Showing posts with label ΤΟ ΤΡΙΩΔΙΟΝ. Show all posts
Showing posts with label ΤΟ ΤΡΙΩΔΙΟΝ. Show all posts

Friday, 25 March 2016

Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΚΑΙ Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ



 
Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου είναι η αρχή όλων των Δεσποτικών εορτών. Στο απολυτίκιο της εορτής ψάλλουμε: "σήμερον της σωτηρίας ημών το κεφάλαιον και του απ' αιώνος μυστηρίου η φανέρωσις...". Το περιεχόμενο της εορτής αναφέρεται στο γεγονός κατά το οποίο ο αρχάγγελος Γαβριήλ – ο άγγελος εκείνος με τον οποίο συνδέονται όλα τα γεγονότα που έχουν σχέση με την ενανθρώπηση του Χριστού – επισκέφθηκε με εντολή του Θεού την Παναγία και την πληροφόρησε ότι έφθασε ο καιρός της σαρκώσεως του Λόγου του Θεού, και ότι αυτή θα γίνη η μητέρα Του. (βλ. Λουκά α', 26-56).

Η λέξη "ευαγγελισμός" αποτελείται από δύο επί μέρους λέξεις, ήτοι εύ και αγγελία, και δηλώνει την καλή είδηση, την καλή αγγελία. Πρόκειται για την πληροφορία που δόθηκε δια του αρχαγγέλου ότι ο Λόγος του Θεού θα ενανθρωπήση για την σωτηρία του ανθρώπου. Ουσιαστικά πρόκειται για την εκπλήρωση της υποσχέσεως του Θεού, που δόθηκε μετά την πτώση του Αδάμ και της Εύας (βλ. Γεν. γ', 15), η οποία λέγεται πρωτευαγγέλιο. Γι' αυτό, η πληροφορία της ενανθρωπήσεως του Λόγου του Θεού είναι η μεγαλύτερη είδηση μέσα στην ιστορία.

Ο αρχάγγελος Γαβριήλ απεκάλεσε την Παναγία "κεχαριτωμένη". Της είπε: "Χαίρε, κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σού, ευλογημένη συ εν γυναιξίν" (Λουκ. α', 28-29). Η Παναγία αποκαλείται "κεχαριτωμένη" και χαρακτηρίζεται "ευλογημένη", αφού ο Θεός είναι μαζί της.

Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, και άλλους αγίους Πατέρας, η Παναγία είχε ήδη χαριτωθή, και δεν χαριτώθηκε την ημέρα του Ευαγγελισμού. Παραμένοντας μέσα στα άγια των αγίων του Ναού έφθασε στα άγια των αγίων της πνευματικής ζωής, που είναι η θέωση. Εάν το προαύλιο του Ναού προοριζόταν για τους προσηλύτους και εάν ο κυρίως Ναός για τους ιερείς, τα άγια των αγίων προορίζονταν για τον αρχιερέα. Εκεί εισήλθε η Παναγία, δείγμα ότι έφθασε στην θέωση. Είναι γνωστόν ότι στην χριστιανική εποχή ο νάρθηκας προοριζόταν για τους κατηχουμένους και τους ακαθάρτους, ο κυρίως ναός για τους φωτισθέντας, τα μέλη της Εκκλησίας, και τα άγια των αγίων γι' αυτούς που έφθασαν στην θέωση.

Sunday, 22 February 2015

Τα τρία είδη νηστείας



Κυριακή της Τυρινής . Η εκκλησία την έχει αφιερώσει στην εξορία των πρωτοπλάστων από τον Παράδεισο. Είναι λοιπόν ημέρα πόνου και ημέρα αναμνήσεως κακής. Οι πρωτόπλαστοι τρώγοντας από το δέντρο της γνώσεως του καλού και του κακού, τα έχασαν όλα. Όχι μόνο Θεοί δεν έγιναν, που τους υπέδειξε ο διάβολος, αλλά άδειασαν. Έγιναν μια πληγή. Και ο Κύριος τους έβγαλε από τον Παράδεισο, και έφερε και τον θάνατο, που ήταν τώρα ευλογία, για να μη γίνει το κακό αθάνατο. Είναι λοιπόν η πρώτη μέρα του κόσμου μετά την πτώση, η Κυριακή της Τυρινής. Ενώ η προηγούμενη η Κυριακή των Απόκρεω, ήταν η τελευταία ημέρα του κόσμου. Και εδώ μας μιλάει το Ευαγγέλιο, που είναι από την «Επί του Όρους Ομιλία»  του Χριστού, μας μιλάει για τα τρία είδη νηστείας. Εμείς πιστεύουμε ότι νηστεία είναι μόνο το φαγητό. Είναι και αυτό, διότι η νηστεία είναι η πρώτη εντολή. Την έδωσε ο Θεός στους πρωτοπλάστους, για να διαλέξουν οι άνθρωποι το φαγητό ή Αυτόν; Που είναι το αθάνατο φαγητό. Και οι άνθρωποι διάλεξαν το πρόσκαιρο φαγητό κατά μια εκδοχή. Υπάρχουν και άλλες εκδοχές. Η άλλη εκδοχή, η σπουδαιότερη, είναι ότι οι άνθρωποι θέλησαν να μπουν στο χώρο της Θεότητος. Και θέλησαν –δημιουργήματα αυτοί – να καταλάβουν τον Δημιουργό. Πράγμα αδύνατον. Για αυτό ήρθε ο Δημιουργός μετά και ενσαρκώθηκε για να καταλάβουν τουλάχιστον την Αγάπη Του, τις Θείες Του ενέργειες και τη μεγάλη Του προσφορά: τη Σταύρωση και την Ανάσταση, την ίδρυση της Αγίας Εκκλησίας, και το Σώμα και Αίμα, το οποίο μας δίνει για να Θεοποιηθούμε κατά χάριν. Να δούμε τώρα ποιες είναι οι τρεις νηστείες που προτείνει ο Ευαγγελικός λόγος:

Η πρώτη νηστεία είναι η νηστεία της κακίας, και όπως μας λέει το Ευαγγέλιο προβάλει τη συγγνώμη. «Εάν συγχωρήσετε τους ανθρώπους, θα σας συγχωρήσει και εσάς ο Θεός. Και εάν δεν συγχωρήσετε τους ανθρώπους, δεν θα σας συγχωρήσει και εσάς ο Θεός». Εδώ ακριβώς νηστεύουμε την κακία, την παλιανθρωπιά, την εχθρότητα. Βέβαια το Ευαγγέλιο μας βάζει δύσκολα. Είναι γεγονός. Αλλά έλα που ο άνθρωπος είναι φτιαγμένος για τα δύσκολα και οι ευκολίες μας χαλάνε. Το βλέπουμε άλλωστε σήμερα. Άνθρωπος ο οποίος συγχωρεί είναι του Θεού. Ό,τι και αν του έχουν κάνει, όταν συγχωρήσει, είναι με τον Χριστό. Και ο Χριστός μετά τι κάνει; Του συγχωρεί τα δικά του αμαρτήματα. Να ένας εύκολος τρόπος να πάμε στον Παράδεισο. Δεν είναι καθόλου εύκολος, αλλά είναι και εύκολος, άμα θέλουμε.

Δεύτερη νηστεία είναι η ανθρωπαρέσκεια. Οι άνθρωποι θέλουμε να αρέσουμε. Φοβούμαστε το όποιο κόστος. Για αυτό θέλουμε να αρέσουμε, ακόμα και στους βλάκες και στους οποιουσδήποτε. Και αυτό είναι κακό. Η φιλοδοξία είναι καλό καταρχάς, γιατί έφτιαξε τον άνθρωπο ο Θεός για τη δόξα Του. Να πάει στον ουράνιο Παράδεισο. Να ενδυθεί τη Θεία δόξα. Αλλά χάνοντας τον επίγειο Παράδεισο και γινόμενος έκπτωτος ο άνθρωπος, πήρε στραβό δρόμο. Και ζητάει τη δόξα εκεί που δεν υπάρχει. Και για αυτό μας προτείνει ο Χριστός να νηστεύουμε τη φιλοδοξία, να νηστεύουμε την ανθρωπαρέσκεια. Γιατί πολλοί, θέλοντας να είναι αρεστοί στους ανθρώπους, παραβαίνουν και τις εντολές του Θεού και τη συνείδηση τους, και στραπατσάρουν και την ύπαρξη τους.

Τρίτη νηστεία είναι των υλικών αγαθών. Χάνοντας τον Θεό ο άνθρωπος, αγκάλιασε τα υλικά αγαθά, αγκάλιασε τα ορατά, αφού έχασε τον Αόρατο. Και προσπάθησε και προσπαθεί από κει να βγάλει ότι ωραίο και καλό και υψηλό, για το οποίο τον έφτιαξε ο Θεός, και ανήκει στον Θεό και παίρνεται από τον Θεό για αυτό και η ειδωλολατρία είναι η μέγιστη πλάνη του ανθρώπου. Η ύλη είναι Θείο δώρο. Είναι σκαλοπάτι. Να τη χρησιμοποιούμε, να τη δώσουμε και στους άλλους, και να την έχουμε ως σκαλοπάτι για να ανεβούμε να φτάσουμε στον Πλάστη. Γιατί όλοι οι επίγειοι θησαυροί μπροστά στη ψυχή  μας, και μπροστά στον Αθάνατο Πλάστη, είναι ένα μηδενικό. Για αυτό και λέει και το Ευαγγέλιο: «Όπου είναι ο θησαυρός σας, εκεί είναι και η καρδιά σας». Τώρα την Αγία Σαρακοστή, ας προσπαθήσουμε να κάνουμε αυτές τις τρεις νηστείες και να έρθουμε πιο κοντά στον θησαυρό μας, στην αγάπη μας, που είναι ο Ιησούς Χριστός. Και τότε θα είναι καλύτερα.


ΠΗΓΗ.Π. Ανανίας Κουστένης Αρχιμανδρίτης απο το βιβλίο του Το Κύρυγμα της Κυριακής. Λευκωσία 2009.

