Monday, 19 August 2013

ST. GREGORY OF SINAI On How to Partake of Food


HOW TO PARTAKE OF FOOD
 
-- What shall I say about the belly, the queen of the passions? If you can deaden or half-deaden it, do not relent. It has mastered me, beloved, and I worship it as a slave and vassal, this abettor of the demons and dwelling-place of the passions. Through it we fall and through it -- when it is well-disciplined -- we rise again. Through it we have lost both our original divine status and also our second divine status, that which was bestowed on us when after our initial corruption we are renewed in Christ through baptism, and from which we have lapsed once more, separating ourselves from God through out neglect of the commandments, even though in our ignorance we exalt ourselves. We think that we are with God, but it is only by keeping the commandments that we advance, guarding and increasing the grace bestowed upon us.
-- As the fathers have pointed out, bodies vary greatly in their need for food. One person needs little, another much to sustain his physical strength, each according to his capacity and habit. A hesychast, however, should always eat too little, never too much. For when the stomach is heavy the intellect is clouded, and you cannot pray resolutely and with purity. On the contrary, made drowsy by the effects of too much food you are soon induced to sleep; and as you sleep the food produces countless fantasies in your mind. Thus in my opinion if you want to attain salvation and strive for the Lord's sake to lead a life of stillness, you should be satisfied with a pound of bread and three or four cups of water or wine daily, taking at appropriate times a little from whatever victuals happen to be at hand, but never eating to satiety. In this way you will avoid growing conceited, and by thanking God for everything you will show no disdain for the excellent things He has made. This is the counsel of those who are wise in such matters. For those weak in faith and soul, abstinence from specific types of food is most beneficial; St. Paul exhorts them to eat herbs (Romans 14:2), for they do not believe that God will preserve them.
-- What shall I say? You are old, yet have asked for a rule, and an extremely severe one at that. Younger people cannot keep to a strict rule by weight and measure, so how will you keep to it? Because you are ill, you should be entirely free in partaking of food. If you eat too much, repent and try again. Always act like this -- lapsing and recovering again, and always blaming yourself and no one else -- and you will be at peace, wisely converting such lapses into victories, as Scripture says. But do not exceed the limit I set down above, and this will be enough, for no other food strengthens the body as much as bread and water. That is why the prophet disregarded everything else and simply said, "Son of man, by weight you will eat your bread and by measure you will drink water" (Ezekiel 4:16).
-- There are three degrees of eating: self-control, sufficiency and satiety. Self-control is to be hungry after having eaten. Sufficiency is to be neither hungry nor weighed down. Satiety is to be slightly weighed down. To eat again after reaching the point of satiety is to open the door of gluttony, through which unchastity comes in. Attentive to these distinctions, choose what is best for you according to your powers, not overstepping the limits. For according to St. Paul only the perfect can be both hungry and full, and at the same time be strong in all things (Philippians 4:12).


from The Philokalia: Volume IV, edited and translated by G. E. H. Palmer, Philip Sherrard, and Bishop Kallistos Ware, (London: Faber and Faber, 1995), pp. 280 - 281.

Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης, αρχιμ.: Συνοπτική ερμηνεία της Θείας Λειτουργίας


Την χαρήκαμε, αγαπητά μου παιδιά, πραγματικά την λειτουργία μας σήμερα. Ακόμη δεν έχει φέξει και τελειώσαμε. Είναι ευκαιρία τώρα να πούμε δυο σκέψεις, διότι πολλές φορές παραπονείσθε ότι δεν μπορείτε να χαρήτε την λειτουργία, δεν την ευχαριστιέστε, δεν την καταλαβαίνετε, δεν μπορείτε να προσευχηθήτε. Άλλες όμως φορές χαρούμενες μου λέτε: Σήμερα λειτουργήθηκα πολύ καλά· την έζησα την λειτουργία.


Άραγε πότε μπορούμε να πούμε ότι την ζήσαμε και πότε το λέμε χωρίς να είναι αλήθεια; Προσευχόμεθα εις την λειτουργίαν, αλλά τι πρέπει να ζητούμε; Ή μάλλον τι μας παρέχει η θεία λειτουργία, για να το ζητήσωμε και, όταν το λάβωμε, να έχωμε την βεβαιότητα ότι εισακούσθηκε η προσευχή μας;

Αναμφιβόλως ο τελικός σκοπός της θείας λειτουργίας είναι η συμμετοχή μας εις την θείαν ζωήν, είναι η δόσις και η αντίδοσις, να δώσωμε και να πάρωμε. Τι να δώσωμε; Τα δώρα, «τα σα εκ των σων». Είναι δώρα του Θεού και τα δίνομε εις αυτόν. Είναι δικά του και του τα προσφέρομε. Του προσφέρομε άρτον και οίνον.

Γιατί άραγε; Με τας θυσίας που προσέφερον οι «παλαιοί», οι Ιουδαίοι, προσέφερον πάντοτε και δώρα, όπως χρυσά και αργυρά σκεύη, απαρχάς, δηλαδή τους πρώτους καρπούς της γης, ή «ζώα των εδωδίμων», από αυτά που τρώει ο άνθρωπος.

Εμείς δεν κάνομε τοιαύτας προσφοράς· προσφέρομε άρτον και οίνον, τα οποία έχει εις την διάθεσίν του αποκλειστικώς ο άνθρωπος και είναι κύρια διατροφή του. Είναι εκείνα τα οποία του εξασφαλίζουν την επίγειον ζωή. Προσφέροντας λοιπόν άρτον και οίνον, αυτά που κατ' εξοχήν αρμόζουν εις την ζωή του ανθρώπου, είναι σαν να προσφέρωμε την ίδια μας την ζωή, την επίκηρον, την επίγειον, την προσωρινήν. Προσφέρομε κάτι το πρόσκαιρο, για να πάρωμε κάτι το αιώνιο, την αιώνιον ζωήν. Εις την δόσιν την ιδικήν μας έρχεται η αντίδοσις του Χριστού· μας παρέχει την ιδικήν του ζωήν, το σώμα του και το αίμα του.

Τι ωραία το λέγει ο Καβάσιλας»· «προίκα δίδωσιν ημίν ο Θεός πάντα τα άγια, και ουδέν αυτών προεισφέρομεν, αλλ' ατεχνώς εισι χάριτες». Ο,τιδήποτε μας χαρίζει ο Θεός, και οι επιτυχίες εις τον αγώνα μας και οι αρετές και οι ευσεβείς σκέψεις και τα πάντα, όλα τα άγια, «παν δώρημα τέλειον», είναι «προίκα», δωρεά, και «ατεχνώς χάριτες του Θεού», αποκλειστικώς και μόνον δώρα χαρισμένα από τον Θεόν. Εμείς δεν έχομε τίποτε να προσφέρωμε, τίποτε ενώπιον αυτού να συνεισφέρωμεν· τα πάντα προέρχονται εξ αυτού.

