Tuesday, 30 October 2012

Elder Paisios-Give Not That Which is Holy Unto The Dogs!


When people bring you a sick person's clothing to place on the holy Relics to be sanctified,be careful to take only an undershirt and not other underclothing;it is inappropriate and impious.The sun, of course,cannot be polluted,nor is God polluted;but we can become possessed by the evil one through our lack of devoutness.

In the past,when people got sick,they would take a little oil from the vigil oil-lamp,rub it on their bodies and they would get well.Now the vigil lamp is kept only as a formality,just to provide some light,and the oil,when they clean the vessel,is poured into the sink!.Once I went to a home,and saw the lady of the house washing the vigil lamp,and I asked her,"Were does the water from the sink go?""Into the sewage system,"she answered.And I had to ask her,"How is it that you take oil from the vigil lamp to bless your child when it is sick,and now you pour the remains of oil into the sewage system in order to clean the lamp?How can you justify this?How can you expect God's blessing to come to your home?"In Today's home there is no place to put a sacred object,eve the little piece of paper in which you may have wrapped the antidoron.

I remember in our home even the water used to wash the dishes did not go into the sewage system;it was disposed of elsewhere,because even the leftover crumbs were considered sacred,since we prayed before and after the meal to bless everything.All of these customs have disappeared today,and for this reason Divine Grace is also missing and people are susceptible to demonic influence.
As much as we can,we must be careful in all things.After Holy Communion or the antidoron or Holy Unction,it is good to wipe our hands with some cotton wet with alcohol and to burn the cotton.When we sweep the Sanctuary,what is gathered should be burned in a clean place or thrown in to the sea,because some pieces of antidoron or even of Holy Communion may have fallen there.Naturally,if the Body and Blood of Holy Communion is dropped on the floor,Christ does not remain there to be stepped upon,but Grace leaves us.Abroad,the Churches don't have separate cisterns for the waters of the proskomide,which go into the drains with the rainwater."We are forbidden to have separate cisterns for such purposes,because they become a breeding ground for bacteria,"they say.While virtually everyone is now filled with bacteria of body and soul,people will still say that bacteria will be formed if a drop of sacred oil is put upon our heads.How then can the blessing of God come upon us?This is where the world's demonism starts from.Fortunately,there are a few devout women,young and old,and the world is saved.

Elder,a lady asked us to paint an Icon of Saint Arsenios to place in her living room.

-Will she have only Icons there?Won't she have other paintings,pictures and so on?Won't they also smoke there?It would be better to put it in another room with the other Icons and go there to pray.I went to a home once where the Icons had been placed below the stairs,even though they had plenty of better places to put them.In another home,the Icons had been placed in front of the waste pipe.And i asked the lady of the house,"how did you ever think of putting the Icons in this spot?"This is where i am at ease with them," she answered.And it was not even the east side of the house,but the north.How then can the Grace of God come to us?Sacred Scripture says,For whosoever hath,to him shall be given,and he shall have more abundance.But whosoever hath not,from him shall be taken away even that which he hath.(Mt.13;12)We imagine that we have something,and whatever little we might have is taken away from us.
Little by little,devoutness is lost altogether,and this is why the evil things we see are occurring.If one is not careful,one can even become possessed by the devil.There was a woman-God grant her forgiveness for she is gone now-who had been possessed,because she poured the Holy water down the drain.She had a small amount of Holy water in a bottle and she thought,"It must  be stale by now;I'll pour it out,and use the bottle for some other need."She poured out the Holy water and washed out the bottle,because a tiny piece of sweet basil had remained in the bottle.After that she became possessed.Grace had abandoned her,for Grace cannot remain with a person who is devoid of any devoutness.

-Elder,what if someone pours out some Holy water by mistake?

-If the same person had put the Holy water in a cabinet, and had forgotten about it and poured it out by mistake,then he bears partial responsibility for the sin.But if another person had placed the Holy Water in the cabinet,and th one who poured it out did not know that it was Holy water,then he bears no responsibility.
If a person has no reverence and does not respect all sacred matters,how can Divine Grace approach him?Grace will go to those who honour it."Do not give what is Holy to the Dogs,"says the Sacred Scripture.If there is no spiritual sensitivity,there cannot be any progress.
On the holy mountain,someone took pews out of a chapel and put them in his.Another took the tiles from the roof of another Chapel and used them for his veranda.When it rained,the water came into the sanctuary and fell on the Holy Altar.I went in once and what did I see?The chapel had been consecrated,and at the center of the Holy Altar there was a Holy Relic, a Vertebra.I picked it up and washed it at the Holy water cistern.Later,I went and talked to them:"What are you doing?The Chapel is consecrated,and you've removed the roof tiles letting the water fall upon the Holy Altar!"They later went with a roofer and somewhat repaired it.

In another place,boards were removed from the Sanctuary to make a boat dock.A Storm came and washed away the boards and the cement.And people do not understand that all these things are so irreverent.I remember in Konitsa there was a grand father who would chase away the children who scratched the walls of the Church;he considered this to be irreverent.And now look at what is happening around us!

Taken from ELDER PAISIOS OF MOUNT ATHOS,Spiritual Counsels vol 2 "Spiritual Awakening"

Έλεγε ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός….

«Αδελφοί, αν θέλετε να ιατρεύσετε την ψυχή σας,     ...τέσσερα πράγματα σας χρειάζονται!

 

                       Κάμνουμε μία συμφωνία;

 

Από τον καιρόν που εγεννηθήκατε έως τώρα, όσα αμαρτήματα επράξατε, να τα πάρω εγώ εις τον λαιμόν μου, αρκεί η ευγένειά σας να θελήσετε να σηκώσετε τέσσερες τρίχες! Σας είναι βαρύ και δύσκολον;

-Και τί θα τα κάμω εγώ τα αμαρτήματά σας;

-Έχω μίαν καταβόθρα και τα ρίχνω μέσα!

-Ποία είναι η καταβόθρα;

-Είναι η ευσπλαχνία του Χριστού μας.

Πρώτη τρίχα είναι:

Όταν θελήσετε να εξομολογηθείτε, το πρώτον θεμέλιον είναι, να συγχωράτε τους εχθρούς σας. Το κάμνετε; Επήρατε την πρώτην τρίχα!…

Δεύτερη τρίχα είναι:

Να εύρετε πνευματικόν καλόν, γραμματισμένον, ενάρετον, να εξομολογηθείτε τας αμαρτίας σας. Όταν κάνεις την αμαρτίαν, τότε πρέπει να εντρέπεσαι. Όταν εξομολογείσαι, πρέπει να μην έχεις καμμίαν εντροπήν. Όταν εξομολογείσθε, να λέγετε όλα σας τα αμαρτήμα¬τα καθαρά. Και πρώτον να ειπείς του πνευματικού σου: -«Πνευματικέ μου, θα κολασθώ διότι δεν αγαπώ τον Θεόν και τους αδελφούς μου με όλην μου την καρδιάν, ωσάν τον εαυτόν μου». Το έκαμες; Εσήκωσες και την δευτέραν τρίχα.

Ή τρίτη τρίχα είναι:

σαν εξομολογηθείς, θα σε ερωτήσει ο πνευματικός:

-Διατί, παιδί μου, τα έκαμες όλα αυτά τα αμαρτήματα;

Πρόσεχε, μη κατηγορήσεις άλλον! Τον εαυτόν σου μόνον να κατηγορήσεις! Και να ειπείς: Τα έκαμα από κακήν μου προαίρεσιν. Εγώ φταίω.

Είναι βαρύ να κατηγορηθείς τον εαυτόν σου; Όχι; Λοιπόν, την επήρες και την τρίτην τρίχα.

