἑαυτό, σὰν ἀπὸ τὸν μεγαλύτερο ἐχθρὸ ποὺ ἔχεις. Μὴν ἀκολουθῇς τὴν θέλησί σου, οὔτε τὸν νοῦ σου, οὔτε τὴν γνώμη σου, ἂν θέλῃς νὰ μὴ χαθῇς.
Γι᾿ αὐτὸ πάντοτε νὰ κρατᾷς τὰ ὅπλα, γιὰ νὰ φυλάγεσαι ἀπὸ τὸν ἑαυτό σου. Καὶ ὅταν ἡ θέλησίς σου θέλῃ νὰ κλίνῃ σὲ κάποιο πρᾶγμα, ἔστω καὶ ἅγιο, ἀπόμονωσέ την πρῶτα καὶ ἀπογύμνωσέ την καὶ τοποθέτησέ την μόνη της μπροστὰ στὸν Θεό σου, παρακαλώντας νὰ γίνῃ τὸ δικό του θέλημα καὶ ὄχι τὸ δικό σου. Καὶ αὐτὸ μὲ ἐγκάρδιες ἐπιθυμίες, χωρὶς καμμία ἀνάμιξι φιλαυτίας, γνωρίζοντας ὅτι δὲν ἔχεις τίποτε ποὺ νὰ προέρχεται ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, οὔτε μπορεῖς νὰ κάνῃς τίποτε.
Νὰ φυλάγεσαι ἀπὸ τοὺς λογισμοὺς ποὺ φέρνουν μαζί τους μορφὴ ἁγιότητος καὶ ζήλου ποὺ δὲν ἔχει διάκρισι, γιὰ τὸν ὁποῖο λέγει σχετικὰ ὁ Θεός: «Νὰ προσέχετε ἀπὸ τοὺς ψευδοπροφῆτες ποὺ ἔρχονται πρὸς ἐσᾶς μὲ ἐνδυμασία προβάτου, ἐνῷ ἀπὸ μέσα εἶναι λύκοι ἁρπακτικοί. Ἀπὸ τοὺς καρπούς τους θὰ τοὺς ἀναγνωρίσετε» (Ματθ. 7,15). Καὶ οἱ καρποί τους εἶναι ἡ ὅποια ἀνησυχία καὶ ἐνόχλησι ποὺ ἀφήνουν στὴν ψυχή. Γιατὶ ὅλα αὐτὰ σὲ ἀπομακρύνουν ἀπὸ τὴν ταπείνωσι καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἐσωτερικὴ ἡσυχία, μὲ ὅποιο χρῶμα καὶ σχῆμα κι ἂν εἶναι. Αὐτὰ εἶναι οἱ ψευδοπροφῆτες, οἱ ὁποῖοι ὄντας ντυμένοι μὲ σχῆμα προβάτου, δηλαδὴ μὲ τὴν ὑπόκρισι τοῦ ζήλου, χωρὶς διάκρισι, γιὰ νὰ ὠφελήσουν τὸν πλησίον, εἶναι πράγματι λύκοι ἁρπακτικοί, ποὺ ἁρπάζουν τὴν ταπείνωσί σου καὶ ἐκείνην τὴν εἰρήνη καὶ τὴν ἡσυχία, ποὺ εἶναι τόσο ἀπαραίτητα σὲ ὅποιον θέλει νὰ ἔχῃ σίγουρη πρόοδο πνευματική.
Καὶ ὅσο ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ ἔχει ἐξωτερικὰ περισσότερη ἐπιφάνεια καὶ χρῶμα ἁγιότητος, τόσο περισσότερο πρέπει νὰ τὸ ἐξετάζῃς, καὶ αὐτό, ὅπως λέχθηκε, πρέπει νὰ γίνεται, μὲ πολλὴ ἠρεμία καὶ ἐσωτερικὴ ἡσυχία. Ἂν ὅμως καμμία φορὰ κάτι σοῦ λείψῃ ἀπὸ αὐτά, μὴ συγχυσθῇς, ἀλλὰ ταπεινώσου μπροστὰ στὸν Θεό σου καὶ γνώρισε τὴν ἀδυναμία σου καὶ στὸ ἑξῆς νὰ γνωρίζῃς καλά, γιατὶ μπορεῖ νὰ τὸ ἐπιτρέπῃ ὁ Θεὸς ἴσως γιὰ νὰ ταπεινώσῃ κάποια σου ὑπερηφάνεια, ποὺ βρίσκεται κρυμμένη μέσα σου καὶ δὲν τὸ γνωρίζεις.
Ἂν πάλι αἰσθανθῇς καμμιὰ φορὰ νὰ κεντᾶται ἡ ψυχή σου ἀπὸ κάποιο δυνατὸ καὶ φαρμακερὸ ἀγκάθι, δηλαδὴ ἀπὸ κάποιο πάθος καὶ λογισμό, μὴν ταραχθῇς γι᾿ αὐτό, ἀλλὰ δεῖξε μεγαλύτερη προσοχή, γιὰ νὰ μὴν περάση στὰ σπλάγχνα σου. Γύρισε πίσω τὴν καρδιά σου καὶ μὲ εὐχαρίστησι βάλε τὴν θέλησί σου μέσα στὸν τόπο τῆς εἰρήνης καὶ τῆς ἡσυχίας, φυλάττοντας καθαρὴ τὴν ψυχή σου ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ, τὸν ὁποῖο θὰ βρίσκῃς πάντοτε στὰ σπλάγχνα σου καὶ στὴν καρδιά σου γιὰ τὴν ὀρθότητα τῆς γνώμης σου, ὄντας βέβαιος ὅτι τὸ κάθε τί συμβαίνει γιὰ νὰ σὲ δοκιμάσῃ, γιὰ νὰ μπορῇς νὰ καταλάβης τὸ συμφέρον σου καὶ γιὰ νὰ εἶσαι ἄξιος του στεφάνου τῆς δικαιοσύνης, ποὺ σοῦ εἶναι ἑτοιμασμένος ἀπὸ τὴν εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ.
 
 πηγή:orthodox fathers

Thursday, 3 April 2014

Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης-Το λάθος που κάνουν πολλοί νομίζοντας ως αρετή την μικροψυχία

Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης

 Αόρατος Πόλεμος 

 Σχετικά με αυτό, βρίσκονται σε πλάνη πολλοί, όσοι νομίζουν για αρετή την ολιγοψυχία και την υπερβολική λύπη που τους συνοδεύει ύστερα από την αμαρτία, μη γνωρίζοντας ότι αυτή προέρχεται από κρυφή υπερηφάνεια και πρόληψι, που έχουν κάνει θεμέλια πάνω στην ελπίδα και στο θάρρος που έχουν στο εαυτό τους και στις δυνάμεις τους. Γιατί αυτοί, υπολογίζοντας τον εαυτό τους ότι είναι κάτι, κατά κάποιον τρόπο, ξεθάρρεψαν πολύ, και βλέποντας με την δοκιμή της πτώσεως, ότι δεν έχουν καμμία δύναμι, ταράζονται και απορούν, σαν για κανένα πράγμα καινούργιο και ολιγοψυχούν βλέποντας πεσμένο στη γη εκείνο στο οποίο βασίσθηκαν (δηλαδή τον εαυτόν τους), πάνω στον οποίο είχαν αποθέσει το θάρρος και την ελπίδα τους. Αυτό όμως δεν γίνεται και στον ταπεινό, ο οποίος μόνο στο Θεό έχει την ελπίδα και το θάρρος του, χωρίς να έχη καμία ελπίδα στον εαυτό του. Γι αυτό, όταν πέση σε κάθε είδους σφάλμα, αν και αισθάνεται πόνο και λύπη, με όλο τούτο δεν ταράσσεται, ούτε απορεί. Γιατί ξέρει ότι αυτό του συνέβη από την αθλιότητα και την αδυναμία του εαυτού του, η οποία γνωρίζεται πολύ καλά με το φως της αλήθειας.


