Thursday, 11 October 2012

THE FRUITS OF THE JESUS PRAYER


An excerpt from the book "A Night in the desert of the Holy Mountain" by Metropolitan of Nafpaktos Hierotheos Vlachos

-I will mention to you some of the fruits of the Jesus prayer,since i can see you are very eager to learn.In the beginning the Jesus prayer is the bread which sustains the athlete,then it becomes oil which sweetens the heart and,in the end,it becomes wine which intoxicates man,that is,which creates ecstasy and union with God.To be more specific,The first gift which Christ gives to the man of prayer is the awareness of his sinfulness.He stops believing that he is " good" and considers himself"the desolating sacrilege..standing in the holy place"(Matt,24,15).Like the saw of a surgeon cutting through bone,the sharp word of the spirit penetrates to the depths of the soul.There is so much impurity within us!Our soul reeks.Sometimes people come in my cell and they give a bad odour..from their inner filth.Well then,whatever was unknown before to the athlete,is now revealed to him through the Jesus prayer.
As a result,he considers himself below all people and thinks Hell is his only eternal habitation and starts crying.He cries for his dead self.Is it possible for one to cry for the dead of his neighbour and not for the dead who is in his own house?In this way the athlete of the Jesus prayer,too,does not see the sins of others,but only his own death.His eyes become fountains of tears which flow from the affliction of his heart.He weeps like a condemned person,and at the same time he cries,"Have mercy on me",Have mercy on me","Have mercy on me".With these tears,as we said above,the purification of soul and nous begins.As water cleanses dirty things,as the falling rain clears the sky of clouds and the earth from filth,likewise tears cleanse and whiten the soul.The tears are water of the second baptism.Thus the Jesus prayer brings the sweetest fruit of purification.
 
-Is man completely purified when divine grace visits him?

 -He is not purified completely,but is always seeking purity of heart for purification is a never ending effort.St.John Climacos reports this saying which he had heard from a monk,who had achieved dispassion."The perfect but still unfinished perfection of the perfect".The more one weeps the more one is purified;the more one sees the deeper layers of sin the more he feels the need to weep again.St.Symeon the New Theologian elucidates this point well:
"These by frequent prayer,by unutterable words by the flow of the their tears purifying their souls.As they see their soul purified,they are set on fire with love,the fire of desire,to see it perfectly pure.
But as they are powerless to find perfection of light the process is incomplete.The more I am purified I,the sinner,am illumined,the more He appears,the spirit who gives purity.Each day,it seems I begin again to be made pure,to see.In a fathomless abyss,in a measureless heaven,who can find a middle or an end?

 
As you under stand,my father,man is being continuously perfected and cleansed.The passive aspect of the soul is first cleansed and then the intelligent power of the soul.The faithful are initially delivered from the passions of the flesh;then-through harder prayer and more intensive struggle,from the passions of hatred ,anger and rancour.When man manages to be freed from anger and rancour,it is obvious that the passive aspect of his soul has almost been purified.Then the entire warfare is carried out in the intelligent aspect,and the athlete wars against pride,vainglory and against all vain thoughts.This warfare will follow him to the end of his life.But all this course of purification takes place with the help and energy of grace,so that the faithful becomes a vessel receptive of rich divine grace.Again St.Symeon writes:

 For man cannot overcome his passions unless the light comes to our help.Even so,it does not happen all at once.Man by nature cannot receive all of a sudden,the spirit of God.But much must be achieved,all of which is in his power.
Detachment of soul,despoiling of goods,separation from his own,giving up his will,renouncing the world,patience in         temptations,prayer,sorrow,poverty,humility,dispassion.

-And how does one understand that his soul is beginning to be purified?
 
-This is easy,the wise hermit answered.It becomes perceptible very soon.Hesychios the elder uses a nice image.As poisonous food which enters the stomach and causes disturbance and pain,comes out when we take medicine,and the stomach is relieved afterwards and feels the relief,the same happens with spiritual life.When man accepts evil thoughts and subsequently,experiences their bitterness and their heavyness,he "vomits easily and casts the evil thoughts out completely"through the Jesus prayer,attaining the sense therefore that purification is taking place.Moreover,the man of prayer becomes aware of purification,because the internal wounds that the passions cause cease bleeding.In the Gospel of the Evangelist Luke we read about the woman who had a flow of blood that:"she..came up behind him,and touched the fringe of His garment;and immedeately her flow of blood ceased"(Lk.8.44).


When one approaches Jesus Christ,he is immediately healed-"the flow of blood ceases":the blood of passions ceases to flow.I wish to say that images,circumstances,persons who used to scandalize us cease to now.In other words, when various persons or things disturb us,it is obvious that we are wounded by the attacks of the devil.It is within us that the scandal lies.Being purified through the help of the Jesus prayer,he sees all people and all things as creatures of God.He considers,especially  human persons,as images of God Who is full of love.Whoever,therefore,is dressed with the grace of Christ also sees the others dressed with such grace,even if they are naked.Whereas he who is destitute of Divine grace,sees even those who are dressed as if they were naked!

Η θεραπευτική του φόβου: Ο φόβος του Θεού


Ο φόβος και οι καταστάσεις που συνδέονται ενδεχομένως μ' αυτόν, όπως η δειλία, η ανησυχία, το άγχος, η αγωνία, η φο­βία, έχουν ουσιαστική σχέση, όπως είδαμε, με την προσκόλ­ληση στα αισθητά αγαθά. Δεν είναι λοιπόν δυνατόν να θερα­πευτεί ο άνθρωπος απ’ αυτόν παρά μόνο αν (απο)χωριστεί από τον κόσμο τούτο (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ομιλία-ανδριάντες), αν αποθέσει όλη του τη μέριμνα στο Θεό, με σταθερή την ελπίδα, ότι μέσω της Πρόνοιάς Του, θα φροντίσει για όλες του τις ανάγκες.
Αυτό διδάσκει και ο ίδιος ο Χριστός: «Μη ουν μεριμνήσητε λέγοντες, τι φάγωμεν ή τι πίωμεν ή τι περιβαλώμεθα; πάντα γάρ ταύτα τα έθνη επιζη­τεί· οίδε γαρ ο Πατήρ ημών ο ουράνιος ότι χρήζετε τούτων απάντων. Ζητείτε δε πρώτον την Βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην Αυτού, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν. Μή ουν μερμνήσητε εις την αύριον» (Ματθ. 6, 31-34). Στην ίδια προοπτική ο Αγιος Ισαάκ ο Σύρος συμβουλεύει: «Εάν πιστεύης, ότι ο Θεός πρόνοιάν σου ποιήται, τί μεριμνάς και φροντίζεις περί προσκαίρων, και των της σαρκός σου χρειών; [...]. Επίρριψον επί Κύριον την μέριμνάν σου, και Αυτός σε διαθρέψει. Και ου μη πτοηθής πτόησιν επερχομένην σοι», «έγγισον, φησίν, εις το ελπίσας εις εμέ, και αναπαύη εκ του έργου και του φόβου».
Η έλλειψη πίστης είναι, όπως είδαμε, η πρώτη πηγή του φόβου· αυτός υπάρχει λοιπόν σε καταστολή στην ψυχή του ανθρώπου κατά το μέτρο της πίστης του στο Θεό. Μόνη της η πίστη δεν απελευθερώνει τον άνθρωπο από το φόβο· ο Θεός είναι εκείνος που απαντώντας στην πίστη του, του προσφέρει τη βοήθειά Του και την αρωγή Του.

