Showing posts with label Ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας- St. Nicholas Cabasilas. Show all posts
Showing posts with label Ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας- St. Nicholas Cabasilas. Show all posts

Wednesday, 14 August 2013

Νικόλαος Καβάσιλας: Εις την πάνδοξον Κοίμησιν της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών και Παναχράντου Θεοτόκου


Kανείς νομίζω δεν αγνοεί ότι σπουδαιότερος αγώνας ρητορικής εγκωμιαστικού λόγου δεν μπορεί να υπάρξη από αυτόν εδώ, εάν βέβαια ήθελε προσπαθήσει κανείς να τηρήση τα καθιερωμένα και πρέποντα.
Εγώ προσωπικά δυσκολεύομαι τόσο περισσότερο να επιδιώξω στην προκειμένη περίσταση τον πρέποντα λόγο, όσο νομίζω ότι όλοι μεν οι άνθρωποι οφείλουν ασφαλώς αυτό τον άθλο των εγκωμίων προς την Παρθένο, πλην όμως ούτε είναι καν δυνατόν να ελπίζουν ότι θα ανταποκριθούν με τα εγκώμιά τους στο μεγαλείο της πραγματικότητας.
Γι' αυτό ακριβώς δεν είναι δυνατόν να μας κατηγορήσουν για τόλμη. Γιατί πού υπάρχει τόλμη; Το να καταπιάνεται βέβαια κανείς με υψηλά θέματα και να εγκαταλείπη την προσπάθεια εμπρός στο ενδεχόμενο μιας ήττας δεν θα ήταν λογικό. Πράγματι κανείς απολύτως δεν θα μπορούσε να κατηγορήση όσους υστέρησαν στον αγώνα τον οποίο κανείς δεν είναι δυνατόν να κερδίση. Πώς λοιπόν είναι δυνατόν να χαρακτηρισθή υποχώρηση ή ήττα ό,τι είναι έκτος ευθύνης και κατηγορίας; Αφού λοιπόν προσήρμοσα το λόγο με τις δυνάμεις μου, θα πλέξω το εγκώμιο της Παρθένου, προσθέτοντας ότι δεν το επιχειρώ αυτό για να κάμω γνωστές στους ακροατές τις χάριτες της Παρθένου που τυχόν αγνοούν, γιατί δεν υπάρχει κανείς που θα μπορούσε ν' αγνοή το κοινό αγαθό, αλλά για να κάμω, με την ανάμνηση της αιτίας της σωτηρίας μου, καλύτερη την ψυχή, σε όσους βέβαια είναι τούτο δυνατόν, αφού θυμηθώ και τη δική μου σωτηρία. Γιατί γι' αυτόν ακριβώς το λόγο μου φαίνεται ότι όλοι ύμνησαν την Παναγία και δεν υπάρχει κανείς που να μην έκαμε αυτόν τον αγώνα, επιτυγχάνοντας βέβαια άλλος λιγώτερο και άλλος περισσότερο το σκοπό του. Γιατί είναι πολυύμνητη η Παρθένος όχι μόνο αφότου γεννήθηκε, αλλά και πριν ακόμη χαρισθή στους ανθρώπους.
2. Γιατί βέβαια και οι προφήτες και οι οραματισμοί και οι προφητείες τους τη μακαρία Παρθένο υμνούσαν. Κι αν υπήρχε κάτι πραγματικά σεβαστό, όπως η Σκηνή και η Κιβωτός και τα ιερά στρατόπεδα του Μωυσή κι όλα εκείνα για τα οποία υπερηφανεύονταν οι Εβραίοι, πέρα από την ονομασία τους το θαύμα της Παρθένου συμβόλιζαν. Γιατί όλα αυτά όχι μόνο ήσαν σεβαστά, αλλά και δημιουργήθηκαν από την αρχή ακριβώς για να την προεικονίσουν και να την προαναγγείλουν στους ανθρώπους. Αλλά τι λέγω; Αφού τα εγκώμια που ψάλθηκαν στους ανθρώπους, είτε σε έπαινο γενικά του ανθρωπίνου γένους είτε για ιδιαίτερα αγαθά, πρέπει να αποδοθούν όλα στην Παρθένο. Γιατί δεν υπάρχει κι ούτε είναι δυνατό να υπάρξη μικρό ή μεγάλο αγαθό άξιο να τιμήση το ανθρώπινο γένος, που να μην το έφερε στον κόσμο η καινή μητέρα και ο καινός τόκος της. Κι όχι μόνο όταν φανερώθηκε, αλλά από πολύ πιο πρίν, με μόνο το γεγονός ότι επρόκειτο να φανερωθή.
Γιατί, αν όλα τα κάνουμε για να αποκτήσουμε το Θεό, αν αυτή είναι η κατάληξη όλων των αγαθών, η οποία όμως δεν ήταν δυνατό να πραγματοποιηθή από τους ανθρώπους χωρίς τις δωρεές της Παρθένου, πώς δεν αναφέρονται τα πάντα σ' αυτήν; Αυτή λοιπόν είναι η αιτία να επαινήται ο,τιδήποτε επαινετό υπάρχει στους ανθρώπους. Αλλα η αιτία πάλι όλων των αγαθών που έχουμε είναι η ένωση με το Θεό. Κι αυτή όμως η ένωση στην Παρθένο οφείλεται. Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο η πολυύμνητη πρέπει να θεωρήται η αιτία όλης της ωραιότητας και της μεγαλοπρέπειας και κάθε άλλου πράγματος που είναι άξιο να υμνήται μέσα στο ανθρώπινο γένος. Και γι' αυτό όλα τα εγκώμια προς αυτή πρέπει να αναφέρωνται μόνο. Αλλά και για το γεγονός ότι υπάρχουμε κι είμαστε άνθρωποι, τη μακαρία Παρθένο πρέπει να θεωρούμε αιτία. Ακόμη περισσότερο: όπως για χάρη του καρπού υπάρχει το δένδρο, έτσι για χάρη της Παρθένου δόθηκε και η αρμονία και η ίδια η ύπαρξη σ' όλη την κτίση, και στον ουρανό και στη γη και στον ήλιο και σε καθετί που υπάρχει. Αν λοιπόν για τον καρπό επαινούμε το δένδρο, αν τον καρπό επιδοκιμάζη όποιος χαίρεται για το δένδρο, ποιος δεν γνωρίζει ότι όλη η ιερή μεγαλοπρέπεια της κτίσεως και η χάρη και η ωραιότης, «καθετί που είναι αγαθό και άξιο επαίνου», σύμφωνα με το ρητό του Παύλου, πρέπει ν' αποδοθή αποκλειστικά και μόνο στην Παρθένο; Ώστε μπορούμε να πούμε πως η κρίση που διατύπωσε ο Θεός λέγοντας ότι τα δημιουργήματά Του είναι καλά και «καλά λίαν», αποτελούσε εγκώμιο της Παρθένου.
3. Από τόσο λοιπόν παλαιά εγκωμιαζόταν. Αλλ' επί πλέον το ότι η Παρθένος είναι ο καρπός των δημιουργημάτων και ότι αυτή ακριβώς είναι η αναφορά και σχέση της μακαρίας προς το υλικό σύμπαν, γίνεται φανερό από τα παραπάνω. Εφόσον δηλαδή σε όλη τη φύση καρπός είναι ό,τι την επαναφέρει από την εξαφάνιση προς την οποία βαδίζει και την καθίστά και πάλι νέα με τη νέα ζωή της καρποφορίας, ποιος (στην περίπτωση της ανθρωπίνης φύσεως) ανέπλασε και αναγέννησε τους ανθρώπους; Από πού προήλθε η «καινή κτίση»; Ποιος άλλαξε ριζικά όλο το σύμπαν; Γιατί βέβαια είναι γεγονός ότι ο ουρανός δέχθηκε νέους αναγεννημένους πολίτες. Κι αυτούς τους μετέφερε από τη γη η Παρθένος! Η γη πάλι είχε σαν κάτοικό της τον καινό άνθρωπο, τον ίδιο τον Δεσπότη του ουρανού. Κι αυτό, γιατί δεν παρήγαγε πια τον παλιό καρπό της αμαρτίας, αγκάθια και τριβόλια, αλλά το νέο άνθος της δικαιοσύνης, την Παρθένο. Δεν έδιωξε έτσι η Παρθένος τα γηρατειά μόνο από την ανθρώπινη φύση, χαρίζοντας σ' όλους τους ανθρώπους τη δυνατότητα να ξαναζήσουν, αλλά χάρη σ' αυτή θα γίνη καλύτερος, θα ελευθερωθή δηλαδή από τη φθορά, και ο ίδιος ό ουρανός, καθώς και η σελήνη και η γη και τ' αστέρια. Γιατί βέβαια δεν ήταν δυνατό να αναστηθή η κτίση από τη φθορά, αν τα τέκνα του Θεού δεν εύρισκαν την ελευθερία τους. Και το λύτρο αυτής της ελευθερίας, τον πρωτότοκο των νεκρών, το έφερε ακριβώς στη γη η Παρθένος.
Θα απαλλάξη λοιπόν τη γη από τη φθορά και θα εκπληρώση το διακαή πόθο της αποδίδοντας την αφθαρσία, που «περίμενε αναστενάζοντας», όπως λέγει ο Παύλος. Έτσι είναι φανερό ότι αυτό που ο προφήτης λέγει προς το Θεό: «θα χορτάση η γη από τον καρπό των έργων σου», αναφέρεται σ' αυτόν τον καρπό, στην Παρθένο. Και Αυτήν ακριβώς υπονοεί σαν πόθο της γης, γιατί, σύμφωνα με το ψαλμικό, κι η γη θα χορτάση, όταν φανερωθή η «δόξα του Σωτήρος». Αν πάλι η Γραφή αποκαλή γη και τους ανθρώπους, είναι φανερό ότι και αυτοί χάρις στην Παρθένο είδαν να πραγματοποιούνται όλες οι επιθυμίες τους κι έφθασαν στην ημέρα εκείνη, που είχαν επιθυμήσει οι Προφήτες να φθάσουν. Γιατί βέβαια οι άνθρωποι, αφού χάσαμε με τη πτώση την ευτυχία, για την οποία πλασθήκαμε, την ποθούσαμε από τότε αδιάκοπα. Κανείς όμως ούτε από τους Αγγέλους ούτε από τους ανθρώπους δεν είχε τη δύναμη να μας την ξαναπροσφέρη. Και πέφταμε συνέχεια σε χειρότερα, ώστε να είναι έτσι αδύνατο να ξαναγυρίσουμε στην πρώτη κατάστασή μας. Κι όμως αυτή μόνο την ευτυχία ποθώντας στενάζαμε. Αυτήν ακριβώς την ευτυχία μας έδωσε τη δυνατότητα να την ξαναβρούμε μόνη η Παρθένος. Αυτή ξεπλήρωσε την επιθυμία μας ενώνοντας με τους ανθρώπους τον μόνον Επιθυμητό, Αυτόν που, όταν κανείς τον βρή, δεν μπορεί να ζήτηση τίποτε παραπέρα. Και τον ένωσε τόσο στενά, ώστε να μετάσχη όχι μόνο στον τρόπο και τον τόπο της ζωής μας, αλλά και στην ίδια μας τη φύση. Αλλ' όμως δεν περιορίσθηκε να ευεργετήση μόνο τους ανθρώπους κι αυτόν εδώ τον κόσμο, σαν να είχε βάλει όριο στις δωρεές της τον ουρανό. Αντίθετα κι αυτόν τον ουρανό τον ξεπέρασε, κι αυτόν τον «εκάλυψε» με την αρετή της. Γιατί φάνηκε χρήσιμη και στους Αγγέλους, στις ίδιες τις «Αρχές» και «Εξουσίες». Έκαμε να άνατείλη και γι' αυτούς το φως, τους έδωσε τη δυνατότητα να γίνουν σοφώτεροι από πριν και καθαρώτεροι, να γνωρίσουν την αγαθότητα και τη σοφία του Θεού καλύτερα. Γιατί η «πολυποίκιλη σοφία του Θεοϋ δια μέσου αυτής γνωρίσθηκε στις Αρχές και στις Εξουσίες και το βάθος του πλούτου της σοφίας και της γνώσεως του Θεού» διά μέσου αυτής, σαν να χρησιμοποιούσαν τα μάτια ή το φως το δικό της, το είδαν καθαρά όλοι. Έτσι η Παρθένος υπήρξε ο μοναδικός οδηγός κάθε ψυχής και κάθε νου προς την αλήθεια του Θεού.
4. Μ' αυτόν τον τρόπο δημιούργησε η Παρθένος καινό ουρανό και γη καινή. Ή καλύτερα αποτελεί αυτή η ίδια την καινή γη και τον καινό ουρανό. Και είναι βέβαια γη, γιατί προήλθε από τη γη. Είναι όμως γη καινή, γιατί σε τίποτε δεν ταίριαζε με τους προγόνους της, ούτε κληρονόμησε την παλιά ζύμη, αλλά έγινε, σύμφωνα με το λόγο του Παύλου, αυτή η ίδια «νέο φύραμα» κι έκαμε την αρχή ενός γένους καινούργιου. Αλλά ποιος αγνοεί το γιατί η Παρθένος είναι ουρανός; Είναι όμως πάλι ουρανός καινός, γιατί βρίσκεται πέρα από κάθε είδους γηρατειά κι είναι ασύγκριτα ανώτερη από κάθε φθορά και γιατί ακόμη μόλις τον τελευταίο καιρό, σ' αυτές τις έσχατες ημέρες, χαρίσθηκε στους ανθρώπους, σύμφωνα με την επαγγελία του Θεού, που κήρυξε ο Ησαΐας: «ουρανόν καινόν και γην καινήν δώσω υμίν». Κι αν θέλης να προχωρήσουμε περισσότερο, η Παρθένος είναι μια γη και ένας ουρανός θαυμαστός και υπέροχος γιατί κι από τη γη υψώθηκε παραπάνω και τον ουρανό τον ξεπέρασε τόσο στην καθαρότητα, όσο και στη μεγαλωσύνη. Σε ό,τι αφορά βέβαια το μέγεθος, η Παρθένος είχε ένοικον Εκείνον, που ο ουρανός δεν μπορούσε να χωρέση. Αλλά ήταν και αφάνταστα καθαρώτερη από τον ουρανό, αφού εκείνα που δεν ήσαν δυνατό να τα δουν οι άνθρωποι, χωρίς αυτός να σχισθή ή να ανοιχθή, τίποτε δεν τους εμποδίζει να τα απολαύσουν δια μέσου της Παρθένου. Ακόμη περισσότερο, η Παρθένος γίνεται οδηγός σ' όσους ανυψώνονται προς το Θεό, ενώ ο ουρανός αντιστέκεται. Κι ενώ εκείνος πρέπει να φύγη από τη μέση, αν δεν έμπαινε η Παρθένος ανάμεσα στο Θεό και στους ανθρώπους, δεν θα ήταν δυνατόν να λάβουν μέρος οι γήινοι στα υπερκόσμια.