Έχομεν την τετάρτην τρίχα.

Όταν ο πνευματικός σου δώσει ευλογίαν και αναχωρήσεις, να αποφασίσεις με στερεάν γνώμην και απόφασιν, καλύτερα να πεθάνεις, καλύτερα να χύσεις το αίμα σου σε μαρτύριο, παρά να ξαναπέσεις σε αμαρτίαν. Το κάνεις και αυτό;

Αν ναι, να εσήκωσες και την τέταρτη τρίχα.

Αυτά είναι τα ιατρικά σου, αδελφέ. Τόσο ελαφρά, σαν να σηκώνεις τέσσερες τρίχες!».

(Διδαχή Δ’)

Αυτή είναι η χαρά και η ελπίδα μας

                                        ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΟΜΗΤΟΡΑ... 

Όταν η ψυχή κατέχεται από την αγάπη του Θεού, τότε, ω, πως είναι όλα ευχάριστα, αγαπημένα και χαρούμενα. Αυτή η αγάπη όμως συνεπάγεται θλίψη‡ κι όσο βαθύτερη είναι η αγάπη, τόσο μεγαλύτερη είναι κι η θλίψη.

Η Θεοτόκος δεν αμάρτησε ποτέ, ούτε καν με το λογισμό, και δεν έχασε ποτέ τη Χάρη, αλλά κι Αυτή είχε μεγάλες θλίψεις. Όταν στεκόταν δίπλα στο Σταυρό, τότε ήταν η θλίψη Της απέραντη σαν τον ωκεανό κι οι πόνοι της ψυχής Της ήταν ασύγκριτα μεγαλύτεροι από τον πόνο του Αδάμ μετά την έξωση από τον Παράδεισο, γιατί κι η αγάπη Της ήταν ασύγκριτα μεγαλύτερη από την αγάπη του Αδάμ στον Παράδεισο. Κι αν επέζησε, επέζησε μόνο με τη Θεία δύναμη, με την ενίσχυση του Κυρίου, γιατί ήταν θέλημά Του να δει την Ανάσταση κι ύστερα, μετά την Ανάληψή Του, να παραμείνει παρηγοριά και χαρά των Αποστόλων και του νέου χριστιανικού λαού.

Εμείς δεν φτάνουμε στην πληρότητα της αγάπης της Θεοτόκου, και γι΄ αυτό δεν μπορούμε να εννοήσωμε πλήρως το βάθος της θλίψεώς Της. Η αγάπη Της ήταν τέλεια. Αγαπούσε άπειρα το Θεό και Υιό Της, αλλ΄ αγαπούσε και το λαό με μεγάλη αγάπη. Και τι αισθανόταν τάχα, όταν εκείνοι, που τόσο πολύ αγαπούσε η Ίδια και που τόσο πολύ ποθούσε τη σωτηρία τους, σταύρωναν τον αγαπημένο Υιό Της;

Αυτό δεν μπορούμε να το συλλάβωμε, γιατί η αγάπη μας για το Θεό και τούς ανθρώπους είναι λίγη. Κι όμως η αγάπη της Παναγίας υπήρξε απέραντη και ακατάληπτη, έτσι απέραντος ήταν κι ο πόνος Της που παραμένει ακατάληπτος για μας.

Άσπιλε Παρθένε Θεοτόκε, πες σ΄ εμάς τα παιδιά Σου, πώς αγαπούσες τον Υιό Σου και Θεό, όταν ζούσες στη γη; Πώς χαιρόταν το πνεύμα Σου για το Θεό και Σωτήρα Σου; Πώς αντίκριζες την ομορφιά του προσώπου Του; Πώς σκεφτόσουν ότι Αυτός είναι Εκείνος, που Τον διακονούν με φόβο και αγάπη όλες οι Δυνάμεις των ουρανών;

Πες μας, τι ένιωθε η ψυχή Σου, όταν κρατούσες στα χέρια Σου το Θαυμαστό Νήπιο; Πώς το ανέτρεφες; Πώς πονούσε η ψυχή Σου, όταν μαζί με τον Ιωσήφ Τον αναζητούσες τρεις μέρες στην Ιερουσαλήμ; Ποιαν αγωνία έζησες, όταν ο Κύριος παραδόθηκε στην σταύρωση και πέθανε στο Σταυρό;

Πες μας, ποια χαρά αισθάνθηκες για την Ανάσταση ή πώς σπαρταρούσε η ψυχή Σου από τον πόθο του Κυρίου μετά την Ανάληψη;

Οι ψυχές μας λαχταρούν να γνωρίσουν τη ζωή Σου με τον Κύριο στη γη‡ αλλά Συ δεν ευδόκησες να τα παραδώσης όλ΄ αυτά στη Γραφή, αλλά σκέπασες το μυστήριό Σου με σιγή.

Πολλά θαύματα και ελέη είδα από τον Κύριο και τη Θεοτόκο, αλλά μου είναι τελείως αδύνατο ν΄ ανταποδώσω κάπως αυτή την αγάπη.

Τι ν΄ αναταποδώσω εγώ στην Υπεραγία Θεοτόκο, που δεν με περιφρόνησε ενώ ήμουν βυθισμένος στην αμαρτία, αλλά μ΄ επισκέφθηκε σπλαγχνικά και με συνέτισε; Δεν Την είδα, αλλά το Άγιο Πνεύμα μού έδωσε να Την αναγνωρίσω από τα γεμάτα χάρη λόγια Tης και το πνεύμα μου χαίρεται κι η ψυχή μου παρασύρεται τόσο από την αγάπη προς Αυτήν, ώστε και μόνη η επίκληση του ονόματός Tης γλυκαίνει την καρδιά μου.

Όταν ήμουν νεαρός υποτακτικός, προσευχόμουν μια φορά μπροστά στην εικόνα της Θεομήτορος και μπήκε τότε στην καρδιά μου η προσευχή του Ιησού κι άρχισε από μόνη της να προφέρεται εκεί.

Μια άλλη φορά άκουγα στην εκκλησία την ανάγνωση των προφητειών του Ησαΐα, και στις λέξεις «Λούσασθε και καθαροί γίνεσθε» (Ησ. α΄ 16) σκέφτηκα: «Μήπως η Παναγία αμάρτησε ποτέ, έστω και με το λογισμό;». Και, ω του θαύματος! Μέσα στην καρδιά μου μια φωνή ενωμένη με την προσευχή πρόφερε ρητώς: «Η Θεοτόκος ποτέ δεν αμάρτησε, ούτε καν με την σκέψη». Έτσι το Άγιο Πνεύμα μαρτυρούσε στην καρδιά μου για την αγνότητά Της.

Εν τούτοις κατά τον επίγειο βίο Tης δεν είχε ακόμα την πληρότητα της γνώσεως και υπέπεσε σ΄ ορισμένα αναμάρτητα λάθη ατέλειας. Αυτό φαίνεται από το Ευαγγέλιο‡ όταν επέστρεφε από την Ιερουσαλήμ, δεν ήξερε που είναι ο Υιός Της και Τον αναζητούσε τρεις μέρες με τον Ιωσήφ (Λουκ. β΄ 44-46).

Η ψυχή μου γεμίζει από φόβο και τρόμο, όταν αναλογίζομαι τη δόξα της Θεομήτορος. 

Είναι ενδεής ο νους μου και φτωχή κι αδύναμη η καρδιά μου, αλλά η ψυχή μου χαίρεται και παρασύρομαι στο να γράψω έστω και λίγα λόγια γι΄ Αυτήν.

