Showing posts with label ΦΙΛΑΡΓΥΡΙΑ. Show all posts
Showing posts with label ΦΙΛΑΡΓΥΡΙΑ. Show all posts

Tuesday, 27 May 2014

Απληστία, τσιγγουνιά και ελεημοσύνη


Ο στάρετς αγωνιζόταν επίμονα κατά της τσιγγουνιάς και της απληστίας, της ασυμπάθειας προς το πλησίον, για την άκαρπη συσσώρευση του πλούτου.
Έλεγε ότι τέτοιοι άνθρωποι, που ζουν μόνο για τη δική τους ικανοποίηση, που δεν θέλουν να σκέφτονται τους φτωχούς αδελφούς τους, είναι όμοιοι με τον άπληστο πλούσιο του Ευαγγελίου.
Ο στάρετς καλούσε τους ανθρώπους που είχαν πλούτο να βοηθούν τους φτωχούς, ακολουθώντας τα λόγια του αποστόλου: «Οι έχοντες ως μη έχοντες και οι μη έχοντες ως έχοντες». Με το παράδειγμα της φύσεως αποκάλυπτε την αμοιβαία σχέση των δημιουργημάτων του Θεού:
- Τα στοιχεία της φύσεως και της επιστήμης συμπληρώνουν το ένα το άλλο, μοιράζονται μεταξύ τους ότι έχουν, και η φύση στο λογικό ον, τον άνθρωπο, δίνει τα αγαθά της: το φως, τη θερμότητα, την υγρασία και μ’ αυτόν τον τρόπο διατηρείται η ζωή του και η ζωή του οργανικού κόσμου. Αλλά εμείς, τα λογικά όντα, οι άνθρωποι, συχνά μετατρεπόμαστε σε τσιγγούνηδες, αναίσθητους, κουφούς στους στεναγμούς και τις κραυγές των αδελφών μας.
Γι’ αυτό ας μοιραστούμε αμοιβαία τα αγαθά μας ο ένας με τον άλλο, ας ζηλέψουμε την αγαθή αφιλοχρηματία, ας μοιραστούμε τα αγαθά χωρίς τσιγγουνιά και αλαζονία, αλλά με γενναιοδωρία, με πραότητα και ταπείνωση. Η τσιγγουνιά και η φιλοχρηματία καταστρέφουν την ψυχή, και στην επίγεια ζωή αυτά τα πάθη οδηγούν σε βαρειές συνέπειες.
Υπάρχει η εξής διήγηση: Τρεις άνθρωποι, ενώ βάδιζαν στο δρόμο, βρήκαν ένα θησαυρό κι αποφάσισαν να τον καρπωθούν. Τον μετέφεραν σ’ άλλο μέρος κι έστειλαν τον ένα απ’ αυτούς στην πόλη για να αγοράσει κρασί και να το γλεντήσουν. Οι δύο που έμειναν συμφώνησαν να τον σκοτώσουν, ώστε ο πλούτος να μείνει σ’ αυτούς. Εκείνος όμως, αφού αγόρασε το κρασί, πήγε σ’ ένα φαρμακείο κι αγόρασε δηλητήριο για να δώσει στους άλλους δύο το δηλητηριασμένο κρασί, ώστε να κρατήσει μόνο για τον εαυτό του το θησαυρό. Και να τί έγινε. Ο ένας ήρθε από την πόλη με το κρασί. Οι άλλοι δύο τον σκότωσαν κι άρχισαν να πίνουν το κρασί. Δηλητηριάστηκαν κι έτσι απολέσθηκαν τρεις ψυχές.
Η τσιγγουνιά και η απληστία είναι το πιο καταστροφικό πάθος. Είναι η αμαρτία του Ιούδα. Πρέπει να έχουμε συμπάθεια και να είμαστε ελεήμονες.
Η ευσπλαχνία είναι μεγάλη αρετή. Ο άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων θεωρούσε χαμένη την ημέρα που δεν έκαμε ελεημοσύνη στον πλησίον. Οι ενάρετοι άνθρωποι ψάχνουν ευκαιρία για να βοηθήσουν κάποιον. Η Παναγία ιδιαιτέρως χαίρεται όταν οι χριστιανοί κάνουν ελεημοσύνη στον πλησίον, και οργίζεται με τους σκληροκάρδιους και άσπλαχνους ανθρώπους.
Σε μια οικογένεια συνέβη μια δυστυχία. Αυτοί που υπέφεραν ζητούσαν από τον πατέρα Σάββα να προσευχηθεί και οι ίδιοι, παρακαλούσαν τον Κύριο να ελαφρώσει το βάσανό τους, αλλά η θλίψη δεν περνούσε. Τότε ο π. Σάββας κατά τη διάρκεια μιας παρακλήσεως είπε:
- Συμβαίνει κάποτε ο Κύριος να στέλνει στους ανθρώπους κάποια συμφορά εξ αιτίας της ασπλαχνίας τους. Κι αυτοί προσεύχονται ζητούν από τον Κύριο να τους λυτρώσει απ’ αυτή τη θλίψη. Ο Κύριος όμως, σαν να μην ακούει την προσευχή τους, δεν ελαφρώνει τη θλίψη τους. Ο Κύριος ακούει όλες τις προσευχές, αλλά καθυστερεί, γιατί περιμένει να δείξουμε ευσπλαχνία. Χωρίς ευσπλαχνία ούτε ο Κύριος δείχνει το έλεός Του. Κάποιοι απομονώθηκαν στα όρια της οικογένειάς τους και δεν δίνουν σημασία στους πτωχούς, αυτούς που έχουν ανάγκη βοήθειας.
Έχετε δει καμμιά φορά πώς πιάνουν τα παιδιά τα περιστέρια; Για να μην πετάξουν, τους δένουν τα φτεράκια τους. Έτσι και ο άνθρωπος ο οποίος έχει προσκόλληση στα χρήματα, στα πράγματα, όπως και στο περιστέρι, είναι δεμένα τα φτερά της ψυχής του, κι εκείνη δεν μπορεί να πετάξει στα ουράνια σκηνώματα. Κι έτσι οι προσευχές του ανθρώπου αυτού δεν γίνονται δεκτές από τον Κύριο.
Ρώτησε κάποιος τον Γέροντα: - Κι αν κάποιος δεν έχει χρήματα και πράγματα, τί προσκόλληση μπορεί να έχει;
Ο Γέροντας απάντησε: - Όποιος δεν έχει τα μέσα για ελεημοσύνη, αλλά φθονεί εκείνος που τα έχει, είναι κι αυτός φιλάργυρος, λάτρης του πλούτου. Φύλαξέ μας, Κύριε, από τέτοιο πάθος! Ας είμαστε ευχαριστημένοι με τα πλέον αναγκαία για τη συντήρηση του σώματος, με τα απαραίτητα για να το ντύσουμε, ώστε να μην κρυώνει, για να το ενισχύσουμε ώστε να μην γίνει αδύναμο και να είναι φίλος στην ψυχή, για να δουλεύουμε στον Κύριο. Όλα τα άλλα είναι όλεθρος για την ψυχή. Ιδιαιτέρως φοβηθείτε την πολυτέλεια, την μίμηση στη μόδα. Μη μαζεύετε χρήματα. Όσα μείνουν μοιράστε τα στους φτωχούς.
Κάποιοι τα βάζουν στο βιβλιάριο για την «άσχημη ώρα». Αλλά τί λέει ο Προφήτης Δαυίδ; «Το αργύριον αυτού ουκ έδωκεν επί τόκω» (Ψαλμ. 14,5). Για μας είναι αρκετή η μέριμνα για τη σημερινή ημέρα. Στην Κυριακή προσευχή ζητούμε από τον Κύριο: «Τον άρτον ημών τον επιούσιον». Ας μη ζητούμε τίποτε σ’ αυτή την αμαρτωλή γη. Δεν έχουμε εδώ μόνιμη κατοικία, είμαστε ξένοι και παρεπίδημοι στη γη.
Υπάρχει κι άλλο είδος πλεονεξίας η λεγόμενη βιβλιομανία, όταν δηλαδή πολλοί μαζεύουν πολλά βιβλία, παρακλήσεις κ.λπ. και μένουν άχρηστα. Και οι ίδιοι δεν τα διαβάζουν και φοβούνται να τα δώσουν σε άλλους να τα διαβάσουν. Ένας τέτοιος πνευματικός θησαυρός δεν πρέπει να μένει αχρησιμοποίητος. Τον καρό που δεν τα διαβάζεις δώσε τα στους άλλους. Είναι κι αυτό ένα είδος ευσπλαχνίας που είναι ευάρεστη στον Θεό…

