Showing posts with label ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ. Show all posts
Showing posts with label ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ. Show all posts

Monday, 5 January 2015

Η Βάπτιση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού



Οι Χριστιανικές γιορτές είναι γεγονότα, που έχουν σκοπό να καθοδηγήσουν τον άνθρωπο στο μεγάλο μυστήριο της σωτηρίας και για αυτό είναι λυτρωτικές για τον πιστό. Έτσι ο χρόνος για τον άνθρωπο, που συμμετέχει σε όλες τις γιορτές της Εκκλησίας, μεταφέρει το μήνυμα της εν Χριστώ αναγέννησης, την οποία καμία άλλη κοσμική γιορτή δεν μπορεί να προσφέρει ή να αντικαταστήσει.
Τα Θεοφάνεια ή Θεοφάνια ή γιορτή των Επιφανείων ή Αγίων Φώτων είναι μια από τις δεσποτικές γιορτές του Χριστού μας μέσα στο λειτουργικό πλαίσιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας, που γιορτάζεται στις 6 Ιανουαρίου. Είναι η τρίτη και τελευταία γιορτή του Δωδεκαημέρου (γιορτών των Χριστουγέννων). Η γιορτή αυτή είναι η αρχαιότερη μετά το Πάσχα δεσποτική γιορτή, που άρχισε κατά το 2ο αιώνα μ.Χ. και συνδέεται με την αποκάλυψη του Θεού, δηλαδή τη φανέρωση του ενός Τριαδικού Θεού στην ενανθρώπηση του Υιού του Θεού και Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Είναι η αρχή της δημόσιας φανέρωσης της ένσαρκης οικονομίας του Υιού του Θεού, που συνδέεται με τη βάπτιση Tου στον Ιορδάνη από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή και η οποία τον ανέδειξε Σωτήρα και Λυτρωτή του κάθε πιστού. Η βάπτιση του Χριστού μας κατέστη ο θεμέλιος λίθος της σύνδεσης του κάθε πιστού με το μυστήριο της βάπτισής του, με το οποίο ξαναγεννιέται και εισέρχεται στη νέα εν Χριστώ ζωή.
Στους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού η Μητρόπολη των Εορτών, τα Χριστούγεννα, και τα Θεοφάνεια γιορτάζονταν μαζί. Τον 4ο αιώνα μ.Χ., όμως, τα Χριστούγεννα χωρίστηκαν από τα Θεοφάνεια και αποτέλεσαν ιδιαίτερη Δεσποτική γιορτή, που γιορτάζεται στις 25 Δεκεμβρίου.
Η αρχή της γιορτής είναι ανάλογη με τη γιορτή των Χριστουγέννων. Στις 6 Ιανουαρίου, οι Εθνικοί της Αιγύπτου και Αραβίας γιόρταζαν το χειμερινό ηλιοστάσιο, το οποίο κατά τους αρχαίους υπολογισμούς συνέπιπτε με την 6η Ιανουαρίου. Στους ψεύτικους Θεούς των ειδωλολατρών, η Χριστιανική Εκκλησία πρόβαλε τον αληθινό Θεό, Βασιλέα Χριστό, τα αληθινά Θεοφάνεια. Επίσης, τη λατρεία του ήλιου, που νικά κατά το χειμερινό ηλιοστάσιο το σκοτάδι της νύχτας, αντικατέστησε με τη λατρεία του αληθινού ήλιου, του Χριστού, μεσσία και λυτρωτή, που κατά τον Ησαΐα ανέτειλε στο εν σκότει και σκιά θανάτου καθήμενο κόσμο. Η φωνή του Πατέρα, που ακούγεται κατά τη βάπτιση του Χριστού υποδηλώνει την ενθρόνισή Του, ως του μόνου και αληθινού Βασιλέως και Κυρίου της ανθρωπότητας. Στον Ιορδάνη ποταμό, ο Χριστός αγίασε τα ύδατα, ώστε να γίνουν, σύμφωνα και με τον Άγιο Ιωάννη Χρυσόστομο σε ομιλία του για τον Μεγάλο αγιασμό στη γιορτή των Θεοφανείων, κατά την επίκληση του Αγίου Πνεύματος και τον καθαγιασμό του ύδατος από τον ιερέα ...πηγή αφθαρσίας, αγιασμού δώρον, λυτήριo (συγχωρητικό) αμαρτημάτων, αλεξιτήριο (φάρμακο) νοσημάτων, δαίμοσιν ολέθριον (εξολοθρευτικό δαιμόνων). Στους πρώτους μάλιστα Χριστιανικούς αιώνες, την ημέρα των Θεοφανείων γινόταν και ο φωτισμός, δηλαδή το βάπτισμα των κατηχουμένων, από το οποίο η γιορτή των Θεοφανείων ονομάστηκε και γιορτή των Φώτων.
Ο ευαγγελιστής Ιωάννης, στο ευαγγέλιό του, αναφαίρει τη σχέση της Βάπτισης του Χριστού και του μυστηρίου του βαπτίσματος. Ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος μιλά, για το βάπτισμα του ύδατος, το οποίο εκείνος υπηρετούσε σύμφωνα με τη θεία εντολή, και εξηγεί, ότι ο ερχόμενος Χριστός θα το μετέτρεπε σε βάπτισμα Πνεύματος, με το οποίο θα εισέρχονταν οι άνθρωποι στη βασιλεία του Θεού: Ο Ιωάννης μαρτύρησε και είπε, ότι είδε το Πνεύμα να κατεβαίνει σαν Περιστερά από τον ουρανό και να μένει πάνω Του. Επίσης, είπε, ότι δεν τον γνώριζε, αλλά Εκείνος, που τον έστειλε του είπε, ότι σε όποιον δεις το Πνεύμα να κατεβαίνει και να μένει επάνω του, αυτός θα είναι Εκείνος, που θα βαπτίσει με Πνεύμα Άγιο. Είπε, ακόμη, ότι το είδε αυτό και το μαρτύρησε, ότι δηλαδή αυτός είναι ο Υιός του Θεού (Ιωάνν.: Α: 32-34). Αυτό, ακριβώς διαβεβαίωσε, και ο ίδιος ο Κύριος, όταν είπε στον Νικόδημο, Αμήν, αμήν σου λέγω, εάν κάποιος δεν γεννηθεί εξ ύδατος και πνεύματος δεν είναι δυνατόν να εισέλθει εις την βασιλεία του Θεού (Ιωάνν.: Γ: 4-6). Η κάθοδος, λοιπόν, του Αγίου Πνεύματος στη βάπτιση του Χριστού φανέρωσε το μυστήριο του βαπτίσματος, το οποίο επιτελεί ο Χριστός με το Άγιο Πνεύμα. Είναι το βάπτισμα, το οποίο παρέδωσε ο Χριστός στους μαθητές Του σαν βασικό στοιχείο της αποστολικής διακονίας τους στον κόσμο.
Στους δύο συνοπτικούς Ευαγγελιστές, τους Ματθαίο και Μάρκο, τονίζεται η αναγκαιότητα του μυστηρίου του βαπτίσματος, ως μέσο συμμετοχής των ανθρώπων στη σωτηρία, που προσφέρει ο Χριστός. Αυτό φαίνεται, στην εντολή του Αναστημένου Κυρίου στους μαθητές Του να κηρύξουν το Ευαγγέλιο και να βαπτίσουν τους ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Πορευθείτε λοιπόν, μαθητεύσατε όλα τα έθνη, βαπτίζοντάς τους στο Όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, διδάσκοντάς τους να τηρούν όλα όσα σας παράγγειλα ( Ματθ΄: ΚΗ: 19-20). Το ίδιο ακριβώς αναφέρει και ο Μάρκος με συντομότερο τρόπο. Πορευθείτε σε όλον τον κόσμο και κηρύξτε το Ευαγγέλιο σε ολόκληρη την κτίση. Όποιος πιστέψει και βαπτιστεί θα σωθεί (Μάρκ.: ΙΣΤ: 15-16).
Έτσι, το βάπτισμα του Ιωάννη του Βαπτιστή είναι η αφετηρία της επανασύνδεσής μας με το δημιουργό μας, που είναι και ο αρχηγός και τελειωτής της σωτηρίας μας. Το βάπτισμα του Προδρόμου ήταν βάπτισμα μετανοίας, που υποδήλωνε την επιστροφή του ανθρώπου στον Θεό και την υπακοή του στο θείο θέλημα. Ήταν ένα είδος προπαρασκευής και προετοιμασίας, που απέβλεπε στη μεσολάβηση του Θεού μέσω του Μεσσία, δηλαδή στη δικαίωση των ανθρώπων και στη δωρεά του Αγίου Πνεύματος. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στα λόγια του Χριστού προς τον Βαπτιστή Ιωάννη (Ματθ. Γ: 14-17). Όταν ο Χριστός προσήλθε στο βάπτισμα του Ιωάννη, σαν άνθρωπος αποδέχτηκε το θείο θέλημα εκ μέρους ολόκληρης της ανθρωπότητας. Και τότε η μαρτυρία του ουράνιου Πατέρα, που τον αναγνώρισε σαν τον Υιό Του τον αγαπητό και η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος σωματικά εν είδη περιστεράς σήμανε την αποδοχή του Χριστού από τον Πατέρα ως τον Μεσσία, που θα φέρει τη βασιλεία του Θεού στους ανθρώπους. Στον Εσπερινό της παραμονής των Θεοφανείων, ακούγεται το Λύτρωση έρχεται ο Χριστός να δώσει με τη βάπτιση σε όλους τους πιστούς. Γιατί με αυτήν καθαρίζει τον Αδάμ, υψώνει τον πεσμένο, ντροπιάζει τον τύραννο, που προκάλεσε την πτώση, ανοίγει τους ουρανούς, κατεβάζει το θείο Πνεύμα, και χαρίζει την αφθαρσία (Ωδή 8η). Ακόμη, σήμερα στα ρείθρα του Ιορδάνη ήρθε ο Κύριος, και λέει στον Ιωάννη: Μη δειλιάσεις να με βαπτίσεις, γιατί ήρθα να σώσω τον Αδάμ τον πρωτόπλαστο (Οίκος). Τέλος, ως άνθρωπος ήρθες Χριστέ Βασιλεύ στον ποταμό, και δουλικό βάπτισμα σπεύδεις να λάβεις από τα χέρια του Προδρόμου, για τις δικές μας αμαρτίες, φιλάνθρωπε! (Σωφρονίου Ιεροσολύμων). Ο απόστολος Παύλος αναφαίρεται, επίσης, στην επιφάνεια της δόξης του μεγάλου Θεού (Τίτ.: Β: 13), και τονίζει ότι, διά του Χριστού, επεφάνη η χάρις του Θεού η σωτήριος πάσιν ανθρώποις (Τίτ.: Β: 11). Δεν παραλείπει, ακόμη, να μιλήσει για τον Θεό, που εφανερώθη εν σαρκί (Α´ Τιμοθ.: Γ: 16). Αναμφίβολα, τόσο οι φράσεις του Αποστόλου των Εθνών, όσο και η εκκλησιαστική υμνωδία εισαγάγουν τους πιστούς στο μυστήριο της σωτηρίας και του αγιασμού. Η γιορτή των Θεοφανείων είναι προσκλητήριο ανανέωσης και επιστροφής στον Κύριο της δόξης, ο οποίος αν και ήταν Θεός ταπείνωσε τον εαυτόν του και έγινε άνθρωπος, αναμάρτητος, συγχωρητικός και ελεήμων, η οδός, η αλήθεια και η ζωή. Το βαθύτερο νόημα της γιορτής των Θεοφανείων, όμως, φανερώνεται σε εκείνους, που θα καθαρίσουν με τον αγιασμό τις αισθήσεις τους από το σκοτάδι της αμαρτωλής καθημερινότητας, για να ελευθερωθούν και σωθούν.

Κοντάκιο Θεοφανίων:Επεφάνης σήμερον τη οικουμένη
και το Φως Σου Κύριε εσημειώθη εφ΄ ημάς
εν επιγνώσει υμνούντας Σε
Ήλθες εφάνης το Φως το απρόσιτον.
Μεγαλυνάριο Θεοφανίων:
Σήμερον επέφανεν ο Σωτήρ
εν μορφή ως δούλου βαπτισθήναι
μετά σαρκός υπό Ιωάννου εν Ιορδάνου ρείθροις
ίνα βροτών εκπλύνει τα παραπτώματα.

 
Δρ Ελένη Ρωσσίδου-Κουτσού, Φιλόλογος-Βυζαντινολόγος –Εκκλησία Κύπρου
Αναφορές:
Τρεμπέλα, Π., Μικρόν Ευχολόγιον τ. Β΄ (Αθήνα, 1998)∙ Ιδίου, Δογματική, τ. 3 (Αθήνα, 2003)∙ Φουντούλη, Ι., Απαντήσεις εις Λειτουργικάς Απορίας, ττ. Α΄, Β΄, Γ΄, Δ΄, Ε΄ (Αθήνα, 1991, 1994, 1997, 2003)∙ Φουντούλη, Ι., Λογική Λατρεία (Αθήνα, 1997).

Friday, 2 January 2015

Ερμηνεία της εικόνας των Θεοφανείων



Μέχρι τόν Δ° αἰώνα, ἡ Γέννηση καί ἡ Βάπτιση τοῦ Κυρίου ἑορτάζονταν τήν ἴδια ἡμέρα. Ἡ ἑνότης τους εἶναι ἀκόμη ὁρατή στήν παρόμοια σύσταση τῶν ἀκολουθιῶν αὐτῶν τῶν δύο ἑορτῶν καί δείχνει μιά ὁρισμένη συμπλήρωση τοῦ γεγονότος τῆς Γεννήσεως σ'ἐκεῖνο τῆς Βαπτίσεως.
Στή Γέννησή του, λέγει ὁ ἅγιος Ἰερώνυμος, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἦλθε στόν κόσμο μέ κρυφό τρόπο, στήν Βάπτισή του ἐμφανίστηκε μέ φανερό τρόπο. Ἐπίσης ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: Τά Θεοφάνεια δέν εἶναι ἡ ἑορτή τῆς Γεννήσεως ἀλλά τῆς Βαπτίσεως. Πρίν ἦταν ἄγνωστη ἀπό τό λαό, μέ τή Βάπτιση, ἀποκαλύπτεται σέ ὅλους. Τό Ἅγιο Πνεῦμα ἀναπαύεται αἰώνια ἐπάνω στόν Υἱό ἐκδηλωτική δύναμη ἀποκαλύπτει τόν Υἱό στόν Πατέρα καί τόν Πατέρα στόν Υἱό καί πραγματοποιεῖ ἔτσι τή θεία γενεαλογία, εἶναι ἡ αἰώνια χαρά... ὅπου οἱ τρεῖς χαίρονται μαζί. Ἡ ἐνσάρκωση ριζώνεται στήν ἴδια πράξη γενεαλογίας ἀλλά πού καλύπτει προοδευτικά τήν ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ. Στή Γέννηση, τό Ἅγιο Πνεῦμα κατεβαίνει στήν Παρθένο καί τήν κάνει πραγματικά Θεοτόκο, Μητέρα τοῦ Θεοῦ: «τό γενώμενον ἅγιον κληθήσεται υἱός Θεοῦ» (Λουκ. 1, 35).

