Showing posts with label Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής-St. Maximus the Confessor. Show all posts
Showing posts with label Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής-St. Maximus the Confessor. Show all posts

Friday, 15 May 2015

Συμβολισμοί στην Θεία Λειτουργία (αγ. Μάξιμου του Ομολογητή)

 
 
Η Θεία Λειτουργία είναι τύπος της διαχρονικής Θείας Λειτουργίας που τελείται στον ουράνιο κόσμο και περιγράφεται μερικώς στο ιερό λειτουργικό βιβλίο της Αποκαλύψεως του αγίου Ιωάννου του θεολόγου. Ο τύπος που τελείται σήμερα από την Εκκλησία δια χειρών των ειδικών ιερέων, εμπεριέχει πλήθος από συμβολισμούς τους οποίους οφείλει να ξέρει ο πιστός ώστε όχι απλά να παρακολουθεί αλλά να μετέχει. Να μυσταγωγείται μέσω αυτών και να οδηγείται ο νους του στα ουράνια. Το θέμα της Θείας Λειτουργίας, που είναι η καρδιά της εν αγίω Πνεύματι λατρείας της Ορθοδοξίας, είναι τεράστιο. Εδώ θα αρκεστούμε σε ελάχιστους από αυτούς, όπως τους καταγράφει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής. Δηλαδή τι συμβολίζει το κλείσιμο των θυρών που γίνεται μετά το Ευαγγέλιο, τι η είσοδος των αγίων Μυστηρίων, τι ο θείος ασπασμός, τι το θείο σύμβολο της πίστεως, τι η δοξολογία με τον Τρισάγιο ύμνο, και τι η Κυριακή προσευχή που μας παρέδωσε ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς Χριστός.
 
Τίνος σύμβολο είναι το κλείσιμο των θυρών.
 
Το κλείσιμο των θυρών της αγίας Εκκλησίας του Θεού, που γίνεται μετά την ανάγνωση του αγίου Ευαγγελίου και την απομάκρυνση των κατηχουμένων, φανερώνει την παροδικότητα των υλικών και την είσοδο των αξίων στο νοητό κόσμο, δηλαδή το νυφικό θάλαμο του Χριστού, που θα γίνει έπειτα από το φοβερό εκείνο χωρισμό και τη φοβερότατη απόφαση. Φανερώνει ακόμα τη ριζική απόρριψη της απάτης που προκαλούν οι αισθήσεις.
 
 
Τι σημαίνει η είσοδος των αγίων Μυστηρίων.
 
Η είσοδος πάλι των αγίων και σεβαστών Μυστηρίων είναι η αρχή κι ο πρόλογος, όπως έλεγε ο μεγάλος εκείνος γέροντας, της καινούριας διδαχής, που θα γίνει στους ουρανούς, σχετικά με την οικονομία του Θεού για μας και η αποκάλυψη του μυστηρίου της σωτηρίας μας, που είναι κρυμμένο στα άδυτα της θεϊκής μυστικότητας. «Ου γαρ μη πίω», λέγει ο Θεός και Λόγος στους μαθητές Του, «απ’ άρτι εκ του γεννήματος της αμπέλου, έως αν πίνω μεθ’ υμών καινόν εν τη Βασιλεία του Πατρός Εμού» (Ματθ. 26:29).
 
 
Τίνος σύμβολο είναι ο θείος ασπασμός.
 
Κι ο πνευματικός ασπασμός, που απευθύνεται σ’ όλους, είναι πρότυπο και προδιαγραφή της ομόνοιας, της ομοφροσύνης όλων μεταξύ τους και της λογικής ταυτότητας, που θα πραγματοποιηθεί τον καιρό της αποκάλυψης των μελλοντικών άρρητων αγαθών, που αποτελεί προσδοκία πίστης κι αγάπης. Χάρη στην αποκάλυψη αυτή οικειώνονται οι άξιοι το Λόγο και Θεό. Γιατί το στόμα είναι του λόγου σύμβολο και για τούτο ακριβώς όλοι όσοι έχουν κοινωνήσει το λόγο, σαν λογικοί, μετέχουν σ’ όλα καθώς και στον πρώτο και μοναδικό Λόγο τον αίτιο κάθε λόγου.
 
 
Τι σημαίνει το θείο σύμβολο της πίστεως.
 
Η ομολογία πάλι του θείου συμβόλου της πίστεως, που γίνεται από όλους, προδηλώνει τη μυστική ευχαριστία, που θα κάνουμε στον μέλλοντα αιώνα, για τους θαυμαστούς λόγους και τρόπους και πάνσοφης Πρόνοιας του Θεού για μας. Με την ευχαριστία αυτή οι άξιοι παρουσιάζουν τον εαυτό τους να ευγνωμονεί για τη θεία ευεργεσία. Κι έξω από αυτή δεν έχουν τίποτα άλλο να αντιπροσφέρουν για κάθε ένα από τα άπειρα θεία αγαθά που έχουν δεχθεί.
 
 
Τι σημαίνει η δοξολογία του Θεού με τον Τρισάγιο Ύμνο.
 
Η τριπλή αναφώνηση του «Άγιος», που περιέχει η ιερή ομολογία, από μέρους όλου του πιστού λαού, δείχνει την ένωση και την ισοτιμία με τις ασώματες και νοερές δυνάμεις, που θα φανεί στο μέλλον. Με αυτήν σε συμφωνία με τις άνω δυνάμεις εξ αιτίας της ταυτότητας της σταθερής γύρω από το Θεό αεικινησίας, θα μάθει η ανθρώπινη φύση να υμνεί και να αγιάζει με τρείς αγιαστικές αναφωνήσεις την τρισυπόστατη και όμως μία θεότητα.
 
 
Τίνος σύμβολο είναι η αγία προσευχή του «Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς».
 
Η Παναγία και σεβαστή επίκληση του μεγάλου και μακαρίου Θεού και Πατέρα αποτελεί σύμβολο της ενυπόστατης και ζωντανής υιοθεσίας που θα μας παραχωρηθεί κατά δωρεά και χάρη του Αγίου Πνεύματος. Σύμφωνα με αυτή θα υπερνικηθεί και θα κρυφθεί κάθε ανθρώπινη ιδιότητα με τον ερχομό της χάρης και όλοι οι άγιοι θα μεταβληθούν και θα γίνουν υιοί του Θεού, όσοι από εδώ κιόλας στόλισαν με τις αρετές τον εαυτό τους λαμπρά και τιμημένα με τη θεϊκή ομορφιά της καλοσύνης.
 
(Έργα αγίου Μάξιμου του Ομολογητή, Τ. Φ 14, σελ. 113- 123)    
 
 
ΠΗΓΗ-ex protestand

Sunday, 12 October 2014

St. Maximos the Confessor: There are three things which produce love of material wealth . . .

St. Maximos the Confessor -On Divine Love

Thursday, 11 September 2014

Saint Maximos The Confessor- Even After Death the Soul Retains Activity


The Seventh Letter of St. Maximos the Confessor

On How Even After Death the Soul Retains its Intellectual Activity, and in no Way Loses its Natural Power

To John the Presbyter,

On the second day of this August in the current first indiction, our mutual friend handed me the honorable letters sent by your fatherly holiness. Naturally, I was comforted to read that you are in good health; since after God, you, my master, are the cause of every good thing [in my life]. So much has the Holy Spirit of God united Himself to you, that even when you are absent I behold you with my mind’s eye alone. I order my life and my speech [or reason] using what strength I possess, because when I remember you, it is as if I am seeing God before me, and I am filled with reverence.