Πραγματικά, κατά το γραφικό λόγο, ο ουρανός δεν μπόρεσε να υποφέρη τη θεία ακτίνα και σχίσθηκε, μόλις αυτή πέρασε. Γιατί, λέγει η Γραφή, όταν το Άγιο Πνεύμα κατέβηκε με τη μορφή περιστεριού πάνω στον ομότιμο Ιησού, ο μέγας Ιωάννης «είδε τους ουρανούς να σχίζωνται». Αντίθετα, η μακαρία, όταν την επισκέφθηκε το Πνεύμα, απήλαυσε ακόμη μεγαλύτερη μέσα της την ειρήνη του Θεού, για την οποία ο Παύλος είπε ότι «ξεπερνά κάθε ανθρώπινο νου». Κι έγινε θαυμαστός τόπος της υποστάσεως του ίδιου του Σωτήρα, που είναι πέρα από κάθε τοπικό όριο. Και Τον έφερε μέσα της με τόσο μεγάλη άνεση, ώστε να κυοφορήση και να γέννηση ανώδυνα. Επομένως, είναι φανερό πως εκείνο που ο προφήτης ονομάζει «ουρανόν ουρανού» και τονίζει ότι αρμόζει μόνο στο Θεό, λέγοντας το γνωστό «ο γαρ ουρανός του ουρανού τω Κυρίω», είναι η Παρθένος. Γιατί άλλωστε «ούτε ο ίδιος ο ουρανός, λέγει αλλού η Γραφή, είναι καθαρός ενώπιόν σου». Ενώ αυτή που βρίσκεται κοντά στο Θεό, δηλαδή η Παρθένος, δεν είναι απλώς καθαρή από κάθε κακία, αλλά και θετικά «καλή»; Κι όχι πάλι σ' ένα μόνο σημείο, αλλά εξ ολοκλήρου καλή: «όλη γαρ ει καλή», λέγει. Και δεν πρόκειται εδώ για ανθρώπινη κρίση, αλλά ο ίδιος ο Θεός ανακηρύσσει «καλή» τη μακαρία. Κι αυτό όχι κατά τρόπο συνηθισμένο, αλλά με θαυμασμό και με έκπληξη: «Τι γαρ ει καλή, η πλησίον μου;» λέγει. Κι όλα αυτά, μολονότι μπροστά στο Θεό «κάθε ανθρώπινη δικαιοσύνη είναι, κατά τη Γραφή, σιχαμερώτερη από οποιοδήποτε βδέλυγμα» κι αποκαλείται πονηρία. Όπως λοιπόν, γίνεται φανερό, η δικαιοσύνη της Παρθένου δεν βρισκόταν μέσα στα ανθρώπινα όρια. Η Παρθένος ξεπέρασε την υπόλοιπη ανθρώπινη φύση όχι απλώς λίγο ή πολύ, τόσο δηλαδή που να υπάρχη αντιστοιχία, αλλά σε τέτοιο βαθμό, ώστε να είναι εντελώς αδύνατο να μετρηθή η μεταξύ τους απόσταση.
5. Γι' αυτό και συγκάλυψε κάθε ανθρώπινη κακία κι απέδειξε τους ανθρώπους άξιους να ενωθούν και να ζήσουν μαζί με το Θεό και τη γη αξία να γίνη διαμονή του Σωτήρα. «Όλοι ξέφυγαν από το σκοπό τους και ταυτόχρονα αχρηστεύθηκαν». Κανείς δεν ήταν σε θέση να βοηθήση το γένος που κινδύνευε ούτε να αναχαίτιση την αμαρτία, που είχε ξεχυθή σαν ποτάμι. Γιατί και οι ιερείς και οι κριτές και όλοι οι προφήτες κι όσοι γενικώτερα από τους υπόλοιπους ανθρώπους ήσαν θεοσεβεϊς —από τους οποίους ήταν βέβαια δυνατόν να ελπίζη κανείς πως θα έλθη κάποια καλυτέρευση στο γένος—κανείς από όλους αυτούς δεν μπορούσε να βοηθήση στο παραμικρό την ανθρωπότητα. Αφού ούτε τους ίδιους τους εαυτούς τους δεν μπόρεσαν να αναδείξουν καθαρούς από κατηγορίες και τιμωρίες, αλλ' όταν έφευγαν από εδώ, τους υποδεχόταν όλους ο Άδης. Κι ήταν έτσι αδύνατο να ξανάρθη σε μας η προηγούμενη ζωή μας, αφού οι άνθρωποι δεν μπορούσαν οι ίδιοι να επαρκέσουν στους εαυτούς τους, οι δε αγαθοί Άγγελοι, μολονότι ζητούσαν από το Θεό την καλυτέρευσή μας και προσπαθούσαν ν' αγωνισθούν μαζί μας, νικιόνταν μπρος στο μέγεθος των ανθρωπίνων κακών, κι ενώ, από το άλλο μέρος, εκείνος του οποίου η πληγή ήταν απαραίτητη, ήταν εξ αιτίας της αμαρτίας στους ανθρώπους μισητός. «Έσκυψε, πράγματι, και κοίταξε πάνω στη γη και δεν βρήκε κανέναν που να σκέπτεται στα σοβαρά και να ζητή το Θεό». Αλλά συνέβηκε με την ανθρωπότητα ό,τι συμβαίνει με ένα σώμα, που έχει καταστραφή ολόκληρο από την αρρώστια και δεν του απομένει κανένα σημείο, από το οποίο εκείνος που θέλει να το θεραπεύση να ανακαλέση την υγεία. Γιατί ήθελε βέβαια ο Θεός τη σωτηρία μας, σαν φιλάνθρωπος που είναι, αλλά δεν εύρισκε τους ανθρώπους εκείνους από τους οποίους θα μπορούσε ν' άρχίση την προσφορά των δωρεών του κατά τρόπο δίκαιο. Γιατί αποτελεί νόμο της θείας δικαιοσύνης το να προσφέρη μερικές φορές τίς ευεργεσίες εκεΐνες που κάνουν την ανθρώπινη φύση καλύτερη και χωρίς οι άνθρωποι να το θέλουν. Αλλ' αποτελεί εξ ίσου νόμο οι ευεργεσίες, που επανορθώνουν τη θέληση και την διάθεση του ανθρώπου και φέρνουν μέσα μας το Θεό και μας δίνουν τον αρραβώνα της ουράνιας ειρήνης, να είναι βέβαια μεγάλες και να ξεπερνούν κάθε ανθρώπινη ελπίδα, να μη χορηγούνται όμως σε όλους, αλλά μόνο σε όσους συμβαίνει να έχουν προηγουμένως συνεισφέρει από την πλευρά τους ό,τι συντελεί στην προσέλκυση και διατήρησή τους. Γι' αυτό, πριν κατέβη ο Σωτήρας στη γη και πριν υπάρξουν τα μυστήρια της θείας του οικονομίας, τα οποία επανέφεραν μεμιάς τη θέλησή μας, που είχε ξεπέσει από τη θεία αγάπη, χρειαζόταν μια ανθρώπινη δικαιοσύνη ικανή όχι μόνο να αντισταθμίση την τόσο μεγάλη ανθρώπινη κακία, αλλά με πολύ μεγαλύτερη δύναμη. Αυτή έπρεπε να συντελέση αποφασιστικά στο να ξεπλυθή η ανθρώπινη φύση από το μίασμα, να εξαλειφθή η αισχύνη που της προκαλούσε η αμαρτία, να καταργηθή η ύβρις του εχθρού Διαβόλου και, αφού συμφιλιωθή, να προσφέρη ο Θεός το χέρι του στους ανθρώπους.
6. Και να που πρόσφερε η Παρθένος για χάρη όλου του κόσμου αυτή την υπέροχη δικαιοσύνη κι έγινε σ' εμάς η κάθαρση κι ο ιλασμός κι εξάγνισε ολόκληρο το ανθρώπινο γένος. Κι όπως η φλόγα ή η φωτοχυσία μεταδίδεται σ' όποιο σώμα συναντήση, έτσι και η Παρθένος μετέδωκε σ' όλους το λαμπρό φως της. Υπάρχει μια αναλογία ανάμεσα στην Παρθένο και τον ήλιο: το φυσικό φως παρουσιάζεται σαν η ωραιότης των ορατών πραγμάτων, χωρίς να ανήκη στη φύση όλων, γιατί το έδωσε ο Θεός μόνο στο δίσκο του ηλίου, παρόμοια ακριβώς και η ωραιότης των ανθρώπων και όλο το σεμνό μεγαλείο της φύσεως και όλη η χάρη, όπως ανθούσε πριν να χάση ο άνθρωπος το Θεό και την οποία θα είχε, αν είχε τηρήσει το νόμο του Θεού και την δικαιοσύνη που είχε και κείνη που έπρεπε να έχη, αλλά δεν είχε, όλα αυτά βρέθηκαν συγκεντρωμένα μόνο στην Παρθένο και εδικαίωσαν όλους τους ανθρώπους, πράγμα που ο Παύλος είπε για το Σωτήρα. Υπήρξε έτσι η Παρθένος θησαυρός ή περιουσία ή πηγή ή δεν ξέρω πώς αλλοιώς να το πω της αγιότητος όλων των ανθρώπων.
Γι' αυτό από τους ανθρώπους όλων των εποχών αυτή μόνη κατοίκησε στο θυσιαστήριο. Και προσφέρθηκε σαν μια προπαρασκευαστική και καθαρτήρια θυσία πριν από το μεγάλο θύμα για το καλό όλου του γένους. Έτσι «πρόδρομος του ανθρωπίνου γένους εισήλθεν εις τα Άγια των Αγίων ο Ιησούς». Σαν πρόδρομος δε του Σωτήρα εισήλθε στα ενδότερα του καταπετάσματος η μακαρία Παρθένος και προσέφερε τον εαυτό της στον Πατέρα. Και ο Ιησούς βέβαια συμφιλίωσε απόλυτα τους ανθρώπους με τον Πατέρα πεθαίνοντας πάνω στο σταυρό. Ενώ η μακαρία, με το να προσφερθή στο Θεό, τόσο μπόρεσε να συμβάλη στην καταλλαγή, όσο χρειαζόταν για να φέρη τον κυβερνήτη ανάμεσα στους ανθρώπους, να κάνη αδελφό τους τον πρεσβευτή, αυτόν που επρόκειτο να έλθη για χάρη τους μπροστά στο Θεό και να διεκδίκηση τη σωτηρία γι' αυτούς που ήσαν πλέον δικοί του, που είχαν την ίδια με αυτόν φύση. Γιατί όφειλε να ομοιωθή κατά πάντα με τους αδελφούς του, «ίνα ελεήμων γένηται και πιστός αρχιερεύς τα προς τον Θεόν». Και αυτός βέβαια, όντας μέσα στη μια του υπόστάση και τα δύο: και αυτό που είμαστε εμείς και Θεός, έγινε το κοινό όριο καθεμιάς από τις δύο φύσεις. Είναι γι' αυτό και ένωση του Θεού με τους ανθρώπους και καταλλαγή και ειρήνη και έρως και ο,τιδήποτε άλλο οδηγεί προς αυτά. Ενώ η μακαρία με το να είναι από το ένα μέρος άνθρωπος, εφ' όσον καταγόταν από τους ανθρώπους, και να ταιριάζη από το άλλο σε ό,τι αφορά την υπέροχη αρετή της μόνο με τον Θεό, αυτό και τους ανθρώπους μεγαλύνει και τον Θεό κινεί σε έρωτα προς το ανθρώπινο γένος, ελκύοντάς Τον με το κάλλος της. Και ο Σωτήρας βέβαια εξόφλησε όλα εκείνα τα οποία εμείς χρωστούσαμε. Γιατί δεν ένοιωθε ο ίδιος να είχε κάμει κάτι για το οποίο να είναι υπεύθυνος, αφού «αμαρτίαν ουκ εποίησεν», αλλά πήρε πάνω Του τις δικές μας αμαρτίες και βασανίσθηκε για χάρη μας. Έτσι η πληγή ενός, που δεν είχε αδικήσει σε τίποτα, με το να πάρη τη θέση της ποινής που άξιζε σ' όλους τους ανθρώπους που έσφαλαν τα μέγιστα, ήταν αρκετή να διαλύση τις κατηγορίες εναντίον όλων. Η δε Παρθένος με το να παρουσίαση μόνη αυτή ανάμεσα σ' όλους τους ανθρώπους την ψυχή της αξία του Θεού μπόρεσε να υπερασπισθή και τους άλλους.
Γι' αυτό, ενώ πολλοί και πολλές φορές δέχθηκαν από τον ουρανό μηνύματα, μόνο σ' αυτή ο Θεός είπε το «χαίρε». Γιατί δεν υπήρξε πριν από αυτή κανείς που, απαλλαγμένος από κατηγορίες, να μπορή να είναι απαλλαγμένος και από τη σχετική ποινή. Όλους πράγματι τους έκρινε ο Θεός άξιους να πονούν και να βασανίζωνται. Αυτή ακριβώς ήταν η τιμωρία των ανθρώπων για το ότι καταπάτησαν το νόμο της αληθινής χαράς και ειρήνης. Με το να θεωρήση λοιπόν τη μακαρία Παρθένο αξία να χαίρεται και με το γεγονός ότι την αποκάλεσε «ευλογημένη» και «κεχαριτωμένη», φανέρωσε ότι δεν είχε να της καταλογίση τίποτε από όλα εκείνα για τα οποία η ανθρώπινη φύση ήταν υπεύθυνη.
7. Γιατί έπρεπε το καινούργιο θύμα, που προσφέρθηκε για μας, οι οποίοι είχαμε ανάγκη από πολλούς εξαγνισμούς, να είναι άμωμο και άγιο. Εάν βέβαια το θυσιαστήριο, το οποίο ήταν σχεδίασμα και εικόνα των χαρίτων της Παρθένου, έπρεπε να είναι το πιο άγιο από όλα τα άγια πράγματα, τι γνώμη θα έπρεπε να διατυπώσουμε για την ίδια την αλήθεια; Γιατί το θυσιαστήριο δεν υστερούσε από την Παρθένο μόνο όσο υπολείπεται από την αλήθεια η σκιά και το αποτύπωμα της αλήθειας, αλλά υπάρχει ανάμεσα τους πολύ μεγαλύτερη, άπειρη απόσταση. Γιατί το θυσιαστήριο το επισκιάζουν, όπως είπε ο Παύλος, τα Χερουβίμ. Ενώ την πολυύμνητη δεν την επισκιάζουν απλώς τα Χερουβίμ ή κάτι σπουδαιότερο από αυτά, αλλά ο ίδιος εκείνος, τον όποιο υπηρετούν τα Χερουβίμ, η δύναμις του Υψίστου, όπως ανήγγειλε ο θειότατος Γαβριήλ. Εξ άλλου η θυσία είναι αγιώτερη από το ιερό, γιατί αυτή ακριβώς το κάνει ιερό. Το χρίσμα του αίματος είναι εκείνο που το αγιάζει. Αλλά η μακαρία Παρθένος τόσο πολύ είναι αγιώτερη από οποιαδήποτε άλλη θυσία, ώστε να μην μπορή κανείς ούτε να περιγράψη τη διαφορά. Γιατί το αίμα της καινούργιας αυτής θυσίας δεν το δέχθηκε απλώς το θυσιαστήριο ούτε το κατέφαγε η φωτιά, αλλά το πήρε πάνω του ο ίδιος ο Θεός και το φόρεσε σαν «ιμάτιον σωτηρίου και χιτώνα ευφροσύνης», ξαναχαρίζοντάς το στους ανθρώπους σαν όπλο εναντίον κάθε κάκου και κάθε πόνου. Και δεν ντράπηκε γι' αυτή την περιβολή, αλλά την ονομάζει αντίθετα δόξα και βασιλεία του. Και σωστά, γιατί όταν φορώντας αυτό το «ιμάτιο» πήρε μέρος στη ζωή των ανθρώπων λέγει η Γραφή ότι «(έφθασε στη γη η βασιλεία των ουρανών». Γι' αυτή τη βασιλική ενδυμασία ρωτούσαν οι Άγγελοι το Σωτήρα: «γιατί είναι κόκκινη η στολή σου;» Κι αυτή τη βασιλεία «ο Κύριος εβασίλευσε», σύμφωνα μ' αυτό που λέει η Γραφή. Αυτή τη δύναμη κι αυτή τη δόξα φόρεσε. Μ' αυτήν ακριβώς την περιβολή και μ' αυτή τη ζώνη νίκησε το Διάβολο, άρπαξε από τα χέρια του κι ελευθέρωσε τους δεμένους, αλυσοδένοντας τον ίδιο. Κι έγινε σ' εμάς τους σωσμένους η σάρκα του Σωτήρα «δύναμις Θεού», όπως γράφει ο Παύλος.
