Wednesday, 24 September 2014

St Silouan the Athonite-Humility leads to Perfect Rest in God

"Thou shalt not hate thy brother in thine heart...
and thou shalt love thy neighbour as thyself;
I am the Lord"
Brenton's Septuagint Leviticus 19:17-18, p.154


"Prayer is the best of all activities for the soul. Prayer is the path to God. Through prayer we obtain humility,patience and every good gift...

The Lord showed great pity on me and made me understand that I must weep all my life. Such is the way of the Lord. And so I write now out of pity for those who like me, are puffed up with pride, and therefore suffer. I write that they may learn humility and find rest in God...

Only to the humble does the Lord reveal Himself in the Holy Spirit, and if we do not humble ourselves we shall not see God. Humility is the light in which we may behold the Light which is God - in the words of the Psalmist:
'In thy light shall we see light' Psalm 36:9...

The humility of Christ dwells in the lowly ones - they are  glad to be the least of men. The Lord gave me understanding of this...

Be obedient, submit with a good conscience to those in  authority. Be content with all things, and your mind will be cleansed of vain thoughts. Remember that the Lord sees you, and be fearful lest anywise you offend your brother.
Neither dispraise nor grieve him, even by a glance, an expression on your face, and the Holy Spirit will love you and Himself be your help in all things...

If you have upbraided, or passed judgment on, or  vexed your brother, your peace is lost. If you have been boastful, or have exalted yourself above your fellow,you have lost grace. If you did not drive away forthwith (immediately) that wanton (merciless and capricious)  thought that came to you, your soul will lose love for God and boldness in prayer.

If you are fond of power, or money, you will never know the love of God. If you have followed your own will, then you are vanquished by the enemy and despondency will come upon your soul. If you detest your brother, it means that you have fallen away from God, and an evil spirit has taken possession of you...

The grace of God is not in the man who does not love his enemies...

There are people who desire the destruction, the torment in hell-fire of their enemies, or the enemies of the Church.
They think like this because they have not learnt divine love from the Holy Spirit, for he who has learned the love of God will shed tears for the whole world...

But if you will do good unto your brother, you will
gain quiet for your conscience. If you subdue your own will, your enemies will be driven off and you will receive peace in your soul. 
If you forgive your brother the affronts he puts upon you, and love your enemies, then you will  receive forgiveness for your sins and the Lord will give you to know the love of the Holy Spirit...
And when you have entirely humbled yourself, you will find perfect rest in God.

The Lord reveals His mysteries to the humble soul. But if the soul has not yet learned but is only learning humility, she will be subject to vicissitudes; at times she will find herself in  conflict with intrusive thoughts, and know no rest, while at others she is released from such thoughts, and can contemplate the Lord and perceive His love. Wherefore the  Lord said: 'Learn of me; for I am meek and lowly in heart; and ye shall find rest unto your souls' Matthew 11:29...


Oh Lord. grant me Thy spirit of humility that I lose not Thy grace again, and weep for it as Adam wept for paradise and for God....

Therefore brethren, with all your might preserve the peace of God which is freely given to us, and when any man vexes us, if needs be let us constrain ourselves to love him, and the Lord, seeing our pains, will help us with His grace..."

With St Silouan, let us pray:

"O Lord in Thy manifold mercy bestow on us
a humble spirit, that our souls may find rest in Thee.

Most holy and gracious Mother of God, beseech God
to make us lowly in spirit.

All ye saints who dwell in heaven
and behold the glory of the Lord
and your spirits rejoice -
pray that we also may be with you,
for my soul, too, would fain see the Lord,
and yearns after Him humbly,
knowing herself unworthy of such blessing.

O merciful Lord, by Thy Holy Spirit
teach us Thy humility."

St. Silouan the Athonite in St Silouan the Athonite by
Archimandrite Sophrony, Selections from p.269-p.504,
St Vladimir Seminary Press 1991.