Saturday, 29 March 2014

Άγ-Νικόδημος ο Αγιορείτης- Ο πόλεµος και η απάτη που χρησιµοποιεί ο διάβολος, για να εγκαταλείψουµε τον δρόµο της αρετής που βαδίζουµ


Η τέταρτη απάτη µε την οποία µας επιτίθεται ο πονηρός διάβολος, όταν µας δη ότι βαδίζουµε τον ευθύ δρόµο της αρετής, είναι οι διάφορες επιθυµίες, που ξεσηκώνει εναντίον µας, για να µας κάνη να ξεπέσουµε απο την εκγύµνασι των αρετών στίς κακίες. Για παράδειγµα, οταν ένας άρρωστος υποφέρη µε υποµονετική θέλησι την αρρώστία του, ο εχθρός, που γνωρίζει οτι µε τον τρόπο αυτόν µπορεί εκείνος να αποκτήση την συνήθεια της υποµονής, του παρουσιάζει µπροστά του πολλά καλά έργα, που θα µπορούσε να κάνη αν βρισκότανε σε άλλη κατάστασι και φροντίζει να τον πείση ότι αν ήταν υγιής, θα µπορούσε να υπηρετήση καλύτερα τον Θεό και να ωφελήση και τον εαυτό του και τους άλλους.

Αφου του βάλλει αυτές τις επιθυµίες, πηγαίνει σιγά σιγά, αυξάνοντάς τες κατα αυτό τον τρόπο, που τον κάνει να θορυβήται και νά ταράζεται, γιατί δεν µπορεί να τίς τελειώση, σύµφωνα µε το θέληµα του. Και όσο του γίνονται µεγαλύτερες και δυνατώτερες οι παρόµοιες επιθυµίες, τόσο πιό πολύ αυξάνει και η ενόχλησις και η ταραχή της καρδιάς του·  και µετά λίγο  λίγο,  µε ικανότητα τον καταφέρνει ο εχθρός ώστε να µην υποµένη πλέον την αρρώστία του, όχι ως αρρώστια, αλλά ως εµπόδιο εκείνων των αρετών, που µε πολλή όρεξι επιθυµεί  να  κάνη, για µεγαλύτερη ωφέλεια. Και αφού τον φέρει αυτό το σηµείο, µε πολλή ικανότητα του κλέβει από το νου εκείνο τον σκοπό που είχε για να υπηρετήσει καλύτερα τον Θεό και να αποκτήση περισσότερες αρετές.

Και έτσι, άλλο δεν του αφήνει, παρά γυµνή και µόνη την επιθυµία του να  ελευθερωθή  από  την  αρρώστια.  Επειδή  όµως,  σύµφωνα  µε  την θέλησί του, δεν του περνά, συγχύζεται και ταράσσεται σε τέτοιο σηµείο, πού γίνεται εντελώς ανυπόµονος, και έτσι φθάνει ο άθλιος να πέση στην κακία της ανυποµονησίας, από την αρετή της υποµονής, πού εξασκείτο απο πρίν χωρίς να το καταλαβαίνη καθόλου.

Ο  τρόπος  λοιπόν,  για  να  αντισταθής σε αυτή την απάτη του διαβόλου, είναι ο εξής:  Όταν βρεθής σε αυτή την κατάστασι της αρρώστιας, που να ενοχλήσαι και να ταράσσεσαι, πρόσεχε καλά, να µη δέχεσαι ή  να  µην υποχωρής καθόλου στις επιθυµίες   πού τότε σου έρχονται, όσο καλές κι αν φαίνωνται. Γιατί, µη µπορώντας τότε να τίς κάνης  έργο,  αναγκαστικά  συγχύζεσαι  και  δεν  ειρηνεύεις.  Πρέπει λοιπόν, µε κάθε ταπείνωσι, υποµονή και υποταγή να πιστεύης, πως οι επιθυµίες σου αυτές, δεν µπορούν να πάρουν εκείνη την έκβασι και το τέλος που επιθυµείς, όντας εσύ περισσσότερο αδύνατος και στήρικτος από εκείνο πού εσύ λογαριάζεις· ή σκέψου ότι ο Θεός για τίς κρυφές κρίσεις του ή και για τίς αµαρτίες σου, δεν θέλει από σένα εκείνα τα καλά που επιθυµείς, αλλά καλύτερα θέλει να σε εχη ταπεινωµένο µε την υποµονή, κάτω απο το γλυκό και δυνατό χέρι της θελήσεώς του.

Έτσι παρόµοια και αν έχης κάποτε κανόνα απο τον Πνευµατικό σου για κανένα σου αµάρτηµα και γι’ αυτό δεν µπορείς, όπως επιθυµείς, να ακολουθής µε συνέπεια την κάθε ενέργεια που κάνεις για ευλάβεια, και ιδιαιτέρως την  θεία  Κοινωνία, µη συγχυσθής και  ενοχληθής  από  την επιθυµία τους·  αλλά  αφού  αποβάλης  κάθε  δικό  σου  θέληµα, φόρεσε εκείνο που αρέσει στο Θεό µε πόνο καρδιάς, λέγοντας µέσα σου. Αχ, εάν το µάτι της θεϊκής πρόνοιας, δεν έβλεπε σε µένα αχαριστίες και ελαττώµατα, εγώ βέβαια, δεν θα βρισκόµουν τώρα σε τέτοια αθλιότητα, να στερηθώ τη χάρι των αγιωτάτων Μυστηρίων· γι’ αυτό, βλέποντας ότι ο Κύριος µου, µου φανερώνει µε αυτό  την  αναξιότητά µου, υµνώ και δοξολογώ στους   αιώνας το όνοµα του,  λέγοντας προς αυτό:  «Φιλανθρωπότατε ∆έσποτα· ελπίζοντας καλά στην αγαθότητα σου, αν και είµαι ανάξιος ο άθλιος να σε δεχθώ στην ψυχή µου µε το µέσο των θείων Μυστηρίων, µε όλα αυτά, δεν σταµατώ µε άλλον τρόπο να σου ανοίγω την καρδιά µου, για να µπαίνης πνευµατικά σε αυτή, να την χαροποιής και να την δυναµώνης εναντίον των εχθρών, που θέλουν να την χωρίσουν από σένα· και παραµένω πάντα ευχαριστηµένος για όλα εκείνα, πού αρέσουν στα µάτια σου, ∆ηµιουργέ µου και Σωτήρα µου· αυτό µόνο επιθυµώ, το θέληµά σου να είναι και τώρα και πάντα η τροφή µου και η δύναµίς µου·  και αυτή µόνο την χάρι, πολυαγαπητέ µου, σου ζητώ· η ψυχή µου ελευθερωµένη από κάθε τι που δεν σου αρέσει, να µένη πάντα ντυµένη µε την στολή των αγίων σου εντολών και ετοιµασµένη στο νοητό ερχοµό σου και σε ο,τι άλλο επιθυµείς να µου δώσης».

Αν φυλάξης αυτές τίς παραγγελίες, να είσαι σίγουρος, οτι κάθε επιθυµία του καλού, που εσύ δεν µπορείς να ολοκληρώσης, που προέρχεται είτε από την φύσι, είτε από τον διάβολο, που θέλει να σε ενοχλεί πάντα και να σε βγάζη πάντα από τον δρόµο της αρετής· ή και καµιά  φορά  από  τον  Θεό,  για  να  δοκιµασθή  η  υποταγή  σου  στο θέληµα του· σε κάθε, λέγω, ανεκπλήρωτη επιθυµία σου, θά έχης πάντα αφορµή να ευχαριστής τον Θεό σου, όπως του αρέσει. Γιατί απο αυτό αποτελείται η αληθινή ευλάβεια και η υπηρεσία που ζητάει ο  Θεός από εµάς.