Πηγή:agioritikovima.gr/

Wednesday, 17 July 2013

Η μεγάλη πλάνη: “Εγώ πάτερ μου είμαι πολύ καλός χριστιανός​,ταπεινός και δίκαιος”


 Του π. Στεφάνου Αναγνωστοπούλου

Πριν από τέσσερα χρόνια, ή πέντε, δεν ενθυμούμαι καλά, σας είχα αναφέρει ένα γεγονός, δεν ξέρω πόσοι από σας το είχατε ακούσει, το ξαναεπαναλαμβάνω, διότι έχει άμεση σχέση με το σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα.

Ήρθε κάποιος χριστιανός, επαναλαμβάνω πριν από τέσσερα χρόνια, πέντε, δεν θυμούμαι, μου είπε το όνομά του, και ήλθε σε μένα επειδή είχε πεθάνει ο πνευματικός του, – γνωστός, από το Λοιμωδών, – και αμέσως μετά μου είπε: «Εγώ πάτερ μου, για να ξέρεις είμαι πολύ καλός χριστιανός, είμαι και ταπεινός, είμαι και δίκαιος», και τον ρώτησα από πού αυτό το συμπέρασμα.

Και μου απαντάει: «Έχω πολύτεκνη οικογένεια, είμαι τμηματάρχης στη Άλφα Δημόσια Υπηρεσία, πηγαίνω κάθε Κυριακή και γιορτή στην Εκκλησία, κάνω την προσευχή μου πρωί και βράδυ, δίνω πολλές ελεημοσύνες, και μάλιστα φτάνω μέχρι και την εντολή που δίνει ο Θεός, να δίνουμε μέχρι και το δέκατο από το μισθό μας, επισκέπτομαι τους αρρώστους στα νοσοκομεία, κατάκοιτους στα σπίτια, νηστεύω Τετάρτες και Παρασκευές και όλες τις Σαρακοστές, εξομολογούμαι τακτικά, κοινωνώ επίσης …»

Όλα αυτά μου θύμισαν αμέσως τον Φαρισαίο, διότι τίποτε περισσότερο από το Φαρισαίο δεν είπε, όχι ο Φαρισαίος όλα τα έκαμεν,«Διαβάζω την Καινή Διαθήκη», κι ο Φαρισαίος ήξερε τον Νόμον του Θεού,«Και μάλιστα πολύ καλά, και πολλά όλα ωραία βιβλία, όπου κι αν πάω, όπου κι αν σταθώ, μιλάω για τον Αντίχριστο, για το φοβερό ΕΚΑΜ, για το εξακόσια εξήντα έξι, και καυτηριάζω το κακό, κάνω αυστηρές παρατηρήσεις στο όνομα του δικαίου, και καυτηριάζω το κακό, και του Ευαγγελίου, σε όλους, στη γυναίκα μου, στα παιδιά μου, στους συγγενείς μου, στους υφισταμένους μου, στους γειτόνους μου, στους εργάτες μου, στους συγκάτοικούς μου, σ’ αυτούς που είναι στο δρόμο, παντού, σε όλους, σε όλους, …» δεν τον άφησα να, συνεχίσει βέβαια, διότι είχα καταλάβει αρκετά, και κείνη τη στιγμή, με φώτισε ο Θεός, αν και είμαι αμαρτωλός, όντως αμαρτωλός είμαι, αμαρτωλός και άθλιος και του είπα τα εξής :

«Αν θέλεις να μάθεις συ ο ίδιος, πόσο καλός άνθρωπος είσαι, και τι είδους χριστιανός είσαι, και αν αυτό που νομίζεις ότι είσαι, αρέσει στο Θεό, θα πας αμέσως τώρα μόλις φύγεις από δω, στη γυναίκα σου, και στα παιδιά σου, και αύριο μεθαύριο στους συγκατοίκους της πολυκατοικίας, στους συγγενείς, στους συναδέλφους και λοιπά, και θα τους ρωτήσεις να σου πουν με απόλυτη ειλικρίνεια, τι γνώμη έχουν για σένα. Και μάλιστα τι μουρμουρίζουν πίσω από την πλάτη σου, και τι γνώμη έχουν για τον Χριστιανισμό που εσύ αντιπροσωπεύεις. Αυτός είναι ο κανόνας που σου βάζω. Και θα ’ρθείς ύστερα από μερικές μέρες να μου απαντήσεις. Μέχρι τότε δεν έχει Θεία Κοινωνία. Και μόνον την αλήθεια, και όσοι διστάζουν να σου την γράψουν ανώνυμα, να την τυπώσουν στην γραφομηχανή, και στα κομπιούτερς που υπήρχαν τότε, και να στα παραδώσουν μέσε σε κλειστά φάκελλα για να ξέρεις. Και όταν βέβαια θα ακούσεις και θα διαβάσεις τις γνώμες των συνανθρώπων σου, να σταθείς, να πάς στην Εκκλησία και να σταθείς μπροστά στην εικόνα του Χριστού, και να Τον ρωτήσεις, ύστερα από όσα μου είπαν, και από όσα διάβασα, αν πεθάνω σήμερα Χριστέ μου, κληρονομώ την Βασιλεία Σου;»

Βέβαια, έφυγε θιγμένος, θυμωμένος, στεναχωρημένος και προβληματισμένος. Γύρισε όμως ύστερα από τρεις εβδομάδες. Έπεσε στα γόνατα και ομολόγησε φωνάζοντας:

