Saturday, 18 October 2014

LOVE FOR WORK-From “Family Life, ” by Elder Paisios the Athonite.

  

From “Family Life, ” by Elder Paisios the Athonite, published by the Sacred Hesychastirion of St. John the Evangelist, Souroti, Greece.
   
Geronda, why do so many people feel bored at work?

—Maybe they don’t love their job? Or, maybe they work on the same thing continually? With some jobs, say at a factory where they make door and window frames, a laborer might do the same thing from morning till the time he leaves: glue, glue, glue. Another constantly handles windows; another, putty. They constantly do the same monotonous work; and their boss is always watching them, not for just one or two days, either. It is always the “same old, same old,” to the point of boredom. In the old days it wasn’t like that though. A contractor would be given four walls from the carpenters and was expected to present the owner with a finished house and the key. He would have built the floors, the door and window frames, and would even have set the windows with putty. Afterwards he would have built spiral staircases, turned banisters; after that he would have painted, built the cupboards and the shelves, even the furniture! Even if he didn’t do all of it himself, he knew how to do it. In a pinch a contractor could even put the tiles on the roof.

Today so many people are tormented because they don’t love their jobs. 
 
They eagerly await the hour when they can go home. But when one has zeal for his job and is interested in what he is doing, no matter how much he works, his zeal grows. He is devoted to his job; and when it is time to leave he says, “Where did the time go?” He even forgets to eat and sleep; he forgets everything! Fasting like this, he isn’t hungry; sleepless, he isn’t tired, but instead rejoices that he doesn’t need sleep. It’s not that he suffers from hunger or lack of sleep; it’s that work is like a feast day for him.



Geronda, how is it that when two people have the same job, one can be spiritually profited from it while the other is spiritually harmed?



—It depends on how each one does his work and what is within him. If one works with humility and love, everything is bright, clean, and delightful, and he will feel refreshed. But if one allows prideful thoughts and thinks that he does his work better than others, he may feel a certain satisfaction, but this satisfaction doesn’t fill his heart because his soul is not growing; he has no rest.

When a person doesn’t do his work with love he grows tired. For such a one merely knowing he must climb a hill to finish a job makes him tired, because he doesn’t love his work. The one who does his job with all his heart, however, goes up and down the hill without even realizing it. A worker could dig in the sun, for example, and not get tired, as long as he does it from his heart. But if he doesn’t do it from his heart, he is always stopping, loafing around and complaining. “Oh, it is so hot,” he says, and so he suffers.



Geronda, can a person become so absorbed with his career, his job, that he becomes indifferent or inconsiderate towards his family, etc.?

—He should love his job simply; he shouldn’t “fall in love” with it. If he doesn’t love his work, he will tire out doubly, both bodily and spiritually. Then even his bodily rest won’t relax him because he will be spiritually  exhausted. Spiritual exhaustion is something that overwhelms a man. When someone works with all his heart and is joyful, he is spiritually relaxed and his bodily exhaustion disappears.
 
You see, I know a general who still does all the jobs of his privates. How he worries about them! Like a father! Do you know what joy he feels?! Those under him also rejoice. Once he set out at midnight from Evro, headed to Larisa for the feast of Saint Achillius. He wanted to make it in time for Divine Liturgy, even though it would have been fine for him simply to go later, and be there only for the Doxology service afterwards. But he said, “I must be on time to honor the Saint.” He does everything with all his heart! The gratification felt in one who does his work with filotimo is a good gratification. It was given by God so that His creature would not tire out. This is true rest from weariness.



Geronda, how about our God-given, individual talent?

—Each person should increase the talent he has; for God, having given it him, expects a return. For example, the mind is powerful, but depending upon how one uses it, can be used for good or evil. Someone who is very bright—-if he uses his mind properly—is able to invent things which may help the world. But if he doesn’t use his mind properly he might invent a way, let’s say, to rob his neighbor. People who draw cartoons in newspapers and the like are able, in only one cartoon—one sketch—to present their whole message. And if the cartoon is dealing with ecclesiastical issues and such, they are even able to present theology sufficiently. Some of them could have delved deeper into divine teachings if they would have studied theology—had they put their mind to it. That is, they could have sharpened their mind; they could have sanctified it, and thus would have helped themselves and others. But instead, many do negative work; obscene if they are obscene, ridiculous if they are ridiculous.