Πως προσκυνούμε τις εικόνες και με ποια σειρά;


Πρώτα ασπαζόμαστε την εικόνα του Χριστού λέγοντας το απολυτίκιο της Κυριακής της ορθοδοξίας:
Την άχραντον Εικόνα σου προσκυνούμεν Αγαθέ Αιτούμενοι συγχώρησιν των πταισμάτων ημών, Χριστέ ο Θεός, βουλήσει γαρ ηυδόκησας, Σαρκί ανελθείν εν τω Σταυρώ Ίνα ρύση ους έπλασας εκ της δουλείας του εχθρού, Όθεν ευχαρίστως βοώμεν σοι, Χαράς επλήρωσας τα πάντα. Ο Σωτήρ ημών, παραγενόμενος εις το σώσαι τον Κόσμον.
Έπειτα την εικόνα της Παναγίας λέγοντας το τροπάριο:
Ευσπλαγχνίας υπάρχουσα πηγή, συμπαθείας αξίωσον ημάς Θεοτόκε, βλέψον εις λαόν τον αμαρτήσαντα, Δείξον ως αεί την δυναστείαν σου, εις σε γαρ ελπίζοντες, Το Χαίρε βοώμέν σοι, ως ποτέ ο Γαβριήλ, ο των Ασωμάτων Αρχιστράτηγος.
Μετά την εικόνα του Αγίου που είναι αφιερωμένος ο Ναός π.χ. αν είναι αφιερωμένος στον Άγιο Γεώργιο λέμε:
Άγιε Γεώργιε πρέσβευε υπέρ εμού
Και αν ξέρουμε λέμε και το απολυτίκο του Αγίου:
Ακολούθως την εικόνα του Ιωάννου του Πρόδρομου λέγοντας: Βαπτιστά του Χριστού, πάντων ημών μνήσθητι Ίνα ρυσθώμεν των ανομιών ημών. Σοί γάρ εδόθη χάρις πρεσβεύειν υπέρ ημών.
Τέλος την εικόνα των αρχαγγέλων:
Άγιοι Αρχάγγελοι τού Θεού, πρεσβεύσατε υπέρ ημών
Και εφόσον (οι άνδρες) πρέπει για κάποιο λόγο να μπούνε στο Ιερό λένε τον στίχο από τον ψαλμό 5:8 του Δαυίδ: «Εγώ δε εν τω πλήθει του ελέους σου εισελεύσομαι εις τον οίκον σου Προσκυνήσω προς ναόν άγιον σου εν φόβω σου.»

lllazaros.blogspot.com

Τι είναι η θεία Πρόνοια και πώς «εκδηλώνεται» στη ζωή μας..

