Monday, 17 March 2014

“Thank God for everything that happens”

              Elder Aimilianos of Simonopetras


Above all pray without ceasing and thank God for everything that happens to you

(Rule of Anthony the Great)

Anthony the Great is a realist. His rules or canons aren’t some formula he’s found and thrown to us. Each of them has something unique concerning the life of the monk and, if one is broken, everything comes crashing down. He says we have to pray without ceasing but at the same time thank God for everything that happens to us. He uses a coordinating conjunction because these two  things can’t be separated, they go together. We thank God for pleasant things, but even more for something else: in life, matters don’t always turn out as we would want them to. We pray, for instance, and it seems that God doesn’t listen. We ask for our health, and our illness worsens. We ask God to grant us certain things and He gives us nothing. Everything’s back to front.

People who don’t learn to thank God for everything, especially for adversity, will never advance even an inch beyond where they were when their mothers bore them. They’ll make no progress. And, of course, when their mothers bore them, such people were innocent babes, they had a natural sanctity, whereas we have cruelty, and knowledge that makes us guilty. So we have to learn to thank God. When we have bad thoughts, when our brother says something and we feel hatred within us, we must, at that very time, thank God and smile at our brother. Unless we do so, it’s impossible to advance a step, because everything will seem perverse to us. And then, in particular, others and our circumstances will cause us to have bad thoughts, temptations, passions and contrariness.

Ceaseless prayer and gratitude to God for all that happens to us are the necessary conditions for a natural life. If people don’t thank God for everything, they can’t even pray, nor live in the monastic state. People have to be grateful for whatever happens to them in the monastery, whether that comes from their inner world or from the brotherhood, from enemies or from demons. For instance, a monk has bad thoughts which torment him. He shouldn’t be worried, but should rejoice and thank God. He should say to the demon: “Get behind me, Satan” and send him on his way, or, if he refuses to leave, the monk should be able to say: “The bed’s big enough for the two of us. Sleep with me. Just turn over onto the other side so that I don’t have to put up with your foul breath”. The demon will then leave like lightning.

Unceasing prayer and gratitude for everything are directly connected to our personal rule. In other words, anyone can perform his rule when he learns to pray ceaselessly. And anyone who performs his rule can have unceasing prayer. If he wants to separate his rule from unceasing prayer, both will come tumbling down. This is basic and we must remember it. Miss your rule for two days and you’ll see that you’ll forget to say “Glory to you, our God” even once a day. That’s a law.

Archim. Aimilianos of Simonopetra, Νηπτική ζωή και Ασκητικοί κανόνες (Neptical life and ascetic rules), Indiktos Eds, Athens 2011, pp. 5-6.

Ντρέπεστε να εξομολογηθείτε;

 
Κάποτε ήταν στην καθημερινότητά μας τόσο το κατηχητικό όσο και η εξομολόγηση.

Με τα χρόνια, λίγες οικογένειες κατάφεραν να διατηρήσουν αυτή την συνήθεια. «Εξατμίστηκε», όπως χάθηκαν πολλά από τα ήθη μας.


Υπάρχουν όμως κι εκείνοι που θα ήθελαν να εξομολογηθούν κάποια στιγμή αλλά ντρέπονται…

Γι' αυτό ας διαβάσουμε την παρακάτω διδαχή του Αγίου Ιωάννη του Χρυσόστομου, που πιθανό να μας «αφυπνίσει».

«Η ντροπή στην Εξομολόγηση έρχεται από τον σατανά πού παρακολουθεί άγρυπνος τί θα κάνουμε…Ντρέπεσαι λοιπόν και κοκκινίζεις να ομολογήσεις τις αμαρτίες σου; Αλλά και αν ακόμα έπρεπε να τις ομολογείς μπροστά στους ανθρώπους και να εξευτελίζεσαι, ούτε και τότε θα έπρεπε να ντρέπεσαι διότι ντροπή και αισχύνη είναι το να αμαρτάνεις, και όχι το να ομολογείς τις αμαρτίες σου…Γνωρίζω και εγώ ότι δεν ανέχεται η συνείδηση την ενθύμηση των αμαρτιών μας. Διότι αν θυμηθούμε μόνον τις αμαρτίες μας η ψυχή μας αναπηδά όπως ακριβώς αναπηδά κάποιο αδάμαστο και δύστροπο πουλάρι. Όμως συγκράτησε, χαλιναγώγησε, χάιδευσε τη ψυχή με το χέρι, κάνε τη ήμερη, πείσε την, ότι αν δεν εξομολογηθεί τώρα στον ιερέα, θα αναγκαστεί να εξομολογηθεί εκεί όπου είναι περισσότερη η τιμωρία, όπου είναι μεγαλύτερος ο παραδειγματισμός.