Για να μπορέσει όμως να γίνει αυτή η αντίδοσις που είναι ο τελικός σκοπός της θείας λειτουργίας, για να γίνει και σε μας αυτό που έγινε εν τω προσώπω του Χριστού εις το οποίον δια μιας τοιαύτης περιχωρήσεως και αντιδόσεως ηνώθη η θεία και η ανθρώπινή φύσις, πρέπει να προπαρασκευασθώμεν. Χωρίς προπαρασκευήν, μπορούμε να πούμε ότι ματαίως γίνεται η λειτουργία. «Αλλά το γε επιτηδείους γενέσθαι προς τό δέξασθαι αυτά και φυλάξαι εξ ανάγκης απαιτεί παρ' ημών και ούκ άν μεταδοίη του αγιασμού μη ούτω διατεθείσιν», λέγει πάλι ο Καβάσιλας· ναι, όλα μας τα δίνει ο Θεός, αλλά θέλει να γίνωμε ικανοί, ώστε να δεχθούμε τον αγιασμόν του και τα δώρα του, και άξιοι να τα φυλάξωμε. Αναγκαστικώς λοιπόν, για να μας τα μεταδώσει, πρέπει να διατεθούμε και ημείς καταλλήλως. Επειδή «ούτως αναγκαίον ην προς την τεύξιν των μυστηρίων το ευ έχοντας απαντήσαι και παρεσκευασμένους», δια τούτο ο ιερός συγγραφεύς, ο ερμηνευτής της θείας λειτουργίας, μας λέγει ότι η προετοιμασία ουσιαστικώς και μυστικώς γίνεται εις την θείαν λειτουργίαν. Πώς επιτυγχάνεται αυτό; Με τις ευχές, με τους ψαλμούς, με τα αγιογραφικά αναγνώσματα, με όλα τα λεγόμενα και τα τελούμενα εν αυτή.

Εις τι συνίσταται η προπαρασκευή; Εις την προετοιμασίαν της καρδίας μας, ώστε να γίνει χωρητική της θεότητος. Πώς μας προετοιμάζει, τι προσφέρει η λειτουργία; Τι πρέπει να ζητούμε από τον Θεόν και, όταν το λάβωμε, τότε είμεθα παρεσκευασμένοι, έτοιμοι, να δεχθούμε το σώμα και το αίμα του Χριστού;

Αυτό το θέμα θα μας απασχολήσει σήμερα, παιδιά μου. Και για να εκφράσωμε μερικές σκέψεις, θα μας βοηθήσουν ο συγγραφεύς τον οποίον αναφέραμε προηγουμένως, ο ιερός Καβάσιλας, το αποστολικό και ευαγγελικό ανάγνωσμα και η σημερινή ακολουθία.

Το πρώτον, το οποίο επιτυγχάνομεν εις την θείαν λειτουρ-γίαν, είναι η άφεσις των αμαρτιών μας. Πραγματικά την κερδίζο-με. Πώς; Κατ' αρχάς, με τις ευχές οι οποίες αναφέρονται προς τον Θεόν εκ μέρους μας δια των χειλέων του ιερέως και έχουν μιαν δύναμη. Τα ωραιότατα νοήματά τους συντρίβουν την καρδιά μας, και αν ακόμη αυτή είναι πέτρινη. Μας κάνουν να νοιώσωμε την αμαρτωλότητά μας. Αναπεμπόμενες δε και ανερχόμενες οι ευχές εις τον Θεόν τον καθιστούν ίλεων. Δέχεται την παράκλησή μας, διότι έχει υποσχεθεί ότι θα ακούει την προσευχή μας. Εις όλες τις ευχές παρακαλούμε να μας συγχωρήσει ο Θεός. Επομένως, είναι δυνατόν να μη μας ακούσει, την ώρα μάλιστα εκείνην την φρικτήν του μυστηρίου; Μας ακούει και δι' αυτό ακριβώς μας παρέχει την άφεσιν των αμαρτιών. Να σκεπτώμεθα λοιπόν την αμαρτωλότητά μας και να αγωνιζώμεθα να συντριβεί η σκληρότης της καρδίας μας, ούτως ώστε να επέλθει η άφεσις.

Το δεύτερον, το οποίο κερδίζομε, είναι μία μετάθεσις του νου και της καρδίας εις τον ουρανόν· δεν ζούμε πλέον εις την γην την ώρα της λειτουργίας. Προσέξατε τι έλεγε ένα τροπάριο των αίνων, που ψάλαμε; «Δια του σταυρού σου Χριστέ, μία ποίμνη γέγονεν, αγγέλων και ανθρώπων, και μία Εκκλησία· ουρανός και η γη αγάλλεται· Κύριε δόξα σοι». «Δια του σταυρού σου Χριστέ» — ο σταυρός υψώνεται χωρίς χύσιμο αίματος εις την θείαν λειτουργίαν, η οποία είναι μία αναπαράστασις ακριβώς της ζωής του Χριστού, του σταυρικού του θανάτου — «διά του σταυρού σου» και δια της λειτουργίας σου επομένως, όλα γίνονται «μία ποίμνη και μια Εκκλησία». Άγγελοι, αρχάγγελοι και άνθρωποι, ουρανός και γη συμμετέχουν. Όλα γίνονται ένας ουρανός. Οι πάντες και τα πάντα συγχωνεύονται και όλοι και όλα μαζί δοξάζουν τον επί του θρόνου του καθήμενον Χριστόν.

Η λειτουργία μας λοιπόν είναι μία σύναξις των ποιημάτων, των δημιουργημάτων του Θεού και μάλιστα του αγγελικού, του πνευματικού και του ανθρωπίνου κόσμου. Είναι δημιουργία ενός πνευματικού ουρανού, μπροστά στην ομορφιά του οποίου ο επίγειος κόσμος, οι ορατοί ουρανοί ωχριούν.

Όταν ζει κανείς αυτήν την αλήθεια εις την λειτουργίαν, αυτόν τον πνευματικόν ουρανόν, αυτήν την παράστασι του σώματος του Χριστού, τότε πλέον δεν νοιώθει άνετα εις τον κόσμο αυτόν. Όποιος μπορεί να χωρέσει και εις την ζωή αυτήν και εις τον κόσμο αυτόν, όποιος μπορεί να βολευτεί, αυτός δεν είναι «εύθετος εις την βασιλείαν του Θεού». Όταν είσαι εις την λειτουργίαν, νοιώθεις ότι είσαι ξένος πλέον για τον κόσμο. Χαίρεσαι, διότι είσαι γεγραμμένος εις την βασιλείαν των ουρανών. Ανάβει η επιθυμία στην καρδιά σου να γίνεις και συ πολίτης της βασιλείας του Θεού. Είναι δύσκολο; Είναι υπόθεσις του Θεού.

Όταν οι μαθηταί του Χριστού έτρεξαν, όπως αναφέρεται εις το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα, χαρούμενοι εις τον Κύριον διότι έκαναν θαύματα, ευηγγελίζοντο, εκέρδιζαν ψυχές, έβγαζαν δαιμόνια και του είπαν «και τα δαιμόνια υποτάσσεται ημίν, Κύριε», τι απήντησεν εκείνος; Μη χαίρετε δι' όλα αυτά, αλλά να χαίρετε διότι τα ονόματά σας εγράφησαν εν ουρανοίς· «ότι τα ονόματα υμών εγράφη εν τοις ουρανοίς». Αυτό είναι το δύσκολο να επιτύχει κανείς· είναι το πραγματικό κέρδος που θα μπορούσε να έχει.

Η λειτουργία είναι σαν να μας λέγη: Γίνε και συ εκλεκτός, που θα συγκαταριθμηθείς εις αυτήν την πολιτείαν του Θεού. Να νοσταλγείς πάνω από όλα την βασιλείαν των ουρανών, την κοινωνίαν των αγγέλων και των ανθρώπων, εκεί όπου όλα αγάλλονται, όλα δοξολογούν τον Θεόν.

