Tuesday, 11 November 2014

Το λιβάνι της Λειτουργίας (ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ)


Του Γιάννη Πρόφη
Λαογράφου-συγγραφέα

Εκείνο το ανοιξιάτικο πρωινό η θεία Κούλα ξύπνησε με τα κοκόρια κι άρχισε να ετοιμάζεται για τη λειτουργία που θα έκανε μαζί με τη μητέρα της, τη γιαγιά Χρυσούλα, στο ξωκλήσι της Παναγίας του Σκουπέρη. Είχανε από μέρες κανονίσει με τον παπά-Δημήτρη τη μέρα και την ώρα της λειτουργίας, μέρα καθημερινή. Αυτός θα πήγαινε στο ξωκλήσι με το γαϊδούρι του, αυτές ποδαρόδρομο. Μάνα και κόρη είχανε από τότε συνεννοηθεί ποια από τα χρειαζούμενα της λειτουργίας θα έπαιρνε μαζί της η καθεμιά: Η μάνα θα έπαιρνε το μπουκάλι με το γλυκό κρασί για τη θεία κοινωνία, το λάδι και το πρόσφορο. Η κόρη τα κεριά, τα λουμίνια, τα σπίρτα, το λιβάνι, τα καρβουνάκια κι ένα κλωνάρι βασιλικό. Κι από το προηγούμενο βράδυ ετοίμασε η καθεμιά στο σπίτι της τα πράματα που έπρεπε να πάρει μαζί της, ώστε αύριο το πρωί να τα είχε έτοιμα. Η θεία Κούλα ετοίμασε τα κεριά από «ντίλα», όπως έλεγαν τη κερήθρα, και τ’ άλλα πράματα που είχανε συμφωνήσει, τα έβαλε στο ταγάρι κι έπεσε νωρίς να κοιμηθεί.