In other words, those with exceptional abilities will either become useful or destructive, while doubtless those who are not exceptional won’t be able to do great good, but at least they also won’t be able to do great harm.



Vol. 18, Issue 07-08 Orthodox Heritage

Friday, 17 October 2014

Αλήθεια...πώς να «βγάλω» το παιδί;


Δεν είναι σπάνιο το ερώτημα στα χείλη νέων γονέων. Ερώτημα που το απευθύνουν ο ένας στον άλλον πρώτα, σε γνωστούς και φίλους κατόπιν, στον πνευματικό τους κάποιοι. Και θα ήταν ανάξιο λόγου ένα τέτοιο ερώτημα, αν η απάντησή του δεν γεννούσε έριδες, διαφωνίες και ψυχρότητες και αν αντιμετωπιζόταν χωρίς καμία πνευματική επίπτωση στο νεογέννητο παιδί.

Τί συμβαίνει λοιπόν; Την χαρά της τεκνογονίας, την εμπειρία της πατρότητας και μητρότητα, την ευλογία της συνδημιουργίας ζωής με το Θεό να σκιάζουν ευθύς εξ αρχής έριδες και διχογνωμίες σχετικά με το όνομα του παιδιού! «Του πατέρα μου», επιμένει ο σύζυγος. «Της μητέρας μου», η σύζυγος. «Δεν μ” αρέσει το όνομα του πατέρα σου». «Είναι όμως η σειρά των δικών μου γονέων να χαρίσουν το όνομα στο εγγονάκι τους». Πόσες τέτοιες αντιπαραθέσεις και καυγάδες! Και όταν μάλιστα αυτές υποδαυλίζονται εκατέρωθεν από τους γονείς και τους συγγενείς των δύο νέων γονέων, τότε τα πράγματα μπορεί να φθάσουν σε εντάσεις και ρήξεις οικογενειακές μεγάλες, με απρόβλεπτες και μακροχρόνιες συνέπειες.
Βέβαια είναι καλό και προσδίδει τιμή και σεβασμό το έθιμο και η παράδοση, το κάθε παιδί να παίρνει το όνομα του παππού ή της γιαγιάς του. Χαρίζει αυτό και μια ιδιαίτερη χαρά και ικανοποίηση στους παππούδες, καθώς αισθάνονται μια πληρότητα βίου και μια ολοκλήρωση προσφοράς. Όμως το όνομα του παιδιού δίνεται στο παιδί για το παιδί. Συνοδεύει από την ήμέρα της Βαπτίσεώς του και έξης εις αιώνας αιώνων αυτό το ίδιο το νεογέννητο παιδί. Μ” αυτό το όνομα θα μνημονεύεται όσα χρόνια ζήσει επί της γης, αλλά και μ” αυτό το όνομα θα μνημονεύεται στους τεθνεώτας μετά τον θάνατό του, αφού μ” αυτό το όνομα θα ζήσει στην αιωνιότητα.
Επομένως, το όνομα του παιδιού αφορά πρωτίστως και καθοριστικώς αυτό το ίδιο το παιδί. Έτσι και η επιλογή του δεν πρέπει να επηρεάζεται από κοσμικά, φιλοσυγγενικά και υστεροφημικά κριτήρια, αλλά η βαρύτητα πρέπει να πέφτει στο πως το όνομα του παιδιού θα επηρεάσει το ίδιο, θα το εμπνεύσει και θα το καθοδηγήσει στην ζωή του προς το αγαθό. Ο Άγιος που κάθε άνθρωπος φέρει το όνομά του καθίσταται πρότυπο στην ζωή του. Εμπνευστής στον βίο του. Προστάτης και βοηθός στον δρόμο της ζωής του. Δημιουργεί συγκινήσεις και πόθους μιμήσεως έτσι, ώστε να υποβοηθείται ο άνθρωπος στον αγώνα για να χαριτωθεί, να αξιωθεί και της δικής του αγιότητος δια πρεσβειών του Αγίου του οποίου το όνομα φέρει.
Αυτά πρέπει να είναι τα κριτήρια των γονέων. Έτσι πρέπει να επιλέγουν, και όχι με το ποιο όνομα είναι της μόδας για τον άλφα ή βήτα λόγο. Ποιο όνομα φτιάχνει ωραίο και μοντέρνο χαϊδευτικό ή μερικές φορές με τη διπλή ονοματοδοσία, για να ικανοποιήσουν διάφορες επιθυμίες και απαιτήσεις.
Μετά το θαύμα της εισόδου στη ζωή ενός παιδιού ακολουθεί ένα δεύτερο θαύμα: της εισόδου του στην αγία μας Εκκλησία δια του Μυστηρίου του Βαπτίσματος. Μαζί με την ευλογία και την Χάρη του ιερού Μυστηρίου το νεογέννητο λαμβάνει και το ιδιαίτερο όνομά του. Ακολουθούν και οι πρεσβείες και η ευλογία του Αγίου του οποίου το όνομα λαμβάνει. Αναλαμβάνει συγχρόνως και την παρακαταθήκη, την ευθύνη και την υποχρέωση να μιμείται και να εμπνέεται από την ζωή του Αγίου του, καθώς θα μεγαλώνει και θα μαθαίνει γι” αυτόν, αλλά και θα αρχίζει να αγωνίζεται στον πνευματικό στίβο της ζωής.
Ας μη το ξεχνούν λοιπόν αυτό οι νέοι γονείς. Και ας μην επιτρέπουν την χαρά της γεννήσεως ενός παιδιού να επισκιάζουν έριδες σχετικά με το όνομά του. Αλλά και να μην αφήνουν να κυριαρχούν στην επιλογή του ονόματος κοσμικά και ανθρώπινα κριτήρια, που θα αποκόπτουν το παιδί από την ζωή των Αγίων, την ευλογία και την χάρη τους στην ζωή του.