Ω πόσο πρωτοφανή και υπέροχα είναι αυτά τα μυστήρια Ι Πόσο θαυμαστή αυτή η δικαιοσύνη! Ω μεγαλείο ψυχής, που με τέτοια αγνότητα στόλισε το σώμα της! Ω σώμα που ξεπερνώντας τη φύση του τόσο πολύ υψώθηκε μαζί με την ψυχή! Ω φως λαμπρό που καταύγασε εκείνο το νου! «Τι να πω και τι να διαλαλήσω»; ρωτάει έκπληκτος ο προφήτης. Το Θεό, που κανένας ποτέ δεν περιέλαβε τόπος, που η κτίση όλη, κι αν ακόμα γίνη μύριες φορές μεγαλύτερη, δεν τον χωρεί, Αυτόν τον περιέβαλε με το αίμα της η Παρθένος. Κι όχι απλώς τον περιέβαλε, αλλά του ύφανε με το αίμα της τέτοιο χιτώνα, που από κάθε άποψη να ταιριάζη στο βασιλιά. Αν και βέβαια δεν ενώθηκε ο Θεός με την ανθρώπινη σάρκα απλώς όσο το σώμα ενώνεται με το ένδυμα ούτε η ανθρώπινη φύση έλαβε μέρος στη θεία ακτίνα όσο η στολή στη βασιλική ευτυχία. Αλλά τόσο μόνο επιτρέπεται να ονομάσουμε το μυστήριο της ενανθρωπήσεως του Σωτήρα περιβολή και ενδυμασία, όσο χρειάζεται για να εκφρασθή ότι δεν έχει γίνει σύγχυση ανάμεσα στις δύο φύσεις, αλλά ότι η κάθε μια μένει ακέραιη και διατηρεί όλα τα ιδιώματά της. Ενώ σ' ό,τι αφορά τα υπόλοιπα, τόσο πολύ ξεπερνά η πραγματικότης αυτή την εικόνα, όσο η τελεία ένωση την πλήρη διαίρεση. Γιατί αυτή η ένωση ούτε μπορεί να γίνη παράδειγμα σε τίποτε άλλο ούτε από κανένα άλλο παράδειγμα μπορεί να εκφρασθή. Αλλά είναι μια ένωση μοναδική, πρωτοφανής και ανεπανάληπτη. Γιατί το αίμα της μακαρίας έγινε αίμα Θεού —πώς να το εκφράσω;— και, συμμετέχοντας τόσο στενά σε καθετί που Αυτός είχε, αναδείχθηκε ομότιμο και ομόθρονο και ομόθεο με τη θεία φύση. Σε τέτοιο ύψος αγιότητος έφθασε η Παρθένος, τόσο η αρετή της ξεπερνά κάθε ανθρώπινο νου!
8. Άνθρωπος ήταν. Από τους ανθρώπους εβλάστησε. Κι ήταν μέτοχος σε κάθε κοινό χαρακτηριστικό του ανθρώπινου γένους. Δεν κληρονόμησε όμως την ίδια νοοτροπία ούτε παρασύρθηκε από την τόσο μεγάλη κακία που επικρατεί σ' αυτή τη ζωή. Αλλά νίκησε την αμαρτία κι αντιστάθηκε στη φθορά της φύσεώς μας κι έδωσε τέλος στην κακία. Έγινε έτσι αυτή η ίδια αγία απαρχή και βάδισε πρώτη και υπήρξε οδηγός των ανθρώπων στο δρόμο προς το Θεό. Γιατί διατήρησε τη θέλησή της τόσο καθαρή, σαν να ήταν μόνη της σ' αυτή τη ζωή, σαν να μην υπήρχε κανείς άλλος άνθρωπος ούτε κανένα άλλο πλάσμα να είχε ποτέ δημιουργηθή, σαν να βρισκόταν μόνη μπροστά στο μόνο Θεό. Δεν συγκέντρωσε την προσοχή της σε κανένα από τα κτίσματα ούτε προσηλώθηκε σε τίποτε απολύτως από ό,τι υπάρχει στον κόσμο. Αλλά από την πρώτη κιόλας στιγμή που ήρθε ανάμεσα στους ανθρώπους τους αποχωρίσθηκε κατά το καλύτερο μέρος. Κι έτσι, έχοντας ξεπεράσει όλη την κτίση, τη γη, τον ουρανό, τον ήλιο, τα αστέρια, τον ίδιο το χορό των Αγγέλων, που περιβάλλει το Θεό, δεν σταμάτησε παρά αφού ενώθηκε με τον καθαρό Θεό, η καθαρή. Κι αναδείχθηκε ιερώτερη από τις θυσίες, τιμιώτερη από τα θυσιαστήρια για το Θεό, τόσο πιο άγια από τους δικαίους και τους προφήτες και τους ιερείς, όσο αγιώτερος από αυτούς που αγιάζονται είναι εκείνος που τους αγιάζει. Γιατί βέβαια κανείς δεν ήταν άγιος πριν γεννηθή η μακαρία. Αυτή πρώτη και μοναδική, απαλλαγμένη εντελώς από την αμαρτία, παρουσιάσθηκε να είναι πραγματικά αγία, και αγία αγίων κι ό,τι ακόμη περισσότερο θα μπορούσε κανείς να πη. Κι άνοιξε και στους άλλους την πόρτα της αγιωσύνης με το να έχη προετοιμασθή κατάλληλα για την υποδοχή του Σωτήρα, από όπου ήλθε η αγιότης και στους προφήτες και στους ιερείς και σε οποιονδήποτε άλλον αξιώθηκε να συμμετάσχη στα θεία μυστήρια.
Γιατί ο καρπός της Παρθένου είναι εκείνος που πρώτος και μόνος έφερε την αγιότητα στον κόσμο. Αυτό ακριβώς σημαίνει εκείνο που είπε ο μακάριος Παύλος: «πρόδρομος για χάρη μας εισήλθε ο Ιησούς εις τα άγια». Γιατί, αν συμβαίνη να λέγεται ότι και πριν να έρθη ο Σωτήρας πολλοί άνθρωποι αξιώθηκαν να έχουν αυτή την επωνυμία, αυτό οφείλεται στο ότι έλαβαν μέρος στα μυστήρια της θείας οικονομίας, συμμετέχοντας στις προτυπώσεις τους. Γι' αυτό το λόγο λέγει ο Παύλος ότι και πριν ακόμη «ονειδισθή» ο Χριστός, ο Μωυσής προτίμησε «από τους θησαυρούς της Αιγύπτου τον ονειδισμό του Χριστού». Για τον ίδιο λόγο και πριν ακόμη να έλθη στη γη ο άρτος «ο εκ του ουρανού καταβάς», πριν να δοθή στους ανθρώπους το Πνεύμα το Άγιον —αφού «ο Ιησούς δεν είχε ακόμη δοξασθή»—ήταν δυνατόν στους Εβραίους το βάπτισμα και η πνευματική μετάδοση ψωμιού και νερού. Και ακόμη, για να μπορέσουν να είναι καλά παρασκευασμένοι για την αληθινή αγιότητα κι έτοιμοι να υποδεχθούν, την ακτίνα εκείνη από την οποία ανέτειλε η σωτηρία. Με αυτά συμφωνεί ακριβώς εκείνο που είπε ο ίδιος ο Σωτήρας: «υπέρ αυτών εγώ αγιάζω εμαυτόν ίνα και αυτοί ώσιν ηγιασμένοι εν αληθεία». Έτσι καταλαβαίνουμε πως οι παλιοί εκείνοι άγιοι, μια και ο Σωτήρας δεν είχε ακόμη φανερωθή, δέχθηκαν τον αγιασμό δια• μέσου σκιών και συμβόλων. Είναι αυτό που λέγει ο Παύλρς, ότι δηλαδή «όλοι αυτοί οι άγιοι άνδρες, καίτοι έλαβαν εγκωμιαστική μαρτυρία για την πίστη τους, δεν απήλαυσαν την υπόσχεση της ουράνιας κληρονομιάς...για να μην τελειωθούν χωρίς εμάς»!
9. Και γιατί αναφέρω τους προφήτες, οι οποίοι δεν ήταν δυνατόν ούτε από τα δεσμά του Άδη να ελευθερωθούν, πριν να λάβουν τις δωρεές της Παρθένου, αφού και από τους ίδιους τους Αγγέλους και τους Αρχαγγέλους, τα Χερουβίμ και τα Σεραφίμ, είναι αγιώτερη η μακαρία; Αν πάλι προσφέρεται σαν βραβείο της αγιότητος κατά τον ίδιο τρόπο σε όλους ο Θεός, τον κερδίζει όμως περισσότερο εκείνος που έχει καλύτερα προπαρασκευασθή, πώς δεν είναι αναγκαίο να κρίνουμε την αγιότητα από τα βραβεία και να χρησιμοποιούμε σαν βέβαιο μέτρο της το πόσο ο καθένας βρίσκεται κοντά στο Θεό; Αλλά η Αγία Γραφή λέγει ότι τα Χερουβίμ στέκονται γύρω από το Θεό και δέχονται τις θείες ακτίνες Του, χωρίς ούτε να τολμούν να Τον ατενίσουν. Ενώ η Παρθένος, κατά ένα πρωτοφανή κι απερίγραπτο τρόπο, περιέλαβε μέσα της αυτόν που δεν μπόρεσε να χωρέση κανένας τόπος. Και δεν δέχθηκε μέσα της απλώς κάποια θεία λαμπρότητα και δόξα, αλλά την ίδια την υπόσταση του Θεού. Όσο λοιπόν φανερώτερα ενώθηκε ο Θεός με την Παρθένο, παρά με τα Χερουβίμ —κι η διαφορά είναι τόσο μεγάλη, ώστε να μη μπορή ούτε να περιγραφή—τόσο αγιώτερη κι ιερώτερη είναι η Παρθένος.
Όλες πράγματι τις υπάρξεις, δια μέσου των οποίων φανερώνεται ιδιαίτερα η σοφία του Θεού, η Παρθένος τις ξεπερνά στην καθαρότητα και την αγιότητα, όπως ακριβώς από όλα τα σώματα είναι φυσικό να είναι καθαρώτερα εκείνα που βρίσκονται πιο κοντά στο φως. Γιατί, αφού ο Θεός βρίσκεται κατά τον ίδιο τρόπο παντού, η διαφορετική φανέρωσή Του πρέπει να συμπεράνουμε ότι οφείλεται στα κτίσματα. Κι αν αυτό είναι σωστό, ποιος τότε δεν αναγνωρίζει ότι η Παρθένος είναι από όλους τους ανθρώπους και από όλους τους Αγγέλους πιο ιερή; Γιατί βέβαια δια μέσου των Αγγέλων δόθηκαν στους ανθρώπους οι εντολές του Θεού, ο παλαιός νόμος, ο «δι' Αγγέλων λαληθείς λόγος», όπως είπε ο Παύλος, και τα άλλα σημεία που φανέρωναν τη δικαιοσύνη και τη δύναμη του Θεού. Ενώ η Παρθένος δεν ανήγγειλε το Θεό ως αυτό μόνο το σημείο, αλλά αποκάλυψε στους ανθρώπους την ίδια την ενυπόστατη Σοφία του Θεού. Κι όχι απλώς με σημεία και εικόνες, αλλά με τρόπο άμεσο, φανέρωσε δηλαδή τον ίδιο το Θεό, το Σωτήρα, κι αυτό όχι μόνο στους ανθρώπους, αλλά και στις αγγελικές Αρχές και Εξουσίες, γιατί «έπρεπε να γίνη γνωστή, λέγει ο Παύλος, και στις Αρχές και στις Εξουσίες η πολυποίκιλη σοφία του Θεού». Και δεν είπε: «για να γίνη περισσότερο γνωστή», σαν να είχε και προηγουμένως ως ένα σημείο γίνει γνωστή, αλλά απλώς: «για να γίνη γνωστή». Γιατί θέλει έτσι, νομίζω, να υποδηλώση ότι η πριν από την Παρθένο γνώση του Θεού ήταν τόσο αμυδρή, ώστε να μην μπορή να γίνη καμμιά σύγκριση με τη δεύτερη, αυτή που μας έφερε η Παρθένος. Γίνεται λοιπόν φανερό ότι όχι μόνο στους ανθρώπους, τους δικαίους και τους αδίκους, τους πονηρούς καί τους αγαθούς, αλλά και σ' αυτές τις υπερκόσμιες δυνάμεις φανέρωσε τον Ήλιο της δικαιοσύνης.
Ή Παρθένος είναι επομένως τόσο ανώτερη από όλα τα κτίσματα, όσο αυτά που πραγματοποίησε για τη σωτηρία μας ο Σωτήρας είναι αδύνατο να συγκριθούν με ο,τιδήποτε άλλο. Καί πράγματι, εάν τόσο πολύ καλύτερους από τους ίδιους τους εαυτούς τους έκαμε τους Αγγέλους, ώστε να υποστηρίζη ο Απόστολος ότι είναι αδύνατη η οποιαδήποτε σύγκριση ανάμεσα στη δεύτερη και στην πρώτη τους ευτυχία, ας εξετάσουμε πόσο μεγάλη είναι αυτή η υπεροχή. Γιατί, αν «το μικρότερο ευλογήται από το μεγαλύτερο», όπως λέγει η Γραφή, ποια σύγκριση μπορεί να υπάρξη ανάμεσα στο να ευεργετή κανείς και στο να ευεργετήται; Γι' αυτό το λόγο ο προφήτης έβλεπε την Παρθένο να είναι ο θρόνος του Θεού και μάλιστα ένας θρόνος «υψηλός και επηρμένος», ενώ τα Χερουβίμ τα έβλεπε γύρω από το θρόνο. Κι όχι απλώς γύρω από το θρόνο, αλλά και να στέκωνται με συστολή και με φόβο, χωρίς να τολμούν ούτε να τον αντικρύσουν. Η παράδοση λέγει, επί πλέον, ότι οι Άγγελοι αγρυπνούν πάντοτε κι ότι δεν υπάρχει τέρμα στις προς το Θεό υμνωδίες τους. Αλλά τόσο πιο πολύ πρέπει να θεωρήσουμε ότι ισχύει και αυτό για την Παρθένο —και δεν εννοώ μόνο μετά την εκδημία της από τη γη, αλλά κι όταν ακόμη ήταν σ' αυτήν εδώ τη ζωή— όσο περισσότερο αισθάνθηκε αυτή τη θεία ακτίνα. Γιατί και στις Δυνάμεις, που κυκλώνουν το Θεό, περισσότερο από ο,τιδήποτε άλλο ξυπνά το ζήλο και τις κάνει να αγρυπνούν το ότι έχουν γευθή τις θείες ευεργεσίες. Ώστε εκείνο που στους άλλους αγίους συμβαίνει αφού αποχωρισθούν το σώμα, το να είναι δηλαδή αμετακίνητοι στο αγαθό και στην αρετή, στην Παρθένο συνέβη και πριν ακόμη αποθέση το σώμα Της.