Εδώ το δικαστήριο είναι χωρίς μάρτυρα και δικαστής του εαυτού σου είσαι συ ο οποίος αμάρτησες· εκεί όμως θα παρευρίσκεται όλο το πλήθος της οικουμένης αν δεν προλάβουμε να τα σβήσουμε εδώ.

Ντρέπεσαι να ομολογήσεις τα αμαρτήματα; Να ντρέπεσαι τότε και να τα διαπράττεις!

Εμείς όμως όταν διαπράττουμε αυτά τολμάμε να τα διαπράττουμε κατά τρόπον αναίσχυντο και προκλητικό όταν όμως πρόκειται να τα ομολογήσουμε, τότε ντρεπόμαστε και αποφεύγουμε, ενώ έπρεπε να κάνομε τούτο με μεγάλη προθυμία. Διότι δεν είναι ντροπή το να κατηγορείς τα αμαρτήματα, αλλά δικαιοσύνη και αρετή εάν δεν ήταν δικαιοσύνη και αρετή δεν θα έδινε γι’ αυτήν ο Θεός αμοιβή.

Το ότι πράγματι έχει αμοιβές η εξομολόγηση, άκουσε τι λέει «Λέγε πρώτος εσύ τα αμαρτήματά σου για να δικαιωθείς». Ποιός ντρέπεται να πράξει κάτι από το οποίο θα γίνει δίκαιος; Ποιός ντρέπεται να ομολογήσει τα αμαρτήματα, για να απαλλάξει τον εαυτόν του από τα αμαρτήματα; Μήπως σε προτρέπει να τα ομολογήσεις για να σε τιμωρήσει; Όχι βέβαια για να τιμωρήσει, αλλά για να συγχωρήσει.

Στα κοσμικά δικαστήρια συμβαίνει να επέρχεται η τιμωρία μετά την ομολογία της ενοχής. Για τούτο και ο ψαλμός υποπτευόμενος ακριβώς αυτό, μη τυχόν δηλαδή φοβούμενος κανείς τιμωρία μετά την εξομολόγηση αρνηθεί να εξομολογηθεί τα αμαρτήματά του, λέγει· «εξομολογηθείτε στον Κύριο τα αμαρτήματά σας, διότι είναι αγαθός, διότι το έλεος αυτού μένει εις τον αιώνα».

Μήπως (νομίζεις ότι ο Θεός) δεν γνωρίζει τα αμαρτήματα σου, εάν εσύ δεν τα ομολογήσεις;

Λοιπόν τι περισσότερο γίνεται σε σένα όταν δεν τα ομολογείς; Μήπως μπορείς να διαφύγεις την προσοχή του;

Και αν ακόμα δεν τα πεις εσύ, εκείνος τα είδε· αν δε τα πεις εσύ εκείνος τα λησμονεί. Διότι λέγει· «Ιδού εγώ είμαι ο Θεός εκείνος ο οποίος από αγάπη εξαλείφω τις αμαρτίες σου, και δεν τις ενθυμούμαι».

Βλέπεις; «Εγώ δεν θα τις ενθυμηθώ» λέγει· διότι τούτο είναι ίδιον της φιλανθρωπίας· συ να τις θυμηθείς για να σου γίνει αφορμή σωφρονισμού.
 
 

In Consolation of a Certain Brother Made the Victim of Slander by St. Tikhon of Zadonsk


You are enduring terrible slander, as I hear. Accept what consolation I can offer.