Saturday, 14 February 2015

Κυριακή των Απόκρεω - Αγαπη και Κρίση


του π. Γεωργίου Αλεντά

Ζωή αποξενωμένη και ζωή «εις χώραν μακράν», είναι, αδελφοί μου, τα μηνύματα που μας υπογραμμίζει η εκκλησία μας τις δυο προηγούμενες, τις πρώτες Κυριακές του Τριωδίου. Εγωκεντρισμός και απομάκρυνση από την πατρική αγάπη, είναι οι παράγοντες οι οποίοι μας κατευθύνουν στην αποδημία. Και οι δυο τύποι ανθρώπων και ο Φαρισαίος και ο Άσωτος οδηγήθηκαν ηθελημένα στην εξορία. Οδηγήθηκαν μακράν της πατρικής αυλής και στον οδυνηρό κόσμο της μοναξιάς.
Ο Φαρισαίος, κραυγαλέο παράδειγμα υπεροπτικής αυτό-αποθέωσης, βιώνει έντονα αυτή την υπαρξιακής του μοναξιά και για να υπερπηδήσει την αρρωστημένη του κατάσταση, ρίχνει τις ευθύνες σ’ όλους τους άλλους .» Ουκ ειμί ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων». Είμαι υποχρεωμένος να ζω μόνος γιατί δεν είμαι σαν κανέναν άλλον.
Ο Άσωτος, της δεύτερης Κυριακής, ζει κι αυτός αρχικά, σ’ ένα κόσμο εικονικό. Σ’ ένα κόσμο αλλοτριωμένο. Στον απατηλό κόσμο της ψεύτικης και ζημιογόνου ελευθερίας, όπου κυριαρχεί η ικανοποίηση και μόνο των αισθήσεων και η αδιαφορία για οτιδήποτε άλλο. Στην ουσία ζει κι αυτός μόνος. Αποκομμένος από την αγάπη και την ασφάλεια του πατρικού περιβάλλοντος, αποχαυνωμένος από τα ψεύτικα «ζήτω», τα προσποιητά χαμόγελα και τα πληρωμένα χειροκροτήματα, βρίσκεται σε κατάσταση εξορίας και αποκοπής .
Αποξένωση λοιπόν από την μόνη πηγή ζωής, το Θεό, με Φαρισαϊκό εγωκεντρισμό και δραστηριότητες που περιορίζονται μόνο μέσα στα όρια της βιολογικής εμβέλειας, είναι η κύρια αιτία της υλιστικής αντίληψης της ζωής, της θεώρησης των πάντων με κέντρο τον εαυτό μας. Έλλειψη επικοινωνίας, έλλειψη διαπροσωπικών σχέσεων, απουσία αγάπης.
Μια ζωή όμως αμετανόητη, μια αποδημία «εις χώραν εξορίας», χωρίς επαφή με τον άνθρωπο, χωρίς διαπροσωπική σχέση, χωρίς άγγιγμα ψυχής, χωρίς αγάπη, είναι ζωή χωρίς επιστροφή, είναι ζωή μακριά «από το πατρικό σπίτι», είναι ζωή που αδυνατεί να μας επαναφέρει στην «πατρική αγκαλιά».
Aν δεν πάρουμε την γενναία απόφαση της επιστροφής, “αναστάς πορεύσομαι προς τον πατέρα μου”, αν δεν χτυπήσουμε ειλικρινά τα στήθη μας κι αν δεν μονολογώντας «ο Θεός ιλάσθητι μοι τω αμαρτωλά», αν δεν κραυγάσουμε “Ω πόσων αγαθών υστέρημαι ο ταλαίπωρος εγώ… !” δυστυχώς θα συνεχίσουμε να παραμένουμε ξένοι, σε ξένη χώρα, απόμακροι, δυστυχισμένοι, λιμοκτονούντες για ζεστασιά και αγάπη, στερημένοι της Θείας παρουσίας.
Τούτο ακριβώς μας τονίζει η σημερινή, η τρίτη Κυριακή του Τριωδίου, η Κυριακή “των Απόκρεω”. Εδώ πλέον κυριαρχεί η δικαιοσύνη. Η δίκαια κρίση του Θεού. Η ανταμοιβή του καθενός μας ανάλογα με την επιλογή που έκανε. “Την πατρική οικία” ή “τη μακρινή χώρα ”. Την επιστροφή ή την αποδημία. Τη μετάνοια ή την εγωπαθητική αμετανοησία.
«Όταν δε έλθη ο Υιός του ανθρώπου εν τη δόξη αυτού, και πάντες οι άγιοι άγγελοι μετ’ αυτού, τότε θέλει καθίσει επί του θρόνου της δόξης αυτού. Και συναχθήσονται έμπροσθεν αυτού πάντα τα έθνη και αφοριεί αυτούς απ’ αλλήλων, ώσπερ ο ποιμήν αφορίζει τα πρόβατα από των ερίφων και στήσει τα μεν πρόβατα εκ δεξιών αυτού, τα δε ερίφια εξ ευωνύμων».
Έτσι λοιπόν μια βδομάδα πριν μπούμε στην Μ. Τεσσαρακοστή, καλούμαστε να επανεξετάσουμε τον εαυτό μας, τη συνείδηση μας, τις πράξεις μας, τη ζωή μας ολόκληρη, με γνώμονα την σωτήριο απόφαση για επιστροφή, για άπλωμα του χεριού μας στο συνάνθρωπό μας, για άνοιγμα της καρδιά μας, για αγάπη. Να αποτινάξουμε από πάνω μας τον καταστροφικό ζυγό της ραθυμίας. Να επαναπροσδιορίσουμε τους στόχους μας και να στοχεύσουμε στην ανείπωτη και ατελεύτητη μακαριότητα που υπάρχει στην «πατρική αγκαλιά», στην επουράνια Βασιλεία.
Γράφει ο Νικηφόρος Ξανθόπουλος για το σκοπό της Κυριακής αυτής :
«Αυτήν οι θειότατοι πατέρες μετά από τις δύο παραβολές εθέσπισαν, ώστε μαθαίνοντας κάποιος την φιλανθρωπίαν του Θεού, να μην ζει με αμέλεια λέγοντας. Ότι είναι φιλάνθρωπος ο Θεός και όλες μου τις αμαρτίες θα τις συγχωρήσει. Αυτή λοιπόν την φοβερά ημέρα εδώ κατέταξαν, για να συνεφέρουν με τη μνήμη του θανάτου και της προσδοκίας των ερχομένων δεινών, όσους ζουν με αμέλεια, και να μην ελπίζουν μόνο στην φιλανθρωπία του Θεού αλλά και να μάθουν ότι είναι και δίκαιος κριτής και αποδίδει στον καθέναν κατά τα έργα αυτού».
Προτροπή λοιπόν προς μετάνοια και στη σημερινή Κυριακή και μάλιστα πιο έντονη. Μέσα προτροπής για την αφύπνιση και των πιο ραθύμων, ώστε να συναισθανθούν την αποστασία τους και να «έλθουν εις εαυτόν», ο ιερός φόβος που προκαλεί η φοβερά «Μέλλουσα κρίσις». Φόβος και αγωνία για την επερχόμενο δικαστήριο, για τη φανέρωση και των πιο κρυφών μας πράξεων, για την αιωνιότητα της καταδίκης και της κολάσεως.
Ζούμε, αδελφοί μου, στην εποχή της κρίσης. Της οικονομικής κρίσης και αρχίσαμε σιγά – σιγά να στερούμαστε πολλά από αυτά τα οποία μέχρι πρότινος τα θεωρούσαμε δεδομένα κι απαραίτητα. Φτάσαμε τώρα στο σημείο να μην μπορούμε πλέον να τα κατέχουμε και μας φαίνεται πολύ δύσκολη αυτή η κατάσταση.
Παρ’ όλα αυτά συνεχίζουμε στην αμετανοησία μας. Συνεχίζουμε να παραμένουμε μόνοι με τον εαυτό μας. Συνεχίζουμε να είμαστε κλεισμένοι στον εαυτό μας και α μην κοιτάζουμε, να μη μας ενδιαφέρει και πολύ το τι γίνεται γύρω μας. Έτσι ακόμη κι αυτές τις στιγμές, σταθερή μας φροντίδα, συνεχής και αδιάκοπη απασχόλησή μας είναι το πως θα πως θα περνάμε καλύτερα, χωρίς δυσκολίες, μακριά από στενοχώριες και πάντοτε με κέντρο τον εαυτό μας, αδιαφορία για όλους τους άλλους, σαν να είμαστε εμείς το επίκεντρο του κόσμου.
Δέστε όμως, είναι πασιφάνερο, τι γίνεται λίγο πιο πέρα από μας. Τι συμβαίνει σε απόσταση αναπνοής από τον εαυτούλη μας.
Υπάρχει η άλλη πλευρά, η άλλη κατηγορία ανθρώπων. Είναι η κατηγορία των απλών, αδυνάτων, των «ελαχίστων», της σημερινής ευαγγελικής περικοπής. Είναι, «οι αδελφοί του Θεού», όπως τους χαρακτηρίζει η παραβολή, αυτοί που έμειναν μακριά από το ενδιαφέρον μας. Είναι η προς αυτούς συμπεριφορά μας, που θα αποτελέσει και το κριτήριο κατά την ημέρα της κρίσεως. Είναι οι άστεγοι, είναι οι άνθρωποι που ψάχνουν στους σκοιπιδοντενεκέδες για τα δικά μας αποφάγια, είναι οι άρρωστοι, οι φυλακισμένοι, οι κατατρεγμένοι, είναι αυτοί που δεν έχουν τα φάρμακά τους, είναι τα παιδιά του δρόμου, είναι…είναι τόσοι και τόσοι και που καθημερινά αυξάνονται.
Είναι αυτοί που λόγω κρίσεως, η τελική κρίση θα τους δικαιώσει.
Τί γίνεται λοιπόν;
«Στην πραγματικότητα γράφει ο Μητροπολίτης Ζιμπάμπουε και Αγκόλας Σεραφείμ, η δικαιοσύνη του Θεού για την κρίση μας συνδέεται με το περιεχόμενο των επιλογών μας στη ζωή μας. Επιλέγοντας την επιτέλεση του καλού επιλέγουμε τον Παράδεισον. Επιλέγοντας την αδικία σε βάρος των συνανθρώπων μας και την ανοχή μας προς ό,τι είναι αμαρτωλό και κακό, επιλέγουμε την Κόλαση. Για να έχουμε την ελπίδα του Παραδείσου πρέπει οι σκέψεις μας κι οι πράξεις μας να αποβλέπουν στο κοινόν καλόν. Έτσι, αν στη ζωή μας επιλέξουμε την αγάπη, έχουμε την ελπίδα του Παραδείσου, αν γίνουμε φορείς της αδιαφορίας και του μίσους γινόμαστε άξιοι της Κολάσεως.
Η αγάπη είναι κατάσταση ελευθερίας, υπευθυνότητας και μαρτυρίας της αλήθειας. Αντίθετα η κάθε είδους αδιαφορία επιτελέσεως του καλού, αποτελεί μορφή συμμετοχής στην επιτέλεση του κακού και τελικά έκφραση μίσους. …
Έτσι, η σημερινή Ευαγγελική Περικοπή έχει ως κεντρικό θέμα τη Μέλλουσα Κρίση. Κατά τη βεβαίωση λοιπόν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, κριτήριον της μεγάλης εκείνης στιγμής θα είναι η άσκηση της αγάπης, η αγάπη του ανθρώπου προς τους άλλους ανθρώπους. Βλέπουμε δηλαδή το κριτήριο του Θεού να εξαρτάται βασικά από εμάς, από τη στάση μας έναντι των άλλων ανθρώπων. Κατά πόσο δηλαδή, αν δώσαμε νερό στο διψασμένο, αν φιλοξενήσαμε τον ξένο, αν βοηθήσαμε τον φτωχό, αν συμπαρασταθήκαμε έπρακτα στις ανάγκες του διπλανού μας, του κάθε ανθρώπου που συναντάμε μπροστά μας και μπορούμε να τον βοηθήσουμε.
Η φιλεύσπλαχνη και φιλάνθρωπη στάση μας θα σταθεί, σύμφωνα με την μαρτυρία της σημερινής Ευαγγελικής Περικοπής, το μοναδικό μέτρο για την κρίση μας. Ο Θεός μας ζητά να κάνουμε ό,τι μπορούμε, μέσα στο μέτρο των δυνατοτήτων μας. Ζητά πάντοτε το κίνητρο των σκέψεών μας και των πράξεών μας να είναι η αγάπη μας για τους διπλανούς μας. Κι όταν υπάρχει το κίνητρο της αγάπης τότε βρίσκονται εύκολα και οι τρόποι δράσεως και ενεργείας».
Αδελφοί μου.
Σε καιρούς δύσκολους, σε καιρούς απογνώσεως, σε καιρούς αμφισβήτησης των πάντων και γενικής αλλοτρίωσης, όπως και οι καιροί μας, το μήνυμα της σημερινής Κυριακής ίσως είναι το μόνο απαιτούμενο. Παρ’ όλα αυτά ακόμα και τούτη την ώρα, την ώρα μηδέν αποφεύγουμε και να το σκεπτόμαστε μη τυχόν και μαυρίσουμε την καρδιά μας με τέτοιες άσκημες σκέψεις. Δεν θέλουμε ν’ ακούμε τέτοια πράγματα. Δεν έχουμε μάθει να σκύβουμε το κεφάλι και να παραδεχόμαστε τα σφάλματα μας. Το δίκαιο είναι πάντα με το μέρος μας και πάντα εμείς, δεν είμαστε «ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων».
Ας το βάλουμε όμως καλά στο μυαλό μας! Τη ζωή μας την κερδίζουμε όταν μάθουμε να χαμηλώνουμε το ανάστημα μας. Όταν τα μάτια μας χύσουν τα δάκρυα της αγάπης και της μετανοίας. Όταν βγούμε απ’ το «καβούκι μας», καταπατήσουμε την εγωπάθεια μας και πλησιάσουμε το συνάνθρωπο μας. Τον παράδεισο τον κερδίζουμε με την αγάπη.


Saturday, 31 January 2015

ΤΟ ΚΑΤΑΝΥΚΤΙΚΟ ΤΡΙΩΔΙΟ...