Το τρίτον, το οποίο κερδίζομε ως αποτέλεσμα του προηγουμένου, είναι ο αγιασμός μας. Μόνον σε αγίους μπορεί να επαναπαυθεί ο Θεός και μόνον με αυτούς μπορεί να επικοινωνεί· «Ότι άγιος ει, ο Θεός ημών, και εν αγίοις επαναπαύη». Γι' αυτό και του ζητούμε συνεχώς να μας αγιάση. Τι είναι λοιπόν ο αγιασμός και πώς επιτυγχάνεται; Είναι ακριβώς η αποκοπή μας από τον κόσμο και τα του κόσμου. Άγιος είναι ο ξεχωρισμένος, ο αφωρισμένος, ο δοσμένος εις τον Θεόν. Επομένως, γινόμεθα ξένοι δια τον κόσμο και επιθυμούμεν πλέον να ανήκωμεν ολοκληρωτικά εις τον Θεόν. Αυτή μας η επιθυμία μας αγιάζει. Γίνεται μία προϋπόθεσις, για να μπορέσωμε να αποκτήσωμε και κάθε άλλην αρετή, απαραίτητη για τον αγιασμόν μας.

Η λειτουργία μας λοιπόν είναι ένα δόσιμο, μία προσφορά του εαυτού μας εις τον Κύριον ή καλύτερα μία επανάληψις της προσφοράς μας, μία ανανέωσις της συνθήκης που έχομε υπογράψει μαζί του, τότε που εβαπτιζόμεθα και εχριόμεθα. Κάθε φορά που πηγαίνομε εις την λειτουργίαν υποσχόμεθα και πάλι: Κύριε, σου ξαναδίνω τον εαυτόν μου.

Ο αγιασμός μας αυτός όμως γίνεται και με την συμμετοχήν μας εις το σώμα του και εις την ζωήν του. Εν τη λειτουργία γίνεται η σύναξις του λαού του Θεού. Συμμετέχομεν και ημείς. Επομένως, επικοινωνούμεν άμεσα με τον Θεόν. Αυτό σημαίνει ότι οι χυμοί του Θεού, η αγιότης του ρέουν μέσα μας, γινόμεθα μέλη Χριστού, γινόμεθα Χριστός. Εκείνος η κεφαλή και εμείς τα μέλη. Αφού η κεφαλή είναι αγία και εμείς γινόμεθα άγιοι ως «μέλη εκ μέρους», ως «σαρξ εκ της σαρκός του και οστά eκ των οστέων του».

Συμμετέχομεν εις την ζωήν του. Τι σημαίνει αυτό; Η λειτουργία ουσιαστικώς δεν είναι προσευχή· είναι δόσις και αντίδοσις. Είναι όμως και μία ανάμνησις και μία επανάληψις, μία δράσις. Ο Χριστός ζει τώρα μπροστά μας. Δι' όλων «ορώμεν τον Χριστόν τυπούμενον και τα υπέρ ημών αυτού έργα και πάθη· και γαρ εν τοις ψαλμοίς και ταις αναγνώσεσι και πάσι τοις υπό του ιερέως δια πάσης της τελετής πραττομένοις, η οικονομία του Σωτήρος σημαίνεται».

Επομένως, ολόκληρη η θεία μυσταγωγία είναι εικόνα του ιδίου του σώματος του Χριστού. Ολόκληρη η θεία λειτουργία είναι μία εν χρόνω και εν χώρω επανάληψις της ζωής του Χριστού· σαν να ζει τώρα μπροστά μας ο Χριστός. Διότι αυτά που γίνονται εις την θείαν λειτουργίαν, «εις την του Σωτήρος οικονομίαν αναφέρεται πάντα, ίνα ημίν η αυτής θεωρία προ των οφθαλμών ούσα τας ψυχάς αγιάζη και ούτως επιτήδειοι γινώμεθα προς την υποδοχήν των ιερών δώρων». Κατά την επίγειον ζωή του ο Χριστός εχάρισε την ανάστασίν του εις όλον τον κόσμο. Τώρα «φιλοπόνως θεωρούμενη» η ζωή του Χριστού καθιστά και ημάς ικανούς να ανιστάμεθα εις την ιδικήν του ζωή.

Όλα, όσα λέγονται και πράττονται εις την θείαν λειτουργίαν, αρχικώς είχον ένα πρακτικόν σκοπόν άλλα και ένα δεύτερον: να τυπούν τον Χριστόν· δύο έργα δηλαδή μπορούν να επιτελούν. Η περιφορά, παραδείγματος χάριν, του Ευαγγελίου είχε ένα πρακτικόν σκοπόν. Ταυτοχρόνως όμως είναι και μία τύπωσις και μία δήλωσις και μία φανέρωσις του ιδίου του Χριστού. Επίσης, όπως τα ενδύματα μας καλύπτουν μίαν πρακτικήν ανάγκην, καλύπτουν την γυμνότητα μας και προφυλασσόμεθα από την θερμότητα ή από το κρύο, αλλά συγχρόνως αποκαλύπτουν την ηλικίαν μας, το αξίωμά μας, τον χαρακτήρα μας, υποδηλώνουν τον άνθρωπον, το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τα άμφια της θείας λειτουργίας. Υπάρχουν τέλος πράξεις και λόγοι, που έχουν αποκλειστικώς και μόνον συμβολικόν χαρακτήρα, δηλωτικόν της ζωής του Χριστού.

Δι' αυτό εις την λειτουργίαν πρέπει οι οφθαλμοί της διανοίας μας να είναι συνεχώς εις τα νοούμενα και εις τα τελούμενα, ούτως ώστε, συμμετέχοντες μυστικώς εις την ζωήν του Κυρίου, να γινώμεθα ικανοί να συμμετέχωμεν και μυστηριακώς εις αυτήν. Δι' όλων λοιπόν των μέσων «καλλίω... και θειοτέραν εργάζεται την ψυχήν» ή θεία λειτουργία και μας καθιστά αξίους προς υποδοχήν του σώματος και του αίματος του Χριστού.

Ένα τέταρτον, το οποίον προσφέρει η θεία λειτουργία, είναι η άνευ ορίων αγάπη προς τους άλλους, προς τους αδελφούς μας. Το αποστολικό ανάγνωσμα έλεγε· «Ασπάσασθε αλλήλους εν φιλήματι αγάπης». Ένα τέτοιο φίλημα έκαναν οι αρχαίοι χριστιανοί. Σε μας κατηργήθη. Μπορεί όμως να είναι εσωτερικό· με ένα βλέμμα της καρδίας να αγκαλιάζει τρόπον τινά ο ένας όλους τους άλλους. Εν πάση αγάπη και εν πλήρει ενότητι μετά των άλλων πρέπει κανείς να έρχεται εις την λειτουργίαν και ταυτοχρόνως να το ζητεί, για να γίνει μία αύξησις. Πώς μπορεί κανείς να ενωθεί με τον Χριστόν, εάν δεν είναι ενωμένος με το κάθε μέλος του σώματος αυτού;

Τέλος, η θεία λειτουργία με την προετοιμασία που κάνει μέσα μας δημιουργεί πίστιν και εναπόθεσιν των ελπίδων, των δυσκολιών, των προβλημάτων μας εις Εκείνον. Εις την λειτουργίαν δεν πηγαίνομε για να ζητήσωμε αυτό ή το άλλο, δηλαδή να ικανοποιήσουμε τις ανάγκες μας. Πηγαίνομε να ζητήσωμε αποκλειστικώς και μόνον Εκείνον. Αφήνομε εις τον Θεόν τα υπόλοιπα, «πάσαν την μέριμναν υμών επιρρίψαντες επ' αυτόν», κατά το σημερινόν αποστολικόν ανάγνωσμα, όπως εκείνος που ρίχνεται στην θάλασσα και αφήνεται να άγεται και να φέρεται από τα κύματά της. Αποκτούμε τότε θάρρος, δικαιώματα· κατακτούμε την ελευθερίαν εις την θείαν λειτουργίαν να μπορούμε να αφηνώμεθα εις τον Θεόν. Διότι, έφ' όσον αφηνόμεθα εις αυτόν και έχομε το δικαίωμα να γίνωμε κάτι το θεϊκό, είναι φυσικό, αφού Εκείνος έχει αρχίσει την ζωή μέσα μας, Αυτός να την φέρη και εις πέρας, να τακτοποιήσει κάθε πρόβλημα εξωτερικό αλλά και πνευματικό. «Ο δε Θεός πάσης χάριτος, ο καλέσας υμάς εις την αιώνιον αυτού δόξαν εν Χριστώ Ιησού ολίγον παθόντας, αυτός καταρτίσει υμάς, στηρίξει, σθενώσει, θεμελιώσει». Ο Χριστός αναλαμβάνει πλέον αυτός ο ίδιος την ζωή μας, να μας δώση σθένος, να μας στηρίξει, να μας καταρτίσει και να μας τελειοποιήσει. Τα πάντα αναλαμβάνει Εκείνος.