Πηγή-in-agiosdimitrios.com

Thursday, 16 October 2014

Οι τρεις τάξεις της χάριτος


Σε τρεις τάξεις διαιρείται η χάρις: Καθαρτική, φωτιστική, τελειωτική. Σε τρεις και η ζωή μας: Κατά φύσιν, υπέρ φύσιν, παρά φύσιν. Σε αυτές τις τρεις τάξεις ανέρχεται και κατέρχεται. Τρία είναι και τα μεγάλα χαρίσματα, που λαμβάνει: Θεωρία, αγάπη, απάθεια.
Λοιπόν στην “πράξιν” συνεργεί χάρις καθαρτική, η οποία βοηθά στην κάθαρση. Και κάθε ένας, που μετανόησε, η χάρις είναι που τον προτρέπει στη μετάνοια. Και όσα κάνει της χάριτος είναι, αν και δεν το γνωρίζει αυτός που την έχει, όμως αυτή τον τροφοδοτεί και τον οδηγεί. Και ανάλογα με την προκοπή του, ανέρχεται ή κατέρχεται ή μένει στην ιδία κατάσταση. Εάν έχει ζήλο και αυταπάρνηση ανεβαίνει σε θεωρία, την οποία διαδέχεται φωτισμός θείας γνώσεως και λίγη απάθεια. Εάν ψυχρανθεί ο ζήλος, η προθυμία, τότε συστέλλεται και η ενέργεια της χάριτος.
Γι’ αυτόν που λες ότι γνωρίζει να προσεύχεται, είναι εκείνος που γνωρίζει τι εύχεται και τι ζητά από τον Θεό. Αυτός που γνωρίζει να προσεύχεται δεν βαττολογεί, δεν ζητά περιττά· αλλά γνωρίζει τον τόπο, τον τρόπο και τον καιρό και ζητά τα αρμόδια και ωφέλιμα της ψυχής του. Επικοινωνεί νοερά με το Χριστόν. Τον πιάνει και τον κατέχει και “δεν θα σε αφήσω, λέγει, εις τον αιώνα”.
Εκείνος που προσεύχεται ζητά την άφεσξη των αμαρτιών, ζητά το έλεος του Κυρίου. Εάν ζητά και μεγάλα, όχι στον κατάλληλο καιρό, δεν του τα δίδει ο Κύριος. Διότι ο Θεός τα δίνει με τάξη. Και, αν εσύ τον κουράζεις ζητώντας, αφήνει το πνεύμα της πλάνης και προσποιείται τη χάρη και σε πλανά, δείχνοντάς σου άλλα αντί άλλων. Γι’ αυτό δεν είναι ωφέλιμο να ζητά κανείς τα υπέρμετρα. Αλλά, και αν εισακουσθεί προ του καθαρισμού, όταν δεν είναι στην τάξη, γίνονται φίδια και βλάπτουν. Συ έχε μετάνοια καθαρή, κάνε σε όλους υπακοή, και μόνη της η χάρη θα έλθει χωρίς εσύ να το ζητάς.