I was not a little disturbed to learn that the [heretical] doctrine concerning the soul is shamelessly being preached in your parts with the same support and boldness as it is here. In fact, I am filled with grief, and a weight has settled on my mind like a cloud, because this novel doctrine about [the state of the soul after] the resurrection is being advocated by almost everyone here, in particular by the supposedly most distinguished monks. One would not be far off if he supposed that this was the first sign of the coming of the Antichrist. Indeed, anyone who is able to reason should affirm this to be the case, since he has as a witness to the great evil the absurdity of the things they say.


These people shamelessly sharpen their tongues against everything, and do not consider anything irreverently said or done to be terrible. Thus they claim that after the resurrection bodies will continue to subsist by means of phlegm, blood, yellow and black bile, breathing, and tangible food. They say that in the resurrection, nothing will be different from this present life, except that no one will die again. I do not know how they can stop their ears and close the eyes of their souls so as not to understand everything written in Holy Scripture about the soul and the resurrection through the prophets and apostles, through the Word of God Himself speaking in the flesh, and especially through the divine Paul when he expounds on the resurrection to the Corinthians. These passages are crystal-clear and very well known. They do not require an exegete. Moreover the nature of reality itself, no less than the divine oracles, teaches about the resurrection and leads even barbarians to the knowledge of the truth. Nevertheless, [the heretics] feel no shame in ignoring these self-evident proofs.

Friday, 29 August 2014

Path to Salvation-A Brother and the Old Man

 Saint Maximus the Confessor.

I was recently moved by reading an article by Saint Maximus the Confessor. I was surprised at its clarity and simplicity, yet its completeness and elegance. I had always thought of Saint Maximus as one to avoid reading because he was so hard to grasp. What I found was the opposite. It will try and capture the essence of this article which is a dialogue between a brother and an old man.
 
It is titled “The Ascetic Life”.
He begins with a question asked by one of his spiritual children who asks,
“What was the purpose of the Lord’s becoming man?
Answer: Our salvation.
Question: How do you mean?
Answer: Man, made by God, disobeyed God in Paradise. He then was subject to death. From generation to generation he became more and more evil because of his dedication to his passions rather than to the commandments of God. God then sent His Son to take on flesh to show us the way to live according to His commandments. He promised man at this time that those who did follow Him would live in heaven forever. He also threatened man with eternal punishment if he did not obey. The Son suffered, was killed, but then resurrected showing that all those who struggle will find the path to eternal life in heaven.
Question: What are the commandments?
Answer: As the lord said, “Go, teach ye all nations, baptizing them in the name of the Father, Son, and Holy Spirit, teaching them to observe all things, whatsoever I have commanded you” (Matt 28:19).
Question: But Father, who can do all the commandments, there are so many of them?
Answer: He who imitates the Lord and follows in His footsteps.
Question: Who can imitate the Lord? He was God and I am a man, a sinner, enslaved by many passions.
Answer: The Lord tells us, “Behold I have given you the power to tread serpents and scorpions, and upon all the power of the enemy; and nothing shall hurt you. (Luke 10:19) Paul tells us, “They that are Christ’s have crucified their flesh.” (Gal 5:24) Christ says, “He that loves father or mother more than me, is not worthy of me” (Matt 10:37). “He that taketh not up his cross and followeth me, is not worthy of me” (Matt 10:38). And, “Every one that doth not renounce all that he possesseth cannot be my disciple” (Luke 14:33)
Question: But the Lord’s commands are so many , who can keep them all in mind in order to strive for them?
Answer: They are all summed up in one word. “Thou shalt love the Lord thy God with thy whole strength and with thy whole mind, and thy neighbor as thyself” (Mark 12:30). We need to separate from worldly things and passions to genuinely love either God or neighbor.
Question: What things do you mean?
Answer: Food, money, possessions, acclaim, relatives and the rest.
Question: But, didn’t God make these things and give them to us for our use?
Answer: Yes He did, and everything He made is good. Our error is that we prefer material and worldly things above the commandment of love. The Lord has said, “He that loves me will keep my commandments” (John 14:15)
Question: But, how can I love the person who hates me?
Answer: The Lord does not command the impossible when he says, “Love your enemies; do good to them that hate you” (Matt 5:44). It is because we are lovers of material things and pleasure, more than His commandments, that we are not able to love those who hate us.
Question: Look Father, I have given up everything, relatives, property, luxury, and acclaim but still I am not able to love one who hates me. What am I to do?
Answer: You cannot love your tormentor unless you know the purpose of the Lord.
Question: What is the Lord’s purpose?
Answer: The Lord knew the whole law rested on love (Matt 22:37-40). He therefore set out a life to demonstrate a life of love and claim victory over the devil and all his temptations. He tried to teach the Jews this way of love. But this only stirred up their hatred of Him. But He did not hate them who opposed him or who tried to kill him. Instead of hate He set forth love. After complete victory over the devil, He crowned Himself with the Resurrection all for our sake. His purpose was as a man to obey the Father until death keeping the commandment of love. In addition to his life we can also learn from the lives of His disciples. Remember what he said on the Cross, “Father, forgive them, since they know not what they do” (Luke 23:34).
Question: What you say is true, pray for me that I may have the strength to know perfectly the Lord’s and His Apostles’ purpose so I can be sober minded in time of temptations.
Answer: If you are always attentive to what I have told you you can have this awareness. You must remember that your brother is tempted in the same way you are.
Question: Tell me how to hold on to soberness.
Answer: Complete lack of concern for earthly things and continuous meditation on the divine Scriptures brings the soul to fear God. It is the fear of God that brings soberness.
Question: What should one do to devote one’s self continuously to God?
Answer: Be merciful and do good to one’s neighbor, be long suffering in this regard, endure all he inflicts. It is love that tames our anger.
Question: What is long suffering?
Answer: perseverance in adversity, endurance of evils, to abide to end of temptation, not to let anger out by chance, not to think anything that does not become a God fearing man. (Eccl 1:29) Many difficulties that we are given are part of our training. We should give thanks to God for everything He gives us like David, Job and his wife.
Question: Why do I lack compunction?
Answer: Because you have no fear of God and are complacent. Such people scorn the thought of the dreadful punishment of God that awaits us if we do not live with love. Maximus then give an extensive review of this punishment as recorded in Old Testament and New Testament. (Deut 32:22, 41; Isa 33:14, 50:11, 66:24; Jer 13:16, 5:21, 2:19-21, 15:17; Ezech 7:8; Dan 7:9, 7:13-15; Ps 61.12; Eccles 12:13; 2Cor 5:10; Rom 14:10; Jer 31:10; Matt 7:13, 25:41; Exod 20:13-15; Matt 5:20; Jer 9:1.) We must think about the defense we must have on that judgement day. Are not we all gluttonous? Are we all not lovers of pleasure? Are not we all desirous of material things? Are not we all nurturers of wrath? Are not we all revilers? Are we not fond of scoffing…. Are we not worse than the Jews who killed Christ? How can we be called sons of God? Do we show the fruits of the Spirit: charity, joy, peace, patience, benignity, goodness, faith, meekness, contingency (Gal 5:22). How can we be called Christians, who have nothing at all of Christ in us?