Η ψυχή μου φοβάται να το αποτολμήσει, αλλά η αγάπη με πιέζει να μην κρύψω τις ευεργεσίες της ευσπλαχνίας Tης.

Η Θεοτόκος δεν παρέδωσε στη Γραφή ούτε τις σκέψεις Tης ούτε την αγάπη Tης για τον Υιό και Θεό Tης ούτε τις θλίψεις της ψυχής Tης, κατά την ώρα της σταυρώσεως, γιατί ούτε και τότε θα μπορούσαμε να τα συλλάβωμε. Η αγάπη Tης για το Θεό ήταν ισχυρότερη και φλογερότερη από την αγάπη των Χερουβείμ και των Σεραφείμ κι όλες οι Δυνάμεις των Αγγέλων και Αρχαγγέλων εκπλήσσονται μ΄ Αυτήν.

Παρ΄ όλο όμως που η ζωή της Θεοτόκου σκεπαζόταν, θα λέγαμε, από την άγια σιγή, ο Κύριος όμως φανέρωσε στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας πως η Παναγία μας αγκαλιάζει με την αγάπη Tης όλο τον κόσμο και βλέπει με το Άγιο Πνεύμα όλους τους λαούς της γης και, όπως και ο Υιός Tης, έτσι κι Εκείνη σπλαγχνίζεται και ελεεί τους πάντες.

Ω, και να γνωρίζαμε πόσο αγαπά η Παναγία όλους, όσους τηρούν τις εντολές του Χριστού, και πόσο λυπάται και στενοχωριέται για κείνους που δεν μετανοούν! Αυτό το δοκίμασα με την πείρα μου.

Δεν ψεύδομαι, λέω την αλήθεια ενώπιον του Θεού, πως γνωρίζω πνευματικά την Άχραντη Παρθένο. Δεν Την είδα, αλλά το Άγιο Πνεύμα μου έδωσε να γνωρίσω Αυτήν και την αγάπη Tης για μας. Χωρίς την ευσπλαχνία Tης η ψυχή θα είχε χαθεί από πολύν καιρό. Εκείνη όμως ευδόκησε να μ΄ επισκέφθει και να με νουθετήσει, για να μην αμαρτάνω. Μου είπε: «Δεν μ΄ αρέσει να βλέπω τα έργα σου». Τα λόγια Της ήταν ευχάριστα, ήρεμα, με πραότητα και συγκίνησαν την ψυχή. Πέρασαν πάνω από σαράντα χρόνια, μα η ψυχή μου δεν μπορεί να λησμονήσει εκείνη τη γλυκιά φωνή και δεν ξέρω πως να ευχαριστήσω την αγαθή και σπλαγχνική Μητέρα του Θεού.

Αληθινά, Αυτή είναι η βοήθειά μας ενώπιον του Θεού και μόνο τ΄ όνομά Της χαροποιεί την ψυχή. Αλλά κι όλος ο ουρανός κι όλη η γη χαίρονται με την αγάπη Tης.

Αξιοθαύμαστο κι ακατανόητο πράγμα. Ζη στους ουρανούς και βλέπει αδιάκοπα την δόξα του Θεού, αλλά δεν λησμονεί κι εμάς τούς φτωχούς κι αγκαλιάζει με την ευσπλαχνία Της όλη τη γη κι όλους τούς λαούς.

Κι Αυτή την Άχραντη Μητέρα Του ο Κύριος την έδωσε σ΄ εμάς.

Αυτή είναι η χαρά και η ελπίδα μας.

Αυτή είναι η πνευματική μας Μητέρα και βρίσκεται κοντά μας κατά τη φύση σαν άνθρωπος και κάθε χριστιανική ψυχή ελκύεται από την αγάπη προς Αυτήν.
 Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου

Άγιος Ισαάκ ο Σύρος -Πώς ενεργεί η αληθινή αγάπη

Όποιος έχει μνήμη Θεού και τιμά κάθε άνθρωπο, αυτός βρίσκει βοήθεια από κάθε άνθρωπο, που δέχεται μυστικά μέσα του την εντολή του Θεού να βοηθήσει. Όποιος πάλι απολογείται για να σώσει τον αδικούμενο, βρίσκει το Θεό να τον υπερασπίζεται. Όποιος δίνει το χέρι του να βοηθήσει τον πλησίον του, λαμβάνει τη βοήθειά του από το χέρι του Θεού. Όποιος κατηγορεί τον αδελφό του κινούμενος από κακία, βρίσκει το Θεό κατήγορό του.
 Όποιος διορθώνει τον αδελφό του κρυφά από τους άλλους, γιατρεύει την κακία του και όποιος κατηγορεί κάποιον μπροστά στους άλλους, κάνει πιο οδυνηρά τα τραύματά του. Όποιος θεραπεύει κρυφά από τους άλλους, τον αδελφό του, κάνει φοβερή τη δύναμη της αγάπης του, ενώ αυτός που τον ντροπιάζει μπροστά στους φίλους, αποδεικνύει τη δύναμη του φθόνου που φωλιάζει μέσα του. 
Ο φίλος που ελέγχει κρυφά, είναι σοφός γιατρός, ενώ αυτός που γιατρεύει μπροστά στα μάτια των άλλων, στην πραγματικότητα εξευτελίζει τον άρρωστο. Συμπάθεια θα πει να συγχωρείς κάθε σφάλμα του άλλου. Τι πονηρό φρόνημα φαίνεται όταν αντιμιλάς στον αμαρτήσαντα. Αυτός που διορθώνει τον άλλον αποβλέποντας πραγματικά στην ψυχική του υγεία, τον διορθώνει με αγάπη, ενώ αυτός που ζητάει να εκδικηθεί, είναι κούφιος από αγάπη.
 Ο Θεός παιδεύει και διορθώνει τον άνθρωπο με αγάπη, χωρίς εκδίκηση, και ζητάει να γιατρέψει την εικόνα του, χωρίς να κρατάει την οργή του για τις κακίες του ανθρώπου πολύν καιρό. Αυτός ο τρόπος της αγάπης είναι ευθύς και δεν παρεκκλίνει στην εμπαθή εκδίκηση. Ο δίκαιος και σοφός άνθρωπος είναι όμοιος με το Θεό, γιατί δεν παιδεύει καθόλου το συνάνθρωπό του με εκδικητικότητα για την κακία του, αλλά τον παιδεύει ή για να διορθωθεί ο ίδιος, αν το θελήσει, ή για να φοβηθούν οι άλλοι. Η παιδεία που δεν είναι όπως την περιέγραψα, δεν είναι αληθινή παιδεία.
 (284-5) «ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ από την ασκητική εμπειρία του Αγίου ΙΣΑΑΚ του Σύρου»

Monday, 29 October 2012

Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης-Ναι, θα σε ελεήσω, απαντά ο Θεός


       Γέροντος Εφραίμ, Προηγουμένου της Ιεράς Μονής Φιλόθεου.

Σήμερα θα μιλήσουμε για την μεγάλη πνευματική ασθένεια που λέγεται εγωισμός.
Ο εγωισμός είναι ένα παράλογο πάθος που μαστίζει κυριολεκτικά όλο το ανθρώπινο γένος· όλοι οι άνθρωποι πάσχουμε από αυτή τη μεγάλη ασθένεια. Τον εγωιστή άνθρωπο ο εγωισμός τον ρεζιλεύει και τον θεατρίζει. Αυτόν τον εγωισμό καλούμεθα από το Θεό να αγωνιστούμε, να τον καταπολεμήσουμε, για να απαλλαγούμε απ’ αυτόν.