10. Και αυτό ήταν φυσικό επακόλουθο. Γιατί βέβαια το σώμα της Παρθένου, το οποίο θα έπρεπε κανονικά να παραμερισθή, είχε ξεπεράσει την ονομασία του. Και ήταν σώμα όχι ψυχικό, ούτε τίποτε άλλο, αλλά, όπως λέγει ο Παύλος, «σώμα πνευματικό», αφού το Πνεύμα είχε σκηνώσει μέσα του καί είχε μεταθέσει όλους τους νόμους της φύσεως. Αλλά, ανεξάρτητα από αυτά, το σώμα το οποίο, όταν υπήρχε σ' εκείνους (τους αγίους), δεν τους επέτρεπε να στραφούν και να προσκολληθούν στο Θεό, βοηθούσε υπερβολικά τη μακαρία Παρθένο. Γιατί σ' εκείνους, και όταν ακόμη είχαν πληρωθή από κάθε επιθυμία να βρίσκωνται κοντά στο ακρότατο επιθυμητό και όταν είχαν όλη τη νοερή δύναμη για τη θεωρία του αληθινά Όντος, δεν ήταν δυνατό να προχωρήσουν προς κάτι άλλο, πολύ λιγώτερο δε να στρέψουν εξ ολοκλήρου το νου τους, όπως στρέφουμε το βλέμμα, επειδή όλα τα ορατά πράγματα έμπαιναν μεταξύ τους. Ποιος όμως δεν γνωρίζει ότι όλα αυτά έλαβαν χώρα στην Παρθένο πέρα από κάθε λογική κατανόηση και ότι αυτή μόνη δέχθηκε μέσα της το Θεό με τρόπο που δεν μπορεί να περιγραφή;
Γίνεται επομένως φανερό ότι και πριν πέραση στην άλλη ζωή, είχε μέσα της αμετακίνητο το υπέροχο εκείνο αγαθό και τη θαυμαστή αρετή της. Είχε από τώρα τα μέλλοντα αγαθά κι εβασίλευσε από την παρούσα ζωή με τη βασιλεία που προορίζεται για τους δικαίους. Κι έζησε μέσα στο ρεύμα αυτής εδώ της ζωής τη μόνιμη, αυτή που είναι κρυμμένη «εν τω Χριστώ» και που γι' Αυτή φανερώθηκε από τώρα. Γιατί έπρεπε βέβαια να υπάρξουν όλα τα πράγματα με έναν καινούργιο τρόπο για την μακαρία, μπρος στην οποία υποχώρησαν και της φύσεως οι νόμοι. Αυτό ακριβώς ήθελε και η ίδια να δείξη ανυμνώντας τις θείες ευεργεσίες πού αξιώθηκε να λάβη και είπε: «εποίησέ μοι μεγαλεία ο δυνατός».
11. Τι πρωτοφανή τα κατορθώματα! Τί υπέροχοι οι αγώνες! Και όμως μετά τα βραβεία και τα στεφάνια που έλαβε, μετά δηλαδή τον Ήλιο της δικαιοσύνης που δέχθηκε μέσα της και με τον οποίον ενώθηκε, δοκίμασε για χάρη μας θλίψεις και οδύνες, «αντί της χαράς που βρισκόταν μπροστά της». Και συμμετείχε με τον Υιό της στην αισχύνη και στις ύβρεις και σε όλα όσα αποκάλυπταν τη φτώχεια, στην οποία ήρθε για χάρη μας. Και ανεχόταν το επάγγελμα του φαινομενικού πατέρα του (του Ιωσήφ), και μακροθυμούσε, παίρνοντας το μέρος του Υιοϋ της για τη δική μου σωτηρία. Κι όταν Εκείνος έκανε τα θαύματά του κι επανόρθωνε τη φύση, ήταν πάντα κοντά του. Κι όταν εκείνοι τους οποίους ευεργετούσε τον φθονούσαν και τον μισούσαν, η Παρθένος πονούσε μαζί του κι εδεχόταν τα βέλη του μίσους των. Αφού, κινούμενη από την υπερβολική φιλανθρωπία της, πρώτη αυτή παρότρυνε τον Υιό της προς αυτές τις ευεργεσίες, κι αυτό πριν ακόμη να έλθη η ώρα του —«ούπω ήκει η ώρα μου», είπε ο ίδιος—• πράγμα που φανερώνει καθαρά πόση παρρησία έδωκε στη μητέρα του, ώστε να μπορή να αλλάξη ακόμη και τα χρονικά όρια, που αυτός είχε καθορίσει.
Όταν πάλι χρειάσθηκε να υποφέρη για μας ο Σωτήρας και να πεθάνη, πόσο μεγάλες ήσαν οι οδύνες, με τις οποίες του συμπαραστάθηκε η Παρθένος! Τι βέλη την διαπέρασαν! Γιατί κι αν ο Υιός της ήταν μόνο άνθρωπος και τίποτε άλλο, τίποτε οδυνηρότερο δεν θα μπορούσε να πρόσθεση κανείς σε μια μητέρα. Αλλά τώρα είναι ο μόνος Υιός της, που τον έφερε στον κόσμο μόνη της, κατά τρόπο παράδοξο, που δεν λύπησε ποτέ ούτε την ίδια ούτε κανέναν από τους ανθρώπους, που τους ευεργέτησε, αντίθετα, όλους τόσο, ώστε να ξεπεράση όλες τις προσδοκίες τους. Τί λοιπόν συναισθήματα είναι φυσικό να είχε η Παρθένος, όταν έβλεπε τον Υιό της σε τόσο φοβερές οδύνες, αυτόν που ήταν ο ευεργέτης της ανθρώπινης φύσεως, «τον πράον, τον ταπεινόν τη καρδία», αυτόν που δεν υπήρξε ποτέ «ερίζων ουδέ κραυγάζων», τον οποίον κανείς ποτέ δεν μπορούσε να κατηγορήση για το παραμικρό, όταν τον έβλεπε να σέρνεται από εκείνα τα άγρια θηρία, να γυμνώνεται, να δέρνεται, να κρίνεται άξιος της χειρότερης καταδίκης, να πεθαίνη τον έξευτελιστικώτερο θάνατο μαζί με τους αμαρτωλότερους ανθρώπους, έξω από κάθε έννοια δικαιοσύνης και νόμου, όπως συμβαίνει σε τυραννικά καθεστώτα; Προσωπικά πιστεύω ότι τέτοια οδύνη ποτέ σε κανέναν άνθρωπο δεν μπορεί να υπάρξη. Γιατί, αν είναι ανάγκη να κλαίμε γι' αυτούς που αδικούνται, τίποτε δεν είναι τόσο άδικο, όσο ο θάνατος με τον οποίο πέθανε ο Σωτήρας. Μολονότι κανένας βέβαια δεν αδικήθηκε εξ ολοκλήρου ξεπληρώνοντας την ποινή, με την οποία καταδικάσθηκε, έστω κι αν ο ίδιος δεν ένοιωθε ενοχή για τίποτε από αυτά, για τα οποία καταδικάστηκε, γιατί ασφαλώς έπραξε εκείνα για τα οποία θα μπορούσε δίκαια να κατηγορηθή. Ενώ για το Σωτήρα, λέγει ο προφήτης ότι «αμαρτίαν ουκ εποίησεν». Αν πάλι δεν επιτρέπεται να μη βασανιζώμαστε για τις συμφορές, που τυχαίνουν στους δικούς μας, είναι φανερό ότι κανείς ποτέ δεν είχε τόσο στενό δεσμό με άλλον άνθρωπο, όσο η Παρθένος με το Σωτήρα. Γι' αυτό την ώρα των Παθών κατέλαβε την Παρθένο θλίψη υπερβολική και απερίγραπτη, τέτοια που παραπλήσια ποτέ δεν ένοιωσε άνθρωπος. Γιατί αυτή είδε τη Σταύρωση σαν μητέρα, αλλά και σαν άνθρωπος με σωστή κρίση, σαν κάποιος που μπορεί να διακρίνη καθαρά την αδικία.
12. Έπρεπε βέβαια να λάβη μέρος σε καθετί που έκανε ο Υιός της για τη σωτηρία μας. Όπως του μετέδωκε το αίμα και τη σάρκα της κι έλαβε αμοιβαία μέρος στις δικές του χάριτες, κατά τον ίδιον τρόπο έλαβε μέρος και σε όλους τους πόνους και την οδύνη του. Κι αυτός βέβαια καρφωμένος στο σταυρό δέχθηκε στην πλευρά την λόγχη, ενώ διαπέρασε την καρδιά της Παρθένου ρομφαία, όπως ανήγγειλε ο αγιώτατος Συμεών. Με τον ίδιο τρόπο καί όλα τα άλλα μαρτύρια τα προξενούσαν οι «κύνες» εκείνοι από κοινού στον Υιό και στη μητέρα. Το ίδιο κι όταν χρησιμοποιώντας παλαιοτέρους λόγους του τον κατηγορούσαν σαν αλαζόνα κι όταν τον ονόμαζαν πλάνο κι αγωνίζονταν ν' αποδείξουν την πλάνη του.
Έτσι, χάρις σ' αυτές τις ομοιότητες αυτή ήταν η πρώτη που έγινε «σύμμορφος» με το θάνατο του Σωτήρα και γι' αυτό έλαβε πριν από όλους μέρος και στην ανάστασή Του. Γιατί, όταν ο Υιός της διέλυσε την τυραννία του Άδη κι αναστήθηκε, τον είδε βέβαια και τον άκουσε και τον προέπεμψε, όσο ήταν δυνατόν, καθώς έφευγε για τον ουρανό και πήρε, μετά την Ανάληψη, τη θέση του ανάμεσα στους Αποστόλους και τους άλλους συντρόφους του, αυξάνοντας έτσι τις ευεργεσίες με τις όποιες Εκείνος ευεργέτησε την ανθρώπινη φύση, «αναπληρώνοντας», δηλαδή, πιο άξια από όλους «τα υστερήματα του Χριστού». Γιατί σε ποιόν άλλο μπορούσε όλα αυτά να ταιριάζουν παρά στη μητέρα;
Ήταν όμως ανάγκη η παναγία εκείνη ψυχή να χωρισθή από το υπεράγιο εκείνο σώμα. Και χωρίζεται βέβαια και ενώνεται με την ψυχή του Υιού της, με το πρώτο φως ενώνεται το δεύτερο. Και το σώμα, αφού έμεινε για λίγο στη γη, αναχώρησε κι αυτό μαζί με την ψυχή. Γιατί έπρεπε να πέραση από όλους τους δρόμους από τους οποίους πέρασε ο Σωτήρας, να λάμψη και στους ζωντανούς και στους νεκρούς, να αγιάση δια μέσου όλων την ανθρώπινη φύση και να λάβη αμέσως μετά τον αρμόζοντα τόπο. Το δέχθηκε έτσι για λίγο ο τάφος, το παρέλαβε δε και ο ουρανός, αυτό το πνευματικό σώμα, την καινή γη, το θησαυρό της δικής μας ζωής, το τιμιώτερο από τους Αγγέλους, το αγιώτερο από τους Αρχαγγέλους. Ξαναδόθηκε έτσι ο θρόνος στον βασιλιά, ο παράδεισος στο ξύλο της ζωής, ο δίσκος στο φως, στον καρπό το δένδρο, η μητέρα στον Υιό, αξία καθόλα αντιπρόσωπος του ανθρωπίνου γένους.
13. Ποιος λόγος είναι αρκετός για να υμνήση, ω μακαρία, την αρετή σου, τις χάριτες που σου δώρισε ο Σωτήρας, αυτές που Συ δώρισες στην κοινωνία των ανθρώπων; Κανείς, έστω κι αν «λαλή τις γλώσσες των ανθρώπων και των αγγέλων», όπως θάλεγε ο Παύλος. Προσωπικά μου φαίνεται ότι το να καταλαβαίνη κανείς και να διακηρύσση σωστά και όπως πρέπει τα μεγαλεία Σου αποτελεί τμήμα της αιώνιας μακαριότητας, που απόκειται στους δικαίους. Γιατί κι αυτά «οφθαλμός δεν τα είδε και αυτί ανθρώπινο δεν τα άκουσε» κι «ο κόσμος ολόκληρος δεν μπορεί να τα χωρέση», σύμφωνα με τον περιώνυμο Ιωάννη. Τα δικά Σου μεγαλεία ανήκουν μόνο στο χώρο εκείνο όπου ο ουρανός είναι καινός και η γη καινή, το χώρο που φωτίζεται από τον Ήλιο της δικαιοσύνης, ο οποίος Ήλιος ούτε προηγείται ούτε έπεται από το σκοτάδι, εκεί όπου υμνητής των μεγαλείων Σου είναι ο ίδιος ο Σωτήρας και Άγγελοι αυτοί που χειροκροτούν. Σ' αυτόν μόνο πράγματι το χώρο μπορεί να Σου προσφερθή η υμνωδία που Σου αξίζει. Οι άνθρωποι είναι αδύνατον να ολοκληρώσουμε την ύμνησή Σου. Τόσο μόνο μπορούμε να Σε υμνήσουμε, όσο χρειάζεται για να αγιάσουμε τη γλώσσα και την ψυχή μας. Γιατί και μόνο ένας λόγος και μια ανάμνηση, που αναφέρεται σε κάποιο από τα δικά Σου μεγαλεία, ανυψώνει την ψυχή και κάνει καλύτερο το νου και μας μετατρέπει όλους από σαρκικούς σε πνευματικούς και από βέβηλους σε αγίους.
Αλλ', ω Παρθένε, Συ που είσαι κάθε αγαθό, καθετί που ξέρουμε σ' αυτή τη ζωή κι ό,τι θα μάθουμε, όταν αφήσουμε τον κόσμο! Ω Συ, που αρχίζοντας από τον εαυτό σου οδήγησες και τους άλλους προς τη μακαριότητα και την αγιωσύνη ! Ω σωτηρία των ανθρώπων και φως του κόσμου και οδός που οδηγεί στον Σωτήρα και θύρα και ζωή, Συ που είσαι αξία να ονομάζεσαι με όλα εκείνα τα ονόματα με τα όποια προσφωνήθηκε για τη σωτηρία που μας χάρισε ο Σωτήρας. Γιατί αυτός είναι ο αίτιος καί Συ η «συναίτιος» του δικού μου αγιασμού και όλων εκείνων τα οποία από το Σωτήρα δια μέσου Σου και των δικών Σου απήλαυσα μόνο' Αίμα δικό Σου είναι το αίμα που καθαρίζει τις αμαρτίες του κόσμου. Δικό Σου μέλος είναι το σώμα μέσα στο οποίο αγιάστηκα, μέσα στο οποίο βρίσκεται η Καινή Διαθήκη και κάθε ελπίδα σωτηρίας. Δικό Σου σπλάχνο είναι η βασιλεία του Θεού.
Ω Σύ Παρθένε, που είσαι ανώτερη από κάθε έπαινο κι από κάθε όνομα, που θα μπορούσε να σε χαρακτηρίση, δέξου αυτόν τον ύμνο μας και μην παραβλέψης την προθυμία. Και δώσε να μπορέσουμε να κατανοήσουμε και να ψάλλουμε κάπως καλύτερα τα μεγαλεία Σου και τώρα, σ' αυτή τη ζωή, και μετά από αυτήν, στην αιωνία. Αμήν.