Ο άνθρωπος οφείλει να ζητήσει τη βοήθεια τούτη μέσω της προσευχής, με την πίστη ότι ο Θεός μπορεί να του την πα­ράσχει και με την ελπίδα ότι θα του την προσφέρει. Πρέπει να σημειωθεί ότι το πιο δραστικό και αποτελεσματικό φάρ­μακο είναι η «προσευχή του Ιησού» που στρέφεται εναντίον του φόβου και όλων των συγγενών παθών (δειλίας, τρόμου, άγχους, αγωνίας).
Η καρδιακή προσευχή δίνει πραγματικά τη δυνατότητα στον άνθρωπο να παραμένει μόνιμα ενωμένος με το Θεό και ν' αποκομίζει διαρκώς οφέλη από τη βοήθειά Του· οπότε πλέον καμιά αιτία φόβου δεν μπορεί να τον αιφνιδιάζει. Όσο μάλιστα η προ­σευχή του είναι καθαρότερη, τόσο λιγότερο βιώνει ο άνθρω­πος το φόβο. Η εξαφάνιση του φόβου και των συναφών παθών προκύπτει στην περίπτωση τούτη ως αποτέλεσμα της συνεχούς παρου­σίας της θείας δύναμης στον άνθρωπο χάρη στην αδιάλειπτη προσευχή.

Αντίστοιχα, η θεραπευτική του φόβου προϋποθέτει την απάρνηση του ιδίου θελήματος εκ μέρους του ανθρώπου και την ταπεινόφρονα συμπεριφορά. Ο φόβος, όπως είδαμε, συνδέεται με την υπερηφανία· όσο περισσότερο ο άνθρωπος εμπιστεύεται τις δυνάμεις του, τόσο υποδουλώνεται στο συγκεκριμένο πάθος. Για να καταφέρει να το νικήσει με τη δύ­ναμη του Θεού, για να πάρει τη δύναμη αυτή και να την κρα­τήσει, ο άνθρωπος οφείλει ν' απαρνηθεί τον εαυτό του, ν' αναγνωρίσει την ανεπάρκειά του, αλλιώς η ενέργεια του Θε­ού δεν θα μπορέσει να βρεί πεδίο δράσης μέσα του.
Ο άνθρωπος είναι δυνατόν να νικήσει το φόβο και με την αγάπη, η οποία τον εκδιώκει, σύμφωνα με το λόγο του Αγίου Αποστόλου Ιωάννου: «Φόβος ουκ έστιν εν τη αγάπη αλλά η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον» (Α' Ιωάν. 4, 18). Μετά τη διαπίστωση ότι «κατά το μέτρον της ελλείψεως [της αγά­πης], ενυπάρχει φόβος», ο Αγιος Ιωάννης Σιναΐτης διδά­σκει σε συμφωνία με τον Αγιο Ιωάννη ότι «ο φόβου χωρίς, αγάπης πεπλήρωται» (Κλίμαξ). Αυτό έχει εφαρμογή στην αγάπη προς τον πλησίον: όποιος αγαπά τον αδελφό του δεν τον φοβάται πλέον. Αφορά όμως ουσιαστικότερα την προς τον Θεό αγάπη που αποκλείει όλες τις μορφές του εγκόσμιου φό­βου και ιδιαίτερα το φόβο του θανάτου, που συχνά βρίσκεται στην κορυφαία θέση (Πρβλ. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος). Μέσω της αγάπης του Θεού, ο άνθρω­πος δέχεται «δύναμιν τινά πεποιθήσεως», που νικά κάθε φό­βο (Πρβλ. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος). Ενώνεται μ' Αυτόν στον Οποίο υποτάσσονται τα πάντα και τίποτε δεν μπορεί να τον βλάψει (Πρβλ. ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ, Επιστολή). Από τώρα και στο εξής, με την αγάπη, ο άνθρωπος ζει, σε στενή σχέση με το Θεό, απομακρυσμένος απ' όλα τα γήϊνα, τα εξωτερικά ή τα εσωτερικά, - που μπορεί να υποδαυλίσουν το φόβο -, και απολαμβάνει τα πνευματικά αγαθά, τα οποία δεν είναι δυνα­τόν να του τα λεηλατήσει ή να του αφαρπάσει κάποιος.

Πρέπει να υπογραμμιστεί, ωστόσο, ότι αν ο άνθρωπος οφείλει να τείνει στη θεραπεία του πάθους του φόβου, δεν πρέπει πάντως ν' απορρίπτει κάθε φόβο από την ψυχή του, διότι «ουχ ο πας φόβος πάθος» (ΚΛΗΜΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΥΣ, Στρωματείς). Υπάρχει, όπως είδαμε, ο ενάρετος φόβος, τον οποίο ο Θεός έδωσε στον άνθρωπο, ως μέσο σωτηρίας, και τον οποίο οι Πατέρες ονομάζουν για το λόγο τούτο «σωτήριον φόβον»· χρησιμοποιούν ακόμη και άλλες παρόμοιες εκφράσεις. Ο συγκεκριμένος φόβος συνι­στά αυτό που η ασκητική παράδοση ονομάζει «φόβον Θε­ού». Ο φόβος-πάθος πρέπει να εξαφανίζεται και να παρα­χωρεί τη θέση του στον ενάρετο φόβο.

