Showing posts with label Αντώνιος (Μπλουμ) Μητροπολίτης Σουρόζ. Show all posts
Showing posts with label Αντώνιος (Μπλουμ) Μητροπολίτης Σουρόζ. Show all posts

Sunday, 3 August 2014

Μας σώζει η Αγάπη!

  
Αντώνιος (Μπλουμ) Μητροπολίτης Σουρόζ

Μερικὲς φορὲς φοβούμαστε ν' ἀκούσουμε προσεκτικὰ κάποιο πρόσωπο, διότι τὸ ν' ἀκούσεις σημαίνει ν' ἀνταποκριθεῖς κι ὄχι μόνο γιὰ ἕνα λεπτὸ ὅσο ἡ καρδιὰ εἶναι συγκινημένη καὶ μὲ μιὰ περαστικὴ σκέψη ἀλλὰ γιὰ πάντα. Μὲ τὸν τρόπο ποὺ ὁ Χριστὸς ἀνταποκρίθηκε στὴν ἀνθρώπινη θλίψη καὶ τὴ φρίκη τῆς στέρησης τοῦ Θεοῦ κι ἔγινε γιὰ πάντα ἄνθρωπος.
Δὲ σωζόμαστε ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἀγωνιζόμαστε καὶ πετυχαίνουμε κάποιου εἴδους ἀποτέλεσμα, σωζόμαστε ἀπὸ τῆς ψυχῆς μας τὸν πόθο ποὺ μᾶς τραβᾶ στὸ ζωντανὸ Θεό, ἀπὸ τὴν ἀγάπη ποὺ μᾶς τραβᾶ στὸ Χριστό. Καὶ ὅταν ἀκόμα ἀποτυγχάνουμε - καὶ αὐτὸ ἰσχύει καὶ στὶς ἀνθρώπινες σχέσεις -δὲν πρέπει νὰ ξεχνοῦμε ὅτι ἀκριβῶς, ὅπως καὶ ὁ Ἄπ. Πέτρος ἀφοῦ εἶχε ἀρνηθεῖ τὸ Χριστὸ ἦταν ἱκανὸς νὰ ἀπαντήσει τὴν τριπλῆ ἐρώτησή του, μποροῦμε νὰ ποῦμε: «Κύριε, ἐσὺ γνωρίζεις τὰπάντα, γνωρίζεις τὴν ἀσθένειά μου, τὶς ἐκτροπές, τὴν ἀβεβαιότητα, τὴν ἀστάθειά μου, γνωρίζεις ὅμως καὶ ὅτι σὲ ἀγαπῶ, ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ τελευταῖο, τὸ βαθύτατο πράγμα μέσα μου».

Κανεὶς δὲν μπορεῖ ν' ἀγαπᾶ ἕναν ἀόρατο Θεὸ ἂν πρῶτα δὲ μάθει ν' ἀγαπᾶ τὸ συγκεκριμένο, ζωντανό, πραγματικὸ πρόσωπο τὸ ὁποῖο ἔχει ἀπέναντί του. Πρὶν λοιπὸν θέσουμε τὸ ἐρώτημά τοῦ πῶς θὰ φτάσουμε στὸ Θεό, ἂς ρωτήσουμε τοὺς ἑαυτοὺς μας ποιὰ εἶναι ἡ στάση μας ἀπέναντι στὸν πλησίον μας· ἂν ἡ καρδιὰ μας εἶναι κρύα, ἐπιφυλακτικὴ καὶ κλεισμένη, ἂν μᾶς τρομοκρατεῖ ἀκόμη καὶ ἡ ἰδέα ὅτι ὁ πλησίον μας μπορεῖ νὰ ἀπαιτήσει τὴν καρδιὰ καὶ τὴ ζωή μας δὲν ὑπάρχει κανένας λόγος νὰ ἐπιζητοῦμε συνάφεια μὲ τὸ Θεό. Θὰ πρέπει πρῶτα νὰ μάθουμε τὸ πῶς ν' ἀποκτήσουμε μιὰ καρδιὰ ζεστή, μιὰ καρδιὰ ζωντανή, μιὰ καρδιὰ ποὺ νὰ ἀνταποκρίνεται στὸν πλησίον μας καὶ ἡ καρδιὰ ἐκείνη τότε, ἀνοιγμένη, μὲ τὴν καθαρότητά της θὰ δεῖ τὸ Θεό.

Ἡ ἀγάπη δὲ γνωρίζει ὅρια. Δὲν εἶναι ποτὲ δυνατὸ νὰ ποῦμε ὅτι ἔχουμε ἀγαπήσει, ὅτι ἔχουμε κάνει πράξη τὴν κάθε παρακίνηση τῆς καρδιᾶς μας, ὅτι ἔχουμε ἀγαπήσει μὲ τρόπο τέλειο γιατί τέλεια ἀγάπη ἦταν ἐκείνη μὲ τὴν ὁποία ὁ Χριστὸς ἀγάπησε τοὺς μαθητές Του. Μὲ τὰ λόγια τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Εὐαγγελιστῆ (Ἰω. 15.13): «μείζονα ταύτης ἄγαπην οὐδεὶς ἔχει, ἵνα τις τὴν ψυχὴν αὐτοῦ θῇ ὑπὲρ τῶν φίλων αὐτοῦ».
Πρὶν δοκιμάσουμε νὰ ζήσουμε μὲ μόνη βάση τὴν ἀγάπη ἂς κάνουμε μιὰ προσπάθεια, ἂς δοκιμάσουμε νὰ ζήσουμε σύμφωνα μὲ τὸ νόμο, νὰ μὴν παραβλέπουμε δηλαδὴ τὶς ἀπαιτήσεις τοῦ νόμου: τὴ δικαιοσύνη καὶ τὴν εἰλικρίνεια, ὅλες τὶς ἀπαιτήσεις τῆς φύσης ὅσον ἀφορᾶ τὸν τομέα τῶν σχέσεων ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Τότε μόνο θὰ εἶναι δυνατὸ νὰ φτάσουμε σ' ἕνα τέτοιο ἀνάστημα, ποὺ ἔχοντας προχωρήσει πέρα ἀπὸ τὸ νόμο θ' ἀγαπᾶμε μὲ ὅλη μας τὴν καρδιά, μὲ ὅλη μας τὴν ψυχή, ὅλη τὴ δύναμη καὶ τὸ εἶναι μας, μὲ τὴ ζωὴ καὶ τὸ θάνατό μας.

Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπέραντη καὶ βαθειὰ καὶ ἀγκαλιάζει τοὺς πάντες. Αὐτὸ τὸ ὁποῖο μπορεῖ νὰ ἀλλάξει στὴν ἀγάπη αὐτὴ εἶναι μία κάποια ἐσωτερικὴ ἰδιότητά της: ὁ Θεὸς μπορεῖ ἀγαπώντας νὰ χαίρεται ἤ ἀλλοιώτικα νὰ πληρώνει τὸ τίμημα τῆς ἀγάπης Του πάνω στὸ σταυρό.
Πρέπει νὰ πάρουμε φωτιὰ μὲ ὁλόκληρο τὸ εἶναι μας, μὲ μυαλὸ καὶ καρδιὰ καὶ θέληση καὶ σῶμα καὶ νὰ γίνουμε ἡ καιόμενη βάτος τὴν ὁποία εἶδε ὁ Μωυσῆς νὰ καίγεται ὁλόκληρη χωρὶς νὰ ἀναλίσκεται.
Μόνο ἂν ἡ ἀνθρώπινη ἀγάπη φωτιστεῖ μὲ τὸ θεϊκὸ μυστήριο θὰ πάψει νὰ καταναλίσκει τὸ ὑλικὸ τὸ ὁποῖο τὴν τρέφει. Ἡ θεϊκὴ ἀγάπη καίει, κάνει τὸ κάθε τι μιὰ ζωντανὴ φλόγα, δὲν τρέφεται ὅμως μὲ τὸ ὑλικό της: καταστρέφει αὐτὸ ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει στὴν αἰωνιότητα• αὐτὸ ποὺ μένει εἶναι μία καθαρὴ φλόγα ἡ ὁποία μεταμορφώνει τὸν ἄνθρωπο σὲ Θεό.

Sunday, 27 April 2014

Θέλουμε κάτι από τον Χριστό ή θέλουμε τον ίδιο τον Χριστό;


(Επισκόπου Anthony Bloom)

Ο Θεός είναι διατεθειμένος να μείνει τελείως έξω από την ζωή μας, είναι έτοιμος να το σηκώσει αυτό σαν ένα σταυρό, αλλά δεν είναι καθόλου διατεθειμένος να γίνει απλώς ένα μέρος της ζωής μας.