Το πρωί ξύπνησε πριν καλά – καλά ξημερώσει, πλύθηκε, έκανε το σταυρό της και φόρεσε ρούχα καθαρά. Πήρε στο χέρι της το ταγαράκι με τα πράματα της λειτουργίας και ξεκίνησε για το σπίτι της γιαγιάς. Το σπίτι της μητέρας της δεν ήταν μακριά, σ’ ένα λεφτό έφτασε. Η γιαγιά την περίμενε. «Καλημέρα, μητέρα», «καλημέρα, Κούλα μου». Άρχισε τις ερωτήσεις η γιαγιά: «Πήρες τα κεριά;» «Πήρα». «Πήρες λουμίνια;» «Πήρα». «Πήρες σπίρτα;» «Πήρα». «Πήρες λιβάνι;» «Λιβάνι; Αχ, όχι, δεν πήρα… Τ΄ ήταν αυτό που έπαθα; Και δεν έχω καθόλου στο σπίτι μου. Έλεγα να πήγαινα χτες το απόγεμα ν’ αγόραζα, αλλά το ξέχασα εντελώς… Μήπως έχεις εσύ;» «Ούτε κι εγώ έχω, μου έχει τελειώσει… Τι θα κάνουμε τώρα; Πώς θα γίνει η λειτουργία χωρίς λιβάνι;», είπε η γιαγιά. Μάνα και κόρη μείνανε για λίγο αμίλητες και στεναχωρημένες. «Είναι και που θ’ αργήσουνε ν’ ανοίξουνε τα μαγαζιά για να πήγαινα ν’ αγοράσω τώρα, απάντησε η θεία Κούλα και συνέχισε: Κι ο παπάς δε θα μας περιμένει. Άμα αργήσουμε, θα φύγει». Η γιαγιά σκέφτηκε λίγο και είπε: «Πήγαινε ξανά στο σπίτι σου και ψάξε καλά μήπως σου βρίσκεται πουθενά λίγο λιβάνι. Κι άμα δε βρεις, κοίταξε μήπως έχει ξυπνήσει καμιά γειτόνισσα, να της ζητήσεις». Έτρεξε η θεία Κούλα στο σπίτι της, όπως της είπε η γιαγιά. Άνοιξε συρτάρια, άνοιξε κουτιά, άνοιξε ντουλάπια, αλλά λιβάνι πουθενά. Ούτε για δείγμα. Με άδεια χέρια πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Βγαίνοντας από το σπίτι, κοίταζε στις γειτονικές αυλές, μήπως έβλεπε κάποια γειτόνισσα που είχε ξυπνήσει, για να της ζήταγε λιβάνι. Τίποτα. Όλες κοιμόντουσαν. Τέτοια ώρα άλλες φορές όλο και κάποια φαινότανε στην αυλή ή έξω στο δρόμο που σκούπιζε με το θυμάρι το μέρος μπροστά από την αυλόπορτά της. Σήμερα καμιά, λες και το ‘καναν επίτηδες. Αλλά δεν ήτανε και σωστό να πάει να χτυπήσει ξένη πόρτα από τα χαράματα.
Με βαριά καρδιά συνέχισε τον δρόμο για το σπίτι της γιαγιάς. Της ερχόταν να βάλει τα κλάματα από τη σταναχώρια και βάδιζε με το κεφάλι σκυφτό. Όμως, όταν έφτασε στην αυλόπορτά της, μια πιθαμή μπροστά από το κατώφλι, είδε πάνω στο χώμα, ανάμεσα σε μερικά χαλικάκια, ένα τοσοδά μικρό πραματάκι, που δεν έμοιαζε με πέτρα, αλλά μάλλον κάτι άλλο ήτανε. Η θεία Κούλα παραξενεύτηκε και σταμάτησε για λίγο για να δει τι ήταν αυτό το πράμα. Με την άκρη του παπουτσιού της το μετακίνησε λίγους πόντους πιο πέρα. Αυτό κύλισε και τότε είδε καθαρά ότι ήταν ένα πολύ μικρό χωνάκι από φτηνό μπεζ χαρτί, μάλλον ήταν από κομμάτι παλιάς χαρτοσακούλας. Το απάνω μέρος του χωνιού ήταν γυρισμένο και πιεσμένο, ώστε μα μη χυνόταν το περιεχόμενό του. Στο μυαλό της θείας Κούλας πέρασε τότε σαν αστραπή η ιδέα και η ελπίδα πως μέσα σ’ αυτό το μικρό χωνάκι κρυβόταν αυτό που με λαχτάρα αναζητούσε: Το λιβάνι. Έσκυψε γρήγορα και το πήρε στα χέρια της. Άνοιξε τις γυρισμένες άκρες του και τι να δει: Το χωνάκι ήταν γεμάτο με μικρούς κόκκους όπως του λιβανιού ή της χιώτικης μαστίχας. Με τρεμάμενα χέρια το έφερε τώρα στη μύτη της για να μυρίσει το περιεχόμενό του. Ένα άρωμα μοσχολίβανου πλημμύρισε τα σωθικά της. Δάκρυσε τώρα η θεία Κούλα. Γύρισε τα μάτια της στον ουρανό, έκανε τον σταυρό της και είπε: «Σ’ ευχαριστώ, Παναγία μου, που μου έβγαλες αυτή τη σταναχώρια».
Όταν μπήκε στην αυλή, η γιαγιά την περίμενε. «Βρήκες λιβάνι, μόι Κούλα;» τη ρώτησε με αγωνία. «Βρήκα, αλλά από θάμα το βρήκα», απάντησε εκείνη, δείχνοντάς της το χωνάκι. «Δηλαδή τι θάμα;», ξαναρώτησε η γιαγιά. «Να το βρήκα πεταμένο χάμω, έξω από την αυλόπορτά σου». Η γιαγιά δεν την πίστεψε: «Αλήθεια λες; Μήπως το είχες φέρει εσύ και σου έπεσε από το ταγάρι την ώρα που ερχόσουν;» Όχι, καλέ μητέρα, αφού σου είπα ότι χτες ξέχασα εντελώς να πάω ν’ αγοράσω. Και στο σπίτι που πήγα προηγουμένως δε βρήκα ούτε ένα κόκκο». «Και τότες ποιος λες να έβαλε το λιβάνι απ’ έξω από την αυλόπορτα;», ρώτησε η γιαγιά. Η θεία Κούλα ύψωσε τα δυο της χέρια, κοίταξε ψηλά και είπε: «Η Παναγία… Αυτή μας το ‘φερε… Ποιος άλλος;» Η γιαγιά πήρε τώρα στο χέρι της το χωνάκι και το μύρισε. «Ναι, λιβάνι είναι, μοσχολίβανο… Και μυρίζει πολύ ωραία», είπε στην κόρη της και μονολόγησε: «Καλά λες… Η Παναγία μάς το ‘φερε». Έκανε κι αυτή τον σταυρό της με ανακούφιση. «Εμπρός, πάμε τώρα στην εκκλησία, γιατί αργήσαμε», είπε στο τέλος.
Οι δυο γυναίκες πιάστηκαν αγκαζέ και ξεκίνησαν για το ξωκλήσι, την ώρα που η ανατολή ρόδιζε από το φως του ήλιου. Στο δρόμο δεν αντάλλαξαν ούτε μια κουβέντα. Είχανε στο μυαλό τους αυτό που τους συνέβη εκείνο το πρωινό. Και τα πρόσωπά τους φωτίζονταν από ένα μικρό χαμόγελο. Όσο για το θάμα, δεν το είπανε ούτε του παπά… Το διηγήθηκε μετά από μερικά χρόνια η ίδια η θεία Κούλα. Και συμπλήρωσε με αφοπλιστική πεποίθηση: «Δε μου το βγάζεις από το μυαλό ότι αυτό που μου συνέβη τότε ήτανε θάμα».

St. Nikolai Velimirovich: Bless My Enemies O Lord...



Enemies have driven me into your embrace more than friends have.
Friends have bound me to earth, enemies have loosed me from earth and have demolished all my aspirations in the world.
Enemies have made me a stranger in worldly realms and an extraneous inhabitant of the world. Just as a hunted animal finds safer shelter than an unhunted animal does, so have I, persecuted by enemies, found the safest sanctuary, having ensconced myself beneath your tabernacle, where neither friends nor enemies can slay my soul.
Bless my enemies, O Lord. Even I bless them and do not curse them.
They, rather than I, have confessed my sins before the world.
They have punished me, whenever I have hesitated to punish myself.
They have tormented me, whenever I have tried to flee torments.
They have scolded me, whenever I have flattered myself.
They have spat upon me, whenever I have filled myself with arrogance.
Bless my enemies, O Lord, Even I bless them and do not curse them.
Whenever I have made myself wise, they have called me foolish.
Whenever I have made myself mighty, they have mocked me as though I were a dwarf.
Whenever I have wanted to lead people, they have shoved me into the background.
Whenever I have rushed to enrich myself, they have prevented me with an iron hand.
Whenever I thought that I would sleep peacefully, they have wakened me from sleep.
Whenever I have tried to build a home for a long and tranquil life, they have demolished it and driven me out.
Truly, enemies have cut me loose from the world and have stretched out my hands to the hem of your garment.
Bless my enemies, O Lord. Even I bless them and do not curse them.
Bless them and multiply them; multiply them and make them even more bitterly against me:
so that my fleeing to You may have no return;
so that all hope in men may be scattered like cobwebs;
so that absolute serenity may begin to reign in my soul;
so that my heart may become the grave of my two evil twins, arrogance and anger;
so that I might amass all my treasure in heaven;
ah, so that I may for once be freed from self-deception, which has entangled me in the dreadful web of illusory life.
Enemies have taught me to know what hardly anyone knows, that a person has no enemies in the world except himself.
One hates his enemies only when he fails to realize that they are not enemies, but cruel friends.
It is truly difficult for me to say who has done me more good and who has done me more evil in the world: friends or enemies.
Therefore bless, O Lord, both my friends and enemies.
A slave curses enemies, for he does not understand. But a son blesses them, for he understands.
For a son knows that his enemies cannot touch his life.
Therefore he freely steps among them and prays to God for them.

