Tuesday, 29 April 2014

The Struggle for Holiness

  Saint Paul

Fr. Tryphon.
We are powerless to change those bad habits that dominate our lives without help from God. However we may attempt to change behavior, we can not do battle with the passions unless we surrender ourselves in humility to God, for such change can only come about by God’s grace. Struggle as we may, our flesh will resist until that moment we seek help from the Lord of Mercy, Who is quick to hear our plea for help.
Many years ago, while teaching, I worked with another instructor who was arrogant, and condescending to anyone whom he felt was beneath him. There was a wonderful black woman who served as the head cook in the school’s cafeteria, a woman of wisdom, and with whom I enjoyed countless conversations (I was the disciplinarian during the two lunch periods in an all boys high school). I’d often sit with the cook, enjoy a cup of coffee, along with her wonderful home made cookies. This other teacher walked into the cafeteria to ask me about one of the students, and while speaking to me he totally ignored the cook. Race had nothing to do with it, for he was also black.
As he walked away, I found myself apologizing for his behavior, only to have the cook tell me that she loved him regardless of his treatment of her, for she knew Jesus loved him. “He doesn’t have to love me, for me to love him”, she told me. The cook was the only one on the staff who seemed to like him, and she was the one he totally ignored. This was a lesson I’ve never forgot. I don’t always succeed in loving everyone, and there are certain people that I sometimes find myself wishing I could avoid, but the cook’s words linger in my heart, and I try to love everyone, and try to return good for evil.
The holy Apostle Paul tells us, “I can do all things through Christ who strengthens me (Philippians 4:13)”, for he said of himself, “For that which I do I know not: for what I would, that do I not; but what I hate, that do I (Romans 7:15).” He said of himself,  “I am crucified with Christ: nevertheless I live; yet not I, but Christ lives in me: and the life which I now live in the flesh I live by the faith of the Son of God, who loved me, and gave himself for me (Galatians 2:20).”
When Christ is invited into our hearts, it is important that we keep His commandments, and follow His example. To expect Christ to change our behavior, without making an effort of our own, is to invite failure. The Christian life is one of ascetic struggle, and not just in regards to keeping the fasts, and standing in prayerful vigil. If we are to be transformed by the power of the Holy Spirit, we must live the Gospels, and must put the message of the Gospels into practice.
If there is someone we don’t like, we must put on Christ, interacting with this person as though we do love them, for by being obedient to Christ, we will find that we can, indeed, love them. If we find ourselves being jealous of another person, say an office co-worker who’s received a promotion, we must congratulate them, and offer our support. Even if others are telling us we should have been the one who received the promotion, we embrace the decision of office management, as though it came from God, and as an opportunity to grow in humility.
It is easy to compartmentalize our Christian faith, reserving the “spiritual” for times spent in church. However, it is in the day to day, often mundane, moments that we can find the opportunities to grow in Christ. These are the moments when we must put into action what we’ve received during the services, knowing that Christ is providing us the means by which we can attain the sanctification that makes us one with Him. If we think our journey into the heart should be easy, we are fooling ourselves.

By Fr. Tryphon, Abbot of All-Merciful Savior Monastery
This article originally appeared in The Morning Offering on March 15, 2012 and was posted here with permission.
Source-Pemptousia.com

Το ναι και το όχι του Θεού!(Ιερομονάχου Βενεδίκτου Αγιορείτου)



A΄ ΤΟ ΟΧΙ ΤΟΥ ΘΕΟΥ


Το ναί και το όχι

Ένα όχι ή ένα ναί μεταξύ των ανθρώπων προϋποθέτει μία συνάντηση και μία συζήτηση, μία  συνομλία. Προϋποθέτει μάλιστα και συζήτηση έντονη, μέσα στα ανθρώπινα πλαίσια πάντα, που μπορεί  να καταλήξει και σε διαξιφισμούς. Που ο ένας από τους δύο μπορεί να ακούσει και τα παρακάτω: Δεν σου δίνω αυτό που θέλεις, δεν μπορεί να γίνει αυτό που ζητάς, δε σε συμφέρει να γίνει αυτό γι’ αυτό και γι’ αυτό το λόγο, όχι δεν μπορεί να γίνει αυτό, υπάρχουν προβλήματα και συνέπειες.