Είδαμε λοιπόν ότι εις την λειτουργίαν κερδίζομε την άφεσιν των αμαρτιών, γίνεται μία μετάθεσις του νου και της καρδίας μας εις τον ουρανόν, επιτυγχάνομεν τον αγιασμόν, ενούμεθα εν απολύτω, εν πλήρει αγάπη με όλους τους άλλους, η πίστις ενισχύεται και τα πάντα εναποτίθενται εις τον Θεόν.

Όλα αυτά τα επιτυγχάνομεν με τις ευχές, όπως λέγαμε στην αρχή. Δεν βοηθούν όμως μόνον οι ευχές. Βοηθούν και οι ψαλμοί — ιδίως οι ψαλμοί των αντιφώνων, των οποίων όμως σήμερα δεν διαβάζονται παρά μόνον ωρισμένοι στίχοι — και οι ψαλμωδίες, διότι και αυτά ομιλούν περί του Χριστού. Οι μακαρισμοί εν συνεχεία και τα αναγνώσματα που ομιλούν για την αγάπη του Θεού και το έργο του, μας ανάβουν τον πόθο και την επιθυμία να τηρούμε τις εντολές του.

Τοιουτοτρόπως, δι' όλων των δρωμένων και των τελουμένων εν τη λειτουργία, επιτυγχάνομεν να κάνωμε την ψυχήν μας καλυτέραν, ωραιοτέραν. Δι' αυτόν τον λόγον ο ιερός συγγραφεύς της ερμηνείας της λειτουργίας μας προτρέπει- «Ούτω... αιδεσθώμεν τον ούτως ελεήσαντα, τον ούτω σώσαντα και πιστεύσωμεν αυτώ τας ψυχάς», ας του εμπιστευθώμεν τις ψυχές μας, «και παραθώμεθα την ζωήν, και φλέξωμεν τας καρδίας τω πυρί της αγάπης αυτού· και τοιούτοι γενόμενοι, τω πυρί των μυστηρίων ομιλήσωμεν ασφαλώς και οικείως». Όταν του εμπιστευθώμεν τας ψυχάς μας, όταν του παραθέσωμεν την ζωήν μας, όταν φλέξωμεν τας καρδίας μας με το πυρ της αγάπης του, τότε πλέον είμεθα έτοιμοι και μπορούμε να «ομιλήσωμεν τω πυρί των μυστηρίων ασφαλώς και οικείως», να έλθωμεν εις επαφήν, να αποκτήσωμεν πλέον εμπειρικήν συνάφειαν με το πυρ των μυστηρίων του. Τότε μόνον η εν τη πράξει, η εμπειρική αυτή αίσθησις, η πραγματική αυτή εκζήτησις της ζωής τού Χριστού γίνεται βίωμά μας. Και η μετάληψις των τιμίων δώρων, η μετάληψις της θεότητος και η θέωσίς μας, έρχεται ως απόρροια όσων μας χαρίζει η θεία λειτουργία.

Το τεμάχιο του άρτου, το οποίο πρόκειται να γίνει σώμα Χριστού, το βγάζομε από το πρόσφορο. Δεν προσφέρομε ολόκληρο το πρόσφορο εις τον Κύριον, αλλά ένα τεμάχιό του. Το πρόσφορο εικονίζει την ανθρωπίνην φύσιν, το ημέτερον φύραμα, το ανθρώπινο γένος. Εξήλθε ο Χριστός εκ του ημετέρου φυράματος δια να θεώσει αυτό. Ας εξέλθωμεν και ημείς εκ μέσου των ανθρώπων, δια να θεωθώμεν, δια να προσφερθώμεν εις τον Θεόν. Διότι, προσφέροντας αυτό το αντίτυπον, προσφέρομεν τον εαυτόν μας. Τα αντίτυπα του τιμίου σώματος και του αίματος του Χριστού πρώτα τα εναποθέτομεν ως δώρα εις τον Κύριον επί της αγίας Προσκομιδής και εν συνεχεία τα προσφέρομεν ως θυσίαν επί του αγίου θυσιαστηρίου.

Ας καταστήσωμεν τον εαυτόν μας δώρο διαλεγμένο, δώρο ξεχωρισμένο, δώρο που θα το αφήσωμε μια για πάντα στα χέρια Εκείνου και δεν θα θελήσωμε ποτέ να το πάρωμε πίσω. Όταν προσφερθούμε εις Αυτόν ως δώρο, τότε μόνον θα μπορούμε, πλησιάζοντες και κυκλούντες καθ' εκάστην το θυσιαστήριόν του και προσεδρεύοντες εις αυτό, να προσενέγκωμεν ολόκληρο το είναι μας, τον εαυτόν μας — νουν, ψυχήν και καρδίαν— θυσίαν ζώσαν και ευάρεστον. Το είναι μας μας το εχάρισε Εκείνος· το οφείλομεν εις Εκείνον, ο οποίος δεν θα παύση να είναι το κέντρο και το τέλος, ο σκοπός της ζωής μας.

πηγή: αρχιμ. Αιμιλιανού (Σιμωνοπετρίτου), Κατηχήσεις και λόγοι (4) - Θεία Λατρεία, Προσδοκία και όρασις Θεού, εκδ. Ορμύλια 2001

Sunday, 18 August 2013

Metropolitan Anthony of Sourozh-ON THE EUCHARIST


Every time we approach the holy chalice to receive Communion to the Body and Blood of Christ we say a prayer that contains words that must become true on our lips, otherwise they are a lie before God. We say to God that we are the worst sinner, we are the chief sinner that there is.

And isn't it natural that so often we say these words thinking, 'This was true of the saints, who could feel that way, but I can't feel that I am the worst of sinners'. When we look around, when we look at the state of the world in which we live, we can see a number of people who in our eyes are worse than we are. And regarding this I would like to remind you of a passage in the diary of Saint John of Kronstadt, who also asked himself the same question, and in the end answered it in the affirmative: 'Yes, I am the worst of all the sinners I know'.

And the reason he gave for this judgement of his was that he was aware of how much God had given him, and how little he had given to God in response.

I think we must all of us begin in this frame of mind, ask ourselves: What are the gifts which God has bestowed upon us? What is it that makes us so happy in ourselves, or makes others so happy in us, rightly or wrongly? And when we have come to understand how much we have received, then we can ask ourselves: what are the fruits which we have borne of these gifts?