 (Απόσπασμα από το βιβλίο «Η ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΤΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΩΝ ΝΟΣΗΜΑΤΩΝ: Εισαγωγή στην ασκητική παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας», JEAN CLAUDE LARCHET (*), ΤΟΜΟΣ Β’, Εκδόσεις «Αποστολική Διακονία», Μετάφραση: ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΟΥΛΑΣ)

Η Συμπάθεια προς τον Πλησίον

                                                  (Μνήμη Αγίου Αβραμίου )
Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστή


      Το θέμα της μετανοίας είναι εκείνο που πραγματικά μας συγκλονίζει στον βίο του Αγ. Αβραμίου, ο οποίος ήτο πολύ μεγάλος ασκητής. Αυτός είχε κληρονομήσει από τον αδελφό του ένα μικρό κοριτσάκι δύο ετών. Το επήρε και το εμεγάλωσε. Το είχε σε ένα κελλάκι, έξω από αυτό που έμενε ο ίδιος και το υπηρετούσε. Κάποτε αυτό έφυγε. Κάποιος επιτήδειος το παρέσυρε και το έρριξε στην αμαρτία. Αυτό έχασε το θάρρος του και δεν ημπόρεσε να γυρίση πίσω. Και όταν ο Άγιος επληροφορήθηκε στην προσευχή του να το επιστρέψη, μετεχειρίσθη ένα πολύ παράδοξο τρόπο.
Αυτός ο ασκητής, που τόσα χρόνια δεν εχόρτασε ψωμί και νερό, προσεποιήθη τον στρατιώτη, εφόρεσε στρατιωτική στολή, ενοικίασε ένα άλογο περίφημο και έφυγε στην πόλι δήθεν για να γλεντήση. Εκεί ερευνούσε τους οίκους των ελευθέρων ηθών για να εύρη το θήραμά του, γιατί σε αυτούς τους τόπους είχε καταντήσει. Αφού την ευρήκε κατώρθωσε να την φέρη πάλι πίσω και να την κρατήση στην μετάνοια, να της αναπτερώση το θάρρος, να μην χάση το ηθικό της και να τελειώση οσιακά.
Επισημαίνει κανείς το μέγεθος της Θείας φιλανθρωπίας, της Θείας ευσπλαχνίας, αλλά και την τέχνη των Πατέρων στο πώς να αρπάξουν πίσω μια ψυχή πεπλανημένη και να την οδηγήσουν στην σωτηρία. Αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό. Όταν το σχολιάση κανείς στην ζωή του, βγάζει πολύ βαθειά νοήματα.
Πρώτο μεν, η ευσπλαχνία του Θεού πόσο απέραντη είναι κοντά στην ανθρώπινη αδυναμία και δεύτερο, ότι ο άνθρωπος ποτέ δεν πρέπει να υποχωρή, ούτε να ενδίδη, αλλά με οποιονδήποτε τρόπο ημπορεί, να εξαντλή όλη την δύναμι της αγάπης και της στοργής, στο να ανακαλέση το θάρρος του πλανεμένου ανθρώπου και να τον επαναφέρη στην εν Χριστώ ζωή. Αυτό είναι πραγματικά και το νόημα της κενώσεως του Θεού Λόγου και γενικά ολοκλήρου του μυστηρίου της Εκκλησίας μας στην ζωή αυτή· στο πώς δηλ. να επιστρέψη κανείς το πεπλανημένο, το απολωλός, να βοηθήση τον άνθρωπο να εύρη τη γνώσι, να εντοπίση τα πάθη του και να σωθή. Γι' αυτό πόσο χρειάζεται μακροθυμία, πόσο χρειάζεται ανοχή, ιδιαιτέρως στο να μην κρίνωμε ποτέ κανένα άνθρωπο.
Και ιδού η απόδειξι:

Φεύγει αυτό το κοριτσάκι, που από δύο ετών ήταν μοναχή, και ζει τώρα μέσα στον κόσμο αμαρτάνοντας, πουλώντας το σώμα της, όπως οι κοινές γυναίκες. Δύο ετών το επήραν το παιδάκι, επειδή ήταν ορφανό και δεν είχε κανένα άλλο στην ζωή, και εκείνοι που ήξεραν ότι ζει ο θειος της και ήταν μοναχός, του το παρέδωσαν να το αναθρέψη. Και σκεφθήτε από τέτοιο ύψος αρετής, που δεν εγνώρισε ποτέ, κακό, που κατήντησε. Δεν είναι δύσκολο να κατατρακυλήση κανείς. Και όμως κοιτάξετε την μακροθυμία του Θεού, αλλά και την σύνεσι του γέροντος. Δεν απελπίστηκε και να πη, όπως εμείς καμιά φορά: «Άφησέ τον αφού είναι δύσκολος και αφού δεν ακούει, άσε να φύγη». Ή «αφού είναι σκληρός και ανυπάκουος, καλλίτερα να φεύγη να τελειώνωμε». Και αυτά έγιναν πολλές φορές στους Πατέρες μας και η σκληρή αυτή θέσι δυστυχώς εφαρμόστηκε. 


Είναι γεγονός ότι είναι οδυνηρά αυτά, όμως εκείνο το οποίο πραγματικά επρόδωσε την φύσι του και εξέπεσε και εθεωρήθη το απολωλός και το πεπλανημένο, κατά την παραβολή του Ιησού μας, είναι ολόκληρος η ανθρώπινη φύσι. Και ο Ιησούς μας δεν την απέρριψε, αλλά προτίμησε να συγκαταβή, να κενώση τον εαυτό Του, να «συμμορφωθή» Αυτός με την ιδική μας ασθένεια και ταλαιπωρία και να μας επιστρέψει πίσω, όπως και μας επέστρεψε. Αυτή λοιπόν η εικόνα είναι τόσο συγκλονιστική, που δεν είναι δυνατό να περιγραφή από κτιστά όντα η έντασι της Θείας αγαθότητας.
Έχοντας υπ' όψι αυτά όλα, πρέπει να είμεθα συμπαθείς και επιεικείς στην αδυναμία του άλλου· και όσο και αν φαίνεται η αδυναμία του άλλου προδοτική, εμείς δεν πρέπει να λυγίζωμε, να εξαντλούμε την μακροθυμία μας. Αλλά να επιμένωμε κινούμενοι από τους όρους της συμπαθείας, περιμένοντας την σύμπραξι της αγαθότητος του Θεού, ώστε ο καθένας μας, ο κάθε αμαρτωλός να επανεύρη τον εαυτό του· και αυτό είναι το κατ' ευδοκία Θείο θέλημα. Και τις δύο φορές που εξέφρασε ο Ιησούς μας την ευαρέσκειά Του προς το αποτέλεσμα του τελειοτέρου Του θελήματος, ιδίως στον Απ. Πέτρο, είπε: «Συ δε επιστρέψας στήριξον τους αδελφούς σου» (Λουκ, 22,32)· και «Ει φιλείς με, Πέτρε, ποίμαινε τα πρόβατα μου, βόσκε τα αρνία μου» (Ιωάν. 21,16).
 Και έδωσε την απεριόριστη μορφή της μετανοίας, ούτος ώστε και «εβδομηκοντάκις επτά» εάν πταίη ο άνθρωπος να μην απορρίπτεται ποτέ οπό την θύρα της μετανοίας, και φυσικά και από τα όργανα της μετανοίας που είμεθα εμείς οι ρασοφόροι. Από εμάς εκφράζεται το νόημα της Εκκλησίας, η οποία εκπροσωπεί την Θεία αγαθότητα και ευσπλαχνία, διότι όπως λέει και ο Ιησούς μας: Δεν είναι ευδοκία έμπροσθεν του Πατρός μου να απολεσθή κανείς από τους μικρούς τούτους.