Ο άνθρωπος σαν βρέφος που ψελλίζει ζητά από τον Θεό το θέλημά του το άγιο. Ο Θεός, σαν Πατέρας υπεράγαθος, του δίδει τη χάρη, αλλά του δίδει και πειρασμούς, Εάν υπομένει αγόγγυστα τους πειρασμούς λαμβάνει προσθήκη της χάριτος. Όση περισσότερη χάρη λαμβάνει, τόσο αυξάνονται και οι πειρασμοί. Οι δαίμονες, όταν πλησιάζουν, για να σε πολεμήσουν, δεν πηγαίνουν εκεί που εσύ εύκολα θα τους νικήσεις, αλλά δοκιμάζουν, πού έχεις αδυναμία. Εκεί που εσύ δεν τους περιμένεις, εκεί πολιορκούν το κάστρο. Και, όταν βρουν ψυχή ασθενική και μέρος αδύνατο, πάντα εκεί νικούν και τον κάνουν υπεύθυνο για την ήττα του.
Ζητάς χάρη από τον Θεό; Αντί χάριτος σου αφήνει πειρασμό. Δεν αντέχεις τον πόλεμο, πέφτεις; Δεν σου δίνεται προσθήκη της χάριτος. Πάλι ζητάς; Πάλι ο πειρασμός. Πάλι ήττα; Πάλι στέρηση εφ’ όρου ζωής. Πρέπει λοιπόν να βγεις νικητής. Άντεξε τον πειρασμό μέχρι θανάτου. Πέσε πτώμα στη μάχη, φωνάζοντας κάτω παράλυτος: “Δεν θα σε αφήσω, γλυκύτατε Ιησού! Ούτε θα σε εγκαταλείψω! Αχώριστος θα μείνω στον αιώνα, και για την αγάπην Σου ξεψυχώ στη μάχη”. Και ξαφνικά εμφανίζεται στη μάχη και φωνάζει δυνατά: “Εδώ είμαι! Μάζεψε όλες τις δυνάμεις σου και ακολούθησέ με ! Συ δε γεμίζεις όλος φως και χαρά: Αλλοίμονο σε μένα τον δυστυχή! Αλλοίμονο σε μένα τον πονηρό και αχρείο! Προηγουμένως άκουα για σένα, τώρα δε σε είδαν οι οφθαλμοί μου· γι’ αυτό και κατηγόρησα τον εαυτόν μου, τον θεώρησα δε χώμα και στάχτη”. Τότε γεμίζεις από θεία αγάπη. Και φλέγεται η ψυχή σου σαν του Κλεόπα. Και σε καιρό πειρασμού δεν καταλείπεις πλέον τη μάχη, αλλά υπομένεις τις θλίψεις σκεπτόμενος- ότι όπως πέρασε ο ένας πειρασμός και ο άλλος, έτσι θα περάσει και αυτός.
Όταν όμως δειλιάζεις και γογγύζεις και δεν υπομένεις τους πειρασμούς, τότε, αντί να νικάς πρέπει διαρκώς να μετανοείς· για τα σφάλματα της ημέρας, για την αμέλεια της νύκτας. Και, αντί να αυξάνεται η χάρις, μεγαλώνεις τις θλίψεις σου. Γι’ αυτό μη δειλιάζεις μη φοβάσαι τους πειρασμούς. Και αν πέσεις πολλές φορές, σήκω. Μη χάνεις τη ψυχραιμία σου. Μην απογοητεύεσαι. Σύννεφα είναι και θα περάσουν.
Και όταν, με τη βοήθεια της χάριτος που σε καθαρίζει από όλα τα πάθη, περάσεις όλα αυτά που λέγονται “πράξις”, τότε γεύεται ο νους φωτισμό και κινείται σε θεωρία.