1. Nothing happens to us without God; therefore, the wicked tongue also attacks us by the permission of God. For this reason be patient in the face of what God has sent. God hears the slander and also knows your conscience.
2. Be consoled by this -- that you are enduring false accusation. A clear conscience is consolation. It is better to be consoled by your conscience alone, even if the whole world slanders you, than to be accused by your conscience, when the whole world heaps praises upon you. This is my choice: let everyone slander me, if only my conscience will praise me. The conscience is a reliable witness that does not lie: it says what it sees and is silent about what it does not see. It stands alone against thousands of slanderers and offers a defense and consolation and, in time, shuts the mouths of the slanderers and covers them with shame.
3. You have many comrades in this misfortune. The saints of God endured much slander, and there are many who live now and who likewise suffer the same way. You are not the only one who suffers from this; many have traveled by this path and have made it smooth for us and summon us to come by the same path. Let us follow in their footsteps, that together with them we may glorify Jesus Christ Who redeemed us. O Jesus, attract us, weak and despondent to follow Thee and Thy saints.
4. Think on this and examine your conscience; have you not ever wounded anyone with your tongue? When this happens, then slander is punished by slander, and therefore endure with thanksgiving, that the sin be chastened here, so that he who committed the sin might be shown mercy later. "When we are judged, we are chastened of the Lord, that we should not be condemned with the world," says the Apostle (1 Cor. 11:32). O Lord, chasten us here, and have mercy on us there!
5. You see how God, with His mercy, turns to good that which Satan and the evil contrive for evil. Therefore, be calm now and console yourself, and forget all vanity.
6. Learn from this not to believe the gossip of others who spread slander. Just as you hear slander against yourself unexpectedly, so those concerning whom evil rumors are circulated often hear them unexpectedly, not even knowing what they are being accused of. Give thanks for this together with the prophet: "It is good for me that Thou hast humbled me" (Ps. 118:71). Read these points which I am sending, and you will discover what I mean. Work for your salvation and remember me, a sinner.