Maybe someone will say, I have faith and faith in Him is enough for my salvation. But James tells us, “The devils also believe and tremble; Faith without works is dead in itself (James 2:17; 2:19; 2:26). So also is works without Faith.
Those who truly believed Christ and made Him dwell within themselves spoke like this: “And I live, now not I; but Christ lives in me. And that I live now in the flesh: I live in the faith of the Son of God, who loved me, and delivered Himself for me (Gal 2:20). Christ clearly said, Love your enemies, do good to them that hate you. Bless them that curse you, and pray for them that treat you with despite (Luke 6:27).
Question: After hearing all this the brother is in tears saying, there is no hope of salvation for me.
Answer: the Lord said, “With men salvation is impossible; but with God all things are possible” (Matt 19:26) Isais said, “When you return and moan, then you will be saved” (Isa 30.15). The Lord says, “Do penance, for the kingdom of heaven is at hand” (Matt 4:17). Let us purify our hearts, let us weep for our sins, let us quite our vices, let us hear His threats, let us love one another with our whole heart. Let us master our passions.
We must rid ourselves of every bit of sinfulness from our hearts. “Let us then love one another and be loved by God; let us be patient with one another and He will be patient with our sins. Let us not render evil for evil, and we shall not receive our due for our sins.” (Maximus)
The Lord has told us as follows:
“Forgive, and you shall be forgiven” (Luke 6:37). If you will forgive men their offenses, your heavenly Father will forgive you also your offenses”(Matt 6:14). Blessed are the merciful, for they shall obtain mercy” (Matt5:7). “With what measure you mete, it shall be measured to you again” (Matt 7:2).
Our salvation is in our will’s grasp. Let us give ourselves totally to the Lord. Let us place all our hope in Him alone. Let us love every man sincerely, but put our hope in none. Let us truly do penance. Let us watch and be sober. Let’s emulate the Holy apostles and the saints imitating their combats., eagerness, preserve fence, patience, endurance, in long suffering, compassion, meekness, zeal, unfeignedness in love, sublimity in low lioness, plainness in poverty, kindness, clemency.

Reference: The Ascetic Life, Vol 21 Ancient Writers, pp 103-135

Source- http://orthodoxwayoflife.blogspot.hk/

Wednesday, 16 April 2014

Contemplation on the Man Bearing the Pitcher of Water


Saint Maximos the Confessor 

Question: In the Gospel, who is the man in the city bearing a pitcher of water? Why water, and why are the disciples told that they’ll meet him and are to follow him? Who’s the master of the house? Why don’t the Gospel writers mention his name? What is the large upper room where a table’s been laid and in which the dread mystery of the Last Supper takes place?


Answer:  It’s not only the name of the man to whom the two disciples were sent to prepare the Passover which isn’t mentioned in Scripture, but the name of the city, too. So, an initial attempt at interpretation might be that the city denotes the perceptible world and the man symbolizes the human race in general, to whom the disciples of God the Word are being sent. The law of the Old Testament and the law of the New are sent as precursors to prepare His mystical feast with the human race. The former, through asceticism, cleanses our nature of every stain; whereas the latter, through the mystagogy of contemplation, elevates the mind, with its cognitive power, away from the corporeal and towards visions related to what is spiritually intelligble.
An indication of this is that the disciples who were sent were Peter and John. Because Peter is a symbol of action, John of contemplation. This is why it’s appropriate that they’re met first by the man bearing the pitcher of water, who symbolizes all those who, passing through the stage of practical philosophy, bear upon their shoulders the virtues, just as, within the pitcher, and with the mortification of the earthly members of their body, they also bear the grace of the Holy Spirit which, through their faith, cleanses them of every taint.
After him, they encounter the master of the house who shows them to the upper room, where a table has been spread. He, again, symbolizes all those who, being in the stage of contemplation, have embellished their pure and elevated intellect with sublime concepts of knowledge and with dogmas, just as the upper room had been prepared, in order to welcome the great Word in a godly manner.
Finally, the house itself is permanent residence in godliness, to which the practical mind in pursuit of virtue is progressing. The lord of this permanent godliness, which is now its natural possession, is the intellect illumined by the divine light of mystical knowledge. This is why, together with the practical, the supernatural presence of the Word the Saviour is required at the feast.
The word ‘man’ is used only once in the narrative, even though it refers to two persons: the one who’s described as bearing a pitcher of water and the other who’s the master of the house. As I say, it’s used once to refer to two person, perhaps because the one nature which they have in common is divided into the practical and the contemplative, as far as godliness is concerned. The Word, Who unites them spiritually, takes them and manifests them as one.
Again, if we want to attribute what’s been said to each person individually, we won’t have strayed from the truth. Because the city is the soul of each of us, to which words concerning virtue and knowledge are constantly being sent, as were the disciples of the Word. The man bearing the pitcher of water is the patient manner and thought that keeps high on the shoulders of self-restraint the unaltered grace of faith which was granted at baptism. And the house is that state of the permanent acquisition of the virtues which has been constructed as it were from many and varied stones, that is unshakeable and bold thoughts and habits.
The upper room is the broad and spacious mind and the intellect’s ability for cognitive power, which has been bedecked with divine visions of mystical and arcane dogmas. And the master of the house is the intellect which opens wide and is adorned with the trappings of the house, which means virtue, with the height, beauty and breadth of spiritual knowledge, too. And it is to this that the Word offers Himself at a repast, having first sent His disciples, that is, the initial spiritual notions concerning nature and time.
Easter, then, is truly the coming of the Word to our human intellect, when He Who comes, in mystic manner, the Word of God, grants fulfilment to all those worthy of it, through the offer of participation in His own good things.

Σταυρός και Ανάσταση, Akritas Publications, pp. 84-7
Source-Pemptousia.com

Monday, 27 May 2013

Εκείνος που αγαπάει το Θεό, ζει αγγελικό βίο πάνω στη γη.