Tuesday, 26 March 2013

'Homily on the Annunciation' by St. Nicholas Cabasilas

 
By St. Nicholas Cabasilas

1. If there is ever a time when a man should rejoice, exult, and cry out with gladness, when he should go off and search for what great and brilliant statements he might utter, when he should wish to be vouchsafed sublimity of ideas, beauty of diction, and powerful oratory, I see no other occasion than this day, on which an Angel came to earth from Heaven bearing every good tiding. Today Heaven is exalted; today the earth is resplendent; today all of creation rejoices, and He Who holds Heaven in His hands is not absent from the Feast, either. Rather, the present celebration is in very truth a festival: all things are gathered together in a single act of rejoicing—the Creator, all of His creatures, and the Mother of the Creator herself, who made Him a partaker of our nature and of our liturgical synaxes and feasts. For He, being our Benefactor from the beginning of creation, and making this His own proper activity (never being in need of anything from anyone), to bestow gifts and to do good, and knowing only such things as these, on this day both does those same things and assumes a secondary place and stands in solidarity with the recipients of His benefactions. Bestowing some things on the creation from Himself, and receiving other things from it, He rejoices not so much in giving great gifts, since He is munificent, as in receiving small gifts from those to whom He has done good, since He loves mankind. He obtains honor not only from what He has laid down for His poor servants, but also from what He has received from us paupers.