Και πρώτη θεωρία είναι των όντων: Πως όλα τα δημιούργησε για τον άνθρωπον ο Θεός, και αυτούς ακόμη τους Αγγέλους για να τον υπηρετούν. Πόσην αξία, πόσο μεγαλείο, τί μεγάλο προορισμό έχει ο άνθρωπος – αυτή η πνοή του Θεού! Όχι για να ζήσει εδώ τις λίγες ημέρες της εξορίας του, αλλά να ζήσει αιώνια με τον Πλάστη του. Να βλέπει τους θείους Αγγέλους. Να ακούει την άρρητη μελωδία τους. Τί χαρά! Τί μεγαλείο! Μόλις τελειώνει αυτή η ζωή μας και κλείνουν τα μάτια, αμέσως ανοίγουν τα άλλα και αρχίζει η νέα ζωή. Η αληθινή χαρά, που πλέον τέλος δεν έχει.
Αυτά σκεπτόμενος βυθίζεται ο νους σε μία ειρήνη και γαλήνη, που απλώνεται σε όλο το σώμα, και ξεχνά τελείως ότι υπάρχει σ’ αυτή τη ζωή. Τέτοιες θεωρίες διαδέχονται η μία την άλλη. Όχι να πλάθει φαντασίες με το νου του, αλλά η κατάσταση είναι τέτοια – ενέργεια χάριτος, που φέρνει νοήματα και ασχολείται ο νους στη θεωρία. Δεν τα πλάθει ο άνθρωπος· μόνα τους έρχονται και αρπάζουν το νου στη θεωρία. Και τότε απλώνεται ο νους και γίνεται διαφορετικός. Φωτίζεται. Είναι όλα ανοικτά σ’ αυτόν. Γεμίζει σοφία, και σαν υιός κατέχει τα του Πατρός του. Ξέρει ότι είναι μηδέν, πηλός, αλλά και υιός Βασιλέως. Δεν έχει τίποτε, άλλα όλα τα έχει. Γεμίζει θεολογία. Φωνάζει αχόρταστα, με πλήρη επίγνωση, ομολογώντας ότι η ύπαρξή του είναι μηδέν. Η καταγωγή του είναι ο πηλός· η δε ζωτική δύναμή του, η πνοή τού Θεού – ή ψυχή του. Αμέσως πετά η ψυχή στον ουρανό! – Είμαι το εμφύσημα, η πνοή του Θεού! Όλα διεσώθησαν, έμειναν στη γη, απ’ όπου και ελήφθησαν! Είμαι Βασιλέως αιωνίου υιός! Είμαι θεός κατά χάρη! Είμαι αθάνατος και αιώνιος! Είμαι, μετά μία στιγμή, κοντά στον ουράνιο Πατέρα μου!
Αυτός είναι ο αληθινός προορισμός του ανθρώπου· γι’ αυτό πλάσθηκε, και οφείλει να έλθει απ’ όπου ήλθε. Τέτοιου είδους είναι οι θεωρίες, με τις οποίες ασχολείται ο πνευματικός άνθρωπος. Και περιμένει την ώρα που θα αφήσει το χώμα και θα πετάξει η ψυχή στα ουράνια. Έχε θάρρος λοιπόν, παιδί μου, και με αυτή την ελπίδα υπόμενε κάθε πόνο και θλίψη. Αφού μετά από λίγο θα αξιωθούμε να απολαύσουμε αυτά. Για όλους μας είναι τα ίδια. Όλοι είμαστε παιδιά του Θεού. Αυτόν φωνάζουμε ημέρα και νύκτα και την γλυκειά μας Μανούλα, τη Δέσποινα του Παντός, την οποίαν όποιος παρακαλεί, δεν τον αφήνει ποτέ.