Έτσι όταν σκεπτόμαστε την απουσία του Θεού, δεν αξίζει να ερωτήσουμε τον εαυτό μας: ποιος φταίει γι’ αυτό;

Πάντοτε αποδίδουμε την ενοχή στον Θεό, πάντοτε κατηγορούμε Εκείνον, είτε κατ’ ευθείαν, είτε μπροστά στους ανθρώπους, ότι είναι απών, ότι ποτέ δεν είναι παρών όταν Τον χρειαζόμαστε, ποτέ δεν ανταποκρίνεται οσάκις καταφεύγουμε σ’ Αυτόν.

Είναι στιγμές που είμαστε περισσότερο «ευσεβείς» και λέμε ευλαβικά: «ο Θεός δοκιμάζει την υπομονή μου, την πίστη μου, την ταπείνωση μου». Βρίσκουμε ένα σωρό τρόπους για να μεταβάλουμε την εναντίον μας κρίση του Θεού σε έπαινό μας. Είμαστε τόσο υπομονετικοί ώστε μπορούμε να υποφέρουμε ακόμα και τον Θεό!

Όταν πάμε να προσευχηθούμε όλες τις φορές θέλουμε ΚΑΤΙ από Εκείνον και καθόλου ΕΚΕΙΝΟΝ.

Μπορεί αυτό να λεχθεί σχέση; Συμπεριφερόμαστε με τον τρόπο αυτόν στους φίλους μας; Αποβλέπουμε κυρίως σ’ αυτό που η φιλία μπορεί να μας δώσει ή αγαπάμε τον φίλο; Συμβαίνει το ίδιο στις σχέσεις μας με τον Θεό;

Ας σκεφθούμε τις προσευχές μας, τις δικές σας και τις δικές μου. Σκεφθείτε την θέρμη, το βάθος και την ένταση που έχει η προσευχή σας, όταν αφορά κάποιον που αγαπάτε, ή κάτι που έχει σημασία για την ζωή σας. Τότε η καρδιά σας είναι ανοιχτή, όλος ο εσωτερικός σας εαυτός είναι προσηλωμένος στην προσευχή. Μήπως αυτό σημαίνει ότι ο Θεός έχει κάποια σημασία για σας; ΌΧΙ, καθόλου! Απλώς σημαίνει ότι το θέμα της προσευχής σας απασχολεί.

Όταν κάνετε την γεμάτη πάθος, βαθιά και έντονη προσευχή, την σχετική με το αγαπώμενο πρόσωπο, ή την κατάσταση που σας στεναχωρεί και μετά στραφείτε στο επόμενο αίτημα, που δεν σας απασχολεί και πολύ και ξαφνικά παγώσει η διάθεση σας, τι άλλαξε; «Ψυχράθηκε» μήπως ο Θεός; Ή έχει «απομακρυνθεί»; Όχι ασφαλώς. Αυτό σημαίνει ότι όλη η έξαρση, όλη η ένταση της προσευχής σας δεν γεννήθηκε από την παρουσία του Θεού, ούτε από την προς Αυτόν πίστη σας, την σφοδρή γι’ Αυτόν αγάπη, από την αίσθηση της παρουσίας Του. Αλλά γεννήθηκε, μόνο και μόνο, από την ανησυχία σας για κείνο το πρόσωπο ή για κείνη την υπόθεση, και όχι για τον Θεό.

Γιατί λοιπόν μας εκπλήττει το γεγονός ότι αυτή η απουσία του Θεού μας πλήττει; Εμείς είμαστε εκείνοι που απουσιάζουμε, εμείς γινόμαστε ψυχροί, αφού δεν μας ενδιαφέρει πλέον ο Θεός. Γιατί; Διότι ο Θεός δεν έχει τόσο σημασία για εμάς.

Υπάρχουν επίσης και άλλες περιπτώσεις που ο Θεός είναι «απών». Εφόσον εμείς είμαστε πραγματικοί, δηλαδή είμαστε, αληθινά, ο εαυτός μας, ο Θεός μπορεί να είναι παρών και να κάνει κάτι για εμάς. Αλλά από την στιγμή που προσπαθούμε να γίνουμε ότι στην ουσία δεν είμαστε, τότε δεν μένει τίποτε να πούμε ή να έχουμε. Γινόμαστε μία φανταστική προσωπικότης, μία ανειλικρινής παρουσία, και την παρουσία αυτήν δεν μπορεί να την πλησιάσει ο Θεός.

Για να μπορέσουμε να προσευχηθούμε πρέπει να ζήσουμε στην κατάσταση η οποία καθορίζεται σαν Βασιλεία του Θεού. Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι Αυτός είναι ο Θεός, ο Βασιλεύς, οφείλουμε να παραδοθούμε σ’ Αυτόν. Τουλάχιστον πρέπει να ενδιαφερόμαστε για το θέλημά Του, ακόμη και αν δεν είμαστε ικανοί να το εκπληρώσουμε. Αλλά αν δεν είμαστε ικανοί γι’ αυτό, αν φερόμαστε στον Θεό όπως ο πλούσιος νεανίας που δεν μπορούσε να ακολουθήσει τον Χριστό γιατί ήταν πάρα πολύ πλούσιος, τότε πώς θα Τον συναντήσουμε;

Πολύ συχνά, ότι θα θέλαμε να είχαμε αποκτήσει δια της προσευχής, δια της βαθείας σχέσεως με τον Θεό, την οποίαν τόσο επιθυμούμε, είναι απλώς μια επιθυμία ευτυχίας και τίποτα παραπάνω.

Δεν είμαστε προετοιμασμένοι να πουλήσουμε όλα όσα έχουμε για να αγοράσουμε τον πολύτιμο μαργαρίτη. Έτσι πως είναι δυνατόν να κερδίσουμε αυτόν τον πολύτιμο μαργαρίτη; Είναι Αυτός η προσδοκία μας;

Τελικά θέλουμε κάτι από τον Χριστό ή θέλουμε τον ίδιο τον Χριστό;


Από το βιβλίο: «Μάθε να προσεύχεσαι»

Sunday, 2 February 2014

H Υπαπαντή του Χριστού-π. Αντωνίου (Bloom)


Νυν απολύεις τον δούλόν σου, δέσποτα, κατά το ρήμα σου εν ειρήνη• ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτή ριον σου, ο ητοίμασας κατά πρόσωπον πάντων των λαών, φως εις αποκάλυψιν εθνών και δόξαν λαού σου Ισραήλ» (Λκ. 2. 29 32)
 