«Τό δέ παιδίον ηὔξανε... καί χάρις Θεοῦ ἦν ἐπ̉ αὐτό» (Λουκ. 2, 40). «Καί Ἰησοῦς προέκοπτε σοφίᾳ καί ἡλικίᾳ καί χάριτι» (Λουκ. 2, 52). Γιά νά εἶναι ἀληθινός ἄνθρωπος, ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ περνᾶ ἀπό τή φυσική καί προοδευτική ἀνάπτυξή της· ἡ χάρη τοῦ Πνεύματος τή συνοδεύει, ἀλλά δέν εἶναι ἀκόμη ἡ Ὑπόσταση τοῦ Πνεύματος πού ἀναπαύεται σ ̉ αὐτόν ὅπως αὐτή ἀναπαύεται αἰώνια στή θεότητά του. Λοιπόν, μιλώντας γιά τή Βάπτιση, ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἰεροσολύμων καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης Δαμασκηνός ἀναφέρουν τίς Πράξεις (10, 38): «Ἰησοῦν τόν ἀπό Ναζαρέτ, ὡς ἔχρισεν αὐτόν ὁ Θεός Πνεύματι Ἁγίῳ», καί ὑπογραμμίζουν στό γεγονός τό ὕψιστο σημεῖο τῆς ὡριμότητος, τήν κατακόρυφη ἐκδήλωση τῆς ἀνθρωπότητος τοῦ Κυρίου ἀπό τότε ἐντελῶς θεοποιημένη. Εἶναι ὁ Χριστός, ὁ Κεχρισμένος· τό πνεῦμα ἀποκαλύπτει τήν Ἀνθρωπότητά του στόν Πατέρα, καί ὁ Πατήρ τή δέχεται σάν τόν Υἱό του: «Καί ἰδού φωνή ἐκ τῶν οὐρανῶν λέγουσα: οὗτος ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ὧ εὐδόκησα» (Ματθ. 3, 17).
 
Τό πνεῦμα κατεβαίνει στόν σαρκωθέντα Υἱό σάν ἡ πνοή υἱοθεσίας κατά τήν ἴδια στιγμή ὅπου ὁ Πατήρ λέγει: «ἐγώ σήμερον γεγέννηκά σε». Ἡ στοργή μου ἤ ἡ εὔνοιά μου εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ πού ἀπό τότε ἀναπαύεται στό Χριστό στήν ὑποστατική κάθοδο τοῦ Πνεύματος. Ὁ Θεός – Ἄνθρωπος ἀποκαλύπτεται πραγματικά Υἱός στίς δύο φύσεις του καί αὐτό τό πλήρωμα τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καί ἀληθινοῦ ἀνθρώπου θά διαβεβαιωθεῖ πάλι κατά τό χρόνο τῆς Μεταμορφώσεως σάν ἐνέργεια πιά ἐκδηλωμένη στή Βάπτιση: «Οὗτος ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός». Γι ̉ αὐτό ἡ Βάπτιση ὀνομάζεται Θεοφάνεια, Ἐπιφάνεια, ἐκδήλωση τῶν Τριῶν Προσώπων στήν ὁμόφωνη μαρτυρία τους. Ἐάν τό τροπάριο τῆς Μεταμορφώσεως λέγει: Μεταμορφώθηκες γιά νά δείξεις στούς μαθητές σου τή δόξα σου, τό τροπάριο τῆς Βαπτίσεως ἀναγγέλει: Κατά τήν Βάπτισή σου στόν Ἰορδάνη, Χριστέ... ἡ φωνή τοῦ Πατρός σέ μαρτύρησε δίνοντάς σου τό ὄνομα τοῦ ἀγαπημένου Υἱοῦ καί τοῦ Πνεύματος, μέ τή μορφή τοῦ περιστεριοῦ, διαβεβαίωσε τήν ἀναμφισβήτητη ἀλήθεια αὐτοῦ τοῦ λόγου... Ἔτσι ὁ Ἰησοῦς αὐξάνει μέχρι τήν ὡριμότητά του «καί αὐτός ἦν ὡσεί ἐτῶν τριάκοντα» (Λουκ. 3, 23) — ὅταν στή συναγωγή τῆς Ναζαρέτ ἀναγγέλει αὐτός ὁ ἴδιος πανηγυρικά. «Πνεῦμα Κυρίου ἐπ̉ ἐμέ, οὗ εἵνεκεν ἔχρισέ με» (Λουκ. 4, 18). Εἶναι ἐκεῖ τό ἴδιο τό μυστήριο στήν Ἐνσάρκωση.
 
Ἡ ἀνθρωπότης τοῦ Χριστοῦ περνᾶ ἀπό τόν ἐλεύθερο προσδιορισμό του. Ὁ Ἰησοῦς ἀφιερώνεται συνειδητά στήν ἐπίγεια ἀποστολή του, ὑποτάσσεται ὁλοκληρωτικά στή θέληση τοῦ Πατρός καί ὁ Πατήρ τοῦ ἀπαντᾶ ἀποστέλλοντας σ ̉ αὐτόν τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ὅλος, ὁ πυκνός καί συγκεντρωμένος συμβολισμός τῆς Βαπτίσεως πού ἡ εἰκόνα τῆς ἑορτῆς μᾶς δείχνει, κάνει νά κατανοήσουμε τή φοβερή ἔκταση αὐτῆς τῆς πράξεως. Εἶναι πιά ὁ θάνατος ἐπάνω στό Σταυρό· ὁ Χριστός λέγοντας στόν ἅγιο Ἰωάννη: «οὕτω γάρ πρέπον ἐστίν ἡμῖν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην» (Ματθ. 3, 15) προλαβαίνει τόν τελευταῖο λόγο πού θά ἀντηχήσει στόν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ: «Πάτερ, γενηθήτω τό θέλημά σου...». Ἡ λειτουργική ἀνταπόκριση τῶν ἑορτῶν τό ὑπογραμμίζει ρητά: ἔτσι οἱ ψαλμωδίες τῆς ἀκολουθίας τῆς 3ης Ἰανουαρίου παρουσιάζουν μιά ἐκπληκτική ἀναλογία μέ ἐκεῖνες τῆς Μεγάλης Τετάρτης, ἡ ἀκολουθία τῆς 4ης Ἰανουαρίου μέ ἐκείνη τῆς Μεγάλης Πέμπτης καί ἡ ἀκολουθία τῆς 5ης Ἰανουαρίου μέ ἐκείνη τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς καί τοῦ Μεγάλου Σαββάτου. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής ἔχει χρισθεῖ μέ μιά ὑπηρεσία μαρτυρίας: εἶναι ὁ μάρτυρας τῆς ὑποταγῆς τοῦ Χριστοῦ, τῆς τελευταίας κένωσεώς του. Ἀλλά στόν Ἰωάννη Βαπτιστή σάν Ἀρχέτυπο, σάν ἀντιπρόσωπο τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, εἶναι ὅλη ἡ Ἀνθρωπότης πού εἶναι ὁ μάρτυρας τῆς θείας Ἀγάπης.
 
Ἡ «Φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ» μεσουρανεῖ στήν πράξη τῆς Βαπτίσεως, «ἐκπλήρωση τῆς δικαιοσύνης», μέ τό θάνατο καί τήν ἀνάσταση στό τέλος ἐκπλήρωση τῆς προαιώνιας ἀποφάσεως πού ἔχουμε παρατηρήσει στήν εἰκόνα τῆς Τριάδος. «Ἐγένετο δέ ἐν τῷ βαπτισθῆναι ἅπαντα τόν λαόν καί Ἰησοῦ βαπτισθέντος» (Λουκ. 3, 21). Ὁ Λόγος ἔρχεται ἐπάνω στή γῆ, πρός τούς ἀνθρώπους, καί ἐμεῖς εἴμαστε παρόντες τῆς πιό συνταρακτικῆς Συναντήσεως τοῦ Θεοῦ καί τῆς Ἀνθρωπότητος «ὅλος ὁ λαός». Μυστικά, στόν Ἰωάννη τόν Βαπτιστή ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἀναγνωρίζονται υἱοί μέσα στόν Υἱό, οἱ ἀγαπημένοι υἱοί στόν ἀγαπημένο Υἱό καί ἄρα οἱ φίλοι τοῦ Νυμφίου, οἱ μάρτυρες. Τό γένοιτο τῆς Παρθένου ὑπῆρξε τό ναί ὅλων τῶν ἀνθρώπων στήν Ἐνσάρκωση, στήν ἔλευση τοῦ Θεοῦ στούς δικούς του. Στόν ἅγιο Ἰωάννη, αὐτόν τόν ἄλλο τῶν «δικῶν του», ὅλοι οἱ ἄνθρωποι λέγουν «γένοιτο» στήν Συνάντηση, στή θεία Φιλία, στή Φιλανθρωπία τοῦ Πατρός, φίλου τῶν ἀνθρώπων. Ὅπως ὁ Συμεών ὠθούμενος ἀπό τό Πνεῦμα συναντᾶ καί δέχεται τόν Ἰησοῦ-βρέφος, ἐπίσης ὁ Ἰωάννης συναντᾶ καί δέχεται τόν Ἰησοῦ-Μεσσία: «Ἐγένετο ἄνθρωπος ἀπεσταλμένος παρά Θεοῦ, ὄνομα αὐτοῦ Ἰωάννης· οὗτος ἦλθεν εἰς μαρτυρίαν, ἵνα μαρτυρήσῃ περί τοῦ φωτός, ἵνα πάντες πιστεύσωσι δι ̉ αὐτοῦ» (Ἰω. 1, 6 – 7). Μαρτυρεῖ γιά ὅλους, στή θέση ὅλων καί αὐτή ἡ μαρτυρία εἶναι ἕνα γεγονός στό ἐσωτερικό ὁλοκλήρου τῆς Ἀνθρωπότητος καί ἀφορᾶ ὅλο τόν ἄνθρωπο.
 
Τό Δ΄ εὐαγγέλιο μιλᾶ γιά τόν Ἰωάννη στόν πρόλογό του, ἀμέσως μετά τό Λόγο, πού εἶναι στήν ἀρχή, καί ὅταν διαβάζει κανείς ὑπῆρχε ἄνθρωπος ἀπεσταλμένος ἀπό τό Θεό, αἰσθάνεται ὅτι ἡ ἔλευσή του, σέ μιά ὁρισμένη ἔννοια ἔρχεται ἐπίσης ἀπό τήν ἀρχή, τήν αἰωνιότητα. Ὁ οὐρανός ἀνοίγει μπροστά ἀπό αὐτόν καί μαρτυρεῖ: «ὅτι τεθέαμαι τό Πνεῦμα καταβαῖνον ἐπ ̉ αὐτόν... οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ» (Ἰω. 1, 29 -34)· σ ̉ αὐτό τόν σύντομο λόγο εἶναι πιά, μέ μιά μορφή περιορισμένη ὅλο τό Εὐαγγέλιο. Ὁ Ἰωάννης εἶναι αὐτός πού γνωρίζει, προσδιορίζει τόν Ἀμνό γιατί εἶναι μυημένος στό μυστήριο τοῦ «ἐσφαγμένου Ἀρνίου ἀπό καταβολῆς κόσμου...». Ὁ Ἰωάννης δέν ἔχει τίποτε προαγγείλει καί εἶναι ὁ πιό μεγάλος προφήτης, ὅπως ὁ δάκτυλος τοῦ Θεοῦ προσδιορίζει τόν Χριστό. Εἶναι ὁ πιό μεγάλος διότι εἶναι ὁ πιό μικρός, αὐτό πού θέλει νά πεῖ ἀπελεύθερος ἀπό τήν ἴδια του ἐπάρκεια γιά νά μήν εἶναι ἐκεῖνος πού μένει ἐκεῖ, ἐκεῖνος ποῦ τέρπεται ἀκούοντας τή φωνή τοῦ Νυμφίου, καί ἡ χαρά του εἶναι μεγάλη χωρίς μέτρο. Εἶναι ἡ πιό ἐνδόμυχη ἐγγύτης ὅπου ὁ Λόγος ἀντηχεῖ· εἶναι κατ ̉ εἰκόνα τοῦ Υἱοῦ πού δέν εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου παρά ὁ Λόγος τοῦ Πατρός· εἶναι κατ ̉ εἰκόνα τοῦ Πνεύματος γιατί δέν λέγει τίποτε γιά τόν ἑαυτό του ἀλλά μιλᾶ στό ὄνομα Αὐτοῦ πού ἔχει ἔλθει. Εἶναι αὐτός ὁ ὁρμητικός πού ἁρπάζει τούς οὐρανούς καί τό μαρτύριό του λαμπρύνει θαυμαστά ἕνα ἀρχαῖο μοναστικό λόγιο: Δῶσε τό αἷμα σου καί πάρε τό Πνεῦμα... Μέ τή Θεοτόκο περιβάλλει τό Χριστό Κριτή καί μεσιτεύει γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους. Μπορεῖ νά τό κάνει γιατί ἡ φιλία του φθάνει τό ἐπίπεδο ἑνός ἄλλου μεγάλου πνευματικοῦ τοῦ ὁποίου ἡ ἱστορία μᾶς ἔχει ἀναφερθεῖ στά Ἀποφθέγματα τῶν Πατέρων.
 