For, although He chose to empty Himself1 and took our poverty upon Himself, yet in accordance with His judgments, as recipient, He used the gift that He received from us for His own adornment and majesty.2 What greater occasion for delight could there be for the creation—by which I mean both the visible creation and that which transcends our eyes—when it beholds its own Maker in its midst and the Master of all among the ranks of His servants, not divesting Himself of His Lordship, but assuming the form of a servant; not throwing away His wealth, but imparting it to the poor; and not falling away from the summit of His eminence, but elevating the lowly? She who is the cause of all these things for us all rejoices, on the one hand, at sharing, for her part, in the common goods, in that she belongs to the order of creation; and she rejoices, on the other hand, that she shares in these goods before all and most of all, and that through her all of these goods were bestowed on everyone; and fifthly, and most importantly of all, she rejoices because not only did God bring about resurrection for mankind through her, but she also brought it about herself, through the things that she knew and foreknew.

2. For the Virgin was not like the earth, which contributed to the creation of man but did not bring it about, but merely offered itself as matter to the Creator and was only acted upon and did not do anything. But those things which drew the Artificer Himself to earth and which moved His creative hand did she provide from within herself, being the author thereof. What were these things? A blameless life, an utterly pure way of life, the rejection of all evil, the practice of every virtue, a soul purer than light, a body that was entirely spiritual, brighter than the sun, purer than Heaven, and more sacred than the Cherubic thrones; a mind furnished with wings that was not daunted by any height; a longing for God, which had absorbed the entire appetitive faculty of the soul into itself; possession by God, a union with God inconceivable to any created intellect. Having trained both body and soul to receive such beauty, she turned the gaze of God towards herself, and by her own beauty rendered our common nature beautiful and won over the Impassible One; and He Who was despised by men on account of their sin became man because of the Virgin.

3. The “middle wall and barrier of enmity”3 were of no account to her; indeed, everything that divided the human race from God was abolished as far as she was concerned. Even before the common reconciliation, she alone had made peace with God; or rather, she was never in any need of reconciliation, since from the very beginning she stood foremost in the choir of the friends of God. However, such a reconciliation was made for the rest of mankind. And she was, before the Comforter, “an advocate for us before God,”4 as Paul puts it, not lifting up her hands to Him on behalf of mankind, but holding out her life as an olive branch. The virtue of a single soul was sufficient to put a stop to all of the evil committed by men from the beginning of time. And, just as the Ark, which saved man during the general shipwreck of the inhabited earth, was not itself subject to the calamities that befell the entire world, and just as it preserved for the human race the resources for its continuation, so also did it happen in the case of the Virgin. And, as if no man had dared to commit even one single sin, but all had abided by the Divine commandments and were still occupying their ancient habitation,5 thus did she ever keep her mind inviolate; and she had no awareness of the wickedness that had, so to speak, been diffused in every direction. The cataclysm of evil, which held all things in its grip, closed Heaven and opened up Hades, started a war between God and men, drove the Good One from the earth and introduced the Evil One in His stead, was yet completely powerless against the blessed Virgin; although evil had dominion over the entire inhabited earth and had everywhere wrought confusion, commotion, and havoc, it was defeated by a single thought and a single soul, and it yielded not only to her, but also, on account of her, to the entire human race.

This was the contribution that the Virgin made to the common salvation of mankind, even before that day arrived on which God was to bow the Heavens and descend.6 As soon as she was born, she constructed a dwelling-place for Him Who is able to save and fashioned a beautiful house for God—and one that would be worthy of Him. The King could not find any fault with His palace; and indeed, not only did she provide a dwelling fit for His royal majesty, but she also prepared from herself His purple robe7 and cincture, and the majesty, strength, and the Kingdom itself;8 just as an illustrious city that surpasses all other cities in size, beauty, wisdom, population, wealth, and all its resources, is able not only to offer a welcome and hospitality to the King, but also to establish, adorn, strengthen, and arm his royal authority, and in this way to inflict inevitable woe upon his enemies, but to confer salvation and an abundance of all good things upon his friends.

4. Thus did the Virgin benefit the human race before the time came for our common salvation. But since that time had now come and the Angelic messenger was at hand, she believed, gave her consent, and undertook her ministry. These things were indispensable and in every way necessary for our salvation; without them, there would have been no hope for humanity. For, neither would it have been possible, had the Blessed Virgin not prepared herself, as I said, for God to look kindly on mankind and to desire to descend to earth, that is, had there not been someone to receive Him, someone capable of serving Him in the œconomy of salvation; nor would it have been possible, had she not believed and given her consent, for God’s will for us to have been realized. This is evident from the fact that Gabriel, in addressing the Virgin and calling her “Full of Grace,” expressed everything pertaining to the mystery. God did not descend until the Virgin sought to learn the manner of her conceiving. But when He saw that she was persuaded and that she accepted the invitation, the deed was accomplished straightway; and God clothed Himself in humanity and the Virgin became the Mother of her Creator. In the case of Adam, God neither foretold nor persuaded him concerning the rib from which Eve was to be fashioned, but put him to sleep, and in this way deprived him of the member in question; in the case of the Virgin, however, He first instructed her and awaited her assurance before proceeding to the deed. Regarding the creation of Adam, He conversed with His Only-Begotten Son, saying: “Let Us make man.”9 But when, as Paul says, He was going to bring this wonderful Counselor,10 the First-Begotten, into the world,11 and to form the second Adam, He made the Virgin a participant in his decision. And this great counsel, about which Isaiah speaks,12 God proclaimed and the Virgin ratified. The Incarnation of the Word was the work not only of the Father, Whose good pleasure it was, and of His Power,13 Who overshadowed, and of His Spirit, Who descended, but also of the will and faith of the Virgin. For, just as, without those Three, it would have been impossible for this decision14 to be implemented, so also, if the All-Pure One had not offered her will and faith, this design could not possibly have been brought to fruition.

5. Having in this way taught and persuaded her, God made her His Mother and borrowed flesh from her with her knowledge and consent, in order that, just as He was conceived voluntarily, it might equally come about for His Mother that she should conceive voluntarily and become His Mother willingly and by her own free decision; and so that, even more importantly, she might not simply contribute to the Œconomy of the Incarnation as one who had been conscripted like some puppet, but might herself offer her own self and become a fellow-worker with God in His Providence for the human race and, thereby, be made a partaker and sharer with Him of the glory deriving therefrom; and so that, furthermore, just as the Savior Himself became man and the Son of man not only for the sake of the flesh, but also had a soul, a mind, and a will, and everything else that is human, He might in the same way obtain a perfect Mother who would minister to His Nativity not only through the nature of her body, but also through her mind, her will, and all that she possessed, and that the Virgin might thus be His Mother in both flesh and soul and might endow the ineffable birthgiving with human nature in its totality.15

For this reason, before placing herself at the service of the mystery, she learns about it, believes in it, consents to it, and prays for its fulfillment. Moreover, God wished to show the virtue of the Virgin, how great was her faith in Him, and what great courage of soul she had, and all her prudence and greatness of soul, in accepting and believing the most paradoxical words of the Angel, that God would truly come in person and provide for our salvation, and that she would coöperate with this work and prove capable of serving it. The latter is manifest proof that the Virgin was fully aware of that which is greatest of all, that than which no one could wish anything greater;16 the former is sufficient evidence that she had clear knowledge of God’s goodness and love for mankind, for which reason it seems to me that she was not initiated into this mystery directly by God—although this mode of learning would have befitted her more than any celestial spirit—, in order that the faith which she had concerning God might be clearly shown to be hers, lest the whole matter be imputed to the power of God that persuaded her. For, just as those of the faithful who have not seen are more blessed than those who have seen,17 so also those who are persuaded by servants of the Master are more prudent than those whom God Himself has persuaded. But the fact that she was conscious that there was nothing in her soul that was inconsonant with the mystery, and that her character was in such harmony with it that no mention was made of any human weakness in her case; and also the fact that it was not because she harbored any doubts that she inquired how this would come to pass, that she did not talk about what was conducive to her purification, and that she did not need anyone to explain the mystery to her—I do not know whether this is something appropriate to ascribe to a created nature.

For, even if she had been a Cherub or a Seraph, or some other creature much purer than these Angelic beings, how could she have endured these words? How could she have supposed that she would be able to fulfill these promises? How could she have furnished strength that would be commensurate with the magnitude of the work? John, “a greater” than whom, according to the judgment of the Savior Himself, “there hath not risen,”18 did not consider himself worthy even to touch His shoes, and that, when the Lord was leading a life of poverty.19 The All-Blameless Virgin was bold enough to carry in her womb the Word Himself, the very Hypostasis of God. “Who am I, and what is the house of my father?”20 “Even in me, O Lord, shalt Thou save Israel?”21 Such things are to be heard from righteous men who were called to perform deeds accomplished by many persons and at many times. But the Blessed Virgin was induced to undertake something unwonted and in no way congruent with human nature, something surpassing all rational understanding—for what else was she doing than elevating the earth to Heaven and through herself changing and transforming all things?—; and she was not shaken in her mind, nor did she perceive her soul to be inferior to this task. But, just as we are not at all bothered if someone tells us that light is going to strike our eyes, and it is not strange for someone to state that when the sun rises it brings day, so also the Virgin, on learning that she would be capable of conceiving and bearing God Himself, Who is not contained in any place, was not at all surprised.22 And she did not leave the words addressed to her unexamined, nor did she experience any light-mindedness, nor was she carried away by the great loftiness of the Angelic laudation, but she restrained herself and focused her attention on the salutation; she inquired into the manner of her conceiving and sought to learn about other matters related to this. She did not go on to ask whether she was adequate and suited to the great magnitude of this ministry, or whether she had properly purified her body and her soul; rather, concerning what pertained to nature, she was puzzled, whereas she passed over what pertained to the readiness of her soul. She requested an explanation of the former from Gabriel, but the latter she knew from herself. She had confidence and boldness before God from within, as John says, since her heart was an advocate for her.23

6. “How shall this be?”24 she asks. “Not because I still need further purification or greater virtue, but because it is a law of nature that those who have vowed, as I have, to live in virginity should not be able to conceive.” “How shall this be, seeing I know not a man?”25 “I am ready to receive God and am sufficiently prepared; but pray teach me whether nature will comply.” And indeed, after Gabriel had proclaimed the manner of this strange pregnancy—“The Holy Spirit shall come upon thee, and the power of the Highest shall overshadow thee”26—and had recounted other such things, the Virgin was no longer in any doubt about the glad tidings; for she was blessed, on the one hand, on account of the very sublime mysteries of which she was a minister, and, on the other hand, on account of her belief that she was capable of undertaking this ministry.

That this reaction was not the result of light-mindedness on her part, but an indication, rather, of the wondrous and ineffable treasury of the most perfect wisdom, faith, and purity that existed within her, was revealed by the Holy Spirit when He called her blessed, since she had accepted the message of the Angel and had easily been persuaded by the good news. For the mother of John, filled with the Holy Spirit, called her blessed: “Blessed is she that believed: for there shall be a performance of those things which were told her from the Lord.”27 “Behold the handmaid of the Lord,”28 replied the Virgin. Deservedly was she called the handmaid of the Lord, for she recognized the homecoming of the Lord, and, as Scripture says, immediately opened her house to “Him Who came and knocked”29 and truly provided a dwelling for Him Who had thitherto been homeless.30

Indeed, for Adam alone, for whose sake the visible universe had been fashioned, no help mate was found before Eve,31 whereas all other creatures had what they needed; but for the Word, Who had brought all things into being and had allotted suitable locations for each creature, there was no house or place before the Virgin. However, she “gave no sleep to her eyes, nor slumber to her eyelids”32 until she found a tabernacle and a place for Him. We must consider these words, uttered by the tongue of David, as belonging to the All-Pure One, since he was the father of her line, just as Levi, when he “was yet in the loins of his father...paid tithes”33 to Melchisedek in the person of Abraham.” But the greatest and most sublime thing of all is that, while she had not previously been told anything about this mystery and had no prior knowledge of it, she was so ready and suitable for it, and that when God suddenly arrived, she received Him with proper steadfastness, preparation, and vigilance of soul.