Ο παλαιός άνθρωπος είναι η εμπαθής κατάσταση της ψυχής και στην κυριολεξία είναι εγωισμός.
Όλα τα πάθη, όλα τα αμαρτήματα, όλες οι πτώσεις, έχουν την αρχή τους, την αφετηρία τους στον εγωισμό. Μεγάλο κακό. Δεν αφήνει τον άνθρωπο ήσυχο· τον τυραννά νύχτα -μέρα. Όλοι γενικά οι άνθρωποι πάσχουν από αυτό το κακό, και περισσότερο από όλους εγώ ο αμαρτωλός.

Στον πρώτο καιρό που ήμουνα κοντά στον άγιο Γέροντά μου, όταν πρωτοπήγα κοντά του εκεί σ’ εκείνον τον απαράκλητο τόπο της ερήμου, εκεί κοντά σ’ αυτόν τον άνθρωπο, γνώρισα και είδα στην πράξη τον εγωισμό μου.

Όταν ήμουν στον κόσμο, οι άνθρωποι της Εκκλησίας με νόμιζαν ότι ήμουν ένα αγιασμένο παιδί. Εγώ αντιδρούσα σ’ αυτούς τους χαρακτηρισμούς, πλην όμως σιγά-σιγά οι έπαινοι μου κάνανε κακό. Και το κακό, αυτό το είδα στη πράξη, όταν έβαλα την κατά Θεόν αρχή να θεραπευθώ ψυχικά από όλα μου τα πάθη.

Όταν πρωτοπήγα στο Γέροντα Ιωσήφ, από την πρώτη μέρα αμέσως άρχισε την επίβλεψή του, άρχισε τη θεραπεία του. Και με μεταχειριζόταν αυστηρά· με ήλεγχε συνέχεια, με μάλωνε, και με κούραζε αρκετά, διότι ήμουν αδύνατος ψυχικά.

Είναι αλήθεια ότι, όταν μου έκανε τους ελέγχους, δηλαδή όταν έβαζε το φάρμακο πάνω στην πληγή μου, εγώ πονούσα. Ο εγωισμός μου κλωτσούσε μέσα μου και μου έλεγε· γιατί μόνο σε μένα ο Γέροντας εξασκεί αυτή την αυστηρή παιδεία, γιατί να με μαλώνει, γιατί και γιατί…; Εγώ με την ευχή του Γέροντά μου αντιδρούσα, αντέλεγα, άνοιγα μαζί του πόλεμο. Και πολλές φορές, μετά από έναν κραταιό αγώνα, πήγαινα μέσα στο κελάκι μου και έπαιρνα τον Εσταυρωμένο και έκλαιγα επάνω του και του έλεγα:

«Ιησού μου γλυκύτατε! Εσύ που ήσουν ο αναμάρτητος Θεός, υπέμεινες τόσα και τόσα κακά, τόση αντιλογία, τόσες ύβρεις και χλευασμούς από ένα τόσο μεγάλο πλήθος ανθρώπων που σε μισούσαν και είχαν μεγάλη κακία απέναντι σου. Και εσύ με ανεξικακία όλα αυτά τα υπέμεινες για τη δική μου αγάπη και σωτηρία. Και εγώ ένας αμαρτωλός άνθρωπος, ένας εμπαθής και ελεεινός να διαμαρτύρομαι και να λέω, γιατί μου βάζει ο Γέροντας το πικρό φάρμακο της σωτηρίας μου; Άξια αυτών που έπραξα απολαμβάνω. Επομένως δεν έχω ούτε μια δικαιολογία αλλά μόνο πρέπει να κάνω υπομονή να σηκώσω το Σταυρό τον οποίο μου χάρισε η αγαθότητά Σου προς σωτηρία μου».
Αυτά του έλεγα του Χριστού και πράγματι δεχόμουνα μεγάλη ανακούφιση. Μετά από ένα τέτοιο κλάμα ένοιωθα μια δύναμη μέσα στην καρδιά μου, στο να υπομείνω μέχρι τέλους, έως ότου να σταυρωθώ ψυχικά για να δεχθώ στη συνέχεια την ανάσταση της ψυχής μου.

Πολλά παραδείγματα αγίων ανθρώπων μας δίνουν πολύ κουράγιο για να σηκώσουμε και εμείς αυτόν το σταυρό, αυτή τη δυσκολία στην αντιμετώπιση του τρομερού εγωισμού.
Κακό πάθος, δύσκολο. Την καρδιά την έχει περιπλέξει πολύ δύσκολα. Γι’ αυτό ο μεγάλος Πατέρας της ερήμου, ο Ποιμήν, λέει, ότι, εκείνος που θέλει να ξεριζώνει τα πάθη του, πονάει και αιμορραγεί. Και πράγματι έτσι έχει η αλήθεια.

Όταν κάποιος μας ελέγξει, μας προσβάλει, αμέσως μέσα μας γίνεται ένα κλώτσημα, μια δυσκολία εσωτερική, μια στενοχώρια, ένας πνιγμός, μια πίεση που μας σπρώχνει να αντιμιλήσουμε, να ανταποδώσουμε, να θυμώσουμε σ’ αυτόν τον άνθρωπο που μας έκανε τον μεγάλο. Εκείνη την ώρα χρειάζεται σφίξιμο, χρειάζεται να καταπιούμε μέσα βαθειά στη ψυχή μας, το φαρμάκι αυτό του εγωισμού. Να πνίξουμε το θηρίο που έρχεται να βγει προς τα έξω για να μας ενοχοποιήσει. Και όταν στη συνέχεια, σε κάθε τέτοια περίπτωση, αντιμετωπίσουμε το κακό κατ’ αυτό τον τρόπο, πνίγοντας το θηρίο όταν πρόκειται να βγει προς τα έξω, με το πέρασμα του χρόνου, εσωτερικά θα ψοφήσει. Όταν ένα θηρίο το κλείσει κανείς μέσα σ’ ένα κλειστό χώρο και δεν το τροφοδοτεί, δεν του ρίχνει τροφή, κατά φυσική συνέπεια, μετά από ένα διάστημα χρόνου θα πεθάνει. Έτσι και με το θηρίο αυτό του εγωισμού, εάν δεν το τροφοδοτούμε με υποχωρήσεις, με τη χάρη του Θεού σιγά-σιγά θα εκλείψει.

Μια παρθένος πήγε στον Αββά Παμβώ και του λέγει: «Αββά, εγώ νηστεύω πολύ και τρώω ανά επτά ημέρες. Κάνω και διάφορες άλλες ασκήσεις. Έχω αποστηθίσει τη Πάλαια και Καινή Διαθήκη. Τί μου υπολείπεται ακόμη να πράξω, ώστε να φθάσω στην τελειότητα;»

Ο σοφός γέροντας της λέει:
-Παιδί μου, όταν κανείς σε βρίσει, σε χλευάσει, σου φαίνεται μέσα σου σαν να σε επαινεί;
-Όχι.
-Όταν σε επαινεί κάποιος, σου φαίνεται μέσα σου σαν να σε βρίζει;
-Όχι Αββά.
-Άντε παιδάκι μου πήγαινε, λέει, και τίποτα δεν έχεις κάνει μέχρι τώρα.

Ο Αββάς Ποιμήν είχε άλλους έξι αδελφούς. Ο μεγαλύτερος ήταν ο Αββάς Ανούβ. Και κάποτε όλοι μαζί πήγανε και κατοικήσανε σε ένα κελί, σε ένα παλιό ειδωλολατρικό ναό που έξω από αυτόν ήταν στημένο ένα άγαλμα, μία θεότητα. Και κάποια μέρα ο Αββάς Ανούβ, κατά παράδοξο τρόπο, πήγε και άρχισε να ρίχνει πέτρες στο άγαλμα και να το βρίζει. Την άλλη μέρα πήγε και το προσκυνούσε και του έλεγε πολλά επαινετικά λόγια.