Ὁ ἅγιος Παΐσιος ὁ Μέγας προσευχόταν γιά τόν μαθητή του πού εἶχε ἀρνηθεῖ τό Χριστό, καί ὅταν προσευχόταν, ὁ Κύριος τοῦ ἐμφανίστηκε καί τοῦ λέγει: «Παΐσιε, γιά ποῖον προσεύχεσαι; Δέν γνωρίζεις ὅτι μέ ἔχει ἀρνηθεῖ;». Ἀλλά ὁ ἅγιος δέν ἔπαυε νά ἔχει ἔλεος καί νά προσεύχεται γιά τόν μαθητή του, καί λοιπόν ὁ Κύριος τοῦ λέγει: Παΐσιε, ἔχεις ἐξομοιωθεῖ μέ ἐμένα μέ τήν ἀγάπη σου... Ἡ λειτουργία ὀνομάζει τόν Ἰωάννη: κήρυκα, ἄγγελο καί ἀπόστολο. Μαρτυρεῖ καί ἡ φωνή τοῦ Νυμφίου προκαλεῖ τήν πρώτη ἀποστολική κλήση: «Ἀνδρέας καί Ἰωάννης ἀκολουθοῦν τόν Ἰησοῦν» (Ἰω. 1, 37). Πιό ἀργά, ἐγκαταλείπει αὐτό τόν κόσμο καί κατεβαίνει στόν Ἅδη σάν Πρόδρομος τῆς Καλῆς Ἀγγελίας. Τό βάπτισμα τοῦ Ἰωάννη πρό τῶν Θεοφανείων δέν ἦταν παρά ἕνα «βάπτισμα μετανοίας εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν» (Λουκ. 3, 3), ἦταν ἡ μεταβολή τῆς τελευταίας ἀναμονῆς. Πηγαίνοντας στόν Ἰορδάνη, ὁ Ἰησοῦς δέν πῆγε νά μετανοήσει ἀφοῦ ἦταν χωρίς ἁμάρτημα· νά ποῦμε ὅτι ἔδωσε τό παράδειγμα τῆς ταπεινότητος δέν ἀπαντᾶ ἀκόμη στό μέγεθος τοῦ γεγονότος. Ἡ βάπτιση τού Ἰησοῦ εἶναι ἡ προσωπική Πεντηκοστή του, ἡ κάθοδος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί τά τριαδικά Θεοφάνεια: Κατά τό χρόνο τῆς βαπτίσεώς σου στόν Ἰορδάνη, Κύριε, ἐκδηλώθηκε ἡ προσκύνηση πού χρειαζόταν στήν ἁγία Τριάδα (τροπάριο ἑορτῆς).
Εἶναι ἀπό αὐτό τό πλήρωμα πού ἔρχεται τό μυστήριο τοῦ βαπτίσματος στό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ, αὐτό τό ὄνομα καθορίζεται, ἄμεσα στόν πλήρη βαπτιστικό τύπο: «εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός, τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Τά λειτουργικά κείμενα ὀνομάζουν τήν ἑορτή τό μεγάλο Νέο Ἔτος γιατί τό συμβάν ἐπανέρχεται στό φῶς τῆς Τριάδος. Εἶναι ἀκριβῶς αὐτή ἡ στιγμή πού οἱ Ἐπίσκοποι ἐξέλεγαν γιά νά ἀναγγείλουν στίς ἐκκλησίες τό χρόνο τῆς μεγάλης τεσσαρακοστῆς καί τή χρονολογία τοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα. Ἡ εἰκόνα τῶν Θεοφανείων προσφέρει τήν εὐαγγελική διήγηση ἀλλά προσθέτει μερικές λεπτομέρειες πού ἔχουν χρησιμοποιηθεῖ στή λειτουργία τῆς ἑορτῆς καί δείχνει αὐτό πού ὁ Ἰωάννης θά μποροῦσε νά διηγηθεῖ. Ἐπάνω στήν εἰκόνα ἕνα τμῆμα ἑνός κύκλου παριστᾶ τούς οὐρανούς πού ἀνοίγουν, καί κάποτε ἀπό μιά διπλή πτυχή πού ὁμοιάζει μέ κροσσό ἑνός σύννεφου, βγαίνει τό χέρι τοῦ Πατρός πού εὐλογεῖ. Ἀπό αὐτό τόν κύκλο ἀναχωροῦν ἀκτῖνες φωτός, χαρακτηριστικό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καί πού φωτίζουν τό περιστέρι. Αὐτόματη ἀνάμνηση τοῦ ἀρχικοῦ λόγου «καί ἐγένετο φῶς», ἡ ἐκδηλωτική ἐνέργεια τοῦ Πνεύματος, ἀποκαλύπτει τόν τριαδικό Θεό: Ἡ Τριάδα, ὁ Θεός μας, μᾶς ἐκδηλώνεται χωρίς διαίρεση.
 
Ὁ Χριστός ἦλθε γιά νά εἶναι τό φῶς τοῦ κόσμου, πού φωτίζει αὐτούς πού κάθονταν στά σκοτάδια (Ματθ. 4, 16) ἀπό ἐκεῖ δέ τό ὄνομα τῆς «Ἑορτῆς τῶν φώτων». Ἐνῶ ὁ Χριστός κατέβαινε στά νερά, ἡ φωτιά ἄναψε μέσα στόν Ἰορδάνη, εἶναι ἡ Πεντηκοστή τοῦ Κυρίου καί ὁ προεικονισμένος Λόγος, μέ στύλο φωτός δείχνει ὅτι τό βάπτισμα εἶναι φωτισμός, γέννηση τῆς ὑπάρξεως στό θεῖο φῶς. Ἄλλοτε τήν παραμονή τῆς ἑορτῆς γινόταν τό βάπτισμα τῶν κατηχουμένων καί ὁ ναός ἦταν πλημμυρισμένος ἀπό φῶς, σημεῖο μυήσεως στή γνώση τοῦ Θεοῦ. Ὁ μάρτυρας αὐτοῦ τοῦ φωτός, ὁ ἅγιος Ἰωάννης εἶναι δοσμένος στό γεγονός γιατί αὐτός ὁ ἴδιος εἶναι «ὁ λύχνος ὁ καιόμενος καί φαίνων» καί οἱ ἄνθρωποι ἔρχονταν «ἀγαλλιαθῆναι ἐν τῷ φωτί αὐτοῦ» (Ἰω. 5, 35). Ἡ κάθοδος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέ τή μορφή ἑνός περιστεριοῦ ἐκφράζει τήν κίνηση τοῦ Πατρός πού φέρεται πρός τόν Υἱό του. Ἐξ ἄλλου, ἐξηγεῖται, κατά τούς Πατέρες, κατ ̉ ἀναλογία μέ τόν κατακλυσμό καί τό περιστέρι μέ τόν κλάδο ἐλαίας, σημεῖο τῆς εἰρήνης. Τό Ἅγιο Πνεῦμα πού φέρεται ἐπάνω ἀπό τά ἀρχέγονα νερά ἀνέδειξε τή Ζωή, ἐπίσης αὐτό πού αἰωρεῖται ἐπάνω στά νερά τοῦ Ἰορδάνη, προκαλεῖ τή δεύτερη γέννηση τοῦ νέου δημιουργήματος. Ὁ Χριστός παριστάνεται ὀρθός ἐνάντια πρός τό βυθό τοῦ νεροῦ σκεπασμένος ἀπό τά κύματα τοῦ Ἰορδάνη. Ἀπό τήν ἀρχή τῆς ἀποστολῆς του, ὁ Ἰησοῦς ἀντιμετωπίζει τά κοσμικά στοιχεῖα πού περιέχουν σκοτεινές δυνάμεις: τό νερό, τόν ἀέρα καί τήν ἔρημο.
 
Ἡ διάβαση τῆς Ἐρυθρᾶς Θαλάσσης εἶναι ἀπό τίς μορφές τοῦ βαπτίσματος: ἡ νίκη ἀπό τό Θεό τοῦ δράκοντος τῆς θαλάσσης, τοῦ τέρατος Rahab. Ἕνα ἰδιόμελο τῆς ἑορτῆς κάνει νά κατανοήσουμε τόν Κύριο λέγοντας στόν Ἰωάννη Βαπτιστή: Προφήτη, ἔλα νά μέ βαπτίσεις... Βιάζομαι νά χαθεῖ ὁ κρυμμένος στά νερά ἐχθρός, ὁ πρίγκηπας τοῦ σκότους, γιά νά ἀπελευθερώσω τόν κόσμο ἀπό τά δίχτυα του παραχωρώντας του τήν αἰώνια ζωή. Ἔτσι, μπαίνοντας στόν Ἰορδάνη ὁ Κύριος, καθαρίζει τά νερά: Σήμερα τά κύματα τοῦ Ἰορδάνη μεταβάλλονται σέ φάρμακο καί ὅλη ἡ δημιουργία ποτίζεται μέ μυστικά κύματα... (εὐχή ἁγίου Σωφρονίου). Εἶναι ὅλο τό σύμπαν πού δέχεται τήν ἁγιοποίησή του: Ὁ Χριστός βαπτίζεται· βγαίνει ἀπό τό νερό καί μέ αὐτό ἀποκαλύπτει τόν κόσμο (ἰδιόμελο τοῦ Κοσμᾶ). Σπάζει τό κεφάλι τῶν δρακόντων καί ἀναζωογονεῖ τόν Ἀδάμ, εἶναι ἡ ἀνάπλαση τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως, ἡ ἀναγέννησή της στό καθαριστικό λουτρό τοῦ μυστηρίου. Ὁ Δίδυμος Τυφλός καθορίζει: «ὁ δέ Κύριος ἔδωκέ μοι μητέρα τήν κολυμβήθραν (Ἐκκλησία), πατέρα τόν Ὕψιστον, ἀδελφόν τόν δι ̉ ἡμᾶς βαπτισθέντα Σωτῆρα». Στήν εἰκόνα μέ τό δεξιό του χέρι ὁ Χριστός εὐλογεῖ τά νερά καί τά ἑτοιμάζει νά γίνουν τά νερά τῆς βαπτίσεως πού ἁγιάζει μέ τήν ἴδια του κατάδυση. Τό νερό ἀλλάζει σημασία, ἄλλοτε εἰκόνα τοῦ θανάτου (κατακλυσμός), εἶναι τώρα ἡ πηγή τοῦ ὕδατος τῆς ζωῆς (Ἀποκ. 21, 6· Ἰω. 4, 14).
 
Μυσταγωγικά τό νερό τῆς βαπτίσεως δέχεται τήν ἀξία τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ. Στά πόδια τοῦ Κυρίου, στά νερά τοῦ Ἰορδάνη, ἡ εἰκόνα δείχνει δύο μικρές ἀνθρώπινες μορφές, εἰκονογράφηση τῶν παλαιοδιαθηκικῶν κειμένων πού ἀποτελοῦν μέρος τῆς ἀκολουθίας: «τί σοί ἐστι, θάλασσα ὅτι ἔφυγες, καί σύ Ἰορδάνη, ὅτι ἐστράφης εἰς τά ὁπίσω» (Ψαλμ.113, 5). Τό τροπάριο (ἦχος Δ΄) ἐξηγεῖ: «Ἀπεστρέφετο ποτέ, ὁ Ἰορδάνης ποταμός, τῇ μηλωτῇ Ἐλισσαιέ, ἀναληφθέντος Ἠλιού καί διῃρεῖτο τά ὕδατα ἔνθεν καί ἔνθεν· καί γέγονεν αὐτῷ ξηρά ὁδός ἡ ὑγρά εἰς τύπον ἀληθῶς τοῦ Βαπτίσματος, δι ̉ οὗ ἡμεῖς τήν ρέουσαν τοῦ βίου διαπερῶμεν διάβασιν». Εἰκόνα συμβολική πού μιλᾶ γιά τή μετάνοια ἀκόμη ἀόρατη τῆς κοσμικῆς φύσεως, τῆς μεταστροφῆς τῆς ὀντολογίας της. Ἡ εὐλογία τῆς ὑδρόβιας φύσεως ἁγιάζει τήν ἴδια ἀρχή τῆς ἐπίγειας ζωῆς. Γι ̉ αὐτό, μετά τή θεία λειτουργία γίνεται ὁ μεγάλος ἁγιασμός τῶν ὑδάτων (ἑνός ποταμοῦ, μιᾶς πηγῆς ἤ ἐντελῶς ἁπλά ἑνός δοχείου τοποθετημένου μέσα στήν ἐκκλησία). Μιλώντας γιά τά μή ἁγιασμένα νερά, εἰκόνα τοῦ θανάτου – κατακλυσ-μοῦ ἡ λειτουργία τά ὀνομάζει ὑδατόστρωτο τάφο.
Πραγματικά, ἡ εἰκόνα δείχνει τόν Ἰησοῦ νά εἰσέρχεται στά νερά, στόν ὑγρό τάφο. Αὐτός ἐδῶ ἔχει τή μορφή ἑνός σκοτεινοῦ σπηλαίου (εἰκονογραφική μορφή τοῦ ἅδη) περιέχοντας ὅλο τό σῶμα τοῦ Κυρίου (εἰκόνα τοῦ ἐνταφιασμοῦ, πού προσφέρεται στό μυστήριο τοῦ βαπτίσματος μέ ὁλική κατάδυση, μορφή τοῦ πασχαλίου τριημέρου), γιά νά ἀποσπάσει τόν ἀρχηγό τῆς φυλῆς μας στή ζοφερή διαμονή. Συνεχίζοντας τόν προκαταβολικό συμβολισμό τῆς Γεννήσεως, ἡ εἰκόνα τῶν Θεοφανείων δείχνει τήν προκάθοδο τοῦ Χριστοῦ στόν Ἅδη: «καταβάς ἐν τοῖς ὕδασιν ἔδησε τόν ἰσχυρόν». Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, σχολιάζει: ἡ κατάδυση καί ἡ ἀνάδυση εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς καθόδου στόν ἅδη καί τῆς ἀναστάσεως.
 
Ὁ Χριστός παριστάνεται γυμνός, εἶναι ντυμένος μέ τήν ἀδαμική γυμνότητα καί ἔτσι ἀποδίδει στήν ἀνθρωπότητα τό ἔνδοξο παραδεισιακό ἔνδυμά της. Γιά νά δείξει τήν ὑπέρτατη πρωτοβουλία του παριστάνεται βαδίζοντας ἤ κάνοντας ἕνα βῆμα πρός τόν ἅγιο Ἰωάννη: ἐλεύθερα ἔρχεται καί κλίνει τό κεφάλι. Ὁ Ἰωάννης εἶναι ταραγμένος: ἐγώ χρείαν ἔχω ὑπό σοῦ βαπτισθῆναι, καί σύ ἔρχῃ πρός με; »... Ὁ Ἰησοῦς τόν διατάζει: «ἄφες ἄρτι». Ὁ Ἰωάννης τείνει τό δεξιό του χέρι σέ μιά τελετουργική χειρονομία, στό ἀριστερό κρατεῖ ἕνα εἰλητάριο, κείμενο τοῦ κηρύγματός του. Οἱ ἄγγελοι τῆς Ἐνσαρκώσεως εἶναι σέ μιά στάση προσκυνήσεως, τά σκεπασμένα χέρια τους σέ ἔνδειξη σεβασμοῦ. Συμβολίζουν ἐπίσης καί εἰκονογραφοῦν τό λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου (Γαλατ. 3, 27) :«Ὅσοι γάρ εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε...».