 Οσίου Μαξίμου του Ομολογητού
ΑΓΑΠΗ είναι μια αγαθή διάθεση της ψυχής, που κάνει τον άνθρωπο να μην προτιμάει τίποτε άλλο περισσότερο από το να γνωρίσει το Θεό. Είναι αδύνατον όμως ν” αποκτήσει σταθερά μέσα του αυτή την αγάπη, όποιος έχει εμπαθή προσκόλληση σε κάτι από τα γήινα. *
Μην πεις ότι και μόνο η πίστη μου στο Χριστό μπορεί να με σώσει. Αυτό είναι αδύνατον, αν δεν αποκτήσεις και την έμπρακτη αγάπη. Η απλή πίστη, που δεν συνοδεύεται με έργα αγάπης, τίποτε δεν ωφελεί, αφού και τα δαιμόνια πιστεύουν και τρέμουν. *
Όπως η μνήμη της φωτιάς δεν ζεσταίνει το σώμα, έτσι και η πίστη χωρίς αγάπη δεν φωτίζει την ψυχή με τη γνώση του Θεού. *
Εκείνο που αγαπάει κανείς, σ” αυτό και είναι προσηλωμένος, και, για να μην το στερηθεί, καταφρονεί όλα όσα τον αποσπούν απ” αυτό. Έτσι κι εκείνος που αγαπάει το Θεό, καλλιεργεί την καθαρή προσευχή και διώχνει από μέσα του κάθε πάθος που τον εμποδίζει απ” αυτήν. *
Ο νους που ενώνεται με το Θεό και παραμένει μαζί του με την προσευχή και την αγάπη, αυτός γίνεται σοφός, αγαθός, δυνατός, φιλάνθρωπος, σπλαχνικός, μακρόθυμος. Μ” ένα λόγο, έχει πάνω του όλα τα θεία γνωρίσματα. Όταν όμως απομακρύνεται από το Θεό και προσκολλάται στα γήινα, ή γίνεται σαν κτήνος, καθώς κυλιέται στις ηδονές, ή γίνεται σαν θηρίο, καθώς φιλονικεί με τους ανθρώπους για πράγματα υλικά. *
Εκείνος που φοβάται το Θεό, έχει πάντοτε σύντροφό του την ταπεινοφροσύνη. Και η ταπεινοφροσύνη τον οδηγεί στην αγάπη και την ευχαριστία του Θεού. Σκέφτεται δηλαδή την προηγούμενη ζωή του, τα διάφορα αμαρτήματα και τους πειρασμούς του, και πώς απ” όλα αυτά τον γλύτωσε ο Κύριος και τον μετέφερε από τη ζωή των παθών στον κατά Θεόν βίο.

Με τέτοιες σκέψεις λοιπόν αποκτάει και την αγάπη προς το Θεό, τον ευεργέτη και κυβερνήτη της ζωής του, τον οποίο αδιάλειπτα ευχαριστεί με πολλή ταπεινοφροσύνη. *
Εκείνος που αγαπάει το Θεό, ζει αγγελικό βίο πάνω στη γη. Νηστεύει και αγρυπνεί, ψάλλει και προσεύχεται, και για κάθε άνθρωπο σκέφτεται πάντοτε το καλό. *
Η αγάπη προς το Θεό παρακινεί όποιον την έχει να καταφρονεί κάθε πρόσκαιρη ηδονή και κάθε κόπο και λύπη. Ας σε πείσουν γι” αυτό όλοι οι άγιοι, οι οποίοι τόσα έπαθαν για το Χριστό. *
Η ανέκφραστη ειρήνη που έχουν οι άγιοι άγγελοι οφείλεται σ” αυτά τα δύο: στην αγάπη προς το Θεό και στην αγάπη αναμεταξύ τους. Το ίδιο συμβαίνει και με τους αγίους όλων των αιώνων. Πολύ καλά λοιπόν έχει λεχθεί από το Σωτήρα μας, ότι σ” αυτές τις δύο εντολές συνοψίζονται όλος ο νόμος και η διδασκαλία των Προφητών (Ματθ. 22, 40). *
Όποιος αγαπάει το Θεό δεν είναι δυνατόν να μην αγαπήσει και κάθε άνθρωπο σαν τον εαυτό του. Και όσους ακόμα είναι υπόδουλοι στα πάθη τους, κι αυτούς τους αγαπάει σαν τον εαυτό του, και χαίρεται με αμέτρητη και ανείπωτη χαρά όταν τους βλέπει να διορθώνονται. *
«Όποιος με αγαπάει», λέει ο Κύριος, «θα τηρήσει τις εντολές μου» (Ιω. 14, 23). «Και η δική μου εντολή είναι να αγαπάτε ο ένας τον άλλο» (Ιω. 15,12). Εκείνος λοιπόν που δεν αγαπάει τον πλησίον του, αθετεί την εντολή του Κυρίου. Και όποιος αθετεί την εντολή του Κυρίου, ούτε τον Κύριο είναι δυνατόν ν” αγαπήσει. *
Μην καταφρονήσεις την εντολή της αγάπης γιατί μ” αυτή θα γίνεις παιδί του Θεού, ενώ παραβαίνοντάς την θα γίνεις παιδί της γέεννας. *
Για τις εξής πέντε αιτίες οι άνθρωποι αγαπούν ο ένας τον άλλο:
- Για το Θεό, όπως ο ενάρετος τους αγαπάει όλους, και όπως κάποιος αγαπάει τον ενάρετο, έστω κι αν ο ίδιος δεν έγινε ακόμα ενάρετος. -  Για φυσικούς λόγους, όπως οι γονείς αγαπούν τα παιδιά τους, και αντιστρόφως.
-  Από κενοδοξία, όπως αγαπάει κάποιος αυτόν που τον δοξάζει.
-  Από φιλαργυρία, όπως εκείνος που αγαπάει τον πλούσιο γιατί του δίνει χρήματα.
-  Από φιληδονία, όπως εκείνος που αγαπάει ένα πρόσωπο γιατί του ικανοποιεί τη γαστριμαργία ή τη σαρκική του επιθυμία.
Απ” αυτές λοιπόν τις αιτίες, η πρώτη είναι αξιέπαινη, η δεύτερη ούτε επαινετή ούτε αξιοκατάκριτη, ενώ οι υπόλοιπες είναι εμπαθείς. *
Σε όλες μας τις πράξεις ο Θεός εξετάζει το σκοπό για τον οποίο τις εκτελούμε. αν δηλαδή τις κάνουμε γι” Αυτόν ή για κάτι άλλο.