Αυτά μπορεί να είναι τα αποτελέσματα μιάς συναντήσεως και συζητήσεως, χωρίς να αποκλείωνται βέβαια και τα θετικά σημεία πάντοτε, και μάλιστα όταν η συζήτηση γίνεται με αγάπη και κατανόηση και νηφαλιότητα.


Μία συνάντηση με τον Θεό είναι και η προσευχή. Και αυτό προϋποθέτει έναν ακούοντα, τον Θεό και έναν λέγοντα, τον άνθρωπο. Έτσι ονομάζει την προσευχή ο ι. Χρυσόστομος. Ο Ευάγριος θα μας πεί ότι είναι ανάβασις του νού και ο άγ. Ιωάννης της Κλίμακος αρπαγή του νού πρός το Θεό.


Αυτή η συνάντηση όμως, η ανάβαση και η αρπαγή σε τέτοια δυσθεώρητα ύψη μπορεί να έχει πολλές φορές και πολύ δυσμενείς επιπτώσεις στον άνθρωπο. Διότι είναι συνάντηση δύσκολη.


Και δεν είναι μόνο συνάντηση. Είναι και σχέση μαζί. Μία σχέση βαθειά που δεν μπορεί να επιβληθεί ούτε σε μάς, ούτε στον Θεό. Το γεγονός ότι ο Θεός μπορεί να κάνει αισθητή την παρουσία Του ή μπορεί να μας αφήσει με την αίσθηση της απουσίας Του, είναι απόδειξη της ζωντανής αυτής και πραγματικής σχέσεως. Εάν μπορούσαμε να Τον παρασύρουμε μηχανικά σε μία συζήτηση, να Τον αναγκάσουμε δηλαδή να μας συναντήσει , απλά και μόνο επειδή εμείς διαλέξαμε τη στιγμή αυτή να Τον συναντήσουμε, δεν θα υπήρχε ούτε σχέση ούτε συνάντηση.


Είναι λοιπόν συνάντηση αλλά και σχέση μαζί η προσευχή αλλά και συνομιλία με τον Θεό. Η σνάντηση αυτή μπορεί να έχει και ως αποτέλεσμα να σκούσει κανείς, ανθρώπινα μιλώντας, αυτά που λέχθηκαν παραπάνω. Όχι με τον ίδιο τρόπο βέβαια. Με τον τρόπο που γνωρίζει ο Θεός και που είναι διαφορετικος στον καθένα μας.


Μερικές φορές έχουμε εμείς οι ίδιοι κάποια αίσθηση της απουσίας του Θεού. Στεκόμαστε μπροστά στο Θεό και φωνάζουμε δυνατά σε ένα άδειο ουρανό από τον οποίο δεν έρχεται καμμία απάντηση γυρίζουμε πρός όλες τις κατευθύνσεις και Εκείνος δεν φαίνεται πουθενά.


Έτσι ακούμε πολλές φορές από συνανθρώπους μας λόγια σαν αυτά: Προσευχήθηκα πολύ, έκλαψα πάνω στον πόνο μου, παρακάλεσα τους αγίους, την Παναγία μας, πήγα και σε προσκυνήματα διάφορα, δεν έγινε τίποτα. Η απάντηση από το Θεό ήταν αρνητική. Είπε όχι ο Θεός.