Sunday, 5 January 2014

ΑΝΤΛΗΣΩΜΕΝ ΥΔΩΡ ΜΕΤ’ ΕΥΦΡΟΣΥΝΗΣ. ΟΥ ΓΑΡ ΕΣΤΙ ΤΟ ΚΑΚΟΝ ΑΘΑΝΑΤΟΝ


Ο αγιασμός του κόσμου και των ανθρωπίνων υπάρξεων που έγινε στον Ιορδάνη ποταμό την στιγμή που βαπτίστηκε ο Χριστός, αποτελεί για μας μία ακόμη πνευματική ευκαιρία να θυμηθούμε το νόημα και τον σκοπό της ζωής μας. Άλλωστε, όλες οι εορτές της πίστης μας δεν είναι τίποτε άλλο παρά η υπενθύμιση και η προτροπή για βίωση του κόσμου του Τριαδικού Θεού, όπως αυτός φανερώθηκε χάρις στο Χριστό. Και αυτός ο κόσμος δεν μένει μόνο στο παρελθόν. Γίνεται παρόν και μέλλον την ίδια στιγμή στη λειτουργική παράδοση της πίστης μας. Κάθε φορά που τελούμε την θεία λειτουργία, με την ευκαιρία της οποιασδήποτε εορτής, κάθε φορά που τελούμε τις ιερές ακολουθίες, βλέπουμε και βιώνουμε αυτή την ταυτόχρονη χρονικά παρουσία του Χριστού: εκείνον που είναι «ο ων, ο ην και ο ερχόμενος».
Η Εκκλησία μας καλεί να ευχαριστήσουμε και να δοξολογήσουμε «το μέγεθος της περί ημάς οικονομίας του Θεού» (Ιδιόμελο εις την προσκύνησιν του Μεγάλου Αγιασμού της εορτής των Θεοφανείων). Σε όλη μας τη ζωή καλούμαστε να παλέψουμε με το κακό. Η ελευθερία μας μάς οδηγεί στη δυνατότητα της ζωής με το Θεό και της ζωής μακριά από το Θεό. Το κακό φαντάζει πανίσχυρο, διότι χτυπά με τη δύναμη της επιθυμίας για εξουσία, για ηδονή, για αυτορρύθμιση της ζωής. Φαντάζει πανίσχυρο διότι έχει την δυνατότητα να πείθει τον άνθρωπο ότι δεν υπάρχει προσωποποιημένο, αλλά έχει επιβληθεί από το θέλημα ενός αόρατου και ανύπαρκτου Θεού, ότι είναι κατασκευασμένο από τις θρησκείες, οι οποίες δεν στηρίζονται στην λογική, την επιστήμη, τις αισθήσεις, αλλά στο ανορθολογικό της μεταφυσικής, που δεν μπορεί να αποδειχθεί με τη γνώση και τα βήματα της ανθρώπινης λογικής. Φαντάζει πανίσχυρο διότι έχει απο-ενοχοποιηθεί μέσα στις συνθήκες θρησκευτικού αποχρωματισμού της κοινωνίας και του κόσμου, ενώ η πάλη εναντίον του έχει πάψει να θεωρείται προτεραιότητα στη ζωή μας, διότι κοινωνικά ορίζεται από τους νόμους (ασχέτως αν αυτοί δεν τηρούνται), ενώ ψυχολογικά η έννοια της αμαρτίας, που συνοδεύει το κακό, δεν υφίσταται, αλλά έχει υποκατασταθεί από το δικαίωμα του ανθρώπου να χαρεί τη ζωή του.
Ποια είναι λοιπόν η επικαιρότητα του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας τόσο για τους εαυτούς μας όσο και για τον κόσμο μας;
Όσο και να θέλουμε να υπερβούμε το ερώτημα του κακού, αυτό δεν παύει να μας τυραννά. Είτε με την μορφή του θανάτου, είτε με την μορφή της αδικίας, είτε με την μορφή της θλίψης και της δοκιμασίας, είτε με την ύπαρξη κοινωνικών και άλλων προβλημάτων, το κακό φανερώνει την δύναμή του και επηρεάζει τις ζωές μας. Μπορεί ο κόσμος να πιστεύει ότι δεν εξαρτάται από τον καθένα μας η αντιμετώπισή του, διότι είμαστε μικροί ως προς τη δύναμη, ωστόσο τις συνέπειές του τις ζούμε. Εξάλλου, παρά το συλλογικό όραμα ότι οι κοινωνίες, εάν πορευθούν με ορθολογική συνέπεια και με βάση το μακροπρόθεσμο συμφέρον τους και στηριχθούν στους νόμους, τότε θα μπορέσουν να ανακουφιστούν από τις επιδράσεις του, το πρόβλημα έχει διαστάσεις που δεν αντιμετωπίζονται με απλουστεύσεις. Παράλληλα, μπορεί η επιστήμη να βοήθησε και να βοηθά ώστε ο χρόνος και η ποιότητα της ζωής μας να μην δυναστεύονται ολοκληρωτικά από τις δοκιμασίες, ωστόσο όλα λειτουργούν ανασταλτικά, χωρίς να διαγράφουν το κακό από τη ζωή μας.
«Ίνα μη το κακόν αθάνατον γένηται». Η πατερική θέση για το θάνατο αποτελεί μία, ίσως, την μοναδική, ρεαλιστική πρόταση που δεν ερμηνεύει απλώς, αλλά ανακουφίζει από τις συνέπειες του κακού. Η αθανασία του, μαζί με τον άνθρωπο, δεν θα επέτρεπε ουσιαστικά την πρόοδό μας, ούτε την υλική ούτε την πνευματική, καθότι ο άνθρωπος θα ήταν συνεχώς δέσμιος των επιλογών που το κακό θα τον οδηγούσε και θα συγκρούονταν και με τους άλλους που θα ήταν εξίσου δέσμιοι τέτοιων επιλογών. Όμως το μυστήριο της θείας οικονομίας δίνει και την ανατροπή, τον τρόπο της νίκης κατά του κακού. Ο Χριστός «γενόμενος άνθρωπος την ημών κάθαρσιν καθαίρεται εν Ιορδάνη, ο μόνος καθαρός και ακήρατος, αγιάζων εμέ και τα ύδατα, και τας κεφαλάς των δρακόντων, συντρίβων επί του ύδατος». Είναι καθαρός και ακήρατος ο Χριστός. Γι’ αυτό και μπορεί να μας αγιάσει, να μας δώσει δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο μπορούμε να συντρίψουμε μαζί του τις κεφαλές των δρακόντων, των αμαρτιών, του προσωποποιημένου στον διάβολο και τους δαίμονες κακού, αλλά και σ’ αυτό που τυραννά τις υπάρξεις μας.
Ο αγιασμός έρχεται με το βάπτισμά μας, δηλαδή με την μετοχή μας στο σταυρό, την ταφή και την ανάσταση του Χριστού, όταν δηλαδή εισερχόμεθα στην Εκκλησία, συνειδητοποιώντας ότι έχουμε συνεχώς έναν παλαιό άνθρωπο τον οποίο καλούμαστε να απεκδυθούμε και να ενδυθούμε ταυτόχρονα τον νέο, τόσο οντολογικά, όσο και ηθικά. Με την πίστη στο Χριστό, την εμπιστοσύνη στη σχέση μαζί Του, την αγάπη προς Αυτόν που νοηματοδοτεί την ύπαρξή μας, αλλά και την προσπάθεια για βίωση του ήθους της πίστης και της αιωνιότητας, την σταύρωση των παθών μας, δηλαδή την συναίσθηση ότι δεν είναι αυτά που έχουν αξία και προτεραιότητα στη ζωή μας, ότι δε μας δίνουν αληθινή ευτυχία, παρά μόνο μας κάνουν να δικαιολογούμαστε για την άρνησή μας να δούμε το κακό, την επίδρασή του επάνω μας και την αδυναμία μας να παλέψουμε εναντίον του. Ο πνευματικός αγώνας αποτελεί μία συνεχή πάλη εναντίον της πτώσης, μία ανανέωση της απόφασής μας να σταυρώσουμε τον παλαιό άνθρωπο, να καθαριστούμε και να αναστηθούμε, «συνταφέντες δια του βαπτίσματος». Και αυτή η απόφαση βρίσκει αρωγό το Χριστό και τους αδελφούς μας στη ζωή και στα μυστήρια της Εκκλησίας, όπου συνεχώς αναβαπτιζόμαστε και βιώνουμε τον Χριστό ως Αυτόν που είναι «ο ων, ο ην και ο ερχόμενος».
Καθαριζόμαστε, γιατί το κακό είναι ανίσχυρο μπροστά στον Θεάνθρωπο, αλλά και σε όσους επιζητούν την κοινωνία μαζί Του. Και είναι το νερό του Ιορδάνη, της κολυμβήθρας, αλλά και του αγιασμού το απτό εκείνο σημείο που μας δείχνει τη δύναμη της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, η οποία μας επιδίδεται αοράτως, μας γεμίζει χαρά, φως, ζωή και μας κάνει να αισθανόμαστε ότι το κακό, με όποια μορφή και αν παρακάθεται στον κόσμο και στη δική μας πραγματικότητα δεν μπορεί να μας νικήσει.
Είμαστε μικροί και αδύναμοι, για τον κόσμο αριθμοί και όχι πρόσωπα. Άλλοι κυβερνούν τις ζωές μας και μας υπαγορεύουν πώς θα πορευθούμε, προσθέτουν και αφαιρούν από χρήματα έως αξιοπρέπεια και παράλληλα διδάσκουν και με τα λόγια και με τα έργα τους ότι το νόημα της ζωής είναι στο εδώ. Γι’ αυτούς δεν υπάρχει αμαρτία, αλλά παρανομία, κρίση, πρόσκαιρο. Μόνο αυτοί και όσοι τους υπηρετούν ισχυρίζονται ότι γνωρίζουν πώς μπορούμε να ζήσουμε. Και έχουν στα χέρια τους έναν τεράστιο σε μέγεθος μηχανισμό με τον οποίο μας υποβάλουν σε μία καθημερινή πλύση εγκεφάλου ότι υπηρετούν την αλήθεια. Η εορτή των Θεοφανείων όμως πρέπει να μας κάνει χαρούμενους που έχουμε τον τρόπο να μην υποταχτούμε στο εφήμερο και στο κακό που απειλεί να μας συντρίψει όχι μόνο νυν αλλά και αεί. Είναι ο δρόμος του αγιασμού μέσα από τη σχέση με το Χριστό, δια της οποίας φανερώνεται ο Τριαδικός Θεός. Είναι η ζωή της Εκκλησίας που μας κάνει ανοιχτούς τόσο στην προσωπική μας κάθαρση, αλλά και στη συνάντηση με τους άλλους που δεν μπορούμε παρά να αγαπούμε και να επιθυμούμε τον συν-αγιασμό τους. Είναι η βεβαιότητα ότι δεν είμαστε μόνοι μας. Το κακό συνετρίβη. Απομένει στον καθέναν μας να οικειοποιηθεί Αυτόν που το συνέτριψε.
Τη στιγμή λοιπόν που θα αντλήσουμε το ύδωρ του αγιασμού, ας το κάνουμε μετ’ ευφροσύνης, γνωρίζοντας ότι κάνουμε την ίδια κίνηση χαράς, εμπιστοσύνης, αποδοχής, κάθαρσης που έκαναν πριν από εμάς οι άγιοι της Εκκλησίας, αλλά και αυτή που θα κάνουν όσοι έρθουν μετά από εμάς. Και ο μόνος καθαρός και ακήρατος είναι δίπλα μας. Δεν θα μας αφήσει έρμαια του κακού, αρκεί εμείς να μην το φοβόμαστε. Δεν είναι άλλωστε αθάνατο. Εμείς είμαστε κοντά στο Χριστό.