Όταν λοιπόν θέλουμε να κάνουμε ένα καλό, ας μην έχουμε σκοπό ν” αρέσουμε στους ανθρώπους, αλλά μόνο στο Θεό. Σ” Αυτόν ν” αποβλέπουμε και όλα να τα κάνουμε για τη δική Του δόξα. Διαφορετικά, θα κουραζόμαστε χωρίς να κερδίζουμε τίποτα. *
Έργο αγάπης είναι η ολόψυχη ευεργεσία προς τον πλησίον μας, η μακροθυμία και η υπομονή που δείχνουμε απέναντί του, καθώς επίσης και η φρόνιμη και συνετή χρησιμοποίηση των πραγμάτων. *
Η διάθεση της αγάπης δεν φανερώνεται μόνο με την παροχή χρημάτων, αλλά πολύ περισσότερο με τη μετάδοση πνευματικού λόγου και με τη σωματική διακονία. *
Εκείνος που αγαπάει το Χριστό, Τον μιμείται όσο μπορεί. Ο Χριστός, για παράδειγμα, -  δεν έπαυσε να ευεργετεί τους ανθρώπους.
-  έδειχνε μακροθυμία, όταν του συμπεριφέρονταν με αχαριστία και Τον βλαστημούσαν.
-  υπέμεινε όταν Τον χτυπούσαν και Τον θανάτωναν, χωρίς καθόλου να σκέφτεται για κανέναν το κακό που Του έκανε.
Αυτά τα τρία έργα είναι εκφραστικά της αγάπης προς τον πλησίον. Χωρίς αυτά, απατάται εκείνος που λέει ότι αγαπάει το Χριστό ή ότι θα κερδίσει τη βασιλεία Του. Γιατί ο Κύριος μας βεβαιώνει: «Δεν θα μπει στη βασιλεία των ουρανών εκείνος που μου λέει «Κύριε, Κύριε», αλλά εκείνος που κάνει το θέλημα του Πατέρα μου» (Ματθ. 7, 21). Και πάλι: «Όποιος με αγαπάει θα τηρήσει τις εντολές μου» (Ιω. 14,15). *
«Εγώ σας λέω», είπε ο Κύριος, «αγαπάτε τους εχθρούς σας, ευεργετείτε όσους σας μισούν, προσεύχεστε για όσους σας βλάπτουν» (Ματθ. 5, 44). Γιατί έδωσε αυτές τις εντολές; Για να σε ελευθερώσει από το μίσος, τη λύπη, την οργή και τη μνησικακία και να σε αξιώσει ν” αποκτήσεις την τέλεια αγάπη. Αυτή είναι αδύνατον να την έχει όποιος δεν αγαπάει εξίσου όλους τους ανθρώπους, όπως και ο Θεός τους αγαπάει όλους εξίσου. *
Όποιος έχει την τέλεια αγάπη, δεν κάνει διακρίσεις στους ανθρώπους. Ξέρει πως όλοι μας έχουμε την ίδια ανθρώπινη φύση, και γι” αυτό ανεξαίρετα τους αγαπάει όλους το ίδιο. Τους εναρέτους τους αγαπάει ως φίλους, ενώ τους κακούς τους αγαπάει ως εχθρούς και τους ευεργετεί και μακροθυμεί και υπομένει, αν τον βλάψουν, χωρίς να υπολογίζει καθόλου το κακό που του γίνεται. Αντίθετα, αν το καλέσει η περίσταση, πάσχει για χάρη τους, για να τους κάνει κι αυτούς φίλους, αν είναι δυνατόν. Κι αν αυτό δεν το κατορθώσει, δεν αλλάζει τη διάθεσή του, αλλά συνεχίζει να τους αγαπάει όλους εξίσου. *
Αγωνίσου, όσο μπορείς, ν” αγαπήσεις κάθε άνθρωπο. Αν αυτό δεν μπορείς να το κάνεις ακόμα, τουλάχιστον μη μισήσεις κανέναν. Αλλά ούτε αυτό θα μπορέσεις να το πετύχεις, αν δεν καταφρονήσεις τα πράγματα του κόσμου. *
Αυτά που διώχνουν την αγάπη από τον άνθρωπο είναι τα εξής:
η προσβολή, η ζημία, η συκοφαντία σε θέματα πίστεως ή διαγωγής, τα ξυλοκοπήματα, οι πληγές και τα παρόμοια, που συμβαίνουν είτε στον ίδιο είτε σε κάποιον συγγενή ή φίλο του. Εκείνος λοιπόν που για κάτι απ” αυτά διώχνει την αγάπη, δεν έμαθε ακόμα ποιος είναι ο σκοπός των εντολών του Χριστού. *
Όλος ο σκοπός των εντολών του Σωτήρος είναι να ελευθερώσουν το νου από την ακράτεια και το μίσος, και να τον οδηγήσουν στην αγάπη Αυτού και του πλησίον. Από αυτή τη διπλή αγάπη γεννιέται το φως της έμπρακτης πνευματικής γνώσεως. *
Αν «η αγάπη είναι η εκπλήρωση του νόμου του Θεού» (Ρωμ. 13,10), εκείνος που έχει μνησικακία για τον αδελφό και κάνει δόλια σχέδια εναντίον του και τον καταριέται και χαίρεται για κάθε του πτώση, αυτός δεν παραβαίνει άραγε τις εντολές του Θεού και δεν είναι άξιος για την αιώνια κόλαση; *
Αν «η αγάπη δεν κάνει κακό στον πλησίον» (Ρωμ. 13, 10), εκείνος που φθονεί τον αδελφό και λυπάται για την προκοπή του και με ειρωνείες προσπαθεί να κηλιδώσει την υπόληψή του ή τον επιβουλεύεται με κάποια κακοήθεια, αυτός ο άνθρωπος δεν αποξενώνει άραγε τον εαυτό του από την αγάπη και δεν τον κάνει ένοχο για την αιώνια κρίση; *
Ο Χριστός δεν θέλει να έχεις εναντίον κανενός ανθρώπου μίσος ή λύπη ή οργή ή μνησικακία οποιασδήποτε μορφής και για οποιοδήποτε πρόσκαιρο πράγμα. Κι αυτό το διακηρύσσουν παντού τα τέσσερα Ευαγγέλια. *
Όποιος βλέπει και ίχνος μόνο μίσους μέσα στην καρδιά του προς οποιονδήποτε άνθρωπο και για οποιοδήποτε σφάλμα του, αυτός δεν αγαπάει καθόλου το Θεό. Γιατί η αγάπη προς το Θεό δεν ανέχεται καθόλου το μίσος κατά του πλησίον. *
Μην πεις, «Δεν μισώ τον αδελφό μου», τη στιγμή που δεν θέλεις να τον θυμάσαι. Άκουσε τι λέει ο προφήτης Μωυσής. «Μην μισήσεις τον αδελφό σου με τη σκέψη σου. Να τον ελέγξεις όμως, για να μην έχεις την αμαρτία που θα είχες, αν αδιαφορούσες για τη διόρθωσή του» (Λευιτ. 19,17). *