«Πάτερ μου είμαι αμαρτωλός, είμαι εγωιστής, μού ’παν ότι είμαι σκληρόκαρδος, θυμώδης, καβγατζής, γκρινιάρης, άδικος, κουτσομπόλης, υπερήφανος, καινοδοξής, λαίμαργος, φιλάργυρος, άπιστος, άθεος, και όλοι μηδενός εξαιρουμένου μου είπαν ότι είμαι υποκριτής, υποκριτής. Και αν πεθάνω σήμερα, δεν έχω κανένα ίχνος μετανοίας, διότι έρχεται η εβδομάδα της Κυριακής των Απόκρεω, και ξέρω ότι εκείνη την Κυριακή διαβάζεται το Ευαγγέλιον της Κρίσεως. Αν πεθάνω που θα πάω;»

Δυστυχώς αδελφοί μου οι πιο πολλοί από μας, άλλος λιγότερο και άλλος περισσότερο του μοιάζουν. Πιστεύουμε ότι είμαστε καλοί άνθρωποι και καλοί χριστιανοί αλλά κάνουμε μεγάλο λάθος. Η πορεία μας στη ζωή μας, όπως αυτή αποκαλύπτεται μέσα στην οικογένειά μας, και στον εργασιακό χώρο και στο κοινωνικό περιβάλλον, είναι απορία που ικανοποιεί τα πάθη, και δεν είναι πορεία για την κάθαρση, για τον αγιασμό, για την θέωση, για τη σωτηρία.

Όσο μας ξέρει ο σύντροφος της ζωής μας, δεν μας ξέρει κανένας άλλος. Και καμιά φορά όσο μας ξέρουν τα παιδιά μας, και όσο μας ξέρουν συνεργάτες, υφιστάμενοι και προϊστάμενοι, και τόσοι άλλοι, που γνωρίζουν και βλέπουν τα στραβά μας και τα λάθη μας και τις κακίες μας, τόσο καλά ώστε να ’μαστε εμείς τυφλοί και να μη τις βλέπουμε. Μόνον βέβαια ο Θεός γνωρίζει καλύτερα από όλους, ποιοι είμεθα στο βάθος του είναι μας, διότι Αυτός βλέπει μέσα στις καρδιές μας.

Μέσα μας βλέπει ο Θεός, δε βλέπει από έξω. Και δυστυχώς αν κρατήσουμε αυτήν την στάση, θα ακούσομε αυτό που είπε ο Κύριος: «Υπάγετε απ’ εμού κατηραμένοι, εις το πυρ το αιώνιον, το ητοιμασμένω τω διαβόλω και τοις αγγέλοις αυτού».

Γι’ αυτό και χρειάζεται η καθημερινή μετάνοια και η αλλαγή της ζωής μας, να μάθουμε από τώρα να ζούμε την αιώνια ζωή, ή μάλλον την ίδια ζωή που έζησε ο Χριστός πάνω στη γη. Να παλεύουμε λοιπόν και να αγωνιζόμαστε κάθε μέρα, για την κάθαρση, τον φωτισμό και τον αγιασμό. Και αν δεν τα καταφέρνουμε, άνθρωποι είμαστε, κι αν λυγίζουμε, και αν κάθε μέρα πέφτουμε, να σηκωνόμεθα, να ομολογούμε ότι είμεθα αμαρτωλοί, ότι είμεθα ένα τίποτα, μπροστά στον αγιασμό των αγίων και μπροστά στην Παναγιότητα και Παναγαθότητα του Αγίου μας Θεού. Πρέπει να μάθουμε να ζούμε όπως έζησε ο Χριστός, και πρέπει να μάθουμε να τρεφόμεθα καθημερινά από τον άρτον της ζωής, απ’ τον άρτον της δικαιοσύνης, απ’ τον καθημερινό άρτο της κάθε αρετής που πρέπει να καλλιεργούμε.




«Μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες» είπε ο Κύριος, «ότι αυτοί χορτασθήσονται.» Και δεν είναι δικός μας μόνον χορτασμός. Είναι και χορτασμός του Χριστού, αλλά είναι και χορτασμός του πλησίον. Αν εγώ χορτάσω από αγάπη, θα την προσφέρω πρώτα στον Θεόν, και ύστερα θα την προσφέρω στον πλησίον. Θα αναπαυθεί ο Θεός, και θα πολλαπλασιάσει τις δωρεές Του μέσα μου. Και έτσι, δι’ αυτών των δωρεών, και δι’ αυτών των χαρισμάτων, θα χορτάσω με τον Άρτον του Χριστού, της δικαιοσύνης και της κάθε αρετής. Και τον πλησίον μου θα Τον ξεδιψάσω με τον λόγον του Θεού, τον αληθινόν λόγον, που θα βγαίνει μέσα από την πείρα της ζωής μου και της ζωής σου. Όχι μόνο από αυτά που διαβάζουμε, καλά είναι αυτά που διαβάζουμε, και καλώς πολύ καλά κάνουμε να τα μεταφέρουμε συχνά πυκνά στους δικούς μας, στα παιδιά μας, στις συντροφιές μας. Αλλά όμως πέρα από τις πείνες και τις δίψες τις υλικές που υπάρχουν γύρω μας, και τις οποίες κατά τον άλφα ή βήτα τρόπο ας πούμε ότι καλύπτονται είτε από μας, είτε από την κοινωνική πρόνοια, αυτό είναι καθήκον όμως, υπάρχει πείνα και δίψα για αληθινό λόγο Θεού, και τον λόγον του Θεού ΔΕΝ τον συζητάμε στα σπίτια μας, δεν τον συζητάμε μεταξύ μας στις συντροφιές μας, δεν τον συζητάμε τον λόγον του Θεού και τους βίους των Αγίων και τα γεγονότα που περιγράφονται στα γεροντικά όταν συναντόμεθα μεταξύ μας, φιλικά απ’ το ένα σπίτι στο άλλο. Θα πείς, μας κοροϊδεύουν. Να μας κοροϊδέψουν αλλά εμείς να πούμε τον λόγον του Θεού.

Και ο αγώνας ο δικός μας, και των κληρικών και των λαϊκών, είναι να ομοιάσουμε τον Χριστό. Όλες οι ευχές της Θείας Λειτουργίας, αν τις προσέξτε καλά, γιατί σαν εδώθησαν προς μελέτη, οι ευχές αυτές της Θείας Λειτουργίας, με πάρα πολύ καλή ανάλυση και μέσα από την πράξη της ζωής, αγίων ανθρώπων, αγίων πιστών, αγίων απλών εφημερίων, κληρικών και ασκητών, σας εδόθη η ερμηνεία της Θείας Λειτουργίας. Αν λοιπόν προσέξουμε καλά, θα δούμε ότι ο σκοπός είναι ο αγιασμός της ψυχής μας, είναι να χορταίνουμε από τον ίδιο τον Χριστό, και αυτό που περισσεύει, να το δίνουμε στους άλλους.