Όταν είδαν τον Αββά να κάνει κάτι τέτοιο, οι αδελφοί τον ρώτησαν:
-Γέροντα μ’ αυτό που έκανες τί θέλεις να μας διδάξεις;
-Να, λέγει, όταν με είδατε που πήγα και το λιθοβολούσα και το έβριζα το είδωλο αυτό, μου απαντούσε;
-Όχι.
-Όταν την άλλη μέρα, είδατε να το προσκυνώ και να το επαινώ, είδατε πάλι να μου πει τίποτα;
-Όχι, Αββά.
-Ε, αν θέλετε κι εσείς να μείνουμε όλοι μαζί και να βιώσουμε με αγάπη, έτσι πρέπει να κάνουμε.

Να υπομένουμε ο ένας τον άλλο.
Ο εγωισμός είναι μια κληρονομιά που δεχθήκαμε από τους πρωτοπλάστους, από τον Αδάμ και την Εύα. Και οι πρωτόπλαστοι νικήθηκαν από το διάβολο, τον εωσφόρο. Εκείνος ξεκίνησε το θέμα.
Ο εωσφόρος είχε το πρώτο τάγμα των αγγέλων. Ήταν το πλησιέστερο προς τη δόξα του Θεού. Απολάμβανε την πρώτη χάρη. Δεχόταν τις πληροφορίες, τις αποκαλύψεις πιο μπροστά από τα άλλα 9 τάγματα. Για όλη αυτή τη δόξα του και τη χάρη του, σκέφτηκε πονηρά κατά του Θεού. Έλεγε στο λογισμό του: «Γιατί ο Θεός να είναι τόσο ψηλά; Γιατί να έχει αυτή τη δόξα; Γιατί να τον προσκυνούμε; Γιατί να του υποτάσσονται τα πάντα. Και εγώ δεν μπορώ να γίνω Θεός; Θ’ ανεβώ κι’ εγώ ψηλά και θα καθίσω δίπλα Του, θα γίνω και εγώ όμοιός Του. Και θα με προσκυνούν τα πάντα. Και θα έχω και εγώ την ιδία δόξα.

Όταν σκέφτηκε αυτά και τα πίστεψε, αμέσως ο Θεός τον απέρριψε από το πρόσωπό Του, τον πέταξε κάτω. Όλο το τάγμα χάθηκε στην άβυσσο. Έτσι και κάθε υπερήφανος και εγωιστής· αποβάλλεται από το Θεό.

Ο διάβολος, ο εωσφόρος, δεν αρκέστηκε στη δική του μόνο πτώση. Φθόνησε και τον άνθρωπο τον οποίον είχε πλάσει με ιδιαίτερο τρόπο ο Θεός και τον είχε κάνει βασιλέα μέσα στον παράδεισο, και σε όλη την κτίση. Σου λέει: «Γιατί αυτός να απολαμβάνει τέτοια ευτυχία; Όχι. Και αυτός πρέπει να προσβάλει το Θεό και αυτός δεν πρέπει να Του υποτάσσεται· και αυτός πρέπει να πλανηθεί. Τον πλησιάζει και του ψιθυρίζει τα ίδια πράγματα, με το να του πει· «γιατί ο Θεός να σου απαγορεύσει να φάς από αυτό τον καρπό· αυτό είναι πονηριά του Θεού, για να μη γίνεις κι εσύ Θεός, ώστε να γνωρίζεις το καλό και το κακό, το πονηρό και το αγαθό· φάε και θα δεις ότι θα γίνεις Θεός».

Τον άκουσε ο πρωτόπλαστος και στη συνέχεια έγινε το παραπάτημα· γνώρισε στην πράξη ότι έπρεπε να πειθαρχήσει στην εντολή του Θεού. Η υπερηφάνεια και ο εγωισμός έβγαλε τους πρωτοπλάστους από τον παράδεισο του Θεού. Κληρονομήσαμε και μείς σαν μια περιουσία τον εγωισμό αυτό και τώρα υποφέρουμε και αγωνιζόμαστε μέχρις αίματος για να απαλλαγούμε.

Ο μοναχισμός είναι το άμισθο ιατρείο· είναι η κλινική του Θεού, που έρχεται ο άνθρωπος για να γίνει καλά. Τον καλεί ο Θεός με κλήση αγία και τον φέρνει με την αγάπη του σ’ αυτό το ιατρείο.

Ο άνθρωπος ζητά τη θεραπεία του και φωνάζει: Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με.
-Ναι, θα σε ελεήσω, απαντά ο Θεός. Και αρχίζει ο ιατρός των ψυχών και των σωμάτων τη θεραπεία.


Μας στέλλει διάφορες θλίψεις, επιτρέπει πειρασμούς. Και όλα αυτά είναι τα φάρμακα, τα πικρά φάρμακα που θεραπεύουν τη ψυχή του ανθρώπου.

Βέβαια, κανείς δεν μπορεί να πει ότι στον καιρό της εγχειρήσεως ή της ιατρικής επεμβάσεως δεν πονά, δεν αγωνίζεται να ξεπεράσει το πόνο και τη θλίψη· ωστόσο όμως στο τέλος της θεραπείας γίνεται ψυχικώς καλά.

Όταν ο Γέροντας μου ήταν αρχάριος στην έρημο, ήταν στην υποταγή του γέροντα Εφραίμ, ενός απλού ανθρώπου. Ήταν ένα γεροντάκι ευλογημένο. Κάποτε ένας γείτονας μοναχός, δεν γνωρίζω τί είχε συμβεί, το έθλιβε το Γεροντάκι. Ο παππούς φώναζε διότι δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα. Διαμαρτυρόταν, έβγαζε φωνές, τσίριζε… Ο Γέροντας ο δικός μου, νέο παιδί, δυνατό που μπορούσε να τα βάλει με δέκα ανθρώπους, όταν άκουγε το Γέροντά του να φωνάζει έξω και ο άλλος να σηκώνει το ανάστημά του, μέσα του άρχιζε να βράζει ο θυμός και η οργή. Μόλις είδε τον κίνδυνο ότι αν βγει έξω δεν μπορούσε να προβλέψει τί θα συνέβαινε, σαν νέος που ήταν, αμέσως τρέχει στην εκκλησία, γονατίζει κι’ αρχίζει να φωνάζει: «Παναγία βοήθησε με». Και άρχισε να κλαίει· να κλαίει, και να παρακαλεί, ώστε να επέμβει η Παναγία να βοηθήσει μη τυχόν και σ’ αυτή την κατάσταση βγει έξω. Και αφού έκλαψε πολύ, και έχυσε πολλά δάκρυα, τότε είδε το θηρίο του εγωισμού και τού θυμού να μαλακώνει και να υποχωρεί. Όταν είδε ότι ήρθε σε μια κατάσταση που μπορούσε να βγει έξω και να μιλήσει με πραότητα και ηρεμία, βγήκε και απάλλαξε, βέβαια με ήρεμο τρόπο και με ευγένεια, τον γέροντα από το γείτονα. Και αυτό μας το έλεγε σαν παράδειγμα του πώς αντιμετωπίζεται ο εγωισμός στη πράξη.