Λέει  όχι ο Θεός;


 Πότε όμως ο Θεός λέγει όχι στον άνθρωπο;


Η φράση ή το άκουσμα ακόμα ΟΧΙ από τον Θεό, είναι μία πρόκληση για όλους τους ανθρώπους. Και η πρόκληση αυτή μεταβάλεται σε σκάνδαλο μετά τις αλεπάλληλες διαβεβαιώσεις του Θεού για την εκπλήρωση και χορήγηση κάθε αιτήματος εκείνου που προσεύχεται. Ποιά έννοια θα είχε η καθαρή δήλωση του Κυρίου ‘’Πάντα όσα αν αιτήσητε εν τω ονόματι μου λήψεσθε’’, ό,τι θα ζητήσετε στο όνομα μου θα το λάβετε’’, ή το ‘’αιτείτε και δοθήσεται, κρούετε και ανοιγήσεται…’’, αν υπήρχε πιθανότητα έστω κάποιας αρνητικής απαντήσεως εκ μέρους του Θεού στον αγωνιώντα και προσευχόμενο άνθρωπο;


Και πώς θα μπορούσε να ερμηνευτούν αυτές οι κατηγορηματικές υποσχέσεις του Κυρίου, πολύ περισσότερο μάλιστα όταν δεν είναι μοναδική η διαβεβαίωση του Κυρίου για το θέμα αυτό;


Το πρώτο πρόβλημα που προκύπτει, είναι αν πραγματικά ο Θεός απαντά ή όχι στις προσευχές μας. Αν υπάρχουν αναπάντητες προσευχές εκ μέρους του Θεού. Αν δηλαδή υπάρχουν περιπτώσεις που χριστιανοί ζήτησαν διάφορα πράγματα στην προσευχή τους από τον Θεό και δεν έλαβαν καμμία απάντηση ή συνέβη το εντελώς αντίθετο από αυτό που περίμεναν. Δηλαδή η απάντηση του Θεού ήταν αρνητική.


Ο Μ. Βασίλειος διατυπώνει την εξής ερώτηση: ‘’Γνωρίζει ο Θεός την καρδιά εκείνων που προσεύχονται. Ποιά ανάγκη έχει ο Θεός της διατυπώσεως των αιτημάτων από τους πιστούς, αφού γνωρίζει εκείνα που έχουν ανάγκη και μας χορηγεί πλούσια αυτά που είναι απαραίτητα για την συντήρηση μας;’’ Και απαντά ο ίδιος. Ναι, γνωρίζει ο Θεός τις ανάγκες των ανθρώπων και ‘’πάντα τα σωματικά πλουσίως παρέχει ημίν, οίον την βροχήν επί δικαίους και αδίκους’’, αλλά συμπληρώνει·  ‘’την πίστη και τα κατωρθώματα της αρετής και την βασιλείαν των ουρανών , εάν μη αιτήσεις μετά καμάτου και παραμονής πολλής ου λαμβάνεις’’,  ‘’αν δεν τα ζητήσεις με κόπο και επιμονή δεν τα παίρνεις’’. (Ασκητικές διατάξεις). Εδώ έχουμε μία πιθανή αναπάντητη προσευχή, επειδή δεν τηρήθηκαν οι απαραίτητες προϋποθέσεις. Διότι λέγει χαρακτηριστικά ο ίδιος ο άγιος: ‘’Δει γαρ πρότερον ποθήσαι, ποθήσαντα δε ζητήσαι εξ αληθείας εν πίστει και υπομονή τα παρ’ εαυτού εισφέροντα, εν μηδενί κρινόμενος υπό του ιδίου συνειδότος ως αμελώς ή ραθύμως αιτούντος, και τότε λαβείν, ότε θέλει ο Κύριος…’’. ‘’Πρέπει δηλαδή πρώτα να επιθυμήσει κανείς κάτι, κατόπιν να το ζητήσει πραγματικά με πίστη και υπομονή κάνοντας και το ίδιος ότι μπορεί, χωρίς να κατακρίνεται για τίποτε απο τη συνείδηση του ότι προσεύχεται με αμέλεια ή με ραθυμία, και τότε θα πάρει αυτό που ζήτησε, όταν θέλει ο Κύριος…’’.


Υπάρχει αίτηση και αίτηση· υπάρχει αίτηση θεοφιλής και αίτηση που δεν εγκρίνεται από τον Θεό. Έτσι λέγει και ο Ιερός Χρυσόστομος.