Έχω αγάπη; Θα σας δώσω.

Δεν έχω; Δε θα σας δώσω.

Έχετε αγάπη; Θα τη δώσετε.

Έχετε υπομονή; Θα τη δώσετε, κάνοντάς την.

Έχετε πραότητα και ειρήνη; Θα τη δώσετε!

Δηλαδή έχετε χάρη Θεού; Θα δώσετε.

Έχουμε Χάρη; Θα δώσουμε.

Δεν έχουμε; Δεν θα δώσουμε.

Μας παρασέρνουν πότε το ένα πάθος και πότε το άλλο, και έτσι λοιπόν αντί να προσφέρουμε την ταπείνωση και την πραότητα που ζητάει ο Θεός από μας, εμείς προσφέρουμε αγριότητα, θυμό, νεύρα, αντιλογία, αντιρρήσεις, και χαλάμε την ειρήνη του σπιτιού μας. Και ξεχνάμε αυτό που μας είπε ο Πανάγιος Θεός «μάθετε απ’ εμού, ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία και ευρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχαίς ημών». Δεν έχουμε ειρήνη μέσα μας. Δεν έχουμε ανάπαυση. Δεν έχουμε γαλήνη, όχι επειδή είμαστε άρρωστοι, – οι αρρώστιες βέβαια είναι αλήθεια ότι προσφέρουν ταραχή, δεν αφήνουν ήσυχο και το σώμα, οι πολλές και ποικίλες που έχουμε – αλλά όμως όταν υπάρχει μέσα μας ειρήνη, η ειρήνη του Θεού που υπερέχει, κάθε σκέψη και κάθε νουν που φτάνει μέχρι τον ουρανό, αυτή η ειρήνη ειρηνεύει και το σώμα, ειρηνεύει τις αισθήσεις, ειρηνεύει τους λογισμούς και άμα αυτή η ειρήνη πλημμυρίσει την ψυχή μας ύστερα από προσευχή, η ειρήνη επικρατεί και στο σπίτι. Η ειρήνη επικρατεί και στο περιβάλλον. Η ειρήνη επικρατεί και την ώρα που οδηγείς το αυτοκίνητο. «Μάθετε απ’ εμού λοιπόν ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία».

“Γυμνός και δε με ντύσατε ή με ντύσατε”; Και κανένας ντύνεται με αρετές, δεν ντύνεται κανένας μονάχα δίνοντας κάλτσες και παπούτσια και ρούχα, χρειάζονται και αυτά, διότι όπως μας λένε οι στατιστικές και οι πολιτικοί μας, ένα πολύ μεγάλο μέρος του Ελληνικού λαού ζει κάτω από τα όρια της φτώχειας, και αυτοί έχουν τις ανάγκες μας, αλλά όμως μαζί με το φαγητό, μαζί με το ψωμί και το νερό, μαζί με τη θέρμανση, μαζί με τον ρουχισμό και μαζί με τα πρώτα είδη ανάγκης, τα φάρμακα και τα λοιπά, χρειάζεται να του προσφέρουμε την αγάπη της καρδιάς μας. Να του προσφέρουμε τον λόγον του Θεού, να του προσφέρουμε αυτό το μάννα, που έθρεψε εμάς, να το βγάλουμε απ’ την καρδιά μας, για να του δώσουμε και αυτόν να χορτάσει. Αυτό το δίνουμε; Αυτό είναι το ερωτηματικό.

Το να τηρούμε πέντε δέκα εντολές και να νομίζουμε ότι είμαστε κάτι επειδή πηγαίνουμε στην Εκκλησία, δεν λέει πολλά πράγματα. Πρέπει να έχουμε αληθινή μετάνοια, και να την διδάσκουμε και έμπρακτα στους άλλους. Και την αληθινή μετάνοια δεν την βλέπω ούτε στον εαυτόν μου, αλλά ούτε και στους περισσοτέρους απ’ αυτούς που έρχονται να εξομολογηθούν.


Πηγή: proskynitis.blogspot.gr

Tuesday, 25 December 2012

Με τη Γέννησή του ο Ιησούς Χριστός πολέμησε και θεράπευσε τον έρωτα του πλούτου.(Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου)