(Γέροντος Ιωσήφ, «Έκφρασις Μοναχικής εμπειρίας», επιστ. Ι΄, εκδ. Ι.Μ.Φιλοθέου, σ. 84-88. – απόσπασμα σε νεοελληνική απόδοση.)

Πηγή:  fdathanasiou.blogspot.gr

Buddhism and Eastern Asceticism Compared to Orthodox Christian Asceticism

 (Archimandrite Zacharias of Essex)

It is unfortunate that there is widespread confusion, not to mention delusion, in the inexperienced, whereby the Jesus Prayer is thought to be equivalent to yoga in Buddhism, or 'transcendental meditation', and other such Eastern exotica. Any similarity, however, is mostly external, and any inner convergence does not rise beyond the natural 'anatomy' of the human soul. The fundamental difference between Christianity and other beliefs and practices lies in the fact that the Jesus Prayer is based on the revelation of the One true living and personal God as Holy Trinity No other path admits any possibility of a living relationship between God and the person who prays.

Eastern asceticism aims at divesting the mind of all that is relative and transitory, so that man may identify with the impersonal Absolute. This Absolute is believed to be man's original 'nature', which suffered degradation and degeneration by entering a multiform and ever-changing earth-bound life. Ascetic practice like this is, above all, centered upon the self, and is totally dependent on man's will. Its intellectual character betrays the fullness of human nature, in that it takes no account of the heart. Man's main struggle is to return to the anonymous Supra-personal Absolute and to be dissolved in it. He must therefore aspire to efface the soul (Atman) in order to be one with this anonymous ocean of the Suprapersonal Absolute, and in this lies its basically negative purpose. 

Ὁσία Σοφία, ἡ ἀσκήτισσα τῆς Παναγίας


Η Σοφία γεννήθηκε το 1883 μ. Χ. σε κάποιο χωριό της Τρίπολης του νομού Τραπεζούντας του Πόντου. Το 1907 μ .Χ,. σε ηλικία 24 χρονών παντρεύτηκε τον Ιορδάνη Χοτοκουρίδου και μετά από τρία χρόνια γέννησε ένα παιδί. Μετά από δύο όμως χρόνια έμεινε ολομόναχη, αφού το παιδί της πέθανε και τον άντρα της πήραν οι Τούρκοι για το στρατό και ακολούθως χάθηκαν τα ίχνη του στον Α΄ παγκόσμιο Πόλεμο. Τότε έφυγε από το χωριό της για κάπου παραθαλάσσια όπου έμεινε μέχρι το 1916 μ. Χ. οπόταν και χάθηκαν τα ίχνη της. Μετά τρία χρόνια λίγοι εναπομείναντες συγγενείς της την εντόπισαν σε μια εκκλησία ντυμένη με ράσα στην Καλαμαριά της Θεσσαλονίκης.
Το 1925 μ. Χ. φεύγει για τη Φλώρινα στον Άγιο Μάρκο όπου βλέπει σε όραμα την Υπεραγία Θεοτόκο που την παροτρύνει να πάει στο Μοναστήρι Της, στην Κλεισούρα.
Μετά από 10 μέρες που ήταν η μέρα της Κοιμήσεως της Παναγίας στις 15 Αυγούστου πηγαίνει εκεί και βρίσκει την ηγουμένη Πελαγία που ήταν παράλυτη. Έκτοτε και μέχρι την κοίμισή της το 1974 μ. Χ. έμεινε εκεί, όπου με αυστηρή άσκηση και οικειοθελείς κακοπάθειες έφτασε σε ύψη Χριστιανικής αρετής και απέκτησε από τον Κύριό μας το χάρισμα της θαυματουργίας.