Your well-wisher, Bishop Tikhon

Άγ. Ιουστίνος Πόποβιτς-Ποιά είναι η πραγματική αγάπη

 Οσίου Ιουστίνου Πόποβιτς

«Αγαπητοί, αγαπώμεν αλλήλους, ότι η αγάπη εκ του Θεού εστί, και πας ο αγαπών εκ του Θεού γεγέννηται και γινώσκει τον Θεόν. Ο μη αγαπών ουκ έγνω τον Θεόν, ότι ο Θεός αγάπη εστίν» (Α’ Ιωάν. δ’ 7-8).
«Είμαστε από τον Θεό», με ποιόν τρόπο; με την αγάπη. Γιατί η αγάπη είναι κυρίως η θεϊκή, ηθική δύναμη, η οποία μας γεννά «εκ του Θεού», μας κάνει «Υιούς Θεού», μας θεώνει, μας κάνει «ένθεους», «θεϊκούς». Σκιρτά το ανθρώπινο όν, ο άνθρωπος: Η αγάπη τον κάνει να σκιρτά με τις θεϊκές δυνάμεις οι οποίες τον μεταμορφώνουν, τον αναγεννούν σε καινό ον, σε καινή ψυχή, σε καινή αντίληψη, σε καινή ζωή.
Έτσι σ’ αυτόν όλες οι σκέψεις, όλες οι αισθήσεις και όλα τα έργα είναι από τον Θεό. Και γνωρίζει τον Θεό με ένα καινό, καινούργιο τρόπο, ένα τρόπο πραγματικότατο και πειστικότατο. Μόνο η αληθινή, οργανική ένωση με τον Θεό, η οποία πετυχαίνεται μόνο με την γέννηση «εκ Θεού», «εν αγάπη» δίνει την αληθινή γνώση περί του Θεού. Αν δεν γεννηθεί με αγάπη από τον Θεό ο άνθρωπος, δεν μπορεί να γνωρίζει τον Θεό. Όποιος όμως δεν γνωρίζει τον Θεό συνήθως δεν τον αναγνωρίζει. Επειδή ο Θεός είναι αγάπη, μας δένει, μας συνδέει με αγάπη και ψυχική προσέγγιση με όλα τα δημιουργήματα και πρώτα με τους ανθρώπους. Όποιος αγαπά τους αδελφούς έχει τον Θεό μέσα του, γνωρίζει τον Θεό, γιατί είναι γεννημένος από τον Θεό. Όποιος δεν αγαπά τους αδελφούς δεν έχει Θεό, δεν ξέρει τον Θεό, δεν βλέπει τα θεϊκά θεοειδή όντα στους ανθρώπους, γιατί δεν είναι γεννημένος από τον Θεό.
Ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος ευαγγελίζεται: «Αγαπητοί, αγαπώμεν αλλήλους ότι η αγάπη εκ του Θεού εστί και πας ο αγαπών εκ του Θεού γεγέννηται και γινώσκει τον Θεόν. Ο μη αγαπών ουκ έγνω τον Θεόν, ότι ο Θεός αγάπη εστίν» (Α’ Ιωάν. δ’ 7-8).
«Εν τούτω εφανερώθη η αγάπη του Θεού εν ημίν, ότι τον υιόν αυτού τον μονογενή απέσταλκεν ο Θεός εις τον κόσμον ίνα ζήσωμεν δι’ αυτού» (Α’ Ιωάν. δ’ 9). Πραγματικά, η αγάπη του Θεού στους ανθρώπους δεν μπορούσε καλύτερα να εκδηλωθεί από του να στείλει στον κόσμο τον Θεό-Λόγο, για να ζήσουν οι άνθρωποι «εν αυτώ». Η θεϊκή ζωή με την ενσάρκωση του Λόγου έγινε δική μας ανθρώπινη ζωή.
Ο Θεός – Λόγος έγινε άνθρωπος κι έδωσε στον άνθρωπο τη θεϊκή του ζωή, τον μύησε σ’ αυτή τη ζωή και του έδωσε τις δυνάμεις για να πραγματοποιήσει αυτή τη ζωή, παρά τους γήινους και ανθρώπινους όρους.
«Αγαπητοί, ει όντως ο Θεός ηγάπησεν ημάς, και ημείς οφείλομεν αλλήλους αγαπάν» (Δ’ Ιωάν. δ’ 11).
Το υπόδειγμα της αγάπης και της φιλανθρωπίας το τέλειο και παντέλειο υπόδειγμα είναι ο Κύριος Ιησούς Χριστός. Είμαστε υπόχρεοι στην αγάπη του Χριστού, την οποία αδιάκοπα βλέπουμε και ζούμε και για την οποία δεν αξίζουμε και για χάρη αυτής της αγάπης πρέπει να αγαπάμε ο ένας τον άλλο. Αύτη είναι η νέα αγάπη και η νέα εντολή περί της αγάπης.
Καινή, νέα, καινούργια γιατί αγαπά τον άνθρωπο ενώ είναι αμαρτωλός. Καινή, γιατί σπλαχνίζεται τον αμαρτωλό. Γι’ αυτό η χριστολογική αυτή αγάπη, η τόσο τέλεια και σωτηριώδης, έγινε η πρώτη υποχρέωση των χριστιανών, «όφείλομεν αλλήλους αγαπάν». Γιατί εκπληρώνοντας αυτή την υποχρέωση συνεχίζουμε το θεανθρώπινο έργο της σωτηρίας των ανθρώπων, σώζουμε «εαυτούς και αλλήλους», ή ακριβέστερα σωζόμαστε διά μέσου των άλλων.
Η σωτηρία είναι η συνέχεια της αγάπης του Χριστού διά μέσου των ανθρώπων οι οποίοι πιστεύουν σ’ αυτόν. Σωζόμαστε από την αμαρτία, το θάνατο και το διάβολο με την αγάπη του Χριστού, τη φιλανθρωπία του Χριστού.
«Θεόν ουδείς πώποτε τεθέαται· εάν αγαπώμεν αλλήλους, ο Θεός εν ημίν μένει και η αγάπη αυτού τετελειωμένη εστίν εν ημίν» (Α’ Ιωάν. δ’ 12).
Η αγάπη φέρνει τον Θεό στη ψυχή και αυτή πάντα ζει «δι’ αυτού» και με αυτό τον τρόπο βλέπει τον Θεό, ο όποιος διαφορετικά είναι μη βλεπόμενος. Ο Θεός από αγάπη ενανθρώπησε, ενσαρκώθηκε, έγινε άνθρωπος. Έτσι και ο άνθρωπος. Με αγάπη θεώνεται, ενθεοποιείται, γίνεται θεός κατά χάριν. Ο αόρατος Θεός με την αγάπη γίνεται ενσαρκωμένος, ορατός. Γιατί η θεϊκή αγάπη είναι μια δύναμη που ενσαρκώνει. Η αγάπη μεταφέρει τον αγαπώντα στον αγαπημένο, ενσαρκώνει τον ένα στον άλλο. Οι ζωές τους γίνονται μία, οι ψυχές τους μία, οι καρδιές τους μία. Αυτοί αισθάνονται τους εαυτούς τους σαν ένα, παρά το ότι είναι και μένουν δυο ξεχωριστές προσωπικότητες.
Αυτό ισχύει για όλα τα μέλη της Εκκλησίας. Με την αμοιβαία αγάπη οι ανήκοντες στην Εκκλησία ενσαρκώνονται ο ένας στον άλλο, ο ένας σε όλους κι όλοι στον ένα. Έτσι με τον ίδιο τρόπο και σκέπτονται και αισθάνονται και πράττουν όλοι μαζί και καθολικά αγωνίζονται «συν πάσι τοις αγίοις» (Εφεσ. γ’ 18). Αυτό είναι εκείνο που έχει γραφτεί στις Πράξεις των Αποστόλων «του δε πλήθους των πιστευσάντων ην η καρδία και η ψυχή μία, και ουδέ εις τι των υπαρχόντων αυτού έλεγεν ίδιον είναι, αλλ’ ην αυτοίς άπαντα κοινά» (Πραξ. δ’ 32).
Με τη βίωση της αγάπης του Χρίστου ο άνθρωπος φέρνει τον Θεό στην ψυχή του, ζει «δι’ αυτού», πράττει «δι’ αυτού», φρονεί «δι’ αυτού», αισθάνεται «δι’ αυτού». Με μια λέξη «ο Θεός εν αυτώ μένει». Γιατί ο Θεός είναι σ’ αυτόν η πιο άμεση διαβίωση, η πιο άμεση πραγματικότητα, η πιο οφθαλμοφανής δοκιμή, η πιο ζωντανή εμπειρία. Κι όταν μένει ο Θεός στον άνθρωπο, τότε και την αγάπη αυτού τελειοποιεί. Γιατί από τον Θεό σταδιακά διαχέεται στην ανθρώπινη ψυχή η θεϊκή αγάπη, αυξάνεται σε κάθε τελειότητα, διά μέσου των λοιπών αγίων αρετών, μέχρι που να γεμίσει με αγάπη όλο το είναι του ανθρώπου, το οποίο δεν γνωρίζει τα σύνορα της αγάπης, διότι η θεϊκή αγάπη δεν εχει σύνορα, διότι «ο Θεός αγάπη εστί». Ο Θεός με την αγάπη κατοικεί στην ανθρώπινη ψυχή, γι’ αυτό αυτή είναι και τέλεια.