Σκέψου, αγαπητέ, ότι, όπως υπάρχει αυτός ο αισθητός μέγας κόσμος, που αποτελείται από όλα τα κτίσματα, έτσι υπάρχει ένας άλλος νοητός κόσμος αποτελούμενος από αμαρτωλούς, του οποίου τα στοιχεία είναι οι τρεις διεστραμμένοι έρωτες, τους οποίους αναφέρει ο Θεολόγος Ιωάννης· πρώτον, ο έρωτας των ηδονών δεύτερον, ο έρωτας του πλούτου, και τρίτον, ο έρωτας της δόξας· «Όσα είναι του κόσμου η επιθυμία της σάρκας και η επιθυμία των οφθαλμών και η αλαζονεία του βίου» (Α΄ Επιστ. Ιωάν. 2,16). Τώρα αυτός ο πονηρός κόσμος, ο οποίος είναι όλος ενάντιος στον σκοπό του Θεού και εξουσιάζεται από τον εωσφόρο (ο οποίος γι’ αυτό και λέγεται κοσμοκράτορας), είναι εκείνος ο μεγάλος εχθρός τον οποίον ο σαρκωμένος Λόγος του Θεού και Πατέρα που γεννήθηκε στην γη, ήλθε, για να πολεμήσει, πρώτα με το σιωπηλό παράδειγμά του και ύστερα, στον κατάλληλο καιρό, με τον λόγο και την διδασκαλία του· γι’ αυτό συλλογίσου, ότι πρώτα πολεμεί με την φτώχεια του τον παράλογο έρωτα του πλούτου. Ο κοσμικός άνθρωπος νομίζει, ότι έχει κάθε όφελος στα πρόσκαιρα αγαθά· γι’ αυτό, λοιπόν, και, ή για να τα αποκτήσει αυτά, ή για να μη τα χάσει, ξοδεύει σχεδόν όλο τον χρόνο που του έδωσε ο Θεός, για να κερδίσει τα αιώνια αγαθά. Και να που ο προαιώνιος Λόγος και Υιός του Θεού και Πατέρα, κατεβαίνει από τον ουρανό, για να μας λυτρώσει από αυτήν την πλάνη και να ξεριζώσει από τις καρδιές μας αυτήν την καταραμένη ρίζα όλων των κακών, την φιλαργυρία, όπως την ονομάζει ο θείος Παύλος· «Ρίζα πάντων των κακών η φιλαργυρία» (Α΄Τιμ. 6,10).
Πρόσεξε, όμως πόσο ταλαιπωρήθηκε για την αγάπη μας εκείνος, που διαμοιράζει τα πλούτη και τους θησαυρούς της παρούσας ζωής και της μέλλουσας·«Δικό μου είναι το αργύριο, δικός μου και ο χρυσός, λέει ο Κύριος ο παντοκράτορας» (Αγγαίου 2,9) και σκέψου πού είναι το παλάτι που γεννήθηκε; Πού οι προετοιμασίες Πού οι μαίες, πού το στρώμα το βασιλικό; Πού τα βρεφικά περιρραντήρια(λεκάνες με νερό); Πού η δορυφορία των δούλων; Πού η φωτιά και η ανάπαυση; Πού η συνδρομή των συγγενών και των φίλων; Μπες στο μέρος και πρόσεξε το πτωχότατο σπήλαιο, που γεννήθηκε και την ευτελέστατη φάτνη στην οποία ανακλήθηκε, και όχι μόνο δεν θα βρεις κανένα περιττό, αλλά θα βρεις και μεγάλη έλλειψη από όλα τα αναγκαία, επειδή ο γλυκύτατος μου Ιησούς γεννιέται σχεδόν σε τόπο ακάλυπτο, κατά την ώρα του μεσονυκτίου, μέσα στην καρδιά του χειμώνα, μόνος με μόνη την μητέρα και τον υποτιθέμενο πατέρα, χωρίς σκεπάσματα, χωρίς ζεστά φαγητά, τα συνηθισμένα της γεννήσεις έως και αυτών των πολύ πτωχών παιδιών, χωρίς τις ελλειπείς εκείνες αναπαύσεις του πτωχικού σπιτιού, που είχε στην Ναζαρέτ. Και το περισσότερο, ότι χωριστά από την φτώχεια αυτή που διάλεξε ο Ιησούς με την θέλησή του, θέλει και άλλη σχεδόν βίαιη, επειδή ορίζει να μη δοθεί σ’ αυτόν εκεί στο σπήλαιο καμμίά υποδοχή και φιλοξενία από κανέναν άνθρωπο, για να διαφέρει από τόσους συμπατριώτες, που ανέβηκαν στην Βηθλεέμ, για να απογραφούν, οι οποίοι ήταν καλά εφοδιασμένοι, αναπαυμένοι και φιλοξενημένοι μέσα σε. σπίτια, όπως αυτό δηλώνει ο Ευαγγελιστής Λουκάς λέγοντας· «Δεν βρήκαν μέρος στο πανδοχείο» (2,7). Και επειδή ο κόσμος όχι μόνο αποστρέφεται την φτώχεια και την νομίζει σαν μία μεγάλη ντροπή, αλλά διδάσκει τους ανθρώπους, αν και είναι πτωχοί, να υποκρίνονται φαινομενικά πως είναι πλούσιοι, γι’ αυτό και ο Ιησούς Χριστός δεν ντρέπεται για την φτώχεια του, αλλά μάλιστα κάνει και επίδειξη της φτώχειας του, και από μεν τους ουρανούς φωνάζει τους Αγγέλους· και από τους αγρούς και τα χωράφια, καλεί τους ποιμένες για να τον προσκυνήσουν σε εκείνη την κατάσταση, την τόσο ανεφοδίαστη και πτωχική, σε εκείνον τον θρόνο μιας ευτελέστατης φάτνης και σε κείνη την αυλή ενός πενιχρότατου σπηλαίου. Ω, φτώχεια υπέρπλουτη! Ω, συγκατάβαση υπερύψιστη!
Τώρα, εσύ, που μελετάς αυτές τις αλήθειες; τί λες; Ποιός από αυτούς τους δύο μεγάλους εχθρούς νομίζεις πως έχει δίκιο να σε νικά και να σε κυριεύει; Ο κόσμος ή ο Χριστός, που νίκησε τον κόσμο; Ο κόσμιος σε παρακινεί να ζητάς πρώτα τα επίγεια αγαθά και να τα θεωρείς σαν ένα μεγάλο καλό· ο Χρίστος σε συμβουλεύει και με το παράδειγμά του και με την διδασκαλία του, να ζητάς πρώτα την βασιλεία του Θεού και να καταφρονείς όλα τα καλά της γης σαν έναν πηλό· «Να ζητάτε πρώτα την βασιλεία του Θεού και την δικαιοσύνη του» (Ματθ. 6,33). Ακόμη σε συμβουλεύει να στερείσαι και από αυτά τα γήινα καλά, ή κατά μέρος δίνοντάς τα ελεημοσύνη στους πτωχούς ή και ολοκληρωτικά, απαρνούμενος τα πάντα με την μοναχική ζωή και εξαγοράζοντας έναν θησαυρό στον παράδεισο1 «Πώλησε τα υπάρχοντά σου και μοίρασέ τα στους πτωχούς και θα έχεις θησαυρό στον ουρανό και έλα και ακλούθησέ’ με» (Ματθ. 19,21). Και πάλι· «Κάθε ένας από σας που δεν αρνείται όλα τα υπάρχοντά του, δεν μπορεί να είναι μαθητής μου» (Λουκ. 14.33). Λοιπόν, εσύ και ως μαθητής του Χριστού και ως φρόνιμος και στοχαστικός πρέπει να αποφασίσεις για να ακούσεις εκείνο που σου λέει ο Χριστός παρά εκείνο που σου λέει ο κόσμος και όχι μόνο να το ακούσεις αλλά και να το κάνεις με έργο· «Επειδή, δεν είναι οι ακροατές του νόμου δίκαιοι κοντά στον Θεό, αλλ’ οι ποιητές του νόμου» (Ρωμ. 2,13). Είναι αλήθεια πως δεν είσαι υποχρεωμένος ως λαϊκός Χριστιανός να είσαι ακτήμονας και πάμφτωχος είσαι, όμως υποχρεωμένος να υπολογίζεις τόσο λίγο τα πλούτη και τα χρήματα, ώστε γι’ αυτά όλα μαζί να μη παρακινηθείς ποτέ να παραβείς κάποια εντολή του Θεού· και τόσο να είναι ξεκολλημένη από αυτά η καρδιά σου, ώστε να τα έχεις με τόση απροσπάθεια σαν να μη τα έχεις και να τα χρησιμοποιείς, δηλαδή να τα ξοδεύεις στα μάταια και στα περιττά και για τις ανάγκες σου, όπως λέει ο Παύλος· «Ο καιρός που απομένει είναι πολύ λίγος… ώστε και όσοι ασχολούνται με τα αγαθά του κόσμου αυτού, σαν να μην ασχολούνται. Επειδή δεν θα διαρκέσει πολύ η μορφή αυτού του κόσμου» (Α’ Κορ. 7,29). Πλην επάνω σ’ αυτήν την υπόθεση συμβουλέψου το πανάγιο βρέφος τον Ιησού, και νιώσε ντροπή μπροστά του, επειδή μέχρι τώρα είχες σε τόση εκτίμηση και αγάπη τα πλούτη, που το βρέφος αυτό τόσο τα καταφρονεί· και αντίθετα, πως είχες σε τόσο μίσος και καταφρόνηση εκείνη την φτώχεια και την ευτέλεια, που αυτό τόσο αγαπά· και ζήτησέ του συγχώρηση για όλα τα κακά που έκανες ή για να αποκτήσεις πλούτο και γήϊνα αγαθά, ή για να χρησιμοποιήσεις αυτά· και παρακάλεσέ τον να σου δώσει χάρη, καθώς αυτός ενώ ήταν πλούσιος έγινε πτωχός για την αγάπη σου, έτσι και εσύ να γίνεις πτωχός για την αγάπη του, για να πλουτίσεις από τη δική του θεότητα· «Γνωρίζετε την χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χρίστου· ήταν πλούσιος και έγινε για χάρη σας πτωχός, για να μπορέσετε κι εσείς με την δική του φτώχεια να πλουτήσετε» (Β΄ Κορ. 8,9) και γι’ αυτό παρακάλεσέ τον να μη σε αφήσει πλέον να πλανηθείς από τον κόσμο, αλλά, ή όταν έχεις τα υπάρχοντά σου, ή όταν τα στερείσαι για την αγάπη του Κυρίου, να μη τα χρησιμοποιείς για άλλον σκοπό, παρά μόνο και μόνο, για να εξαγοράσεις με αυτά μία αιώνια ευδαιμονία, καθώς είναι γραμμένο· «Λύτρο της ζωής του ανθρώπου είναι ο πλούτος του» (Παροιμ. 13,8).
(Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Πνευματικά Γυμνάσματα, εκδ. Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Νέα Σκήτη Αγίου Όρους 2008, σ. 186-189)