+ St. Nikolai Velimirovich, Prayers By the Lake (A Treasury of Serbian Orthodox Spirituality, Volume 5)

Monday, 10 November 2014

«Είδα όλη την Θεότητα στα Τίμια Δώρα, με τα μάτια της ψυχής»


Μακαριστός Γέρων π. Εφραίμ ο Κατουνακιώτης
Συχνά στην Θεία Λειτουργία ο παπά – Εφραίμ, έβλεπε την Θεία Χάρη ολοζώντανη, ψηλαφητή, να γεμίζει όλο το εκκλησάκι. Δια τούτο έλεγε εμπειρικά ότι :
«Το Πνεύμα το Άγιον δεν οράται, αλλά η Χάρις Του οράται».

Η Χάρις πλημμύριζε τις καρδιές τους στον μικρό ναό και πολλές φορές έβλεπε το Θείο Βρέφος πάνω στο άγιο Δισκάριο και τα δάκρυά του έτρεχαν ποτάμι.
Μια φορά στον Καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων, πληροφορήθηκε τί σημαίνει : «Υιός Θεού και συγκληρονόμος Χριστού !» και παράλληλα ένοιωθε τρομερή ζέση πνεύματος.
Πολλές φορές, κατά το τέλος της Θείας Λειτουργίας, είδε νεκρό σώμα επί της Αγίας Τραπέζης όταν λειτουργούσε, όπως σε Επιτάφιο.
Κάποτε μετά από Θεία Λειτουργία όταν πήγε να κοιμηθεί ο παπά – Εφραίμ, ξαφνικά βλέπει ένα Χερουβείμ. Με ανέκφραστη αγαλλίαση το αγκάλιασε και το φίλησε. Όταν είπε στον Γέροντα (τον μακαριστό Ιωσήφ τον Ησυχαστή) τί του συνέβη, αυτός του είπε ότι ήταν εκδήλωσις της Θείας Χάριτος.
Άλλη φορά είδε τον Τριαδικό Θεό στα Τίμια Δώρα και να πώς Τον περιγράφει :
«Είδα όλη την Θεότητα στα Τίμια Δώρα. Την είδα με τα μάτια της ψυχής. Αυτό όμως δεν μπορώ να το περιγράψω.
Τον Θεό, βέβαια, δεν μπορεί να Τον ιδεί ο άνθρωπος και να ζήσει, αλλά κάπως, όπως ο Μωυσής που λέγει ''τα οπίσθια του Θεού''.
Ευρέθην την στιγμήν εκείνην εις κατάστασιν αρρήτου μακαριότητος, ειρήνης, αγάπης, θείου έρωτος, δακρύων. Ζωντανός ο Θεός εις το άγιον Δισκοπότηρον! Πώς να τολμήσεις, λοιπόν, να πλησιάσεις εις τον άγιον Ποτήριον;»


ΠΗΓΗ : ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΕΦΡΑΙΜ ΦΙΛΟΘΕΪΤΟΥ, Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΜΟΥ ΙΩΣΗΦ Ο ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ ΚΑΙ ΣΠΗΛΑΙΩΤΗΣ (1897-1959), εκδ. Ι.Μ.ΑΓ. ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΡΙΖΟΝΑΣ USA 2008, σσ 177 κ.ε.

Ἅγ.Συμεών Νέος Θεολόγος-Μακαρισμός σέ ἐκείνους πού ἔχουν μέσα στήν καρδιά τους τήν ἀγάπη.