Γνώριζε ακόµη και αυτό, οτι για να µην αγανακτής και χάνης την υποµονή στίς θλίψεις και στους πειρασµούς πού έρχονται, από όποιο µέρος και αν είναι, πρέπει να χρησιµοποιής εκείνα τα δίκαια και φρόνιµα µέσα, που συνηθίζουν να χρησιµοποιούν οι υπηρέτες του Θεού, δηλαδή, το να µη δίνης εσύ αφορµή σε αυτές, το να παρακαλής τον Θεό να σε ελευθερώνη  από   αυτές  και  άλλα  παρόµοια·   όχι  όµως  µε  τόση επιθυµία και  αφοσιώσι  ολοκληρωτική, για  να  ελευθερωθής από  τίς θλίψεις αυτές, αλλά γιατί θέλει ο Θεός να µεταχειριζώµαστε τα παρόµοια µέσα και όργανα 69.  Γιατί, εµείς δεν γνωρίζουµε αν θέλη ο Θεός να µας ελευθερώση µε τα µέσα αυτά από την θλίψι εκείνη.  Οπότε αν συ κάνης αλλιώς, ζητώντας ολοκληρωτικά να ελευθερωθής από τίς θλίψεις,  θά  γκρεµισθής σε  πολλά  κακά,  και  εύκολα  θα  πέσης  στην ανυποµονησία, µε το να µη γίνεται η ελευθερία αυτή σύµφωνα µε την επιθυµία  και   την   προσπάθειά  σου· ή η υποµονή σου θα είναι ελαττωµατική, και δεν θα είναι όλη αρεστή στο Θεό, αλλά θά είναι άξια µικρού µισθού.

Τέλος  πάντων, σε πληροφορώ εδώ για µία κρυφή απάτη της φιλαυτίας, η οποία συνηθίζει να σκεπάζη τα ελαττώµατά µας και µε κάποιο τρόπο να τα αποκρούη όπως στο παράδειγµα· βρίσκεται κάποιος άρρωστος, λίγο υποµονητικός στην ασθένειά του, ο οποίος κρύβει την ανυποµονησία του  µε  σκέπασµα  κάποιου  ζήλου  φαινόµενης αρετής, λέγοντας  πως  η  λύπη  του  δεν  είναι  αληθινή  ανυποµονησία  για  το µαρτύριο που υποφέρει από την ασθένεια, αλλά ότι λυπάται εύλογα, ή γιατί αυτός έδωσε την αφορµή γιά την ασθένεια, ή γιατί εκείνοι που τον υπηρετούν, αηδιάζουν από την ασθένειά του και δυσανασχετούν και βλάπτονται.  Ετσι  µπορεί  να  πη  κανείς  ότι  και  ο  φιλόδοξος,  που συγχύζεται για την δόξα που δεν πήρε, δεν αποδίδει την αφορµή της αποτυχίας στη δική του υπερηφάνεια και µαταιότητα, αλλά σε άλλες αφορµές και προφάσεις.  Οτι δε η ρίζα της µικροψυχίας και συγχύσεως αυτών, δεν είναι γι’ άλλους ή γι’ άλλη αιτία, παρά γιατί αυτοί µισούν και  αποστρέφονται εκείνο, που είναι αντίθετο µε την επιθυµία τους, φανερό είναι· επειδή, ούτε ο παραπάνω άρρωστος φροντίζει και συγχύζεται,  γιατί  οι  ίδιοι  που  τον  υπηρετούν,  κοπιάζουν  το  ίδιο ή αηδιάζουν και βλάπτονται για την ασθένεια κάποιου άλλου, παρά για µόνο τη δική του· ούτε ο φιλόδοξος, που αναφέρθηκε, συγχύζεται τόσο για άλλες θλιβερές υποθέσεις, που του τυχαίνουν, όσο γιατί απέτυχε να του δοθεί η θέσις που επιθυµούσε. Οπότε, εσύ, για να µη πέσης σε αυτό το σφάλµα και σε άλλα, υπόφερε πάντα µε υποµονή κάθε κόπο και εκπαίδευσι, που θα σε ακολουθήση, από όποιου είδους αφορµή και αν είναι.
 
Ετσι και εκείνος που προκόβει κάτω από την υποταγή κάποιου Γέροντα, επιθυµώντας να κατορθώση µεγαλύτερες αρετές, απατάται και αφίνει την υπακοή και πηγαίνει στη µοναξιά και άσκησι·  και  εκεί  πέφτοντας  στην  αµέλεια,  χάνει  και  την  λίγη  προκοπή  που  έκαµνε  στην υπακοή, όπως λέγει ο Ιωάννης της Κλίµακας·  το ίδιο παθαίνει και ο ερηµίτης και αναχωρητής, όταν αφήση την ερηµιά και πηγαίνη σε υπακοή, γιά να αποκτήση τάχα περισσότερες αρετές και ωφέλεια· επειδή στην υποταγή χάνει και τη λίγη ησυχία, που απελάµβανε στην µοναξιά..

∆ηλαδή να παρακαλούµε να µη µπαίνουµε σε πειρασµό, διότι λέγει· «Καί µη είσενέγκης ηµάς είς πειρασµόν» (Ματθ. 6,13). Και πάλι·  «Προσεύχεσθε να µη εισέλθετε σε πειρασµό» (Λουκ. 22,40)· αυτό  ερµηνεύοντας ο  Θεοφύλακτος  Βουλγαρίας  λέγει,  ότι  είναι  δαιµονικό πράγµα και υπερήφανο,  το  να  ρίχνη  κάποιος     µόνος τον  εαυτό  του  σε  πειρασµούς. «∆αιµονιώδες  γαρ  το έπιρρίπτειν   εαυτούς  εις  πειρασµούς  και   άλαζονικόν».  Πρέπει  λοιπόν  και  πριν   από   τον πειρασµό, να παρακαλούµε για να µη πέσουµε σ’ αυτόν, και αφού πέσουµε στον πειρασµό πάλι να παρακαλούµε, για να µη νικηθούµε από αυτόν (διότι έτσι ερµηνεύεται το «µη εισελθείν ηµας ες πειρασµόν», κατά τον Θεοφύλακτο)· δεν πρέπει όµως να πέφτουµε τόσο, να γογγύζουµε, να ανησυχούµε και  να  λυπούµαστε, όταν  µας τύχουν  πειρασµοί διάφοροι  και  θλίψεις,  αλλά  να ευχαριστούµε και να χαιρώµαστε, καθώς µας παραγγέλλει ο Αδελφόθεος· «Πάσαν χαράν ηγήσασθε, αδελφοί µοι, όταν πειρασµοίς περιπέσητε ποικίλοις» (1,2)· όντας πληροφορηµένοι, ότι ο πειρασµός πού πάσχουµε, κατά το όνοµα πειράζει, δηλαδή δοκιµάζει και λαµπρύνει την πίστι  και  αγάπη  που  έχοµε  προς  τον  Θεό,  όπως  και  η  φωτιά  λαµπρύνει  το  χρυσάφι  στο χωνευτήρι.

Πηγή- Ο Αόρατος Πόλεμος - Όσιος Νικόδημος Αγιορείτης

Wednesday, 5 March 2014

Άγ.Νικόδημος ο Αγιορείτης Ἡ ψυχή ἀφοῦ ἀπογυμνωθῆ ἀπό τήν θέλησί της, πρέπει νά στέκεται ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ


Ο Αόρατος πόλεμος
ΟΣΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ΄ Ἡ ψυχή ἀφοῦ ἀπογυμνωθῆ ἀπό τήν θέλησί της, πρέπει νά στέκεται ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ
Ελπίζοντας, αδελφέ, στον ίδιο τον Θεό, που σε προσκαλεί λέγοντας: «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς» (Ματθ. 11,29), δηλαδή ελάτε όλοι εσείς που είσθε κουρασμένοι και φορτωμένοι κι εγώ θα σάς αναπαύσω, σ αυτό το κάλεσμα λέγω του Θεού πρέπει να ακολουθής προσμένοντας τον ερχομό του Αγίου Πνεύματος. Και ρίξε τον εαυτό σου αποφασιστικά με κλεισμένα μάτια στο πέλαγος της θείας προνοίας και της αιώνιας ευδοκίας, σε τρόπο που να φέρεσαι σαν άψυχο αντικείμενο μόνον από τα δυνατώτατα κύματα της θελήσεως του Θεού, χωρίς να προβάλης κάποια αντίστασι σ αυτά με την δική σου θέλησι, για να μεταφερθής στο λιμάνι της τελειότητος και σωτηρίας σου. Κάνοντάς το λοιπόν αυτό πολλές φορές την ημέρα, αγωνίσου και φρόντισε με όση ασφάλεια μπορείς, εσωτερική και εξωτερική, να πλησιάσης με όλες σου τις ψυχικές δυνάμεις, στις πράξεις εκείνες που σε παρακινούν να αγαπήσης τον Θεό, και αυτές είναι η προσευχή και η παντοτινή μνήμη του γλυκυτάτου ονόματός του, τα δάκρυα που προέρχονται από την αγάπη, η θερμή ευλάβεια και χαρά προς αυτόν και τα άλλα πνευματικά έργα.Και αυτές οι πράξεις ας γίνωνται πάντοτε χωρίς την βία και την καταπίεσι της καρδιάς σου, για να μη σε αδυνατίσουν μέσω των αδιάκριτων και ενοχλητικών γυμνασμάτων και ίσως σε σκληρύνουν και σε κάνουν άτομο που δεν μπορεί να δεχθή και να χωρέση κάτι πνευματικό μέσα του. Γι αυτό το πράγμα δέξου και την συμβουλή των εμπείρων και προπάθησε να συνηθίζης πάντοτε να βρίσκεσαι με επιθυμία στην μνήμη της αγαθότητος του Θεού, από την αρχή μέχρι το τέλος, και στην θεωρία των συνεχών και αξιαγάπητων ευεργεσιών του. Και να δέχεσαι με ταπείνωσι τις σταγόνες και γλυκύτητες που θα κατεβούν στην ψυχή σου από την ανέκφραστη αγαθότητά του. Όλα αυτά, και ιδιαιτέρως τα δάκρυα (114), μην τα ψάχνης εσύ με την βία, αλλά παράμενε ήσυχος στην εσωτερική σου μοναξιά, παρακαλώντας γι αυτά και προσμένοντας να γίνη το θέλημα του Θεού. Και όταν εκείνος σου τα δώση, τότε θα είναι γλυκά και καρποφόρα χωρίς δικό σου κόπο. Γι αυτό και θα τα δεχθής με κάθε ευχαρίστησι. Και περισότερο από όλα με κάθε ταπείνωσι. Το δε κλειδί με το οποίο ανοίγονται τα απόκρυφα ταμεία των πνευματικών θησαυρών της γνώσεως και της θείας αγάπης, είναι το να γνωρίζης να απαρνήσαι τον εαυτό σου σε κάθε καιρό και σε κάθε περίπτωσι. Και με αυτό το ίδιο κλειδί κλείνει και η θύρα της αγνωσίας και της ψυχρότητος που είχαμε μέχρι τότε.
Όσο μπορείς, να αγαπάς να στέκεσαι μαζί με την Θεοτόκο στα πόδια του Χριστού, και άκουγε εκείνο που θα σου λέγει ο Θεός. Πρόσεχε, οι εχθροί σου (ο μεγαλύτερος από τους οποίους είσαι εσύ ο ίδιος) να μη σου εμποδίσουν αυτήν την αγία σιωπή. Και όταν εσύ ζητάς με το νού σου να βρής τον Θεό για ν αναπαυθής σ αυτόν, μη ζητάς τόπους και σύνορα με την αδύνατη και στενή φαντασία σου (115). Γιατί αυτός είναι ασύγκριτα άπειρος και βρίσκεται παντού σε όλα, μάλλον όλα τα πράγματα βρίσκονται σαυτόν. Εσύ θα τον βρής μέσα στην ψυχή σου (116) κάθε φορά που πράγματι θα τον αναζητήσης, δηλαδή για να βρής μόνον αυτόν και όχι τον εαυτό σου. Διότι η χαρά του Θεού είναι να βρίσκεται με μας τους υιούς των ανθρώπων, όπως προείπαμε, για να μας κάνη αντάξιους του εαυτού του, χωρίς να έχη από εμάς κάποια ανάγκη.
Όταν διαβάζης ή μελετάς τις Άγιες Γραφές, μην το κάνης αυτό μόνο για να τις ξεφυλλίζης, αλλά στα λόγια εκείνα που θα βρής κατάνυξι ή αγάπη θεϊκή ή πνευματική χαρά, εκεί να σταματήσης και να απολαύσης τον Θεό με κάθε τρόπο που αυτός θέλει να επικοινωνήση μαζί σου. Και αν εγκαταλείψης να μελετήσης εκείνο που είχες προγραμματίσει, μην ανησυχήσης γι αυτό, διότι ο σκοπός και το τέλος όλων αυτών των ασκήσεων είναι να απολαύσης τον Θεό. Μέ γνώμη όμως να μην επιλέξης ως κύριο σκοπό σου αυτήν την παρόμοια απόλαυσι του Θεού, αλλά καλύτερα, για να αγαπήσης το άγιο θέλημά του, επιθυμώντας να μιμηθής τα έργα του σε ό,τι μπορείς. Έτσι, όταν βρής εσύ τον σκοπό, δεν πρέπει να φροντίζης πλέον για τα μέσα τα οποία υποδεικνύονται, όχι για άλλο λόγο, αλλά για να αποκτηθή αυτός ο σκοπός. Παρόμοια και όταν μελετάς κάποιο από τα πάθη του Χριστού ή κάποιο από τα έργα του, σε εκείνο που κατανύγεσαι περισσότερο, σε εκείνο να σταματήσης, και να μελετήσης τον περισσότερο καιρό. Ένα από τα πολλά επόδια της ειρήνης και της ησυχίας, αδελφέ, είναι το να φροντίζης και να αναγκάζης τον λογισμό σου ότι πρέπει να διαβάσης κάθε μέρα τόσα καθίσματα του Ψαλτηρίου, τόσα κεφάλαια αναγνώσεως από τα ιερά Ευαγγέλια ή τις Επιστολές, και να ταράσσεσαι αν δεν τα περάσης μόνο, χωρίς να φροντίζης να κατανυχθή η καρδιά σου από αυτά που διαβάζεις ή να λάβη ο νους σου κάποιο πνευματικό νόημα (117), πράγμα το οποίο δεν είναι τίποτε άλλο, παρά το να αναζητάς τον Θεό φεύγοντας από τον Θεό και να θέλης να υπηρετήσης τον Θεό, χωρίς να κάνης το θέλημά του.
Αν πράγματι επιθυμής στη ζωή αυτή να ζήσης ενάρετα και να φθάσης στο τέλος που επιθυμείς, μην έχης άλλο σκοπό παρά να βρής τον Θεό· και όπου θέλει αυτός, εκεί ας φανερωθή. Και τότε εγκατάλειψε το κάθε πράγμα και μη προχωράς μπροστά πλέον, όπου εσύ δεν έχεις θέλημα· αλλά λησμόνησε κάθε άλλο και να αναπαύεσαι μόνο στον Θεό σου· και πάλι όταν θέλη η μεγαλειότητα του Θεού να κρυφθή και να μη σου φανερωθή πλέον με τον τρόπο εκείνον, τότε μπορείς πάλι να επιστρέψης και να τον γυρεύης ακολουθώντας τα γυμνάσματά σου και πάλι με τον ίδιο σκοπό και την ίδια επιθυμία, δηλαδή δια μέσου αυτών να βρής αυτόν που αγαπάς και βρίσκοντάς τον, να κάνης αυτά που είπαμε, εγκαταλείποντας κάθε πράγμα και αναπαυόμενος μόνο στον Θεό, γνωρίζοντας καλά ότι τότε εκπληρώνεται η επιθυμία του. Και να γνωρίζης καλά και το εξής, ότι δηλαδή πολλά πνευματικά πρόσωπα δεν έχουν καρπό πνευματικό και ησυχία, διότι αυξάνουν τόσο πολύ τις πνευματικές τους ασκήσεις και νομίζουν ότι δεν κάνουν τίποτε, αν δεν τα τελειώσουν όλα, τοποθετώντας σ αυτό την τελειότητα και γινόμενοι ιδιόρρυθμοι και ακολουθούν έτσι την θέλησί τους: βασανίζονται οι ταλαίπωροι και πολύ κοπιάζουν, ποτέ όμως δεν φθάνουν στην αληθινή ανάπαυσι και εσωτερική ησυχία, στην οποία αληθινά βρίσκεται και αναπαύεται ο Θεός.
114. Άλλο είναι πένθος και άλλο δάκρυα. Πένθος είναι λυπηρός λογισμός και ένας πόνος της καρδιάς, με τον οποίο λυπούμαστε και πονούμε: α) διότι λυπήσαμε και παραπικράναμε τον Θεό με τις επιθυμίες μας και παραβήκαμε τις εντολές του, β) διότι στη ζωή αυτή στερηθήκαμε την χάρι του και μετά θάνατο μπορεί να στερηθήκαμε και την βασιλεία του και γ) διότι με τις αμαρτίες μας κάναμε τον εαυτό μας υπεύθυνο γά την αιώνια κόλασι. Ο πόνος αυτός και η σκέψις γίνεται σαν ένα βάρος και πλακώνει την καρδιά ή σαν ένα κεντρί που την κεντά και από αυτό ακολουθούν οι εκ βάθους στεναγμοί: όταν αυξηθή πολύ το πλάκωμα και το κέντρισμα αυτό, τότε κατανύγεται η καρδιά και πηδούν δάκρυα από τα μάτια, δια μέσου όμως της συνεργίας της χάριτος του Θεού, που μας χαρίζει αυτά για να πλύνουμε τις αμαρτίες μας και για να ξανακερδίσουμε την χάρι του. Διότι όπως αναφέρεται ο Θεός με την στέρησι της χάριτός του σκληρύνει τις καρδιές: «Σκλήρυνες τις καρδιές μας ώστε να μη σε φοβούμαστε» (Ησ. 63,17). Έτσι αναφέρεται ότι με την ενέργεια και χορηγία της χάριτός του κατανύγει τις καρδιές (Ρωμ. 11,8 και Ψαλμ. 59,3. Ησ. 29,10). Λοιπόν εμείς πρέπει πάντοτε να ασχολούμαστε με το πένθος, διότι εξαρτάται από εμάς και μοιάζει με την επιστροφή και μετάνοια του Ασώτου. Τα δάκρυα όμως πρέπει να τα ζητούμε από τον Θεό σαν ένα χάρισμα δικό του, και παρομοιάζουν με τους εναγκαλισμούς και ασπασμούς του Θεού πατρός προς τον Άσωτο, όπως λέγει ο Γρηγόριος Θεσσαλονίκης.
115. Γι αυτό και ο ιερός Αυγουστίνος στις ερωτικές του ευχές, αφού ρώτησε τους φωστήρες τα άστρα, την άβυσσο και τα άλλα κτίσματα αν αυτά έχουν το Θεό του, και όταν έμαθε ότι δεν κατοικεί σ αυτά, στο τέλος αφού στράφηκε στον εαυτό του βρήκε τον Θεό να κατοική μέσα του. Και έτσι ελεεινολογεί τον εαυτό του που ζητούσε τον Θεό στα εξωτερικά πράγματα, ενώ αυτός βρισκόταν μέσα του.
116. Σημείωσε ότι ο Θεός βρίσκεται μέσα στην ψυχή και μετέχεται, όχι κατά την αληθινή του ουσία, μακριά μία τέτοια σκέψι, αλλά κατά την δική του χάρι και ενέργεια, όπως λέγουν οι ιεροί θεολόγοι: βρίσκεται μάλιστα, όχι μόνο στην ενέργεια της ψυχής, αλλά πολύ περισσότερο στην ουσία της. Διότι εφόσον μόνον ο Θεός είναι δημιουργός ουσιών, κατά συνέπεια αυτός είναι μόνον που ενώνεται και δια μέσου των ουσιών και με τις ουσίες, τόσο των σωμάτων, όσο και των πνευμάτων, όπως αναφέρει με λεπτομέρεια ο υψινούστατος εκείνος Γρηγόριος Θεσσαλονίκης στην επιστολή του προς τον Βαρλαάμ. Μάλλον για να μιλήσουμε πιο συγκεκριμένα, αυτός είναι το κέντρο όλο στο οποίο βρίσκονται και στερεώνονται όλες οι ουσίες των όντων, σύμφωνα με το γραφικό χωρίο «εν αυτώ ζώμεν και κινούμεθα και εσμέν» (Πράξ. 7,28). Βλέπε και το κδ΄ κεφάλαιο του α΄ μέρους. Είπα ότι μόνον ο Θεός ενώνεται με τις ουσίες, επειδή κανένα κτίσμα, είτε είναι πνεύμα είτε σώμα, δεν ενώνεται με την ουσία άλλου κτίσματος, αλλά με μόνη την ενέργεια: ώστε και ο σατανάς δεν μπορεί να ενωθή με την ουσία της ψυχής, αλλά επικοινωνεί με μόνη την ενέργειά της κατά συζυγία, όπως λέγει ο ανωτέρω άγιος Γρηγόριος.