 Γέρων Ιωσήφ Βατοπαιδινός

Στη θεία πανυπερτελειότητα όλα είναι γνωστά και πριν ακόμα γίνουν, αλλά και μέχρι το ατελεύτητο τέλος τους. Σε μας φαίνονται άγνωστα και τρεπτά και ακατάληπτα, εξαιτίας των ποικίλων μεταβολών, που προκάλεσε η πτώση του ανθρώπου, μαζί με την απρόσεχτη και ένοχη διαγωγή του. Αν και τα πάντα υπάγονται στη θεία πρόνοια και κηδεμονία, μεταβάλλονται ανάλογα με την πε ρί σταση, το χρόνο, τον τόπο, τα πρόσωπα και την πο λύπλευρη σατανική πανουργία. Κανένας παρά γο ντας δεν μπορεί να παρεμποδίσει ή να ακυρώσει την περιεκτική πρόνοια του Θεού για την κτίση του. Μέ τις δικές μας λανθασμένες ενέργειες μεταβάλ λο νται ανάλογα μόνο οι τρόποι της λειτουργίας των στοιχείων.
Τό θείο θέλημα ή η θεία βουλή, αν το αναφέρουμε κλιμακωτά, εμφανίζεται σε τέσσερις μορφές. Πρώτο είναι η θεία ευδοκία, «τό κατ  ευδοκίαν» θέ λημα, αυτό δηλαδή που ο Θεός κατ  εξοχήν θέ λει. Δεύτερο είναι η οικονομία, «τό κατ  οικονομί αν» θέλημα, κατά το οποίο πατρικά υποχωρεί ο Θε ός, για την αδυναμία μας. ∆ρίτο είναι η παραχώρηση, «τό κατά παραχώρησιν» θέλημα, κατά το οποίο επεμβαίνει ο Θεός και παιδεύει και τέταρτο και πολύκλαυστο είναι η εγκατάλειψη, «τό κατ  ε γκα τάλειψιν» θέλημα, όταν ο άνθρωπος ζεί με αμε τά βλητη σκληρότητα και αναισθησία και προκαλεί την εγκατάλειψή του από το Θεό.
Μέσω του θεοπρεπούς θείου θελήματος εφαρμόζεται και επικρατεί η πανσωστική θεία πρόνοια, αν και η δική μας πτώση διέστρεψε τους λίαν καλούς όρους και τρόπους της ισορροπίας. «∆ίς σοφός και φυλάξει ταύτα και συνήσει τα ελέη του Κυρίου;» (Ψαλμ. 106,43).
O Θεός, επειδή προγνώριζε τα πάντα, μπορού σε να εμποδίσει την περιπέτεια, που συνέβη στον άν­θρωπο, αλλά αυτό θα ήταν κατάργηση της προ σω πικής ελευθερίας του.  επειδή ακριβώς τη σεβόταν, άφησε την εκλογή και την προτίμηση στον ί δι ο. είναι, λοιπόν, υπεύθυνος ο άνθρωπος για την πο λυ­κύμαντη και κοπιαστική ζωή, είτε εξαιτίας του σκο τισμού της διάνοιάς του, είτε εξαιτίας της εμπαθούς του διαστροφής και του παραμερισμού της λο γι κής του διακρίσεως.
Σ  αυτήν την πολυστένακτη κατάντια, που έ φθα σε ο άνθρωπος, αφού φυσικά χωρίστηκε από το Θεό, δεν απουσιάζει και η παγκάκιστη επιβουλή και επίδραση του σατανά, ο οποίος έχει εξουσία στην κοιλάδα του κλαυθμώνος αυτής της παροικίας μας, δικαίωμα που του παραχωρήσαμε εμείς όταν αποδράσαμε από τον Παράδεισο και τον ακολουθήσαμε. Σαν «θεός του αιώνος τούτου» (µ΄ Κορ. 4,4), σύμ φωνα με τον Παύλο, ο βύθιος δράκοντας ουδέποτε παύει να επιβουλεύεται και να αποπλανά τον άνθρωπο με ακατονόμαστες προφάσεις. ειδικά στους καιρούς μας, που το κακό παράδειγμα έγινε νό μος και μεταδίδεται ακαριαία με τα μέσα που υ πάρχουν, χρειάζεται περισσότερη προσοχή και προ σευ χή.
Αρα θεία πρόνοια είναι η πανσωστική και συνε κτι κή διοίκηση και κηδεμονία του Θεού προς τα κτί σματά του, αισθητά και νοητά, παρόντα και μέλ λοντα, στο παρόν και την αιωνιότητα.
Μέσα στη θεία πρόνοια εντάσσεται και η εφαρ μο γή της θείας δικαιοσύνης, που επεμβαίνει, όταν το πα­ράλογο κυριαρχεί στην ανθρώπινη ζωή.  ετσι η θεί α δικαιοσύνη, σαν απόλυτη, το ανακόπτει για το γε­νικότερο συμφέρον του ανθρώπινου προορισμού. Κά θε τι που υπάρχει, είναι από την αρχή της δη μι­ουρ γίας του προορισμένο για κάποιο σκοπό. Αυ τό το θείο σχέδιο δεν μπορεί να μεταβληθεί, για τί ο Θεός «τά πάντα εν σοφία εποίησεν».
Αν όμως η ανθρώπινη αφέλεια και η δαιμονική κακουργία προκαλέσουν την παραβίαση του αρχικού σκοπού, τότε η φιλάνθρωπη του Θεού οικονομία, εξαιτίας της μεταμέλειας του ανθρώπου, μεταβάλλεται ανάλογα με το βαθμό της μετάνοιας και της διορθώσεως του σφάλματος και τη θέση της θείας ευδοκίας παίρνει η θεία οικονομία.
O Θεός, «θέλων πάντας ανθρώπους σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (µ΄ ∆ίτ. 2,4), προορίζει τα πάντα σύμφωνα με το κατ  ευδοκία θέλημά του, που δεν είναι άλλο παρά ο δρόμος της απόλυτης και αλάνθαστης επιτυχίας και μπορεί να μας χαρίσει «υπερεκπερισσού ών αιτούμεθα ή νοούμεν» ( εφ. 3,20). Oταν ο άνθρωπος πλανηθεί ή αμελήσει το καθήκον του, αντί ο Θεός να αλλάξει την απόφασή του, για το έλεος που του χάρισε, και να τον απορρίψει ως φταίχτη, επεμβαίνει με παιδευτικό τρόπο, για να τον οδηγήσει στη διόρθωση· αυτό αποτελεί κατά τους Πατέρες μας τις λεγόμενες «παιδευτικές ή συμβατικές επιφορές». Χωρίς να αλλάζει ο Θεός την πατρική του ιδιότητα, ανέχεται τον παραβάτη, αλλά τον πιέζει σε διόρθωση. ∆ότε εφαρμόζεται το «όν αγαπά Κύριος παιδεύει, μαστιγοί δε πάντα υιόν όν παραδέχεται.» (Παρ. 3,12).  H φιλάνθρωπη του Θεού οικονομία ιατρεύει την αρ ρώστια της προδοσίας με αρμόδιους πειρασμούς, α ντί να απορρίψει τον παραβάτη. ∆ά πιο πολλά α πό τα αβυσσαλέα κρίματα του Θεού, μέσω των ο ποί ων διοικείται η παρούσα ζωή ανήκουν, σ  αυτό το είδος των συμβάσεων. «Μακάριος άνθρωπος όν αν παι δεύσης, Κύριε, και εκ του νόμου σου διδάξης αυ τόν» (Ψαλμ. 93,12). Καί πάλι: «πρό του με τα πει νωθήναι εγώ επλημμέλησα» (Ψαλμ. 118,67) και «παιδεύων επαίδευσέ με ο Κύριος και τώ θανά τω ου παρέδωκέ με» (Ψαλμ. 117,18).
H μετά την πτώση ανθρώπινη τρεπτότητα και η διάνοια, που είναι «εγκειμένη επί τα πονηρά εκ νε­ότητος ημών» (Γέν. 8,21), είναι οι κύριες αιτίες της ακαταστασίας, που υπάρχουν στην ανθρώπινη ζωή.  ετσι επειδή δεν πειθόμαστε να παραμένουμε συνεπείς στις υποχρεώσεις μας, παραβιάζουμε τα σχέδια της θείας πρόνοιας και αναγκάζουμε το Θεό να επιφέρει τις συμβατικές επιφορές, που είναι επώδυνες, για να συγκρατήσει την ισορροπία. Αυτό αποτελεί το σταυρό που πρέπει όλοι να βαστάσουμε.