 
Συνήθως μέσα στο μήνα Φεβρουάριο αρχίζει στην Εκκλησία μας μια μεγάλη και ιδιαίτερα πνευματική περίοδος που διαρκεί περισσότερο από δύο μήνες και ονομάζεται « ΤΡΙΩΔΙΟ». Η Εκκλησία όλες καθημερινές της Μ .Σαρακοστής καθόρισε στον όρθρο να ψάλλονται κατά βάση τρεις Ωδές. Δηλ. τρείς ομάδες τροπαρίων, γι’ αυτό και η περίοδος αυτή λέγεται Τριώδιο.
            Τα τροπάρια αυτά των τριών Ωδών καθημερινά εκφράζουν σε βάθος όλη τη θεολογία της Εκκλησίας μας. Αναφέρονται στη δημιουργία, στην πτώση και στην ανάπλαση της ανθρώπινης φύσης. Είναι πνευματικά κεντρίσματα που θέλουν με τη θεία λατρεία να αφυπνίσουν τις συνειδήσεις μας.
            Πολλοί ξέρουν πως το Τριώδιο συνδέεται με τις απόκριες που είναι ευκαιρία για γλέντια και ξεφαντώματα. Για την Εκκλησία όμως δεν είναι έτσι. Κι’ εμάς μας ενδιαφέρει να ξέρουμε τι είναι το Τριώδιο κατά την Εκκλησία κι’ όχι πως το παίρνει και το εννοεί ο κόσμος, σαν ευκαιρία για ακαταστασία και παρεκτροπές στη ζωή μας. Γιατί αυτό γίνεται σήμερα. Όλος ο κόσμος χοροπηδά στους δρόμους.
            Δεν είναι βέβαια κακό πράγμα αυτό .Οι χαρούμενοι άνθρωποι μπορούν να χορεύουν. Αλλά πολλοί χριστιανοί χορεύουν μασκαρεμένοι στο δρόμο, ξαναφέρνοντας παλιά ειδωλολατρικά έθιμα. Πολλοί νομίζουν ότι όλες οι ασχήμιες που γίνονται στια απόκριες, είναι δικά μας ελληνικά και χριστιανικά έθιμα, που πρέπει να διατηρήσουμε. Όχι, είναι κακή κληρονομιά της ειδωλολατρίας
Οι ασχήμιες που γίνονται στους δρόμους δεν είναι δικά μας ελληνικά και χριστιανικά έθιμα τώρα τις αποκριές. Δεν είναι καλά έθιμα αυτά, να μασκαρεύονται και να εξευτελίζονται οι άνθρωποι στο δρόμο. Κανένας σοβαρός και νοικοκύρης άνθρωπος, όχι δεν μασκαρεύεται, αλλά και δεν βγαίνει στο δρόμο να βλέπει τέτοιες ασχήμιες. Η Εκκλησία δεν τα επαινεί αυτά και δεν τα επιτρέπει. Βέβαια δεν έχει πολιτική δύναμη για να τα απαγορεύσει και να εμποδίσει τις ασχήμιες.
            Έχει όμως λόγο για να τον μεταχειρίζεται ως όπλο, για να πει τι είναι και τι γίνονται τις απόκριες και για να προτρέψει το λαό να απέχει από τέτοιες ασχήμιες. Γιατί όλοι αυτοί οι άνθρωποι που ξεχύνονται στους δρόμους μασκαρεμένοι χορεύοντας και γελώντας, δεν είναι απλώς λαός, αλλά είναι ο λαός του Θεού. Είναι χριστιανοί, παιδιά της Εκκλησίας που το Πάσχα θα προσέλθουν να κοινωνήσουν.
            Το Τριώδιο λοιπόν δεν είναι μια ευκαιρία για να ασωτέψουν οι πιστοί, αλλά καιρός για να ετοιμαστούν σαν φρόνιμοι άνθρωποι, για τη μεγάλη γιορτή του Πάσχα.
            Τα Τριώδιο γι’ αυτούς που ενδιαφέρονται για την πνευματική τους προκοπή και σωτηρία είναι ένα στάδιο πνευματικών αγώνων και αυτό πρέπει να ξέρει και να ενδιαφέρονται οι χριστιανοί, κι ‘όχι τα καρναβάλια που γίνονται στο δρόμο.
            Βρισκόμαστε σε πολύ δύσκολους καιρούς. Δεν μας μένουν ευκαιρίες για μασκαρέματα και καρναβάλια. Εκτός κι αν θέλουμε να το ρίξουμε έξω κι’ ό, τι γίνει ας γίνει. Μα κι αν θέλουμε να γιορτάσουμε με γιορτές στους δρόμους δεν πρέπει να ξεχνάμε τις κρίσιμες ώρες που περνάει η πατρίδα μας.
            Η Εκκλησία πιστεύει, ότι οι ‘Έλληνες χριστιανοί δεν έχουν χάσει την πίστη τους και δεν θέλουν να επιστρέψουν στην ειδωλολατρία. Γι’ αυτό αυτές τις ημέρες που έρχονται ας ζήσουμε την αληθινή χριστιανική ζωή για να δοξάζεται το όνομα του Θεού με τη δική μας ζωή και να έχουμε σωτηρία στο Θεό.
            Καλό Τριώδιο .

Tuesday, 8 April 2014

ΓΙΑΤΙ ΛΕΓΕΤΑΙ “ΚΟΥΦΗ” ή “ΒΟΥΒΗ” ΕΒΔΟΜΑΔΑ , Η ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΠΡΙΝ ΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ


H έκτη και τελευταία εβδομάδα της Μεγ. Σαρακοστής ονομάζεται “Εβδομάδα των Βαϊων”. Για έξι μέρες πριν το Σάββατο του Λαζάρου και την Κυριακή των Βαϊων η λατρεία της Εκκλησίας μας ωθεί ν’ ακολουθήσουμε το Χριστό καθώς πρώτος αναγγέλει το θάνατο του φίλου Του και κατόπιν αρχίζει το ταξίδι Του στη Βηθανία και στην Ιερουσαλήμ. Στο κέντρο της προσοχής είναι ο Λάζαρος – η αρρώστεια του, ο θάνατός του, ο θρήνος των συγγενών του και η αντίδραση του Χριστού σ’ όλα αυτά. Η τελευταία εβδομάδα δηλαδή περνάει με πνευματική περισυλλογή πάνω στην ερχόμενη συνάντηση του Χριστού με το θάνατο – πρώτα στο πρόσωπο του φίλου Του Λαζάρου, έπειτα στο θάνατο του ίδιου του Χριστού. Πλησιάζει η “ώρα του Χριστού” για την οποία τόσο συχνά μιλούσε και προς αυτήν προσανατολιζόταν όλη η επίγεια διακονία Του. Η ανάσταση του Λαζάρου έγινε για να βεβαιωθούμε για “Την κοινήν ανάστασιν”. Είναι κάτι το συναρπαστικό να γιορτάζουμε κάθε μέρα για μια ολοκληρη εβδομάδα αυτή τη συνάντηση ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο, που αργά αργά πλησιάζει, να γινόμαστε μέρος της, να νιώθουμε με όλο το είναι μας αυτό που υπονοεί ο Ιωάννης με τα λόγια του:”Ιησούς ως είδεν αυτήν κλαίουσαν και τους συνελθόντας… ενεβριμήσατο τω πνεύματι και ετάραξεν εαυτόν… και εδάκρυσεν” (Ιωάν. 11, 33-35) .Μέσα στη λειτουργική ορολογία, το Σάββατο του Λαζάρου και η Κυριακή των Βαϊων είναι η”έναρξη του Σταυρού”. (Ι.Μ.Π).

Παρά ταύτα ο ευσεβής λαός μας αποκαλεί την εβδομάδα αυτή «κουφή» η «βουβή» με μοναδική δικαιολογία ότι την Εβδομάδα αυτή δεν τελούνται Ακολουθίες και ως εκ τούτου δεν σημαίνει ούτε η καμπάνα οπότε ούτε λέμε(Ακολουθία) ούτε ακούμε(Καμπάνα)αυτήν την Εβδομάδα. Όμως η πραγματικότητα είναι άλλη. Αρκεί μια ματιά στα Λειτουργικά βιβλία της Εκκλησίας μας για να μας πείσει ότι,όχι «βουβή» και «κουφή»δεν είναι αυτή η Εβδομάδα αλλά αντίθετα όπως είδαμε και πιο πάνω είναι πλήρης μηνυμάτων και Θεολογικών εννοιών γύρω από το Μυστήριο του θανάτου. Παλαιότερα αυτό εκαλλιεργείτο και από τους ίδιους τους ιερείς σαν μια δικαιολογημένη ίσως!! προσπάθεια για λίγη ξεκούραση λίγο πρίν τον μεγάλο κόπο της Αγίας και Μεγάλης Εβδομάδος. Το Τυπικό της Εκκλησίας μας, υπαγορεύει και αυτήν την Εβδομάδα τις Ακολουθίες που τελούνται καθ’ όλη την Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Δηλ.Μεσονυκτικό Όρθρο,Ώρες και Εσπερινό το πρωί,το Μεγάλο Απόδειπνο το απόγευμα, την Προηγιασμένη Θ.Λειτουργία την Τετάρτη και την Παρασκευή καθώς και το Μικρό Απόδειπνο με τον κανόνα του Αγίου Λαζάρου την Παρασκευή το απόγευμα. Η μοναδική Ακολουθία που απουσιάζει είναι η Ακολουθία των Χαιρετισμών της Παναγίας η οποία αποτελεί και την μοναδική χαρμόσυνη νότα στην πένθιμη περίοδο που διανύουμε. Τό ότι δεν τελείται η χαρμόσυνη Ακολουθία των Χαιρετισμών την Εβδομάδα αυτή οδήγησε στην παρεξήγηση ; Ίσως!

 Η τελευταία εβδομάδα της Σαρακοστής(αφού από την Κυριακή ξεκινά η Μεγάλη Εβδομάδα με την δική της νηστεία), είναι η τελική αποκάλυψη του νοήματος της Μεγάλης Σαρακοστής που είναι η μετάνοια, η νηστεία από την αμαρτία, η χαρμολύπη και η επαναβίωση του λατρευτικού στοιχείου της Εκκλησίας! Ας φροντίσουμε να μην χάσουμε τα όσα έχει να μας προσφέρει και αυτήν την Εβδομάδα η Εκκλησία μας ξεφεύγοντας από επιπόλαιες και ανυπόστατες συμβουλές γύρω από την Λατρευτική μας ζωή.


Επίκαιρος και εύστοχος όπως πάντα ο λόγος του π.Μωυσέως του Αγιορείτου για τις Άγιες Αυτές και Μεγάλες Ημέρες. «Πάντα τη Μεγάλη Παρασκευή, να ‘σαι μόνος σαν το Χριστό προσμένοντας το τελευταίο καρφί, το ξύδι, τη λόγχη. Τις ζαριές ν’ ακούς ατάραχα στο μοίρασμα των υπαρχόντων σου, τις βλαστήμιες, τις προκλήσεις, την αδιαφορία. Πριν την Παρασκευή δεν έρχεται η Κυριακή, τότε λησμονάς τα μαρτύρια των δρόμων της Μεγάλης Παρασκευής της ζωής μας. Μην ξαφνιαστείς, μη φοβηθείς στ’ απρόσμενο σουρούπωμα. Οι μπόρες του ουρανού δε στερεύουν. Η ξαστεριά θα ’ρθεί το Σαββατόβραδο. Τότε λησμονάς τα μαρτύρια των δρόμων της μεγάλης Παρασκευής της ζωής μας»
 
πηγη.ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΗΒΩΝ
 
 

Saturday, 5 April 2014

Η Οσία πόρνη. Το θαύμα της μετανοίας.

 
Μοναχός Μωυσής, αγιορείτης
 
Πριν 1.400 χρόνια μια κοπέλα, μόλις δώδεκα ετών, κάπου στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, μπλέκεται στα δίχτυα του αγοραίου έρωτα. Δίνεται με σώμα και ψυχή στην πτώση, στην αμαρτία, στη φθορά.
 
Η σαρκολατρεία, η ηδονοθηρία, η ακόρεστη λαγνεία την κατακυριεύουν πολύ νωρίς. Επί δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια ζούσε αχόρταγα αυτή τη ζωή δίχως αναστολές, ντροπές, επιφυλάξεις, ενοχές και τύψεις. Θεωρούσε τον εαυτό της ελεύθερο, ανεξάρτητο, ανεξέλεγκτο και ακατανίκητο. Θαύμαζε την ωραιότητά της, τα πλούτη της, τις κατακτήσεις της και την προκλητικότητά της.
 
Ένα θαυμαστό σημείο που της συνέβη στα Ιεροσόλυμα και δεν μπορούσε να εισέλθει στο ναό την έκανε να γονατίσει, να δακρύσει, να θυμηθεί την αθωότητα των παιδικών της χρόνων. Άρχισε να κλαίει. Άρχισε η μεταστροφή της. Η φιλόσαρκη γίνεται ξαφνικά φιλόθεη. Μεταμορφώνεται, ξεμασκοφορεί, φιλοκαλεί, ανασταίνεται. Στην καρδιά της, μετά από αυτή την απρόσμενη υπαρξιακή αλλαγή, κυριαρχεί ο θεός έρωτας. Η ζωή της λαμβάνει βαθύ νόημα. Πρόκειται για μια ηρωίδα, μάρτυρα και οσία. 
 
Αναχωρεί για την έρημο, την πέραν του Ιορδάνου, αποφασιστικά και ανυποχώρητα. Οι λογισμοί επιστροφής στην πρότερη ζωή δεν την αφήνουν να ησυχάσει ούτε για ένα λεπτό. Τυραννιέται από τους σφοδρούς κι αισχρούς λογισμούς επί δεκαεπτά χρόνια. Όσα χρόνια ζούσε στην αμαρτία. Κόντεψε ν’ απελπιστεί. Έγινε ένας σκελετός από τη νηστεία.
 
Κυκλοφορούσε σαν ένα αγρίμι της ερήμου. Η αφιλόξενη έρημος, η ξένη γη, πέτρες και σπηλιές υπήρξαν κατοικίες. Έζησε άλλα είκοσι τρία χρόνια δίχως τον φοβερό πόλεμο των λογισμών. Εξαϋλώθηκε. Η περίφημη πόρνη έγινε η μεγαλύτερη ασκήτρια όλων των αιώνων. 
 
Ο αββάς Ζωσιμάς ιεραποδημώντας μια Σαρακοστή στην έρημο είδε μια σκιά περιπλανώμενη. Όταν αντελήφθη ότι ήταν μια γυναίκα, κάλυψε με το ιμάτιό του τη γύμνια της και πληροφορήθηκε με συγκίνηση τη θαυμαστή ζωή της. Επιστρέφοντας την κοινώνησε. Μετά ένα έτος τη βρήκε νεκρή. Σ’ ένα κεραμίδι είχε σημειώσει ότι ανεπαύθη μόλις κοινώνησε.
 
