Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ
Ψυχή:
Θλίψη ἀνυπόφορη αἰσθάνομαι. Πουθενά δέν βρίσκω χαρά καί παρηγοριά, οὔτε
μέσα μου οὔτε γύρω μου. Δέν μπορῶ νά βλέπω συνέχεια στόν κόσμο τήν
πλάνη, τήν ἀπάτη, τήν ψυχοκτονία. Τό ἀφηρημένο κοίταγμα τοῦ κόσμου, οἱ
λίγες ἀπρόσεκτες ματιές στούς πειρασμούς του καί ἡ παιδιάστικη, ἀπό
ἔλλειψη πείρας, ἐμπιστοσύνη μου σ᾿ αὐτόν τράβηξαν ἐπάνω μου τά φαρμακερά
του βέλη, πού μέ γέμισαν θανάσιμες πληγές.
Γιατί
νά κοιτάζω τόν κόσμο; Γιατί νά τόν περιεργάζομαι, γιατί νά μαθαίνω κάθε
λεπτομέρειά του, γιατί νά ἀφοσιώνομαι σ᾿ αὐτόν, ἀφοῦ εἶμαι μιά φευγαλέα
σελίδα στό πελώριο βιβλίο του; Ὁπωσδήποτε θά τόν ἀφήσω κάποτε, μόνο πού
δέν γνωρίζω τό πότε. Κάθε μέρα καί κάθε ὥρα πρέπει νά εἶμαι ἕτοιμη γιά
τή μετάβασή μου στήν αἰωνιότητα. Ὅσο κι ἄν παραταθεῖ ἡ περιπλάνησή μου
στήν ἔρημο τοῦ κόσμου τούτου, αὐτή δέν εἶναι τίποτα μπροστά στήν
ἀτέλειωτη αἰωνιότητα, ὅπου δέν ὑπάρχει διαφορά ἀνάμεσα στίς ὧρες, τίς
μέρες, τά χρόνια καί τίς ἑκατονταετίες. Ὁ ἴδιος ὁ κόσμος μέ ὅλα τά
τεράστια κατασκευάσματά του θά πάψει νά ὑπάρχει: « Ἡ γῆ, ὅπως καί ὅλα
ὅσα θά ἔχουν γίνει πάνω σ᾿ αὐτήν, θά κατακαοῦν»1. Θά κατακαοῦν, γιατί
εἶναι καρποί τῆς πτώσεως καί τῆς ἀποδοκιμασίας τῶν ἀνθρώπων.
Οἱ πληγές, πού μοῦ προξένησε ὁ κόσμος, μ᾿ ἔκαναν νά τόν ἀποστραφῶ. Αὐτή ἡ ἀποστροφή, ὡστόσο, δέν μέ φύλαξε ἀπό νέες πληγές.
Δέν θέλω νά βρίσκομαι μέσα στόν κόσμο!
Δέν θέλω νά ὑποτάσσομαι στόν κόσμο!
Δέν θέλω νά τόν ὑπηρετῶ!
Δέν θέλω οὔτε νά τόν βλέπω!
Ἀλλά
αὐτός ἀπό παντοῦ μέ παρακολουθεῖ. Βίαια μέ κυριεύει. Παρουσιάζεται
μπροστά μου μέ ὀμορφιά σαγηνευτική. Μέ παραλύει, μέ σημαδεύει, μέ χτυπᾶ,
μέ σκοτώνει. Κι ἐγώ, ἔχοντας πάντα μέσα μου τήν τάση πρός τήν αὐταπάτη,
τήν πλάνη καί τήν ἁμαρτία, συνεχίζω νά ἐξαπατῶμαι ἀπό τόν κόσμο. Χωρίς
νά τόν βλέπω, ἐλκύομαι ἀθέλητα ἀπ᾿ αὐτόν. Μέ βουλιμία πίνω τό φαρμάκι
του. Βαθιά καρφώνονται μέσα μου τά βέλη πού μοῦ πετᾶ.
Παίρνω
τό βλέμμα μου ἀπό τόν κόσμο καί τό στρέφω βαρύθυμο καί ἐρευνητικό στόν
ἴδιο μου τόν ἑαυτό. Δέν βρίσκω τίποτα τό παρήγορο μέσα μου, ὅπου
κοχλάζουν ἀναρίθμητα ἁμαρτωλά πάθη! Συνέχεια μολύνομαι μέ διάφορα
ἁμαρτήματα. Ἄλλοτε βασανίζομαι ἀπό τή μνησικακία καί τήν ὀργή, ἄλλοτε
καίγομαι ἀπό τή σαρκική ἐπιθυμία καί τή σαρκική πύρωση. Ἡ φαντασία μου
κινητοποιεῖται ἀπό κάποιαν ἐνέργεια ξένη, ἐχθρική. Σκανδαλιστικές μορφές
παρουσιάζονται μπροστά μου καί μέ παρακινοῦν νοερά νά ἁμαρτήσω, νά
γευθῶ τήν ὀλέθρια ἡδονή. Δέν ἔχω τή δύναμη νά τρέξω μακριά ἀπό τίς
προκλητικές εἰκόνες. Αὐθόρμητα καί ἀναπότρεπτα κολλᾶνε πάνω τους τά
ἀρρωστημένα μου μάτια. Καί νά τρέξω ποῦ;! Ἔτρεξα κάποτε στήν ἔρημο. Μέ
ἀκολούθησαν κι ἐκεῖ οἱ παραστάσεις τῆς ἁμαρτίας. Κι ἔπεσαν πάνω μου μέ
ζωντάνια μεγαλύτερη, μέ διάθεση φονική.