Πολλές φορές οι προσευχές που αναφέρονται στα υλικά παραμένουν αναπάντητες, ενώ εισακούονται όλες οι προσευχές που αναφέρονται στα πνευματικά θέματα. ‘’Επι μεν των βιοτικών πολλάκις ζητήσαντες ούχ εύρομεν· επί δε των πνευματικών ούκ ένι τι τοιούτον, αλλά ανάγκη πάσα τον ζητούντα ευρείν…’’.


Πάντως όλοι οι Πατέρες της Εκκλησίας μας ομολογούν ότι όντως υφίσταται το πρόβλημα των αναπάντητων προσευχών ή της αρνήτικής απαντήσεως στην προσευχή εκ μέρους του Θεού.


Για τον αγ. Ιωάννη της Κλίμακος το ότι ‘’ο Θεός ου παρέχει τοις αιτούσι τας χάριτας’’, δεν εκπληρώνει δηλαδή τα αιτήματα εκείνων που ζητούν κάτι, είναι καθαρά θέμα οικονομίας του Θεού. ΔΕΝ ΣΥΜΦΕΡΕΙ στους αιτούντας να ικανοποιηθεί το αίτημα τους και για τον λόγο αυτό ο Θεός δεν το ικανοποιεί.


Υπάρχει όμως και άλλη εξήγηση στο θέμα μας: Τονίζει ο σοφός Ωριγένης: ‘’Ει δε ο αιτών λαμβάνει’’ και τα εξής, ο μη λαμβάνων ουκ αιτεί ει και δοκεί τι αιτείν , και ο μη ευρίσκων ουκ εζήτησεν τω μη ορθώς, μωρώς δεν ζητείν και λογομαχείν επ’ ουδέν χρήσιμον, ω τε ούκ ανοίγεται , ου κρούει καν τοίχους ή τα έξω της θύρας κρούει’’. Δηλαδή · ‘’αν, αυτός που ζητεί , λαμβάνει σύμφωνα με τον λόγο του Κυρίου, αυτός που δεν λαμβάνει δεν ζητεί, μολονότι φαίνεται ότι ζητεί, και αυτός που δεν ευρίσκει κάτι, δε ζήτησε κάτι χρήσιμο, και εκείνος που χτυπούσε την πόρτα, δεν την χτυπούσε, αν και φαινόταν ότι καθόταν έξω από την πόρτα και δίπλα στους τοίχους και χτυπούσε να τον ανοίξουν’’. Το επιχείρημα βασίζεται την υπόσχεση και την αξιοπιστία του Θεού. Εφ’ όσον ο Θεός υποσχέθηκε ότι θα εκπληρώσει τα αιτήματα του προσευχόμενου και εφ’ όσον ο Θεός είναι κατά πάντα αξιόπιστος, αυτό σημαίνει ότι αν αυτός που προσευχήθηκε δεν έλαβε απάντηση, στην πραγματικότητα δεν ζήτησε. Απλώς είχε την αυταπάτη ότι ζητά ή κρούει την θύρα του ελέους, αλλά στην πραγματικότητα ‘’ελογομάχει μωρώς επ’ ουδενί χρήσιμον’’. Κατά τον Ωριγένη λοιπόν η αναπάντητη προσευχή δεν είναι καν προσευχή. Διότι κανένας από εκείνους που δεν έλαβαν, δεν προσευχήθηκε. Διότι δεν είναι σωστό να ισχυρισθούμε ότι ψεύδεται εκείνος που λέγει ‘’πας ο αιτών λαμβάνει’’. Δεν υπάρχει λοιπόν απάντηση στις προσευχές , που δεν είναι προσευχές, μονολότι φαίνεται ότι είναι προσευχές.