Η αμαρτία δεν είναι απλά η παράβαση του νόμου, αλλά έλλειψη αγάπης στον Θεό. Η αμαρτία φαντάζει πάντα πολύ ωραία, λίαν ελκυστική και σαγηνευτική. Συλλαμβάνεται στο νου, αποδέχεται και διαπράττεται. Η αμαρτία συνηθίζει να στερεί τη μακάρια γαλήνη της ψυχής. Η συννεφιά που προηγείται της αμαρτίας, μετά τη διάπραξή της υποχωρεί και ο άνθρωπος βλέποντας τη γυμνότητά του στενοχωρείται, θλίβεται κι έχει τύψεις. Η ουρά του διαβόλου επεμβαίνει, ώστε ο άνθρωπος ν’ απογοητευτεί και να μη θέλει να μετανοήσει. 
 
Ο μέγας ψυχοανατόμος, όσιος Ιωάννης της Κλίμακος, όρισε με καταπληκτική σαφήνεια τα στάδια της αμαρτίας: Προσβολή, συνδυασμός, συγκατάθεση, αιχμαλωσία, πάλη, πάθος. Το πάθος γίνεται συνήθεια αγαπητή και χρόνια που παρασύρει τον άνθρωπο δίχως αντιστάσεις. Η αμαρτία σκοτίζει τον άνθρωπο. Σήμερα θεωρείται αδιάφορα, έχει γίνει κανόνας, ο άνθρωπος νομίζει πως κάνοντας ό,τι θέλει είναι και ελεύθερος. Όποιος νόμος και αν ψηφισθεί, η αμαρτία δεν θα παύσει να είναι αμαρτία και να ενοχλεί την ψυχή κάθε τίμιου, σοβαρού κι ευσυνείδητου ανθρώπου. Φθάσαμε το αφύσικο να το λέμε φυσικό και το παράλογο λογικό. Αποτέλεσμα της αμαρτίας: αποξένωση, απομόνωση, κενό, μοναξιά, απόγνωση και στενοχώρια. 
 
Η οσία Μαρία συνδράμει στοργικά στη μεταστροφή όλων. Απέτυχε ως πόρνη και νίκησε ως ασκήτρια. Πρόκειται για τρομερά γενναία γυναίκα. Εμπνέει. Συνεγείρει τους αμαρτωλούς. Μη φοβάται κανείς τις λέξεις αλλά τις ανειρήνευτες πράξεις. Τελειώνει η Σαρακοστή και η Αλεξανδρινή Μαρία μας σκουντά να προχωρήσουμε άφοβα. Μας παρακινεί προς επαναπροσανατολισμό και να μας πει εμπιστευτικά πως και οι πόρνες μπορούν να θέλουν να γίνουν όσιες…
 
 
 πηγή:Εφημερίδα «Μακεδονία»

Sunday, 23 March 2014

Λόγος Αγίου Λουκά Συμφερουπόλεως στην Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως


Λόγος εις την Κυριακήν της Σταυροπροσκυνήσεως – Αγίου Λουκά Αρχιεπ. Συμφερουπόλεως της Κριμαίας.
«Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς. Άρατε τον ζυγόν Μου εφ' υμάς και μάθετε απ' Εμού, ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία, και ευρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχαίς υμών. Ο γαρ ζυγός μου χρηστός και το φορτίον μου ελαφρόν εστίν» (Ματθ. ΙΑ.28 – 30).
Μεγάλη είναι η αγκαλιά του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Τόσο μεγάλη που δεν μπορούμε να φανταστούμε. Ο Κύριος έχει στην αγκαλιά του όλους όσους υποφέρουν στη ζωή τους από τις θλίψεις και τις στενοχώριες. Τί βάθος έχει η καρδιά Του και πόσο δυνατή είναι η αγάπη Του, αφού μπορεί όλους αυτούς που κοπιάζουν και είναι φορτωμένοι να τους αναπαύσει, να τους παρηγορήσει και να τους δώσει δύναμη να υπομένουν τις θλίψεις και να μην απελπίζονται όταν αδικούνται στη ζωή τους!
Είναι όμως παράξενος ο τρόπος με τον οποίο επιχειρεί να το κάνει! Μας προτείνει να αφήσουμε τον ανυπόφορο για πολλούς ζυγό της ζωής και να σηκώσουμε επάνω μας έναν άλλο ζυγό: άγνωστο στον κόσμο, απαλό, αγαθό και ελαφρό, δικό του ζυγό. Όταν λέμε ζυγό, εννοούμε κατάσταση στην οποία βρίσκεται ένας δούλος. Την κατάσταση βέβαια αυτή δεν την θεωρούμε καθόλου ευχάριστη. Τον δικό του όμως ζυγό ο Κύριος τον ονομάζει απαλό και ελαφρό.
Πώς να το καταλάβουμε; Γιατί είναι απαλός και ελαφρός ο ζυγός του Χριστού; Μήπως επειδή ζυγό ονομάζει τον θείο νόμο της αγάπης του τον οποίο δίνει στον κόσμο, στον κόσμο ο οποίος σχεδόν καθόλου δεν σκέφτεται την αγάπη; Ή επειδή ο δικός του λόγος της αγάπης άνοιξε για την ανθρωπότητα, που ζούσε χωρίς αγάπη, έναν καινούριο κόσμο, έναν κόσμο στον οποίο λάμπει το θείο φως της αγάπης, που διαλύει το οποιοδήποτε σκοτάδι; Δεν είναι μεγάλη χαρά να βγούμε από το σκοτάδι στο φως; Δεν θα σκιρτήσει η καρδιά του ανθρώπου όταν θα βγει από το σκοτάδι και θα καταλάβει ότι ο ίδιος ο Κύριος τον κρατά στην αγκαλιά Του;
Αλλά τί επιτέλους σημαίνει ζυγός του Χριστού; Σημαίνει να ζούμε σύμφωνα με τις εντολές του. Να είμαστε ταπεινοί και πράοι, να διψάμε και να πεινάμε την υψίστη αλήθεια. Να είμαστε ελεήμονες και καθαροί τη καρδία. Να μας κακολογούν και να μας διώκουν για την πίστη στον Υιό του Θεού και για την αγάπη του. Ναι, αυτό και μόνο αυτό σημαίνει ο απαλός ζυγός του Χριστού και το ελαφρό φορτίο του. Τη δύναμη για να τα σηκώσουμε μας τη δίνει ο Σταυρός του Χριστού, που υψώνεται πάνω από τον κόσμο και τον φωτίζει, ο Σταυρός πάνω στον οποίο ο Υιός του Θεού υπέφερε τα πάθη και έδωσε την ζωή Του για να ζει ο άνθρωπος.
Ας προσκυνήσουμε το υποπόδιο του Σταυρού του Χριστού με όλη την ψυχή μας. Αυτός είναι ο απαλός ζυγός του Χριστού, να ακολουθήσουμε τον δρόμο του μαρτυρίου και των διωγμών ο οποίος οδηγεί εκεί όπου αιώνια λάμπει ο Σταυρός του Χριστού μας. Ας ακολουθήσουμε τον Σωτήρα μας και ας θυμόμαστε πάντοτε ότι Αυτός που είναι αληθινός Θεός λέει για τον εαυτό Του ότι είναι πράος και ταπεινός τη καρδία. Να είμαστε και εμείς πράοι και ταπεινοί για να τον ακολουθήσουμε στον δρόμο προς την Βασιλεία της αιώνιας Δικαιοσύνης και του ανεσπέρου Φωτός. Αμήν.

Από την συλλογή: «Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας, Λόγοι και ομιλίες που εκφωνήθηκαν στην Συμφερούπολη κατά την περίοδο 1955-1957.» τόμος Α. Σελ. 100 – 102.
Μετάφραση από τα ρωσικά.
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ» Θεσσαλονίκη.

Friday, 21 March 2014

Κυριακή Σταυροπροσκυνήσεως: Ο Σταυρός του Χριστού η Ωραιότης της Εκκλησίας!


Την τρίτη Κυριακή των Νηστειών η Εκκλησία μας προβάλλει στους πιστούς της τον Σταυρό του Κυρίου. Κατά το συναξάρι της ημέρας: «Επειδή με τη σαρανταήμερη νηστεία, κατά κάποιο τρόπο σταυρωνόμαστε και εμείς με τη νέκρωση από τα πάθη, κι έχουμε μια αίσθηση πικρίας με το να μας δημιουργείται ακηδία και κατάπτωση, μπαίνει μπροστά μας ο τίμιος και ζωοποιός Σταυρός, σαν αναψυχή και στήριγμά μας, και σαν υπόμνηση του Πάθους του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και παρηγοριά: αν ο Θεός μας σταυρώθηκε για μας, πόσα πρέπει να κάνουμε εμείς για χάρη Του; Ανακουφιζόμαστε λοιπόν από τους κόπους μας, με την παράθεση των δεσποτικών θλίψεων και με την υπόμνηση και ελπίδα της δόξας που ήρθε μέσα από τον Σταυρό». Κι είναι πράγματι μία επιπλέον ευκαιρία που δίνει η Εκκλησία για να προβληματιστούμε πάνω στο μέγιστο μυστήριο της Σταυρικής Θυσίας του Κυρίου μας.

 1. Ο Σταυρός του Χριστού: ιστορικό γεγονός.
Στο Σύμβολο της Πίστεως, εκεί που αναφέρεται στον Σταυρό του Κυρίου, λέει: «Σταυρωθέντα τε υπέρ ημών επί Ποντίου Πιλάτου». Ο Χριστός σταυρώθηκε στην Ιουδαία επί της ηγεμονίας του Ποντίου Πιλάτου. Η σταύρωση δηλαδή έχει ιστορικές συντεταγμένες. Δεν αποτελεί ένα μύθευμα – συνέβη «μια φορά κι έναν καιρό», δηλαδή ποτέ. Ούτε πάλι κατανοείται ως πιθανή ψευδαίσθηση ορισμένων πιστών. Πρόκειται για γεγονός της ιστορίας, που προκαλεί τον οιονδήποτε, πιστό ή αμφισβητία, να ερευνήσει το γεγονός, να το ψηλαφήσει με ανθρώπινα μέσα, να το εντάξει μέσα σε ευρύτερα πλαίσια. Με άλλα λόγια, η αποδοχή της ιστορικότητας του Ιησού Χριστού και των παθών Του είναι αναμφισβήτητη. Μόνον κακοπροαίρετοι και ελλειμματικοί κατά τον νου προκαλούν ερωτηματικά πάνω στα αυτονόητα. Η ίδια η ιστορία όμως τους διαψεύδει. Ο Χριστός έπαθε «επί Ποντίου Πιλάτου».