Thursday, 13 February 2014

St.Nikodemos the Hagiorite -On How to overcome negligence

 Saint Nikodemos the Hagiorite

 An excerpt from "Unseen Warfare"
To avoid falling into the pernicious evil of negligence, which will stop your progress towards perfection and deliver you into the hands of the enemies, you must flee all kinds of inquisitiveness (trying to find out what’s here, or what’s there, idle wandering,empty chatter, gaping around), any kind of cleaving to something earthly, all arbitrary actions or ‘ doing what I like’,’, which is totally out of keeping with your position. On the contrary, you must force yourself to follow, willingly and quickly, every good guidance and command of your teachers and spiritual fathers and to do everything at the time and in the manner they wish.
Never delay in undertaking any work you have to do, for the first brief delay will lead to a second, more prolonged one, and the second to a third, still longer, and so on. Thus work begins too late and is not done in its proper time, or else is abandoned altogether, as something too burdensome. Having once tasted the pleasure of inaction, you begin to like and prefer it to action. In satisfying this desire, you will little by little form a habit of inaction and laziness, in which the passion for doing nothing will possess you to such an extent that you will cease even to see how incongruous and criminal it is; except perhaps when you weary of this laziness, and are again eager to take up your work.

Then you will see with shame how negligent you have been and how many necessary works you have neglected, for the sake of the empty  and useless ‘ doing what you like’.
Scarcely perceptible at first, this negligence permeates everything and not only poisons the will, planting in it aversion to all kind of effort and all forms of spiritual doing and obedience, but also blinds the mind, and prevents it from seeing all the folly and falsehood of the arguments which support this disposition of will; for it hinders the mind from presenting to the consciousness the sound reasonings, which would have the power of moving the slothful will to perform the necessary work as quickly and diligently as possible, without putting it off till another time.
For it is not enough to perform the work quickly; each thing has to be done in its proper time, as required by its nature, and needs to be performed with full attention and care, to make it as perfect as possible.
Listen to what is written: “ Cursed be he that doeth the work of the Lord deceitfully’ (Jeremiah xlviii. 10). 
And you incur this disaster, because you are too lazy to think of the value and worth of the work you have to do; for this thought would impel you to do it in its proper time and with such resolution as to banish all the thoughts of the accompanying difficulties, which laziness suggests in order to turn you away.
Let the conviction never leave your thought that a single raising of your mind to God, and a single humble genuflexion to His glory and in His honour has infinitely more value than all the treasures of the world; that every time we banish negligence and force ourselves to do the work we should with diligence, Angels in heaven prepare for us the crown of a glorious victory; and that, on the contrary, not only has God no crowns for the negligent, but that little by little He takes back from them the gifts He had bestowed upon them for their former diligence in His service, and will finally deprive them of His kingdom if they continue to be negligent, as He said in the parable of guests bidden to supper, who were too lazy to come: ‘For I say unto you, That none of those men which were bidden shall taste of my supper’ (Luke xiv. 24). 
Such is the lot of the negligent. For those who are diligent and who force themselves without self-pity to every good work, the Lord multiplies His blessed gifts in this life, and prepares a life of eternal bliss in His heavenly kingdom, as He said: ‘The kingdom of heaven suffereth violence, and the violent take it by force’ (Matt. xi. 12).

If an evil thought comes to try and cast you into negligence, and suggests that the work necessary to acquire the virtue you love and desire is extremely long and hard, that your enemies are strong and numerous, while you are weak and alone, that you must do much, and perform great deeds to attain your aim; if, I say, the thought of negligence suggests all this to you, do not listen to it. 
On the contrary, look at the matter this way: of course you must work, but not much, you must undertake labours, but they are very small and will not last long; you will meet enemies, but instead of many there will be only one, and, although he is too strong against you alone, yet you are incomparably stronger than he, since you can always rely on God’s help in return for your great trust in it. 
If you have this attitude, negligence will begin to retreat from you and in its place, under the influence of good thoughts and feelings,there will gradually enter into you a diligent zeal in everything, which will finally possess all the powers of your soul and body.
Do the same in relation to prayer. Supposing the performance of some sacred service demands an hour of diligent prayer, which seems burdensome to your laziness; then, in starting this work, do not think that you must stand for an hour, but imagine that it will last only a quarter of an hour. In this way, the quarter of an hour of prayer will pass imperceptibly. Thereupon say to yourself: ‘Let us stand for another quarter of an hour—it’s not much, as you see.” Do the same for the third and the fourth quarter, and you will complete your task of prayer, without noticing any hardship or difficulty, If,, in the course of this,,’ you feel it so onerous that this feeling interferes with the prayer itself, leave off reciting prayers for a while and then, after a short interval, resume it again and finish what you have omitted.