Τα λόγια του Αγίου Συμεών σημειώνουν το τέλος μιας μακράς περιόδου, χιλιάδων χρόνων κατά τη διάρκεια των οποίων οι άνθρωποι ζούσαν χωρίς το Θεό• είχαν περάσει χιλιάδες χρόνια από τότε που ο Αδάμ είχε χύσει το πρώτο του δάκρυ, από τότε που είχε θρηνήσει για πρώτη φορά πάνω στη γη εκείνη στην οποία δεν εύρισκες πια το Θεό ανάμεσα στα πλάσματά Του.
Ολόκληρη η γη, όλο το γένος των ανθρώπων ποθούσε την ημέρα εκείνη που επιτέλους θα συναντούσε για μια ακόμη φορά το Θεό του πρόσωπο με πρόσωπο. Να λοιπόν που η μέρα εκείνη είχε φτάσει: ο Θεός έγινε άνθρωπος μέσα σε μια φάτνη στη Βηθλεέμ• ο Αιώνιος μπήκε μέσα στο χρόνο• ο Απεριχώρητος και Ατελεύτητος υπάχθηκε στους περιορισμούς της κτιστής μας κατάστασης.
Αυτός που είναι η ίδια η αγιότητα μπήκε στον κόσμο της αμαρτίας τη μέρα του βαπτίσματός Του με το να βυθιστεί στα φοβερά νερά του Ιορδάνη μέσα στα οποία οι άνθρωποι είχαν αποπλύνει τα αμαρτήματά τους• βυθίστηκε στα νερά του ποταμού σαν μέσα στα νεκρά νερά της μυθολογίας και των παραμυθιών και βγήκε φορτισμένος με τη νέκρα και τη θνητότητα των ανθρώπων τους οποίους είχε έλθει να σώσει.
Σήμερα θυμόμαστε την Υπαπαντή του Κυρίου, τη συνάντησή Του με το πρώτο πρόσωπο, εκτός από τη Μητέρα Του, το οποίο με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος Τον είχε διαισθανθεί ως Θεό. Η τραγωδία της αποστέρησης του Θεού την οποία βρίσκουμε στην Παλαιά Διαθήκη και τον ειδωλολατρικό κόσμο έχει τελειώσει• ο Κύριος είναι μαζί με το λαό Του• η πληρότητα της Θεότητας κατοικεί πάνω στη γη αυτή.
Μια νέα όμως τραγωδία αρχίζει, η πορεία του Θεανθρώπου προς το Σταυρό. Ο Χριστός γεννήθηκε στη χώρα του θανάτου και με σκοπό Του να πεθάνει. Γεννήθηκε με σκοπό Του να πεθάνει για χάρη μας. Αν προσέξατε τα αναγνώσματα της Παλαιάς Διαθήκης τα οποία διαβάζονται για τη γιορτή αυτή είναι πιθανό να καταλάβατε τους λόγους για τους οποίους θεσπίστηκε.
Στο δέκατο τρίτο κεφάλαιο της Εξόδου διαβάζουμε ότι ο Θεός ζήτησε από το Μωυσή την καθιέρωση του κάθε πρωτότοκου αγοριού, την προσφορά του παιδιού σαν μια θυσία σε μνήμη του γεγονότος ότι ο Ισραήλ σώθηκε από τη δουλεία των Αιγυπτίων μέσω του θανάτου όλων των πρωτοτόκων της Αιγύπτου.
Η παρουσίαση αυτή του κάθε πρωτότοκου βρέφους στο Ναό δε σήμαινε μια πλήρη αφιέρωση στο Θεό: τα παιδιά αυτά επέστρεφαν στη συνέχεια πίσω στην καθημερινή κοσμική ζωή. Η παρουσία σήμαινε την άφεσή τους στο θέλημα του Θεού, σήμαινε ότι ο Θεός είχε πάνω τους δικαίωμα ζωής και θανάτου και το γεγονός αυτό αναγνωριζόταν από το ότι οι γονείς πλήρωναν για το παιδί σαν λύτρα ένα αμνό η ένα ζεύγος περιστεριών.
Ο πρωτότοκος ήταν πραγματικά μια αιματηρή θυσία η οποία αναβαλλόταν από αιώνα σε αιώνα μέχρι τη μέρα που οδηγήθηκε στο ναό ο Μονογενής Γιος του Θεού που είχε γίνει Γιος της Παρθένου, ο «υιός του ανθρώπου». Και για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία η αιματηρή αυτή θυσία έγινε δεκτή από το Θεό παρά το γεγονός ότι το αντικατάστατο της θυσίας είχε προσφερθεί, αυτή τη μοναδική φορά ο Θεός Πατέρας δέχτηκε και τον ίδιο το θάνατο του Βρέφους.
Η θυσία έπρεπε να περιμένει τον καιρό της• πέρασαν κάπου τριάντα χρόνια από την παρουσίαση του βρέφους μέχρι το θάνατο του ώριμου Ιησού• η θυσία όμως είχε γίνει δεκτή και, όταν ήλθε ο καιρός, το βρέφος που είχε προσφερθεί από την Παρθένο Μαρία πέθανε στο Γολγοθά πάνω σ' ένα σταυρό.
Ενώ ο Άγιος Συμεών διακήρυττε τη λύτρωση του κόσμου από τη μακραίωνη αποξένωσή του από το Θεό έδινε ταυτόχρονα και στη Θεομήτορα τη φοβερή προειδοποίηση ότι μια ρομφαία θα διαπερνούσε και τη δική της την καρδιά, ότι η θυσία που αναστελλόταν για τη στιγμή εκείνη θα φανερωνόταν κάποια μέρα σαν θεϊκή βουλή και θα αποτελούσε ένα τραγικό μονοπάτι για το Χριστό και για εκείνη (Λκ. 2. 34, 35).
Ο Χριστός ακολούθησε πραγματικά το τραγικό αυτό μονοπάτι, το μονοπάτι της ανθρώπινης και της Θείας εγκατάλειψης, την οδό προς τον Κήπο της Γεθσημανή και το θάνατο του Γολγοθά. Ο θάνατός Του ήταν μια καταπάτηση του θανάτου εφ' όσον αναστήθηκε ζωντανός από το μνήμα. Έπειτα αναλήφθηκε με δόξα και μας έδωσε το Άγιό Του Πνεύμα και όμως ούτε και τότε δεν εξαλείφεται το σημείο του σταυρού και η τραγωδία του κόσμου δε φτάνει στο τέλος της.
Ο εγερθείς Χριστός έχει στα χέρια και στα πόδια Του τα σημάδια από τα καρφιά, στην πλευρά την ουλή από τη λόγχη και στο μέτωπό Του τα σημάδια από την κορώνα την οποία Του είχαν φορέσει κοροϊδευτικά, το στεφάνι που αντί να είναι βασιλικό είχε γίνει από αγκάθια.
Γινόμαστε κι εμείς μέτοχοι της σταυρικής αυτής οδού: ο καθένας από μας παρουσιάστηκε στην εκκλησία ύστερα από το Βάπτισμά του• τότε διαβάστηκαν προσευχές για τις μητέρες μας και για μας και η εκκλησία επικαλέστηκε τον Κύριο, τον Προστάτη των νηπίων που είχε ο ίδιος κρατηθεί στις αγκάλες του Αγ. Συμεών, ζητώντας έλεος και συμπαράσταση.
Αυτό έγινε κατ' εικόνα της παρουσίασης του Χριστού• πριν από αυτό είχαμε βαπτιστεί και το Βάπτισμα σύμφωνα με τον Απ. Παύλο (Ρωμ. 6. 3 11) και την πίστη της Εκκλησίας είναι μια καταβύθιση στο θάνατο του Χριστού ώστε να τον κάνει δικό μας θάνατο, με τον ίδιο τρόπο που η Ανάστασή Του γίνεται δική μας ανάσταση.
Εμείς λοιπόν που έχουμε πεθάνει με το θάνατο του Χριστού και εγερθεί με την Ανάστασή Του οδηγούμαστε στο ναό όπως είχε οδηγηθεί κι Εκείνος, αιώνιοι και εν τούτοις υποκείμενοι στην τραγωδία του χρόνου, ζωντανοί αλλά προορισμένοι για το θάνατο. Ο Χριστός ήταν ζωντανός στην αιώνια θεότητά Του και την αθάνατη ανθρώπινη σάρκα Του, όμως δέχτηκε το θάνατο της σάρκας Του για να κοινωνήσει σε όλα με τη δική μας αμαρτωλή σάρκα. Με παρόμοιο τρόπο ύστερα από τη συνανάστασή μας μαζί Του ο Χριστός μας αποστέλλει – όπως προηγουμένως ο Πατέρας είχε στείλει Εκείνον – στη σφαίρα της αμαρτίας για να σηκώσουμε στα σώματα, τις ψυχές και ολόκληρη την ύπαρξή μας το σταυρό του κόσμου ο οποίος έχει πέσει και εξαγοραστεί αλλά που δεν έχει απολυτρωθεί ακόμα.
Σύμφωνα με τα λόγια του Απ. Παύλου καλούμαστε να ανταναπληρώσουμε στα σώματά μας τα υστερήματα των θλίψεων του Χριστού (Κολ. 1. 24) – κι επειδή είμαστε το Σώμα του Χριστού, επειδή είμαστε ένα μαζί Του, η τραγωδία την οποία ο ερχομός Του απάλειψε από την Παλαιά Διαθήκη και τον κόσμο της αρχαιότητας και η οποία έγινε κατόπιν η δική Του τραγωδία συνεχίζεται μέσα σ' εμάς σε όλους τους αιώνες.
Ο Πατριάρχης Αλέξιος (1877 1970. Έγινε Πατριάρχης Μόσχας το 1945) είχε πει μια φορά ότι η Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού το οποίο, ενώ συνεχώς οι άνθρωποι απορρίπτουν, σταυρώνεται κατά τη διάρκεια των αιώνων για τη σωτηρία του κόσμου. Αυτός είναι ο δρόμος της Εκκλησίας, αυτός είναι ο δικός μας ο δρόμος, αυτό είναι το μήνυμα το οποίο μας φέρνει η ένδοξη μα τρομακτική αυτή γιορτή της Υπαπαντής του Κυρίου από το δίκαιο Συμεών.
Πλησιάζουμε στις εβδομάδες εκείνες οι οποίες μας προπαρασκευάζουν για την Τεσσαρακοστή, την Αγία Εβδομάδα και την Ανάσταση• είμαστε ήδη κοινωνοί του Θανάτου και της Ανάστασης του Χριστού και όμως οφείλουμε ξανά και ξανά να ακολουθήσουμε το μονοπάτι• αυτό της ζωής του Χριστού και της Εκκλησίας και να το κάνουμε τρόπο ζωής μας πάντοτε, έξω από την Εκκλησία, όπου και αν συμβεί να βρεθούμε: είμαστε το σταυρωμένο Σώμα του Χριστού το οποίο προσφέρεται από το Θεό, το οποίο πέρα κι απ' αυτό, καθ' ομοίωση του Χριστού, προσφέρει το ίδιο τον εαυτό του για τη σωτηρία του κόσμου.

Από το βιβλίο «Ημέρα Κυρίου», εκδ. Ακρίτας.

Saturday, 11 January 2014

Αμαρτίες σαν πέτρες και χαλικάκια...