Για τους πιστούς όμως υπάρχει και η οραματική επιβεβαίωση του γεγονότος της Σταύρωσης και από πολλούς αγίους. Δεν είναι λίγοι οι άγιοι που «είδαν» με τη χάρη του Θεού τα γεγονότα του Πάθους.  Θυμόμαστε για παράδειγμα το περιστατικό του Γεροντικού με τον όσιο Ποιμένα. Σε έκσταση ευρισκόμενος αλλοιώθηκε το πρόσωπό του, ενώ δάκρυα το αυλάκωναν πυκνά. Και πιεζόμενος από τους μαθητές του ομολόγησε: «Ήμουν κάτω από τον Σταυρό του Κυρίου με την Παναγία Μητέρα Του και τον άγιο Ιωάννη. Πόσο θα ήθελα διαρκώς να κλαίω έτσι μαζί τους!» Παρόμοιο όραμα – και όχι μία μόνο φορά – έζησε και ο μεγάλος Γέροντας της εποχής μας π. Πορφύριος. Κι εκείνος Μεγάλη Πέμπτη βράδυ, αλλά και άλλη φορά, «είδε» τον Εσταυρωμένο και συγκλονισμένος, τόσο που δεν μπορούσε να συνεχίσει την ακολουθία, έζησε στιγμές από το άγιο Πάθος Του.
 . Ο Σταυρός: μυστήριον μέγα.
Αν όμως η ιστορικότητα της Σταύρωσης του Κυρίου είναι αναμφισβήτητη, εκείνο που δημιουργεί πρόβλημα αποδοχής είναι το είδος του σταυρικού μαρτυρίου του Χριστού. Το μαρτύριο του Χριστού δεν είναι κάτι το εξωτερικό: βάσανα που φαίνονται. Τέτοια βάσανα σωματικής μορφής πέρασαν άνθρωποι, προ Χριστού και μετά Χριστόν. Το μαρτύριο του Χριστού είναι ποιοτικό, έχει δηλαδή βάθος που δεν μπορεί να προσεγγιστεί παρά μόνον με την πίστη. Διότι επάνω στον Σταυρό δεν πάσχει ένας άνθρωπος, αλλ’ ο ίδιος ο Υιός του Θεού ως άνθρωπος.
Η εν πίστει προσέγγιση – δείγμα της χάρης του Θεού – διανοίγει τους οφθαλμούς της καρδιάς για να δει ο άνθρωπος την πραγματικότητα: την άρση της αμαρτίας του κόσμου από τον Χριστό. Ο Χριστός πάνω στον Σταυρό «αίρει την αμαρτίαν του κόσμου», γεγονός που σημαίνει ότι καταργείται για τον άνθρωπο «το σώμα της αμαρτίας» – δεν αμαρτάνει αναγκαστικά πια ο άνθρωπος – και συμφιλιώνεται με τον Θεό. Με τον Σταυρό του Χριστού έτσι διανοίχτηκε η κλειστή θύρα της Βασιλείας των Ουρανών. Ο Ουρανός έγινε φιλικός και πάλι προς αυτόν. Ό,τι έχασε ο άνθρωπος από την ανυπακοή των πρωτοπλάστων, το κέρδισε πολύ περισσότερο τώρα, με τη μέχρι θανάτου υπακοή του Χριστού, του νέου Αδάμ. «Παρ’ ότι ήμασταν εχθροί με τον Θεό, μας συμφιλίωσε μαζί Του ο σταυρικός θάνατος του Υιού Του…Κι όπως η παρακοή του ενός ανθρώπου έκανε όλη την ανθρωπότητα αμαρτωλή, έτσι και με την υπακοή του ενός θα αναγνωριστούν όλοι δίκαιοι από τον Θεό» (Ρωμ. 5, 10. 19). «Άρα ουκέτι εστέ ξένοι και πάροικοι, αλλά συμπολίται των αγίων και οικείοι του Θεού» (Εφ. 2, 19).
Η άρση της αμαρτίας του κόσμου δεν σχετίζεται με ορισμένες μόνον εποχές. Ο Χριστός «αίρει την αμαρτίαν» σύμπαντος του κόσμου: του προ Αυτού, του κατά την εποχή Του και του μετά από Αυτόν. Έτσι δεν υπάρχει κανείς που να μην είναι ενταγμένος στην κίνηση αγάπης Του, ενώ, ακριβώς γι’ αυτό, δεν υπάρχει αμαρτία ασυγχώρητη. Εκείνος που θα επικαλεστεί μετά τη σταύρωση του Κυρίου τις πολλές και μεγάλες αμαρτίες του για να δικαιολογήσει την απομάκρυνσή του από τον Θεό, ουσιαστικά βλασφημεί τον Σταυρό Εκείνου. Είναι ευνόητο μετά τα παραπάνω ότι οποιαδήποτε λογική προσπάθεια κατανοήσεως του μαρτυρίου του Χριστού διαστρέφει το μαρτύριο και το πάθος Του. Διότι το υποβαθμίζει σε κάτι το φυσικό και ανθρώπινο μόνο. Ο Σταυρός του Χριστού, που αποκορυφώνει το όλος πάθος της ζωής Του, είναι μυστήριο μεγάλο. Αποτελεί θέα των πιστών που κατ’ αναλογία της πίστεώς τους βιώνουν τη χάρη του Θεού μέσα στην καρδιά τους.
 3. Ο Σταυρός: φανέρωση της αγάπης του Θεού.
Η αποδοχή του Σταυρού του Κυρίου ως μυστηριακού γεγονότος οδηγεί στην υπέρβαση της παγίδας των «αναλύσεων». Οι αναλύσεις σχετικοποιούν το μυστήριο του Σταυρού και το υποβιβάζουν, όπως είπαμε, στο επίπεδο της ανθρώπινης λογικής. Στην παγίδα αυτή δυστυχώς έπεσαν στο παρελθόν η Δυτική θεολογία και όσοι από τους ορθοδόξους θεολόγησαν με Δυτικά κριτήρια. Δεν ξεχνάμε για παράδειγμα την προσπάθεια του Ανσέλμου Κανταουρίας, που προβληματιζόταν πάνω στο ερώτημα «γιατί έγινε άνθρωπος ο Θεός και γιατί έπαθε». Και η απάντηση που έδινε αποκάλυπτε τη δικανική- νομική κατανόηση της σωτηρίας του ανθρώπου από τον Θεό: να εξιλεωθεί ο Θεός με το πάθος του Υιού Του.
Η ορθόδοξη Εκκλησία απέφυγε τον πειρασμό. Προβληματίστηκε μόνο πάνω στο «έδει παθείν τον Χριστόν», έπρεπε να πάθει ο Χριστός, που σήμαινε γι’ αυτήν κυρίως δύο πράγματα: 1. Το μέγεθος της αμαρτίας του ανθρώπου, τέτοιας που η διδασκαλία μόνη του Χριστού ή και τα θαύματά Του δεν ήταν ικανά προς σωτηρία. Έπρεπε να θυσιαστεί για να αρθεί το χάσμα που η αμαρτία είχε θέσει μεταξύ ανθρώπου και Θεού. 2. Την άπειρη αγάπη του Θεού, που δεν διστάζει να θυσιάσει και τον μονογενή Του Υιό για να σωθεί ο κόσμος. «Ούτω γαρ ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον Υιόν Αυτού τον μονογενή έδωκεν, ίνα πας ο πιστεύων εις Αυτόν μη απόληται, αλλ’ έχη ζωήν αιώνιον» (Ιωάν. 3, 16).
Ο προβληματισμός πάνω στην αγάπη του Θεού έθετε για την Ορθόδοξη Εκκλησία και το θέμα της δικαιοσύνης Του. Η δικαιοσύνη του Θεού φανερώθηκε στον Σταυρό ως αγάπη, που σήμαινε κατ’ άνθρωπον αδικία. Και τούτο γιατί ανθρώπινα δεν μπορεί να νοηθεί η καταδίκη του αθώου – του Χριστού που πάσχει υπέρ του αμαρτωλού κόσμου -  και η δικαίωση των ενόχων – των ανθρώπων που απαλλάσσονται από την καταδίκη. Η ανθρώπινη δικαιοσύνη απαιτεί το αντίθετο: την καταδίκη του ενόχου και την απαλλαγή του αθώου. Έτσι με τον Σταυρό ιδίως του Χριστού διαπιστώθηκε ότι η θεία δικαιοσύνη δεν λειτουργεί με τα μέτρα τα ανθρώπινα. Αν λειτουργούσε έτσι, το ανθρώπινο γένος θα έπρεπε λόγω της αμαρτίας του να αφανιστεί. Ευτυχώς για εμάς μέτρο της δικαιοσύνης του Θεού είναι η άπειρη αγάπη Του.
 Η πατερική παράδοση επεσήμανε την αλήθεια αυτή, όπως για παράδειγμα την εκφράζει ο μεγάλος Ισαάκ ο Σύρος: «Μην ονομάζεις τον Θεό δίκαιο. Διότι η δικαιοσύνη του Θεού δεν γνωρίζεται στα έργα σου… Πώς θα ονομάσεις τον Θεό δίκαιο, όταν διαβάζεις στο ευαγγέλιο για τον μισθό των εργατών; Φίλε, λέγει, δεν σε αδικώ, θέλω να δώσω και σ’ αυτόν τον τελευταίο όσα έδωσα και σ’ εσένα. Εάν ο οφθαλμός σου είναι πονηρός, όμως εγώ είμαι αγαθός. Πώς θα ονομάσει κανείς δίκαιο τον Θεό, όταν διαβάζει στο ευαγγέλιο τα περί του ασώτου υιού, που εσκόρπισε τον πατρικό πλούτο σε ασωτείες, και όταν έδειξε μόνο κατάνυξη, πώς έτρεξε ο πατέρας και έπεσε στον τράχηλό του, και του έδωσε εξουσία πάνω σ’ όλον τον πλούτο…Πού είναι η δικαιοσύνη του Θεού; Διότι ήμασταν αμαρτωλοί, και ο Χριστός απέθανε για χάρη μας;»
 4. Ο Σταυρός: κλήση προς μετοχή.
 Η απορροή τόσων μεγάλων δωρεών για τον άνθρωπο από τον Σταυρό του Χριστού -  κατάργηση της αμαρτίας, συμφιλίωση με τον Θεό, επανένταξη στη Βασιλεία του Θεού – είναι γνωστό ότι προϋποθέτει και την αποδοχή του ανθρώπου. Αν ο άνθρωπος δεν πιστέψει στον Χριστό, αν δεν γίνει μέλος του μυστικού σώματός Του, της Εκκλησίας, οι δωρεές αυτές παραμένουν ανενέργητες γι’ αυτόν και κενές περιεχομένου. Διότι προς σωτηρία του ανθρώπου απαιτείται όχι μόνο η χάρη του Θεού, αλλά και η δική του η θέληση. Πώς λοιπόν πιο συγκεκριμένα μετέχει κανείς στο Χριστό, δηλαδή γίνεται μέτοχος των δωρεών της σταυρικής Του θυσίας;
1. Με το βάπτισμα. Το βάπτισμα αποτελεί συμμετοχή στον θάνατο και την Ανάσταση του Κυρίου. Όταν τριττώς καταδύεται και τριττώς αναδύεται ο άνθρωπος από την κολυμβήθρα, την «κοιλιά» της Εκκλησίας, συμμετέχει στον θάνατο και την Ανάσταση Εκείνου. Με τη συμμετοχή του αυτή καθαρίζεται, «πεθαίνει», από κάθε αναγκαστική ροπή αμαρτίας και βγαίνει νέος, αναστημένος άνθρωπος. Ο Χριστός γεννιέται μέσα του και γίνεται μέλος του σώματός Του. «Πραγματικά, το βάπτισμά μας σημαίνει πώς συμμετέχουμε στον θάνατο και στην ταφή του Χριστού. Κι όπως ο Πατέρας Θεός με τη δύναμή Του ανέστησε τον Χριστό από τους νεκρούς, το ίδιο κι εμείς μπορούμε να ζήσουμε μία νέα ζωή. Όπως δηλαδή ενταχτήκαμε οργανικά στο σώμα του Χριστού με μία πράξη που συμβολίζει συμμετοχή στον θάνατό του, έτσι θα συμμετάσχουμε πραγματικά και στην ανάστασή Του» (Ρωμ. 6, 4-5).
 2. Με τη θεία Κοινωνία. Η μετοχή του ανθρώπου στον Σταυρό δεν σταματά με το βάπτισμα και το συνακόλουθο βεβαίως χρίσμα. Συνεχίζεται διαρκώς με την εν μετανοία μετοχή του πιστού στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Διότι η Θεία Ευχαριστία προσφέρει τη διακράτηση και την αύξηση της χάρης του Θεού, που εισήλθε στο βάθος της ψυχής διά του βαπτίσματος. Έτσι χωρίς το σώμα και το αίμα του Χριστού ο πιστός αδυνατίζει και μαραίνεται πνευματικά, που σημαίνει ότι οι δωρεές του Σταυρού με την Θεία Ευχαριστία ανανεώνονται και πολλαπλασιάζονται.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος μιλώντας για τη Θεία Ευχαριστία τονίζει τον σταυροαναστάσιμο χαρακτήρα αυτής: «Όταν προσίης τω φρικτώ ποτηρίω, ως απ’ αυτής πίνων της πλευράς, ούτω προσίης», όταν προσέρχεσαι δηλαδή στο φρικτό ποτήριο, να προσέρχεσαι σαν να πίνεις από την ίδια την πλευρά του Σωτήρος.
 3. Με τον αγώνα για πνευματική ζωή. Ο Χριστιανός δεν γίνεται πνευματικός, μέτοχος δηλαδή των δωρεών του Πνεύματος του Θεού, μόνο με τη συμμετοχή του στα μυστήρια. Μία τέτοια θεώρηση θα έδειχνε ότι η σωτηρία είναι αποτέλεσμα μόνο της χάρης του Θεού χωρίς την ανθρώπινη συνέργεια. Γίνεται και με τον αγώνα του για τήρηση των εντολών του Χριστού. Η τήρηση των εντολών, κυρίως της πίστεως στον Χριστό και της αγάπης στον συνάνθρωπο, τον καθιστά «ανοιχτό» στη χάρη του Θεού και του δημιουργεί τις συνθήκες ορθής μετοχής του στα μυστήρια. Η τήρηση όμως αυτή δεν είναι εύκολη. Απαιτεί σκληρό αγώνα κατά των παθών και των αμαρτιών, ακόμη δε και κατά του αρχεκάκου διαβόλου, που μας πειράζει μέσω των παθών. Έτσι η πνευματική ζωή αποτελεί κυριολεκτικά «μάτωμα» της ψυχής, δόση αίματος, κατά το «δος αίμα και λάβε Πνεύμα», μ’ ένα λόγο κατανοείται ως συσταύρωση με τον Χριστό. «Ει τις θέλει οπίσω μου έρχεσθαι, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού καθ’ ημέραν και ακολουθείτω μοι» (Λουκ. 9, 23).
 Ο Σταυρός του Χριστού αποτελεί τη σωτηρία μας. Αυτός είναι η ωραιότητα της Εκκλησίας και η καθέδρα της ορθοδόξου θεολογίας. Κατά τον υμνογράφο «Σταυρός ο φύλαξ πάσης της οικουμένης, Σταυρός η ωραιότης της Εκκλησίας, Σταυρός βασιλέων το κραταίωμα, Σταυρός πιστών το στήριγμα, Σταυρός αγγέλων η δόξα και των δαιμόνων το τραύμα». Δεν έχουμε παρά να Τον ζούμε καθημερινά με τον τρόπο που είπαμε. Η καθημερινή διαπίστωσή μας θα είναι η συνεχής μεταμόρφωσή μας, όχι από πλευράς ασφαλώς φύσεως, αλλά από πλευράς τρόπου ζωής. Με τον τρόπο αυτό θα ανήκουμε και εμείς σε εκείνους που χαρμονικά θα προσμένουν το «σημείον» του Υιού του ανθρώπου, τον Σταυρό, όταν ως σύμβολό Του θα εμφανιστεί κατά τη Δευτέρα Του Παρουσία.
 
 Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Δορμπαράκη

Sunday, 16 March 2014

Με τρεις τρόπους πλησιάζουμε τον Κύριο. (Κυριακή Β΄ Νηστειών)


Στο σημερινό Ευαγγέλιο ο παράλυτος άνθρωπος σηκώθηκε αμέσως, έβαλε το κρεβάτι στον ώμο και πέρασε μπροστά απ’ όλους. Κι όλοι θαύμασαν και δόξασαν το Θεό λέγοντας: τέτοια γεγονότα ποτέ μας δεν είδαμε.
    Ας δούμε πόσες θαυμαστές δυνάμεις φανερώνει διά μιας ο Κύριος στο θαύμα αυτό:

Διαβάζει τις καρδιές των ανθρώπων και σε μερικές διακρίνει την πίστη, ενώ σε άλλες το δόλο.

Συγχωρεί στην ψυχή τις αμαρτίες και την κάνει υγιή, καθαρή από την πηγή της αρρώστιας και της αναπηρίας.

 Αποκαθιστά την υγεία στο άρρωστο και παραλυτικό σώμα με τη δύναμη του λόγου Του.

Πόσο μεγάλη, πόσο φοβερή και πόσο θαυμαστή και ζωοδότρα είναι η παρουσία του ζώντος Κυρίου!

Ας έρθουμε όμως κι ας σταθούμε μπροστά στην παρουσία του ζώντος Κυρίου. Το πιο σπουδαίο πράγμα στο δρόμο της σωτηρίας είναι να προσεγγίσουμε με πίστη την παρουσία του Κυρίου, να τη νιώσουμε. Μερικές φορές έρχεται και μας αποκαλύπτεται ο ίδιος ο Κύριος. Έτσι πήγε στη Μάρθα και τη Μαρία στη Βηθανία, έτσι ξαφνικά εμφανίστηκε στον απόστολο Παύλο στο δρόμο προς τη Δαμασκό, σε άλλους αποστόλους στη θάλασσα της Γαλιλαίας και στο δρόμο προς τους Εμμαούς, στην οικία όπου μπήκε «κεκλεισμένων των θυρών», στη Μαρία τη Μαγδαληνή στον κήπο και σε πολλούς αγίους σε όνειρα ή οράματα. Μερικές φορές παρουσίασαν οι απόστολοι ανθρώπους στον Κύριο, όπως ο Ανδρέας έφερε τον Πέτρο κι ο Φίλιππος το Ναθαναήλ. Οι διάδοχοι των αποστόλων κι οι ιεραπόστολοι έφεραν στο Χριστό χιλιάδες, εκατομμύρια ανθρώπους κι άλλες φορές ο ένας πιστός έφερνε τον άλλο. Άλλα και άγνωστοι άνθρωποι μερικές φορές προσπάθησαν πολύ μόνοι τους να πλησιάσουν τον Κύριο, όπως στην περίπτωση των τεσσάρων που άνοιξαν την οροφή του σπιτιού για να φέρουν τον παραλυτικό φίλο τους μπροστά Του.

Αυτοί είναι οι τρεις τρόποι με τους οποίους οι άνθρωποι μπορούν να παρουσιαστούν στον Κύριο. Εκείνο που πρέπει να κάνουμε εμείς είναι να προσπαθήσουμε πολύ και ν’ αγωνιστούμε για να βρεθούμε μπροστά Του, ώστε να μας βοηθήσει κι Εκείνος να τον προσεγγίσουμε και να μας φωτίσει. Πρέπει ν’ ακολουθήσουμε τους τρεις αυτούς τρόπους σε αντίθετη πορεία. Αυτό σημαίνει πως πρέπει με πίστη και ζήλο να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να βρεθούμε μπροστά στον Κύριο. Μετά ν’ ακολουθήσουμε την κλήση και τις εντολές της αγίας αποστολικής Εκκλησίας, της Εκκλησίας των πατέρων και των διδασκάλων. Και τελικά, αφού θα έχουμε εκπληρώσει τους δύο πρώτους ορούς, θα πρέπει να περιμένουμε με πίστη κι ελπίδα στο Θεό να μας παρουσιαστεί, κι η παρουσία Του να μας φωτίσει, να μας ενισχύσει, να μας θεραπεύσει και να μας σώσει.

Το μέγεθος των προσπαθειών που πρέπει να καταβάλουμε για ν’ ανοίξουμε το δρόμο που μας οδηγεί στην παρουσία του Θεού, φαίνεται από το παράδειγμα των τεσσάρων αυτών ανδρών. Δε δίστασαν ν’ ανέβουν στην οροφή του σπιτιού, για να κατεβάσουν και να παρουσιάσουν μπροστά στον Κύριο τον άρρωστο φίλο τους. Δεν έκαναν πίσω ούτε από ντροπή ούτε από φόβο. Το παράδειγμα αυτό του μεγάλου ζήλου τους είναι όμοιο με το παράδειγμα της χήρας που ζητούσε πιεστικά και φορτικά από τον άδικο κριτή να τη δικάσει και να την προστατέψει από τον αντίδικό της (βλ. Λουκ. ιη’ 1 -5). Αυτό σημαίνει πως πρέπει να τηρούμε την εντολή του Κυρίου και να κραυγάζουμε μέρα και νύχτα, ωσότου μας ακούσει, «κρούετε και ανοιγήσεται υμίν» (Ματθ. ζ’7), είπε ο Κύριος. Αυτή είναι η εξήγηση που έχουν τα λόγια του Χριστού: «Η βασιλεία του Θεού βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν» (Ματθ. ια’12).

    Ο Κύριος ζητά απ’ όλους τους πιστούς Του να καταβάλουν κάθε προσπάθεια, να εξαντλήσουν τη δύναμή τους, να εργαστούν όσο κρατά η ημέρα, να προσεύχονται αδιάλειπτα, να ζητήσουν, να κρούσουν, να νηστέψουν και να κάνουν αμέτρητα έργα ελέους. Κι όλα αυτά ώστε η βασιλεία των ουρανών – η μεγάλη, φοβερή και ζωοποιός παρουσία του Θεού – ν’ ανοιχτεί γι’ αυτούς. « Αγρυπνείτε ουν εν παντί καιρώ, είπε ο Κύριος, ίνα καταξιωθήτε…σταθήναι έμπροσθεν του υιού του ανθρώπου» (Λουκ. κα’ 36). Να έχετε προσοχή και εγρήγορση στην καρδιά σας, για να μην προσκολληθεί στα γήινα. Να έχετε εγρήγορση στις σκέψεις σας, για να μη σας οδηγούν μακριά από το Θεό. Να προσέχετε τα έργα σας, να διπλασιάζετε τα τάλαντά σας, μην τ’ αφήσετε να λιγοστέψουν ή να εξαφανιστούν εντελώς. Ν’ αγρυπνείτε διαρκώς, ώστε ο θάνατος να μη σας βρει απροετοίμαστους και αμετανόητους στην αμαρτία σας. Η ορθόδοξη πίστη μας αυτή είναι: ενεργός, προσευχητική, γρηγορούσα. Αναλώνεται στα δάκρυα και τους αγώνες. Καμιά άλλη πίστη δε ζητάει τέτοιον αγώνα από τους πιστούς για ν’ αξιωθούν να σταθούν μπροστά στον Υιό του Θεού. Ο Κύριος και Σωτήρας μας ζητάει τον αγώνα αυτόν από τους πιστούς. Η Εκκλησία επαναλαμβάνει τις εντολές Του από αιώνα σε αιώνα, από γενιά σε γενιά, φέρνοντας σαν παράδειγμα στους πιστούς τους απειράριθμους και μεγάλους πνευματικούς αγωνιστές που τήρησαν το νόμο του Χριστού κι αξιώθηκαν ν’ αποκτήσουν δόξα και ανέκφραστη δύναμη τόσο στον ουρανό όσο και στη γη.



(Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Καιρός μετανοίας». Ομιλίες Β΄, Αθήνα 2010)

Tuesday, 11 March 2014

"Η Λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων"


Κύρηγμα εκφωνηθέν εις τον ιερόν Ναόν αγ. Ισιδώρων Λυκαβητού, 20 Μαρτίου 1973 

 (Αρχιμανδρίτης Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης)

Θα ήθελα στην σημερινή μας λειτουργία των προηγιασμένων δώρων να πούμε δύο σκέψεις τις οποίες σημείωσα προηγουμένως, ενώ εσείς ψάλλατε.

Τελέσαμε σήμερα μίαν θείαν λειτουργίαν χωρίς να τελέσωμε θυσίαν. Πώς όμως μπορεί να είναι λειτουργία, αφού, όταν λέμε λειτουργία, εννοούμε θυσία; Οπωσδήποτε είναι ένα έργο το οποίο επιτελέσαμε ως εκκλησία, ως σύναξις, ως λαός. Αλλά ποιο είναι το στοιχείο εκείνο το οποίο την καθιστά τελικώς μίαν λειτουργίαν, μίαν θυσίαν και όχι απλώς μίαν εωθινήν ή εσπερινήν, όπως κανονικά είναι, ακολουθίαν; Το βασικό στοιχείο της θυσίας είναι ο θάνατος και εν τω άμα η προσφορά εις τον Θεόν του θυσιαζομένου. Εις την θείαν λειτουργίαν κάνομε αναπαράστασιν της θυσίας του Χριστού· μεταβάλλομεν τον άρτον και τον οίνον εις το εσταυρωμένον και αναστημένο σώμα του Χριστού.


Είχαμε δηλαδή σήμερα μίαν λειτουργίαν, μίαν θυσίαν, διότι υψώσαμε μίαν ζωήν, την ζωήν του Χριστού, η οποία έχει απολεσθεί. Όταν λέγαμε «πρόσχωμεν, τα προηγιασμένα άγια τοις αγίοις», εκείνην ακριβώς την ώρα υψώναμε την δοσμένη πλέον, την χαμένη και ταυτοχρόνως ευρημένη ζωή του σταυρωθέντος και αναστάντος Κυρίου μας. Αυτό το οποίο είχε ήδη αρχίσει να καθιστά αυτήν την προσευχήν μας όχι μίαν εσπερινήν απλώς ακολουθίαν αλλά μίαν λειτουργίαν, μίαν αναφοράν, ήτο αυτή η κατά τόσον παραστατικόν τρόπον ανύψωσις. Το θυμίαμά μας το προσφέραμε εις έπαρσιν των χειρών μας, διότι δεν εγένετο, όπως είπαμε, σήμερα η θυσία του Κυρίου.

Ένα βασικό στοιχείο το οποίο βλέπομε σήμερα εις την Προηγιασμένην είναι η ανύψωσις, η απόδοσις, το δόσιμο εις τον Θεόν· είναι το αγίασμα, το ξεχώρισμα και το αφόρισμα ημών αυτών εις τον Θεόν. Το επιτυγχάνομεν δια της αναγωγής μας, της ανυψώσεως των καρδιών και των χειρών μας, και εν συνεχεία δια της ανυψώσεως αυτού τούτου του αμνού ως μιας ζωής χαμένης πλέον και συνάμα δοσμένης εις τον Θεόν.

Έχομεν λοιπόν τον Χριστόν ο οποίος απωλέσθη και τον άνθρωπο ο οποίος απόλλυται την ώρα τούτη. Αυτός είναι ο αγιασμός, αυτό είναι το αγίασμα, το δώρημα το οποίο έγινε εις τον Θεόν, δηλαδή ο ίδιος ο Χριστός που θυσιάσθηκε, αλλά και εγώ ο άνθρωπος που θυσιάζομαι. Δεν υπάρχει τίποτε που να με εμποδίζει εις αυτό το δόσιμο του είναι μου, «Ούτε η ανομία μου ούτε η αμαρτία μου, Κύριε», όπως χαρακτηριστικά λέγει ό Ψαλμωδός. «Άνευ ανομίας έδραμον»· έτρεξα κοντά σου χωρίς ανομία, χωρίς κάποιο ανασταλτικό, χωρίς κάτι που να με καθιζάνει, να με κωλύει. Ήταν το ανέβασμά μου προς εσένα ελεύθερο και ολοκληρωτικό. Και όταν έχωμε ενώπιόν μας και βλέπωμε αυτόν τον Κύριον που ήδη έχει προσφερθεί για μας, το νοιώθει αμέσως η καρδιά μας και λέγει· «Πῶς τοίνυν οὐ θελήσομεν... ἐκδότους ἑαυτούς αὐτῷ καταστῆσαι;» Πώς είναι δυνατόν εμείς να μη πωλήσωμε, να μη παραδώσωμε, να μη αναγάγωμε και να μη καθοσιώσωμε την ύπαρξή μας εις αυτόν ο οποίος πουλήθηκε, παραδόθηκε για μας;

Ώστε κατά την Προηγιασμένην είναι κάτι το απολεσθέν ο Χριστός και κάτι το απολλύμενον ο άνθρωπος. Προσερχόμεθα τρόπον τινά εις την ακολουθίαν της Προηγιασμένης, βαστάζοντες ήδη εις τας χείρας μας το αίμα μας.