 Ἅγιος Συμεών Νέος Θεολόγος


Μακαρισμός σε εκείνους που έχουν μέσα στην καρδιά τους την αγάπη


Πραγματικά, αρχίζοντας από πολλά και διάφορα έργα και πράξεις, σαν να ξεκινούμε από διαφορετικούς τόπους και από πολλές πόλεις ο καθένας, προσπαθούμε να φθάσουμε σε ένα κοινό κατάλυμα, τη βασιλεία των ουρανών.
Ως πράξεις και οδούς πρέπει να εννοούμε τις πνευματικές αρετές των αφοσιωμένων στον Θεό ανδρών· όσοι άρχισαν να βαδί­ζουν σ’ αυτές οφείλουν να τρέχουν προς μία κατεύθυνση, ώστε από διαφόρους χώρους και τόπους να συναχθούν σε μία πόλη, όπως έχει λεχθεί, τη βασιλεία των ουρανών, και να καταξιω­θούν να συμβασιλεύουν με τον Χριστό, υπαγόμενοι σ’ ένα βασι­λέα, τον Θεό Πατέρα.
Ως πόλη εδώ παρακαλώ να εννοήσεις μία και όχι πολλές, την αγία και αχώριστη τριάδα των αρετών, ή καλύτερα την πρώτη από τις τρεις, την οποία λέγουν και τελευταία, διότι είναι τέλος των καλών και υπερβάλλει όλες τις άλλες, εννοώ την αγάπη, από την οποία δεν έχει συσταθεί κανένα από τα όντα ούτε πρόκειται να συσταθεί καθόλου.
Βέ­βαια τα ονόματά της είναι πολλά, πολλές οι πράξεις της, περισ­σότερα τα γνωρίσματα, πολυάριθμα ιδιώματά της είναι θεία, αλλ’ η φύση της είναι μία και σε όλους εξίσου εντελώς απόρρητη, τόσο στους αγγέλους όσο και στους ανθρώπους και σε κάθε άλλη κτίση, που ενδεχομένως αγνοούμε.
Είναι ακατάληπτη κατά τον λόγο της, απρόσιτη κατά τη δόξα, ανεξιχνίαστη κατά τα βουλεύματα, αιώνια, αφού είναι έξω από το χρόνο, αθεώρητη, διότι νοείται βέβαια αλλά δεν καταλαμβάνεται. Εί­ναι πολλές οι ομορφιές αυτής της αχειροποίητης και αγίας Σιών, που όποιος άρχισε να τις βλέπει δεν ευχαριστείται πλέον με τις αισθητές θεωρίες, δεν προσκολλάται πλέον στη δόξα αυτού του κό­σμου.
Επιτρέψατέ μου λοιπόν απ’ την αρχή να συνομιλήσω με αυτήν, να την προσφωνήσω και να της αφιερώσω όσον πόθο έχω.
Μόλις, αγαπητοί μου πατέρες και αδελφοί, θυμήθηκα την ομορφιά της άμεμπτης αγάπης, και αμέσως το φως της βρέθηκε στην καρδιά μου και αιχμαλωτίσθηκα από τη γλυκύτητά της, έχασα τις εξωτερικές αισθήσεις, απέσυρα τελείως το νου μου από τα βιωτικά και λησμόνησα τα καθημερινά πράγματα. Αλλά έπειτα, δεν γνωρίζω πως, πέταξε πάλι μακριά από εμένα και με άφησε να θρηνώ την ασθένειά μου.
Ω αγάπη πολυπόθητη, μακάριος είναι όποιος σε ασπάσθηκε, διότι στο εξής δεν θα επιθυμήσει πλέον να ασπασθεί περιπαθώς ομορφιά γήινου πράγματος. Μακάριος είναι όποιος συσφίχθηκε μαζί σου από θείο έρωτα· διότι θ’ αρνηθεί όλον τον κόσμο και δεν θα μολυνθεί καθόλου πλησιάζοντας οποιονδήποτε άνθρωπο.
Μακάριος είναι όποιος κατεφίλησε τις ομορφιές σου και τις απόλαυσε με άπειρο πόθο, διότι θα αγιασθεί στη ψυχή με το καθαρό ύδωρ και αίμα που στάζει από εσένα.
Μακάριος εί­ναι όποιος σε κατασπάσθηκε, διότι θα υποστεί την καλή αλλοίωση πνευματικά και θα ευφρανθεί ψυχικά, διότι συ είσαι η ανεκλάλητη χαρά. Μακάριος είναι όποιος σε απέκτησε, διότι δεν θα υπολογίσει για τίποτε τους θησαυρούς του κόσμου, διότι είσαι ο πραγματικά ακένωτος πλούτος.
Μακάριος και τρισμακάριος είναι επίσης εκείνος που προσέλαβες· διότι μέσα στη φαινομε­νική αδοξία θα είναι ενδοξότερος όλων των ενδόξων, τιμιότε­ρος όλων των τιμίων και σεμνότερος. Αξιέπαινος είναι όποιος σε κυνηγά, επαινετώτερος όποιος σε βρήκε, μακαριώτερος όποιος αγαπήθηκε από εσένα, όποιος έγινε δεκτός από εσένα, όποιος διδάχθηκε από εσένα, όποιος κατοίκησε μέσα σ’ εσένα, όποιος τράφηκε από σένα με τροφή τον Χριστό τον αθάνατο, τον Χριστό τον Θεό μας.
Ω θεία αγάπη, πού κρατείς τον Χριστό; Πού τον έχεις κρυμμένο; Γιατί πήρες τον Σωτήρα του κόσμου και απομακρύνθηκες από εμάς; Άνοιξε ένα παραθυράκι και σε εμάς τους αναξίους, για να δούμε και εμείς τον παθόντα για χάρη μας Χριστό και να πιστεύσουμε με το έλεός του ότι δεν θ’ αποθάνομε πλέον, αφού τον δούμε. Άνοιξέ μας εσύ που έγινες θύρα του στη σαρκική του φανέρωση, που εβίασες τα άφθονα και αβίαστα σπλάγχνα του Δεσπότη μας, για να βαστάσουν τις αμαρτίες και τις ασθένειες όλων, και μη μας απορρίψεις, λέγον­τας, «δεν σας γνωρίζω».