Η λύπη είναι στενά συνδεδεμένη με τη μνησικακία. Όταν λοιπόν ο νους σκέφτεται το πρόσωπο του αδελφού και αισθάνεται λύπη, είναι φανερό ότι του κρατάει κακία. «Οι δρόμοι όμως των μνησικάκων οδηγούν στον πνευματικό θάνατο» (Παρ. 12, 28), γιατί «ο κάθε μνησίκακος είναι παραβάτης του νόμου» (Παρ. 21, 24). *
Την ώρα της ειρήνης σου μη θυμάσαι εκείνα που σου είπε ο αδελφός τον καιρό που σε στενοχώρησε – είτε σε σένα κατά πρόσωπο τα είπε, είτε σε άλλον και μετά τα άκουσες – για να μην πέσεις στο πάθος της μνησικακίας. *
Όταν συνομιλείς με άλλους, πρόσεχε μήπως εξαιτίας της λύπης που διατηρείς ακόμα κρυμμένη μέσα σου, νοθεύσεις τους επαίνους σου για τον αδελφό, αναμειγνύοντας ασυναίσθητα στα λόγια σου την κατηγορία. Χρησιμοποίησε στις συνομιλίες σου αγνό έπαινο για τον αδελφό, και να προσεύχεσαι γι” αυτόν ειλικρινά, σαν να προσεύχεσαι για τον εαυτό σου. Έτσι, πολύ σύντομα θα ελευθερωθείς από το ολέθριο μίσος. *
Μη θίξεις τον αδελφό σου με υπονοούμενα, μην τυχόν σου ανταποδώσει κι εκείνος τα ίδια και χάσετε έτσι και οι δυο σας την αγάπη. Αν ο αδελφός έσφαλε, υπόδειξέ του το σφάλμα με παρρησία και αγάπη για να διαλύσεις έτσι την αιτία της στενοχώριας και ν” απαλλαγείτε από την ταραχή και τη λύπη. *
Βλαστήμησε κάποιος; Μη μισήσεις αυτόν, αλλά τη βλασφημία και το δαίμονα που τον έκανε να βλαστημήσει. Αν όμως μισείς αυτόν που βλαστήμησε, μίσησες άνθρωπο και έτσι αθέτησες την εντολή της αγάπης. Ό,τι έκανε εκείνος με το λόγο, το κάνεις εσύ με το έργο. Αν τώρα τηρείς την εντολή, δείξε την αγάπη σου και όσο μπορείς βοήθησέ τον ν” απαλλαγεί από το κακό. *
Δεν μπορεί μια λογική ψυχή, που τρέφει μίσος εναντίον κάποιου ανθρώπου, να ειρηνεύσει με το Θεό, ο οποίος έχει δώσει τις εντολές. Γιατί εκεί μας λέει: «Αν δεν συγχωρείτε τα σφάλματα των συνανθρώπων σας, ούτε ο Πατέρας σας ο ουράνιος θα συγχωρήσει τα δικά σας σφάλματα» (Ματθ. 6,15). *
Αν θέλεις να μην ξεπέσεις από την αγάπη του Θεού, ούτε τον αδελφό σου ν” αφήσεις να κοιμηθεί λυπημένο μαζί σου ούτε και συ να κοιμηθείς λυπημένος μαζί του. Πήγαινε, συμφιλιώσου με τον αδελφό σου, και τότε έλα πρόσφερε στο Χριστό το δώρο της αγάπης σου με καθαρή συνείδηση και θερμή προσευχή. *
Εξέτασε τη συνείδησή σου με κάθε ακρίβεια, μήπως εξαιτίας σου δεν συμφιλιώθηκε ο αδελφός μαζί σου. Τη συνείδηση, που γνωρίζει τις κρυφές σου σκέψεις, μην την καταφρονείς, γιατί έτσι θα σου γίνεται εμπόδιο την ώρα της προσευχής και θα σε κατηγορεί την ώρα του θανάτου σου. *
Μην αφήσεις τ” αυτιά σου ν” ακούνε τα λόγια όποιου καταλαλεί, ούτε και τα δικά σου λόγια να φτάνουν στ” αυτιά του φιλοκατήγορου, μιλώντας ή ακούγοντας με ευχαρίστηση κατά του πλησίον σου, για να μη χάσεις τη θεία αγάπη και βρεθείς απόκληρος της αιώνιας ζωής. *
Μη νομίζεις ότι σε αγαπούν εκείνοι που σου μεταφέρουν λόγια, τα οποία σου προξενούν λύπη και μίσος εναντίον του αδελφού, ακόμα κι αν σου φαίνονται ότι λένε αλήθεια. Αυτούς να τους αποστρέφεσαι σαν θανατηφόρα φίδια, ώστε κι εκείνους να σταματήσεις να κατηγορούν και τη δική σου ψυχή ν” απαλλάξεις από την κακία. *
Τον αδελφό, που τον είχες μέχρι χθες πνευματικό και ενάρετο, μην τον κρίνεις σήμερα ως κακό και πονηρό, επειδή ο διάβολος σ” έβαλε να τον μισήσεις. Εσύ, με την αγάπη που μακροθυμεί, έχοντας στο νου σου τα χθεσινά καλά του, διώξε το σημερινό μίσος της ψυχής. *
Εκείνον που μέχρι χθες επαινούσες ως καλό και τον εγκωμίαζες ως ενάρετο, μην τον κακολογήσεις σήμερα, επειδή τον μίσησες, έχοντας ως πρόσχημα τον δικό του άσχημο λόγο. Εσύ συνέχισε να τον επαινείς, ακόμα κι αν κυριαρχείσαι από τη λύπη. Μ” αυτόν τον τρόπο εύκολα θα επανέλθεις στη σωτήρια αγάπη. *
Όταν μας δουν οι δαίμονες να καταφρονούμε τα πράγματα του κόσμου, με σκοπό να μη μισήσουμε για χάρη τους τους ανθρώπους και ξεπέσουμε έτσι από την αγάπη, τότε ξεσηκώνουν εναντίον μας συκοφαντίες, ώστε μην υποφέροντας τη λύπη να μας αναγκάσουν να μισήσουμε τους συκοφάντες. *