Κάποτε, επισκέφτηκαν τον Άγιο Αλέξιο (έναν Ρώσο δια Χριστόν σαλό της επαρχίας Βορονέζ) δύο γυναίκες. 
Η πρώτη βασανιζόταν από την συνείδησή της, καθώς είχε διαπράξει ένα φοβερό αμάρτημα, ενώ η άλλη δεν έκανε τίποτα άλλο απ' το να κλαψουρίζει:
"Είμαι αμαρτωλή, όπως όλος ο κόσμος. Όπως ξέρετε πάτερ μου, είναι αδύνατον να ζει κανείς χωρίς ν' αμαρτάνει".

Έδειξε με συγκεκριμένο τρόπο και στις δύο τι σήμαιναν τα λεγόμενά τους, και τις έστειλε σ' ένα χωράφι. 
Σ' εκείνη που είχε διαπράξει το μοναδικό αμάρτημα που τη συνέτριβε, ζήτησε να πάει να ψάξει την πιο βαριά πέτρα που μπορούσε να σηκώσει και να του τη φέρει. Στην άλλη έδωσε την εντολή να μαζέψει στην ποδιά της όσα περισσότερα χαλίκια μπορούσε. 
Όταν οι δύο γυναίκες γύρισαν πίσω, τους ζήτησε να ξαναπάνε και να αφήσουν τις πέτρες στο ίδιο ακριβώς μέρος απ' όπου τις είχαν πάρει. 
Η πρώτη πήγε κατευθείαν στο χώρο που είχε μαζέψει την πέτρα, της οποίας το αποτύπωμα ήταν ακόμα ορατό στο έδαφος, και την ξανάβαλε στη θέση της. 
Η δεύτερη όμως, περιπλανιόταν χωρίς να μπορεί θυμηθεί που είχε βρει όλα εκείνα τα χαλικάκια... 
Μ΄αυτόν τον τρόπο, απέδειξε εκείνος ο δια Χριστόν σαλός ότι δεν πρέπει να μεταχειριζόμαστε με περιφρόνηση και υπεροψία κάτι που μοιάζει ασήμαντο, αλλά από το οποίο καμιά δύναμη στον κόσμο δεν μπορεί να μας απαλλάξει! 
Οφείλουμε να στοχαστούμε πάνω σ' αυτά: Αν πραγματικά δεν δίνουμε σημασία στις μικρές αμαρτίες, δεν μπορούμε να τις καθαρίσουμε ή και αν η συνήθεια αγκιστρωθεί στην αδιαφορία για τα μικρά σφάλματα, τότε η αμέλεια γίνεται η δεύτερη φύση μας και αρχίζουμε ν' αμαρτάνουμε ολοένα και περισσότερο, αρχίζουμε δηλαδή σταδιακά να παραμορφωνόμαστε και να καταστρέφουμε, ν' αφανίζουμε, να βεβηλώνουμε την εικόνα του Θεού μέσα μας. 

Από το βιβλίο "Το μυστήριο της ίασης" του Μητροπολίτη Άντονι Μπλούμ

Friday, 3 January 2014

Η βάπτιση του Ιησού Χριστού.(Μητροπολίτου Σουρόζ Αντωνίου Μπλούμ)

 
Μητροπολίτου Σουρόζ Αντωνίου Μπλούμ (1914 -2003)


Πιστεύουμε, διαβεβαιώνουμε και γνωρίζουμε βιωματικά, ότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ως άνθρωπος ήταν αναμάρτητος, και ως Θεός τέλειος σε όλα. Ποιοί λόγοι λοιπόν τον οδήγησαν στη βάπτιση; Ποιό θα μπορούσε να είναι το νόημα μιας τέτοιας πράξης; Το Ευαγγέλιο δεν δίνει σχετική εξήγηση, όμως εμείς έχουμε το δικαίωμα να θέσουμε το ερώτημα, το δικαίωμα να μείνουμε σαστισμένοι, το δικαίωμα να στοχαζόμαστε βαθιά για τη σημασία της βάπτισης.
Κάποτε, όταν ήμουν νέος, έθεσα το συγκεκριμένο ερώτημα σε έναν ηλικιωμένο ιερέα, ο οποίος μου αποκρίθηκε: «Ξέρεις, νομίζω ότι όταν οι άνθρωποι έρχονταν στον Ιωάννη, και εξομολογούνταν τις αμαρτίες τους, τα ψεύδη τους, τις πνευματικές και σαρκικές ακαθαρσίες τους, καθαρίζονταν κατά κάποιο τρόπο συμβολικά στα ύδατα του Ιορδάνη. Και τα νερά του ποταμού, όντας καθαρά, όπως ολα τα τρεχούμενα νερά, βαθμιαία ρυπαίνονταν, όπως συμβαίνει με τα νεκρά (στάσιμα) ύδατα, που έχουν χάσει κάθε ζωντάνια και δεν μπορούν να μεταδώσουν παρά μόνο το θάνατο. Τούτα τα νερά γεμάτα με τις ακαθαρσίες, τα ψεύδη, τις αμαρτίες, τον ανθρώπινο αθεϊσμο, σιγά-σιγά πέθαιναν, έχοντας την ικανότητα μόνο να σκοτώνουν. Και να που ο Χριστός καταδύεται στα ύδατα, γιατί ήθελε όχι μόνο να γίνει τέλειος σε όλα, αλλά ως άνθρωπος τέλειος ν’ αναλάβει όλη τη φρίκη, όλο το φορτίο της ανθρώπινης αμαρτίας. Βυθίστηκε σε αυτά τα νεκρά ύδατα, που Του μετέδωσαν τον θάνατο, την θνητότητα, που ήταν ιδιότητα όσων είχαν αμαρτήσει και ήταν φορείς της θνητότητας και του θανάτου, δηλαδή των οψωνίων της αμαρτίας (Ρωμ. 6,23), της τιμωρίας για την αμαρτία.
Είναι η στιγμή που ο Χριστός ενώνεται με τις συνέπειες της αμαρτίας, συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του θανάτου - ούτε κατ’ ελάχιστο με την αμαρτία καθεαυτή. Ο θάνατος όμως, συγκεκριμένα, δεν έχει τίποτα κοινό με Αυτόν, καθώς όπως γράφει ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, δεν είναι δυνατόν μία ανθρώπινη ύπαρξη καθ’ ολοκληρίαν περιχωρημένη από τη θεότητα να είναι θνητή. Ένας λειτουργικός ύμνος που ακούμε κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας εκφράζει τούτη την αλήθεια ως εξής: «Υπό γην εκρύβης, ώσπερ ήλιος νυν…η ζωή πως θνήσκεις;…». Είναι η αιώνια ζωή, το φως, που τα δικά μας σκοτάδια το σβήνουν, και τελικά υφίσταται τον δικό μας θάνατο. Γι’ αυτό τον λόγο και λέγει στον Ιωάννη τον Βαπτιστή: μην επιμένεις, μην μ’ αποτρέπεις να μπω σε τούτα τα νερά, πρέπει και οι δυο μας να εκπληρώσουμε κάθε δικαιοσύνη, δηλαδή ο,τι είναι δίκαιο και ορθό, ο,τι πρέπει να γίνει για τη σωτηρία του κόσμου, και οφείλουμε να το πραγματώσουμε εδώ και τώρα.
Τότε όμως γιατί έφτασε στα νερά του βαπτίσματος στην ηλικία των τριάντα ετών, και όχι νωρίτερα η αργότερα; Καλούμαστε να σκεφτούμε βαθύτερα τη σημασία αυτού του γεγονότος.
Με την ενανθρώπηση του Λόγου στους κόλπους της Παρθένου, ο Θεός πραγματώνει εντελώς μονομερώς ένα έργο στα πλαίσια της θείας σοφίας και αγάπης. Η σωματικότητα, η έμψυχη ζωή, η ανθρωπότητα του γεννημένου Χριστού ήταν δανεισμένα, κατά κάποιο τρόπο, από τον Θεό δίχως να συμμετέχει ο άνθρωπος. Από την πλευρά της η Θεομήτωρ, είχε δώσει τη συγκατάθεσή της: «Ιδού η δούλη Κυρίου˙ ας γίνει ο,τι αναφέρουν τα λόγια σου» (Λουκ. 1,38). Το παιδί γεννήθηκε, έγινε άνθωπος με την πλήρη έννοια του όρου, δηλαδή είχε τον έλεγχο του εαυτού Του, με το δικαίωμα να επιλέγει ανάμεσα στο καλό και το κακό, τον Θεό και την άρνηση του Θεού. Και σε όλη τη διάρκεια της ζωής Του - νηπιότητα, εφηβεία, ενήλικος βίος - ανοίγεται προς τον Θεό προσφέροντας καθ’ ολοκληρίαν τον εαυτό Του. Με την ανθρώπινη φύση Του και χάρη στην πίστη και τη θυσία της Θεομήτορος, ανέλαβε ως άνθρωπος όλα όσα του είχε αναθέσει ο Θεός. Σαρκώθηκε για ν’ αναλάβει ως άνθρωπος όλα όσα είχε αναλάβει ο Θεός, όταν κατά την προαιώνιο Βουλή Του είχε αποφασίσει να δημιουργήσει τον άνθρωπο και να επωμιστεί, μετά την προπατορική πτώση, τις συνέπειες της δημιουργίας, καθώς και της φοβερής δωρεάς της ελευθερίας που προσφέρθηκε στον άνθρωπο. Στη σλαβονική μετάφραση της προφητείας του Ησαΐα (7,16), τίθεται το ζήτημα του Χριστού, τούτου του αγέννητου παιδιού, το οποίο, πριν να διακρίνει το αγαθό από το κακό, θα επέλεγε το αγαθό, ακριβώς επειδή είναι τέλειο κατά την ανθρώπινη φύση.
Να γιατί τούτος ο άνθρωπος Ιησούς Χριστός, προκόπτοντας μέχρις ότου η ανθρώπινη φύση Του φτάσει στην τελείωσή της, αναλαμβάνει πλήρως όσα ο Θεός και η πίστη της παναχράντου Θεοτόκου και Θεομήτορος Του εμπιστεύθηκε. Με την κατάδυσή Του στα νεκρά νερά του Ιορδάνη, έμοιαζε με το καθαρό λινάρι που το βυθίζουν μέσα στη χρωστική ουσία. Εκείνος που ήταν πιο λευκός κι από το χιόνι, αναδύεται τελικά από το νερό, όπως αναφέρει και ο προφήτης Ησαΐας, με ιμάτιο κατακόκκινο από το αίμα, με ένδυμα θανάτου, το ένδυμα που κλήθηκε να φορέσει.
Να λοιπόν ποια μηνύματα στέλνει η Βάπτιση του Κυρίου. Οφείλουμε να κατανοήσουμε ποια μεγαλόπρεπη ενέργεια περικλείει, ποια πράξη αγάπης θέτει ενώπιόν μας. Και μπροστά μας τίθεται διαρκώς ένα επίμονο ερώτημα: ποια θα είναι η απάντησή μας;