And we will see that, according to the first Beatitude, there is nothing in us, in our life, which is our own, of our own making. God gave us life. He gave us a body, a soul, a mind. He gave us all that fills our lives with richness. All that we are and all that we possess are gifts of his. Do we give Him gratitude for it, or do we appropriate these gifts, thinking no, they are our own really? And even when we are aware of the fact that they are not of our making, that it is God who has given us all that we are and all that we have, do we know how to be grateful and also to ask ourselves the question which I have already mentioned: what have I done with all the gifts of God? And if we go ever more deeply within ourselves and in our lives, can we begin to be able to say: yes, I really am the worst of all the sinners around me because I am so richly endowed by God and look how little, how very little, I have brought to God and to my neighbour as a result of it?

Let us all reflect on this. And when we come next time to Communion and we think or say these words, let us say them with at least a beginning of understanding that yes, it is true, and I know why. But come with an incipient understanding, because it takes a very long time for us to see how richly God has endowed us and how poorly we have responded to Him. But gradually, step by step, these words will become true and we will receive Communion with a new depth of broken-heartedness and with gratitude. Amen.


Source:mitras.ru

Πώς να (μην) εκκλησιάζεσαι...


Κυριακή σήμερα και πολλοί από τους συνταξιδιώτες μας, το έχουν ανάγκη να εκκλησιάζονται.
Υπάρχει ένας οδηγός παρακάτω, που καθοδηγεί πως να γίνεται η να μην γίνεται.
Έχει μεγάλο ενδιαφέρον από πολλές απόψεις:
Φαίνεσθαι: Στην Κυριακάτικη Θεία Λειτουργία να ντύνεσαι με κυριλέ-φαρισέ ρούχα για να ανεβάζεις το image σου.
Δωδεκάτη: Τηλεφώνησε το προηγούμενο απόγευμα στο Ναό και ρώτησε – «Τι ώρα βγαίνετε»; Αν πάς πέντε λεπτά πριν από το τέλος θα γλιτώσεις το λούκι της Ακολουθίας χωρίς να νιώθεις ενοχές που δεν εκκλησιάστηκες.
Δίλεπτο: Όταν ρίχνεις τα χρήματα στο παγκάρι νιώσε ελεήμων. Αν ο επίτροπος που βρίσκεται πίσω από το παγκάρι σε κοιτάζει, νιώσε ντροπή και ρίξε κάτι περισσότερο για να μην φανείς φτωχός στα μάτια του. Αν κάνει πως δεν σε προσέχει, ρίξε ένα βαρύ κέρμα για να ακούσει πλούσιο θόρυβο. Αν νιώθεις ένοχος-η για κάτι κακό που έκανες ρίξε ένα ευρώ παραπάνω για εξιλέωση.
Δεκακέρι: Άναψε πολλά κεριά για να ελεηθείς περισσότερο εσύ και οι συγγενείς σου.
Αξιολόγηση: Παρατήρησε προσεκτικά τους πιστούς γύρω σου χωρίς να σε πάρουν χαμπάρι. Αν είσαι άντρας και δεις μια κομψή κοπέλα προκλητικά ντυμένη αφού την κοιτάξεις με λαγνεία, κρίνε μέσα σου το παρουσιαστικό της, αναλογιζόμενος: «πως δεν ντρέπεται να κυκλοφορεί έτσι μέσα στο Ναό!». Αν είσαι γυναίκα αφού ζηλέψεις έλεγξέ την με μια βλοσυρή ματιά για να βγάλεις το άχτι σου. Μετά αντί να παραδεχτείς ότι έπεσες σε κατάκριση αναλογίσου: «σα δε ντρέπεται» και νιώσε πιο ευσεβής από αυτήν.
Κοσμικίλα: Φόρεσε ένα άρωμα πιο δυνατό από το θυμίαμα ώστε να πλημμυρίζει με κατάνυξη όσους είχαν την τύχη να σταθούν πλάι σου.
Μουρμούρα: Να επαναλαμβάνεις κοντά στο αυτί του μπροστινού σου όσα ακούς. Αυτό θα σε βοηθήσει να συμμετέχεις ενεργά στην Ακολουθία. Να μουρμουράς σε διαφορετικό τόνο από τους ψάλτες για να του προσφέρεις πολυφωνικό άκουσμα.
Δικαίωμα: Πίστεψε ότι με το να εκκλησιάζεσαι εξευμενίζεις το Θεό και τον υποχρεώνεις να σε προστατεύει και να συμπαραστέκεται στις δυσκολίες σου.
Θεαθήναι: Αν κάνεις κάποια δωρεά απαίτησε να αναγραφεί το όνομά σου στο αντικείμενο που δώρισες με μεγάλα γράμματα. Αν πρόκειται για εικόνα φρόντισε το όνομά σου να ξεπερνάει σε μέγεθος το όνομα του αγιογράφου αλλά και του αγίου που εικονίζεται. Αφού την πλήρωσες καλό να μείνει αιωνία η μνήμη σου.
Καρέκλες: Αν δωρίσεις κάποιο κάθισμα απαίτησε να σκαλιστεί το όνομά σου με μεγάλα γράμματα ώστε όλοι να ξέρουν πόσο αναπαυτική είναι η γενναιοδωρία σου. Δεν χρειάζεται να κάθεσαι εσύ στη δική σου καρέκλα για να μη σε παρεξηγήσουν αλλά όποτε πηγαίνεις στο Ναό να περνάς από κοντά για να διαβάζεις το όνομά σου και να καμαρώνεις. Αν το όνομα του δωρητή ανήκει σε κάποιον κεκοιμημένο της φαμίλιας σου …; νιώσε περήφανος για το σόι σου.
Μπλα-Μπλα: Αν συναντήσεις τυχαία κάποιον φίλο ή γνωστό πιάσε την κουβέντα και μην σταματήσεις πριν τελειώσει η Ακολουθία. Η κουβεντούλα στο Ναό ευαρεστεί το Θεό και αναπαύει τους γύρω σου.
Νταβαντούρι: Φρόντισε να εκκλησιάζεσαι μόνο σε κεντρικούς Ναούς τις μεγάλες εορτές ώστε να ενοχλείσαι από τον θόρυβο και την υποκρισία.
Παιδιά: Αν ντρέπεσαι να ξαμολήσεις τα παιδιά σου ανεξέλεγκτα μέσα στο Ναό να παίζουν και να φωνάζουν, ανάγκασέ τα να στέκονται ακίνητα δίπλα σου με ευλάβεια. Αν νιώσουν από νωρίς την καταπίεση όταν μεγαλώσουν θα γίνουν οπωσδήποτε υποταγμένοι, καθωσπρεπικοί ρομπότ-χριστιανοί ή αντιδραστικοί και περιθωριακοί αρνησίθεοι.
Σπάσιμο νεύρων: Αν σχηματίζεται ουρά για το προσκύνημα κάποιων ιερών λειψάνων ή θαυματουργής εικόνας πήγαινε να στηθείς και εσύ εκεί. Αν αγανακτήσεις από το συνωστισμό στο Ναό κράτησε την ψυχραιμία σου. Ξέσπασε αργότερα τα νεύρα σου στην οικογένειά σου.
Ταχύτητα: Όταν έλθει η ώρα να μεταλάβεις παραμέρισε τους άλλους για να κοινωνήσεις πρώτος. Έτσι δεν θα χρειαστεί να περιμένεις στην ουρά και θα μειωθούν οι πιθανότητες να κοινωνήσεις μετά από μια γιαγιά που σιχαίνεσαι.
Μόνωση: Αν καθίσει κάποιος δίπλα σου, μην γυρίσεις να τον κοιτάξεις, μην του χαμογελάσεις και μην του πεις καλημέρα. Τράβηξε λίγο την καρέκλα σου παραπέρα και στρέψε τα μάτια σου αλλού για να καταλάβει ότι ενοχλήθηκες.
Κατάληψη: Επειδή κουράζεσαι εύκολα, αν πετύχεις άδειο κάθισμα, πρόλαβε να καθίσεις και κράτησέ το μέχρι το τέλος για πάρτι σου. Αν τα άδεια καθίσματα είναι δύο «πιάσε» το άλλο με το μπουφάν σου για να βάλεις εκεί ένα «πλησίον» της αρεσκείας σου.
Καφενείο: Λίγο πριν τελειώσει η Ακολουθία φύγε ψύχραιμα από το Ναό μη τυχόν και γνωρίσεις κάποιον από την ενορία σου. Αν έχεις δει κάποιο γνωστό σου, περίμενε μέχρι το «δι ευχών» και μετά πλησίασε και πες του με δυνατή φωνή όσα θα του έλεγες αν τον συναντούσες στη Λαϊκή ή στο καφενείο.