Saturday, 4 January 2014

Περί του Μεγάλου Αγιασμού


του Αρχιμ. Βασιλείου Μπακογιάννη

Γύρω ἀπό τήν χρήση τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ ἐπικρατεῖ στίς ἡμέρες μας μιά σύγχυση. Ἄλλοι λένε, πώς μποροῦμε νά τόν πίνουμε καθημερινά, (ὅπως καί τόν Μικρό Ἁγιασμό) καί ἄλλοι λένε «ὄχι, ἀλλά χρειάζεται προηγουμένως νηστεία». Πῶς καί ποῦ θά βροῦμε τήν σωστή ἀπάντηση; Κοιτώντας πρός τά πίσω· πρός τήν Παράδοση. Τί ὑπῆρχε ἐν ἰσχύϊ στήν Ἐκκλησία μας. Ἔτσι «περπατᾶμε» Ὀρθόδοξα.
Ἀνέκαθεν οἱ χριστιανοί ἀνήμερα τῶν Θεοφανείων ἔπαιρναν Μεγάλο Ἁγιασμό στά σπίτια τους, ράντιζαν τά ὑπάρχοντά τους, καί τόν κρατοῦσαν (στά σπίτια τους) σάν «εὐλογία», «εἰς ἐνιαυτόν ὁλόκληρον φυλάττουσιν»... μᾶς πληροφορεῖ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος (P. G. 49, 366). (Περισσότερα: Παν. Τρεμπέλα, «Μικρόν Εὐχολόγιον» τ. Β΄ σελ. 53-57). Μεγάλος Ἁγιασμός γινόταν καί τό ἀπόγευμα τῆς παραμονῆς τῶν Φώτων «ἀποκλειστικώς καί μόνον νά ὑδρευθῶσιν οἱ πιστοί»,(Παν. Τρεμπέλας, Μικρόν Εὐχολόγιον, τ, Β΄σελ.17). Καί ἀπό ὅτι φαίνεται, ἔπιναν (Μεγάλο Ἁγιασμό) καί τήν παραμονή ἑσπέρας, ἐφόσον μέχρι τότε παρέμειναν νηστικοί, γιά νά κοινωνήσουν κατά τήν ἑσπερινή Θ. Λειτουργία. Ὅμως σύν τῷ χρόνῳ ὁ Μ. Ἁγιασμός ἀπό παραμονή ἑσπέρας, «μεταφέρθηκε» παραμονή πρωί. Καί τό ἐρώτημα εἶναι, ἄν καί στήν περίπτωση αὐτή, ἔπιναν Μ. Ἁγιασμό, χωρίς δηλαδή νά ἔχει προηγηθεῖ νηστεία. Δέν ἔχουμε ἐπ’ αὐτοῦ σαφεῖς καί ξεκάθαρες μαρτυρίες.
Ὑποστηρίζεται, πώς ἡ νηστεία παραμονῆς τῶν Φώτων, εἶναι γιά τή γιορτή (τῶν Φώτων) καί ὄχι γιά τή μετάληψη τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ. Ὅμως: Παραμονή τῶν Φώτων γινόταν ἑσπερινή Θ. Λειτουργία, ὁπότε νήστευαν, ὄχι γιά τή γιορτή τῶν Φώτων, ἀλλά γιά τήν ἑσπερινή Θ. Λειτουργία. Παρόλο ὅμως πού ἡ ἑσπερινή Λειτουργία τῆς παραμονῆς ἔγινε πρωϊνή, (τῆς παραμονῆς), ἡ νηστεία, (πού τηρεῖτο γιά τήν ἑσπερινή Λειτουργία), διατηρήθηκε. Γιατί; Γιά τή γιορτή τῶν Θεοφανείων;
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος μᾶς λέει, πώς ἡ νηστεία τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς δέν θεσπίσθηκε πρός «τιμήν τοῦ Πάσχα», ἀλλά ἐπειδή τό Πάσχα θά κοινωνοῦσαν οἱ πιστοί. «Παλιά οἱ χριστιανοί προσέρχονταν στά Μυστήρια χωρίς τήν προετοιμασία, καί μάλιστα στήν ἐποχή πού τά παρέδωσε ὁ Κύριος. Βλέποντες, λοιπόν, οἱ Πατέρες τή ζημία πού προερχόταν ἀπό αὐτό, καθιέρωσαν τίς σαράντα ἡμέρες νηστείας τοῦ Πάσχα». (Κατά Ἰουδαίων, Γ΄, P.G. 48,867)Γιά τόν ἴδιο λοιπόν λόγο καθιερώθηκαν καί οἱ νηστεῖες τῶν Χριστουγέννων, τῆς Παναγίας, τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων κ.λ.π. Μέ βάση λοιπόν τήν «θέση» αὐτή τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ἡ νηστεία τῆς παραμονῆς τῶν Φώτων, δέν εἶναι γιά τή γιορτή τῶν Φώτων, ἀλλά (ὅπως θά δοῦμε) γιά τήν μετάληψη τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ. Εἶναι δυνατόν νά ἔχουμε 15 μέρες νηστεία γιά τή γιορτή τῆς Παναγίας, 40 γιά τά Χριστούγεννα (καί κατά τόν ἀείμνηστο κ.Ἰω. Φουντούλη, παλιά νήστευαν ἀκόμα μιά ἑβδομάδα ἐν ὄψει τῶν ἑορτῶν τοῦ «ἁγίου Δημητρίου», τοῦ «Σταυροῦ», τῶν «Ταξιαρχῶν» κ.ἄ.,), καί γιά τή μεγάλη Δεσποτική γιορτή τῶν Θεοφανείων νά ἔχουμε μόνο μία ἡμέρα;
Τό ἐπιχείρημα, ὅτι μεσολαβεῖ ἡ δωδεκαήμερη κατάλυση εἰς πάντα, καί δέν ἦταν δυνατό ἡ νηστεία γιά τά Θεοφάνεια νά γίνει παραπάνω ἀπό μία ἡμέρα, δέν εὐσταθεῖ. Παλαιότερα ἡ κατάλυση εἰς πάντα ἔκλεινε στήν ἀπόδοση τῶν Χριστουγέννων, 31 Δεκεμβρίου, «καί γάρ ὡς αὐτήν τήν ἡμέραν (τῶν Χριστουγέννων) καί ἑτέρας ἕξ διαλύομεν»( Ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, P.G. 99, 1697). Ἀκόμα: Παλαιότερα, (μέχρι τόν 12ον αἰώνα) ἡ νηστεία τῶν Χριστουγέννων ἦταν μιά ἑβδομάδα. ( Γ. Ράλλη-Μ.Ποτλῆ, Σύνταγμα..., τ. Δ΄σελ. 488, ΝΕ’ Ἀπόκρισις Θεοδώρου Βαλσαμῶνος). Ὁπότε δέν ἦταν δύσκολο μέ τό κλείσιμο τῆς γιορτῆς τῶν Χριστουγέννων (31 Δεκεμβρίου), νά καθιερωθεῖ μιά λ.χ. πενθήμερη νηστεία γιά τή γιορτή τῶν Θεοφανείων. Ὄχι μόνο δέν ἔγινε, ἀλλά ὅταν αὐξήθηκαν οἱ μέρες τῆς νηστείας τῶν Χριστουγέννων, (ἀπό ἑπτά ἔγιναν σαράντα) αὐξήθηκαν καί οἱ ἡμέρες τῆς καταλύσεως, ἀπό ἑπτά μέρες ἔγιναν δώδεκα. Ἡ νηστεία δηλαδή τῆς παραμονῆς τῶν Θεοφανείων δέν καταλύθηκε οὔτε ἀπό τήν «ἐπιδρομή» τῆς δωδεκαημέρου καταλύσεως! Γιατί;
Ὅλα τά «στοιχεῖα» δείχνουν πώς ἡ μονοήμερη αὐτή νηστεία παρέμεινε γιά τή μετάληψη τοῦ Μ. Ἁγιασμοῦ. Ἀνήμερα τῆς γιορτῆς «κρατοῦσαν» Μεγάλο Ἁγιασμό στά σπίτια τους «εἰς ἐνιαυτόν ὁλόκληρον φυλάττουσιν», μᾶς εἶπε ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος (P. G. 49, 366). Δέν μᾶς εἶπε, πώς ἔπιναν καθημερινά, (γιατί χρειαζόταν νηστεία), ἀλλά τόν κρατοῦσαν σάν εὐλογία στά σπίτια τους. Εἶχαν ἄλλωστε τότε τέτοια «ψύχωση» μέ τή νηστεία, ὥστε ἔνιωθαν ντροπή (!) νά πᾶνε στήν ἐκκλησία, γιά νά ἀκούσουν κήρυγμα, (Μ. Τεσσαρακοστή ἀπόγευμα), ἐπειδή καί μόνο ἔτυχε νά καταλύσουν λίγο τή νηστεία! ( Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ὁμιλ. 9& 10 εἰς Ἀδριάντας). Πόσο μᾶλλον νά πιοῦν Μεγάλο Ἁγιασμό!
Καί αὐτό ἴσχυε μέχρι τελευταῖα στήν πατρίδα μας. «Τό ὕδωρ τοῦτο (τῶν Θεοφανείων) ἐχρησιμοποίουν ὡς καί ἡμεῖς σήμερον», σημειώνει ὁ καθηγητής Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, Ἀρχιμ. Βασ. Στεφανίδης, (Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, ἔκδοση Δ΄, σελ. 117). Μέ τό «σήμερον» δέν ἐννοεῖ τό δικό μας «σήμερα», 2011, (πού ἄλλαξαν πράγματα καί καταστάσεις...), ἀλλά τήν ἐποχή, τή δεκαετία τοῦ 1940, πού ὁ καθηγητής συνέγραφε τό βιβλίο του. Καί ἄν ρωτήσουμε τούς παλαιοτέρους, πού ἔζησαν στήν ἐποχή ἐκείνη, θά μᾶς εἰποῦν αὐτό πού ἀναφέρει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: Κρατοῦσαν τόν ἁγιασμό σάν «εὐλογία» στό σπίτι τους, χωρίς νά πίνουν καί νά ραντίζουν, ἐκτός ἀπό τήν ἡμέρα τῶν Θεοφανείων. «Τήν παραμονή ὅλοι νήστευαν, γιά νά πιοῦν ἁγιασμό τό πρωί τῆς γιορτῆς», μᾶς πληροφορεῖ ἡ Μικρασιάτισσα Φιλιώ Χαϊδεμένου). (Τρεῖς αἰῶνες, μιά ζωή», ἐκδόσεις «Λιβάνη» σελ.64). Ἄν ὁ Μεγάλος Ἁγιασμός ἦταν σέ καθημερινή χρήση (μετάληψη, ραντισμός, κ.λ.π.), δέν ὑπῆρχε λόγος νά προκύψει ἀργότερα (8ος μ.Χ. αἰ.), ὁ Μικρός Ἁγιασμός.

Friday, 3 January 2014

Η βάπτιση του Ιησού Χριστού.(Μητροπολίτου Σουρόζ Αντωνίου Μπλούμ)

 
Μητροπολίτου Σουρόζ Αντωνίου Μπλούμ (1914 -2003)


Πιστεύουμε, διαβεβαιώνουμε και γνωρίζουμε βιωματικά, ότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ως άνθρωπος ήταν αναμάρτητος, και ως Θεός τέλειος σε όλα. Ποιοί λόγοι λοιπόν τον οδήγησαν στη βάπτιση; Ποιό θα μπορούσε να είναι το νόημα μιας τέτοιας πράξης; Το Ευαγγέλιο δεν δίνει σχετική εξήγηση, όμως εμείς έχουμε το δικαίωμα να θέσουμε το ερώτημα, το δικαίωμα να μείνουμε σαστισμένοι, το δικαίωμα να στοχαζόμαστε βαθιά για τη σημασία της βάπτισης.
Κάποτε, όταν ήμουν νέος, έθεσα το συγκεκριμένο ερώτημα σε έναν ηλικιωμένο ιερέα, ο οποίος μου αποκρίθηκε: «Ξέρεις, νομίζω ότι όταν οι άνθρωποι έρχονταν στον Ιωάννη, και εξομολογούνταν τις αμαρτίες τους, τα ψεύδη τους, τις πνευματικές και σαρκικές ακαθαρσίες τους, καθαρίζονταν κατά κάποιο τρόπο συμβολικά στα ύδατα του Ιορδάνη. Και τα νερά του ποταμού, όντας καθαρά, όπως ολα τα τρεχούμενα νερά, βαθμιαία ρυπαίνονταν, όπως συμβαίνει με τα νεκρά (στάσιμα) ύδατα, που έχουν χάσει κάθε ζωντάνια και δεν μπορούν να μεταδώσουν παρά μόνο το θάνατο. Τούτα τα νερά γεμάτα με τις ακαθαρσίες, τα ψεύδη, τις αμαρτίες, τον ανθρώπινο αθεϊσμο, σιγά-σιγά πέθαιναν, έχοντας την ικανότητα μόνο να σκοτώνουν. Και να που ο Χριστός καταδύεται στα ύδατα, γιατί ήθελε όχι μόνο να γίνει τέλειος σε όλα, αλλά ως άνθρωπος τέλειος ν’ αναλάβει όλη τη φρίκη, όλο το φορτίο της ανθρώπινης αμαρτίας. Βυθίστηκε σε αυτά τα νεκρά ύδατα, που Του μετέδωσαν τον θάνατο, την θνητότητα, που ήταν ιδιότητα όσων είχαν αμαρτήσει και ήταν φορείς της θνητότητας και του θανάτου, δηλαδή των οψωνίων της αμαρτίας (Ρωμ. 6,23), της τιμωρίας για την αμαρτία.
Είναι η στιγμή που ο Χριστός ενώνεται με τις συνέπειες της αμαρτίας, συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του θανάτου - ούτε κατ’ ελάχιστο με την αμαρτία καθεαυτή. Ο θάνατος όμως, συγκεκριμένα, δεν έχει τίποτα κοινό με Αυτόν, καθώς όπως γράφει ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, δεν είναι δυνατόν μία ανθρώπινη ύπαρξη καθ’ ολοκληρίαν περιχωρημένη από τη θεότητα να είναι θνητή. Ένας λειτουργικός ύμνος που ακούμε κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας εκφράζει τούτη την αλήθεια ως εξής: «Υπό γην εκρύβης, ώσπερ ήλιος νυν…η ζωή πως θνήσκεις;…». Είναι η αιώνια ζωή, το φως, που τα δικά μας σκοτάδια το σβήνουν, και τελικά υφίσταται τον δικό μας θάνατο. Γι’ αυτό τον λόγο και λέγει στον Ιωάννη τον Βαπτιστή: μην επιμένεις, μην μ’ αποτρέπεις να μπω σε τούτα τα νερά, πρέπει και οι δυο μας να εκπληρώσουμε κάθε δικαιοσύνη, δηλαδή ο,τι είναι δίκαιο και ορθό, ο,τι πρέπει να γίνει για τη σωτηρία του κόσμου, και οφείλουμε να το πραγματώσουμε εδώ και τώρα.
Τότε όμως γιατί έφτασε στα νερά του βαπτίσματος στην ηλικία των τριάντα ετών, και όχι νωρίτερα η αργότερα; Καλούμαστε να σκεφτούμε βαθύτερα τη σημασία αυτού του γεγονότος.
Με την ενανθρώπηση του Λόγου στους κόλπους της Παρθένου, ο Θεός πραγματώνει εντελώς μονομερώς ένα έργο στα πλαίσια της θείας σοφίας και αγάπης. Η σωματικότητα, η έμψυχη ζωή, η ανθρωπότητα του γεννημένου Χριστού ήταν δανεισμένα, κατά κάποιο τρόπο, από τον Θεό δίχως να συμμετέχει ο άνθρωπος. Από την πλευρά της η Θεομήτωρ, είχε δώσει τη συγκατάθεσή της: «Ιδού η δούλη Κυρίου˙ ας γίνει ο,τι αναφέρουν τα λόγια σου» (Λουκ. 1,38). Το παιδί γεννήθηκε, έγινε άνθωπος με την πλήρη έννοια του όρου, δηλαδή είχε τον έλεγχο του εαυτού Του, με το δικαίωμα να επιλέγει ανάμεσα στο καλό και το κακό, τον Θεό και την άρνηση του Θεού. Και σε όλη τη διάρκεια της ζωής Του - νηπιότητα, εφηβεία, ενήλικος βίος - ανοίγεται προς τον Θεό προσφέροντας καθ’ ολοκληρίαν τον εαυτό Του. Με την ανθρώπινη φύση Του και χάρη στην πίστη και τη θυσία της Θεομήτορος, ανέλαβε ως άνθρωπος όλα όσα του είχε αναθέσει ο Θεός. Σαρκώθηκε για ν’ αναλάβει ως άνθρωπος όλα όσα είχε αναλάβει ο Θεός, όταν κατά την προαιώνιο Βουλή Του είχε αποφασίσει να δημιουργήσει τον άνθρωπο και να επωμιστεί, μετά την προπατορική πτώση, τις συνέπειες της δημιουργίας, καθώς και της φοβερής δωρεάς της ελευθερίας που προσφέρθηκε στον άνθρωπο. Στη σλαβονική μετάφραση της προφητείας του Ησαΐα (7,16), τίθεται το ζήτημα του Χριστού, τούτου του αγέννητου παιδιού, το οποίο, πριν να διακρίνει το αγαθό από το κακό, θα επέλεγε το αγαθό, ακριβώς επειδή είναι τέλειο κατά την ανθρώπινη φύση.
Να γιατί τούτος ο άνθρωπος Ιησούς Χριστός, προκόπτοντας μέχρις ότου η ανθρώπινη φύση Του φτάσει στην τελείωσή της, αναλαμβάνει πλήρως όσα ο Θεός και η πίστη της παναχράντου Θεοτόκου και Θεομήτορος Του εμπιστεύθηκε. Με την κατάδυσή Του στα νεκρά νερά του Ιορδάνη, έμοιαζε με το καθαρό λινάρι που το βυθίζουν μέσα στη χρωστική ουσία. Εκείνος που ήταν πιο λευκός κι από το χιόνι, αναδύεται τελικά από το νερό, όπως αναφέρει και ο προφήτης Ησαΐας, με ιμάτιο κατακόκκινο από το αίμα, με ένδυμα θανάτου, το ένδυμα που κλήθηκε να φορέσει.
Να λοιπόν ποια μηνύματα στέλνει η Βάπτιση του Κυρίου. Οφείλουμε να κατανοήσουμε ποια μεγαλόπρεπη ενέργεια περικλείει, ποια πράξη αγάπης θέτει ενώπιόν μας. Και μπροστά μας τίθεται διαρκώς ένα επίμονο ερώτημα: ποια θα είναι η απάντησή μας;