Το κατ' ευδοκία θέλημα του Θεού είναι, κάθε άνθρωπος όχι απλώς μόνο να σωθή, αλλά να μπή μέσα στην τελειότητα της γνώσεως, δηλαδή της Θεώσεως, που είναι το απόλυτο θέλημα του Θεού, για το οποίο και επεδήμησε ο Θεός Λόγος. «Πάντας ανθρώπους σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Τιμ. Α' 2,4). Εάν λοιπόν αυτό είναι το Θείο θέλημα, σκεφθείτε πόση πρέπει να είναι η προσπάθεια μας μέσα στους όρους της συμπαθείας, και η επιμονή μας στο να επιτύχωμε αυτό τον σκοπό, χάριτι Θεού, και για τον εαυτό μας, αλλά και να τον μεταδώσωμε και στον συνάνθρωπό μας σε οποιεσδήποτε συνθήκες και περιστάσεις και αν ευρίσκεται.


Πραγματικά η βιογραφία αυτού του μεγάλου Πατρός είναι τόσο συγκλονιστική· και να μην πη κανείς ότι η κόρη αυτή, η Μαρία, ήταν ανεψιά του και γι' αυτό το έκανε ο Άγιος. Γιατί αν αποδώσωμε τέτοια μομφή στους Αγίους, ότι δηλαδή έχουν συγγενικές διακρίσεις, φυσικά μειώνομε την μορφή του αγιασμού, της τελειότητας. Διότι η πραγματική αγάπη «πάντα στέγει πάντα υπομένει, ου λογίζεται το κακόν, ου ζητεί τα εαυτής». Οι Άγιοι δεν αγαπούν τους συγγενείς τους, διότι δεν υπάρχουν συγγενείς γι' αυτούς· αγαπούν τον συνάνθρωπο τους. Άρα την Μαρία ο Αβράμιος δεν την συμπάθησε γιατί ήταν συγγενής του, αλλά την συμπάθησε ως πνευματικός άνθρωπος, ως λειτουργικό μέλος της Εκκλησίας, που διέκρινε ότι έπρεπε αυτή η ψυχή να σωθή, και η σωτηρία της δεν θα εγίνετο κατά άλλο τρόπο παρά μόνο με την τόσο μεγάλη θυσία του πατρός. Έτσι αναγκάστηκε στα βαθειά του γηρατειά, αυτός που δεν εχόρτασε ποτέ ψωμί, να φάη κρέας, να πιή κρασί, να προσποιηθή τον μεθυσμένο, να προσποιηθή τον ερωτύλο, να ταξιδεύη με άλογα, να ευπρεπισθή, να θεωρηθή ως νέος, μέχρι του σημείου που τον εβδελύχθησαν στο χαμαιτυπείο και εδέχθηκε τόσες ειρωνείες, γιατί έπρεπε να σωθή μια ψυχή, και εσώθη με την θυσία του αύτη.

Αύτη είναι η απόλυτος συμπάθεια, η οποία πρέπει να ευρίσκεται στην ψυχή μας, παρ' όλο που πολλές φορές αγανακτούμε με την στάσι των συνανθρώπων μας απέναντι μας. Εν τούτοις πρέπει τουλάχιστον, αν γίνεται αυτό, να είναι παροδικό, στιγμιαίο, να εκφράζεται μόνο με τα χείλη, διότι ο συνάνθρωπος μας, που έχει αυτή την στάσι, αυτή την στιγμή πλανάται. Τι περιμένεις δε από ένα πεπλανημένο άνθρωπο; Ο σκοπός είναι πώς αυτός ο πεπλανημένος να επανέλθη στην βάσι του και να γίνη πάλι πρόβατο Χριστού. Αυτό δε θα γίνη εάν ο άνθρωπος βάλη σαν βάσι την συμπάθεια και την αυτοθυσία υπέρ του αδελφού του. Τότε ο Θεός βλέποντας την πρόθεσι αυτή, συνεργεί και στον αδύνατο.
Μήπως δεν έχωμε τέτοια παραδείγματα που με την συγκατάβασι και την οικονομία των δυνατών εσώθησαν οι αδύνατοι; Ευρίσκομε στην διήγησι του Οσίου Πατρός ημών Ιωαννικίου του μεγάλου, ότι μια πνευματική μητέρα είχε πνευματική θυγατέρα, που επολεμήθη ισχυρά και δεν ημπορούσε να νικήση τον σαρκικό πόλεμο. Ήτο αδύνατη. Δεν την απώθησε όμως η πνευματική της μητέρα, να της πη «όπου θέλεις πήγαινε, άφησε με ήσυχη», αλλά συγκατέβη να πάη μαζί της. Την συνώδευσε. Έφυγε από το μοναστήρι και επήγαινε μαζί της στον κόσμο να βρή ένα όργανο να κάνη την επιθυμία της. Και για την συγκατάβασι της αυτή, χάριν της αγάπης που δεν την εγκατέλειψε και την ακολούθησε μέχρι του σημείου εκείνου που υπετίθετο ότι θα ήτο η πτώσι, οικονόμησε ο Θεός και εθεραπεύθηκε η ασθενής. Εφωτίσθηκε ο Άγιος Ιωαννίκιος γι' αυτό το πράγμα, κατέβηκε στον δρόμο, την συνάντησε και εθεράπευσε την μικρή.
Άλλοτε πάλι ευρίσκομε σε αδελφούς μοναχούς που κατοικούσαν μαζί, ότι ο ένας ο νεώτερος, επολεμήθηκε και δεν ημπορούσε να νικήση το πάθος. Έφυγε λοιπόν για να ικανοποίηση το πάθος του αυτό, όπως τον οιστρηλατούσε η επιθυμία. Και ο αδελφός του ο πνευματικός που ήταν μαζί, δεν τον εγκατέλειψε. «Θα πάω και εγώ μαζί σου» είπε, και πράγματι, τον συνόδευσε μέχρι την πόρτα και όταν εισήλθε εκεί, τότε για την θυσία του αλλού αδελφού, ο Θεός επήρε τον πόλεμο από τον πάσχοντα.
Δεν πρέπει να ζητά κανείς πολλά από αυτόν που είναι ασθενής, διότι την ώρα που ευρίσκεται υπό την επίδρασι του πάθους του, δεν είναι ολοκληρωμένη προσωπικότης και έτσι ο,τι κάνει δεν είναι καλά, είναι εσφαλμένα. Αλλά δεν μπορεί να κάνει αλλοιώς. Επομένως είναι άξιος συμπαθείας και επιεικίας. Αυτή την ώρα χρειάζεται η πρακτική επιείκια του άλλου που είναι υγιής και τότε πραγματικά εφαρμόζεται το «αλλήλων τα βάρη βαστάζετε» (Γαλ. 6,2). Και έτσι αναπληρώνεται ο νόμος του Χριστού.