Έλα μαζί μας, για να μας γνωρίσεις· διότι σου είμαστε άγνωστοι. Κατοίκησε μέσα μας, ώστε για χάρη σου να έλθει για να επισκεφθεί και εμάς τους ταπεινούς, προϋπαντώμενος από εσένα (αφού εμείς είμαστε τελείως ανάξιοι γι’ αυτό), ώστε να παραμείνει ομιλώντας για λίγο με εσένα και να δεχθεί και εμάς τους αμαρτωλούς να προσπέσουμε στα άχραντα πόδια του· να συνομιλήσεις μαζί του για το καλό μας και να πρεσβεύσεις να μας συγχωρηθεί το χρέος των κακών μας, ώστε ν’ αξιωθούμε διά σου να δουλεύουμε πάλι σ’ αυτόν τον Δεσπότη, να δεχθούμε την πρόνοιά του και να τρεφόμαστε από αυτόν. Διότι το να μη χρωστάει κανείς τίποτε, αλλά να αφανίζεται από την πείνα και τη φτώχια, σχεδόν προξενεί την ίση τιμωρία και κόλαση.
Είθε να συγχωρηθούμε από εσένα, αγία αγάπη, και διά μέσου σου να φθάσουμε στην απόλαυση των αγαθών του Δεσπότη μας, των οποίων την γλυκύτητα δεν μπορεί κανείς να γευθεί παρά μόνο διά σου. Διότι αυτός που δεν σε αγάπησε όσο πρέπει και δεν αγαπήθηκε από εσένα όπως χρειάζεται, ίσως βέβαια τρέχει, αλλά δεν τερματίζει. Κάθε δρομέας πριν τελειώσει τον δρόμο είναι αβέβαιος.
Όποιος όμως έφθασε σ’ εσένα ή κατα­λήφθηκε από εσένα, είναι οπωσδήποτε βέβαιος, επειδή το τέ­λος του νόμου είσαι εσύ, εσύ που με περικυκλώνεις, που με φλογίζεις, που από πόνο καρδιάς, μου ανάβεις άπειρο πόθο του Θεού και των αδελφών και πατέρων μου.
Διότι εσύ είσαι η διδασκάλισσα των προφητών, η συνοδοιπόρος των αποστόλων, η δύναμη των μαρτύρων, η έμπνευση των πατέρων και διδα­σκάλων, η τελείωση όλων των αγίων· και αυτήν τη στιγμή εσύ είσαι η δική μου προχείριση για την παρούσα διακονία.
Αλλά συγχωρήστε με, αδελφοί, που παρεξέκλινα λίγο από τα πλαίσια της κατηχήσεως του λόγου, πράγμα που προκάλεσε ο πόθος της αγάπης.
Διότι την θυμήθηκα και «ευφράνθηκε η καρδιά μου» και επιδόθηκα σε εξύμνηση των θαυμάτων της. Για τον λόγο αυτόν αξιώνω και από τη δική σας αγάπη να την καταδιώκετε από πίσω με όλη σας τη δύναμη και να τη φθάσετε τρέχοντας με πίστη, και δεν θα διαψευσθούν καθόλου οι ελπίδες σας.
Διότι κάθε φροντίδα και κάθε άσκηση, συνοδευόμενη από πολλούς κόπους, αν δεν απολήγει στην αγάπη με ταπεινό πνεύμα, είναι μάταια και δεν καταλήγει σε τίποτε χρήσιμο.
Διότι δεν υπάρχει καμμία άλλη αρετή ή εκπλήρωση Κυριακής εντολής, με την οποία μπορεί κανείς ν’ αναγνωρισθεί ως μαθητής του Χριστού· πραγματικά λέγει, «από αυτό θα γνωρίσουν όλοι ότι είσθε μαθητές μου, εάν αγαπάτε αλλήλους».
Για χάρη της «ο Λόγος έγινε σάρκα και κατοίκησε σ’ εμάς», γι’ αυτήν, αφού ενανθρώπησε, υπέμεινε εκουσίως όλα τα ζωοποιά πάθη, για να ελευθερώσει από τα δεσμά του άδη το πλάσμα του, τον άνθρωπο, και, αναλαμβάνοντάς τον, να τον οδηγήσει στους ουρανούς. Για χάρη της έτρεξαν οι Απόστολοι εκείνον τον ατέλειωτο δρόμο, σαγήνευσαν όλη την οικουμένη με το αγκίστρι και τη σαγήνη του λόγου, την σήκωσαν από τον βυθό της ειδωλομανίας και την οδήγησαν στο σωτήριο λιμάνι της βασιλείας των ουρανών.
Για χάρη της έχυ­σαν τα αίματά τους οι μάρτυρες, ώστε να μη χάσουν τον Χρι­στό. Γι’ αυτήν έδωσαν πρόθυμα τη ζωή τους οι θεοφόροι πατέρες μας και διδάσκαλοι της οικουμένης υπέρ της καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας.
Και εμείς οι ευτελείς αναλάβαμε την προστασία σας, των τιμιωτάτων πατέρων και αδελφών μας, ώστε, μιμούμενοι εκείνους κατά δύναμη, να πάθουμε και να υπομείνουμε για σας τα πάντα και να εκτελέσουμε για οικοδομή και ωφέλειά σας τα πάντα, για να σας παρουσιάσομε θύματα τέλεια, ολοκαυτώματα λογικά, στην τράπεζα του Θεού.
Διότι σεις είσθε τα τέκνα του Θεού που μου έδωσε ο Θεός σαν παι­διά, σεις είσθε τα σπλάγχνα μου, τα μάτια μου. Σεις είσθε, για να εκφρασθώ με τους λόγους του Αποστόλου, το καύχημα και η σφραγίδα της διδασκαλίας μου.
Ας φροντίσουμε, αγαπητοί μου αδελφοί εν Χριστώ, όπως με όλα, έτσι και με την αγάπη προς αλλήλους να λατρεύουμε τον Θεό, και εμένα, που με εκλέξατε για να με έχετε στη θέση του πνευματικού σας πατέρα, αν και απέχω πολύ να είμαι άξιος γι’ αυτήν, ώστε να χαίρεται ο Θεός για την ομόνοια και τελείω­σή σας, να χαίρομαι επίσης και εγώ ο ταπεινός, βλέποντας να επεκτείνεται πάντοτε η προκοπή του κατά Θεόν βίου σας προς το καλύτερο με την πίστη, την αγνεία, το φόβο Θεού, την ευλάβεια, την κατάνυξη και τα δάκρυα, με τα οποία καθαρίζεται ο εσωτερικός άνθρωπος και πλημμυρίζει θείο φως και γίνεται ολόκληρος του αγίου Πνεύματος με συντριμμένη ψυχή και καταβλημένο φρόνημα. Και η δική μου χαρά καθίσταται για σας ευλογία και αύξηση της άφθαρτης και μακάριας ζωής με τη δύναμη του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας, στον οποίο ανήκει η δόξα στους αιώνες. Γένοιτο.


(Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, Κατηχητικός Λόγος Α΄, Ε.Π.Ε Φιλοκαλία των νηπτικών και Ασκητικών 19Γ΄, σ. 303-311)

From the Post-Modern Persona to the Person

 Saint Gregory Palamas

The theology of the person, as this is revealed in the hesychast ascetic tradition, is the most significant counter-argument to post-modern individualism and relativism. The ascetics of introversion and of conscious tranquillity (hesychia) is not a psychological proposition but the authentic and only way of transforming the “repulsive mask” into a person.



It has been aptly remarked that what will best characterize the theology of the 21st century is its concern with anthropological questions[1]. If we have not sufficiently investigated anthropological truths in the sphere of theology today, imagine what must be the case in the realms of philosophy, the intellect and the social and human sciences.

Today’s post-modern people do not know what a person is. They live, and project, the mask of a persona. What is a mask? It’s a guise which was used in Ancient Greece by actors to take on a variety of roles- personae- on stage in the theater. So this mask is not something real, it’s artificial, it’s a virtual reality, to use modern IT terminology. We need to remove this false object and replace it with the real one, which, in this case  is the person.

The Fathers of the Church did not define what a person is. But in order to refer to the magnificence, the enormous worth of the human being, they used the term “person”. Basil the Great writes that persons are the only animals who are God-made[2]. Saint Gregory the Theologian says God made a creature- the person- who was a mixture of visible and invisible nature, who is a  second cosmos, “great in miniature”[3]. Saint John Chrysostom stresses that “the person is the most carefully made of God’s living things”[4].

Human beings are the crown of creation. The longing for perfection is innate. This can be seen in the execution of any academic activity, art or even profession. People try, to the best of their abilities, to achieve perfection, even in their everyday activities. And this is evidence of the potential God has given us for our personal perfection and completion as a psychosomatic entity and being.

Sunday, 9 November 2014

"Τί πρέπει νά κάνουμε, ὅταν ἡ πίστη ἐξασθενήσει;"



ΠΑΤΗΡ ΑΡΣΕΝΙΟΣ ΠΑΠΑΤΣΙΩΚ

Εάν ευρίσκεσαι σέ κατάσταση πνευματικής εσωτερικής οπισθοχωρήσεως, σίγουρα η πίστις αδυνατεί. Πώς να μην κλονισθή η πίστις! Ακόμη και στους άγιους διαπιστώνει κανείς περιπτώσεις ταλαντεύσεως στην πίστη, αναβάσεως και καταβάσεως. Γιατί σε εγκαταλείπει η Χάρις; Για να μην υπερηφανεύεσαι, να μη λέγεις: «Να, κοίταξε εγώ που έφτασα»! Οπότε σε εγκαταλείπει η Χάρις για να ταπεινωθείς. Αλλά σ’ αυτές τις περιόδους της ζωής σου, να μή χάσης και την πίστη σου. Συ πρέπει να είσαι πάντοτε εν εγρηγόρσει.