Σε ποιές προσευχές ο Θεός απαντά αρνητικά

Monday, 28 April 2014

Γέροντας Εφραίμ της Αριζόνας-Μνήμη Θανάτου

Γέροντας Εφραίμ της Αριζόνας-Μνήμη Θανάτου


Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου-Πῶς νά σηκώνουμε τήν συκοφαντία


ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ
 
Σας συκοφάντησαν. Δεν είστε ένοχος. Οφείλετε, ωστόσο, να υπομείνετε τη συκοφαντία μεγαλόψυχα. Και η υπομονή σας αυτή θα είναι ο κανόνας, το θεραπευτικό επιτίμιο, για παράπτωμα που διαπράξατε και για το οποίο είστε ένοχος. Μέσα στη συκοφαντία, επομένως, είναι κρυμμένο το έλεος του Θεού.
Μολονότι δεν είναι εύκολο, πρέπει οπωσδήποτε να συμφιλιωθείτε με τους συκοφάντες σας. Με μίσος στην καρδιά, δεν μπορεί να σωθεί κανείς. Γι΄αυτό οφείλουμε να αντιδρούμε με αυταπάρνηση στα εμπαθή αισθήματά μας. Έτσι εξαφανίζονται και οι θλίψεις. Η εμπάθεια, βλέπετε, είναι που γεννάει τη θλίψη.

Γνωρίζω πόσο δύσκολα υποφέρεται η συκοφαντία. Είναι λάσπη -μα λάσπη ιαματική. Υπομονή! Αργά ή γρήγορα θα λήξει η δοκιμασία. Ο Γιατρός των ψυχών θα αφαιρέσει το τσουχτερό κατάπλασμα.

Συκοφαντούσαν και τον Κύριο: «Ιδού άνθρωπος φάγος και οινοπότης, τελωνών φίλος και αμαρτωλών» (Ματθ. 11:19). «Δαιμόνιον έχει και μαίνεται» (Ιω. 10:20). Τι μεγάλη δόξα, να μετέχουμε στα παθήματα του Χριστού!

Σηκώστε ταπεινά κι αγόγγυστα το σταυρό σας. Μη λιποψυχείτε. Αν η συνείδησή σας δεν σας κατακρίνει, μπορείτε να υψώνετε πάντα με θάρρος το βλέμμα σας στο Θεό και να στέκεστε με παρρησία μπροστά Του. Τι πιο σπουδαίο απ’ αυτό;.
Να ζείτε και να φέρεστε φυσιολογικά. Το πώς σας βλέπουν οι άλλοι να μην το λογαριάζετε. Μόνο του Θεού η κρίση έχει βαρύτητα, ως αλάθητη. Εμείς οι άνθρωποι δεν γνωρίζουμε καλά-καλά ούτε τον ίδιο μας τον εαυτό, πολύ περισσότερο τον πλησίον.

(Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου, Χειραγωγία στην Πνευματική Ζωή, Ι. Μ. Παρακλήτου, Εκδ. ε΄, 2005, σ. 18-19)