Μετάφραση: ΜΙΧΑΗΛ ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ Θεολόγος, Αγιογράφος.
( Περιοδικό ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ, αρ. 57, 1999 σ. 26-28).

Sunday, 16 March 2014

Με τρεις τρόπους πλησιάζουμε τον Κύριο. (Κυριακή Β΄ Νηστειών)


Στο σημερινό Ευαγγέλιο ο παράλυτος άνθρωπος σηκώθηκε αμέσως, έβαλε το κρεβάτι στον ώμο και πέρασε μπροστά απ’ όλους. Κι όλοι θαύμασαν και δόξασαν το Θεό λέγοντας: τέτοια γεγονότα ποτέ μας δεν είδαμε.
    Ας δούμε πόσες θαυμαστές δυνάμεις φανερώνει διά μιας ο Κύριος στο θαύμα αυτό:

Διαβάζει τις καρδιές των ανθρώπων και σε μερικές διακρίνει την πίστη, ενώ σε άλλες το δόλο.

Συγχωρεί στην ψυχή τις αμαρτίες και την κάνει υγιή, καθαρή από την πηγή της αρρώστιας και της αναπηρίας.

 Αποκαθιστά την υγεία στο άρρωστο και παραλυτικό σώμα με τη δύναμη του λόγου Του.

Πόσο μεγάλη, πόσο φοβερή και πόσο θαυμαστή και ζωοδότρα είναι η παρουσία του ζώντος Κυρίου!