Do the same in relation to manual work and the tasks of your obedience. Sometimes your tasks may seem too many; you become flustered and are ready to give them up. But refrain from thinking of their great number; instead, force yourself, take up the most immediate task and do it with diligence, as though the others did not exist; and you will do it without trouble. Then do the same in
relation to other tasks, and you will finish them all calmly, without fuss and bother.
Behave thus in everything, and know that, if you do not listen to reason and do not thus try to overcome the sense of burden and difficulty, which the enemy presents to you in the tasks which lie before you, then negligence will finally take complete possession of you. Then you will feel as if you were carrying a mountain on your shoulders, not only when you are faced with some immediate task, but even when it is still far ahead; you will be weighed down and tormented by it, like a slave hound in slavery with no hope of release. 
Then, even at times of rest, you will have no rest, and will feel yourself overburdened with work, even while doing nothing.
Know also, my child, that this disease of laziness and negligence gradually undermines with its poison not only the first small roots out of which virtuous habits may grow, but even those which are already deep rooted and serve as a foundation of the whole order of righteous life. As a worm gradually gnaws at the root of a tree, so negligence, if it persists, insensibly wears away and destroys the very nerves of spiritual life. Through it the devil manages to spread his nets and set the snares of temptations for every man; and exerts particular care and sly cunning in the case of those who are zealous in spiritual life, knowing that a lazy and negligent man easily submits to lusts and falls, as it is written: ‘The soul of the sluggard desireth, and hath nothing” (Prov. xiii. 4).
So be for ever watchful, pray and take good care of everything good, as it behooves a courageous warrior: ‘ The soul of the diligent shall be made fat’ (Prov. xiii. 4). Do not sit with folded hands, putting off the sewing of your wedding garments the moment when it is time to go out in festive raiments to meet the coming bridegroom, Christ our Lord. Remind yourself every day that now is in our hands, but to-morrow is in the hands of God, and that He Who gave you this morning has not bound Himself with the promise to give you the evening too. Refuse to listen to the devil when he whispers to you: give me now, and you will give to-morrow to God.
No, no! Spend all the hours of your life in a way pleasing to God; keep in your mind the thought that after the present hour you will not be given another and that you will have to render a strict account for every minute of this present hour. Remember, that the time you have in your hands is priceless and if you waste it uselessly, the hour will come when you will seek and not find it.
Consider as lost a day when, although performing good deeds, you have not struggled to overcome your bad tendencies and desires.

To end my lesson on this subject, I shall repeat the Apostle’s commandment: “Fight the good fight” always (I Tim. vi. 12). For one hour of diligent work has often gained heaven and one hour of negligence has lost it. Take great care if you want to prove before God your firm faith in your salvation. ‘He that putteth his trust in the Lord shall be made fat’* (Prov. xxviii. 25).

Source - "Unseen Warfare"  by Saint Nicodemus of the Holy Mountain, and Saint Theophane the Recluse

Tuesday, 11 February 2014

Πῶς πρέπει νὰ πολεμᾷ κάποιος ἀντίθετα στὰ ξαφνικὰ κινήματα τῶν παθῶν..

 Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης

Ἂν ἀκόμη δὲν εἶσαι συνηθισμένος, ἀγαπητέ, νὰ πολεμᾷς ἀντίθετα στὰ ξαφνικὰ χτυπήματα καὶ ἐπιθέσεις τῶν προσβολῶν, ἢ ἄλλων κάποιων ἀντίθετων ποὺ σοῦ τυχαίνουν, σὲ συμβουλεύω νὰ κάνῃς τὸ ἑξῆς:Δηλαδή, συνήθιζε πάντα νὰ ἐρευνᾷς ἀπὸ πρίν, καθισμένος στὸ σπίτι σου, ὅτι θὰ σοῦ συμβοῦν πολλὲς προσβολές, ἀτιμίες, πολλὲς φορὲς δὲ καὶ πληγὲς καὶ ἄλλα πολλὰ ἀντίθετα· καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ εἶσαι προετοιμασμένος, ὥστε νὰ μὴν ταραχθῇς, ἀλλὰ νὰ τὰ ὑπομείνης μὲ εὐχαριστία χωρὶς ταραχή. 

Τὴν προετοιμασία αὐτὴ πρέπει μάλιστα νὰ κάνῃς ὅταν εἶσαι ἕτοιμος νὰ βγῆς ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι σου καὶ νὰ πᾶς σὲ κάποιον ἄλλον τόπο καὶ μάλιστα ὅταν θὰ συνομιλήσῃς μὲ πρόσωπα ποὺ θυμώνουν εὔκολα. Γιατὶ, μία τέτοια προετοιμασία καὶ προγύμνασι, πιστεύει ὅτι εἶναι εὐκαταφρόνητα καὶ τὰ πιὸ φοβερὰ καὶ ξαφνικὰ περιστατικὰ καὶ τὸ πάθος τοῦ θυμοῦ, δὲν ἀφήνει νὰ ταραχθῆ· «ἑτοιμάσθηκα καὶ δὲν ταράχθηκα» (Ψαλμ.118,60) (30).
Κοντὰ δὲ στὴν προμελέτη καὶ τὴν προετοιμασία αὐτή, χρησιμοποίησε καὶ αὐτὸν τὸν τρόπο. Ὅταν, σὲ κάποια περίπτωσι, ἀρχίσῃ κάποιος ξαφνικὰ καὶ χωρὶς νὰ τὸ περιμένῃς, ἢ νὰ σὲ χτυπᾷ, ἢ νὰ σὲ βρίζῃ καὶ νὰ σοῦ προξενῇ ἄλλη ἀτιμία, στάσου γιὰ λίγο· καὶ ἀφοῦ συμμαζέψης τοὺς λογισμούς σου μέσα στὴν καρδιά σου, βάλε ὅλη τὴν προσοχὴ καὶ ἐπιφυλακὴ στὸ νοῦ σου, στὸ νὰ προσέξῃ καλὰ καὶ νὰ μὴ ταραχθῆ καθόλου ἀπὸ τὸ πάθος τοῦ θυμοῦ ἡ καρδιά σου· ἐὰν ὅμως προλάβη νὰ ταραχθῆ, νὰ μὴν ἀφήσῃς νὰ βγῇ ἔξω τὸ πάθος καὶ νὰ σὲ παρακινήσῃ στὸ νὰ βρίσῃς καὶ σὺ καὶ νὰ ἐκδικηθῇς· «μέσα μου, λέγει,συνταράσσεται ἡ καρδιά μου» (Ψαλμ. 14) (31).