Monday, 15 July 2013

Μητροπολίτης Αντώνιος του Σουρόζ-«Η γαρ δύναμίς μου εν ασθενεία τελειούται»

 
Θυμάστε ασφαλώς αυτό που λέει ο Απ. Παύλος στη δεύτερη επιστολή του στους Κορινθίους (12:9): «η δύναμίς μου εν ασθένεια τελειούται». Η ασθένεια «εδώ δεν είναι η αδυναμία που δείχνουμε όταν αμαρτάνουμε και ξεχνάμε το Θεό. Αλλά είναι η συναίσθηση της αδυ­ναμίας μας που μας κάνει να παραδίνουμε τον εαυτό μας ολοκληρωτικά και ειλικρινά στα χέρια του Θεού. Ε­μείς όμως προσπαθούμε να είμαστε δυνατοί και εμποδί­ζουμε το Θεό να φανερώσει τη δύναμη Του.
Σίγουρα θα θυμάστε πως διδαχτήκατε να γράφετε ό­ταν είσαστε μικροί. Η μητέρα σας πήρε ένα μολύβι και το έβαλε ανάμεσα στα δάχτυλα σας. Πήρε έπειτα το χέρι σας μέσα στο δικό της και άρχισε να το μετακινεί πάνω στο χαρτί. Επειδή δεν ξέρατε καθόλου τι επρόκειτο να κάνει, αφήνατε το χέρι σας εντελώς ελεύθερο μέσα στο δικό της. Ακριβώς αυτό εννοώ όταν λέω πως η δύναμη του Θεού φανερώνεται μέσα στην αδυναμία μας.
Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με τη βάρκα με πανιά. Τα πανιά είναι ευαίσθητα στον αέρα και τα χρησιμο­ποιούν για να κινήσουν τη βάρκα, ακριβώς γιατί είναι ευαίσθητα και παρασύρονται εύκολα. Αν, αντί για πανιά, εσείς βάλετε μια γερή σανίδα, δεν θα κάνετε τίποτε, η βάρκα δεν πρόκειται να κινηθεί. Είναι το λεπτό και ευαί­σθητο πανί που δέχεται τον αέρα και κινεί τη βάρκα.
Κάτι ανάλογο συμβαίνει με ένα σιδερένιο και ένα χειρουργικό γάντι.
Πόσο γερό και δυνατό είναι το σιδερένιο γάντι! Και πόσο λεπτό και μαλακό είναι ένα χειρουργικό, που όμως σε επιδέξια χέρια μπορεί να κάνει θαύματα ακριβώς ε­πειδή είναι τόσο λεπτό καί ευαίσθητο!
Έτσι, λοιπόν, ε­κείνο που ο Θεός συνέχεια προσπαθεί να μας διδάξει είναι να αντικαταστήσουμε την υποτυπώδη ή ελάχιστη δύ­ναμη, που νομίζουμε πως έχουμε και μας δημιουργεί πνευματική σύγχυση, με την πλήρη παράδοση, την εγκα­τάλειψη στα χέρια του Θεού.
Θα σας πω ένα παράδειγμα πάνω σ” αυτό.
Πριν από είκοσι πέντε χρόνια ένας φίλος μου σκοτώ­θηκε στις μάχες για την απελευθέρωση του Παρισιού. Είχε δυο παιδιά, τα όποια δεν με πολυαγαπούσαν. Ζή­λευαν επειδή με συνέδεε τόση φιλία με τον πατέρα τους.
Όταν όμως εκείνος πέθανε στράφηκαν και οι δύο προς έμενα, ακριβώς γιατί ήμουνα ο φίλος του πατέρα τους.
Μια μέρα, το ένα από τα παιδιά, ένα δεκαπεντάχρονο κορίτσι, ήρθε να με δει στο ιατρείο μου, (ήμουνα γιατρός πριν γίνω ιερέας).
Πρόσεξε ότι πάνω στο γρα­φείο μου, εκτός από τα ιατρικά εργαλεία, είχα και ένα Ευαγγέλιο.
Με όλη τη σιγουριά της νεαρής ηλικίας της μου είπε:
«Δεν μπορώ να καταλάβω, πώς ένας άνθρωπος, που υποτίθεται ότι είναι μορφωμένος, μπορεί να πιστεύ­ει σε τέτοια ανόητα πράγματα».
Τότε τη ρώτησα: «Εσύ το διάβασες αυτό το βιβλίο;»
«Όχι» μου απάντησε.
«Μην ξεχνάς», της είπα «πως μόνο οι ανόητοι άνθρωποι κρίνουν πράγματα που δεν τα ξέρουν».
Ύστερα από αυ­τή την κουβέντα μας διάβασε το Ευαγγέλιο και ενδια­φέρθηκε τόσο πολύ ώστε άλλαξε όλη της η ζωή. Άρχισε να προσεύχεται και ο Θεός της χάρισε την εμπειρία της Παρουσίας Του, και μ” αυτή έζησε για αρκετό καιρό. Αργότερα αρρώστησε από μια αθεράπευτη αρρώστια και μου έγραψε ένα γράμμα, όταν είχα γίνει πια ιερέας και βρισκόμουνα στην Αγγλία. Έγραφε λοιπόν:
«από τότε που το σώμα μου άρχισε να αδυνατίζει και νά εξασθενί­ζει μέχρι θανάτου, το πνεύμα μου ζωντάνεψε, έγινε ζω­ηρότερο απ” ό,τι ήταν πριν και νιώθω τη θεία Παρουσία πολύ εύκολα και πολύ χαρούμενα».
Της απάντησα: «Μην περιμένεις αυτό να διαρκέσει πάρα πολύ. Όταν οι δυνά­μεις σου σε εγκαταλείψουν ακόμα περισσότερο, δεν θά μπορείς εύκολα να στραφείς προς το Θεό και θα νομί­σεις πως δεν μπορείς πια να Τον προσεγγίσεις».
Ύστε­ρα από λίγο καιρό μου ξανάγραψε: «Ναι, τώρα έχω αδυ­νατίσει τόσο, ώστε δεν μπορώ να κάνω την προσπάθεια να κινηθώ προς το Θεό. Δεν μπορώ ακόμη και να Τον α­ναζητήσω ενεργά και ο Θεός, νομίζω, έχει απομακρυν­θεί».
Της απάντησα: «Τώρα κάνε κάτι άλλο. Προσπάθησε να μάθεις την ταπείνωση. Την ταπείνωση με τη βαθιά, πραγματική έννοια της λέξης».
Η λέξη ταπείνωση (humility) στην Αγγλική γλώσσα προέρχεται από τη Λατινική λέξη «humus» που θα πει εύ­φορη γή.
Για μένα, ταπείνωση δεν είναι αυτό που, συνή­θως, εννοούμε σήμερα: δηλαδή ο αφελής τρόπος με τον οποίο φανταζόμαστε ότι είμαστε οι χειρότεροι όλων και προσπαθούμε να πείσουμε τους άλλους ότι, αυτοί οι α­φύσικοι τρόποι συμπεριφοράς μας, μαρτυρούν πως ξέ­ρουμε τον εαυτό μας και αυτό που είμαστε.
Για μένα, ταπείνωση είναι να είμαστε όπως η γή, το χώμα που πατά­με.
Η γή βρίσκεται πάντα, στη θέση της και είμαστε σί­γουροι γι’ αυτό, το παίρνουμε σαν δεδομένο. Δεν την υ­πολογίζουμε, την πατάμε όλοι μας, ρίχνουμε πάνω της ό­λα τα άχρηστα, τα σκουπίδια. Η γή βρίσκεται πάντα εκεί, σιωπηλή, δέχεται αδιαμαρτύρητα κάθε τι που πετάμε. Και κατά κάποιο θαυμαστό τρόπο, αναδημιουργεί τα σκουπί­δια και κάνει από τα άχρηστα ένα καινούργιο πλούτο πα­ρά την αποσύνθεση τους.
Μεταμορφώνει την ίδια την α­ποσύνθεση σε δύναμη ζωής, δίνει νέες δυνατότητες δημιουργίας. Είναι εκτεθειμένη στο λαμπρό ήλιο και στη βροχή· έτοιμη να δεχτεί κάθε σπόρο που θα σπείρουμε και ικανή να ανταποδώσει τριακονταπλάσια, εξηκονταπλάσια ή και εκατονταπλάσια από κάθε σπόρο που δέχεται. Είπα, λοιπόν, στην κοπέλλα αυτή: «Μάθε να είσαι έτσι μπροστά στο Θεό: εγκαταλειμμένη, παραδομένη, έτοιμη να δεχτείς το καθετί από τους ανθρώπους, το καθετί από το Θεό». Και στ” αλήθεια αυτή η κοπέλλα, υπέφερε πά­ρα πολλά, από τους ανθρώπους. Μέσα σε έξι μήνες ο σύ­ζυγος της κουράστηκε να έχει μια σύζυγο που να αργο­πεθαίνει και την εγκατέλειψε. Έτσι το άχρηστο πετά­χτηκε χωρίς τύψεις…. Αλλά τότε ο Θεός ανέτειλε τον ή­λιο Του και χάρισε τη βροχή Του, γιατί μετά από λίγο καιρό μου έγραψε: «Πλησιάζω στο τέλος. Δεν μπορώ πια νά κινηθώ προς το Θεό, αλλά τώρα είναι Έκείνος που έρχεται σε μένα».
Αυτή δεν είναι μόνο μια ιστορία για να διευκρινίσω ό­σα έχω πει, αλλά είναι αυτό ακριβώς το θέμα μας: αυτή είναι η αδυναμία στην όποια ο Θεός φανερώνει τη δύνα­μη Του. Αυτή είναι η κατάσταση μέσα στην οποία η α­πουσία του Θεού μπορεί να μετατραπεί σε Παρουσία Του.
Δεν μπορούμε να αιχμαλωτίσουμε το Θεό. Αλλά όταν σταθούμε σαν τον Τελώνη ή σαν την κοπέλλα αυτή, πέρα από την περιοχή του «δικαίου» στην πραγματικότητα της ευσπλαχνίας και του ελέους, θα μπορέσουμε να συναντήσουμε το Θεό….
 