Δεν υπάρχει βαρύτερος πόνος της ψυχής από τη συκοφαντία, είτε στην πίστη συκοφαντείται κάποιος είτε στη διαγωγή. Και κανείς δεν μπορεί να μένει αδιάφορος όταν συκοφαντείται, παρά μόνο εκείνος που στρέφει τα μάτια του στο Θεό, ο οποίος είναι ο μόνος που μπορεί να μας λυτρώσει από τον κίνδυνο και να φανερώσει στους ανθρώπους την αλήθεια και να παρηγορήσει την ψυχή με την ελπίδα. * Όσο εσύ προσεύχεσαι μ” όλη σου την ψυχή για εκείνον που σε συκοφάντησε, τόσο και ο Θεός πληροφορεί για την αθωότητά σου όσους σκανδαλίστηκαν εξαιτίας της συκοφαντίας. * Γνήσιος φίλος είναι εκείνος που, στον καιρό του πειρασμού, συμμερίζεται αθόρυβα και ατάραχα τις θλίψεις, τις ανάγκες και τις συμφορές του πλησίον, σαν να είναι δικές του. * Μόνο εκείνοι, που τηρούν πιστά τις εντολές του Θεού και γνωρίζουν καλά το βάθος των θείων κριμάτων, δεν εγκαταλείπουν τους φίλους τους, όταν αυτοί δοκιμάζονται με παραχώρηση του Θεού. Όσοι όμως περιφρονούν τις εντολές του Θεού και αγνοούν το βαθύτερο νόημα των δοκιμασιών που ο Θεός επιτρέπει, αυτοί, όταν μεν ο φίλος ευημερεί, απολαμβάνουν μαζί του, ενώ όταν ταλαιπωρείται από τους πειρασμούς, τον εγκαταλείπουν. Κάποτε μάλιστα συμβαίνει να συμμαχούν και με τους εχθρούς του. *
Οι φίλοι του Χριστού αγαπούν ειλικρινά όλους τους ανθρώπους, δεν αγαπιούνται όμως απ” όλους. Οι φίλοι του κόσμου ούτε αγαπούν όλους, ούτε αγαπιούνται απ” όλους. Και οι μεν φίλοι του Χριστού διατηρούν την αγάπη συνεχώς μέχρι τέλους της ζωής τους, ενώ οι φίλοι του κόσμου την διατηρούν μέχρις ότου συγκρουσθούν μεταξύ τους για πράγματα του κόσμου. *
Δεν έχει ακόμα τέλεια αγάπη ούτε βαθειά γνώση της θείας πρόνοιας, εκείνος που σε καιρό πειρασμού δεν κάνει υπομονή για όσα λυπηρά του συμβαίνουν, αλλά αποκόβεται από την αγάπη των πνευματικών αδελφών. *
Μην βιάζεσαι να καταστρέψεις το δεσμό της πνευματικής αγάπης, γιατί δεν έχει μείνει άλλη οδός σωτηρίας για τους ανθρώπους. * Φιλαυτία είναι η εμπαθής και παράλογη αγάπη προς το σώμα μας, την οποία αντιμάχεται η αγάπη και η εγκράτεια. Εκείνος που έχει τη φιλαυτία, είναι φανερό ότι έχει όλα τα πάθη. *
Αρχή όλων των παθών είναι η φιλαυτία, και τέλος η υπερηφάνεια. Εκείνος που την ξερίζωσε, έκοψε μαζί της και όλα τα πάθη. *
Μην είσαι αυτάρεσκος και δεν θα γίνεις μισάδελφος. Μην είσαι φίλαυτος και θα γίνεις φιλόθεος. *
Κάθε άνθρωπο πρέπει να τον αγαπάμε με την ψυχή μας. Όμως μόνο στο Θεό να έχουμε την ελπίδα μας, κι Αυτόν μ” όλη μας τη δύναμη να λατρεύουμε. Γιατί όσο μας συντηρεί Εκείνος, και οι φίλοι μας φροντίζουν και οι εχθροί δεν μπορούν να μας βλάψουν. Όταν όμως Εκείνος μας εγκαταλείψει, και οι φίλοι όλοι μας αποστρέφονται και οι εχθροί αποκτούν δύναμη εναντίον μας. *
Αν εκείνος που έχει όλα τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, δεν έχει όμως αγάπη, τίποτα δεν ωφελείται -όπως λέει ο θείος Απόστολος (Α” Κορ. 13, 2)-, άραγε πόση προθυμία και ζήλο οφείλουμε να δείξουμε για να την αποκτήσουμε; *
Το θυμικό μέρος της ψυχής* χαλιναγώγησέ το με την αγάπη, το επιθυμητικό καταμάρανέ το με την εγκράτεια, και το λογιστικό φτέρωσέ το με την προσευχή. Έτσι το φως του νου δεν θα θαμπωθεί ποτέ. *
Να καταπονείς το σώμα σου με νηστεία και αγρυπνία, και να καταγίνεσαι ακούραστα με την ψαλμωδία και την προσευχή. Τότε, θα έρθει σε σένα ο αγιασμός της σωφροσύνης και θα σου φέρει την αγάπη. *
Μη μολύνεις το σώμα σου με αισχρές πράξεις και μη λερώνεις την ψυχή σου με πονηρές σκέψεις. Τότε η ειρήνη του Θεού θα έρθει μέσα σου και θα σου φέρει την αγάπη. *
Πολλοί βέβαια έχουν πει πολλά για την αγάπη. Αν όμως την αναζητήσεις θα τη βρεις μόνο στους μαθητές του Χριστού, γιατί μόνο αυτοί είχαν για δάσκαλό τους στην αγάπη, την αληθινή Αγάπη, το Χριστό, και έλεγαν: «Αν έχω το χάρισμα να προφητεύω και να γνωρίζω όλα τα μυστήρια, κι αν έχω όλη τη γνώση, αλλά δεν έχω αγάπη, σε τίποτα δεν ωφελούμαι» (Α” Κορ. 13, 2). Εκείνος λοιπόν που απέκτησε την αγάπη, απέκτησε τον ίδιο το Θεό, γιατί «ο Θεός είναι αγάπη» (Α” Ιω. 4,16). Σ” Αυτόν ανήκει η δόξα και το κράτος στους αιώνες. Αμήν *
Σύμφωνα με την ορθόδοξη διδασκαλία, η ψυχή αποτελείται από τα εξής τρία μέρη: α) Το θυμικό (συναίσθημα), του οποίου αμαρτήματα είναι το μίσος, ο φθόνος, η ασπλαχνία κ.τ.ό. β) Το επιθυμητικό (βούληση), του οποίου αμαρτήματα είναι η φιλαργυρία, η γαστριμαργία και όλα τα σαρκικά πάθη. γ) Το λογιστικό (νους), του οποίου αμαρτήματα είναι η απιστία, η αίρεση, η βλασφημία, η υπερηφάνεια κ.τ.ό. Η υγεία της ψυχής εξαρτάται από την αρμονία στη σχέση και λειτουργία των τριών αυτών μερών της. 
Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ «Η ΑΓΑΠΗ» Οσίου Μαξίμου του Ομολογητού ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 2009