Διότι δεν φέρεις αποτέλεσμα έστω και με πολλή προσευχή, αν κάνης, όση με την Χάρι του Θεού, εφ’ όσον σύ θέλεις με κάθε τρόπο την βοήθεια του Θεού.
Είναι αλήθεια ότι ο σατανάς έρχεται να σου αρπάξει τον νου, αλλά εσύ δεν πρέπει να ξαφνιάζεσαι, ούτε να αδημονείς, διότι αυτός (ο σατανάς) δεν ησυχάζει να σε ενοχλεί. Ο Θεός γνωρίζει τί θέλεις. Μή φοβάσαι καθόλου και συνέχιζε την προσευχή σου. Εάν λέγεις την ευχή: «Κύριε, Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλό», μη φοβήσαι πλέον τον διάβολο. Διότι δεν μπορεί να ακούει και να υποφέρει την δύναμη του Ονόματος του Χριστού. Βλέπεις;
Υπάρχει έλλειψης εσωτερικού αληθινού βιώματος και όχι λογικής. Θα πρέπει να καταλαβαίνεις σίγουρα αυτά τά θέματα.
Όσον αφορά την ταλάντευση πού είχαν και οι Άγιοι υπάρχει ένας λόγος του Αποστόλου Παύλου πού λέγει: «Μνημονεύετε των ηγουμένων υμών, οιτινες ελάλησαν υμίν τον λόγον τον Θεού, ων αναθεωρούντες την εκβασιν της αναστροφής μιμείσθε την πίστιν» (Έβρ. 13,7). Δηλαδή στο τέλος της ζωής τους τελειοποιήθηκαν και έχουν δυνατό και αληθινό διδακτικό λόγο. Επομένως ημείς πού είμεθα σε μάχη , μας βοηθεί τώρα η Χάρις του Θεού. Μάχη όμως είναι  ολόκληρη η ζωή μας και πειραζόμεθα από τον διάβολο συνεχώς.
Πρέπει να  να προσευχώμεθα μόνον, όταν πειραζώμεθα από τον διιάβολο;Όχι! Πρέπει να προσευχώμεθα και όταν δεν έχουμε  πειρασμούς. Εάν όμως μας πειράζει και αυτό του το επιτρέπει ο Θεός, είναι μία επιπλέον ευκαιρία ν αγωνιστούμε για να λάβουμε στεφάνους και δεν θα μας κυριεύση το δυστυχισμένο αυτό θηρίο (διάβολος).
Έχουμε ανάγκη από μια κατάσταση συνεχούς εσωτερικής εγρηγόρσεως και  τότε η Χάρις του Θεού θα μας βοηθη. Διότι, χωρίς -την Χάρι του Θεού, δεν μπορούμε να σωθούμε. Είναι αδύνατο να σωθείς, όσο και μέγας ασκητής να είσαι, ελπίζοντας στα καλά σου έργα και όχι στην Χάρι του Θεού. ’Άκουσε τι είπε στον άγιο Σιλουανό τον Αθωνίτη ο Χριστός: -<<Κράτησε τον νου σου στον άδη και μην απελπίζεσαι», δηλαδή δεν του είπε ότι θα σωθείς με τά έργα σου. Και ποιος ήτο ο Μέγας Αντώνιος, όλοι γνωρίζουμε. Δεν σώζεται ο άνθρωπος από τά έργα του, αλλά από την Χάρι του Θεού λέγει ο Σωτήρ: «Τά αδύνατα παρ ανθρώποις, δυνατά παρά τω Θεώ εστί» (Λουκ. 18,27). Τον ρώτησε ο Απόστολος Πέτρος: «Και τί θα κάνουμε, Κύριε, ποιός μπορεί να σωθεί»; (Πρβλ. Ματθ. 19, 25). Συνεπώς δεν μάς σώζουν τά έργα μας, αλλά το έλεος του Θεού, αρκεί εμείς να έχουμε εσωτερική εγρήγορση και προσευχή. Δεν αξίζεις να λάβεις χαρίσματα, παρά μόνο, όταν ζεις με βαθειά εσωτερική ταπείνωση.
Βλέπετε τον άγιο Κήρυκο με την μητέρα του, την αγία = Ιουλίττα, οι όποιοι βασανίσθηκαν από τους ειδωλολάτρες. ' Ο μικρός Κήρυκος έφθανε την μητέρα του μέχρι τά γόνατά της και είπε στον τύραννο: Κι εγώ πιστεύω στον Χριστό. Και ο τύραννος τον κτύπησε με την μπότα του στην κοιλιά, τον πέταξε στον τοίχο και τον σκότωσε επί τόπου. Και συναριθμήθηκε το παιδάκι αυτό στην χορεία των μαρτύρων της πίστεώς μας. Τά Λείψανα αυτού του αγίου νηπίου, τά βαστάζει με ευλάβεια ιερεύς και τά προσκυνούν οι πιστοί χριστιανοί μας.
Βλέπετε ότι μέσα σέ ένα ομολογιακό λόγο κρύβεται η σωτηρία μας; Μια εσωτερική κατάστασης αγάπης για τον Χριστό, έστω με επώδυνο τέλος, έφερε τον άγιο Κήρυκο στην Βασιλεία των ουρανών. Ανέστη ο Χριστός! Είμεθα βαπτισμένοι, έχουμε φύλακα άγγελο, ο Θεός μας διδάσκει: «Ζητείτε και ευρήσετε.,.ή τις εστίν εξ υμών άνθρωπος, ον εάν αίτηση ο υιός αυτού άρτον, μη λίθον επιδώσει αύτω;» (Ματθ. 7, 9). Κι Εγώ δεν θα σάς δώσω άρτο, ολιγόπιστοι Χριστιανοί μου; Αυτή είναι η αδυναμία της πίστεως. Δοκιμάσθε, μη παραιτήσθε από το να ζητήτε! Ανάλογα με το μέτρο της πίστεώς σας.
Μένετε ευχαριστημένοι με τά μικρά δώρα του Δημιουργού σας, μή ζητείτε τά μεγαλύτερα. Γνωρίζει Εκείνος αν είσθε και πότε θα είσθε άξιοι για να σας δώσει τά μεγαλύτερα χαρίσματά Του. Ένα μικρό δώρο πού έχεις, μη το βλέπεις μικρό- είναι αυτό πού σου χρειάζεται.  Αλλά ο άνθρωπος, επειδή έχει απερίσκεπτη επιθυμία και υπερηφάνεια, θέλει σέ μια στιγμή ολόκληρο τον ουρανό! Όχι! όλος ο ουρανός είναι δικός σου, εάν είσαι ταπεινός και βιώνεις μέσα στην καρδιά σου βαθειά την Χάρι του  Αγίου Πνεύματος. Χωρίς την ταπείνωση δεν γίνεται τίποτε. Να το ξέρετε!
Υπάρχει ένα βιβλίο με τίτλο: «Ο Βίος του άγιου Νήφωνος». Αυτόν τον άγιο τον χαρακτηρίζει ιδιαιτέρως η ταπείνωσης. Και τί αποκαλύψεις είχε από τον Θεό, δεν μπορείτε να φαντασθείτε. Στον θάνατό του ήλθαν οι Όσιοι, οι
Μάρτυρες να τον πάρουν, ήλθε ακόμη και ο Σωτήρ. Διότι ο όσιος του είπε: «Κύριε πόσο ευτυχής θα ήμουν να είσαι κι Εσύ στον θάνατό μου»! Τον πήραν από την γη και τον έφεραν όλοι οι Άγιοι με τον Χριστό στην ουράνια κατοικία του.