The Good Unbelief of Thomas

  
Monk Moisis the Hagiorite
In one of its hymns, our Church calls the unbelief of Thomas “good”. Understandably one would wonder – is there good and bad unbelief? There seems to be, because humans are not purely good or evil. In one who has a clean conscience, good heart and humble thought, everything is clear. In one infected with the virus of unbelief, all is dark and troubled. If only we had the good unbelief of the Apostle Thomas!
We would say that doubt, hesitation and little faith, it is normal to a man who seeks God with the mind.
The Apostles of Christ begged Him to add faith to their existing faith. Unbelief, however, is a serious spiritual illness. Faith is beyond reason and unbelief is unreasonable. Unbelief is often dense, comes from frivolity and shallowness of thought, and from a volatile life and confused consciousness.
The case of Thomas, who was absent at the onset of the appearance of the Risen Christ to His disciples, is typical. It is a fact that Thomas doubted, and did not disbelieve, but asked for evidence to confirm his faith.
Well known for his enthusiasm in other moments, Thomas is not a skeptic who is isolated and disadvantaged. He dares, he searches, he investigates, he inquires. He asks for the truth, to have direct contact with it. Christ did not have problem offering it to him. He came back to meet him. He comes back to everyone of us.
The faith of many Christians sometimes is lukewarm, colder than unbelief. We have faith as an armor and good outfit to beat others with, but not to take the beating; to be appreciated, admired and be watched. We do not dare to look ever deeper into the beliefs of our faith, we do not in any way want to challenge it, and perhaps expose it. Strong faith gives spiritual health, balance, sturdiness, empowerment, hope and trust in God. Sometimes, let’s not be afraid to admit it, our faith has much evidence of secret ego-pathologies and morbid sentimentality. It reaches even to the point of a mistaken belief in an antisocial skepticism, which offers a pretty bad example to others. Seeking God while being this way, is to backtrack.
Thomas surely was not of bad faith, nor did he believe easily. He was careful, outspoken, genuine, solid, honest and true. It was who he was. His good unbelief made Christ come to him. Christ offered Himself to him for his sincerity. He did not rebuke him, who asked to see Him, to touch Him. But eventually He blessed those who will not see and yet believe.
Unbelief is of course a free choice of each of us. Unbelief says that they base themselves only on what they see and grasp and understand with logic. This is coercion and tiresome easiness. Faith, we would say, comes with difficulty, hazard, risk and daring. This is why He blessed those who believe without tangible evidence. The strongest evidence is the confirmation of our hearts. The hard-to-believe Thomas is our brother, he is weak, but definitely sympathetic.
On Mount Athos this day we all have an all-night vigil, because on such a day we were liberated from the Turkish yoke. As we have learned, the world during the Paschal holidays was more than ever in the churches. This means that faith is not extinguished. But it can become deeper and warmer. Thomas is not for the unbelievers, but for the skeptical, for those with little faith, and finally for the faithful. May his good unbelief trouble us to fertilize us.

 Translated by John Sanidopoulos
 
Source-Pemptousia.com
 
 

Sunday, 27 April 2014

Θέλουμε κάτι από τον Χριστό ή θέλουμε τον ίδιο τον Χριστό;


(Επισκόπου Anthony Bloom)

Ο Θεός είναι διατεθειμένος να μείνει τελείως έξω από την ζωή μας, είναι έτοιμος να το σηκώσει αυτό σαν ένα σταυρό, αλλά δεν είναι καθόλου διατεθειμένος να γίνει απλώς ένα μέρος της ζωής μας.

Έτσι όταν σκεπτόμαστε την απουσία του Θεού, δεν αξίζει να ερωτήσουμε τον εαυτό μας: ποιος φταίει γι’ αυτό;

Πάντοτε αποδίδουμε την ενοχή στον Θεό, πάντοτε κατηγορούμε Εκείνον, είτε κατ’ ευθείαν, είτε μπροστά στους ανθρώπους, ότι είναι απών, ότι ποτέ δεν είναι παρών όταν Τον χρειαζόμαστε, ποτέ δεν ανταποκρίνεται οσάκις καταφεύγουμε σ’ Αυτόν.

Είναι στιγμές που είμαστε περισσότερο «ευσεβείς» και λέμε ευλαβικά: «ο Θεός δοκιμάζει την υπομονή μου, την πίστη μου, την ταπείνωση μου». Βρίσκουμε ένα σωρό τρόπους για να μεταβάλουμε την εναντίον μας κρίση του Θεού σε έπαινό μας. Είμαστε τόσο υπομονετικοί ώστε μπορούμε να υποφέρουμε ακόμα και τον Θεό!

Όταν πάμε να προσευχηθούμε όλες τις φορές θέλουμε ΚΑΤΙ από Εκείνον και καθόλου ΕΚΕΙΝΟΝ.

Μπορεί αυτό να λεχθεί σχέση; Συμπεριφερόμαστε με τον τρόπο αυτόν στους φίλους μας; Αποβλέπουμε κυρίως σ’ αυτό που η φιλία μπορεί να μας δώσει ή αγαπάμε τον φίλο; Συμβαίνει το ίδιο στις σχέσεις μας με τον Θεό;

Ας σκεφθούμε τις προσευχές μας, τις δικές σας και τις δικές μου. Σκεφθείτε την θέρμη, το βάθος και την ένταση που έχει η προσευχή σας, όταν αφορά κάποιον που αγαπάτε, ή κάτι που έχει σημασία για την ζωή σας. Τότε η καρδιά σας είναι ανοιχτή, όλος ο εσωτερικός σας εαυτός είναι προσηλωμένος στην προσευχή. Μήπως αυτό σημαίνει ότι ο Θεός έχει κάποια σημασία για σας; ΌΧΙ, καθόλου! Απλώς σημαίνει ότι το θέμα της προσευχής σας απασχολεί.