Ας έρθουμε όμως κι ας σταθούμε μπροστά στην παρουσία του ζώντος Κυρίου. Το πιο σπουδαίο πράγμα στο δρόμο της σωτηρίας είναι να προσεγγίσουμε με πίστη την παρουσία του Κυρίου, να τη νιώσουμε. Μερικές φορές έρχεται και μας αποκαλύπτεται ο ίδιος ο Κύριος. Έτσι πήγε στη Μάρθα και τη Μαρία στη Βηθανία, έτσι ξαφνικά εμφανίστηκε στον απόστολο Παύλο στο δρόμο προς τη Δαμασκό, σε άλλους αποστόλους στη θάλασσα της Γαλιλαίας και στο δρόμο προς τους Εμμαούς, στην οικία όπου μπήκε «κεκλεισμένων των θυρών», στη Μαρία τη Μαγδαληνή στον κήπο και σε πολλούς αγίους σε όνειρα ή οράματα. Μερικές φορές παρουσίασαν οι απόστολοι ανθρώπους στον Κύριο, όπως ο Ανδρέας έφερε τον Πέτρο κι ο Φίλιππος το Ναθαναήλ. Οι διάδοχοι των αποστόλων κι οι ιεραπόστολοι έφεραν στο Χριστό χιλιάδες, εκατομμύρια ανθρώπους κι άλλες φορές ο ένας πιστός έφερνε τον άλλο. Άλλα και άγνωστοι άνθρωποι μερικές φορές προσπάθησαν πολύ μόνοι τους να πλησιάσουν τον Κύριο, όπως στην περίπτωση των τεσσάρων που άνοιξαν την οροφή του σπιτιού για να φέρουν τον παραλυτικό φίλο τους μπροστά Του.

Αυτοί είναι οι τρεις τρόποι με τους οποίους οι άνθρωποι μπορούν να παρουσιαστούν στον Κύριο. Εκείνο που πρέπει να κάνουμε εμείς είναι να προσπαθήσουμε πολύ και ν’ αγωνιστούμε για να βρεθούμε μπροστά Του, ώστε να μας βοηθήσει κι Εκείνος να τον προσεγγίσουμε και να μας φωτίσει. Πρέπει ν’ ακολουθήσουμε τους τρεις αυτούς τρόπους σε αντίθετη πορεία. Αυτό σημαίνει πως πρέπει με πίστη και ζήλο να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να βρεθούμε μπροστά στον Κύριο. Μετά ν’ ακολουθήσουμε την κλήση και τις εντολές της αγίας αποστολικής Εκκλησίας, της Εκκλησίας των πατέρων και των διδασκάλων. Και τελικά, αφού θα έχουμε εκπληρώσει τους δύο πρώτους ορούς, θα πρέπει να περιμένουμε με πίστη κι ελπίδα στο Θεό να μας παρουσιαστεί, κι η παρουσία Του να μας φωτίσει, να μας ενισχύσει, να μας θεραπεύσει και να μας σώσει.

Το μέγεθος των προσπαθειών που πρέπει να καταβάλουμε για ν’ ανοίξουμε το δρόμο που μας οδηγεί στην παρουσία του Θεού, φαίνεται από το παράδειγμα των τεσσάρων αυτών ανδρών. Δε δίστασαν ν’ ανέβουν στην οροφή του σπιτιού, για να κατεβάσουν και να παρουσιάσουν μπροστά στον Κύριο τον άρρωστο φίλο τους. Δεν έκαναν πίσω ούτε από ντροπή ούτε από φόβο. Το παράδειγμα αυτό του μεγάλου ζήλου τους είναι όμοιο με το παράδειγμα της χήρας που ζητούσε πιεστικά και φορτικά από τον άδικο κριτή να τη δικάσει και να την προστατέψει από τον αντίδικό της (βλ. Λουκ. ιη’ 1 -5). Αυτό σημαίνει πως πρέπει να τηρούμε την εντολή του Κυρίου και να κραυγάζουμε μέρα και νύχτα, ωσότου μας ακούσει, «κρούετε και ανοιγήσεται υμίν» (Ματθ. ζ’7), είπε ο Κύριος. Αυτή είναι η εξήγηση που έχουν τα λόγια του Χριστού: «Η βασιλεία του Θεού βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν» (Ματθ. ια’12).