Τα βράδια τα περνούσε σε μια γωνιά δίπλα από το τζάκι σκεπασμένη με φύλλα. Σε στρώμα δεν κοιμήθηκε ποτέ . Μάλιστα κάποτε για σκοπούς κακοπάθειας έστρωνε πέτρες και έπεφτε πάνω , ενώ τακτικά κτυπούσε το σώμα της με τσουκνίθες.
Η τροφή της υπήρξε συνεχώς λιτή αφού έτρωγε μόνο χόρτα και σαρδέλες, ενώ τις νηστείες έτρωγε μόνο λίγο ψωμί και αλάτι. Τροφή επίσης ήταν μούσκλα ή μανιτάρια που μάζευε από το δάσος. Αν κάποτε άνοιγε κονσέρβα με ψάρια έπρεπε πρώτα να τ’ αφήσει να μουχλιάσουν πριν τα φάει. Το ελαιόλαδο το χρησιμοποιούσε μόνο για τα καντήλια και σε κάποιες προσκυνήτριες/μαθήτριες τις μάθαινε πως να φτιάχνουν χορτόπιτες με καρύδια , που έβγαζαν το δικό τους λάδι. Αργότερα οι συνταγές αυτές χρησιμοποιήθηκαν και από άλλα μοναστήρια.


Wednesday, 15 October 2014

Saint Isaac The Syrian-FAITH IS THE DOOR TO MYSTERIES...


Tuesday, 14 October 2014

Πρέπει να νηστεύουμε και μετά τη Θεία Κοινωνία;