Αυτό τον όρο της επιεικίας, της συμπαθείας, ήθελα να σας ενθυμίσω με βάσι την βιογραφία του μεγάλου πατρός Αβραμίου και να επικαλεσθούμε όλοι τις ευχές του, για να έλθη και σε μας αυτό το νόημα της συμπαθείας και της αγάπης του Χριστού μας, που είναι η ολοκλήρωσι του προορισμού μας.
Αμήν

από το βιβλίο ΔΙΔΑΧΕΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΘΩΝΑ

Wednesday, 10 October 2012

Saint Theophan the Recluse-On Personal Relationship with God

           Saint Theophan The Recluse
“Communion with the Lord through the sacrament of flesh and blood is possible only at definite times, according to one’s possibilities and zeal, but never more than once a day. But inner communion with the Lord, in the spirit, is possible every hour and every minute; that is, through His grace, it is possible to be in constant intercourse with Him, and to be aware, when He so wishes, of this intercourse in one’s heart. According to the Lord’s promise, by partaking of His flesh and blood we receive Him Himself, and He enters and dwells in us with all His blessings, allowing the heart, that is prepared for it, to be aware of this. True communicants are always in a palpably blessed state after communion. Then the heart partakes of the Lord in spirit.
But since we are constrained by our body and surrounded by external activities and relationships, in which duty forces us to take part, so, by the splitting of our attention and feeling day by day, the spiritual partaking of the Lord is weakened and becomes overlaid and hidden. The sense of partaking of the Lord becomes hidden; but intercourse with the Lord is not broken, unless unfortunately some sin enters and destroys the state of grace. Nothing can compare with the delight of partaking of the Lord; therefore the diligent, when they feel it weaken, hasten to restore its full power, and, when they have restored it, they feel themselves again partaking of the Lord. This is spiritual communion with the Lord.
It is in this way that it takes place in the times between making communion with Him through the Holy Mysteries. But it can also be unceasing – in a man who always keeps his heart pure and his attention and feeling constantly directed towards the Lord. All the same, this is a gift of grace, granted to a man struggling on the path of the Lord, if he is diligent and pitiless to himself.
Even if a man partakes of the Lord in spirit only from time to time, this partaking is still a gift of grace. All that we can bring is thirst and hunger for this gift, and diligent striving to obtain it. There are, however, works, which open the way to this communion with the Lord and help to obtain it, although it always seems to come as it were unexpectedly. These works are pure prayer, with child-like crying of the heart, and special acts of self-denial in the practice of virtues. When no sin pollutes the soul, when no sinful thoughts or feelings are tolerated, that is, when the soul is pure and cries to God, what can keep the Lord, Who is present, from letting the soul taste Him, or the soul from awareness of this taste? And so it happens thus, unless the Lord deems it better, for the good of the soul, to prolong its thirst and hunger for Him before satisfying it. Amongst acts of self-denial the most powerful of all for this purpose is humble obedience and casting oneself under the feet of all men, stripping oneself of acquisitiveness and suffering injustice with a good heart, all this in the spirit of complete surrender to the will of God. Such actions liken a man to the Lord more than any others, and the Lord, present in him, allows his soul to taste Him. Also pure and diligent fulfillment of all God’s commandments bears fruit in the abiding of the Lord in the heart, together with the Father and the Holy Spirit (John 14:23).
Spiritual communion with the Lord should not be confused with mental memory of communion with Him in the Mysteries of flesh and blood, even if this memory is accompanied by strong spiritual sensations and an ardent longing for actual communion with Him in the Holy Mysteries. Neither must it be confused with what the worshippers present in the church receive when the Eucharist is celebrated. They receive divine sanctification and benevolence, as participants in the bloodless sacrifice through faith, contrition and readiness to sacrifice themselves to the glory of God; and they receive in the measure of these dispositions. But it is not the same as communion, although communion can also take place here.”
+ St. Theophan the Recluse +

The Light of Christ...

 "In Your light we shall see light."

 

  Man thirsts for enlivenment, inspiration… For a lamp to shine, the presence of transparent glass is not enough, there must be a candle burning within there is a need for a candle to burn within him. This is what the Lord did with His apostles: first, having purified them with truth, He enlivened them with the Holy Spirit, and only then did they become a light for the world.