Όταν κάνετε την γεμάτη πάθος, βαθιά και έντονη προσευχή, την σχετική με το αγαπώμενο πρόσωπο, ή την κατάσταση που σας στεναχωρεί και μετά στραφείτε στο επόμενο αίτημα, που δεν σας απασχολεί και πολύ και ξαφνικά παγώσει η διάθεση σας, τι άλλαξε; «Ψυχράθηκε» μήπως ο Θεός; Ή έχει «απομακρυνθεί»; Όχι ασφαλώς. Αυτό σημαίνει ότι όλη η έξαρση, όλη η ένταση της προσευχής σας δεν γεννήθηκε από την παρουσία του Θεού, ούτε από την προς Αυτόν πίστη σας, την σφοδρή γι’ Αυτόν αγάπη, από την αίσθηση της παρουσίας Του. Αλλά γεννήθηκε, μόνο και μόνο, από την ανησυχία σας για κείνο το πρόσωπο ή για κείνη την υπόθεση, και όχι για τον Θεό.

Γιατί λοιπόν μας εκπλήττει το γεγονός ότι αυτή η απουσία του Θεού μας πλήττει; Εμείς είμαστε εκείνοι που απουσιάζουμε, εμείς γινόμαστε ψυχροί, αφού δεν μας ενδιαφέρει πλέον ο Θεός. Γιατί; Διότι ο Θεός δεν έχει τόσο σημασία για εμάς.

Υπάρχουν επίσης και άλλες περιπτώσεις που ο Θεός είναι «απών». Εφόσον εμείς είμαστε πραγματικοί, δηλαδή είμαστε, αληθινά, ο εαυτός μας, ο Θεός μπορεί να είναι παρών και να κάνει κάτι για εμάς. Αλλά από την στιγμή που προσπαθούμε να γίνουμε ότι στην ουσία δεν είμαστε, τότε δεν μένει τίποτε να πούμε ή να έχουμε. Γινόμαστε μία φανταστική προσωπικότης, μία ανειλικρινής παρουσία, και την παρουσία αυτήν δεν μπορεί να την πλησιάσει ο Θεός.

Για να μπορέσουμε να προσευχηθούμε πρέπει να ζήσουμε στην κατάσταση η οποία καθορίζεται σαν Βασιλεία του Θεού. Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι Αυτός είναι ο Θεός, ο Βασιλεύς, οφείλουμε να παραδοθούμε σ’ Αυτόν. Τουλάχιστον πρέπει να ενδιαφερόμαστε για το θέλημά Του, ακόμη και αν δεν είμαστε ικανοί να το εκπληρώσουμε. Αλλά αν δεν είμαστε ικανοί γι’ αυτό, αν φερόμαστε στον Θεό όπως ο πλούσιος νεανίας που δεν μπορούσε να ακολουθήσει τον Χριστό γιατί ήταν πάρα πολύ πλούσιος, τότε πώς θα Τον συναντήσουμε;

Πολύ συχνά, ότι θα θέλαμε να είχαμε αποκτήσει δια της προσευχής, δια της βαθείας σχέσεως με τον Θεό, την οποίαν τόσο επιθυμούμε, είναι απλώς μια επιθυμία ευτυχίας και τίποτα παραπάνω.

Δεν είμαστε προετοιμασμένοι να πουλήσουμε όλα όσα έχουμε για να αγοράσουμε τον πολύτιμο μαργαρίτη. Έτσι πως είναι δυνατόν να κερδίσουμε αυτόν τον πολύτιμο μαργαρίτη; Είναι Αυτός η προσδοκία μας;

Τελικά θέλουμε κάτι από τον Χριστό ή θέλουμε τον ίδιο τον Χριστό;


Από το βιβλίο: «Μάθε να προσεύχεσαι»

Metropolitan Anthony of Sourozh-At the heart of the storm



In the Name of the Father, the Son and the Holy Ghost.