 
1.Αρχιεπίσκοπος Anthony Bloom, «Μάθε να προσεύχεσαι», εκδ. «Η Έλαφος» σ.38-42

Monday, 6 May 2013

Πάσχα - Αντώνιος (Μπλουμ) Μητροπολίτης Σουρόζ

 
„Μέσα από αυτό το κήρυγμα άλλαξαν οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Ο καθένας έγινε πολύτιμος στα μάτια κάποιου άλλου. Ο κόσμος έγινε πιο πλατύς  και πιο βαθύς. Άνοιξαν τα όρια της γης και η γη ενώθηκε με τον ουρανό και τώρα, εμείς – οι χριστιανοί – είμαστε, όπως το είπε ένας δυτικός θεολόγος, εκείνοι οι άνθρωποι, στα χέρια των οποίων ο Θεός, μέσα από το Χριστό, έδωσε άλλους ανθρώπους, για να πιστέψουν στον εαυτό τους – επειδή ο Θεός πιστεύει σε μας – για να μπορέσουν να ελπίζουν τα πάντα, επειδή ο Θεός ελπίζει σε μας. Για να μπορέσουν να κρατήσουν τη πίστη μας μέσα από δοκιμασίες, μίσος, φρίκη και δίωξη: τη νίκη η οποία έχει ήδη νικήσει στον κόσμο, την πίστη στο Χριστό, τον σταυρωμένο και αναστημένο.“ – από μια ομιλία του Μητροπολίτη Αντωνίου Σούσοζ (Μπλούμ) για το Πάσχα
Ο Χριστός πέθανε, μα και αναστήθηκε. Κάθεται τώρα στα δεξιά του Πατρός και μεσιτεύει με τις παρακλήσες Του για μας.  Τί, λοιπόν, μπορεί να μας χωρίσει από την αγάπη του Χριστού? Μήπως τα παθήματα, οι στενοχώριες, οι διωγμοί, η πείνα, η γύμνια, οι κίνδυνοι ή ο μαρτυρικός θάνατος? Συμφωνα με τη Γραφή: „Για σένα πεθαίνουμε όλη τη μέρα. Μας μεταχειρίζονται σαν πρόβατα που τα πάνε για σφαγή“ (Πς. 45,25). Εμείς, όμως, βγαίνουμε νικητές μέσα από όλες αυτές τις δυσκολίες με τη βοήθεια του Χριστού, ο οποίος μας αγάπησε. Κι είμαι πραγματικά βέβαιος πως ούτε θάνατος ούτε ζωή, ούτε άγγελοι ούτε άλλες ουράνιες δυνάμεις, ούτε παρόντα, ούτε μέλλοντα, ούτε κάτι άλλο, είτε στον ουρανό είτε στον άδη, ούτε κανένα άλλο δημιούργημα θα μπορέσουν ποτέ να μας χωρίσουν από την αγάπη του Θεού για μας, όπως αυτή φανερώθηκε στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, του Κυρίου μας.
Αναστημένος από τον τάφο, ο Χριστός, όταν παρουσιάστηκε μπροστά στους μαθητές και στις μυροφόρες, τους καλωσόρισε πρώτα με τις λέξεις: „Χαίρετε!“. Και κατόπιν, όταν  εμφανίστηκε μπροστά στους αποστόλους, τα πρώτα λόγια Του ήταν: „Ειρήνη σε σας!“. Ειρήνη, γιατί οι απόστολοι ήταν βαθιά ταραγμένοι: Ο Κύριος πέθανε. Φάνηκε, ότι έιχε χαθεί κάθε ελπίδα για τη νίκη του Θεού πάνω στην ανθρώπινη κακία, για την νίκη του καλού πάνω στο κακό. Φάνηκε ότι  η ίδια η ζωή έχει πεθάνει και το φώς σκοτείνιασε.
Το μόνο που απέμεινε στους μαθητές, οι οποίοι πίστεψαν στο Χριστό, στη ζωή, στην αγάπη, ήταν το να συνεχίζουν να υπάρχουν. Να ζούν δεν μπορούσαν πια. Αφού ήξεραν τη γεύση της αιώνιας ζωής, τώρα δεν τους απέμεινε τίποτα πια παρά να πεθαίνουν αργά και να περιμένουν τον θάνατο και την καταδίωξη από τους εθρούς του Χριστού. „Ειρήνη σε σας“ – τους χαιρέτισε ο Χριστός. Αναστήθηκα. Είμαι ζωντανός! Είμαι μαζί σας και τίποτα δεν θα μας χωρίσει πια και δεν μπορεί να πάρει από σας την αιώνια ζώη και τη νίκη του Θεού! Αφού τους είχε βεβαιώσει, ότι έιχε αναστηθεί σωματικά, τους ξανάδωσε ειρήνη και μια καινούργια σιγουριά και πεποίθηση στην πίστη τους που κανείς δεν  μπορούσε πια να την καταστρέψει. Ο Χριστός τους είπε κάτι που μπορεί να φανεί για πολλόυς σήμερα τρομερό και απειλητικό: Όπως ο Πατέρας έστειλε Εμένα, στέλνω και Εγώ εσάς. Λίγες ώρες μετά το θάνατό Του στο σταυρό, λίγες μέρες μετά την φρικτή νύχτα στον κήπο της Γεθσημανής, μετά την προδοσία του Ιούδα, αφού τον Σωτήρα είχαν πιάσει οι εθροί, Τον είχαν καταδικάσει, άδικα, σε θάνατο, τον είχαν οδηγήσει έξω από την πόλη, όπου πέθανε στο σταυρό, αυτά τα λόγια ακούστηκαν απειλητικά. Και μόνο η πίστη, μονο η πεποίθηση της νίκης, ότι ο Χριστός αναστήθηκε, ότι ο Θεός νίκησε και ότι η Εκκλησία έγινε μια ανίκητη δύναμη, μετέτρεψαν αυτά τα λόγια σε λόγια της ελπίδας και υποστήριξης στην ζωή τους.