Έχουμε βάλει μέσα μας το Χριστό! Σκεφθείτε να υβρίζουμε τον πλησίον μας, να τον αδικούμε, να τον κλέβουμε!
«Ενώ έχουμε φάει «αμνό», να γινόμαστε «λύκοι»! Ενώ έχουμε φάει «πρόβατο», να αρπάζουμε σαν τα λιοντάρια! Πώς θα απολογηθούμε, όταν κάνουμε τέτοιες αμαρτίες, έχοντας προηγουμένως κοινωνήσει;» (Άγιος Ι. P.G. 58: 508).
Μια τέτοια αμαρτία (μετά τη Θεία Κοινωνία) ζυγίζει πολύ βαριά! Ο Άγιος Ι. καυτηριάζει ακόμα και όσους μετά τη Θεία Κοινωνία το ρίχνουν στο κρασί και στο φαγοπότι, διώχνοντας έτσι από πάνω τους τα χαρίσματα της Θείας Κοινωνίας! «Μη ρίψης χαράν τοσαύτην, μη εκχέης, τον θησαυρόν, μη επεισαγάγης μέθην την της αθυμίας μητέρα, την του διαβόλου χαράν, την μυρία τίκτουσαν κακά. Τον δε Χριστόν ένδον έχων τολμάς, ειπέ μοι, τοσαύτην επεμβαλείν μέθην;» (P.G. 61: 232).
Και αν από μόνη της η τρυφή προκαλεί τον πνευματικό θάνατο (Α΄ Τιμ. 5:6) πόσο μάλλον μετά τη Θεία Κοινωνία! «Και ει εν άλλω καιρώ τούτο γινόμενον απόλλυσι, πολλώ μάλλον μετά την των μυστηρίων κοινωνίαν». (P.G. 61: 231). Έλαβες «άρτον ζωής», και κάνεις πράγματα που επιφέρουν τον θάνατο; Δεν φρίττεις, «Συ δε άρτον ζωής λαβών, πράγμα θανάτου ποιείς, και ου φρίττεις;». (P.G. 61:231). Γι’ αυτό και ο Άγιος Ι. συνιστά ακόμα και νηστεία και μετά την Θεία Κοινωνία! Γράφει: «Πριν κοινωνήσεις, νηστεύεις για να κοινωνήσεις άξια. Αφότου όμως μεταλάβεις, θα πρέπει να αυξήσεις την εγκράτεια, για να μην φανείς ανάξιος γι’ αυτό που έλαβες. Τί λοιπόν; Πρέπει να νηστεύουμε και μετά τη Θεία Κοινωνία; Καλό είναι αυτό, αλλά δεν θα σας υποχρεώνω να το κάνετε. Απλά σας συμβουλεύω να μην το ρίχνετε στο φαγοπότι και στην απληστία» (PG 61:231).
Ελεημοσύνη! Ο Άγιος Ι. το θεωρεί αδιανόητο, να έχεις κοινωνήσει, και να αδιαφορείς για τον πλησίον σου! Να βλέπεις μπροστά σου το Χριστό γυμνό και πεινασμένο στο πρόσωπο του άλλου, και συ να μην του δίδεις σημασία! «Τι λέγεις; Ανάμνησιν Χριστού ποιείς, και πένητας παροράς και ου φρίττεις;» (P.G. 61:229). «Αν έκανες μνημόσυνο του παιδιού σου ή του αδερφού σου, και δεν έκανες, όπως λέει το έθιμο, «τραπέζι» στους φτωχούς, δεν θα σε έτυπτε η συνείδησή σου; Όμως τώρα που γίνεται «ανάμνηση» του Δεσπότου σου και δεν κάνεις το παραμικρό!» (P.G. 229- 230). «Θρέψωμεν τον Χριστόν, ποτίσωμεν, ενδύσωμεν∙ ταύτα της τραπέζης εκείνης άξια» (P.G. 61: 232). Συνιστούσε μάλιστα στους πιστούς να φέρνουν τους αρρώστους στο Ναό, ώστε έχοντας (οι πιστοί) προηγουμένως κοινωνήσει, να δείχνουν αμέσως και εμπράκτως την κοινωνία τους με τον πλησίον, βοηθώντας τους αρρώστους!
Ο Άγιος Ι. έφθασε μάλιστα στο σημείο να ειπεί, πως όποιος έχει κοινωνήσει και δεν βοηθά τον πλησίον του, κάνει μεγαλύτερο έγκλημα από τον άσπλαχνο δούλο της παραβολής! (Μτ. 18: 23-43). Ενώ δηλαδή ο κύριός του του χάρισε δέκα χιλιάδες τάλαντα, αυτός (ο δούλος) δεν ήθελε να χαρίσει στον σύνδουλό του ούτε εκατό δηνάρια! «Και ο Κύριος οργίσθηκε και τον παρέδωσε στους βασανιστές» (Μτ. 18:34). Και ο Άγιος Ι. σχολιάζει: «Γεύθηκες το Αίμα Δεσποτικόν, και δεν δίδεις σημασία στον αδερφό σου;!
Δεν άκουσες τι έπαθε αυτός που απαιτούσε τα εκατό δηνάρια;! Ακύρωσε τη «δωρεά» που του έκανε ο κύριός του! Δεν καταλαβαίνεις πως τέτοιος είσαι και συ ακόμα και χειρότερος! Ήσουν πάμφτωχος (από αρετές) «μυρίων γέμων αμαρτημάτων», και όμως ο Θεός σου συγχώρησε τις αμαρτίες σου, και σε δέχθηκε στην «Τράπεζά» Του. Και συ ούτε καν συγκινήθηκες, ώστε να γίνεις πιο φιλάνθρωπος προς τον πλησίον! Λοιπόν τίποτε άλλο δεν απομένει και για σένα, παρά να σε παραδώσουν στους βασανιστές!»(P.G.61, 230 , ελεύθερη απόδοση).

ΠΗΓΗ-Athanatos Oikos Kyriou
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...