    Ο Κύριος ζητά απ’ όλους τους πιστούς Του να καταβάλουν κάθε προσπάθεια, να εξαντλήσουν τη δύναμή τους, να εργαστούν όσο κρατά η ημέρα, να προσεύχονται αδιάλειπτα, να ζητήσουν, να κρούσουν, να νηστέψουν και να κάνουν αμέτρητα έργα ελέους. Κι όλα αυτά ώστε η βασιλεία των ουρανών – η μεγάλη, φοβερή και ζωοποιός παρουσία του Θεού – ν’ ανοιχτεί γι’ αυτούς. « Αγρυπνείτε ουν εν παντί καιρώ, είπε ο Κύριος, ίνα καταξιωθήτε…σταθήναι έμπροσθεν του υιού του ανθρώπου» (Λουκ. κα’ 36). Να έχετε προσοχή και εγρήγορση στην καρδιά σας, για να μην προσκολληθεί στα γήινα. Να έχετε εγρήγορση στις σκέψεις σας, για να μη σας οδηγούν μακριά από το Θεό. Να προσέχετε τα έργα σας, να διπλασιάζετε τα τάλαντά σας, μην τ’ αφήσετε να λιγοστέψουν ή να εξαφανιστούν εντελώς. Ν’ αγρυπνείτε διαρκώς, ώστε ο θάνατος να μη σας βρει απροετοίμαστους και αμετανόητους στην αμαρτία σας. Η ορθόδοξη πίστη μας αυτή είναι: ενεργός, προσευχητική, γρηγορούσα. Αναλώνεται στα δάκρυα και τους αγώνες. Καμιά άλλη πίστη δε ζητάει τέτοιον αγώνα από τους πιστούς για ν’ αξιωθούν να σταθούν μπροστά στον Υιό του Θεού. Ο Κύριος και Σωτήρας μας ζητάει τον αγώνα αυτόν από τους πιστούς. Η Εκκλησία επαναλαμβάνει τις εντολές Του από αιώνα σε αιώνα, από γενιά σε γενιά, φέρνοντας σαν παράδειγμα στους πιστούς τους απειράριθμους και μεγάλους πνευματικούς αγωνιστές που τήρησαν το νόμο του Χριστού κι αξιώθηκαν ν’ αποκτήσουν δόξα και ανέκφραστη δύναμη τόσο στον ουρανό όσο και στη γη.



(Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Καιρός μετανοίας». Ομιλίες Β΄, Αθήνα 2010)

Saturday, 15 March 2014

Three Ways of Approaching the Lord (2nd Sunday of Lent)


In today’s Gospel, the paralytic arose immediately, took his bed upon his shoulders and walked past everyone. And everyone was amazed and glorified God saying: “We’ve never seen the like”.

Let’s look at the marvelous powers the Lord reveals for us in this miracle:

He reads people’s hearts, discovering faith in some and malice in others.

He forgives the soul its sins and makes it healthy, purified of the source of sickness and disability.

He restores health to the sick and paralyzed body by the power of His word.

How wonderful, how dreadful and how breathtaking and life-giving is the presence of the living Lord!

Let’s dwell for a moment on this presence of the living Lord. The most important thing on the path of salvation is that we should approach the presence of the Lord with faith, we should feel it. Sometimes the Lord comes and reveals Himself to us. Thus he went to Martha and Mary in Bethany; he appeared suddenly to Saint Paul on the road to Damascus; to other apostles at the Sea of Galilee and on the road to Emmaus; in the house where he entered, “the doors being shut”; to Mary Magdalene in the garden; and to many saints in dreams or visions. Sometimes the apostles presented other people to the Lord, as when Andrew brought Peter or Philip brought Nathaniel. The successors to the apostles and missionaries brought thousands to Christ and on other occasions one believer would bring someone else. And then there were people who tried hard to approach the Lord through their own efforts, such as the four who opened the roof of the house in order to get their paralyzed friend to Him.