I should like to begin with the words of Saint Paul. He tells us that we all who have heard the life-giving, the creative word of God are building our lives on a sure foundation, not only on the teaching of Christ, but on His presence, both invisible, and communicable in the Sacraments. This is a sure foundation of all life — ours, and that of the whole creation. But what do we build on this foundation? Some, the heroes of the spirit, the Patriarchs, the Prophets, the Apostles, the Martyrs, the Saints that cannot be shaken even by the storms of the History. Others have build of gold and silver that rust cannot destroy, that rust cannot spoil.

But do we belong to these? Or are we not rather those who are building on the foundation of Christ Who is a column and a pillar of truth and of life — are we not building of wood and of straw? As long as we live, as long as a storm doesn’t come, both wood and straw seem to be so secure; but then, comes a hurricane, then fire comes — and what is left of it? And it is not only physical fire and physical hurricanes that destroy: History is made of fire, a fire of judgement; and remember the words that the judgement of God begins within His Church, and this Judgement is the judgement by fire. And History is like a storm...

What is left then — is it there any hope for us? There is! Because Paul who has given us a very stern warning lest we lightmindedly built on a Foundation which is Holy something which is unholy, unworthy of this foundation, he tells us, Yes, your works may go up in flames, but you may stay... And why? How can we? Aren't we judged simply by the final reckoning on our life, on what we have built? Perhaps today's Gospel can give us some vision of what may happen.

The Apostles left Christ to cross the sea of Genesareth. The weather was good, the sea was calm, they hoped for a safe crossing. And then the wind came down, and the storm abated, and the waves rose, and they felt that the little skiff in which they were crossing the Lake had become a possible grave for them, a cold, watery grave. They fought as they could; but they could do nothing against the raging sea and the furious wind.

And at that moment they saw Christ walking on the sea, walking on the waters, at the very heart of the storm, in the eye of the hurricane. And they cried out in horror because they thought, This could be nothing but a ghost — God could not be in the midst of the storm, a storm that spelt death to them, destruction. If God was there, there should be peace, stillness, safety for themselves... And yet, God was at the heart of the storm, as He is at the heart of all the historical storm which rages all around us and tosses us about, and frightens us so much, and brings us to the brink of death.

And they cried in terror. And then, they heard a voice; a voice that unmistakably that of Christ: It is I! — don't be afraid!

And a degree of peace came upon them; and Peter turned to Christ, and said, If it is Thou — let me come to You on the waves!.. And Christ said, ‘Come! Enter into the storm, don’t try to escape it, don’t look for safety in this small, frail skiff that can be broken to pieces by the waves, drowned — don't count on that! Walk into the storm, walk on the raging waves!..

And as long as Peter was looking at nothing but Christ, to be with Him wherever Christ found Himself, he could walk. But he became aware of himself; at that moment he became aware of the storm, he was aware of the fact that he could die in a moment, helpless, drowned. And terror seized him, and he cried to Christ again, ‘Lord, save me !’— and the Lord stretched out His hand.

In another passage of the Gospel we are told, ‘And at that moment they discovered that they were all near the shore’ — they were at the end of the journey, while terror made them think that they were in the power of death...

Isn't that something which we can learn, each of us, from the circumstances of life? Let us ask ourselves whether on the unshakeable foundation of Christ we are building of stone, of gold, of silver — or only of perishable things? Let us ask ourselves whether it is with Christ, with God that we want to be in the midst of the storm, at the heart of the storm, fearless, because there is the place where He is — or whether we look for salvation in the little boat that is being drowned.

Let us reflect on this; and let us walk again into life with new hope, with a new sense of responsibility, but with the certainty that all things are possible unto us in the power of Christ Who sustains us. Amen.

* All texts are copyright: Estate of Metropolitan Anthony of Sourozh
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...