This process is inevitable for every Christian. First, a cleansing by Truth and then enlightenment by the Spirit. Truth repudiates the inborn inspiration as something ludicrous; it deadens it so that the Spirit, having come, will resurrect him in a renewed form. If a person, before he is cleansed by truth, begins to be guided by his own inspiration, will begin to emit, not a pure light, but one that is tainted and polarized by a filter of his own damaged heart, where good is interspersed with evil.
The soul is lonely in this world and seeks the source of true, meaningful life and renewal outside it. At times the soul locks itself in, becomes introverted, lives inside its own world, and there, finds light.
The fundamental characteristic of the inner world or the emotional life is a troubled soul, an unceasing search for light and joy. A constant ebbing and flowing of the tide, striving, lifting up and being dropped to the ground, — calling like shadows of a spring dawn, and without hope, like the twilight. Flashes of lightning of partially solved mysteries and a bitter feeling of futility of all efforts…
"The beloved pierces the mind with a ray of his own light, and instantly flees from the fast traveling mind. The more it becomes aware, the more it distances itself, wrenching itself from the hands, beckons and draws the soul to follow" (Gregory the Theologian).
"All sensations of my mind and soul concentrated on the indescribable pleasure seeking and joy from that ebullient light. But when that immeasurable light appeared before me and then diminished little by little, and finally became invisible, I then came to my senses and found out what wonders the power of this light had suddenly created in me…. That light when it comes, brings joy and when it disappears, leaves a wound and an ache in the heart" (St. Simeon the New Theologian 86th sermon).
"When I see the increasing malady of the tongue nowadays, fast evolving sages, newly created theologians, for whom it is sufficient to only want to become wise: then I feel a need for wisdom from above and I search with Jeremiah "a lodging place for travelers " (Jeremiah 9.2) and I want to be alone, by myself… Denying the flesh and turning back on the world, and only in dire need succumbing to anything human, communing with God and oneself, to live above the visible; always to have divine images in the mind, pure ones that are not jumbled with distant and deceptive impressions; to be and unceasingly become an untainted mirror of God and of the divine; to accumulate more light to an existing light, to a light less clear, a beaming one, until we ascend to the Source of that radiance and reach a blessed end…" (Gregory the Theologian, pt. 2).
Perception of light, in the experience of visions of an "inner light" are as real as perceptions of physical light. In the written works of the saints quite often we read that they perceived this immaterial, Divine light. At times it appears so powerful, that it emits light to the outside and is perceived as physical light, making the body of the ascetic radiant. Spiritual beauty is a blinding beauty of a radiant, light bearing image, incomprehensible to mortal beings.
The face of abba (=father) Pamvo shone like lightning, and he was like a king, sitting upon his throne…" Before the repose in the Lord of abba Sisoi, when the holy fathers were gathered around him, his face shone like the sun…. A passerby encountered abba Siluan and seeing that his face and body shone like an angel, fell on his face… One brother having come to a monastery, looked through the door of abba Arseny’s cell and saw that the starets was, as if ablaze. Motovilov said to Saint Seraphim: "Father I cannot look, because flashes of light are gushing out from your eyes. Your face has become brighter than the sun, and my eyes are aching with pain…"
The wondrous Fire that was burning inside St. Sergius attracted those people who had seen him, at least once. During the singing of "To Thee we sing," the fire came down "as if from the sky, and moved on the altar engulfing the whole altar and surrounded St Sergius as he was serving the liturgy. While he was partaking of the Holy Sacrament, the divine light descended into this chalice. Something similar had also occurred in the life of the starets (elder) hieromonk Ambrosy. To some extent there was an illumining in the face of Bishop Theophan the Recluse and the righteous St. John of Kronstadt. Father John stood before the Lord as if before the sun and feeling an ineffable brilliance of the divine light, closed his eyes, and clearly felt himself to be in the rays of this light and from them he felt warmth, joy and closeness to Christ the Savior… From the grace of God his face was beautiful, like that of an angel, and one wanted to gaze at him… Sin perverts man but grace luminously adorns him… The Holy Spirit lives in us and makes us resemble the Lord Jesus Christ, just like children resemble their father.
There had been many emissions of inner light of ascetics of the 6th century and recorded in "The Spiritual Field" and in the lives of the saints. The heritage of the holy fathers on the divine light is enormous. This amazes us and unspeakably gives us joy. In it, is Christ’s concerned love for helpless people… However, there is no Mt Tabor without suffering, and there is no support for one’s spirit, outside contemplation of Christ.
Know the Lord and His likeness will reflect in you and it will not allow darkness to overpower you, to bind you like a sinner until eternity, deprived of the ability to do good. Let deathly horror and sanguine sweat and the Lord’s suffering pass before your eyes. When you look at Him, He who endures suffering, will look at you and will do with you, what He did, at one time, with Peter, you will "go and begin to cry bitterly…"
The Gospel is the fullness of the Revelation. It is — the sun, in comparison with which, other holy books are only planets, that shine with reflected light. There, God prophesied with the mouths of prophets. Here, the Son of God, Himself, converses with us — God-man, whose whole life was the revelation of light. "I am the light of the world" (Jn.8:12).
He is not just a bearer of light, but is Himself — Light, incarnate, light of the Hypostases. Whoever believes in Him, knows through experience, that he owes his inner enlightenment to this universal light, as much as in the physical world, he owes it to the sun. Christianity is not only a religion of love, but also of light. Christ taught the mysteries of the Kingdom of God, teaching about the laws of an eternal, divine life, of the "inner light" as a spiritual life, of one being God-man. In so much as the soul is more precious than the body, the inner or spiritual life is more important than the outer, physical life. Conversely, the inner, spiritual darkness is more dangerous, more perilous, more horrific than the black of the night, or blindness. Whoever loses the inner sight, forfeits with it the eternal, divine life, to which light belongs, just as it is in the physical life (Jn.1:4).
Enlightenment of both the body and soul is only necessary within the parameters of space and time. Meanwhile, what is the point of examining infusorians under the microscope and not even once glancing into one’s own soul? What joy is there in using electricity and never seeing the sun’s rays during the day? Inner, spiritual light, not only enlightens, but it also enlivens. The quantity of inner light will always be proportionate to the level of our spiritual growth. Abundance of spiritual light is conditional upon some great feat. We are convinced of this because of the examples and teachings of the saints, who embodied these, together with spiritual excellence and a vivid brilliance reaching an outer radiance, the brilliance of the "inner light."
Mysterious is the nature of spiritual light. The essence of this light is divinely incomprehensible. In its ultimate revelations, the inner light is Divine Light. It reveals the mysteries of the past and the future. It brings one to an understanding of religious truths, speculations, ideas… In its unfathomable essence, the Divine Light is superior to any soul. It is inherent in the spiritual world, as a whole. A pure heart, a brilliant mind, a sensitive conscience- are only ways to contemplating it. In its own right, it is "a great mystery of godliness" (1Tim.3:16).
You, O Lord are all sweetness, all light and life. Enlighten us with the light of Your Divine wisdom. Glorify us with Your Divine power and abandon us not, we who depend on You.
  