Έρχεται και στον μοναχό ο πειρασμός και του ψιθυρίζει παραπλήσια πράγματα με εκείνα που ψιθύρισε στον Αδάμ. Αν ο Γέροντας τον μαλώνει ή του κόβει το θέλημα, διαμαρτύρεται μέσα ο εγωισμός και ψιθυρίζει στο μοναχό να αντιλογήσει, να φιλονικήσει, να στήσει το δικό του θέλημα· μ’ αυτό τον τρόπο δεν πρόκειται να θεραπευθεί ποτέ.

Ο μοναχός πρέπει να έχει συνεχώς την προσοχή για να αντιμετωπίζει την κάθε περίπτωση, τον κάθε πειρασμό με επιτυχία, ώστε με τη χάρη του Θεού να απαλλαγεί από τον παλαιό άνθρωπο. Στη θέση του παλαιού να μπεί ο νέος, ο κατά Χριστόν, ο άνθρωπος της απάθειας και της αναστάσεως.

Ο αγώνας δεν είναι μικρός, ούτε και σε λίγο χρόνο κατορθώνεται η νίκη και ο θρίαμβος κατά του εγωισμού. Μεγάλο θηρίο. Πολυκέφαλο.

Ο Όσιος Εφραίμ λέει: «Με λιοντάρι καταπιάστηκες; Πρόσεξε μη σου συντρίψει τα οστά.»
Αυτό το θηρίο είναι ο Ε γ ω ι σ μ ό ς. Σαν λιοντάρι παραφυλάει και μας επιτίθεται. Εμείς πρέπει να έχουμε στα χέρια μας το όπλο και το μαχαίρι της αντιρρήσεως κατά των λογισμών.

Οι τύραννοι των χριστιανών στους χρόνους των διωγμών προσπαθούσαν να παρασύρουν τους Μάρτυρες στο να αρνηθούν τη Θεότητα του Χριστού. Τους υπόσχονταν πολλά· πλούτη, δόξες τιμές. Οι Μάρτυρες όμως δεν υποχωρούσαν. Θριαμβευτικά ομολογούσαν τη πίστη στο Χριστό και στο τέλος δέχονταν το στεφάνι του μαρτυρίου, και έτσι ο Χριστός δοξαζόταν.

Και τώρα οι τύραννοι των παθών μας πιέζουν. Τα πάθη μας υπόσχονται, αν υποχωρήσουμε, απόλαυση και ικανοποίηση. Δεν πρέπει ο μοναχός να υποχωρεί σε μια τέτοια βία, αλλά να αντιστέκεται με όλη την ανδρεία της ψυχής και να περιμένει μετά από μια νόμιμη πάλη το στεφάνι του μαρτυρίου.

Οι Μάρτυρες μαρτύρησαν σε λίγο χρόνο. Πολλοί μάρτυρες σε λίγα λεπτά δεχθήκανε το στεφάνι. Ο μοναχός μαρτυρεί συνέχεια, σε όλη του τη ζωή. Όχι σε ένα τύραννο άλλα σε πολλούς. Κάθε πάθος και ένας τύραννος. Γι’ αυτό όχι λιγότερο θα στεφανωθούν οι μοναχοί που θα αντισταθούν στη βία των παθών και θα ομολογήσουν την καλή ομολογία της ασκήσεως, της μη υποχωρήσεως.

Μας σπρώχνει το πάθος της αντιλογίας. Εμείς πρέπει να βάλουμε εμπόδιο, φράγμα, να ανοίξουμε όρυγμα, να πέσει το άρμα της αντιλογίας μέσα μας.

Ο αγώνας πρέπει να είναι συνεχής. Να μην παρουσιάζουμε κενά· διότι τα κενά τα εκμεταλλεύεται ο διάβολος και σφηνώνει μέσα στα κενά και μας δημιουργεί κατάσταση επικίνδυνη. Η προσευχή πρέπει να είναι ακατάπαυστη. Η προσευχή είναι το όπλο μας. Και μόνο να προσεύχεται κανείς, ο διάβολος δεν τον πλησιάζει εύκολα.

Ας αγωνισθούμε εναντίον κυρίως αυτού του πάθους, διότι από εδώ ξεκινούν όλα. Και το κυρίως φάρμακο κατά του εγωισμού είναι η ταπείνωση. Ο Κύριος μας, μας είπε· «Μάθετε απ’ εμού ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία και ευρήσεται ανάπαυσιν ταις ψυχαίς υμών». Η ταπείνωση και η πραότητα χαρίζουν μια πνευματική ανάπαυση στη ψυχή. Της χαρίζουν φως και βλέπει καθαρότερα τα πράγματα.


Ο Αββάς Ισαάκ ο Σύρος, την ταπείνωση την αποκαλεί «Θεοΰφαντον στολήν». Την ταπείνωση, λέγει, φόρεσε ο Υιός και Λόγος του Θεού και μπόρεσε και κατήλθε εκ των ουρανών, και μπόρεσε η γη να τον δεχθεί χωρίς να καταφλεχθεί.

Η ταπεινοφροσύνη στολίζει τον άνθρωπο. Ο ταπεινός άνθρωπος όπου και αν σταθεί, όπου και αν βρεθεί, σκορπάει μια κατά κάποιο τρόπο μυστηριώδη χάρη και γίνεται αγαπητός και προσφιλής. Την ταπείνωση οι δαίμονες την τρέμουν, όπως ακριβώς συνέβη και με έναν υποτακτικό.

Ένας χριστιανός είχε μια κόρη δαιμονισμένη και την πήγε σε πολλούς γιατρούς αλλά δεν βρήκε τη θεραπεία της. Αυτός ο χριστιανός είχε ένα φίλο, πνευματικό άνθρωπο, ο οποίος είχε σχέση με τους μοναχούς, και λέγοντάς του το παράπονο, τον πόνο του για το κορίτσι του, του λέει εκείνος· «Το παιδί σου θα βρει θεραπεία μόνον όταν καλέσεις ένα μοναχό, υποτακτικό, και έλθει στο σπίτι σου και κάνει μια ευχούλα, θα δεις αμέσως το παιδί σου θα γίνει καλά.
-Και που θα τον βρω εγώ αυτόν τον μοναχό;
-Να! Κάτω στην αγορά κατεβαίνουν, λέει, από την έρημο νεώτεροι υποτακτικοί μοναχοί και πωλούν διάφορα εργόχειρα. Σ’ ένα τέτοιο μοναχό πες του· «Έλα στο σπίτι να σου πληρώσω τα εργόχειρα, διότι τώρα επάνω μου δεν έχω χρήματα». Και πες του να σου κάνει μια ευχή και θα δεις ότι το παιδί σου θα γίνει καλά.

Αυτός αμέσως το πρωί κατεβαίνει στην αγορά, βλέπει ένα νέο μοναχό να πουλά διάφορα, εκεί, εργόχειρα.
Του λέει: Πάτερ, πόσο τα δίνεις αυτά;
-Τόσο. Είπε ο μοναχός.
-Μπορείς να έλθεις μέχρι το σπίτι να σε πληρώσω, γιατί επάνω μου δεν έχω χρήματα;
-Έρχομαι, λέει.

Και αφού προχωρούσαν προς το σπίτι και πλησίαζαν, ο διάβολος μυρίστηκε το πράγμα, ότι ήρθε η ώρα του να πάρει το εξιτήριο του και να φύγει από τον άνθρωπο, ετοιμάστηκε και αυτός. Και μπαίνοντας ο μοναχός μέσα στο σπίτι, τον συναντά η κόρη και σηκώνει το χέρι και του δίνει ένα ράπισμα, του μονάχου. Αυτός, ο μοναχός, γύρισε και την άλλη πλευρά του προσώπου και του δίνει και απ’ εκεί ένα ράπισμα, και αμέσως η κόρη έπεσε κάτω κι’ έβγαζε αφρούς. Και στο τέλος, φεύγοντας το δαιμόνιο είπε, ότι η εντολή του Χριστού με βγάζει και με διώχνει. Και αμέσως το παιδί έγινε καλά.