ΠΗΓΗ-

Δημήτρης Καραβασίλης

Συγγραφέας

Saturday, 17 August 2013

Ἡ Λειτουργία μετά τήν Λειτουργία


  Άγιος Βασίλειος ο Μέγας
  Λατρεία το Θεο δέν πρέπει νά εναι ἕνα μέρος τς ζως το πιστο λλά λόκληρη ζωή του. Αὐτή λατρευτική προσφορά τῆς ζωῆς μας πρός τόν  Θεόν εἶναι   τό κατ' ἐξοχήν, τό κύριο ἔργο μας ὡς ἀνθρώπων.

Μ' αὐτήν ἐκδηλώνουμε τήν εὐγνωμοσύνη μας, τήν ἀγάπη μας στόν Κύριο. Ἡ Θεία Λατρεία εἶναι ὁ ὕψιστος βαθμός τῆς ἀγάπης μας πρός τόν Θεό.

 Τήν προσφέρουμε ὅλοι μαζί, ὅλος ὁ λαός πού εἶναι ἐνταγμένος στήν ὀρθόδοξη Ἐκκλη­σία. Γι αὐτό ὅταν κάποιος ἀπουσιάζει ἀδικαιολόγητα ἀπό τήν Θεία Λειτουργία θά πρέπει νά γνωρίζει ὅτι διασπᾶ αὐτή τήν καθολικότητα τῆς προσφορᾶς, αὐτή τήν ἑνότητα τοῦ Θεανθρώπινου Σώματος, τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Κολοβώνει κατά κάποιον τρόπο τό σῶμα του Χριστοῦ, ἐπειδή Τοῦ ἀποστερεῖ ἕνα μέλος. (Ὁ καθένας μας πού εἶναι βεβαπτισμένος ὀρθόδοξα εἶναι μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ).

Ἡ Θεία Λειτουργία, τό Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας εἶναι ὁ κατ’ ἐξοχήν θεοπαράδοτος τρόπος γιά νά ἐκφράσουμε τήν πρός τόν Θεό εὐχαριστία.

ἴδιος ὁ Θεός μᾶς δίδαξε τήν Θεία Λετουργία. Ἄρχισε  τήν διδασκαλία Του αὐτή  ἀπό τό Μυστικό Δεῖπνο, καί τή συνέχισε κατά τή διάρκεια τῶν 40 ἡμερῶν μετά τήν  Ἀνάστασή Του, ἕως τήν Ἀνάληψή Του. Αὐτές τίς σαράντα ἡμέρες  ὁ Κύριος ἐμφανιζόταν καί δίδασκε τά περί τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ στούς Ἀποστόλους[1]. Τούς δίδασκε δηλαδή τά περί τῆς Ἐκκλησίας, διότι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Μέ βάση αὐτήν τή διδασκαλία οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι συνέθεσαν καί τελοῦσαν τήν Θεία Λειτουργία. Αὐτήν τήν θεοπαράδοτη Θεία Λειτουργία συνεχίζουμε νά τελοῦμε καί ἐμεῖς σήμερα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

Ἡ Λατρεία πρέπει νά εἶναι ἀδιάλειπτη. «Ἐν παντί καιρῷ καί τόπῳ».

Ἡ εὐχαριστία πρός τόν Κύριο δέν σταματᾶ μέ τό τέλος τοῦ Μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Τό τέλος τῆς Θείας Λειτουργίας εἶναι ἡ ἀρχή μιᾶς ἄλλης Εὐχαριστίας πρός τόν Θεό πού ἐκπληρώνεται διά τῶν ἔργων μας. Ἡ ἀληθινή εὐχαριστία «διά μέσου τῶν ἔργων ἐκπληρώνεται ἀπό ἐμᾶς» διδάσκει ὁ ἱερός Χρυσόστομος[2].

Τηρώντας τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ καθημερινά, εὐχαρι­στοῦμε πραγματικά τόν Θεό γιά ὅλα. Τότε εἶναι πού Τόν εὐχαριστοῦμε πραγματικά καί γιά τό ὑπέροχο δῶρο Του τήν Θεία Λειτουργία πού ζήσαμε τήν ἡμέρα τῆς Κυριακῆς ἤ καί ὁποιαδήποτε ἄλλη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδας.

«Ἄς εὐχαριστοῦμε διότι εἴμαστε ἀπό τούς σωζομένους, καί ἐνῶ δέν ἦταν δυνατόν νά σωθοῦμε ἀπό τά ἔργα μας, σωθήκαμε δωρεάν ἀπό τό Θεό ...

(Ἄς εὐχαριστοῦμε τόν Θεόν) διότι ἄν καί ὑβρίσαμε τόν Βασιλέα (Χριστόν) ἀντί νά δικαστοῦμε τιμηθήκαμε· ἔπειτα (παρ’ ὅλο πού τιμηθήκαμε) πάλι ὑβρίσαμε, (ὁπότε) καί πιαστήκαμε ἔτσι σέ ἔσχατη μορφή ἀχαριστίας. (Ἐφ’ ὅσον συνέβησαν ἔτσι τά πράγματα) θά ἔπρεπε δίκαια νά τιμωρηθοῦμε μέ βαρύτερη καταδίκη, πολύ μεγαλύτερη ἀπό τήν προηγούμενη.  Διότι δέν μᾶς ἀπέδειξε τόσο ἀχάριστους ἡ πρώτη ὕβρις ὅσο αὐτή πού ἔγινε μετά τήν τιμή καί τήν πολλή περιποίηση (πού δεχθήκαμε ἀπό τόν Δεσπότη, μετά τήν πρώτη ὕβρη πού Τοῦ κάναμε). Ἄς ἀποφύγουμε λοιπόν ἐκεῖνα ἀπό τά ὁποῖα ἀπαλλαχτήκαμε, καί ἄς εὐχαριστοῦμε ὄχι μόνο μέ τό στόμα... Διότι πῶς δέν εἶναι ἄτοπο ὅταν οἱ μέν οὐρανοί διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ, ἐσύ δέ, διά τόν ὁποῖον ἔγιναν οἱ οὐρανοί πού δοξάζουν, κάνεις τέτοια πράγματα ὥστε νά βλασφημεῖται ἐξαιτίας σου ὁ Θεός πού σέ ἔπλασε;».[3]

Θά πρέπει νά προσέχουμε ὥστε ὅλη μας ἡ ζωή νά εἶναι μία συνεχής Θεία Λειτουργία (Λειτουργία μετά τήν Λειτουργία). Δέν ὑπάρχουν ὧρες τοῦ Θεοῦ καί ὧρες πού μποροῦμε νά κάνουμε καί κάτι ἄλλο πού νά μήν ἀρέσει καί τόσο στό Θεό... Ὅπως στεκόμαστε μπροστά στόν Θεό, μέ σεβασμό, εὐλάβεια, ταπείνωση, σιωπή, μετάνοια, σεμνότητα, κοσμιότητα, ἔτσι θά πρέπει νά εἴμαστε σέ κάθε στιγμή τῆς ζωῆς μας. Ὅπως εἴμαστε  «ἱματισμένοι καί σωφρονοῦντες» μέσα στόν ναό, ἔτσι θά πρέπει νά εἴμαστε πάντα (ἔξω ἀπό τόν ναό,  στό σπίτι μας, στήν ἐργασία μας κ.λ.π.). 