Και οι μαθητές βγήκαν να να κηρύξουν. Και κανείς δεν μπόρεσε να τους σταματήσει. Δώδεκα άτομα εναντίον της Ρωμαϊκής  Αυτοκρατορίας. Δώδεκα ανυπεράσπιστα άτομα, χωρίς δικαιώματα, βγήκαν με ενα πολύ απλό κήρυγμα, ότι στον κόσμο μπήκε η αγάπη του Θεού, ότι οι ίδιοι είναι πρόθυμοι να δώσουν τη ζωή τους χάρη σ΄εκείνη την αγάπη, για να μπορέσουν άλλοι να πιστέψουν, για να μπορέσουν άλλοι να αναβιώσουν, για να αρχίσει για άλλους μια καινούργια ζωή μέσα από το θάνατό τους. „Μου φαίνεται πως ο Θεός σ΄εμάς, τους αποστόλους έδωσε την ελεεινότερη θέση, σαν να είμαστε καταδικασμένοι να πεθάνουμε στην αρένα. Γιατί γίναμε θέαμα για τον κόσμο, για αγγέλους και για ανθρώπους. Εμείς παρουσιαζόμαστε μωροί χάρη στο Χριστό, ενώ εσείς είστε σοφοί χάρη στο Χριστό. Εμείς είμαστε αδύναμοι, ενω εσείς είστε δυνατοί. Εμείς είμαστε περιφρονημένοι, ενώ εσείς είστε τιμημένοι! Ως αυτή την ώρα πεινάμε, διψάμε, γυρνάμε με κουρέλια, ξυλοδαρμένοι, από τόπο σε τόπο χωρίς σπίτι, και μοχθούμε να ζήσουμε δουλεύοντας με τα ίδια μας τα χέρια. Στους εμπαιγμούς απαντάμε με καλά λόγια, στους διωγμούς με υπομονή, στις συκοφαντίες με λόγια φιλικά. Καταντήσαμε σαν τα σκουπίδια όλου του κόσμου. Ως αυτήν την ώρα θεωρούμαστε τα αποβράσματα της κοινωνίας (Κορ.Α 4,9-15).
Και πώς πέθαναν οι απόστολοι! Όλοι, εκτός από τον Ιωάννη το Θεολόγο, πέθαναν με μαρτυρικό θάνατο. Ύπόφεραν θάνατο, διωγμούς, πάθη και σταυρό. „Κανένα πρόσκομα δε φέρνουμε σε κανένα, για να μήν δυσφημιστεί το έργο μας. Αντίθετα, με κάθε τρόπο συστήνουμε τον εαυτό μας  ως υπηρέτες του Θεού: με τη μεγάλη υπομονή μας, με τις θλίψεις, με τις δυσχέρειες, τις στενοχώριες, τις κακοποιήσεις, τις φυλακίσεις, τις εναντίον μας εξεγέρσεις, τις ταλαιπωρίες, τις αγρυπνίες, την πείνα. Συστήνουμε τον εαυτό μας με την εντιμότητα, την γνώση της αλήθειας, την ανεκτικότητα, την καλοσύνη, την φώτιση του Αγίου Πνεύματος, την ανυπόκριτη αγάπη με το κύρηγμα για την αλήθεια, με την δύναμη του Θεού, με τα όπλα της σωτηρίας, τα επιθετικά και τα αμυντικά. Δοκιμάζουμε δόξα και ατίμωση, δυσφήμιση και έπαινο. Μας θεωρούν λαοπλάνους, και όμως λέμε την αλήθεια. Μας αγνοούν και όμως γινόμαστε γνωστοί. Φτάνουμε στο θάνατο, και όσο ζούμε μας βασανίζουν, αλλά δεν πεθαίνουμε. Μας προξενούν στενοχώριες κι όμως πάντοτε χαιρόμαστε. Είμαστε φτωχοί, κάνουμε όμως πολλούς να πλουτίσουν. Τίποτε δεν έχουμε και τα πάντα κατέχουμε. Σας μιλήσαμε με ειλικρίνεια, Κορίνθιοι. Σας ανοίξαμε διάπλατα την καρδιά μας. Δεν σας κλείσαμε την καρδιά μας, εσείς κλείσατε τη δική σας. Σας μιλάω σαν παιδιά μου. Κάνετε κι εσείς το ίδιο με μας! Ανοίξτε και εσείς διάπλατα τις καρδιές σας. Μην κάνετε αταίριαστους δεσμούς με απίστους. Γιατί ποια σχέση μπορεί να έχει η δικαιοσύνη με την ανομία ή τι κοινό υπάρχει ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι? “ (Κορ. Β 6,3-14) Μα η πίστη θριάμβευσε:  η πίστη στον Χριστό, τον Θεό ενσαρκωμένο, η πίστη στο Χριστό σταυρωμένο και αναστημένο, η πίστη στο Χριστό που έφερε την ανίκητη αγάπη στη γη.
Μέσα από αυτό το κήρυγμα άλλαξαν οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Ο καθένας έγινε πολύτιμος στα μάτια κάποιου άλλου. Ό κόσμος έγινε πιο πλατύς  και πιο βαθύς. Άνοιξαν τα όρια της γης και η γη ενώθηκε με τον ουρανό και τώρα, εμείς – οι χριστιανοί – είμαστε, όπως το είπε ένας δυτικός θεολόγος, εκείνοι οι άνθρωποι, στα χέρια των οποίων ο Θεός, μέσα από το Χριστό, έδωσε άλλους ανθρώπους, για να πιστέψουν στον εαυτό τους – επειδή ο Θεός πιστεύει σε μας – για να μπορέσουν να ελπίζουν τα πάντα, επειδή ο Θεός ελπίζει σε μας. Για να μπορέσουν να κρατήσουν τη πίστη μας μέσα από δοκιμασίες, μίσος, φρίκη και δίωξη: τη νίκη η οποία έχει ήδη νικήσει στον κόσμο, την πίστη στο Χριστό, τον σταυρωμένο και αναστημένο.
Γι’ αυτό ας γίνουμε και εμείς αυτή η πίστη! Ας την κηρύξουμε ατρόμητα, ας την μαθαίνουμε στα παιδιά μας, ας τα κάνουμε να συμμετέχουν στα μυστήρια της Εκκλησίας, τα οποία τους ενώνουν – χωρίς να το καταλαβαίνουν τα παιδιά συνειδητά – με το Θεό και τα οδηγεί στην αιώνια ζωή.
Όλοι εμείς – νωρίς ή αργά – θα σταθούμε μπροστά στην Κρίση του Θεού, και τότε πρέπει να απαντήσουμε, αν μπορέσαμε να αγαπήσουμε με εκείνη τη αγάπη που δεν φοβάται ούτε σταυρό ούτε θυσίες, με την οποία ο Κύριος αγαπούσε όλο κον κόσμο, τους πιστούς και άπιστους, τους καλούς και κακούς. Ας μας δώσει ο Κύριος ακλόνητο θάρρος, μια δυναμική πίστη και χαρούμενη αγάπη, για να ανθίσει στη γή μας εκείνη η βασιλεία, που για χάρη της ο Θεός έγινε άνθρωπος, για να γίνουμε θεοί, για να γίνει η γη μας ουρανός, όπου ζεί και ακμάζει η αγάπη! Αμήν!