Wednesday, 2 January 2013

Σαν Περιστέρι..


«Και είδε το Πνεύμα του Θεού καταβαίνον ωσεί περιστεράν και καθήμενον επ’ αυτόν» (Μαιθ.3,16)

Άνθρωπος – Περιστέρι

    Στον Ιορδάνη ποταμό έχουμε την αποκάλυψη των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδος, ή μάλλον ακούμε τον Πατέρα. Βλέπουμε τον Υιό, τον σαρκωθέντα Υιό και Λόγο του Θεού, στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Βλέπουμε και το Πνεύμα το Άγιο «εν είδει περι­στεράς».
Ομοούσια τα τρία πρόσωπα. Ίσοι και ο Πατήρ και ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα. Ίσοι; Ίσως κάποιος, βλέποντας τον άνθρωπο που βα­πτίζεται και το περιστέρι που εμφανίζεται στον Ιορδάνη, να ρωτήσει:
-Δεν διαφέρει ο άνθρωπος από το π ε ρ ι σ τ έ ρ ι; Μήπως έτσι διαφέρουν και τα δύο πρόσωπα, ο Χριστός και το Πνεύμα το Άγιο, αφού ο μεν Χριστός φάνηκε άνθρωπος, το δε Πνεύμα Άγιον φάνηκε σαν περιστέρι;
Η απάντηση; Το Πνεύμα το Άγιο φάνηκε σαν περιστέρι («καταβαίνον ωσεί περιστεράν»). Ο Χριστός δεν φάνηκε σαν άνθρωπος·  ήταν άνθρωπος· ήταν και άνθρωπος. Ο Χριστός ήταν και φύσει Θεός και φύσει άνθρωπος· διπλούς την φύσιν. Είναι και αληθινός Θεός και αληθινός άνθρωπος. Το ίδιο δεν συμβαίνει με το Πνεύμα το Άγιο. Δεν έγινε περιστέρι· φάνηκε σαν περιστέρι, όπως στην Πεντηκοστή φάνηκε σαν πύρινες γλώσσες («ώφθηοαν αύτοίς διαμεριζόμεναι γλώσσαι ωσεί πυρός» (Πράξ. 2,3).
Όπως η φωνή του Πατρός «Ούτος έστιν ο Υιός μου ο αγαπητός», δεν ήταν ο ίδιος ο Πατήρ, αλλ’ ήταν μία ενέργεια του Θεού Πατέρα, έτσι το περιστέρι δεν ήταν ουσιαστικά το Πνεύμα το Άγιον, αλλ’ ήταν μία φανέρωση της ενεργείας του Αγίου Πνεύματος. Γι’ αυτό ο ιερός Ευαγγελιστής λέγει «ε ν είδει περιστεράς»· δεν λέγει «εν φύσει περιστεράς».
Για τον Ιησού Χριστό, που είναι αληθινά και άνθρωπος, λέμε «ο Θεάνθρωπος Ιησούς». Για το Πνεύμα το Άγιο όμως δεν λέμε «το θεοπερίστερον Πνεύμα Άγιον». Στην περίπτωση του Χριστού έχουμε αληθινή σάρκωση, ενανθρώπηση. Στην περίπτωση του Αγίου Πνεύματος έχουμε μία οικονομία, ένα τρόπο παρουσιάσεως. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε μία μόνιμη κατάσταση στη δεύτερη έχουμε μία πρόσκαιρη ενέργεια. Ο Χριστός πάντοτε είναι και Θεός και άνθρωπος. Θεάνθρωπος. Το Πνεύμα το Άγιο μία φορά, στον Ιορδάνη, εμφανίσθηκε ειδικά εάν περιστέρι. Λέγει σχετικά ο ιερός Χρυσόστομος:
«Ο μεν Υιός του Θεού φύσιν ανθρώπου ανέλαβε· το δε Πνεύμα ου φύσιν ανέλαβε περιστεράς. Διό τούτο και ο Ευαγγελιστής ουκ είπεν, ότι εν φύσει περιστεράς, αλλ’ εν είδει περιστεράς· ουκούν ουδέ μετά ταύτα εν τούτω ώφθη τω σχήματι, αλλά τότε μόνον… Και γαρ έτερον οικο­νομίας αλήθεια, κου όψεως πρόσκαιρου συγκατάβασις» (Ε.Π.Ε. 9, 394).

Καθαρό και ήμερο

Γιατί φάνηκε σαν περιστέρι το Πνεύμα το Άγιο; Πρώτον, διότι το περιστέρι, είναι ήμερο ζώο και καθαρό, σύμβολο της αγνότητας και της απλότητας. Αγνοί κου απλοί άνθρωποι, που είναι λευκοί σαν περιστέρια, μόνο τέτοιοι άνθρωποι έχουν Πνεύμα Άγιο. Μόνο απλοί στη καρδιά είναι δεκτικοί Πνεύματος Αγίου. Και μόνο όποιος έχει Πνεύμα Άγιο μπορεί να πιστεύει και να ομολογεί τον Κύριο Ιησού Χριστό. «Ουδείς δύναται ειπείν Κύριον Ιησούν ει μη εν Πνεύματι Αγίω» (Α΄Κορ. 12,3).
Οι χριστιανοί οφείλουν να είναι περιστέρια. Γύρω τους είναι τα πάντα μολυσμένα. Αγώνας τους να κρατήσουν αμόλυντα και άθικτα τα φτερά τους. Ο ψαλμωδός Δαβίδ ζητούσε φτερά και έλεγε: «Τίς δώσει μοι πτέρυγας ωσεί περιστέρας και πετασθήσομαι και καταπαύσω;» (Ψαλμ. 54,6). Εκείνο που ζητούσε ο Δαβίδ, το χαρίζει ο Χριστός στους πιστούς, που έχουν Πνεύμα Άγιο. Τα δύο φτερά, που τους ανεβάζουν ψηλά και τους κάνουν ουρανοδρόμους και θεόπτες, είναι η πίστη και η καθαρότητα του βίου.
Το περιστέρι είχε και ο Χριστός σύμβολο καθαρότητας και ακεραιτότητας: «Γίνεσθε -είπε- φρόνιμοι ως οι όφεις και ακέραιοι ως αι περιστεραί» (Ματθ. 10,16). Στο νου θα προοδεύουμε, θα μεγαλώνουμε, θ’ αναπτυσσόμαστε, θα ωριμάζουμε, Στην καρδιά να μένουμε παιδιά, ακέραιοι και άδολοι.

Σταμάτησε τον κατακλυσμό

Φάνηκε ακόμη σαν περιστέρι το Πνεύμα το Άγιο, για να δείξει ότι σταμάτησε ο κατακλυσμός της αμαρτίας. Ας θυμηθούμε τον παλαιό εκείνο κατακλυσμό του Νώε. Άνοιξαν οι καταρράκτες του ουρανού και εκατό πενήντα ημέρες συνέχεια έπεφτε δυνατή βροχή. Κατακλύσθηκε η γη από νερά· σκεπάσθηκαν και οι κορυφές των πιο ψηλών βουνών. Μόνο ο Νώε και η οικογένειά του σώθηκαν. Κλείσθηκαν μέσα στην Κιβωτό και δεν κατακλύσθηκαν από τα νερά. Μαζί τους σώθηκαν και αντιπροσωπεία από όλα τα ζώα.
Όταν άρχισε να κοπάζει ο κατακλυσμός, ο Νώε άνοιξε την Κιβωτό και έστειλε δύο ζώα, για να δει, αν θα ξαναγυρίσουν: ένα κόρακα και ένα περιστέρι. Ο κόρακας δεν γύρισε. Βρήκε πτώματα ανθρώπων και ζώων, που έπλεαν πάνω στα νερά, και άρχισε να τα καταβροχθίζει. Το περιστέρι γύρισε. Φτερούγισε παντού, αλλ’ ανάπαυση δεν βρήκε. Ξαναγύρισε. Έστειλε δεύτερη φορά περιστέρι. Και τούτη τη φορά δεν βρήκε ανάπαυση και γύρισε. Μα επιστρέφοντας κρατούσε στο ράμφος του κλάδο ελιάς. Έστειλε για τρίτη φορά περιστέρι. Δεν γύρισε πίσω. Παρέμεινε αναπαυόμενο στον κόσμο, που ήδη είχε γαληνέψει από τον κατακλυσμό.
Τρία περιστέρια! Τρεις φορές το Πνεύμα το Άγιο φάνηκε στην ιστορία του κόσμου. Την πρώτη: Το έστειλε ο Θεός την εποχή της Παλαιάς Διαθήκης. Δεν μπόρεσε να παραμείνει στον κόσμο. Ο κατακλυσμός της αμαρτίας σκέπαζε τα πάντα. Πού να αναπαυόταν το Πανάγιο Πνεύμα; Δεν υπήρχε τόπος αναπαύσεως. Όλα ήταν μολυσμένα. Γι’ αυτό είχε πει ο Κύριος: «Ου μη καταμείνη το πνεύμα μου εν τοις ανθρώποις τούτοις διά το είναι αυτούς σάρκας» (Γεν. 6, 3).
Έστειλε δεύτερη φορά ο Θεός το Πνεύμα το Άγιο. Τη φορά αύτη φάνηκε σαν περιστέρι στον Ιορδάνη ποταμό. Βρήκε τόπο ν’ αναπαυθεί. Στη γη βρισκόταν Εκείνος, που δεν είναι σάρκα, αλλ’ είναι Πνεύμα. Ήταν ο Ιησούς Χριστός, ο Θεάνθρωπος Κύριος. Είχε σάρκα, αλλά δεν ήταν σάρκα. Είχε σώμα, άλλα θεωμένο, πεντακάθαρο. Πάνω λοιπόν στην κεφαλή του άμωμου και άσπιλου Ιησού Χριστού ήλθε, κάθισε και αναπαύθηκε το Πνεύμα το Άγιο σαν περιστέρι. Αλλά δεν έμεινε για πολύ. Επέστρεψε στον ουρανό, όπως εκείνο το δεύτερο περιστέρι ξαναγύρισε στη Κιβωτό, κρατώντας στο ράμφος του τον κλαδί της ελιάς. Είναι η ειρήνη, που ο Χριστός έφερε στον κόσμο.
Τέλος τρίτη φορά έστειλε ο Θεός το Πνεύμα το Άγιο στον κόσμο. Κι όπως το τρίτο περιστέρι έμεινε για πάντα στον κόσμο, όπου είχε σταματήσει ο κατακλυσμός, έτσι την τρίτη φορά το Πνεύμα το Άγιο παρέμεινε για πάντα στην Εκκλησία. Είναι το Πνεύμα της Πεντηκοστής, που ήλθε «εν είδει πυρίνων γλωσσών». Είχε υποσχεθεί ο ίδιος ο Χριστός: «Και εγώ ερωτήσω τον Πατέρα και άλλον Παράκλητον δώσει υμίν, Ίνα μένη μεθ’ υμών εις τον αιώνα» (Ιωάν. 14, 16).
Κατακλυσμός, αδελφοί μου, και σήμερα. Είναι ο κατακλυσμός της αμαρτίας. Μόνο μέσα στη Κιβωτό σωζόμαστε. Και η Κιβωτός είναι η Εκκλησία. Εκεί, μέσα στην Εκκλησία, στη ζωή της Εκκλησίας, υπάρχει ειρήνη και γαλήνη.
Η κοινωνία μας γέμισε πτώματα και κοράκια. Όσοι πιστοί, αγωνίζονται να διατηρηθούν από τη βρωμιά του κόσμου. Μικροί Χριστοί οι χριστιανοί. Σ’ αυτούς αναπαύεται το Πνεύμα το Άγιο.