Πηγή: Συζητήσεις στον Άθωνα

Tuesday, 23 September 2014

«Ὀργίζεσθε καί μή ἁμαρτάνετε» – Τί σημαίνει;


Οσίου Κασσιανού του Ρωμαίου
Όποιος θέλει να γίνει τέλειος και επιθυμεί να αγωνισθεί τον πνευματικό αγώνα νόμιμα, πρέπει να αποξενωθεί από κάθε ελάττωμα οργής και θυμού.
Ας ακούσει τι του παραγγέλλει το σκεύος της εκλογής, ο Απ. Παύλος: «πάσα πικρία και οργή και θυμός και κραυγή και βλασφημία αρθήτω αφ’ υμών συν πάση κακία». Και λέγοντας «πάσαν» δεν μας άφησε καμιά πρόφαση θυμού ως δήθεν αναγκαίου ή εύλογου.

Εκείνος επομένως που θέλει να διορθώσει τον φταίχτη αδελφό ή θέλει να του επιβάλλει επιτίμια, ας φροντίζει να φυλάει τον εαυτό του ατάραχο μήπως, ενώ θέλει να θεραπεύσει τον άλλον, πάρει ο ίδιος την αρρώστια του. Και τότε θα πουν το ευαγγελικό: «ιατρέ, θεράπευσον σεαυτόν». Και αλλού πάλι λέει σχετικά η Γραφή: «τι βλέπεις το κάρφος το εν τω οφθαλμώ του αδελφού σου την δε εν τω σω οφθαλμώ δοκόν ου κατανοείς;» (Μτθ. 7,3).
Η κίνηση της οργής από οποιαδήποτε αιτία κι αν προκληθεί τυφλώνει τα μάτια της ψυχής και δεν την αφήνει να ιδή τον ήλιο της δικαιοσύνης. Όπως δηλαδή όποιος βάζει στα μάτια του φύλλα χρυσά ή μολυβένια εμποδίζει το ίδιο και χωρίς καμία διαφορά την όρασή του και η τυφλότητά του δεν είναι διαφορετικότερη στην περίπτωση των χρυσών φύλλων, επειδή αυτά είναι πιο πολύτιμα από τα άλλα, έτσι και στην περίπτωση της οργής, από οποιαδήποτε αιτία κι αν ανάψει, εύλογη δήθεν ή παράλογη, ή πνευματική όραση σκοτίζεται.
Τότε μόνο χρησιμοποιούμε σωστά τον θυμό, όταν τον κινούμε εναντίον των εμπαθών και φιλήδονων λογισμών μας.
Αυτά μας διδάσκει ο προφήτης λέγοντας «οργίζεσθε και μη αμαρτάνετε» (Ψαλμ. δ’ 5), δηλαδή να κινείτε την οργή εναντίον των παθών σας και των πονηρών σκέψεων και να μην αμαρτάνετε εκτελώντας ότι σας υποβάλλουν.