Ο υποτακτικός αυτός, από την πράξη αυτή φαίνεται ότι ήταν ένας προοδευμένος, ένας πετυχημένος μοναχός ο οποίος θα είχε εξασκηθεί στην παιδία και τη θεραπεία της ψυχής του.

Στην προσευχή μας πάντοτε να παρακαλούμε και να δεόμεθα του Θεού να μας απαλλάσσει απ’ αυτό το θηρίο, τον εγωισμό, και να μας χαρίζει την αγία ταπείνωση της ψυχής .

Elder Ephraim of Arizona-On Sin, Repentance, Mourning, and Tears

To fall and be injured is human, since—even if a man’s life lasted for only one day—his mind is inclined to evil from his youth (cf. Gen. 8:21 ). But to fall and remain fallen is not human. Repentance recreates man; it was given to us to cure the soul after baptism. If it did not exist, rarely would a person be saved. That is why, the virtue of repentance is unending as long as man is alive, for only the perfect do not err. My children, every time you see your thoughts reproaching you for some sin, immediately take the medicine: repent, weep, go to confession, and behold, you return to your former and better state.

2. After Judas the traitor dedicated himself to the Lord and became a partaker of grace, he performed miracles along with the rest of the Apostles, yet in the end he shipwrecked; whereas the thief who had done impious, evil, immoral deeds, by crying out for mercy, was granted repose in the calm haven of eternal bliss. The Jewish nation, which had received the promises of God and was called by Him special, chosen, and holy (vid. Ex. 19:5, 1 Pet. 2:9 ), was blinded and lost Him forever. The barbaric nations, on the other hand, which were like the harlot in their works, received the gospel and inherited what Israel had rejected: God. Therefore, away with despair and hopelessness! No matter how sinful we may be, we should always turn the eyes of our soul to God and entrust ourselves to Him as servants entrust themselves to the hands of their master. In this manner let our eyes be fixed on the Lord, always trusting in His mercy until He has mercy on us (Ps. 122:2 ).

3. The fall of man into physical mortality and the consequences of exile and alienation from our good Heavenly Father, brought about the law of sin, which wars against the law of God (cf. Rom. 7:23 ). From his youth, man is subject to the law of sin as a tendency, as an inclination, and as wickedness (cf.Gen. 8:21 ). And this tendency towards evil—as an ancestral inheritance and as a mark, product, and remnant of the ancient severance from the fountain of happiness—naturally took on substantial proportions in human nature, thus drawing it to evil. Thereafter, it was only natural for grievous calamities to befall the children of Adam and Eve. The restoration to the sonship of old by means of the Lord Jesus’ death on the cross led to eternal salvation. However, this did not remove the law of sin existing within man: not that God was unable to—for just one drop of the awesome and holy blood of Jesus Christ could transform everything—but providentially He let it coexist in man so that by means of it He could not only instruct him, but also make manifest the intentions of each person. The Scriptures say that God did not permit Joshua the son of Nun to destroy all the surrounding idolatrous nations, but he left some so that through them He could teach the art of war to the sons of Israel
(vid. Josh. 17:13 ). So when this law of sin does not find a brave adversary (that is, one with good intentions and with the divine commandments and precepts as weapons ), then it vanquishes and captures the spiritual struggler; it strips him of his divine weapons and then drags him to the life of sin. From all these and many other things, we reach the truthful conclusion that all the distressing events and things in human nature are a consequence of its fall from its original immortality to mortality. Furthermore, we see that the salvific sacrifice of the God-man Jesus providentially did not remove the law of sin existing within man in order to instruct him, as well as for many other reasons pertaining to our salvation, so that by them He may make him a wise heir of His eternal blessings.

4. “As I find you, I will judge you” (cf. Ez. 33:20 ). Behold, the value of a moment. Did He find you in repentance? Did He meet you in confession? Did He reach you saying “I have sinned against heaven and before you”? (Lk. 15:18 ). Did He approach you when you had tears of genuine repentance and self-reproach in your eyes? Behold, it is in one moment that God makes his decision. “The Lord is faithful in all His words” (Ps. 144:13 ). However, if He finds you otherwise, O man, then the eyes of your soul will open, and you will see what you have lost—but what is the use? If God condemns a person, repentance is futile; when the “fair” of life ends, words are pointless. It is all over! Oh, what a great mystery this is! O my God, my Sweet Jesus, open the eyes of my soul that I may see very clearly this great mystery of my eternal salvation, so that, helped by Thy grace, I may prepare provisions and not repent at the end of my life to no avail. As Thou dost see, I do absolutely nothing and am entirely leprous with passions. Grant me tears and complete repentance before the last hour comes, when I shall hear Thy voice, “Set thy house in order, for thou shalt die and not live” (Is. 38:1 ).

 5 . Repentance is endless. All the virtues, by the grace of God, may be perfected by man, but no one can perfect repentance, since we need repentance until our last breath, for we err in the twinkling of an eye. Therefore, repentance is interminable. Oh, how good God is! Justly will my fellow sinners be punished, for they have ignored the infinite compassion of the heavenly Father. Although we err as humans, we are sluggish to say, “I have sinned!” But how can we say this, since we (and I, above all ) are forgetful and lazy and proud, too—mighty obstacles on the road to humility! Christ showed this road to us through His Cross, but unfortunately we voluntarily turn a deaf ear to Him, to our great regret. Time flies, the years roll by, and we are drawing nearer and nearer to eternity. We see this, yet a mental numbness has bound us until we (and I, first ) are thrown into hell! My God, Who has delivered the human race from the enemy’s slavery, deliver us also from the future condemnation when You come to judge the world and render to each according to his works (cf. Rev. 22:12 ). Through your prayers, may I find mercy when my wretched soul is judged, for I am afraid to meet the fearsome Judge because my conscience reproaches me.

 6 . Obedience, cutting off one’s will, self-reproach, and patience in general are what lay the foundations of the soul, while fervor and zeal preserve one’s tears. If you want to be zealous until the end of your life, diligently pursue constant tears. If you have such tears, do not be afraid; the zeal of yearning for your salvation will remain. Water normally quenches fire; the water of God, however, which streams from the eyes of the repentant, lights not a physical fire—as we know—but a divine fire burning up the enemy’s weeds!

 7 . Let us sincerely repent; let us confess frankly and in detail. Let the tribunal of God and His decision preoccupy us continuously, and let us say, “I wonder, shall I be saved or shall I face the torments of hell?” Now is the time we must shed tears of repentance—in fact, constantly. Ah, how much we should be preoccupied by the question of how white and clean our soul is! We must purify it; otherwise, we shall be unable to present ourselves before Christ as we are now. Meditation on death should not escape us at all during our monastic routine.

 8 . How precious is the time of this life! Every minute has great worth, for within one minute we can think so many things, either good or evil. One godly thought raises us to heaven, and one diabolical thought lowers us to hell. So then, behold how valuable every minute in this present life is. Unfortunately, though, we do not think about this, and hours, days, and years pass with no profit—but is it merely with no profit? How much damage we have all suffered—and I, first—without realizing it! But some day, when our soul is about to depart from our body, we shall realize it. But, alas, it will be too late; there is no room for correction then. We must realize this now when we can still make a start. We should take advantage of the precious time of our life. Truly blessed is he who compels himself and makes a start, because some day he will become spiritually rich. It is never too late, for the Lord awaits each one of us to awaken so that He may give us work. He waits until the eleventh hour (cf. Mt. 20:6 ). He tries with every means to awaken us. I pray that all of us will awaken, light our lamps, and with a vigilant eye wait patiently for the Lord to come, so that we may enter the resplendent bridal chamber of eternal bliss, the festival of the bright angels, to chant with them the resurrectional canticles, which will elevate us from theoria to theoria and to divine ascents! Then—oh, then!—we shall fully realize what a great work it is to compel ourselves in everything and that our superiors did well to push us and grieve us, for we shall say, “Behold what we see now!” Then our thanks to God will have no limits. Then we shall really render thanks worthily to God!