Στὴ συνέχεια βίασε τὸν ἑαυτό σου νὰ σηκώσῃς τὸ νοῦ σου στὸ Θεό, σκέψου τὴν ἄπειρη ἀγάπη ποὺ σοῦ ἔχει, γιὰ τὴν ὁποία σοῦ ἔστειλε τὸν ἀνέλπιστο αὐτὸ πειρασμὸ καὶ τὴ δοκιμασία, γιὰ νὰ σὲ καθαρίσῃ περισσότερο καὶ νὰ σὲ ἑνώσει μαζί του καλύτερα. Αὐτά, λέω, σκεπτόμενος γύρισε στὸν ἑαυτό σου καὶ ἐλέγχοντάς τον, πὲς μέσα σου· «Ἔ, ἄθλιε καὶ ταλαίπωρε! καὶ γιατὶ δὲν θέλεις ἐσὺ νὰ ἀγκαλιάσης αὐτὸν τὸν σταυρὸ καὶ τὴν δοκιμασία ποὺ σοῦ ἔστειλε, ὄχι κάποιος ἄλλος, ἀλλὰ αὐτὸς ὁ ἰδιος σου ὁ Πατέρας ὁ οὐράνιος; μετὰ γύρισε στὸ σταυρὸ καὶ ἀγκάλιασέ τον νοερὰ μὲ τὴν πιὸ μεγάλη χαρά, ποὺ μπορεῖς, λέγοντας, ὦ σταυρέ, ποὺ ἱδρύθηκες ἀπὸ τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, πρὶν νὰ γίνω ἐγώ! ὦ σταυρέ, ποὺ γλυκάθηκες ἀπὸ τὴν γλυκειὰ ἀγάπη τοῦ ἐσταυρωμένου, κάρφωσε καὶ προσήλωσέ με σὲ σένα γιὰ νὰ μπορέσω ὁλοκληρωτικὰ νὰ ἑνωθῶ μὲ ἐκεῖνο, ποὺ μὲ λύτρωσε, πεθαίνοντας πάνω σὲ σένα». 
Ἐὰν ὅμως καὶ τὸ πάθος τοῦ θυμοῦ προλάβῃ καὶ κινηθῇ μέσα σου καὶ δὲν σὲ ἀφήσῃ στὴ ἀρχὴ νὰ ὑψώσῃς τὸ νοῦ σου στὸ Θεὸ ὅμως, πάλι μελέτησε νὰ τὸν ὑψώσῃς τὸ γρηγορώτερο, σὰν νὰ μὴν ἔχῃς ταραχθῇ καθόλου· γιατὶ θὰ βοηθηθῇς.

Ἡ καλύτερη ὅμως καὶ πιὸ ἀποτελεσματικὴ θεραπεία τους νὰ μὴ κινοῦνται ξαφνικὰ τὰ πάθη, εἶναι, τὸ νὰ ἀπομακρυνθοῦν οἱ αἰτίες ἀπὸ τὶς ὁποῖες προέρχεται αὐτὴ ἡ κίνησις. Αὐτὲς γενικὰ εἶναι δυό· ἡ ἀγάπη καὶ τὸ μῖσος. Ὁπότε, ἐὰν ἐσὺ ἀγαπητέ, ἔφθασες νὰ ἔχῃς ἐμπαθῆ ἀγάπη σὲ κανένα πρόσωπο, ἢ σὲ ἄλλο κανένα μικρὸ πρᾶγμα, ἢ μεγάλο καὶ ἀμέσως μόλις ἰδῇς νὰ σοῦ τὸ ἁρπάξουν ἢ τὸ πειράξουν, ταράζεσαι ξαφνικὰ καὶ σκανδαλίζεται ἀπὸ τὴν συμπάθεια ἡ καρδιά σου, πρέπει νὰ πολεμᾷς, νὰ βγάλης ἀπὸ τὴν καρδιά σου τὴν κακὴ ἐκείνη ἀγάπη ποὺ ἔχεις σὲ αὐτό, γιατί, ὅσο αὐτὴ εἶναι μεγαλύτερη ἢ μικρότερη, τόσο μεγαλύτερη ἢ μικρότερη εἶναι καὶ ἡ ξαφνικὴ κίνησις τοῦ πάθους.

Ἐὰν ὅμως ἀντίθετα καὶ ἔχεις μῖσος σὲ κάποιον, ἢ σὲ ἄλλο κανένα πρᾶγμα καὶ ἀπὸ αὐτὸ ταράζεσαι
ξαφνικὰ καὶ ἀηδιάζῃς, ὅταν τὸ βλέπῃς ἢ ἀκοῦς κάποια θαυμαστή του ἐνέργεια, πρέπει νὰ πιέζῃς τὴ θέλησί σου, μέχρι νὰ τὸ ἀγαπήσῃς· ὄχι μόνο γιατὶ εἶναι καὶ αὐτὸ πλάσμα τοῦ Θεοῦ, σὰν καὶ ἐσένα φτιαγμένο κατ᾿ εἰκόνα αὐτοῦ καὶ ὁμοιότητα ἀπὸ τὸ ὕψιστο χέρι τοῦ Θεοῦ· ὄχι μόνον γιατὶ καὶ αὐτὸς σὰν ἐσένα εἶναι ἀναγεννημένος μὲ αὐτὸ τὸ πολύτιμο αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ὄχι μόνο γιατὶ εἶναι ἀδελφός σου καὶ μέλος σου καὶ δὲν πρέπει νὰ τὸν μισῆς, οὔτε μὲ αὐτὴν τὴν ἴδια τὴν σκέψι σου καὶ τὸν λογισμό σου, ὅπως γράφτηκε «μὴν κρατᾷς κακία στὴν καρδιά σου γιὰ τὸν ἀδελφό σου» (Λευϊτ. 19,17) (32). 

Ἀλλά, καὶ γιατί, ἂν εἶναι τὸ πρόσωπο ἐκεῖνο κακὸ καὶ ἄξιο μίσους, ὅμως, ὅταν ἐσὺ τὸ ἀγαπᾷς, μοιάζεις μὲ τὸν Θεὸ ὁ ὁποῖος ἀγαπᾷ ὅλα του τὰ δημιουργήματα καὶ κανένα ποτὲ δὲν συχαίνεται, καθὼς λέει ὁ Σολομώντας: «Ὅλα εἶναι δικά σου καὶ γι᾿ αὐτὸ τὰ φροντίζεις Κύριε, ἐσὺ ποὺ ἀγαπᾷς τὴν ζωή» (Σοφ. Σολομ. 11,). Καὶ μάλιστα, διότι ὁ
Θεὸς παραβλέποντας τὶς κακίες τῶν ἀνθρώπων «τὸν ἥλιον αὐτοῦ ἀνατέλλει ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθοὺς καὶ βρέχει ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους» (Ματθ. 5,45).

ΟΣΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ 
ΑΟΡΑΤΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣἈπόδοση στὴ νέα Ἑλληνική: Ἱερομόναχος Βενέδικτος
Ἔκδοση Συνοδείας Σπυρίδωνος Ἱερομονάχου, Νέα Σκήτη, Ἅγιον Ὄρος


Wednesday, 15 January 2014

Saint Nikodemos The Hagiorite-On How the enemy turns the virtues themselves against those who practise them

Saint Nikodemos The Hagiorite

But let us suppose that you faithfully and steadfastly follow the path of virtue, turning neither to right nor to left; do not imagine that the enemy will leave you alone. No! In the extract I quoted from St. John of the Ladder, you have already heard that when the enemy sees that all his attempts to lead you into evil have failed, he follows you stealthily and flatters you, suggesting that your life is wholly pleasing to God. This is his last temptation. Our response to his flattery is self-opinion, self-importance and selfcomplacency, which give birth to vanity and pride; vanity robs our doings of all value, even if they are good, and pride makes us  abhorrent to God. 
So watch and repel all such flattery of the enemy, nor let it reach the heart, but repulse it from the first moment it touches the ears of your soul.
To avoid falling into this evil which threatens you, always keep your mind collected in the heart and be for ever ready to repulse these arrows of the enemy. Standing there within, like a general on the battlefield, choose a place, of advantage for battle, fortify it thoroughly and never leave it, but make it your shelter from which to give battle. This place, its fortification and armament, is a profound and sincere realisation of your nothingness, of the fact that you are poor, blind, naked and rich only in weaknesses, faults and deeds that are blameworthy, foolish, vain and sinful. Having taken up this position, never let your mind wander outside your fortress and particularly refrain from going over your apparently fruitful fields and gardens, that is, your good deeds. If you keep to this practice, the arrows of the enemy’s pernicious flattery will not touch you, and even if one of them happens to reach you, you will immediately see and repulse it, and throw it away.