Το παραστατικό στοιχείο της θυσίας μας είναι η ανύψωσις, η τόσο γνωστή από την Παλαιά Διαθήκη. Ό,τι υψούτο υπεράνω του θυσιαστηρίου ή ετίθετο επί της εσχάρας ανήκε εις τον Θεόν. Από την ώρα λοιπόν που τα τίμια δώρα την Κυριακή, πριν ακόμη καθαγιασθούν, ανυψώθησαν ή από την ώρα που σήμερα αι χείρες μας υψώθησαν δια του ιερού θυμιάματος, από εκείνην την ώρα πλέον εμείς έχομε εγγίσει εις τον Θεόν. Έχομε αναθέσει, έχομε εμπιστευθεί τον εαυτόν μας εις τον Θεόν.

Αυτή η αναγωγή, αυτή η ανάτασις είναι μία έγερσις ιδική μας προς συνάντησιν του εγηγερμένου Κυρίου. Έχομε την ιδικήν μας ανύψωση και την ανύψωση των τιμίων και προηγιασμένων δώρων. «Εξεγέρθητι, Κύριε, εις συνάντησίν μου και ίδε», λέγει ο Ψαλμωδός. Ο Κύριος παρουσιάζεται ως κεκοιμημένος. Εις την τελευταίαν μόλις πράξιν αυτής της λειτουργίας έχομε την εξέγερσιν του Κυρίου. «Εξεγέρθητι, Κύριε, εις συνάντησίν μου και ίδε». Εγώ σηκώθηκα, σήκω τώρα και συ.

Αλήθεια τι είναι αυτή η εξέγερσις του Κυρίου; Δεν είναι παρά μία κάθοδος του Κυρίου, μία κατάβασίς του, μία κένωσις, ένα τρέξιμο προς ημάς και συγχρόνως μία όρασίς του. «Εξεγέρθητι και ίδε». Σε κοιτάζω, όταν θέλω να σου μιλήσω, όταν θέλω να επικοινωνήσω μαζί σου. Αρχίζει δηλαδή ο Κύριος να συνάπτει μαζί μας ένα διάλογον, ο οποίος είναι διάλογος δύο προσώπων, όχι δύο ατόμων. Είναι ένας διάλογος που συνάπτεται μεταξύ δύο προσώπων, δύο συνειδήσεων, αι οποίαι τρόπον τινά συνχωρούν, συνχωρούνται, μεταχωρούνται, διαχωρούνται, περιχωρούνται. Ο Θεός και ο άνθρωπος· ο ένας χωράει εις τον άλλον, διότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος με τον οποίον μπορεί ουσιαστικά να μας μιλήσει ο Θεός.

Επομένως, αυτή η κάθοδος, αυτή η εξέγερσις του Κυρίου και ταυτοχρόνως η δική μας είναι η αίσθησις της επαφής και της αντιδόσεως, της αντιμεταχωρήσεώς μας, η οποία γίνεται την ώρα της Προηγιασμένης. Είναι αυτό που λέγει ο ιερός Πατήρ, ότι ο Χριστός είναι βρώσις και πόσις, χωρίς να εννοεί απλώς την βρώσιν εν τω μυστηρίω αλλά αυτό το είναι εν, το οποίο επιτελείται διαρκώς εντός της υπάρξεώς μας.

Και όπως, όταν κανείς εσθίει, γλυκαίνεται, ερεθίζεται και θέλει να φάει περισσότερο, έτσι και αυτή η βρώσις της θεότητος και ταυτοχρόνως η βρώσις η δική μας υπ' αυτού, η περιχώρησίς μας εις την ύπαρξίν Του και εις την αγάπην Του, γίνεται ένας ερεθισμός του νου μας, διότι δια του νου γίνεται η κατάληψις και η όρασις του Θεού, και συνάπτεται ένας ακόρεστος, ένας ακατάσχετος χορός και ένα αλληλοκυνηγητό μεταξύ εμού και Εκείνου. Είναι εν τέλει μία άπληστος επιζήτησις και μία βρώσις. Και επειδή ουδέποτε θα μπορούσε να κατανοήσει αυτό ο άνθρωπος, λέμε ότι είναι ένα μυστήριον ακατανόητον εις τον ανθρώπινον νουν και άρρητον. Ουδέποτε ο άνθρωπος μπόρεσε να συλλάβει μίαν τοιαύτην κάθοδον του Θεού, μίαν τοιαύτην ανάστασιν, μίαν τοιαύτην εξέγερσιν. Κάθοδον βέβαια του Θεού συνέλαβε το ανθρώπινον πνεύμα και εις την φιλοσοφίαν, όμως δεν μπόρεσε να ψηλαφίσει στην ουσία το γεγονός, γι' αυτό και παρέμεινε από των αιώνων ακατάληπτον.

Η κάθοδος του Θεού δεν ήτο μία απλή ένωσις μαζί μας, αλλά μία πρόσληψις της ανθρωπίνης φύσεως, μία σάρκωσις. Δεν ήτο, αλλά είναι μία σάρκωσις διαρκώς επιτελουμένη, την οποίαν ουδέποτε ηδυνήθη να κατανοήσει ο ανθρώπινος νους. Αυτή η εξέγερσις του Θεού, αυτή η θυσία του, η οποία επιτελείται εις το διηνεκές, είναι κάτι που Αυτός ούτος προσλαμβάνει εν εαυτώ. Και εδώ ακριβώς έγκειται το φοβερό αυτό μυστήριον: δεν το κάνω εγώ· το επιτελεί μόνον Αυτός καθ' εαυτόν και το επιτελεί δι' εμού.

Και έτσι έχομε πάλι έν εν δυσίν, που σημαίνει ότι ούτε καν μπορείς να τα ξεχωρίσεις. Είναι λοιπόν ακατάληπτον και άρρητον μυστήριον, διότι δεν υπάρχει κάτι το ανάλογον στην ανθρώπινη ζωή, για να μπορέσει κανείς να το παραβάλει και να το εκφράσει. Δεν το κατανοεί ο άνθρωπος και εν τούτοις — ω του θαύματος του ακαταλήπτου! — αυτό επιτελεί ο Κύριος διαρκώς και κατά την ώρα που επιτελούμε την λειτουργία.

Ανακεφαλαιώνοντας λέγομεν ότι η Προηγιασμένη αυτή λειτουργία μας πρώτον, είναι ένα δώρημα, ένα αγίασμα· είναι κάτι που εναποτίθεται, ανήκει πλέον οριστικά και μόνιμα εις τον Θεόν ως κτήμα, ως περιουσία του.

Δεύτερον, είναι ένα έγγισμα, είναι μία εξέγερσις του Θεού. Και η εξέγερσις του Θεού είναι μία σάρκωσις, μία κάθοδος. Η δική μου εξέγερσις είναι μία πρόσληψις, που επιτελείται υπ' αυτού τούτου του Θεού και μόνου.

Τρίτον, η Προηγιασμένη καθίσταται λειτουργία, θυσία, διότι έχει το μόνιμο στοιχείο του μυστηρίου της αδιαλείπτου θεωρίας, της επαγρυπνήσεως, της μυστικής αυτής ενοράσεως, το οποίον άρχεται αυτήν την στιγμή, και το εκφράζει ο Ψαλμωδός, όταν λέγει· «οι οφθαλμοί μου προέφθασάν σε εν αωρία»· προτού καν δω την αυγή, πριν χαράξει, οι οφθαλμοί μου σε έχουν προφθάσει.

Εμείς τον παρακαλούμε· «το έλεός σου, Κύριε, προφθάσει με». Αυτό όμως που με προφθαίνει δεν είναι το έλεος, αλλά αυτός ούτος ο Κύριος. Μη μπορώντας να το νοιώσω, το εκφράζω τόσο ωραία με την λέξη «το έλεος» που είναι ενέργεια του Θεού. Εκείνος ο ίδιος με φθάνει και εγώ ήδη τον έχω προφθάσει δια της ανυψώσεως των οφθαλμών μου. Και εφ' όσον εκείνου η κάθοδος, η κένωσις, είναι αδιάλειπτος, σημαίνει ότι και το δικό μου μυστικό κοίταγμα, η μυστική μου ενατένισις, είναι αδιάλειπτος, εδώ μεν μυστηριακά, διηνεκώς δε μυστικά.

«Το κράτος μου, προς σε φυλάξω», λέγει ο Ψαλμωδός. Εσύ είσαι που μου δίνεις το κράτος, την δύναμη, την ύπαρξη, την οντότητα, την κυριότητα. Αν έχω δύναμη, αν έχω ζωή, είσαι Συ ο ίδιος. Γι' αυτό «προς σε φυλάξω»· διαρκώς κοιτάζω εσένα, σε φυλάττω, σε παρακολουθώ· διαρκώς το βλέμμα μου δεν ξεκολλάει από εσένα.

Μόνον μια τέτοια ψυχή, μια τέτοια καρδιά αντικρύζουσα κατ' αυτόν τον τρόπον τον Κύριον, είναι δυνατόν να είναι αυτή επί της οποίας επαναπαύεται ως επί των χερουβίμ και των σεραφίμ ο Θεός και ολόκληρη η Εκκλησία. Αυτός παρεγένετο νυν δι' εμέ και εγώ παραγίνομαι νυν προς αυτόν. Ενώ προηγουμένως είχα σύνοικον την αμαρτίαν μου, τώρα Εκείνος είναι σύνοικός μου και εγώ σύνοικός του.

Αυτή λοιπόν η εγρήγορσις και ταυτοχρόνως αυτή η συνοίκησις, αυτή η μία ζωή εν τω ενί που στην ουσία είναι δύο, το έν εν δυσί, είναι το τρίτο στοιχείο αυτής της λατρευτικής μας συνάξεως. Και ενώ ζούμε συνεχώς το μυστήριον και το μυστικό τούτο γεγονός, πόσες φορές εμείς, αγαπητά μου παιδιά, παρ' ότι είμεθα χορτάτοι, εν τούτοις δεν έχομεν την αίσθησιν της δικής του βρώσεως, αυτού το οποίον τρώγομεν και μεταβάλλει την ύπαρξίν μας!

Μία τέτοια ζωή, χωρίς την αίσθησιν της ζωής του προαιωνίου και ατελευτήτου Θεού, μπορεί ποτέ να θεωρηθεί ζωή; Νομίζω ότι εξισούται με ένα θάνατον, με μίαν νέκρωσιν. Η ζωή μου ζει, μόνον όταν είναι κεκρυμμένη «εν τω Θεώ συν τω Χριστώ» τω κατερχομένω, τω νενεκρωμένω και παρόντι ενώπιόν μου, μόνον όταν είναι μία ζωή την οποίαν είναι αδύνατον να ξεχωρίσεις από την ιδικήν του.

πηγή: Αρχιμ. Αιμιλιανού, Κατηχήσεις και Λόγοι, τόμος 4, Θεία Λατρεία - Προσδοκία και Όρασις Θεού, εκδ. Ορμύλια, 2001.

Saturday, 8 March 2014

ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ: ΣΩΜΑ ΧΡΙΣΤΟΥ


Ἡ μαρτυρία μας

Κάθε χρόνο, κατ' αὐτήν τήν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τῆς Ὀρθοδοξίας καλούμεθα νά κηρύξωμε, νά ἀπολογηθοῦμε γιά τήν πίστη μας, τή ζωή μας, τήν ταυτότητά μας καί τήν ἐλπίδα μας.
Στή σημερινή ἡμέρα, πού εἶναι ἡ γιορτή τῆς εἰκόνας καί ἡ ἑορτή τῆς εἰκόνας εἶναι ἡ γιορτή τοῦ ἀνθρώπου, εἰκόνας τοῦ Θεοῦ, ἔχουμε νά μαρτυρήσουμε περί τῆς Ἐκκλησίας ὡς πασχαλίου κοινότητος, πορευομένης πρός τό ὁριστικό πάσχα, περί τῆς Ἐκκλησίας ὡς Εὐαγγελικῆς καί Εὐχαριστιακῆς Κοινότητας, πού ἀναλαμβάνει στήν προσευχή της ὁλόκληρη τήν ἀνθρωπότητα καί τήν προσκαλεῖ νά λάβει μέρος στήν τριαδική ἀγάπη. Ὀφείλουμε νά μαρτυρήσουμε γιά τήν πνευματική σημασία τῆς γῆς καί τοῦ κάλλους, γιά τόν ἄνθρωπο σάν ὑπέρβαση καί κοινωνία, χαραγμένης μέ τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ γιά τήν κλήση του, τή σπίθα, τήν πνοή πού τόν ἁρπάζει ἀπό αὐτόν τόν κόσμο καί τοῦ δίνει τήν δύναμη νά τόν μεταμορφώσει. Ἔχουμε νά μαρτυρήσουμε ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἡ ἐλευθερία, ἡ χαρά καί ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου καί ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά τόν γνωρίσει μέ μία ἀδιαχώριστη ἀπό τήν ἀγάπη γνώση, ἑνώνοντας τό πνεῦμα του καί τήν καρδιά του καί εὑρίσκοντας τήν καρδιά του στόν Χριστό, "καρδιά τῆς Ἐκκλησίας", ὅπως ἔλεγε ὁ ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας.