Thursday, 25 October 2012

Άγιος Κασσιανός ο Ρωμαίος-ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΦΙΛΑΡΓΥΡΙΑΣ

Τρίτος είναι ο αγώνας εναντίον του πνεύματος της φιλαργυρίας, αγώνας ξένος και έξω από την ανθρώπινη φύση, που βρίσκει αφορμή την απιστία του μοναχού. Γιατί οι ερεθισμοί των άλλων παθών, εννοώ του θυμού και της επιθυμίας, έχουν τις αφορμές από το σώμα, και κατά κάποιο τρόπο είναι έμφυτα και έχουν την αρχή από την γέννηση. Γι’ αυτό και χρειάζεται πολύς καιρός για να νικηθούν. Η αρρώστια όμως της φιλαργυρίας έρχεται από έξω και μπορεί ευκολότερα να κοπεί αν καταβάλλει κανείς επιμέλεια και προσοχή. Αν όμως παραμεληθεί, γίνεται πιο καταστρεπτική από τα άλλα πάθη και δύσκολα φεύγει. γιατί είναι ρίζα όλων των κακών(18), κατά τον Απόστολο.


Ας σκεφτούμε ως εξής: οι φυσικές κινήσεις του σώματος υπάρχουν όχι μόνο στα παιδιά, στα οποία κρίση του καλού και του κακού δεν υπάρχει ακόμα, αλλά και σ’ αυτά τα νήπια που τρώνε γάλα, που δεν έχουν ούτε ίχνος ηδονής, δίνουν όμως σημάδι ότι έχουν εκ φύσεως κίνηση στη σάρκα τους. Επίσης και το κεντρί του θυμού παρατηρείται στα νήπια, όταν τα βλέπομε να διεγείρονται ζωηρά εναντίον εκείνων που τα λύπησαν. Και αυτά δεν τα λέω για να κατηγορήσω τη φύση σαν αιτία της αμαρτίας. μη γένοιτο. αλλά για να δείξω ότι ο θυμός και η επιθυμία, αν και για καλό ενώθηκαν με τον άνθρωπο από τον Δημιουργό και είναι κάπως από τα φυσικά προσόντα του σώματος, εξαιτίας της αμέλειας ξεπέφτουν σε πράξεις έξω από τη φύση. Γιατί η κίνηση του σώματος δόθηκε από τον Δημιουργό για τη γέννηση απογόνων και την παράταση της ανθρωπότητας κατά διαδοχή και όχι για την πορνεία. Και ο θυμός έχει κατασπαρεί μέσα μας για τη σωτηρία, για να θυμώνομε εναντίον της κακίας και όχι να γινόμαστε θηρία εναντίον των ανθρώπων. Αν λοιπόν χρησιμοποιούμε για κακό το θυμό και την επιθυμία, δεν είναι η ανθρώπινη φύση αμαρτωλή ούτε θα κατηγορήσομε τον Πλάστη, όπως δεν κατηγορούμε εκείνον που έδωσε στον άλλον ένα σιδερένιο εργαλείο για μια αναγκαία και ωφέλιμη εργασία, και αυτός το χρησιμοποίησε σε φόνο.


Αυτά τα είπαμε για να φανερώσομε ότι το πάθος της φιλαργυρίας δεν προέρχεται από τη φύση, αλλά μόνο από πολύ κακή και διεφθαρμένη διάθεση. Γιατί η αρρώστια αυτή της φιλαργυρίας, όταν βρει στην αρχή της αποταγής χλιαρή και άπιστη την ψυχή, της υποβάλλει δίκαιες τάχα και ευλογοφανείς προφάσεις για να κατακρατήσει μερικά από εκείνα που έχει. Του λέει ότι θα έχει μακροχρόνια γηρατειά και ασθένεια και ότι εκείνα που δίνει για τις ανάγκες το κοινόβιο δεν είναι αρκετά όχι για άρρωστο, αλλά ούτε για υγιή, και ότι εδώ δεν φροντίζουν όπως χρειάζεται τους αρρώστους, αλλά με πολλή αμέλεια, και αν δεν έχει κρύψει χρυσάφι, θα πεθάνει άθλια. Τελευταία του υποβάλλει τη σκέψη, ότι ούτε στο μοναστήρι μπορεί να μείνει πολύ, λόγω της βαριάς εργασίας και της αυστηρότητας του ηγουμένου. Και όταν παραπλανήσει τη διάνοια με τέτοιες σκέψεις, για να αποκτήσει έστω και ένα δηνάριο, τότε τον καταφέρνει και εργασία του χεριού να μάθει κρυφά από τον ηγούμενο, από την οποία θα μπορέσει να αυξήσει το χρήμα που τόσο επιθυμεί. Και παραπέρα τον εξαπατά τον άθλιο με κρυφές ελπίδες και του ψιθυρίζει το κέρδος που θα έχει από την εργασία του και την ανάπαυση και αμεριμνησία που θα αποκτήσει. Και αφού παραδοθεί ολόκληρος στη σκέψη του κέρδους, κανένα άλλο κακό δεν προσέχει. ούτε την παραφορά της οργής αν του συμβεί καμιά ζημιά, ούτε το σκοτάδι της λύπης αν δεν πετύχει το κέρδος, αλλά όπως σε άλλους γίνεται θεός η κοιλιά τους(19), έτσι και σ’ αυτόν γίνεται θεός ο χρυσός. Γι’ αυτό ο μακάριος Απόστολος γνωρίζοντάς τα αυτά, όχι μόνο ρίζα όλων των κακών ονόμασε τη φιλαργυρία, αλλά και ειδωλολατρία την είπε(20).