Πηγή- agioritikovima.gr

What is Divine Providence and how is it “manifested” in our lives?


By Elder Joseph of Vatopaidi,Mt.Athos(+2009)

 Divine super-perfection knows about everything before it even happens, up to its very infinite end. To us everything seems unknown, unpredictable and incomprehensible because of the various changes which man’s fall has caused, along with his careless and guilty conduct. Even though everything submits to the divine providence and stewardship, it varies in different situations, times, places, people and because of the multiple satanic cruelties. No factor is able to prevent or annul God’s comprehensive providence for His creation. By our own wrong doing we are only able to alter the performance of various elements.

The divine wish or divine will, appears in four ways if we refer to it progressively. First, is the divine delight, the so called “in accordance with his pleasure and will”( kat eydokian thelima): that which God takes delight in most. Second is His providence, the so called “Will by the dispensation of His providence”( kat oikonomian thelima) : He succumbs to this will as a Father, because of our weakness. Third is His concession, the so called “Will by concession” (kata parahorisi thelima): Whereby He intervenes and disciplines man. And fourth is the most regrettable of all: the divine abandonment (egkatalipsis). When man continues living with consistent cruelty and insensitivity, he provokes his abandonment from God.
 
It is through His God-like wish, which God’s all- saving providence reigns, even though our fall has perverted the ‘very good’ terms and conditions of nature’s equilibrium. “Whoever is wise, let him attend to these things; let them consider the steadfast love of the Lord” (Psalm 107, 43)
Because God knew about everything beforehand, He could have prevented the whole adventure which befell on man, but this would have constituted an obliteration of his personal freedom. Just because He respected his freedom, he left it up to man to chose and show his preference. Therefore, man is responsible for his most turbulent and laborious life, either because of the confusion of his intellect or because of his impassioned perversion and his rejection of his rational discretion.

Satan’s most wicked stimulation and effect is not absent from this most lamentable state to which man has been rendered, after he had of course severed himself from God. Satan has authority to act in this valley of tears which is our abode, because we have given him this right when we had defected from paradise and followed him. As “a god of this world” (B Corinthians 4, 4) according to Paul, this abysmal dragon never stops plotting against and deceiving man with unspeakable pretexts. Especially nowadays when the bad example has become the law and is instantly transmitted by the available means, man needs to be extra vigilant and resort to more prayer.
Therefore, the divine providence is the all-saving and cohesive authority and governance of God towards His material and spiritual creatures, present and future, now and in eternity.
The implementation of the divine justice, as part of the divine providence, intervenes when irrationality governs human life. Thus the divine justice, as an absolute, prevents irrationality for the general benefit of human destination. Everything that exists has originally been created to accomplish a purpose. This divine design cannot be altered since God “created everything with wisdom”.
If, however, human naivety and the devil’s wickedness violate this original purpose, God’s philanthropic providence is altered, if man repents, according to the degree of his repentance and the amount of restitution for his transgression. In this case, the divine providence takes the place of divine delight.
Because God wishes “all men to be saved and recognize the truth” (Titus 2, 4) predetermines everything according to His pleasure and will. This is none other than the road to complete and unmistaken success. He may also grant us “far more abundantly than all that we ask or think” (Ephesians 3, 20). When man is being deceived or abandons his obligation, God, instead of changing His decision for the mercy He has shown him and rejects him as an offender, He intervenes in a disciplinary way in order to guide man to correct himself. This constitutes, according to our Fathers, the so called “disciplinary or conventional attacks”. Without God altering His fatherly attribute, He tolerates the offender on the one hand, but presses him to amend his ways. This is when the saying “the Lord reproves him whom he loves, as a father the son in whom he delights” (Proverbs 3, 12) is applied. God’s philanthropic providence heals the ailment of rebellion with the appropriate temptations instead of rejecting the offender. Most of God’s deep judgments, by which He governs nature, belong to this kind of conventions. “Blessed is the man whom you discipline, O Lord, and whom you teach out of your law” (Psalm 94, 12). And again: “Before I was afflicted I went astray” (Psalm 119, 67) and “the Lord has disciplined me severely, but he has not given me over to death” (Psalm 118, 18).

 The main reasons for the disorder which exists in human life are human volatility and “the intention of man’s heart which is evil from his youth” (Genesis 8, 21). Since, therefore, we are not convinced to remain consistent with our obligations and continue to violate the designs of divine providence, we compel God to impose the conventional attacks, which are painful in order to restore the equilibrium. This constitutes the cross which we must all carry.