From the Spiritual Treasure Trove of Archpriest Nikolai Deputatov.

Γέροντας Παίσιος – Σήµερα οι άνθρωποι γυρίζουν γύρω από τον εαυτό τους.

Παλιά στην πατρίδα µου, στα Φάρασα, έλεγαν: «Αν έχεις καµµιά δουλειά,
µην την αφήνεις για αύριο. Αν έχεις καλό φαγητό, άσ’ το για αύριο, µήπως
έρθει κανένας µουσαφίρης». Τώρα σκέφτονται: «Να αφήσουµε την δουλειά,

µήπως έρθει κανείς αύριο και µας βοηθήσει. Το καλό φαγητό, ας το φάµε εµείς

απόψε!». Οι περισσότεροι σήµερα γυρίζουν γύρω από τον εαυτό τους. Μόνον

τον εαυτό τους σκέφτονται.
Ας υποθέσουµε ότι βρέχει, γίνεται κατακλυσµός. Θα
δείτε, οι περισσότερες από σάς θα σκεφθούν µήπως έχουν ρούχα απλωµένα,

να πάνε να τα µαζέψουν. Κακό δεν είναι αυτό, άλλα δεν θα πάνε πιο πέρα. Τα

ρούχα και να βραχούν, πάλι θα στεγνώσουν. Αυτοί όµως πού αλωνίζουν τι θα

γίνουν; Πονάτε γι’ αυτούς, για να κάνετε καµµιά ευχή; Ή πέφτουν κεραυνοί-

ζήτηµα πέντε-έξι ψυχές να θυµηθούν τους καηµένους τους γεωργούς ή αυτούς

πού έχουν θερµοκήπια. ∆εν σκέφτεται δηλαδή τον άλλον ό άνθρωπος, δεν

βγαίνει από τον εαυτό του, άλλα γυρίζει συνέχεια γύρω από τον εαυτό του. Όταν

όµως γυρίζει γύρω από τον εαυτό του, κέντρο έχει τον εαυτό του· δεν έχει τον

Χριστό. Είναι έξω από τον άξονα πού είναι ό Χριστός. Για να φθάσει να

σκέφτεται τον άλλον, πρέπει ό νους του πρώτα να είναι στον Χριστό. Τότε

σκέφτεται και τον πλησίον και µετά σκέφτεται και τα ζώα και όλη την φύση.

Έχει τον σταθµό του ανοιχτό και, µόλις πάρει το µήνυµα, τρέχει να βοηθήσει. Ά ν

ό νους του δεν είναι στον Χριστό, δεν δουλεύει ή καρδιά του, γι’ αυτό δεν

αγαπάει ούτε τον Χριστό ούτε τον συνάνθρωπο του, πόσο µάλλον την φύση,

τα ζώα, τα δένδρα, τα φυτά. Έτσι όπως κινείσθε, πού να φθάσετε στο σηµείο

να έχετε επικοινωνία µε τα ζώα, µε τα πουλιά! Αν πέσει κανένα πουλί από την

σκεπή, θα το ταΐσετε. Αν δεν πέσει από την σκεπή, δεν σκέφτεσθε να το ταΐσετε.

Εγώ βλέπω τα πουλιά· λέω «θέλουν τάϊσµα, τα καηµένα»· ρίχνω ψίχουλα κ.λπ.,

βάζω και νεράκι να πιούν. Βλέπω άρρωστα κλαδιά στα δένδρα· αµέσως

σκέφτοµαι να τα κόψω, για να µην κολλήσουν και τα άλλα. Ή χτυπάει µία

πόρτα, ένα παράθυρο, πάει εκεί ό νους µου. θα ξεχάσω τον εαυτό µου, αν µού

χρειάζεται κάτι, άλλα θα κοιτάξω την πόρτα, το παράθυρο, να µη σπάσει, να µη

γίνει καµµιά ζηµιά. Παρεµπιπτόντως σκέφτοµαι για µένα. Και αν κανείς σκέφτεται

και πονάει για τα δηµιουργήµατα, πόσο µάλλον θα σκέφτεται τον ∆ηµιουργό

τους! Αν δεν κινείται έτσι ό άνθρωπος, πώς να συντονισθεί µε τον θεό;

Έπειτα, και όταν βγαίνετε έξω, ρίξτε καµµιά µατιά γύρω. Μπορεί κάποιος
έστω και από απροσεξία ή από κακότητα – εύχοµαι κανείς να µην κάνη κακό –

κάτι να πετάξει και να βάλει φωτιά· γι’ αυτό ρίξτε µία µατιά. Και αυτό στα

πνευµατικά ανήκει, γιατί και αυτό το βλέµµα έχει αγάπη. Εγώ βγαίνω έξω από

το Καλύβι, ρίχνω µία µατιά προς τα κάτω, µία µατιά προς την σκεπή, να δω

µήπως µυρίζει καµένο. Άλλο αν έχεις τέτοια πίστη πώς, αν πιάσει φωτιά και

κάνης προσευχή, θα σβήσει ή φωτιά. ∆ιαφορετικά, πρέπει να ενεργήσεις. Ή, όταν

ακούω κρότο, προσέχω να δω τι είναι· πυροβόλο; άσκηση κάνουν; φουρνέλλο;

Ένα και ένα ό νους µου πηγαίνει εκεί, για να κάνω κοµποσχοίνι. Όποιος

αδιαφορεί για τον εαυτό του, από αγάπη προς τους άλλους, το µεγάλο

ενδιαφέρον του Θεού βρίσκεται µαζί του, και όλοι οι άνθρωποι ενδιαφέρονται

γι’ αυτόν.

Άλλα ή σηµερινή γενιά είναι ή γενιά της αδιαφορίας! Οι περισσότεροι
µόνο για παρελάσεις είναι! Μην τους πεις, αν συµβεί κάτι, να αµυνθούν! Τώρα

όµως και παρελάσεις δεν θέλουν! Παλιότερα πήγαιναν στις παρελάσεις, άκουγαν

και ένα εµβατήριο, κάτι µέσα τους σκιρτούσε! Σήµερα υπάρχει ένα ρεµπελιό σε

µας τους Έλληνες. Βέβαια άλλοι λαοί είναι ακόµη χειρότερα, γιατί δεν έχουν

ιδανικά. Βλέπεις, οι Έλληνες µπορεί να έχουν ένα σωρό κουσούρια, άλλα έχουν

και ένα δώρο από τον Θεό, το φιλότιµο και την λεβεντιά· όλα τα πανηγυρίζουν.