Ας δούμε λοιπόν σε πόση κακία η αρρώστια αυτή σέρνει τον άνθρωπο, ώστε να τον ρίξει και στην ειδωλολατρεία. γιατί αφού απομακρύνει ο φιλάργυρος το νου του από την αγάπη του Θεού, αγαπά είδωλα, δηλ. ανάγλυφες εικόνες ανθρώπων που είναι χαραγμένες πάνω στα νομίσματα. Με τέτοιους λογισμούς λοιπόν αφού σκοτισθεί ο μοναχός και προχωρήσει στο χειρότερο, δεν μπορεί να έχει διόλου υπακοή, αλλά αγανακτεί, νομίζει ότι πάσχει άδικα, και για την καθε εργασία γογγύζει, αντιλέγει και χωρίς διόλου ευλάβεια σαν άλογο σκληρότατο βαδίζει στο γκρεμό. Ούτε στην καθημερινή τροφή αρκείται, και διαμαρτύρεται ότι δεν μπορεί να υποφέρει μέχρι τέλος. Και λέει ότι ο Θεός δεν είναι μόνο εκεί, ούτε ότι εκεί αποκλειστικά βρίσκεται η σωτηρία του. και ότι αν δεν φύγει από το μοναστήρι εκείνο, θα χαθεί. Και έτσι έχοντας για συνεργό της διεφθαρμένης γνώμης του τα χρήματα που φυλάει, τα αισθάνεται σαν φτερά και με αυτά μελετά να φύγει από το μοναστήρι. Και λοιπόν απαντά υπερήφανα και άγρια σε όλες τις εντολές που του δίνουν, και νομίζοντας τον εαυτό του ξένο και εξωμέριτη, αν δει στο μοναστήρι ότι κάτι έχει ανάγκη να διορθωθεί, αμελεί και περιφρονεί και κατηγορεί όλα όσα γίνονται. Έπειτα ζητάει προφάσεις για να οργιστεί και να λυπηθεί, για να μην τον νομίσουν επιπόλαιο και ότι φεύγει από το μοναστήρι χωρίς αιτία. Κι αν μπορέσει με κρυφομιλήματα και μάταια λόγια να εξαπατήσει και άλλον και να τον βγάλει από το μοναστήρι, κι αυτό το κάνει, για να έχει και συνεργό. Έτσι λοιπόν με το να ανάβει από τη φωτιά των χρημάτων του ο φιλάργυρος, ποτέ δεν μπορεί να ησυχάσει στο μοναστήρι του ούτε να ζήσει κάτω από κανόνα. Κι όταν ο διάβολος σαν λύκος τον αρπάξει από την μάνδρα και τον ξεχωρίσει από το ποίμνιο και τον πάρει για να τον φάει, τότε τον φέρνει στο σημείο, τα έργα που βαριόταν να κάνει τις ορισμένες ώρες στο κοινόβιο, αυτά να τα κάνει στο κελί του μέρα και νύχτα με μεγάλη προθυμία. Και ούτε τις συνήθειες των προσευχών, ούτε τις νηστείες, ούτε τον κανόνα των αγρυπνιών επιτρέπει να τηρεί, αλλά αφού τον δέσει με τη μανία της φιλαργυρίας, όλη του την προθυμία τον πείθει να την δείξει στο εργόχειρό του.


Είναι τρεις τρόποι αυτής της αρρώστιας, τους οποίους εξίσου απαγορεύουν οι θείες Γραφές και οι διδασκαλίες των Πατέρων. Ένας είναι που κάνει όσους ήταν φτωχοί, να προσπαθούν εκείνα που δεν είχαν στον κόσμο να τα αποκτήσουν τώρα. Άλλος είναι που κάνει να μετανοούν όσοι αρνήθηκαν μια φορά τα χρήματα όταν έγιναν μοναχοί και τους βάζει να ζητούν εκείνα που πρόσφεραν στο Θεό. Τρίτος είναι αυτός, ο οποίος αφού από την αρχή δέσει το μοναχό με απιστία και χλιαρότητα, δεν του επιτρέπει να απαλλαγεί τελείως από τις κοσμικές ασχολίες, με το να του υποβάλλει φόβο της φτώχειας και απιστία στην πρόνοια του Θεού, και να τον κάνει παραβάτη των υποσχέσεών του που έδωσε, όταν αρνήθηκε τον κόσμο. Τα παραδείγματα αυτών των τριών τρόπων βρήκαμε ότι κατακρίνονται στην Αγία Γραφή. Έτσι ο Γιεζή, επειδή επιθύμησε να αποκτήσει χρήματα που δεν είχε πρωτύτερα, δεν πέτυχε την προφητική χάρη, την οποία ο διδάσκαλος ήθελε να του αφήσει ως κληρονομιά. Και αντί ευλογία, κληρονόμησε αιώνια λέπρα με την κατάρα του Προφήτη(21). Και ο Ιούδας που θέλησε να πάρει χρήματα, τα οποία είχε εγκαταλείψει προηγουμένως, αφου ακολούθησε το Χριστό, όχι μόνο γλύστρησε στην προδοσία του Κυρίου και χωρίστηκε από τον χορό των Αποστόλων, αλλά και τη ζωή του τελείωσε με βίαιο θάνατο(22). Ο Ανανίας και η Σαπφείρα με το να φυλάξουν μερικά από εκείνα που είχαν, τιμωρούνται με θάνατο από το αποστολικό στόμα(23). Ο μέγας Μωυσής στο Δευτερονόμιο παραγγέλει με μυστικό τρόπο σ’ εκείνους που υπόσχονται να αποταχθούν και να φύγουν από τον κόσμο και από φόβο απιστίας πάλι κρατιούνται από τα γήινα πράγματα: «Αν είναι κανείς φοβιτσιάρης και δειλός να μη βγει στον πόλεμο, αλλά να πάει σπίτι του και να καθίσει, μη τυχόν κάνει και τους αδελφούς του να φοβηθούν και αυτοί»(24). Υπάρχει άλλη πιο σίγουρη και καθαρή μαρτυρία; Δεν μαθαίνομε απ’ αυτά ότι εκείνοι που απαρνούνται τον κόσμο, πρέπει τελείως να τα απαρνούνται όλα κι έτσι να βγαίνουν στον πόλεμο, και όχι με το να κάνουν αρχή νωθρή και διεφθαρμένη, να απομακρύνουν τους άλλους από την ευαγγελική τελειότητα και να τους φέρνουν σε δειλία; Αυτό που λέει καλώς η θεία Γραφή: «Φέρνει μακαριότητα πιο πολύ το να δίνεις παρά το να παίρνεις»(25), το ερμηνεύουν κακώς, καθώς βιάζονται προς εξαπάτησή τους και προς την επιθυμία της φιλαργυρίας, παρεξηγώντας την έννοια του ρητού και την διδασκαλία του Κυρίου που λέει: «Αν θέλεις να είσαι τέλειος, πήγαινε, πούλησε τα υπάρχοντά σου, και δώστα στους φτωχούς και θ’ αποκτήσεις θησαυρό στον ουρανό, και έλα ακολούθησέ με»(26). Και έτσι συμπεραίνουν ότι από την ακτημοσύνη είναι ανώτερο το να εξουσιάζουν τον πλούτο τους και από αυτόν να δίνουν σε όσους έχουν ανάγκη.