Translated from the Greek: 

Source-Pemptousia.com

Love above all...


Love for Christ knows no bounds, neither does love for your neighbour. It should extend everywhere, to the ends of the earth. Everywhere, to everyone.

Let me give you an example. There was a monk who had two disciples. He tried very hard to bring them up to scratch and make them better. But he was worried about whether they were really making any progress in the spiritual life, if they were making headway, and if they were ready for the kingdom of God. He waited for a sign from God about this, but didn’t get an answer. One day, there was going to be a vigil in another skete that was a good few hours away from theirs. They’d have to make their way through the desert. He sent his disciples off early, so that they’d get there early and get the church ready, while the Elder himself was to leave later in the afternoon. The disciples were well on their way when suddenly they heard groaning. There was a man there, badly hurt and asking for help;
– Take me with you, please. Ι’m stuck out here in the desert. Nobody ever comes by. I’ll never get any help. There’s two of you. Pick me up and carry me to the nearest village.
– We can’t. We’re in a hurry to get to the vigil. We’ve been told to get it ready.
– Please! Take me with you. If you don’t, I’ll die and get eaten by wild animals.
– We can’t. Sorry, but we have to do what we’ve been told.
And they left. In the afternoon, the Elder left for the vigil. He went along the same path. He got to the place where the injured man was lying. He saw him, went up to him and said:
– What’s the matter, man of God? What is it? How long have you been here? Didn’t anybody see you?
– This morning a couple of monks came by and I asked them to help me, but they were in a hurry to get to a vigil.
– I’ll take you. Don’t worry.
– You can’t. You’re an old man. You can’t lift me. No way!
– No, I’ll take you. I can’t leave you.
– But you can’t lift me’
– I’ll bend over and lift you on top of me. It’ll take time, but I’ll get to the nearest village. A little bit today, a little bit tomorrow, but I’ll get you there.
So he lifted him, difficult though it was, and started to trudge through the sand. He was sweating freely and thought: ‘Even if it takes three days, I’ll get there’. As he was tramping along, he began to feel that the burden was becoming lighter, and then, at one point, he seemed not to be carrying anything at all. He turned his head to see what was going on and, to his amazement, saw he was carrying an angel. The angel said to him:
– God sent me to tell you that your two disciples don’t deserve to enter the kingdom of God, because they don’t have any love.

Source: ΑγίαΖώνη, Periodical of the Church of the Holy Girdle, Patisia, vol. 19, 2010

Source-Pemptousia.com

Monday, 22 September 2014

Ο τσομπάνος που πήγε στον Παράδεισο!(Διδακτική ιστορία)



.....Αυτός ό τσοµπάνος, πού πήγε στόν Παράδεισο, τόν λέγανε Μαυρογένη, γιατί είχε µαύρα γένια καί ζούσε µέ τήν γυναίκα του απ' τόν κόσµο µακρυά, µέ τά ζωντανά του καί δέν κατέβαινε στό χωριό, παρά µονάχα γιά νά πουλήση τά τυριά του καί νά ψουνίση τά χρειαζούµενα, ξεκίνησε νά λέη ό Προκόπης.
Μιάν ήµέρα τό λοιπόν, όπου βρέθτικε στό χωριό γιά τίς δουλειές του, πήγε νά άνάψη ενα κερί στήν εκκλτισιά, γιατί ήτανε θεοφοβούµενος καί καλής ψυχής άνθρωπος.Εκεί µιλούσεν ό παπάς στούς χωριανούς του καί τούς έλεγε τό κήρυγµα γιά τόν ίσιον δρόµο του Θεού, πού πάει όλόϊσια στόν Παράδεισον, αν δέν στρίβουµε δεξιά κι αριστερά. Πρέπει νά τραβούµεν ίσια καί νά είµαστε συµπονετικοί γιά κάθε άνθρωπον, όταν εχει τήν ανάγκην µας. Νάµαστεν δηλαδή ψυχηκάρη δες καί νά έλεούµε, γιατί τό ίδιο κάνει καί ο Θεός καί έλεεί τόν κόσµον όλον γιά νά ζη καί νά πορεύεται. Κι όποιον δει πώς κάνει κι αυτός τό ίδιο, τόν συµπαθα πολύ καί τόν παίρνει στόν Παράδεισον, όπου είναι ή ζωή µεγαλείο άτελείωτον! "Ετσι τά έλεγεν ο παπάς κι ετσι πρέπει νά είναι, κατά τήν γνώµην µου. Ή Έκκλησία δέν λέγει ποτέ της ψέµατα καί γιατί νά τά πη, µαθές;