Κάθε στιγμή τῆς ζωῆς μας πρέπει νά ἐμπλουτίζεται καί νά ἁγιάζεται μέ τήν προσευχή, κάθε πράξη μας νά εἶναι γιά τόν Θεό (νά εἶναι μία πράξη ἀγάπης πρός τόν Θεό).

Ὁ Μέγας Βασίλειος γράφει:

«Γιά τήν προσευχή καὶ τὴν ψαλμωδία, ὅπως καὶ γιὰ πολλὰ ἄλλα, κάθε στιγμὴ εἶναι ἡ κατάλληλη·  ὥστε  (πρέπει) νὰ ὑμνοῦμε τὸν Θεὸ καὶ ὅταν ἐργαζόμαστε, καθὼς κινοῦμε τὰ χέρια,  ἀλλὰ καὶ μὲ τὴ γλώσσα ὅποτε μποροῦμε. Αὐτὸ (τό νά ὑμνοῦμε μέ τήν γλῶσσα) εἶναι ἀκόμη πιὸ ἱκανὸ νὰ δυναμώσει τὴν πίστη μας.  Ἂν ὅμως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσευχόμαστε δυνατά, τότε ἂς δοξάζουμε τὸν Θεὸ μέσα στὴ καρδιά μας, μὲ ψαλμοὺς καὶ ὕμνους καὶ ὠδὲς πνευματικές, ὅπως λέει ἡ Γραφή.

Ἄς κάνουμε τὴν προσευχή μας τὴν ὥρα ποὺ ἐργαζόμαστε. Μποροῦμε δηλαδὴ νὰ εὐχαριστοῦμε Αὐτὸν, ποὺ μᾶς ἔδωσε τὴ δύναμη τῶν χεριῶν μας στὴν ἐργασία, καὶ τὴν ἱκανότητα τοῦ νοῦ στὴν ἐπιστήμη· Αὐτὸν ποὺ μᾶς χάρισε τὸ ὑλικὸ ἀπ᾽ τὸ ὁποῖο φτιάχνουμε τὰ ἐργαλεῖα  καὶ τὸ ὑλικὸ ποὺ δουλεύουμε στὶς τέχνες μας, ὅποιες κι ἂν εἶναι αὐτές.

(Ἐπίσης πρέπει) καί νὰ προσευχόμαστε ὥστε τὰ ἔργα τῶν χεριῶν μας νὰ μὴν ἔχουν ἄλλο σκοπὸ παρὰ μόνο  τό νὰ εὐχαριστηθεῖ ὁ Θεός...

Δέν πρέπει μέ συλλαβές νά προσευχόμαστε ἀλλά μᾶλλον μέ τήν προαίρεση τῆς ψυχῆς ...Ὃταν κάθεσαι στό τραπέζι νά προσεύχεσαι· ὃταν σοῦ προσφέρεται τό ψωμί, εὐχαρίστησε Αὐτόν πού στό ἒδωσε. Ἐνῶ στηρίζεις τήν ἀσθένεια τοῦ σώματος μέ τό κρασί, νά θυμᾶσαι Αὐτόν πού σοῦ δίδει τό δῶρο γιά εὐφροσύνη τῆς καρδιᾶς καί παρηγοριά τῶν ἀσθενειῶν. Πέρασε ἡ ἀνάγκη τῶν φαγητῶν; Ἡ μνήμη ὃμως τοῦ Εὐεργέτου ἂς μήν φεύγει.

Ὃταν φορᾶς τόν χιτῶνα νά εὐχαριστεῖς  Αὐτόν πού στόν ἒδωσε.

 Ὅταν ντύνεσαι τό ἱμάτιο αὒξησε τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό, ὁ Ὁποῖος καί γιά τό χειμῶνα καί γιά τό καλοκαίρι μᾶς χάρισε κατάλληλα σκεπάσματα, πού μᾶς κρατᾶνε στή ζωή καί κρύβουν τήν ἀσχήμια.

 Τελείωσε ἡ ἡμέρα; Εὐχαρίστησε Αὐτόν πού μᾶς χάρισε τόν ἣλιο ὡς ὑπηρέτη γιά τά ἒργα τῆς ἡμέρας, καί μᾶς ἒδωσε τήν φωτιά γιά νά φωτίζει τήν νύκτα καί νά ὑπηρετεῖ στίς ὑπολοιπες ἀνάγκες τῆς ζωῆς.

Ἡ νύχτα ἂς προξενήσει ἂλλες ἀφορμές προσευχῆς. Ὃταν ρίξεις τό βλέμμα σου στόν οὐρανό καί ἀτενίσεις τίς ὀμορφιές τῶν ἂστρων προσευχήσου στόν Δεσπότη αὐτῶν πού εἶναι ὁρατά καί προσκύνησε τόν ἀριστοτέχνη ὃλων Θεό, ὁ Ὁποῖος ὅλα τά ἐδημιούργησε μέ σοφία. Ὃταν δεῖς ὅλη τήν φύση τῶν ζώων νά ἒχει κυριευτεῖ ἀπό τόν ὓπνο, πάλι προσκύνησε Αὐτόν πού καί ἀκούσια μέσω τοῦ ὓπνου μᾶς γλυτώνει ἀπό τούς συνεχεῖς κόπους καί ἒπειτα ἀπό μικρή ἀνάπαυση μᾶς  χαρίζει ἀκμαία δύναμη».



ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ Τῼ ΘΕῼ ΔΟΞΑ!







[1] Πρ. 2, 11: δι΄ ἡμερῶν τεσσαράκοντα ὀπτανόμενος αὐτοῖς καὶ λέγων τὰ περὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

[2] Ἁγ. Ἰωάν. Χρυσοστόμου: Εἰς τήν Γένεσιν, ΚΣΤ', ΕΠΕ 3, 128-130.