Ψυχωφελείς Λόγοι

Monday, 29 April 2013

Μαξίμου Ομολογητού: Ποια είναι η συκιά του Ευαγγελίου που ξεράθηκε φαινομενικά παράλογα;


ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ 

Ποια είναι η συκιά του Ευαγγελίου που ξεράθηκε φαινομενικά παράλογα; Και ποια είναι η ακρότατη πείνα που ζητού­σε καρπό πριν από την ώρα; Και τι σημαίνει η κατάρα για ένα αναίσθητο πράγμα.
(Μάρκ. 11,12-14.,Ματθ. 21,18)
ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΝΗΠΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΣΚΗΤΙΚΩΝ
ΠΡΟΣ ΘΑΛΑΣΣΙΟΝ, ΠΕΡΙ ΑΠΟΡΩΝ-(ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ Α' - ΝΓ')
ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ

ΑΠΟΚΡΙΣΗ
     Ο Θεός Λόγος που οικονομεί τα πάντα για χάρη της σωτηρίας των ανθρώπων, αφού παιδαγώγησε πρώτα τη φύση μας με το νόμο που περιέχει σωματικότερη λατρεία -γιατί δεν μπορούσε να δεχτεί την αλήθεια γυμνή από τυπικά προκαλύμματα εξαιτίας της άγνοιας και της αλλοτρίωσης που της προ­κλήθηκε προς τα αρχέτυπα θεία πράγματα- ύστερα, ερχόμενος στον κόσμο αφού έγινε φανερά από τον εαυτό του άνθρωπος παίρνοντας σάρκα που είχε νοερή, και λογική ψυχή, κι αφού ως Λόγος μετέφερε τη φύση μας στην άυλη, γνωστική, πνευματική λατρεία, δεν ήθελε, αφού πια φάνηκε στη ζωή η αλήθεια, να εξουσιάζει η σκιά, που τύπος της ήταν η συκιά.
Γι' αυτό λέει· επιστρέφοντας από τη Βηθανία στα Ιεροσόλυμα,[Ματθ. 21,18· Μάρκ. 11,11ε.] δηλαδή μετά την τυπική και σκιώδη και που ήταν κρυμμένη μέσα στο νόμο παρουσία του, ερχόμενος ξανά στους ανθρώπους με τη σάρκα -γιατί έτσι πρέπει να εκληφθεί το επιστρέφοντας-είδε στο δρόμο μια συκιά που είχε μόνο φύλλα,[Ματθ. 21,18· Μάρκ 11,13] που υπήρχε στη σκιά και στους τύπους, δηλαδή τη σωματική λατρεία του νόμου κατά την άστατη και παροδική -επειδή ήταν δίπλα στο δρόμο- παράδοση, τη λατρεία των τύπων μόνο και των θεσμών που περνούν.
 Όταν ο Λόγος την είδε σαν συκιά ωραία και με­γαλοπρεπή και στολισμένη, ωσάν με φύλλα, με τα εξωτερικά περιβλήματα των σωματικών παραγγελμάτων του νόμου και μη βρίσκοντας καρπό, δηλαδή δικαιοσύνη, την καταράστηκε επει­δή δεν έδινε τροφή στο Λόγο, η καλύτερα πρόσταξε να μη κα­λύπτει πια δυναστεύοντας την αλήθεια με τους νομικούς τύ­πους, πράγμα που αποδείχτηκε στη συνέχεια με τα έργα, αφού καταξεράθηκε εντελώς η νομική ωραιότητα που είχε την ύπαρ­ξή της στα σχήματα μόνο και έσβησε η έπαρση των Ιουδαίων γι' αυτή.
Γιατί δεν ήταν εύλογο αλλά ούτε κι επίκαιρο, αφού πια είχε φανεί λαμπρή η αλήθεια των καρπών της δικαιοσύνης να παρασύρεται και να ξεγελιέται από τα φύλλα η όρεξη όσων παράτρεχαν σαν δρόμο την παρούσα ζωή και να αφήνουν τους πλούσιους φαγώσιμους καρπούς του Λόγου. Γι' αυτό λέει δεν ήταν ο καιρός των σύκων·[Μάρκ. 11,13] ο χρόνος δηλαδή κατά τον οποίο κυριαρχούσε στην ανθρώπινη φύση ο νόμος, δεν ήταν καιρός καρπών της δικαιοσύνης, αλλά εικόνιζε τους καρπούς της δι­καιοσύνης και μυούσε κατά κάποιο τρόπο τη μέλλουσα θεία κι απόρρητη και σωτήρια όλων χάρη, στην οποία δεν είχε φτάσει από την απιστία του ο παλαιός λαός και γι' αυτό χάθηκε.
     Γιατί ο Ισραήλ, λέει ο θείος απόστολος, με το να επιδιώκει το νόμο της δικαιοσύνης, δηλαδή το νόμο της σκιάς και των τύπων, δεν έφτασε στο νόμο της δικαιοσύνης,[Ρωμ. 9,31] δηλαδή το νόμο που ολοκληρώνεται με το Πνεύμα του Χριστού.
Ή πάλι˙ επειδή το πλήθος των ιερέων και γραμματέων και νομικών και Φαρισαίων, άρρωστοι από την κενή δόξα με την επίδειξη της πλαστής ευλάβειας των ηθών, φαινόμενοι ότι ασκούσαν δικαιοσύνη, έτρεφαν την έπαρση της οίησης, ο Λό­γος λέει ότι η οίηση αυτών που αναφέρθηκαν είναι συκιά άκαρ­πη πλούσια μόνο σε φύλλα, την οποία, αυτός που επιθυμεί τη σωτηρία όλων των ανθρώπων και πεινά τη θέωσή τους, την κα­ταριέται ως άκαρπη και την ξεραίνει, ώστε, προκρίνοντας από το να φαίνονται το να είναι δίκαιοι, αφού ξεντυθούν το χιτώνα της ηθικής υπόκρισης και φορέσουν το γνήσιο χιτώνα της αρετής, όπως θέλει ο θείος Λόγος, να περάσουν μ' ευσέβεια τη ζωή τους παρουσιάζοντας στο Θεό της ψυχής μάλλον τη διάθε­ση, παρά την πλαστότητα των ηθών στους ανθρώπους.
Αν τώρα και μερικοί από τους Χριστιανούς είμαστε τέ­τοιοι, πλάθοντας την ευλάβειά μας με τους τρόπους χωρίς έργα δικαιοσύνης, αν δεχτούμε το Λόγο ως φιλάνθρωπο που πεινά τη σωτηρία μας, αποξηραίνει το σπέρμα της κακίας μέσα στην ψυχή, την οίηση, για να μη μας δίνει πια την ανθρωπαρέσκεια, καρπό της φθοράς.
Έχετε, σύμφωνα με τις δικές μου πενιχρές δυνάμεις, το νόημα του λόγου, που κατά την αφήγηση που έκανα έδειξε τον Κύριο να πεινά ορθά και χρήσιμα να καταριέται τη συκιά και να την ξεραίνει σε κατάλληλη ώρα, γιατί ήταν εμπόδιο στην αλήθεια, και που ήταν είτε η σύμφωνη με το νόμο παλαιά παρά­δοση των σωματικών τύπων είτε και η επαρμένη συμπεριφορά των Φαρισαίων και η δική μας.


http://www.egolpion.com/maximos_xerh_sukia.el.aspx

Wednesday, 17 April 2013

Άγ.Μάξιμος ο Ομολογητής -Γιατί παραχωρεί ο Θεός στο διάβολο να μας πολεμά;

Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής απαριθμεί πέντε αιτίες για τις οποίες παραχωρεί ο Θεός τη δυνατότητα στον διάβολο να πολεμά τους ανθρώπους:
Πρώτη αιτία, είναι για να μάθουμε να διακρίνουμε την αρετήν από την κακίαν μέσα από την εμπειρία αυτού του πολέμου.
Δεύτερη αιτία, είναι για να «εξαναγκαστούμε» τρόπον τινά, να προσκολληθούμε με βεβαιότητα και ακλόνητα στην αρετή.
Τρίτη αιτία, για να μην υπερηφανευόμαστε όταν προκόπτουμε στην αρετή, αλλά να συνειδητοποιήσουμε εκ της εμπειρίας του πνευματικού αυτού αγώνα ότι κάθε προκοπή είναι δωρεά του Θεού.
Τέταρτη αιτία, για να ταπεινωθούμε και για να συνειδητοποιήσουμε και μισήσουμε και ομολογήσουμε (εξομολόγησις) και εγκαταλείψουμε τις αμαρτίες μας, που γίνονται αιτία πειρασμών.
Πέμπτη αιτία, για να μην ξεχάσουμε την ιδική μας ασθένεια και την του Θεού δύναμη, όταν προοδεύοντας στον πνευματικό αγώνα αξιωθούμε και φθάσουμε σε κάποιαν αρετή.
Μέσα στις πιο πάνω αιτίες διαφαίνεται η Αγάπη του Θεού προς τον άνθρωπον. Ας μην ξεχνούμε ότι και οι θλίψεις και οι πειρασμοί είναι δώρα της φιλανθρωπίας του Θεού γιατί μέσα στις δοκιμασίες αυτές μπορούμε -αν το θελήσουμε- να συναντήσουμε τον πάσχοντα και σταυρωμένο Χριστό μας, και Αυτός θα μας αναστήση στην αιώνια ζωή.
Σε τελευταία ανάλυση, ο διάβολος με όλα τα τεχνάσματά του και παρ’ όλες τις μηχανουργίες του εναντίον μας, εν τούτοις αυτοκαταστρέφεται και θριαμβεύει η θεία φιλανθρωπία! Όπως η σταυρική παγίδα, που έστησεν ο διάβολος στον Χριστόν, απέβη τελικά η συντριβή του ίδιου του διαβόλου και η νίκη του Ιησού, (για αυτό και ο Σταυρός είναι από τότε το φοβερότερον όπλο κατά του διαβόλου), έτσι και κάθε παγίδα που στήνει ο διάβολος και σε μας, μπορεί να αποβή ήττα του Σατανά και αφορμή για τη σωτηρία μας. Με μίαν όμως απαραίτητη προϋπόθεση: ότι θα αντιμετωπίζουμε τους εκάστοτε πειρασμούς με κόψιμο του δικού μας θελήματος (δηλαδή του εγωισμού μας) και υπακοή «άνευ όρων» στο θέλημα του Θεού.

Πηγή: Διαχρονικές Λυτρωτικές Αλήθειες
Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...