Κλάδος ελαίας

    Το περιστέρι είναι και σύμβολο της ειρήνης. Τότε, κατά την εποχή του Νώε, έφερε στο ράμφος του κλαδί ελιάς. Τώρα, στη βάπτιση του Ιορδάνη, δείχνει Εκείνον, που είναι ο μεγάλος ελευθερωτής και ειρηνοποιός. Στο ράμφος τους τα περιστέρια του Χριστού, στο στόμα τους οι χριστιανοί, τα παιδιά του Θεού, έχουν το μήνυμα και το τραγούδι του Λυτρωτή Ιησού Χριστού, που είναι μήνυμα και τραγούδι της ειρήνης.
Φάνηκε τέλος σαν περιστέρι το Πνεύμα το Άγιο, για να δείξει ποιός είναι ο Υιός του Θεού, ο αγαπητός. Πνευμαιοδεικνού-μένος είναι ο Χριστός.
* * *
    Αγαπητοί! Υπάρχει πάντοτε ο Χριστός. Υπάρχει βεβαίως και σήμερα. Πολλοί τον αγνοούν. Μερικοί, γιατί δεν θέλουν να τον γνωρίσουν. Άλλοι, γιατί δεν τους συμφέρει να τον γνωρίσουν. Αλλ’ υπάρχουν και αρκετοί, που δεν γνωρίζουν τον Ιησού Χριστό, γιατί δεν βρέθηκε κάποιος να τους δείξει τον αληθινό Χριστό, να τους μιλήσει ζωντανά και πειστικά, καθαρά και άδολα, για το πρόσωπο του Χριστού.
Να το καθήκον των χριστιανών. Περιστέρια της χάριτος, να δείχνουν στον κόσμο το Χριστό. Σ’ ένα κόσμο γεμάτο ταραχή, να δείχνουν και να δίνουν στους ανθρώπους το Χριστό, τον αρχηγό της ειρήνης. Σ’ ένα κόσμο, γεμάτο σύγχυση και μελαγχολία, να δείχνουν και να προσφέρουν στον κόσμο το Χριστό, τον αρχηγό της χαράς.

(Αρχ. Δανιήλ Γ. Αεράκη, «Σημεία Θεοφανείας»)

Η βάπτιση του Ιησού Χριστού- Μητροπολίτου Σουρόζ Αντωνίου Μπλούμ (1914 -2003)


Πιστεύουμε, διαβεβαιώνουμε και γνωρίζουμε βιωματικά, ότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ως άνθρωπος ήταν αναμάρτητος, και ως Θεός τέλειος σε όλα. Ποιοί λόγοι λοιπόν τον οδήγησαν στη βάπτιση; Ποιό θα μπορούσε να είναι το νόημα μιας τέτοιας πράξης; Το Ευαγγέλιο δεν δίνει σχετική εξήγηση, όμως εμείς έχουμε το δικαίωμα να θέσουμε το ερώτημα, το δικαίωμα να μείνουμε σαστισμένοι, το δικαίωμα να στοχαζόμαστε βαθιά για τη σημασία της βάπτισης.
Κάποτε, όταν ήμουν νέος, έθεσα το συγκεκριμένο ερώτημα σε έναν ηλικιωμένο ιερέα, ο οποίος μου αποκρίθηκε: «Ξέρεις, νομίζω ότι όταν οι άνθρωποι έρχονταν στον Ιωάννη, και εξομολογούνταν τις αμαρτίες τους, τα ψεύδη τους, τις πνευματικές και σαρκικές ακαθαρσίες τους, καθαρίζονταν κατά κάποιο τρόπο συμβολικά στα ύδατα του Ιορδάνη. Και τα νερά του ποταμού, όντας καθαρά, όπως ολα τα τρεχούμενα νερά, βαθμιαία ρυπαίνονταν, όπως συμβαίνει με τα νεκρά (στάσιμα) ύδατα, που έχουν χάσει κάθε ζωντάνια και δεν μπορούν να μεταδώσουν παρά μόνο το θάνατο. Τούτα τα νερά γεμάτα με τις ακαθαρσίες, τα ψεύδη, τις αμαρτίες, τον ανθρώπινο αθεϊσμο, σιγά-σιγά πέθαιναν, έχοντας την ικανότητα μόνο να σκοτώνουν. Και να που ο Χριστός καταδύεται στα ύδατα, γιατί ήθελε όχι μόνο να γίνει τέλειος σε όλα, αλλά ως άνθρωπος τέλειος ν’ αναλάβει όλη τη φρίκη, όλο το φορτίο της ανθρώπινης αμαρτίας. Βυθίστηκε σε αυτά τα νεκρά ύδατα, που Του μετέδωσαν τον θάνατο, την θνητότητα, που ήταν ιδιότητα όσων είχαν αμαρτήσει και ήταν φορείς της θνητότητας και του θανάτου, δηλαδή των οψωνίων της αμαρτίας (Ρωμ. 6,23), της τιμωρίας για την αμαρτία.

Είναι η στιγμή που ο Χριστός ενώνεται με τις συνέπειες της αμαρτίας, συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του θανάτου – ούτε κατ’ ελάχιστο με την αμαρτία καθεαυτή. Ο θάνατος όμως, συγκεκριμένα, δεν έχει τίποτα κοινό με Αυτόν, καθώς όπως γράφει ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, δεν είναι δυνατόν μία ανθρώπινη ύπαρξη καθ’ ολοκληρίαν περιχωρημένη από τη θεότητα να είναι θνητή. Ένας λειτουργικός ύμνος που ακούμε κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας εκφράζει τούτη την αλήθεια ως εξής: «Υπό γην εκρύβης, ώσπερ ήλιος νυν…η ζωή πως θνήσκεις;…». Είναι η αιώνια ζωή, το φως, που τα δικά μας σκοτάδια το σβήνουν, και τελικά υφίσταται τον δικό μας θάνατο. Γι’ αυτό τον λόγο και λέγει στον Ιωάννη τον Βαπτιστή: μην επιμένεις, μην μ’ αποτρέπεις να μπω σε τούτα τα νερά, πρέπει και οι δυο μας να εκπληρώσουμε κάθε δικαιοσύνη, δηλαδή ο,τι είναι δίκαιο και ορθό, ο,τι πρέπει να γίνει για τη σωτηρία του κόσμου, και οφείλουμε να το πραγματώσουμε εδώ και τώρα.
Τότε όμως γιατί έφτασε στα νερά του βαπτίσματος στην ηλικία των τριάντα ετών, και όχι νωρίτερα η αργότερα; Καλούμαστε να σκεφτούμε βαθύτερα τη σημασία αυτού του γεγονότος.
Με την ενανθρώπηση του Λόγου στους κόλπους της Παρθένου, ο Θεός πραγματώνει εντελώς μονομερώς ένα έργο στα πλαίσια της θείας σοφίας και αγάπης. Η σωματικότητα, η έμψυχη ζωή, η ανθρωπότητα του γεννημένου Χριστού ήταν δανεισμένα, κατά κάποιο τρόπο, από τον Θεό δίχως να συμμετέχει ο άνθρωπος. Από την πλευρά της η Θεομήτωρ, είχε δώσει τη συγκατάθεσή της: «Ιδού η δούλη Κυρίου˙ ας γίνει ο,τι αναφέρουν τα λόγια σου» (Λουκ. 1,38). Το παιδί γεννήθηκε, έγινε άνθωπος με την πλήρη έννοια του όρου, δηλαδή είχε τον έλεγχο του εαυτού Του, με το δικαίωμα να επιλέγει ανάμεσα στο καλό και το κακό, τον Θεό και την άρνηση του Θεού. Και σε όλη τη διάρκεια της ζωής Του – νηπιότητα, εφηβεία, ενήλικος βίος – ανοίγεται προς τον Θεό προσφέροντας καθ’ ολοκληρίαν τον εαυτό Του. Με την ανθρώπινη φύση Του και χάρη στην πίστη και τη θυσία της Θεομήτορος, ανέλαβε ως άνθρωπος όλα όσα του είχε αναθέσει ο Θεός. Σαρκώθηκε για ν’ αναλάβει ως άνθρωπος όλα όσα είχε αναλάβει ο Θεός, όταν κατά την προαιώνιο Βουλή Του είχε αποφασίσει να δημιουργήσει τον άνθρωπο και να επωμιστεί, μετά την προπατορική πτώση, τις συνέπειες της δημιουργίας, καθώς και της φοβερής δωρεάς της ελευθερίας που προσφέρθηκε στον άνθρωπο. Στη σλαβονική μετάφραση της προφητείας του Ησαΐα (7,16), τίθεται το ζήτημα του Χριστού, τούτου του αγέννητου παιδιού, το οποίο, πριν να διακρίνει το αγαθό από το κακό, θα επέλεγε το αγαθό, ακριβώς επειδή είναι τέλειο κατά την ανθρώπινη φύση.
Να γιατί τούτος ο άνθρωπος Ιησούς Χριστός, προκόπτοντας μέχρις ότου η ανθρώπινη φύση Του φτάσει στην τελείωσή της, αναλαμβάνει πλήρως όσα ο Θεός και η πίστη της παναχράντου Θεοτόκου και Θεομήτορος Του εμπιστεύθηκε. Με την κατάδυσή Του στα νεκρά νερά του Ιορδάνη, έμοιαζε με το καθαρό λινάρι που το βυθίζουν μέσα στη χρωστική ουσία. Εκείνος που ήταν πιο λευκός κι από το χιόνι, αναδύεται τελικά από το νερό, όπως αναφέρει και ο προφήτης Ησαΐας, με ιμάτιο κατακόκκινο από το αίμα, με ένδυμα θανάτου, το ένδυμα που κλήθηκε να φορέσει.
Να λοιπόν ποια μηνύματα στέλνει η Βάπτιση του Κυρίου. Οφείλουμε να κατανοήσουμε ποια μεγαλόπρεπη ενέργεια περικλείει, ποια πράξη αγάπης θέτει ενώπιόν μας. Και μπροστά μας τίθεται διαρκώς ένα επίμονο ερώτημα: ποια θα είναι η απάντησή μας;

Από το βιβλίο, Συνάντηση με τον Θεό, εκδ. Εν πλώ

Θεολογική προσέγγιση της εικόνος της Βαπτίσεως του Κυρίου.