7. And she responded with these words, which were fitting and appropriate for her, so that all men might know what prudence there was in the Blessed Virgin, how she was a new creation and superior to human nature, transcending the comprehension of every mind; for she kindled such wondrous love for God in her soul, not because the things that were going to happen to her, of which she alone was to partake, had previously been announced to her, but because of those common gifts, which either had been or would be Divinely bestowed on mankind. For Job is admired, not so much because he patiently endured after being smitten by plagues as because he endured these calamities, not knowing what recompense he would receive for his struggles; in just the same way, the Virgin showed herself worthy of the Grace that surpasses human reason, of which she had no knowledge. She was a bridal chamber with no expectation of a bridegroom, and she was a heaven, although she did not know that the Sun would dawn from her.

What could there be to match this prudence? And what would she have been, if she had known everything clearly beforehand and had had the wings that derive from hope? Why, then, was she not informed of this previously? It is clear that there was no point to which she had to progress, since she did not lack any sublimity of holiness; neither was there anything that she had to add to what she already possessed, nor was it possible for her to become greater in virtue, since she had attained to the very pinnacle of sanctity. For, if this were possible, and there were some height of virtue beyond what she had already attained, she would not have been ignorant of it, since it was for this very reason that she came into existence, and God would have taught her to make up for what was lacking and to prepare herself better to serve the mystery. For, neither is it possible to say that the Virgin would not have had a greater aptitude for virtue on the basis of these hopes, if it had, in fact, been at all possible that she might have become better than she actually was, she who, even without any incentives to virtue, trained her soul so well that she was preferred by God the Judge to all of humanity; nor was it fitting for God not to adorn His own Mother with all good things or form her in the best, most beautiful, and perfect way possible.

8. But since God remained silent and did not foretell to her anything that was going to happen, He clearly showed that He did not know anything more beautiful or greater than that which He perceived in the Virgin; from this fact it is evident that He did not choose for His Mother the best of all those in existence, but her who was absolutely the best; nor did He choose her who was more suitable for Him than anyone else in the human race, but her who so totally suited Him, that it was fitting that she become His Mother. Indeed, it was absolutely necessary for human nature at some time to make itself fit for the task for which it was created at the beginning, that is, to bring forth someone capable of worthily serving the purpose of the Creator. For God did not create humanity with one purpose in mind, only to decide later on to use it for a different purpose, in the way that we take tools designed for one pursuit and misuse them for another, so that there is no need for them always to be congruent with their original function. Rather, He created mankind with this end in view, that, when He needed to be born, He might take from it a Mother. Having first established this need as a kind 11 of standard, He then fashioned man in accordance with it. For, neither should we posit any other end for the creation of man than that which is the most excellent of all and which brings the greatest honor and glory to the Artificer, nor is it conceivable that God should in any way fail in creating the things that He creates. After all, builders of houses and manufacturers of clothing and footwear are able to ensure that their product is always in conformity with its end, although they do not have complete control over their materials and the latter do not always coöperate with them but, on the contrary, sometimes put up opposition to them; even so, by virtue of their skill, these craftsmen succeed in drawing the materials towards their purpose. But God has sovereignty over matter, and in the beginning He created it according to His pleasure, knowing how He would use it.

What, therefore, was there to prevent human nature from being in conformity, and in every way in agreement and harmony, with the purpose for which it was created? For it is God Who governs His Œconomy, and this Œconomy is the greatest work of God and par excellence the work of His hands; and He did not entrust the matter to the ministry of any human being or Angel, but reserved it for Himself. Therefore, whom, if not God, does it behoove, when producing anything whatsoever, to observe the requisite standards? And in the case of what else than the most beautiful of His works? On what else, of all things, if not on Himself, would God confer what is appropriate? After all, Paul required that a Bishop “rule well himself and his own house”34 before caring for the common good.

9. So be it. When, therefore, all of these factors came together at the same juncture—the most just Ruler of the world, the most suitable minister of His Œconomy, and the most beautiful of all of the works of the Creator from all eternity—, how could everything appropriate not have been present in that place? Complete harmony and agreement had to be preserved, and nothing could happen that would be discordant with this great and wondrous undertaking. Therefore, since it behooves God, Who weighs all things with a balance,35 to be just and to create all things in a fitting manner, in response to this, the Virgin, who was in every way suited to the task, bore Him and became the Mother of Him Whose Mother it was fitting that she be. Hence, if nothing else were to be gained from God becoming the Son of man, we are entitled to say that the Incarnation of the Word had nonetheless to come about, since it was entirely fitting that the Virgin become the Mother of God, and that the fact that God was bound to render unto every creature that which was proper to it, that is, to act in accordance with justice, was a sufficient reason for the renewal of natures.36

For, if the All-Blameless Virgin upheld all of her obligations to God, and proved to be so prudent that she did not neglect even one of the virtues that she was obligated to possess, how would it have been possible for God not to comport Himself with equal justice? And if nothing conducive to her becoming the Mother of God eluded the Virgin, and she had such an intense yearning for God, it would scarcely have behooved God not to accord her the commensurate recompense of becoming her Son. And if God gives rulers to the wicked according to their hearts’ desire, how could He not have taken for His Mother her who proved to be truly in accord in every respect with His own heart? So entirely proper and appropriate to the Blessed Virgin was this gift. Therefore, when Gabriel clearly said that she would bear God Himself, and that “He shall reign over the house of Jacob forever; and of His Kingdom there shall be no end,”37she joyfully received the news as if she had learned something unexceptional and not at all at odds or discrepant with the normal course of events. And so it was that with a blessed tongue, an unperturbed soul, and thoughts full of tranquillity she said: “Behold the handmaid of the Lord; be it unto me according to thy word.”38

10. These were the words that she said, and they were fulfilled at once: “And the Word was made flesh, and dwelt among us”;39 and, after giving her reply to God, she received the Spirit that created from her that flesh which was one with God. Her voice was a “mighty voice,” as David puts it;40 and the Word of the Father is
formed by the word of a mother, and the Creator is created by the voice of a creature. And just as when God said, “Let there be light,” “at once there was light,”41 so, as soon as the Virgin spoke, the true Light dawned; and He Who “lighteth every man that cometh into the world”42 was joined to the flesh and carried in the womb. O sacred voice! O words of great power! O blessed tongue, which restored the entire inhabited earth in one fell swoop! O treasury of a heart which, by a few words, poured out upon us an abundance of good things! These words made the earth Heaven, emptied Hades of its prisoners, caused Heaven to be inhabited by men, joined Angels with men, and formed the Heavenly and earthly races into a single chorus around Him who is both, being God but becoming man.

What gratitude could we express to you for these words? What should we call you, of whom nothing human is worthy? Our words derive from existing things, whereas you surpass the whole world beyond every sublimity. If words are to be offered to you, this, I ween, is a task for Angels, for a Cherubic mind, for a fiery tongue. Hence, having mentioned, as far as we are able, those things which redound to your praise, and having chanted hymns to you, our salvation, to the best of our ability, we ask next for an Angelic voice. We will conclude with the salutation of Gabriel, adorning the sum of our oration with this additament: “Rejoice, thou who art full of Grace, the Lord is with thee.”43 May you prepare us to make a habitation for Him within ourselves, for this is conducive to His glory and to the laudation of you who gave birth to Him, when we not only talk about it, but also put it into practice, for unto Him belongs glory unto the ages. Amen.

Source: Translated from the Greek text in “Homélies Mariales Byzantines (II),” ed. M. Jugie, in Patrologia Orientalis, Vol. XIX, ed. R. Graffin and F. Nau (Paris: FirminDidot, 1920), pp. 484-495. This is a fresh and precise translation of a Byzantine theological text that is, as the late Professor Panagiotes Nellas, one of the foremost interpreters in recent times of the theology of St. Nicholas Cabasilas, notes, “especially beautiful, but also exceptionally difficult” (Ἡ Θεομήτωρ [The Mother of God], ed. and trans. [into modern Greek] by Panagiotes Nellas, in Epi tas Pegas [Athens: Apostolike Diakonia, 1974], 2nd ed., Vol. II, p. 38).

Notes: 

1 Philippians 2:7.
2 Citing the following words from St. Nicholas’ celebrated treatise, The Life in Christ, “Jesus, being of twofold nature, in accordance with His humanity which He shares with us honoured the Father and wove for Him that wondrous crown of glory from His Body and Blood” (Book IV, §5, trans. Carmino J. de-Catanzaro [Crestwood, NY: St. Vladimir’s Seminary Press, 1974], p. 120), Nellas astutely remarks that if God had simply bestowed salvation on mankind, He would have shown Himself to be merely “munificent” (φιλότιμος). However, by virtue of His act of “self-emptying” (κένωσις) at the Incarnation, He demonstrated that He was “philanthropic,” that is, “He Who loves mankind” (φιλάνθρωπος). In this way, He not only called man to coöperate in the work of salvation, but also manifested the greatness both of mankind and of His love for mankind, which is not simply pity or charity, but rather, friendship (φιλία) (Ἡ Θεομήτωρ, p. 121). Cf. “Henceforth I call you not servants...but I have called you friends” (St. John 15:15).
3 Ephesians 2:14.
4 Cf. Romans 8:34.
5 According to Nellas, in this context “the ancient habitation” (ἡ ἀρχαία ἑστία) refers to Paradise (Ἡ Θεομήτωρ, p. 127).
6 I.e., in accordance with His preëternal counsel (Nellas, Ἡ Θεομήτωρ, p.129).
7 This purple robe is understood by the Fathers to denote Christ’s human flesh; see St. Cyril of Alexandria, Commentary on the Gospel According to St. John, Bk III, ch. 5, Patrologia Græca, Vol. LXXIII, col. 484B.
8 Cf. Psalm 92:1, Septuaginta.
9 Genesis 1:26; cf. St. John Chrysostomos: “Who is this to Whom God says, ‘Let Us make man’? Who, other than the Angel of great counsel, the wonderful Counselor...the Only-Begotten Son of God...through Whom all things were brought into being” (“Homily VIII on Genesis,” Patrologia Græca, Vol. LIII, col. 72).
10 Isaiah 9:6.
11 Hebrews 1:6.
12 Isaiah 9:6.
13 I Corinthians 1:24.
14 I.e., Concerning the Incarnation of the Word.
15 Cf. St. Gregory the Theologian: “What is unassumed is unhealed” (Epistle 101, “To Cledonios,” Patrologia Græca, Vol. XXXVII, col. 181C).
16 Cabasilas does not specify precisely what he means by “that which is greatest of all,” but it seems likely that he is alluding, here, to the Incarnation of the Word.
17 Cf. St. John 20:29.
18 St. Matthew 11:11.
19 According to Nellas, this refers to the poverty of the human nature which the Word assumed at the Incarnation (Ἡ Θεομήτωρ, p. 139).
20 II Kings 7:18.
21 Cf. Judges 6:36.
22 “The Virgin is not surprised, because, as the enlightened human being that she is, she knows that man’s purpose is to be united with God. How, then, would she be surprised when she sees the fulfillment of something that constitutes the purpose of her existence?” (Nellas, Ἡ Θεομήτωρ, pp. 140-141).
23 Cf. I St. John 3:21.
24 St. Luke 1:34.
25 Ibid.
26 St. Luke 1:35.
27 St. Luke 1:45.
28 St. Luke 1:38.
29 Cf. Revelation 3:20.
30 “After the Fall and before the Virgin came into existence, God was ‘homeless’ [ἄοικος] (which means ‘without a hearth,’ one who has no family or fatherland) and that it was precisely the Virgin who prepares a place and a dwelling for Him, that is, introduces Him into the human family” (Nellas, Ἡ Θεομήτωρ, p. 128).
31 Genesis 2:20.
32 Psalm 131:4, Septuaginta.
33 Hebrews 7:9-10.
34 Cf. I St. Timothy 3:4. The point of this allusion is that the Bishop is an Icon of God. Hence, if a Bishop must be able to manage his own affairs, the same principle must, a fortiori, apply to God (Nellas, Ἡ Θεομήτωρ, p. 155).
35 Cf. Ecclesiasticus 28:25.
36 Cf. the Heirmos of the Ninth Ode of the Great Canon: “Conception without seed; Nativity past understanding, from a Mother who never knew a man; childbearing undefiled; for the birth of God reneweth natures; wherefore, all generations magnify thee in Orthodox manner as Mother and Bride of God.”
37 St. Luke 1:33.
38 St. Luke 1:38.
39 St. John 1:14.
40 Psalm 67:34, Septuaginta.
41 Genesis 1:3.
42 St. John 1:9.
43 St. Luke 1:28.