These are the three ways by which people can present themselves before the Lord. What we have to do is to try hard and strive to get ourselves to Him, so that He can help us to approach Him and can illumine us. We have to apply these three ways backwards. This means that, with faith and endeavor, we first have to get ourselves before him. Then we can follow the call and the commandments of the Holy Apostolic Church, the Church of the Fathers and the Teachers. And finally, when we have fulfilled the first two conditions, we have to wait with faith and hope for God to present Himself to us and for His presence to illumine us, strengthen us, heal us and save us.

The measure of the efforts we have to make to open the path that leads us into the presence of God is apparent from the example of these four men. They had no hesitation in climbing up onto the roof of the house in order to lower their sick friend down into the presence of the Lord. They weren’t held back by shame or fear. The example of their great endeavors is like that of the widow who urgently and insistently demanded of the unjust judge that he pass judgement and protect her from her adversary (see Luke 18, 1-5). This means that we must observe the Lord’s command and cry day and night until He hears us. “Knock and it will be opened to you”, He said (Matth. 7, 7). This is the explanation of Christ’s words: “the kingdom of heaven has suffered violence and the violent take it by force” (Matth. 11, 12).

The Lord requires that all the faithful should make every effort, should exhaust their strength, to labour as long as the day lasts, to pray without ceasing, to ask, to knock, to fast and to do immeasurable works of charity. All of that so that the Kingdom of Heaven- the great, dread and life-giving presence of God- should be opened unto us. “But be vigilant at all times, praying that you may have strength … to stand before the Son of Man” (Luke 21, 36). You must have alertness and vigilance in your hearts, so that you don’t become attached to earthly things. Be watchful in your thoughts, so that they don’t lead you way from God.

Be careful with your works, so that you increase your talents; don’t let them wither or disappear altogether. Be ever vigilant so that death doesn’t find you with all your sins upon you, unprepared and unrepentant. This is our Orthodox faith: active, prayerful, watchful. It is taken up with tears and struggles. No other faith demands such efforts from the faithful, so that they may find the strength to stand before the Son of God. Our Lord and Saviour requires this endeavour from the faithful. The Church repeats His commandments from one age to the next, from generation to generation, presenting the example to us of the vast numbers of people who have striven to observe the law of Christ and have been given the strength to acquire glory and inexpressible power, both in heaven and on earth.

Saint Nikolaï Velimirović, Homilies II (1925).

Source-Pemptousia.com

Ἐνδυθεῖτε τήν πανοπλία τοῦ Ἰησοῦ



Γέροντος Ἐφραίμ ἐν Ἀριζόνᾳ - Νουθεσίες σέ πνευματικά του τέκνα


  Τό ἀκοίμητο μάτι τοῦ Θεοῦ σάν καθρέπτης μᾶς παρακολουθεῖ μέ φοβερή ἀκρίβεια σέ κάθε στιγμή χρόνου καί καταγράφει, στό δικό του κομπιοῦτερ τό θεϊκό, ὄλες τίς σκέψεις, τά νοήματα καί τίς κινήσεις τῆς καρδιᾶς.

Αὐτήν τήν αἴσθησι τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ (κατά φύσι), πόσο θά μᾶς ὠφελοῦσε (χάριτι Θεοῦ) ἄν τήν ζούσαμε! Ἄν τήν φιλοσοφούσαμε!
 Ἄν τήν νοιώθαμε μέσα στήν ψυχή μας! Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ, σάν φῶς νοητό, θά φώτιζε τά μονοπάτια τῆς ζωῆς, νά τά ξεπεράσουμε ἀκίνδυνα ἕως νά φθάσουμε στή χρυσή πόλη τῆς Ἄνω Ἱερουσαλήμ...

Λοιπόν, παιδιά μου, ἐνδυθεῖτε τήν πανοπλίαν τοῦ Ἰησοῦ μας καί βγεῖτε στήν μάχη μέ Ἀρχιστράτηγο τόν Κύριον μας Ἰησοῦ καί οἱ Ἀγγελικές δυνάμεις ἀοράτως θά μᾶς ἐνισχύουν καί θά μᾶς γεμίζουν μέ θάρρος καί ἀνδρεία...


Πνευματικά ἐφόδια σωτηρίας καί ἡμερολόγιο τοῦ 2011
Ἐκδόσεις "Ὀρθόδοξος Κυψέλη"
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...