του Αρχιμανδρίτη Σεραφείμ Ατματζίδη, Καθηγούμενου Ιεράς Μονής Παναγίας Σουμελά 


Η τέχνη για την Ορθόδοξη Εκκλησία είναι μία από τις μεθόδους που χρησιμοποιεί για να προβάλλει την Θεολογία της και να διδάξει τον Ευσεβή λαό της.  Μέσα στην Εκκλησία μας οι βυζαντινές εικόνες, οι τοιχογραφίες και οι ψηφιδογραφίες, οι οποίες απεικονίζουν διάφορες θεματολογίες έχουν την μοναδική ικανότητα να διδάξουν άφωνες λόγου αλλά μέσα από την ικανή και αλληγορική απεικόνιση τον πιστό λαό με χρώματα, συμβολισμούς και σχέδια. 
Μιας τέτοιας αληθινής και αλληγορικής απεικόνισης εικόνα, η οποία ουσιαστικά διαλαλεί την Τριαδικότητα του αληθινού Θεού είναι και αυτή των Θεοφανείων. 
Η εορτή των Θεοφανείων, με τις υπάρχουσες ιστορικές μαρτυρίες, μετά την εορτή της  Αναστάσεως  είναι η αρχαιότερη και μία από τις μεγαλύτερες εορτές της Ορθοδοξίας. Κατά την ημέρα αυτή η Εκκλησία βιώνει το μεγάλο γεγονός της Βαπτίσεως του Κυρίου και παράλληλα την φανέρωση της Αγίας Τριάδος. 
Το κυρίως θέμα της εικόνας είναι ο Κύριος. Ο Χριστός καθώς στέκεται στο μέσον του Ιορδάνου, αποτυπώνεται άλλοτε γυμνός και άλλοτε με ένα λευκό ένδυμα γύρω από τη μέση Του. Παρατηρώντας κανείς τον Χριστό διακρίνει μια λεπτότητα και έναν ασκητισμό στο μη σαρκώδες σώμα Του. Ο Κύριος εντός του ποταμού, του οποίου μέχρι εκείνη την στιγμή τα νερά δεν ήταν αγιασμένα και θύμιζαν τον θάνατο(1), στέκει δυναμικά έχοντας το χέρι Του σε στάση ευλογίας και γίνεται αιτία, κατά τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, αυτός ο «υγρός τάφος» να καθαρίσει την αμαρτία(2) και όλο τον παλαιό Αδάμ να τον αναγεννήσει μέσα σε αυτόν. Με την στάση Του αυτή δείχνει να ευλογεί τα νερά ώστε να ετοιμαστούν και με την είσοδό Του μέσα σε αυτά να γίνουν ύδατα βαπτίσματος, αγιασμένα και σωτήρια. Κατανοούμε λοιπόν πως ο Κύριος δεν αγιάσθηκε από τα νερά του Ιορδάνη αλλά ο Ίδιος τα αγίασε με την αποδοχή της ταπεινής αυτής Του πράξης. Αγιάζονται τα νερά του Ιορδάνη από τον Κύριο διότι ο ίδιος δεν είχε ανάγκη βαπτίσεως, γιατί Αυτός είναι απ’ αρχής αγνός και άμωμος. Το βάπτισμα το οποίο δέχεται ο Κύριος από τον Πρόδρομο είναι βάπτισμα ταπείνωσης: «ἦλθεν… καὶ πρὸς τὸν δοῦλον αἰτῶν τὸ Βάπτισμα, δουλοπρεπῶς ἐφίσταται…»(3), παράλληλα όμως είναι και βάπτισμα παραδειγματισμού διότι είναι ένα ακόμη δείγμα σεβασμού προς τον άνθρωπο και μία ακόμη από τις πολλές αποδείξεις της υπέρτατης αγάπης Του προκειμένου να γίνει Αυτός αιτία σωτηρίας του ανθρώπου: «Ἰδοὺ ἡ κάθαρσις, ἰδοὺ ἡ λύτρωσις, ἡ ἀνάπλασις πάντων…»(4). Άλλωστε και η προτροπή Του προς τον Τίμιο Πρόδρομο αποδεικνύει του λόγου το αληθές: «ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν πρὸς αὐτόν, ἄφες ἄρτι, οὕτως γὰρ πρέπον ἐστὶν ἡμῖν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην»(5). Με τον τρόπο αυτό το βασικό στοιχείο της φύσης και του ανθρώπου το οποίο είναι το νερό, δια της βαπτίσεως του Κυρίου αγιάζεται και λαμπρύνεται και μαζί με αυτό ολόκληρη η πλάση, λογική και άλογη, έμψυχη και άψυχη. Δικαίως ο ιερός ψαλμωδός προτρέπει: «Χόρευε ἡ κτίσις αἰσθομένη, Θεοῦ τὴν ἁγίαν ἐπιφάνειαν∙… ἐπέστη, ὁ ταῖς εὐλογίαις, ὑμᾶς Χριστὸς λαμπρύνων»(6).
Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο της εικόνος είναι η στάση του Κυρίου εντός του Ιορδάνου. Μία στάση η οποία υποδηλώνει κίνηση. Παρατηρούμαι πως το ένα πόδι του Κυρίου δείχνει να κινείται προς τα εμπρός κι αυτό διότι είναι πιο μπροστά από το άλλο. Αυτό μαρτυρεί τρόπον τινά την διάθεσή Του να υπακούσει στην εντολή-παράκληση την οποία Του αναπέμπει ο άνθρωπος λέγοντάς Του πως μόνον Εσύ μπορείς: «ἵνα ἐπιστρέψῃς κόσμον ἐκ πλάνης, καὶ σώσῃς τὰς ψυχὰς ἡμῶν»(7). Σε αυτή Του όμως την δημόσια παρουσία και δράση πρωτίστως πρέπει να δεχθεί το βάπτισμα ως άνθρωπος και έπειτα να οδηγηθεί: «εἰς τὴν ἔρημον ὑπὸ τοῦ πνεύματος»(8), έτσι ώστε: «πειρασθῆναι ὑπὸ τοῦ διαβόλου»(9) να καταστεί έτοιμος για να βγει και να οδηγηθεί στον δημόσιο αγώνα Του: «ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι’ αὐτοῦ»(10). Αξιοπρόσεκτη επίσης είναι η μαρτυρία και η ομολογία του Τιμίου Προδρόμου ο οποίος βλέποντάς Τον να πλησιάζει λέει το «ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου»(11) και η οποία ουσιαστικά καταμαρτυρεί το ποιος είναι Αυτός ο οποίος πλησιάζει στο βάπτισμα.
Μέσα στον ποταμό γύρω από τον Χριστό κολυμπούν ψάρια, ενώ ξεχωρίζουν κάτω δεξιά και αριστερά δύο πρόσωπα. Μία γυναίκα η οποία είναι στολισμένη με βασιλικό στέμμα και κρατά σκήπτρο κι ένας άντρας ηλικιωμένος ο οποίος κρατά μία στάμνα-υδρία μέσα από την οποία τρέχει άφθονο νερό. Τόσο η γυναίκα όσο και ο άντρας βρίσκονται καθισμένοι πάνω σε μεγάλα ψάρια «θηριόμορφα». Η παρουσία και των δύο έχει αλληγορική σημασία και η μεν συμβολίζει την Ερυθρά θάλασσα, ο δε συμβολίζει τον Ιορδάνη ποταμό(12).
Κατά την Βάπτιση του Κυρίου έχουμε φανέρωση της Αγία Τριάδος: «Τριάδος ἡ φανέρωσις, ἐν Ἰορδάνῃ γέγονεν∙»(13) εξ ου και η γιορτή ονομάζεται Θεοφάνεια. Το αγιογραφημένο χέρι στο επάνω μέρος της εικόνας υποδηλώνει την παρουσία του Θεού Πατέρα με μία ευλογούσα παλάμη εξερχόμενη μέσα από ένα ημικύκλιο το οποίο αναπαριστά τον ουρανό. Από το ημικύκλιο αυτό φεύγουν-εκχέονται ακτίνες φωτός οι οποίες φωτίζουν ένα περιστέρι. Αυτή είναι η χαρακτηριστική αγιογραφημένη αποτύπωση της Αγίας Τριάδας. Με τον τρόπο αυτό ο λόγος του Θεού Πατέρα ο οποίο μαρτυρεί την θεότητα του Υιού: «οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα»(14), φαίνεται στο χέρι το οποίο ευλογεί, το Άγιο Πνεύμα στις ακτίνες και στο λευκό περιστέρι, ενώ το δεύτερο πρόσωπο  της Αγίας Τριάδος είναι παρόν με την αποδοχή της βαπτίσεώς Του.  Ο Πατέρας μαρτυρεί την θεότητα του Υιού Του: «ὁ μὲν γὰρ Πατήρ, ἐναργῆ μαρτυρίαν τῷ συγγενεῖ ἐπεφώνησε»(15), ο Υιός αποδέχεται διά της βαπτίσεως να απαλλάξει τον κόσμο από τα δεσμά της αμαρτίας και του σατανά: «ὁ Υἱὸς τὴν ἄχραντον κορυφὴν τῷ Προδρόμῳ ὑπέκλινε, καὶ βαπτισθείς, τὸ ἀνθρώπινον ἐκ δουλείας ἐρρύσατο»(16),  «τὸ Πνεῦμα περιστερᾶς ἐν εἰκόνι κατέπτη οὐρανόθεν·»(17) και βεβαιώνει «τοῦ λόγου τὸ ἀσφαλές»(18) και εδραιώνει το απαρασάλευτο της αληθινής πίστεως, θεμέλιο.
Το δεύτερο σημαντικό πρόσωπο της εικόνος είναι ο Τίμιος Πρόδρομος, είναι αυτός ο οποίος έπαιξε μεγάλο ρόλο στο απολυτρωτικό έργο του Κυρίου από τον οποίο έλαβε «δουλικὸν Βάπτισμα»(19) πριν προχωρήσει στην δημόσια δράση και παρουσία Του. Ο Τίμιος Πρόδρομος βρίσκεται στα αριστερά της εικόνος υποκλινόμενος ταπεινά εμπρός στον βαπτιζόμενο Κύριο. Το δεξί του χέρι αγγίζει την κεφάλη του Κυρίου, ενώ το αριστερό του βρίσκεται σε στάση δέησης. Στο παρουσιαστικό του βλέπει κανείς τον ασκητισμό και την αυστηρότητα του βίου του. Κεφάλι αναμαλλιασμένο, γένι αραιό και άτακτο, λεπτά και άσαρκα άκρα και αυστηρή ασκητική έκφραση προσώπου. Το ότι ήταν: «ἐνδεδυμένος τρίχας καμήλου»(20) και είχε: «ζώνην δερματίνην περὶ τὴν ὀσφὺν αὐτοῦ»(21) καθώς επίσης το ότι πορευόταν στην ζωή του: «ἐσθίων ἀκρίδας καὶ μέλι ἄγριον»(22) δείχνουν το ασκητικό του μεγαλείο καθώς επίσης το μελαμψό και λιπόσαρκο του προσώπου μαρτυρεί τον καύσωνα και το τραχύ της ερήμου.
Ακριβώς δίπλα του υπάρχει ένα δέντρο μέσα στα κλαδιά του οποίου βρίσκεται ακουμπισμένος ένας πέλεκυς. Αυτός συμβολίζει τα λόγια του Τιμίου Προδρόμου: «ἤδη δὲ ἡ ἀξίνη πρὸς τὴν ῥίζαν τῶν δένδρων κεῖται• πᾶν οὖν δένδρον μὴ ποιοῦν καρπὸν καλὸν ἐκκόπτεται καὶ εἰς πῦρ βάλλεται»(23). Μας προειδοποιεί αλληγορικά ο προδρομικός λόγος πως κάθε άκαρπο δέντρο, δηλαδή κάθε άνθρωπος ο οποίος δέχθηκε το τάλαντό του αλλά δεν το εργάσθηκε σωστά, ως άκαρπο δέντρο θα κοπεί και θα οδηγηθεί στο αιώνιο πυρ και την τιμωρία. Θα οδηγηθεί ουσιαστικά στην αποκοπή της κοινωνίας μετά του Θεού.
Τέλος στην δεξιά πλευρά της εικόνας υπάρχει μια ομάδα Αγγέλων, οι οποίοι έχουν τα χέρια τους προτεταμένα και καλυμμένα με υφάσματα δείχνοντας, με την στάση τους αυτή, την προθυμία τους να διακονήσουν τον Κύριό τους και κατ’ επέκταση στο πρόσωπό Του όλο το ανθρώπινο γένος. Στα πρόσωπά τους είναι αποτυπωμένη μια χαρμόσυνη απορία. Είναι σα να ομολογούν: «Τί τὸ ξένον τοῦτο θέαμα;… ὁ λίμνας καὶ ποταμούς, ποιήσας προστάγματι, τὰ Ἰορδάνια, ρεῖθρα ἔρχεται, περιβαλέσθαι∙ τούτοις γάρ, τὸν Ἀδὰμ ἀνακαινίζει.»(24).
Κλείνοντας να τονίσουμε πως η όλη αγιογραφική αποτύπωση της Βαπτίσεως του Κυρίου στον Ιορδάνη ποταμό μας οδηγεί στην αποδοχή της φανέρωσης της Αγίας Τριάδος και στην προσκύνηση Της. Κατά την ημέρα των Θεοφανείων ο πρόθυμα προσερχόμενος στο Ναό πιστός δεν διδάσκεται μόνον από την θεολογία της εικόνας να γίνεται προσευχητικά μέτοχος της Χάριτος της Αγίας Τριάδος, αλλά καλείται εν ελευθερία να ζήσει εν Χριστώ και να καταστήσει την καρδιά του χώρο και κατοικητήριο του Θεού προγευόμενος του Παραδείσου. Η σωτηρία μας είναι γεγονός αληθινό κάτω από την προϋπόθεση της αποδοχής του γεγονότος ότι ο Υιός του Θεού έλαβε σάρκα ανθρώπου, ότι έγινε αιτία της Τριαδικής αποκάλυψης και φανέρωσης και ότι ο Πατέρας προσελκύει προς τον Υιό Του τους ανθρώπους «οὐδεὶς δύναται ἐλθεῖν πρός με, ἐὰν μὴ ὁ πατὴρ ὁ πέμψας με ἑλκύσῃ αὐτόν»(25).
Φτάσαμε στο τέλος του δωδεκαημέρου γευόμενοι το μεγαλείο της ταπείνωσης του Υιού και Λόγου μέσα από την φάτνη, την περιτομή και την Βάπτισή Του και παρ’ ότι μπορεί να πει κανείς πως είναι όλα ασύλληπτα για τον ανθρώπινο νου, εν τούτοις είναι η μόνη αλήθεια η οποία οδηγεί στη σωτηρία του ανθρώπου. Να ευχηθούμε να μας φωτίζει ο Επιφανής Θεός να κατανοούμε την παρουσία Του στη ζωή μας, να διαβιούμε πάντα ευχαριστιακά και να αποδεχθούμε την: «δι᾽ ὕδατος καὶ Πνεύματος»(26) ανακαίνισή μας η οποία: «τὴν παλαιωθεῖσαν φύσιν ὑπὸ τῆς ἁμαρτίας»(27) την οδήγησε και πάλι στην κοινωνία μαζί Του.

Χρόνια πολλά και ευλογημένα.

Υποσημειώσεις
(1) Στην Παλαιά Διαθήκη κατά τον κατακλυσμό στην εποχή του Νώε έχουμε μία μεταφορική και κυριολεκτική αποτύπωση του θανάτου.
(2) Ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων αναφέρει: «Καταβάς ἐν ὕδασιν ἔδησε τόν ἰσχυρόν».
(3) Τροπάριο προεόρτιο θ’ ωδής  3ης Ιανουαρίου.
(4) Τροπάριο προεόρτιο δ’ ωδής  4ης Ιανουαρίου.
(5) Ματθαίος Γ’, 15.
(6) Τροπάριο προεόρτιο η’ ωδής  3ης Ιανουαρίου.
(7) δοξαστικό αίνων 6ης Ιανουαρίου)
(8) Ματθαίος Δ’, 1.
(9) Οπ. π.
(10)  Ιωάννης Γ’, 17.
(11)  Ιωάννης Α’, 29.
(12)  • Τα πρόσωπα αυτά αποτυπώνονται αγιογραφικά σύμφωνα με τον λόγο του Δαυίδ: «ἡ θάλασσα εἶδε καὶ ἔφυγεν, ὁ Ἰορδάνης ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω•» (Ψαλμός ΡΙΓ’, 3).
         • Άξια προσοχής είναι και η αλληγορική προσέγγιση την οποία κάνει ο ιερός Χρυσόστομος σε ό,τι αφορά τον Ιορδάνη ποταμό. Ο ποταμός έχει δύο μεγάλες πηγές την μία την ονομάζει Ιόρ και την άλλη Δαν. Αυτές οι δύο δημιουργούν δύο μικρά ποτάμια των οποίων η συνένωση δημιουργεί τον Ιορδάνη, ο οποίος με την σειρά του φτάνει και χύνεται στην Νεκρά θάλασσα. Ο ποταμός Ιορδάνης είναι ο τύπος του ανθρωπίνου γένους. Οι δύο πηγές συμβολίζουν τον Αδάμ και την Εύα είναι οι δύο πηγές από τις οποίες προήλθες το ανθρώπινο γένος. Και το γένος προς τα πού πήγες; Στη νέκρωση και τον θάνατο, όπως ο Ιορδάνης στη Νεκρά Θάλασσα. Ήρθε όμως ο Υιός του Θεού, που πόνεσε για την αθλιότητα του ανθρωπίνου γένους, κι έγινε άνθρωπος, κι έπαθε επάνω στο σταυρό, και κατήργησε, με τον θάνατό του, τον θάνατο. Έτσι χάρισε στους ανθρώπους τη ζωή και τους επέστρεψε προς τα πίσω, τους έκανε να μη  τρέχουν πια προς τη νέκρωση και τον θάνατο, αλλά προς την αφθαρσία. Αυτός είναι ο λόγος, που ο Απόστολος Παύλος λέει, ότι «ὅσοι ἐβαπτίσθημεν εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν, εἰς τὸν θάνατον αὐτοῦ ἐβαπτίσθημεν» (Ρωμ. ΣΤ’, 3).
(13) Τροπάριο εόρτιο η’ ωδής.
(14)  Ματθαίος Γ’, 17.
(15) Ιδιόμελο Γ’ Ώρας Θεοφανείων, ήχος δ’.
(16)  Οπ. π.
(17) Οπ. π.
(18) Απολυτίκιο Θεοφανείων.
(19) Ιδιόμελο τροπάριο ακολουθίας Μεγάλου Αγιασμού.
(20) Μάρκος Α’, 6.
(21) Οπ. π.
(22) Οπ. π.
(23) Ματθαίος Γ’ 10.
(24) Τροπάριο προεόρτιο, Ωδή ζ’,  3ης  Ιανουαρίου.
(25) Ιωάννης ΣΤ’, 44.
(26) Ευχή Μεγάλου Αγιασμού, ποίημα αγίου Σωφρονίου Πατριάρχου Ιεροσολύμων.
(27) Οπ. π.
 
 
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...