Ας μάθουν αυτοί ότι δεν απαρνήθηκαν ακόμα τον κόσμο, ούτε έφτασαν την μοναχική τελειότητα, αφού ντρέπονται να γίνουν φτωχοί για χάρη του Χριστού σαν τον Απόστολο Παύλο και με την εργασία των χεριών τους να συντηρούν και τον εαυτό τους και να εξυπηρετούν και όσους έχουν ανάγκη(27) και με έργα να εκπληρώσουν την μοναχική υπόσχεση και να δοξαστούν μαζί με τον Απόστολο. Και αφού διασκορπίσουν τον παλιό πλούτο, να αγωνίζονται μαζί με τον Παύλο με πείνα και δίψα, με κρύο και γύμνια τον καλό αγώνα(28). Γιατί αν γνώριζε ο Απόστολος ότι ο παλιός του πλούτος ήταν πιο χρήσιμος για την τελειοποίηση του ανθρώπου, δεν θα τον περιφρονούσε, αφού ήταν και διακεκριμένος Ρωμαίος πολίτης(29). Αλλά και οι χριστιανοί των Ιεροσολύμων πουλούσαν τα σπίτια και τα χωριάφια τους και έβαζαν το αντίτιμο καταγής κοντά στα πόδια των Αποστόλων(30). Δεν θα το έκαναν αυτό αν γνώριζαν ότι οι Απόστολοι θεωρούσαν καλύτερο να τρέφονται από τα δικά τους χρήματα και όχι από τον προσωπικό τους κόπο και από τις προσφορές των εθνικών. Ακόμα πιο καθαρά διδάσκει γι’ αυτά ο Απόστολος Παύλος μ’ εκείνα που γράφει προς τους Ρωμαίους: «Τώρα πηγαίνω στην Ιερουσαλήμ για να διακονήσω τους αγίους… Το θέλησαν να τους βοηθήσουν, αλλά ήταν και οφειλέτες τους»(31). Και ο ίδιος, καθώς ήταν σε δεσμά και φυλακές πολλές φορές και ταλαιπωρημένος από την οδοιπορία, πράγμα που τον εμπόδιζε να εργάζεται όπως συνήθιζε με τα χέρια του για να προμηθεύεται τα αναγκαία, διδάσκει ότι αυτά τα πήρε από τους αδελφούς που ήρθαν από τη Μακεδονία, λέγοντας: «Το υστέρημά μου το συμπλήρωσαν οι αδελφοί που ήρθαν από τη Μακεδονία»(32). Και προς τους Φιλιππησίους γράφει: «Ξέρετε και σεις, Φιληππήσιοι, ότι αφού αναχώρησα από την Μακεδονία, καμία άλλη εκκλησία δεν με βοήθησε, παρά μόνο σεις, γιατί και στη Θεσσαλονίκη και μια και δυο φορές μου στείλατε τα αναγκαία(33)». Ας είναι λοιπόν και αυτοί κατά την γνώμη των φιλαργύρων πιο ευτυχείς από τον Απόστολο επειδή από τα υπάρχοντά τους του χορήγησαν τα αναγκαία. Αλλά δεν θα φτάσει κανείς σε μια τόσο μεγάλη ανοησία, να το πει αυτό.


Αν λοιπόν θέλομε να ακολουθήσομε την ευαγγελική εντολή και όλη εκείνη την Εκκλησία την θεμελιωμένη από την αρχή πάνω στους Αποστόλους, να μη στηριζόμαστε στις υποκειμενικές γνώμες μας, ούτε όσα έχουν καλά ειπωθεί να τα εξηγήσομε άσχημα. Αλλά, αφού πετάξομε μακριά τη χλιαρή και άπιστη γνώμη μας, να εντυπώσομε καλά στο νου μας την ακρίβεια του Ευαγγελίου. Έτσι θα μπορέσομε να ακολουθήσομε και τα ίχνη των Πατέρων και ποτέ να μην απομακρυνθούμε από την προσοχή και την επιμέλεια του κοινοβίου και τον κόσμο τούτο να τον απαρνηθούμε αληθινά. Καλό είναι λοιπόν και εδώ να θυμηθούμε τον λόγο κάποιου αγίου. Ο άγιος Βασίλειος, λοιπόν, ο επίσκοπος Καισαρείας της Καππαδοκίας, σε κάποιον συγκλητικό που απαρνήθηκε με χλιαρότητα τον κόσμο και κράτησε μερικά από τα χρήματά του, λέγεται ότι του είπε ένα τέτοιο λόγο: Και τον συγκλητικό έχασες και μοναχός δεν έγινες».


Πρέπει λοιπόν με κάθε επιμέλεια να ξεριζώνομε από την ψυχή μας τη ρίζα όλων των κακών, που είναι η φιλαργυρία, γνωρίζοντας καλά ότι όταν μένει η ρίζα, εύκολα φυτρώνουν τα κλαδιά. Αλλά την αρετή αυτή είναι δύσκολο να την κατορθώσομε αν δεν μένομε σε κοινόβιο. Γιατί στο κοινόβιο δεν έχομε φροντίδα ούτε για τις απαραίτητες ανάγκες μας. Έχονας εμπρός μας στα μάτια μας, την καταδίκη του Ανανία και της Σαπφείρας, να μας πιάνει φρίκη αν θέλομε να αφήσομε τίποτε στα χέρια μας από την παλιά περιουσία μας. Επίσης ας φοβηθούμε το παράδειγμα του Γιεζή, ο οποίος εξαιτίας της φιλαργυρίας του παραδόθηκε σε αιώνια λέπρα, κι ας φυλαχτούμε μήπως μαζέψομε για τους εαυτούς μας χρήματα τα οποία ούτε στον κόσμο είχαμε. Κι ακόμη έχοντας στο νου μας το κρέμασμα του Ιούδα, ας φοβηθούμε να πάρουμε πίσω κάτι από εκείνα που καταφρονήσαμε όταν γίναμε μοναχοί. Πάνω απ’ όλα, ας έχομε πάντοτε εμπρός μας την αδηλότητα του θανάτου, μήπως σε ώρα που δεν περιμένομε έρθει ο Κύριός μας(34) και βρει λερωμένη τη συνείδησή μας από φιλαργυρία και μας πει εκείνα που είπε στο Ευαγγέλιο προς τον πλούσιο εκείνο: «Ανόητε, αυτή τη νύχτα απαιτούν από σένα τη ψυχή σου. σε ποιον θα πάνε αυτά που ετοίμασες(35);

Φιλοκαλία – Άγιος Κασσιανός ο Ρωμαίος: Προς τον επίσκοπο Κάστορα, περί των οχτώ λογισμών της κακίας
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...