 9 . Let us not lose our time in vain. The kingdom of heaven belongs to those who force themselves (cf.Mt. 11:12 ). Bear in mind the departure of our souls, the final hour and moment of that difficult separation. Keep in mind how the demons seek to snatch the poor soul at this final hour and lead it to Hades. Oh, what grief! What pain of soul! How the soul sighs then! Alas, what a sorrowful situation it is in at that moment! How many promises a person will make to God that he will change his life, that he will walk the path of repentance and hardship, as long as he does not die! All of us shall reach this hour and encounter the above and much more, and we shall then promise much more earnestly that we shall take the path of repentance and spiritual warfare. Let us imagine that this has already happened and that God has heard our request. Now what is left for us to do? To fulfill our promises by showing true repentance and the struggle to correct our soul. Behold the appropriate time for repentance and spiritual warfare! Little by little the time of our life is cut short, and without even realizing it, we are led to the end and to the grave! A tribunal and a Judge await us, as well as entire books in which the deeds of each one of us are written. Who is able to escape these things? No one. We shall all stand before the judgment seat of Christ “naked and open” (Heb. 4:13 ) for each of us to give an account of his deeds, words, and thoughts. Let us bear in mind these and many more such things night and day, so that we may bring our souls to mourning and tears!


10 . Sin, as a hook camouflaged with the suitable pleasure, comes craftily as something sweet and charming to the tongue in order to attack the soul. However, he who has been lured by the momentary pleasure and its comfort will find it more bitter than poison and more destructive than a pestilent disease in his soul.

 11 . No matter what happened with your parents, confession forgives and erases everything, my dear brother in the Lord. Recall how much the prodigal son sinned (vid. Lk. 16:19-31 ), and how much he grieved his father with his reckless life. But when he repented, at once his father’s arms opened and the past was wiped out as if it had never happened. So the cure for your sad parents has already occurred, for the change of your life to a spiritual life has rectified everything. Now that they are in the true life, they are informed by God about the change of your lifestyle and your repentance, for them. If, when we sin against our true Father, God, He forgives us no matter what we have done, how much more so will our parents be pleased, there in the true life, where they see things clearly. They know human weakness and how easily youth slips, and they are aware of the great master of evil, the devil, who was the cause for all the troubles. Instead, they will be thankful to you that through you they receive aid from God. Remain fully at peace, my brother. Walk the path of repentance with a peaceful mind, and do not let the past trouble you. “Forgetting those things which are behind, and reaching forward to those things which are ahead” (Phil. 3:14 ), we should look to the goal of our salvation. As soon as man says, “I have sinned!” God forgives him immediately and overlooks his sins. How much did blessed Augustine grieve that holy mother of his! Nevertheless, what sanctity and eros of God he attained later! With repentance everything is corrected. There is nothing that overcomes the compassion of God. “He is merciful to the last and provides for the first; to this one He gives, and to that one He shows kindness” (Paschal Homily of St. John Chrysostom ). The love of God covers and corrects everything. No one is sinless except for one-God.

 12 . [The Elder writes to one of his spiritual daughters in the world (“In the world” means not in a monastery. ]:
All that you suffered, my daughter, was because of your self-reliance. Didn’t I advise you to have humility and self-reproach? What did you trust in? don’t you know that if one boldly leans on a bamboo rod, it will break and pierce his hands? So what did you trust in? Don’t you know the saying: “Without Me you can do nothing”? (Jn. 15:5 ). Don’t you know that many Fathers fell by trusting in themselves? Humble yourself, blame yourself, weep, my daughter, wash your wedding garment. Your Bridegroom, Who is more beautiful than the sons of men, is calling you, is seeking you, and has prepared an abode for you in the heavens. The spiritual bridal chamber is extremely luxurious! Angels are serving; do not be sluggish. Arise; get some water and wash your wedding gown well, for you do not know when He will come. The time of death is unknown; it comes to us all. We do not know at what moment it will come. Repent. See how the harlot washed the immaculate feet of the Master. She shed tears more precious than myrrh, and they attracted God’s mercy and forgiveness. Then she heard, “Your sins are forgiven; go in peace” (Lk. 7:48,50 ). Repent, my daughter. Fall before the fearsome feet of the Master with mourning. Weep; cry out, “I have sinned, my Jesus. Accept me in repentance and save me. Overlook not my tears, O joy of the angels. Abhor me not, cast me not away. Thou Who hast bent the heavens by Thine ineffable abasement”. With these and many other such words importune Christ, resting assured that you will find His love three times as strong. Your repentance will give limitless joy to the angels, and exuberantly they will exclaim, “She stopped! She stopped! She stopped!” That is, she stopped short of falling. You were caught out of the flow, and now you are ascending again.

 13 . Pray for me, my brother, so that the Lord may grant me repentance before I depart on the great journey from this world—for we were not created for this earth, but for heaven. There, God has prepared a place for His children who are obedient to Him in everything He tells them. On the contrary, for all who are deaf to His divine commandments, He has prepared a place of eternal imprisonment—may God keep us from going there. Now God cries out through the Holy Scriptures, the preachers, the spiritual father: “Repent, for the kingdom of heaven is at hand” (Mt.3:2 ). Unfortunately, though, those who think they are smart and strong turn a deaf ear to Him with various excuses. But the all-good God, wanting to distribute His riches to man, calls “all the feeble, the weak, the things that are not” (cf.1 Cor. 1:27,28 ). “Go out quickly into the streets and lanes of the city, and bring in here the poor and the maimed and the lame and the blind, that my house may be filled” (Lk 14:21,23 ), says God through the Holy Gospel. By calling the useless, His compassion is glorified more, and man is led to gratitude, for what leper counted worthy of purification would not render thanks to his benefactor? What person condemned to an eternal imprisonment would not be grateful to his Savior? Unfortunately, my brother, I do not thank God, because forgetfulness—the offspring of pride—has made me lose my head.

 14 . Beloved brother, may God, Who has visited our humbleness, grant us genuine repentance, through which God’s tribunal is propitiated. Sincere repentance is repentance that displays regret for sins committed, mourning, burning tears that break down the strongholds of sin, and sincere and frank confession. Repentance leaves nothing unhealed. If man had not been given repentance, no one would be saved. Triumph and victory are given to man through the weapon of repentance. Glory to the only wise God, Who gave man such an effective medicine that cures every kind of illness, as long as it is taken properly. Let us struggle, my brother; let us live in simplicity and innocence of heart like small children, as the Savior said: “Unless you become as little children, you will by no means enter the kingdom of heaven” (Mt.18:3 ). With simplicity and faith we are freed from evil day-dreaming, which destroys the good seeds of the Holy Spirit. Things will happen according to our faith. What you sow is what you reap. Let us ask God for compunction and mourning, and He will grant them to us so that a stream of life-giving tears may follow. Then our heart will produce the fruits of the Holy Spirit.

Taken from  "Counsels from the Holy Mountain" Selected from the letters and homilies of Elder Ephraim
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...