'Όλοι ακούγαµε τόν άπλοϊκόν τσοµπανο, πού µιλούσε µέ τόν δικό του παραστατικόν τρόπο καί κάθε λίγο σκούπιζε τά µουστάκια του, άγνωστον γιατί, καί δέν εδειχνε δυσκολία στό νά έκφραστή αυθόρµητα καί νά πη τήν πίστη του. Ό φίλος µου, πού είχε ένθουσιασθή, ρώτησε, συντοµεύοντας τήν µικρή παύση στήν διήγηση του Προκόπη:
- Καί µετά τί έγινε: Πως πήγε στόν Παράδεισον;
- 'Όταν γύρισε στό καλύβι του, τό είπε στήν γυναίκα του χαρούµενος αυτό τό ευχάριστο µαντάτο καί της είπε πώς θά πάει τήν άλλη µέρα νά συναντήση τόν Θεό. 'Ετσι κι έγινε.
Τήν άλλη µέρα πηρε ψωµοτύρι µαζί του, χαιρέτισε τήν κυρά του καί ξεκίνησε γιά τόν Παράδεισο. Πήρε τόν ίσιον δρόµο καί προχωρούσε ανάµεσα στά χωράφια, χωρίς νά στρίβη δεξιά τι αριστερά, όπως είπεν ο παπάς καί τό βραδινό κοιµήθηκε κάτω από ένα δέντρο καί συνέχισε τήν άλλη µέρα τόν ίσιο δρόµο γιά τόν Παράδεισο.
'Εφαγε καί τό ψωµοτύρι, που είχε µαζί του καί συνέχισε καί τήν τρίτη µέρα καί τήν τέταρτη. Τό ένα βουνό ανέβαινε, τό άλλο κατέβαινε. Τήν πέµπτη µέρα πεί νασε πολύ καί σκέφτηκε τί νά κάνη καί που νά βρη τροφή. Κι όταν άνέβηκε τό βουνό, πού ηταν µπροστά του, είδε στήν απέναντι πλαγιά ένα Μοναστήρι. 'Έσυρε λοιπόν καί πήγε. Χτύπησε τήν πόρτα καί ζήτησε βοήθεια. Ευτυχώς τό Μοναστήρι βρισκόταν πάνω στόν δρόµο του. Τόν βάλανε λοιπόν µέσα στήν εκκλησιά του Μοναστηριού νά περιµένη, ώσπου νά του φέρουνε τίποτε φαγώσιµο. Κι έβλεπε ολόγυρα τίς εικόνες καί τίς θαύµαζε, όλες του φαινότανε ζωντανές, όλοζώντανες. Μόνο, πού δεν µιλούσανε. Κι όντας έστρεψε τό µάτι του καί εΙδε στόν σταυρό σταυρωµένον κι όλόγυµνο καί µατωµένον τόν Χριστό, άναφώνησε:

-' Ωχου, τό παλληκάρι, τό λαβώσανε οί άτιµοι! 'Ωχου καί τόν έχουν κρεµασµένον ακόµα!
- Τήν ίδια στιγµή, ένας καλόγερος του εφερε λίγα φαγώσιµα, τάβαλε πάνω στον πάγκο καί τούπε νά φάη, συνέχισε ο Προκόπης.Ό καλόγερος όµως µπαίνοντας τόν άκουσε, πού µιλούσε στόν σταυρωµένον καί τόν ρώτησε:
Μιλούσες µέ κανέναν, άδερφέ; Ό Μαυρογένης, πού υποψιάστηκε τόν καλόγερον, πώς είναι απ' αύτούς, πού τόν σταυρώσανε, δέν είπε τίποτα. Κι όταν έφυγε ο καλόγερος φώναξε στόν σταυρωµένον:
- 'Έ, παλληκάρι! Μπορείς νά κατεβη; από κεί πάνω, νά 'ρθης νά φαµε µαζί αυτά, πού µου φέρανε; Θές νά 'ρθώ νά σέ κατεβάσω εγώ;
- 'Οχι. Μπορώ καί µόνος µου νά κατέβω. 'Ερχοµαι.
- Κατέβηκε τό λοιπόν ο Σταυρωµένος κάτω, συνέχισε ο Προκόπης τήν άφήγησή του, καθησε στον πάγκο κι έφαγε κι έπιασε κουβέντα µέ τόν τσοµπάνο. 'Εκείνος τούπε νά τόν πάρη µαζί του, τώρα πού πάει νά συναντήσει τόν Θεό.
Θέλεις νά σέ πάρω κι εσένα; Ό Θεός είναι καλός καί θά σε λυπηθή καί θά σέ βάλη καί σένα στόν Παράδεισο. 'Εγώ γι' αυτό πάω στόν Θεό. 'Ερχεοαι µαζί µου; Δέν πρόλαβε δµως ο Σταυρωµένος ν' άποκριθή, γιατί ακούστηκε νά ερχεται ο καλόγερος. Τότε ο Σταυρωµένος ξανανέβηκε γρήγορα πάνω στόν σταυρό κι έµεινε µέ ανοιγµένα χέρια.
Καί ο καλόγερος ρώτησε τόν τσοµπάνο:
- Τώρα µή µου πης πώς δέν µίλαγες µέ κανέναν. Σ' ακουσα µέ τά ίδια µου τ' αυτιά. Λέγε µέ ποιόν µιλούσες;
- Ό Μαυρογένης φοβήθηκε στήν αρχή, δίστασε καί στό τέλος είπε στόν καλόγερο πώς μιλούσε μέ τό κρεμασμένο αυτό παλληκάρι, πού τό λυπήθηκε καί τό κάλεσε νά φάνε μαζί τό βρισκάμενο. Καί είπε στόν καλόγερο:
- Μή μέ μαρτυρήσεις, άγιε καλόγερε, αλλά θέλω νά πάω στόν Παράδεισο καί ό παπάς του χωριού μας είπε νά πάρουμε τόν ίσιο δρόμο καί νά είμαστε ψυχοπονιάρηδα;
Κατάλαβες; Τό λυπήθηκα λοιπόν τό παλληκάρι καί τό κάλεσα νά πάρη κι αυτό μιά μπουκιά ψωμί. Κακό εκανα;
- 'Οχι, όχι, καλά εκανες καί πάντα νά συμπονας τούς άναγκεμένους, αποκρίθηκε κατάπληκτος ό καλόγερος μέ τά όσα του είπε ό τσομπανος. Κι ετρεξε καί τά φανέρωσε όλα στόν Ήγούμενό του.
'Ύστερα, λέγει η ιστορία, φτάσανε όλοι οί καλόγεροι μέ τόν Ήγούμενο στήν εκκλησιά καί βάλανε μετάνοια στόν τσομπανο, πού έφαγε μαζί με τόν Σταυρωμένο Χριστό καί τόν παρακαλέσανε νά πει καμμιά καλή κουβέντα καί γι' αύτούς, όταν συναντήσει τόν Θεό.
- Άμα τόν δω τόν Θεό, θά του πω καί γιά σας, αλλά γιατί τό κρατατε σταυρωμένο τό παλληκάρι; Τί σας εκανε; Κατεβάστε το νά φάη καί νά ντυθη, πού είναι όλόγυμνος καί πληγωμένος. Κι αν δέν τόν θέλετε έσεις εδώ, τόν παίρνω εγώ μαζί μου. 

- Έκείνοι κοκκαλώσανε απ' τήν καλωσύνη καί τήν αθωότητα τοϋ Μαυρογένη καί, άφού του δώσανε όλα τα χρειαζούμενα, τόν συνόδεψαν κάμποσο στόν ίσιο δρόμο. πού ακολουθούσε κι όταν έκείνος απομακρύνθηκε, τόν βλέπανε πού δέν πάταγε στήν γη, αλλά περπατούσε στόν αέρα μέχρι, πού χάθηκε απ' τά μάτια τους. 

Αυτός ό καλός άνθρωπος γιά μένα θά πήγε στόν Παράδεισο τό δίχως άλλο. Γιατί λυπότανε όλους τούς πονεμένους, όπως κάνει κι ό Θεός. Έγώ γράμματα δέν ξέρω γιά νά τά πώ πιο όμορφα, αλλά θυμάμαι τόν παππού μου τόν Χαραλάμπη, πού έλεγε πώς ό,τι κάνεις σ' αυτήν τήν ζωή τά ίδια θά σου κάνουνε κι εσένα στήν άλλη. Κι αυτό τό πιστεύω. Αυτή εναι n Ιστορία, πού άκουσα. 

Από το βιβλίο του Π.μ.Σωτήρχου«Οι εραστές του παραδείσου»εκδ.Αστήρ
http://www.proskynitis.blogspot.com/
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...