Οι άλλοι λαοί ούτε στα λεξικά τους δεν έχουν αυτές τις λέξεις.

Αγιος Ιωάννης Χρυσόστομος ” Συλλογίσου τότε , ποιά είναι ή αξία σου όταν κοιμάσαι ; ”

Κοίτα, πόσα κάστρα και παλάτια βασιλιάδων, ηγεμόνων και αρχόντων είναι σωριασμένα σε ερείπια! Σκέψου, πόση δύναμη και πόσο πλούτο είχαν κάποτε!

Τώρα έχουν ξεχαστεί και τα ονόματά τους. Λέει η Γραφή: «Πολλοί άρχοντες έχασαν την εξουσία τους και κάθησαν στο χώμα” κι ένας άσημος, που κανείς δεν φανταζόταν ότι θα γίνει βασιλιάς, φόρεσε στέμμα».

Δεν σου φτάνουν αυτά; Συλλογίσου τότε, ποιά είναι η αξία σου όταν κοιμάσαι; Μήπως δεν μπορεί κι ένα ζωύφιο να σε θανατώσει; Ναι, πολλοί πέθαναν έτσι στον ύπνο τους. Αλήθεια, από μια κλωστή κρέμεται η ζωή μας! Κόβεται η κλωστή και τελειώνουν όλα. Έτσι να φιλοσοφείς και να μη σαγηνεύεσαι από την ομορφιά, τα πλούτη, τη δόξα, τις απολαύσεις.

Ένα μόνο να σε απασχολεί: Που τελειώνουν όλα αυτά. Θαυμάζεις όσα βλέπεις εδώ στη γη; Πιο αξιοθαύμαστα, όμως, είναι εκείνα που αναφέρονται στις άγιες Γραφές.


Δείξε μου έναν αγέρωχο άρχοντα ή έναν λαμπροντυμένο πλούσιο, όταν ψήνεται από τον πυρετό, όταν ψυχομαχεί, και τότε θα σε ρωτήσω: “Πού είναι εκείνος, που περνούσε από την αγορά καμαρωτός και περήφανος με ακολούθους και σωματοφύλακες; Πού είναι εκείνος, που φορούσε πανάκριβα ρούχα; Πού είναι η χλιδή της ζωής του, η πολυτέλεια των συμποσίων του, οι υπηρέτες, οι παρατρεχάμενοι, τα γέλια, οι ανέσεις, οι σπατάλες;

Όλα έφυγαν και πέταξαν. Τί απέγινε το σώμα, που απολάμβανε τόση ηδονή; Πλησίασε στον τάφο και κοίτα τη σκόνη, τη σαπίλα, τα σκουλήκια. Κοίτα και στέναξε πικρά. Και μακάρι το κακό να περιοριζόταν σε τούτη τη σκόνη, που βλέπεις. Από τον τάφο και τα σκουλήκια φέρε τη σκέψη σου στο ακοίμητο σκουλήκι της άλλης ζωής, στο τρίξιμο των δοντιών, στο αιώνιο σκοτάδι, στην άσβεστη φωτιά, στις πικρές και αφόρητες εκείνες τιμωρίες, που δεν θα έχουν τέλος.

Εδώ, στη γη, και τα καλά και τα κακά κάποτε, αργά ή γρήγορα, τελειώνουν εκεί, όμως, και τα δύο διαρκούν αιώνια. Και διαφέρουν ως προς την ποιότητα από τα καλά και τα κακά του κόσμου τούτου τόσο, που δεν είναι δυνατό να εκφράσει κανείς με λόγια.


Τί έγιναν, λοιπόν, όλα εκείνα τα μεγαλεία; Τί έγιναν τα χρήματα και τα κτήματα; Ποιός άνεμος φύσηξε και τα πήρε και τα σκόρπισε; Τί θέλει, πάλι, κι αυτή η ανώφελη δαπάνη για την κηδεία, που και τον νεκρό δεν ωφελεί και τους οικείους του ζημιώνει; Ο Χριστός αναστήθηκε γυμνός από τον τάφο.

Ας μη γίνεται, λοιπόν, η κηδεία αφορμή ικανοποιήσεως της μανίας μας για επίδειξη. Ο Κύριος είπε: «Πείνασα και μου δώσατε να φάω” δίψασα και μου δώσατε να πιω” ήμουνα γυμνός και με ντύσατε» . Όμως δεν είπε: «Ήμουνα νεκρός και με θάψατε». Γιατί, αν μας παραγγέλλει να μην έχουμε τίποτα περισσότερο από ένα σκέπασμα, όταν ζούμε, πολύ περισσότερο όταν πεθάνουμε. Ποιάν απολογία θα δώσουμε στο Θεό, λοιπόν, όταν ξοδεύουμε τεράστια ποσά για να κηδέψουμε ένα νεκρό σώμα, τη στιγμή που ο Χριστός, με τη μορφή των φτωχών συνανθρώπων μας, τριγυρνάει πεινασμένος και γυμνός, κι εμείς αδιαφορούμε γι’ αυτό;


Όλα όσα σας λέω, βέβαια, είναι ανώφελα για κείνους που έχουν ήδη πεθάνει. Ας τ’ ακούσουν, όμως, οι ζωντανοί και ας συνέλθουν, ας λογικευτούν, ας διορθωθούν. Όπου νά ‘ναι θα έρθει και η δική τους ώρα. Δεν θ’ αργήσουν να βρεθούν κι αυτοί, δεν θ’ αργήσουμε να βρεθούμε όλοι μας, μπροστά στο φοβερό Κριτήριο, όπου θα δώσουμε λόγο για τις πράξεις μας. Ας αγωνιστούμε, λοιπόν, να γίνουμε καλύτεροι, εγκαταλείποντας την αμαρτία και ακολουθώντας την αρετή, για να μη χάσουμε τη βασιλεία των ουρανών, για ν’ αποκτήσουμε τα άφθαρτα αγαθά, που έχει ετοιμάσει για μας ο φιλάνθρωπος Κύριος.
 πηγή : agioritikovima.gr
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...