Το μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας

Ὅταν γίνεται λόγος γιά τήν Ὀρθοδοξία, γίνεται λόγος γιά τό πολυτιμώτερο τῆς πίστης καί τῆς ἐλπίδας, τήν Ἐκκλησία, ἀλλά εἶναι δυνατό νά ὁριστῆ ἤ νά περιγραφῆ αὐτό πού μετέχει στό μυστήριο τοῦ Θεοῦ στή θεία ζωή, σ' αὐτήν τήν ἀνεξάντλητη ζωή τοῦ Θεοῦ πού γεμίζει τήν ἀνθρώπινη ὕπαρξή μας καί μέσα στήν ἁμαρτία μας καί μέσα στήν πτώση μας; Πῶς θά μποροῦσε νά μιλήσει κανείς γιά τήν Ἐκκλησία ἡ ὁποία ἐργάζεται ἀδιάκοπα γιά νά ἀναγάγει τόν ἄνθρωπο στήν προσωπική του καί ἐκκλησιαστική του ζωή στά σκαλοπάτια τῆς θέωσης;

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶμα Χριστοῦ, ἡ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἕνωση καί ἑνότητα τῶν πιστῶν στήν θεωμένη -δοξασμένη ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ. Χριστός καί Ἐκκλησία εἶναι ἑνότητα ἀδιάσπαστη καί ἀσύγχυτη. Εἶναι, κατά τόν Ἱ. Χρυσόστομο, "γένος ἕνα, Θεοῦ καί ἀνθρώπων". Ὁ Χριστός εἶναι ὁ "ἐκκλησιαστής μας" γιατί μᾶς συνάγει στό Πανάγιο σῶμα Του ἀλλά καί ἡ Ἐκκλησία μας, γιατί γίνεται ὁ πνευματικός τόπος τῆς συνάξεώς μας. Νά γιατί δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει ποτέ χωρίς τόν ἀληθινό Χριστό Ἐκκλησία, οὔτε πάλι νά στηριχθεῖ σέ καμμιά ἰδεολογία, ἔστω λεγομένη "Χριστιανική ". Γιατί εἶναι ἀδιάσπαστα συνυφασμένη μέ τό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου, τοῦ Σαρκωμένου Λόγου τοῦ Θεοῦ, τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὁ ὅλος Χριστός, ὄχι σῶμα Χριστιανῶν ἀλλά σῶμα Χριστοῦ.

Τήν χριστοκεντρική αὐτή πραγματικότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας εἰκονίζει καί ἐκφράζει, ἀλλά καί πραγματώνει, μιά πράξη λειτουργική, πού λαμβάνει χώρα στό τέλος τῆς Θ. Λειτουργίας. Πρόκειται γιά τή συστολή τῶν Τιμίων Δώρων στό ἅγιο Ποητήριο. Ὁ Λειτουργός συστέλλει (συγκεντρώνει) μέσα τό ἅγιο Ποτήριο, ὅ,τι ἄλλο ὑπῆρχε στό Δισκάριο ἐκτός ἀπό τόν Ἀμνό, τό σῶμα τοῦ Κυρίου, δηλαδή τή μερίδα τῆς Θεοτόκου, τά τάγματα τῶν Ἀγγέλων καί Ἁγίων, τά μνημονευθέντα , ζῶντα καί τεθνεῶτα μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, πού συνεπιτέλεσαν μέ τόν Λειτουργό τή Θεία Λειτουργία. Ἔτσι ἡ ἐν Χριστῷ κοινωνία τῶν πιστῶν εἶναι ἤδη συναγμένη μέσα στό ἅγιο Ποτήριο. 

Ἡ καινή κτίση

Ἡ κοινωνία στό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ διαφοροποιεῖται ἀμετάκλητα καί ὁριστικά ἀπό κάθε ἄλλη ἐγκόσμια κοινωνία. Ὅλες οἱ ἀνθρώπινες κοινωνίες θεμελιώνονται σέ ὁρισμένες ἰδεολογικές προϋποθέσεις.

Ἡ κοινωνία τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ εἰσῆλθε στόν κόσμο σάν καινούργια πραγματικότητα ὡς "Καινή Κτίσις". Τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ τό κατ' ἐξοχήν καί μόνο "ν έ ο" πού γνώρισε ποτέ ὁ κόσμος διαφοροποιεῖ ριζικά τή δική του κοινωνία, ἀπό κάθε ἀνθρώπινη ὁμάδα πού διεκδικεῖ τό ὄνομα τῆς κοινωνίας.

Ἡ ἔνταξη μας ὅμως στήν ἐν Χριστῷ κοινωνία καί συνεπῶς στήν ἐκκλησιαστική ζωή προϋποθέτει ἕνα καί μοναδικό τρόπο. Εἶναι ἀπόλυτη ἀνάγκη ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ, ἡ χριστοζωή, σάν νέος τρόπος ὕπαρξης, νά γίνει καί δική μας ζωή. Αὐτό πραγματοποιεῖται, ὅταν μετά ὁρισμένη πορεία, φθάσουμε στό σημεῖο να μή ζοῦμε πιά ἐμεῖς, ἀλλά νά ζῆ μέσα μας ὁ Χριστός. Ὅλη αὐτή ἡ πορεία στή γλώσσα τῆς Ἐκκλησίας ὀνομάζεται πορεία θεώσεως καί εἶναι ἡ ἴδια ἡ σωτηρία. Στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας εἰσέρχεται κανείς γιά νά σωθεῖ, νά θεωθεῖ. Ἄν ὁ στόχος αὐτός παραθεωρηθεῖ τότε ἀλλοιώνεται ἡ ἐκκλησιαστική ζωή καί ἔτσι καταντᾶ μιά αἵρεση πού δέν σώζει ἀλλά ὁδηγεῖ στήν ἀπώλεια. 

Ἡ μεταπτωτική ἐμπειρία τοῦ κόσμου

Ἡ ἁμαρτία τοῦ κόσμου δέν θέλησε νά δεχθῇ τόν Χριστό ὡς κέντρο ὅλων τῶν γεγονότων. Οἱ συνέπειες ἀπό μιά τέτοια ἀποδοχή πού εἰσχωροῦν βαθειά στή ζωή καί ἐγείρουν μεγάλες ἀξιώσεις ἀλλοτριώνουν τελικά τόν ἴδιο τόν ἄνθρωπο κάνοντας τον νά λησμονήση τήν θεία του καταβολή καί τόν προορισμό του, ὅτι ὁ Θεός στό πρόσωπο τοῦ Υἱοῦ Του αὐτοπαραδόθηκε " ἵνα οἱ ἄνθρωποι ζωήν ἔχωσιν καί περισσόν ἔχωσιν".

Ἡ νεοελληνική μας ζωή πού πασχίζει ἀκόμη γιά τήν ἰδεολογική της ταυτότητα ἐμφανίζει τήν εἰκόνα μιᾶς κουλτούρας ἤ ἑνός νεοουμανισμοῦ στά ὅρια δῆθεν ἀνώδυνων ἰδεολογιῶν μέ τίς ὁποῖες ζητοῦμε νά ντύσουμε τήν προσωπική μας καί πνευματική μας φτώχεια.

Τό σκάνδαλο δέν εἶναι ἡ ἄρνηση τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ὁ ἐγκλεισμός στήν ἐνδοκοσμιότητα τοῦ ἀνθρώπου. Δέν εἶναιἡ ἄρνηση κάθε μεταφυσικῆς ἀρχῆς ἀλλά ἡ σκοπιμότητα νά διασωθεῖ ἡ κυριαρχία τοῦ ἀνθρώπου στόν ἐξαντλούμενο κόσμο του. Δέν εἶναι ὁ λόγος τοῦ Σταυρῦ, ἀλλά ὁ λόγος τοῦ ἀνθρώπου πού αὐτοαναιρεῖται. Δέν εἶναι ἡ ἀπαίτηση τῆς ὑπερβάσεως, ἀλλα ἡ αὐθάδεια καί ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ ἀνθρώπου. Δέν εἶναι ἡ ἔλλειψη δραστηριότητος, ἀλλα ἡ πολυπραγμοσύνη μας, ἡ τάση καί ἀναίδειά μας νά ἀσχολούμαστε μέ ὅλα καί νά τά ἐξηγοῦμε ὅλα. Τό σκάνδαλο ἀκόμη δέν εἶναι πῶς μιλοῦμε γιά τόν ἄνθρωπο, ἀλλά πώς μιλοῦμε γιά νά τόν ἀγνοοῦμε καί νά τόν ἀπορρίπτουμε.

Ἔτσι στό χῶρο τῆς μεταπτωτικῆς μας ἐμπειρίας θά πρέπει νά μιλοῦμε γιά τήν διαστροφή καί τό πρόβλημα τῆς ζωῆς καί τῆς ὕπαρξης ἔξω ἀπό τήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας.

Ἔτσι τό τελικό νόημα τῆς σημερινῆς μας κρίσης εἶναι ὅτι ὁ κόσμος μέσα στόν ὁποῖο πρέπει νά ζήσει σήμερα ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν εἶναι ὁ κόσμος της, οὔτε ἀκόμη περισσότερο κάποιος οὐδέτερος κόσμος, ἀλλά ἕνας κόσμος πού τήν προκαλεῖ στήν οὐσία καί τήν ὕπαρξή της, ἕνας κόσμος πού προσπαθεῖ συνειδητά ἤ ἀσυνείδητα νά τή μετατρέψει καί νά τή μειώσει. 

Τό ἐρώτημα συνεπῶς εἶναι εὐνόητο: τί μπορεῖ νά γίνει σήμερα;

Πρώτιστη ἀνάγκη εἶναι νά βιώνεται ἡ ἐσχατολογική αὐτοσυνειδησία τῆς Ὀρθοδοξίας καί στή σημερινή ἱστορική πραγματικότητα. Πῶς δηλαδή θά λειτουργήσουμε ὅλοι μαζί καί ἡ ἐκκλησιαστική μας ζωή, ὀρθόδοξα μέσα στά σημερινά πολιτικά - πολιτισμικά καί κοιωνικά δεδομένα. Αὐτή ἄλλωστε εἶναι ἡ στάση τῆς Ὀρθοδοξίας σέ κάθε ἐποχή! Διακρατεῖ τή συνέχεια της, ὄχι μέσῳ κάποιας συνοπτικῆς διασύνδεσης μέ τό παρελθόν, ἀλλά παροντοποιώντας τήν παράδοσή της στό κάθε παρόν, κινούμενη στό δικό της διαρκές παρόν ζωῆς και μαρτυρίας.

Καμμιά δυνατότητα ὅμως δυναμικῆς ἐπιστροφῆς στήν παράδοση τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας ζωῆς δέν εἶναι δυνατή ἄν δέν ξεκαθαρισθεῖ πρῶτα τί ἐπιδιώκουμε. Ἄν δέν συνειδητοποιηθεῖ ἡ κατάστασή μας. Ἄλλωστε αὐτό συμβαίνει πάντα. Χωρίς συνειδητοποίηση τῆς ἁμαρτίας, ἡ μετάνοια εἶναι ἀδύνατη.

Θά μᾶς πεῖ κάποιος ὅτι ὅλα αὐτά σάν ἐπισήμανσεις καί θεωρία στέκουν. Στήν πράξη ὅμως τί γίνεται; Τό πρακτικώτερο εἶναι ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἀναπληρώνει καί θεραπεύει. Ζητεῖτε καί εὑρήσετε. Ἡ εὐαγγελική περικοπή πού διαβάζεται τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας μᾶς προσκαλεῖ καί μᾶς προκαλεῖ.

"Ἔρχου καί ἴδε". Καί ἄν αὐτός ὁ ἐρχομός μας εἶναι πορεία ταπεινή καί καθαρή, πού θά περνᾶ μέσα ἀπό τήν λατρευτική καί μυστηριακή ζωή τῆς ἐνορίας μας, τῆς Ἐκκλησίας μας, τότε θά ὁδηγηθοῦμε στήν ἑνότητα φρονήματος καί στήν ἐν Χριστῷ αὔξηση καί ἀναγέννησή μας, ὥστε ὁ καθένας ἀπό μᾶς νά μπορέσει νά πεῖ τοῦτο τό λόγο, ὅπως στό σημερινό Εὐαγγέλιο ὁ Ναθαναήλ:

" Ραββί, ἀληθῶς Θεοῦ υἱός εἶ". 


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Βλ. Πρωτοπρεσβυτέρου Μιχαήλ Καρδαμάκη, Ὀρθόδοξη Πνευματικότητα, ἐκδ. Ἀκρίτας.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...