Πηγή: Bogoslov.ru

Sunday, 21 April 2013

Μαρία η Αιγυπτία- Η κλειστή πόρτα της ψυχής μας



Καθώς η πορεία μας στη Μεγάλη Τεσσαρακοστή μας οδηγεί από δόξης εις δόξαν, για να φθάσουμε βήμα βήμα να αντικρύσουμε την υπέρτατη δόξα της Εσταυρωμένης Θείας Αγάπης, της θυσιαστικής αγάπης της Αγίας Τριάδος, τιμούμε σήμερα τη μνήμη της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας.
Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία ήταν μία αμαρτωλή , μια γυναίκα της οποίας η αμαρτωλότητα ήταν γνωστή σε όλους και όχι μόνο στον Θεό∙ ίσως τη μικρότερη επίγνωση αυτής της αμαρτωλότητας να την είχε η ίδια, καθώς η αμαρτία ήταν η ζωή της. Και όμως, θέλησε κάποια μέρα να προσκυνήσει την εικόνα της Θεοτόκου σε μία εκκλησία. Το υπέρτατο κάλλος της Μητέρας του Θεού έφθασε στην καρδιά της και την άγγιξε. Όταν όμως έφθασε στην πύλη της εκκλησίας εκείνης, μια δύναμη την εμπόδιζε να διαβεί το κατώφλι. Ο Τελώνης δεν είχε εμποδιστεί να σταθεί εκεί, επειδή η καρδιά του ήταν συντετριμμένη∙ η Μαρία η Αιγυπτία δεν είχε συντετριμμένη καρδιά και η είσοδος στον Ναό ήταν απαγορευμένη γι’ αυτήν. Στεκόταν λοιπόν εκεί και ένιωθε ότι η κατάστασή της ήταν ασύμβατη με την αγιότητα της Παρουσίας του Θεού και της Θεοτόκου, που είναι ό,τι ιερότερο υπάρχει στη γη και στον ουρανό.
Η εμπειρία αυτή τη συγκλόνισε τόσο βαθιά, ώστε εγκατέλειψε όλα αυτά που ήταν ταυτισμένα με την ύπαρξή της, αποσύρθηκε στη έρημο και με μία άσκηση που τα λειτουργικά μας βιβλία χαρακτηρίζουν ως «ακραία» αγωνίστηκε να νικήσει τη σάρκα της, την ψυχή της, τις αναμνήσεις της- ό,τι ήταν αμαρτία, αλλά και καθετί που θα μπορούσε να την οδηγήσει μακριά από τον Θεό. Και ξέρουμε τώρα πόσο ένδοξη υπήρξε η ζωή της, τί άνθρωπος έγινε.
Τί μάθημα δίνει σ’ εμάς; Πόσες φορές έχει συμβεί να χτυπήσουμε και εμείς την πόρτα του Θεού με τον ίδιο τρόπο που επιχείρησε και η Μαρία να μπει στο χώρο της παρουσίας Του; Πόσες φορές προσπαθήσαμε να προσευχηθούμε , να Τον πλησιάσουμε εν σιωπή; Πόσες φορές λαχταρήσαμε τον Θεό και πόσες φορές νιώσαμε ότι ανάμεσα στην προσευχή μας και σ’ Αυτόν , ανάμεσα στην σιωπή μας και σ’ Αυτόν, ανάμεσα στη λαχτάρα μας και σ’ Αυτόν,  υπήρχε ένα εμπόδιο που δεν μπορούσαμε να υπερπηδήσουμε; Φωνάξαμε, προσευχηθήκαμε σ’ έναν άδειο ουρανό, στραφήκαμε προς τις εικόνες, κι αυτές έμειναν σιωπηλές.
Το μόνο που συναντούσαμε ήταν η απουσία του Θεού , μια απουσία τόσο τρομακτική, όχι μόνον επειδή δεν μπορούσαμε να Τον πλησιάσουμε, αλλά γιατί συνειδητοποιούσαμε ότι αν δεν Τον πλησιάσουμε , η ψυχή μας κείτεται άχρηστη, μέσα μας βασιλεύει το κενό, ένα κενό που αν συνεχιστεί, αν γίνει μόνιμη κατάστασή μας , θα σημάνει κάτι παραπάνω απ’ τον θάνατο- θα σημάνει τον απόλυτο χωρισμό.
Αλλά και πόσες φορές έχει χτυπήσει ο Θεός την πόρτα της καρδιάς μας! Θυμάστε τη φράση από την Αποκάλυψη: «᾽Ιδού, ἵσταμαι εἰς τὴν θύραν καὶ κρούω…». Πόσες φορές – με τα λόγια του ευαγγελίου, με τα γεγονότα της ψυχής μας, μ’ έναν ψίθυρο του Αγίου Πνεύματος , με όλους τους τρόπους που ο Θεός μεταχειρίζεται για να μας πλησιάσει- πόσες άραγε φορές δεν έχει χτυπήσει αυτή την θύρα και πόσες φορές εμείς δεν εξασφαλίσαμε ότι θα παραμείνει κλειστή! Ή απλώς δεν φροντίσαμε να ανοίξει, διότι ήμασταν απασχολημένοι εκείνη τη στιγμή με πράγματα σημαντικότερα για μας από τη δική Του παρουσία που ερχόταν να μας διακόψει και να μας ενοχλήσει! Και πόσες φορές αρνηθήκαμε να ανοίξουμε αυτή την πόρτα , επειδή ο ερχομός του Κυρίου θα σήμαινε το τέλος κάποιων πραγμάτων που ήταν πολύτιμα και μετρούσαν για μας… Και Εκείνος στεκόταν χτυπώντας και η πόρτα μας ήταν κλειστή στο πρόσωπό Του: ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που όλες οι πόρτες ήταν κλειστές στο πρόσωπο της Μητέρας Του και του Ιωσήφ τη νύχτα της Γεννήσεως…
… Η Μαρία η Αιγυπτία , αντιμέτωπη με την απουσία του Θεού, με την άρνησή Του να της  επιτρέψει να εισέλθει στον χώρο της Παρουσίας Του, αντιμέτωπη με μία κλειστή πόρτα μέσα της, ένιωσε ότι , αν δεν άνοιγε η πόρτα αυτή, όλα ήταν μάταια. Και αποστράφηκε καθετί που στεκόταν ανάμεσα  σ’ αυτήν και στον θεό, ανάμεσα σ’ αυτήν και στη ζωή, στην πληρότητα , στην ευφροσύνη.
Μήπως δεν είναι αυτό ένα παράδειγμα, μια κλίση, μία εικόνα του τί θα μπορούσε να είναι η ζωή του καθενός μας; Μα ίσως πούμε: «Ναι, αυτό ίσχυε για εκείνην, ήταν μία μέλλουσα αγία…». Καθένας από μας έχει προσκληθεί να επικοινωνεί με τον Θεό με τέτοιο τρόπο, ώστε ο Θεός και εμείς να μπορούμε να γινόμαστε ένα, να γινόμαστε κοινωνοί θείας φύσεως, ζωντανά μέλη, αδελφοί, αδελφές, μέλη Χριστού,  να γινόμαστε ναοί του Αγίου πνεύματος, υιοί και θυγατέρες του Ζώντος Θεού! Αυτή είναι η κλήση μας∙ μπορεί αυτό να επιτευχθεί με μόνες τις δικές μας δυνάμεις; Όχι, δεν μπορεί. Αλλά μπορεί να  το κατορθώσει ο Θεός μέσα μας μόνον αν στραφούμε σ’ Αυτόν με όλη μας τη διάνοια, όλη την καρδιά και όλη την προσδοκία μας, αποφασιστικά. Ναι, χρειάζεται αποφασιστικότητα, και λαχτάρα, παθιασμένη, απελπισμένη λαχτάρα… Και τότε… τότε όλα γίνονται δυνατά. Έχω συχνά θυμίσει ότι όταν ο απόστολος Παύλος ζήτησε από τον Θεό δύναμη για να εκπληρώσει την αποστολή του, ο Κύριος του είπε «Ἀρκεῖ σοι ἡ χάρις μου ἡ γὰρ δύναμις μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται …» ( Β΄Κορ. 12, 9 ) . Και στο τέλος της ζωής του, έχοντας εκπληρώσει την αποστολή του, ο Παύλος ,εν επιγνώσει της σημασίας των λόγων του είπε: «Πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με Χριστῷ»… Όλα λοιπόν είναι δυνατά, επειδή ο  Θεός δεν μας καλεί για περισσότερα απ’ όσα μπορεί να επιτύχει με μας και μέσα σ’ εμάς.
Είμαστε τόσο αδύναμοι! Αλλά και πόση ελπίδα και έμπνευση μπορούμε να αντλήσουμε από κάθε Άγιο, στο πρόσωπο του οποίου ξεδιπλώθηκαν και τελειώθηκαν η δόξα , η δύναμη, η νίκη , η ίδια η ζωή!
Ας εμπνευσθούμε λοιπόν για άλλη μία φορά από αυτά που ακούμε, από αυτά που αντλούμε από το  Ευαγγέλιο, τη Θεία Κοινωνία, την προσευχή, τη σιωπή και την παρουσία του Θεού. Και ας κάνουμε ένα ακόμη βήμα μπροστά προς τη θέα της αγάπης Του που θα φανερωθεί κατά τη Μεγάλη Εβδομάδα, στα τελευταία βήματα προς τον Γολγοθά, με την τελική νίκη της Σταυρωμένης Αγάπης και της Αναστάσεως. Αμήν.

Από το βιβλίο: «Στο φως της κρίσης του Θεού
ΠΟΡΕΙΑ ΑΠΌ ΤΟ ΤΡΙΩΔΙΟ ΣΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ»
Anthony Bloom
Εκδόσεις: «εν πλω»
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...