But just as warriors entrenched in a fortress do not sit idle, but either go through military training, or repair and strengthen the fortifications, so must you, sheltering in the consciousness of your nothingness, do the same. To be more precise, act as follows.
However firmly you hold your mind, it will continue to run away, and it is not surprising if in its wanderings it comes upon works of yours which look good. As soon as it comes upon them, the enemy will immediately seize it and afflict it with self-opinion, in such a way that, on returning home, it will willingly range itself on the side of the enemy and will try to drag you with it. As soon as you notice this, call your mind back to you and say to it: ‘ Listen, mind: you keep on telling me that this is good and that is not bad. Maybe so; but what’s that to do with me? You were about to praise me. Very well, sing my praises, I am listening. But know that justice demands that you should praise me only for what is my own in me and in my actions; but for those things that come from God and His grace, praise and thanks are due to their source. So let us examine what you and I have of our own and what belongs to God,and let us refer to God what comes from God, and keep what is our own. Then by what we still have—if we still have anything—let us determine our weight and value, and let us praise ourselves for it.
So, let us begin. Let us glance at the time before we existed: what were we then? Nothing, and we could do nothing, for which the Source of all life could reward us by granting us existence. Thus our existence is a spontaneous gift of God, a divine favour; this is the start, and through this we receive all the subsequent favours granted to us in His measureless mercy. So let us refer this to God.—Then we began to live. How? We do not ourselves know. For many years you and I were not aware of our existence, yet we did exist; then when we did become aware of it, we could do nothing to sustain our life. Other hands cared for us, not of themselves, but moved by the providence of the Provider of all life and being. We were brought up, educated, put on our feet.

There was nothing of our own in all this—so let us put it aside.
‘Then we began to live on our own. What is there of our own? Take our vital energy and our means of existence; they are not ours,they are a gift of God.
‘Direct knowledge of God is a gift of God, conscience is a gift of God, thirst for heavenly life is a gift of God. These three constitute the spirit of our life, urging us heavenwards. You, my mind, are not mine: you were given me by God. Neither are the powers active within me—will, with its energy—mine. Nor does my feeling, the ability to enjoy life and all my surroundings belong to me. 
My body, with all its functions and requirements, which determine our physical well-being, is not mine either. All this was given by God. And I myself belong not to me, but to God. When he gave me being, God invested me with a calculated complexity of vital energies and gave me consciousness and freedom. He ordained that I should rule over all existing in me, in accordance with the function and value of each part of my being. All this offers no grounds for self-praise, but only for realising the great and heavy duty imposed on us, and for fear of the answer we are to give to the question: What have we done with ourselves and of ourselves?

Let us now turn to the means of life. There is in us the life of the body, the life of the soul and the life of the spirit. Each of them needs its own means of existence, they are all ready to hand, but they are all a gift of God, and not our own acquisition. Air, fire,water, the earth with all its treasures: the elements, stones, metals, plants and animals, which provide all we need as food, garments and houses, arc not made by us but are given. All the concepts we need about our surroundings, the forms of our daily life, of society and government, the arts and crafts and the rules of action in all these domains, we find ready-made and need only to assimilate them, instead of bothering our heads to invent them. Each man coming into the world inherits them from his ancestors.
And where did our ancestors get it all? God sends down men endowed with special gifts and special strength of will, and they make new discoveries and improve human life. But if you were to ask any one of these inventors how he has arrived at one thing or another, he would answer: ‘I do not know; it just came into my mind, developed, took shape and matured.’ So it has always been,and so it will always be to the end of the world: the means of livelihood for the soul are not ours—they are given. Even more is it so in our spiritual—moral—religious life. In the mind of our soul God has placed knowledge of Himself, and in our conscience—knowledge of His will, endowing each alike with the hope of eternal bliss. 
This is the seed of life of the spirit. It is sown in us and received by us at the moment when God breathes into us His divine spark of life. Each man, when born, brings this seed with him and in him; later the development of this seed is determined by the kind of people who surround him. What an indescribably great blessing it is to be born among people who lead a truly spiritual life! But look around you. We possess knowledge of the one true God, worshipped as the Trinity; we confess the Son of God, Who assumed flesh for our sake and provided all things for our salvation; and we believe in the Holy Spirit, whose grace animates us and who is active in building spiritual life in us; we are planted in the Church of God and receive in it all that is needful for preserving and raising up our spiritual life, and we are inspired by the expectation of the resurrection of the dead and of life in the world to come. All this we have in the most pure and unadulterated form, and none of it is our own—it is a gift of God. So you see how rich are the means which surround you for leading a life, which should be natural to you in all its fullness; not one of them is the fruit of your own efforts, all is given you. 
You are called to the banquet of life, already prepared. if you and I can boast of anything in this respect, it is perhaps only of how we have used it all. To possess all this in full force represents our wedding garment. Should we glory in it? Should we not rather be afraid, lest the bountiful Host of the banquet should come and say to us: “ See what a banquet it is! But what of your garment.”

Now let us look more closely at this garment. The garment of the soul is chiefly composed of the moral and religious dispositions and feelings rooted in it, rather than of actions alone. But since they are hidden, they are but rarely the occasion of vanity and pride.
Actions, however, are visible, and so jump to the eye, and as it were involuntarily, provoke in the doer a feeling of self-importance and self-approbation, and their outer effect is to move the witnesses of a man’s deeds to praise, which makes this feeling of selfimportance and trumpeting still deeper and more firmly rooted. So let us examine our actions to see whether they contain anything we can incontestably boast about.
‘Let us remember that we can boast only of something which is a direct result of our own will and is done by us independently of anything else. But look how our actions proceed. How do they begin? Certain circumstances come together and lead to one action or another; or a thought comes to our mind to do something, and we do it. But the concurrence of circumstances does not come from us; nor, obviously, is the thought to do something our own; somebody suggests it. Thus, in such cases, the origin or birth of the thought to do something cannot or should not be an object of self-praise. Yet how many of our actions are of this kind ? If we examine them conscientiously, we shall find that they almost all start in this way. So we have nothing to boast of.

If we can praise ourselves for anything, it is for doing something we need not have done; for, however strong the external and internal impulses to action, the decision to act always depends on our will. But here again the decision to do a good deed is not always right. A decision is right, if it comes from the realisation that God wills such and such an action, and from obedience to His will. 
But as soon as something foreign comes in, to please oneself or other people, the quality of the decision becomes tarnished and darkened. Sometimes we take a decision for fear of what people may say if we do not; sometimes, because we expect some profit or satisfaction from the action, either now or in the future, and sometimes simply because we cannot do otherwise; we don’t want to but we must. No such acts can be counted as purely good acts, and, although they appear praiseworthy, are not so in their inner quality before God and conscience. Let us examine how many of our deeds are of this kind? Once more we are forced to admit—almost all of them. So again we have nothing to boast of.’
Thus, on strict examination, our good acts do not allow us to open our lips in boasting before others or in trumpeting inwardly to ourselves. But if we bring to memory all our blameworthy deeds—empty, vain, useless, harmful, lawless, abhorrent to God, of which there are sure to be many, what must we feel then? Perhaps someone will say: ‘ Weigh one side against the other and judge yourself by whichever is heavier.’ But here such a method is unsuitable. Actions proceed from within. If wrong actions occur, it means that our inner state is wrong; and it is this inner state which determines our worth before God—our essential worth. If this cannot be approved, then the whole man is unworthy of approval.
I shall add one more thing: all our actions done visibly, in the household, in society, at work, constitute our behaviour. If we look round, we cannot but say that on the whole our behaviour is correct. But we cannot assert that our inner state is equally correct. The eyes of the people around us exert a great pressure on our designs. These witnesses force us not to give expression to the evil which arises in the heart; we refrain from evil—and our behaviour appears correct. Were it not for them our behaviour would look quite different; and it often becomes such as long as we are sure that no other eyes can see us. It happens with some people, that as soon as their outer conditions change and they can live more freely, all that was previously concealed, for fear of being seen by others, bursts out and a formerly well-behaved man becomes a drunkard, a debauchee, or even a robber. All these bad impulses were not born at this moment, they existed before, but were denied expression, whereas now they are given free rein and so become manifest.

But even if all this was merely inside, then the whole man was such—a drunkard, a debauchee, a robber / —although outwardly he seemed different. Look carefully, maybe you too belong to this category. If it is so, to however small a degree, you have no right to boast or to accept praise.

To conclude: if, following all the indications set out above, you begin to make a frequent survey of your life, then, when the enemy begins to blow your trumpet into your ears, saying how good you are, this trumpeting will not find response within you by engendering self-esteem or self-approval, but, on the contrary, will be repulsed on every occasion by the most humble and disparaging thoughts and feelings about yourself.

Taken From "Unseen Warfare" By Saint Nikodemos The Hagiorite and Saint Theophane The Recluse.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...