[3] Ἁγ. Ἰωάν. Χρυσοστόμου: Ad In epistulam ad Romanos Μ 60, 579.40

Saint Theophylact of Ochrid-On The Miracle of the Five Loaves and Two Fishes

 Eighth Sunday after Pentecost
The Miracle of the Five Loaves and Two Fishes

Matthew 14:14-22

From The Explanation of the Gospel of St. Matthew

by Blessed Theophylact, Archbishop of Ochrid and Bulgaria

13-14. And when the people had heard thereof, they followed Him on foot out of the cities. And Jesus went forth, and saw a great multitude, and was moved with compassion toward them, and He healed their sick. The multitude show their faith by running to Jesus even as He is departing, for which they receive healing as the reward of faith. Their following on foot and without any provisions are also signs of faith.
15-16. And when it was evening, His disciples came to Him, saying, This is a desert place, and the hour is now late; send the multitude away, that they may go into the villages, and buy food for themselves. But Jesus said unto them, They need not depart; give ye them to eat. The disciples are compassionate and concerned about the multitude, not wanting them to go without food. What, then, does the Saviour do? Give ye them to eat, He says, not in ignorance of the extreme poverty of the apostles—far from it. But so that when they had said, "We do not have," He might appear to proceed to work a miracle out of necessity and not from vainglory.
17-19. And they say unto Him, We have here but five loaves, and two fishes. He said, Bring them hither to Me. And He commanded the multitude to recline on the grass, and took the five loaves, and the two fishes, and looking up to heaven, He blessed. "Bring the loaves here to Me. Though it be evening, I Who created the hours am here. Though it be a deserted place, it is I Who giveth food to all flesh." We learn from this that we must spend in hospitality even the little that we have, just as the apostles gave to the crowds the little that they had. As that little was multiplied, so too will your little be multiplied. He bids the multitude to recline on the grass, teaching frugality, so that you also, O reader, may not take your ease on expensive beds and couches. He looks up to heaven and blesses the loaves, as if both to confirm that He is not opposed to God but that He came from the Father and from heaven, and also to teach us to give thanks when we begin a meal and only then to eat.
19-21. And He brake, and gave the loaves to His disciples, and the disciples gave them to the multitude. And they did all eat, and were filled: and they took up of the fragments that remained twelve baskets full. And they that had eaten were about five thousand men, beside women and children. He gives the loaves to the disciples so that they might always retain the miracle in their memory and not have it fade from their minds, although they did in fact immediately forget. There was food left over lest you think that He performed the miracle only in appearance. There were twelve baskets so that Judas too might carry one and thus remembering the miracle not rush headlong into betrayal. And He multiplies both the loaves and the fish to show that He is the Creator of earth and sea, and the Giver of what we eat everyday, and it is multiplied by Him. He performed the miracle in a deserted place lest anyone think that He bought the loaves from a neighboring town and distributed them to the multitude, for it was deserted. This is the explanation of the literal account.
But in its spiritual sense, learn that when Herod, who represents the fleshly and superficial mind of the Jews (for "Herod" means "fleshly" and "skin-like"), cut off the head of John who was the head and chief of the prophets, it showed that Herod rejected those who prophesied of Christ. Whereupon Jesus withdrew to a desert place, to the nations who were desolate without God, and He healed the sick in soul and then He fed them. If He had not forgiven our sins and healed our sicknesses by baptism He could not have nourished us by giving us the immaculate Mysteries, for no one partakes of Holy Communion who has not first been baptized. The five thousand are those who are sick in their five senses and who are healed by the five loaves. Since the five senses were diseased, there are as many poultices as there are wounds. The two fish are the words of the fishermen. The one fish is the Gospel and the other the Epistles. Some have understood the five loaves to signify the Pentateuch of Moses: Genesis, Exodus, Leviticus, Numbers, and Deuteronomy. Twelve baskets were lifted up and carried by the apostles; for whatever we, the multitude, are unable to eat, that is, to understand, the apostles carried and held, that is, they accepted and understood. Besides women and children. This means, allegorically, that a Christian man, woman, or child, must not in any way be childish, womanly, or unmanly.
22. And straightway Jesus constrained His disciples to get into a boat, and to go before Him unto the other side, while He sent the multitudes away. By using the word constrained, Matthew suggests how inseparable the disciples were from Jesus, for they wanted to be with Him at all times. He sends the multitudes away, not wishing to draw them after Him lest He appear to vaunt in His powers.

ST. MARK THE ASCETIC - On Fighting the Passions


         EPISTLE TO THE MONK NICHOLAS
                      by St. Mark the Ascetic

Beloved Son Nicholas . . . .

-- A man must, above all, strive after knowledge and reason, if he wants to take up his cross and follow Christ, constantly examining his thoughts, taking every care to gain salvation and adhering to God with all his strength. He should also question other servants of God, who are of the same mind and soul and who are doing the same work, in order to know how and where to direct his steps and not walk in the dark without a bright lamp. For a self-reliant man, walking without the knowledge and guidance of the Gospels, often stumbles and falls into many pitfalls and nets of the evil one, frequently goes astray and is subject to many calamities, not knowing where he will arrive in the end. Many have gone through great feats of self- mortification and endured much labor and seat for the sake of God; but their self-will, lack of good judgment and the fact that they did not deem it necessary to seek salutary advice from their brethren, made these labors useless and vain.

-- If you wish, my son, to acquire and possess within yourself your own lamp of mental light and spiritual knowledge, that you may walk without stumbling in the deepest night of this age and have your steps ordered by the Lord (Psalms 118:133), according to the words of the Prophet, you must greatly desire the path of the Gospels, that is, to practise the most perfect Gospel commandments with ardent faith and become a participant in the passion of Christ through desire and prayer; then I will show you a wonderful method to achieve this, consisting of an inner state of the spirit, which demands no physical work or effort, but the most painful labor of the soul, mastery of the mind (over all things within) and attentive thought, together with the fear and love of God. By this state you can easily turn to flight enemy hordes, as did the blessed David who, having slain one alien giant with faith and trust in God, by this very fact put to flight the hordes of the enemies with their peoples.

-- I speak of the three strong and powerful alien giants, on whom are founded all the hostile forces of the mental Holophernes. If they are cast down and slain, all the forces of the evil spirits will be finally defeated. These three giants of the evil one, who seem to be strong, are "ignorance," mother of all ills, "forgetfulness," her sister, aider and abettor, and "laziness" (indifference) which out of darkness weaves a dusky garment and cloak in the soul. This latter strengthens and affirms the former two, gives them substance and makes evil take firm root in a negligent soul and become an essential part of it. For through indifference (laziness), forgetfulness and ignorance the props of all other passions grow and strengthen. Since they mutually help one another and cannot exist independently of one another, they (in their totality) are powerful forces of the enemy and chief generals of the evil one. With their help the hordes of evil spirits fashion their snares in the soul and succeed in carrying out their plans.

-- If you wish to gain victory over passions and easily put to flight the hordes of mental aliens, collect yourself inwardly with God's help by prayer and, descending into the depths of your heart, find there those three strong giants of the devil -- I mean forgetfulness, indifference or laziness, and ignorance, the food on which all other passions feed and act, live and grow strong in self-indulgent hearts and unpunished souls. With strict attention to yourself and a sober mind, and with help from above, you will certainly find these evil passions, unknown and not even suspected by others, yet more pernicious than the rest; you will find them by the weapons of righteousness which are their contrary. These weapons are memory of the good, the source of all blessings, enlightened knowledge, by which a soul kept in sobriety chases away the darkness of ignorance, and a lively zeal, which rouses the soul and leads it to salvation. Thereupon, armed with these weapons of virtue, accompanied by every prayer and supplication, you will manfully and valiantly conquer (completely chase away) these three giants of mental aliens by the power of the Holy Spirit. That is to say, with the help of an excellent godly memory always reflecting on "whatsoever things are true, whatsoever things are honest, whatsoever things are just, whatsoever things are pure, whatsoever things are lovely, whatsoever things are of good report; if there be any virtue, and if there be any praise" (Philippians 4:8), you will chase away wicked forgetfulness; by enlightened heavenly knowledge you will destroy the pernicious darkness of ignorance; and by a lively zeal, ready for every good action, you will drive away godless indifference (laziness), through which evil becomes firmly rooted in the soul. You acquire these virtues not merely by your own will alone, but by the power of God and with the help of the Holy Spirit, with much attention and prayer. Having thus acquired them you will be able, through them, to free yourself from the said three strong giants of the evil one. When through the power of active grace there is formed and carefully preserved in the soul a (tripartite) alliance of true knowledge, memory of the words of God and righteous zeal, then every trace of forgetfulness, ignorance and indifference will vanish from the soul. They will be resolved into nothing, and at last there will reign in the soul the grace of Christ Jesus, our Lord, to Whom be power and glory for ever and ever, Amen.


from E. Kadloubovsky and G. E. H. Palmer, trans., Early Fathers from the Philokalia, (London: Faber & Faber, 1981), pp. 60 - 62.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...