Tuesday, 29 January 2013

ΓΙΑΤΙ ΧΑΙΡΕΙ Η ΠΑΡΘΕΝΟΣ;



Αγίου Νικολάου Καβάσιλα

Πριν απ’ όλα σαν άνθρωπος, που συμμετέχει, όπως όλοι, στα κοινά αγαθά. Χαίρει όμως και γιατί οι δωρεές δόθηκαν σ’ Αυτή και πριν και αφθονώτερα από τους άλλους, κι’ ακόμη περισσότερο, γιατί Αυτή είναι η αιτία που οι δωρεές αυτές δόθηκαν σ’ όλους. Ο πέμπτος όμως και μεγαλύτερος λόγος για τον οποίο χαίρει η Παρθένος είναι ότι όχι απλώς δια μέσου αυτής ο Θεός, αλλά και αυτή η ίδια, χάρις σ’ εκείνα που γνώρισε και προείδε, έφερε την ανάσταση στους ανθρώπους.
Γιατί η Παρθένος δεν είναι όπως η γη που συνετέλεσε μεν, αλλά δεν έκαμε όμως η ίδια τίποτα στη δημιουργία του ανθρώπου, που χρησιμοποιήθηκε σαν απλή ύλη από τον Δημιουργό και απλώς “έγινε” χωρίς να “πράξη” τίποτε. Η Παρθένος πραγματοποίησε η ίδια μέσα της και πρόσφερε στο Θεό όλα εκείνα που προσείλκυσαν τον Τεχνίτη στη γη, που παρακίνησαν το δημιουργικό χέρι. Και ποιά είναι αυτά; Βίος πανάμωμος, ζωή πάναγνη, άρνηση κάθε κακίας, άσκηση όλων των αρετών, ψυχή από το φως καθαρώτερη, σώμα εντελώς πνευματικό, λαμπρότερο από τον ήλιο, από τον ουρανό καθαρώτερο, απο τους χερουβικούς θρόνους ιερώτερο. Φτερούγισμα νου, που δεν δειλιάζει μπρός σε κανένα ύψος, που ξεπερνά ακόμη και τα φτερά των Αγγέλων. Θείος έρως, που απορρόφησε και αφομοίωσε κάθε άλλη επιθυμία της ψυχής. Κτήμα του Θεού, ένωση με το Θεό που δεν χωράει σε καμία ανθρώπινη σκέψη. Έτσι, έχοντας στολίσει με τέτοιο κάλλος και το σώμα και την ψυχή Της, κατορθώνει να ελκύσει πάνω της το βλέμμα του Θεού.
Ανέδειξε, χάρις στη δική Της ωραιότητα, ωραία την κοινή ανθρώπινη φύση. Και κατέκτησε τον απαθή. Και έγινε άνθρωπος εξαιτίας της Παρθένου Εκείνος που εξαιτίας της αμαρτίας ήταν στους ανθρώπους μισητός. Και το “μεσότοιχον της έχθρας” και ο “φραγμός” δεν είχαν για τη Παρθένο καμμιά ισχύ, αλλά κάθε τι που χώριζε το ανθρώπινο γένος από το Θεό σε ότι αφορά την ίδια είχε καταργηθεί.
Έτσι και πριν από την κοινή καταλλαγή είχε συναφθή ανάμεσα στο Θεό και την Παρθένον μόνη ειρήνη. Ακόμη περισσότερο, δεν χρειάσθηκε ποτέ να προσφέρει εκείνη σπονδές ειρήνης και συμφιλιώσεως, μια και στεκόταν από την αρχή στη κορυφή του χορού των φίλων. Όλα αυτά πραγματοποιήθηκαν για τους άλλους. Και υπήρξε πριν απο τον Παράκλητο, “παράκλητος υπέρ υμών προς τον Θεόν”, για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Παύλου, υψώνοντας προς Αυτόν για χάρη των ανθρώπων όχι τα χέρια της, αλλά, αντί για άλλη ικεσία, την ίδια τη ζωή Της. Κι έφθασε η αρετή μιας ψυχής να σταματήσει την κακία των ανθρώπων όλων των αιώνων. Όπως η κιβωτός που έσωσε τον άνθρωπο κατά το κοινό ναυάγιο της οικουμένης δεν έλαβε η ίδια μέρος στις συμφορές και διέσωσε στο γένος τη δυνατότητα να συνεχισθή, το ίδιο συνέβηκε και με την Παρθένο. Διατήρησε πάντοτε τη σκέψη Της τόσο άθικτη και ιερή, σαν να μην είχε αποτολμηθή ποτέ στη γη καμία αμαρτία, σαν να ήταν όλοι συνεπείς σ’ αυτά που έπρεπε, σαν να έμενα όλοι ακόμα στην εστία του Θεού. Ούτε καν αισθάνθηκε, πράγματι, την κακία που ξεχύθηκα σ’ όλη την γη.
Και ο κατακλυσμός της αμαρτίας που ξαπλώθηκε παντού κι έκλεισε τον ουρανό και άνοιξε τον Άδη και έβαλε σε πόλεμο τους ανθρώπους με τον Θεό κι έδιωξε από την γη τον Αγαθό, φέρνοντας στη θέση του τον Πονηρό, δεν κατάφερε ούτε στο παραμικρό να θίξει την μακαρία Παρθένο. Αλλά ενώ κυριάρχησε σε όλη την οικουμένη και έσεισε και συντάραξε και γκρέμισε τα πάντα, νικήθηκε από ένα μόνο λογισμό, από μία ψυχή. Και δεν νικήθηκε από την Παρθένο μόνο, αλλά χάρις σ’ αυτήν υποχώρησε η αμαρτία κι από ολόκληρο το ανθρώπινο γένος.
Αυτή ήταν η συμβολή της Παρθένου στο έργο της σωτηρίας, πριν φθάση η ημέρα εκείνη, κατά την οποία έπρεπε ο Θεός, σύμφωνα με το προαιώνιο σχέδιο Του, να κλίνη τους ουρανούς και να κατέβη στη γη: από τη στιγμή που γεννήθηκε οικοδομούσε κατάλυμα για εκείνον, που μπορούσε να σώσει τον άνθρωπο, αγωνιζόταν να καταστήσει ωραία την κατοικία του Θεού, τον εαυτό Της, τέτοια που να μπορεί να είναι άξια γι’ Αυτόν. Έτσι τίποτα δεν βρήκε να κατηγορήσει στα ανάκτορα ο βασιλιάς. Κι ακόμη περισσότερο, δεν του πρόσφερε η Παρθένος μόνο βασιλική κατοικία άξια του μεγαλείου του, αλλά του ετοίμασε από τον εαυτό της και τη βασιλική πορφύρα και τη ζώνη και, όπως λέγει ο Δαβίδ, την “ευπρέπεια”, τη ¨δύναμη” και την ίδια τη “βασιλεία”. Όπως μια λαμπρή πολιτεία, που ξεπερνά όλες τις άλλες στο μέγεθος και την ωραιότητα, στο υψηλό ηθικό φρόνημα και στο πλήθος των κατοίκων και στον πλούτο και σε κάθε είδους δύναμη, δεν περιορίζεται μόνο στο να δεξιωθή και να φιλοξενήσει απλώς το βασιλιά, αλλά γίνεται το κράτος του και αποτελεί την εξουσία του και την τιμή του και τη δύναμη και τον οπλισμό του.
 Έτσι, και η Παρθένος, με το να δεχθεί μέσα της το Θεό, με το να του δώσει τη σάρκα της, έκαμε να παρουσιασθεί ο Θεός μέσα στον κόσμο και να γίνει στους μεν εχθρούς συμφορά ακαταμάχητη, στους δε φίλους σωτηρία και πηγή όλων των αγαθών. Μ’ αυτόν τον τρόπο ωφέλησε το ανθρώπινο γένος πριν ακόμη έρθει ο καίρος της σωτηρίας. Αλλά κι όταν ήρθε ο καιρός και παρουσιάσθηκε ο ουράνιος αγγελιοφόρος, πάλι έλαβε ενεργητικό μέρος στη σωτηρία με το γεγονός ότι πίστεψε σε ότι της είπε και δέχθηκε να αναλάβει τη διακονία που της ζήτησε ο Θεός. Γιατί ήταν κ αυτά απαραίτητα και χρειάζονταν οπωσδήποτε για τη σωτηρία μας. Αν η Παρθένος δεν τηρούσε αυτή τη στάση, καμιά πια ελπίδα δεν θα απόμενε στους ανθρώπους. Δεν ήταν βέβαια δυνατό, όπως είπα πιο πάνω, να προσβλέψει ο Θεός με ευμένεια προς το ανθρώπινο γένος και να θελήσει να κατέβει στη γή, αν δεν είχε προπαρασκευασθεί η Παρθένος, αν δεν υπήρχε δηλαδή εκείνος που θα τον υποδεχόταν, και θα μπορούσε να διακονήσει στη σωτηρία. Κι ούτε πάλι ήταν δυνατό να πραγματοποιηθεί το θέλημα του Θεού για τη σωτηρία μας, αν δεν πίστευε σε αυτό η Παρθένος και δεν δεχόταν να διακονήσει. Αυτό γίνεται φανερό από το ότι ο μεν Γαβριήλ με το “χαίρε” που είπε στην Παρθένο και με το γεγονός ότι την ονόμασε “κεχαριτωμένη” τελείωσε την αποστολή του, φανέρωσε ολόκληρο το μυστήριο.
Όση όμως ώρα η Παρθένος ζητούσε να μάθει τον τρόπο, με τον οποίο θα γινόταν η κύηση, ο Θεό δεν κατερχόταν. Ενώ τη στιγμή που πείσθηκε κι αποδέχτηκε την πρόσκληση, ολόκληρο το έργο με μιας πραγματοποιήθηκε: Ο Θεός πήρε επάνω Του σαν ενδυμασία τον άνθρωπο κι έγινε μητέρα του Κτιστού η Παρθένος.
Αλλά το ακόμη πιο θαυμαστό είναι το εξής: ο Θεός ουτε προειδοποίησε τον Αδάμ ούτε τον έπεισε να του δώσει την πλευρά, από την οποία έπρεπε να δημιουργηθεί η Εύα. Τον εκοίμισε κι έτσι, έχοντας του αφαιρέσει τις αισθήσεις, του απέσπασε το μέλος. Ενώ για να προχωρήσει στη δημιουργία του Νέου Αδάμ εδίδαξε προηγουμένως την Παρθένο και περίμενε την πίστη και την παραδοχή της.
Για τη δημιουργία του Αδάμ πάλι συσκέπτεται με τον μονογενή Υιό λέγοντας: “ποιήσωμεν άνθρωπον”. Όταν όμως χρειάσθηκε να “εισαγάγη τον πρωτότοκον”- αυτόν τον “θαυμαστόν Σύμβουλον”- εις την οικουμένην”, όπως λέγει ο Παύλος , και να πλάσει τον δεύτερο Αδάμ, παίρνει στην απόφαση του αυτή συνεργάτη την Παρθένο. Έτσι τη μεγάλη εκείνη “βουλή” του Θεού, για την οποία ομιλεί ο Ησαΐας, την ανήγγειλε ο Θεός και την επεκύρωσε η Παρθένος. Και με αυτόν τον τρόπο η σάρκωση του Λόγου ήταν έργο όχι μόνο του Πάτρος, που “ευδόκησε”, και της Δυνάμεως του, που “επεσκίασε”, και του Πνεύματος, που “επεδήμησε”, αλλά και της θελήσεως και της πίστεως της Παρθένου. Γιατί, όπως χωρίς εκείνους δεν ήταν δυνατόν να υπάρξει και να προσφερθεί στους ανθρώπους η απόφαση για τη σάρκωση του Λόγου, έτσι χωρίς την προσφορά της θελήσεως και της πίστεως της Πανάγνου ήταν αδύνατη η πραγματοποίηση της θείας βουλής.

Πηγή:http://www.egolpion.com/xairei_parthenos.el.aspx
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...