Όλα αυτά τά έργα τα πραγματοποιεί η ταπείνωσης. Αυτή είναι η μοναδική οδός. Όμως μή πιστεύετε ότι είναι αδύνατον να ζήσετε αυτά τά πράγματα πού είδε και έζησε ο άγιος Νήφων. Όχι! Προσπαθήστε και σεις στο μέτρο των δυνάμεων σας. Ο Χριστός μας λέγει: «Η βασίλεια των ουρανών βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν...» (Ματθ. 11,12). Σ’ ένα αγώνισμα τρέχουν πολλοί εκείνος όμως πού τρέχει ειλικρινά, δεν τρέχει μάταια. Όποιος πηγαίνει στο αγώνισμα, να μή πιστεύει ότι δεν θα κερδίσει• στο τέλος όλοι κερδίζουν, όσοι έτρεξαν με τιμιότητα, αλλά μόνον μερικοί παίρνουν τά βραβεία.
Υπάρχει το μικρό ποτήρι, το μεγάλο και το μεγαλύτερο. Όλα είναι γεμάτα νερό. Το μικρό ποτήρι δεν στενοχωρείται, διότι δεν χωρεί μέσα του όσο νερό είναι στο μεγαλύτερο ποτήρι. Το μικρό ποτήρι είναι ικανοποιημένο ότι είναι κι αυτό γεμάτο. Ένας στο μέτρο τών δυνάμεών του, έλαβε το βραβείο, πού είναι το μικρό ποτήρι γεμάτο νερό.
 Άλλος, αγωνίστηκε περισσότερο και πήρε βραβείο το μεγαλύτερο ποτήρι. Όλα αυτά τά βραβεία εξαρτώνται από την Χάρι πού δίδεται δωρεάν στους ταπεινούς τη καρδία. Ό άνθρωπος πού είναι ειλικρινής και ταπεινός, είναι γεμάτος με το δικό του το ποτήρι. Είναι ευχαριστημένος και δεν βασανίζεται με τον λογισμό του ότι ο άλλος είναι πιο ευχαριστημένος απ’ αυτόν, διότι έχει πιο πολλή Χάρι στο δικό του ποτήρι.
Ακούσατε για τον άγιο Ιωάννη τον Ευαγγελιστή, τον όποιον αγαπούσε ο Ιησούς. ’Άραγε δεν αγαπούσε ο Ιησούς τούς άλλους Μαθητές; Τούς αγαπούσε, αλλά ο άγιος Ιωάννης είχε μεγαλύτερη δύναμη να εγκολπώνει μέσα του την Αγάπη. Ο Χριστός έπρεπε να τον κρατά πάντα κοντά Του, διότι ήτο ποτήρι πρώτου μεγέθους. Όμως όλους ο Χριστός τούς αγαπούσε και όλοι ήσαν γεμάτοι, έκαστος κατά το μέτρο της δυνάμεως της αγάπης του προς αυτόν. Και τότε δεν δικαιολογείται η ταλαίπωρη ζήλια μεταξύ τους. Διότι έχει διαπιστωθεί ότι ουδέποτε σέ ταλαιπωρεί κάποιος πού έχει ασθενέστερο πνευματικό βίωμα από σένα στη ζωή του. Ακόμη και μεταξύ των λαϊκών και μοναχών. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει για τον μοναχισμό, ότι αυτός είναι ο δρόμος προς τον όποιο πρέπει να φθάσουν όλοι ως προς τα βιώματά του. 'Όλοι δεν μπορούν να υπάγουν στο μοναστήρι. Δεν πειράζει. Παραμένουν εκεί πού ευρίσκονται και ανάλογα με τον αγώνα τους, φθάνουν στην τελειότητα. Γεμίζουν το δικό τους ποτήρι με θεία Χάρι. Δεν σώζονται μόνον οι μοναχοί. Αυτοί προσπαθούν να εφαρμόσουν τον υψηλό λόγο πού είναι η κορυφή της Γραφής: «εάν θέλης τέλειος είναι...» (Ματθ. 19, 21).
 Οπότε αυτοί είναι προσκαλεσμένοι για αυτήν την ζωή. Διότι οι εντολές είναι εντολές πού σέ σώζουν και είναι και ευαγγελικές συμβουλές πού σέ προσκαλούν σέ μια τελειότερη ζωή. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος πού έχει γυναίκα δεν σώζεται. Όποιος σώζεται είναι μακάριος, είναι άγγελος. Αλλά υπάρχουν ουρανοί και ουρανοί, τόποι και τόποι. Υπάρχουν τέλειοι άγιοι, όπως ο Μέγας Αντώνιος, ο Ιωάννης ό Χρυσόστομος, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι και οι μαθητές τους δεν είναι μακάριοι, οι όποιοι κι αυτοί σώθηκαν διότι όποιος σώζεται είναι ένας άγγελος.


Metropolitan Hierotheos Vlachos-On Dogmas and Philosophy


It is very clear…that theology is not linked with philosophy, because they are two different paths. Theology is based on theoria (vision) of God, whereas philosophy is based on human reason, speculation. The holy Fathers of the Church were theologians who beheld God, not philosophers. When they formulated dogmas, they did not do so in a philosophical way, or in order to understand them or to develop philosophy.

“The assertion by many historians that the Fathers of the Church used philosophy in order to understand dogmas, and that the conflict between Orthodox and heretics was about who had the correct rational understanding of dogma, is a myth. The Fathers of the Church never had this perception. The heretics had this perception.”

The Fathers of the Church did not speculate; they knew the dogmas. Logical processes are gymnastics for the mind and are unconnected with the experience of Orthodox theology. If Orthodox theology were based on syllogisms and logic, the best theologians from the point of view of Orthodox theology would be the professors of dogmatics and the history of dogmas.

“When someone really digests the statement, ‘It is impossible to express God and even more impossible to conceive Him,’ he also gains a good understanding of the efforts of contemporary theologians.

Theology students have been given the impression that the university professor of dogmatics or history of dogmas, being very intelligent and having studied philosophy, logic and so on, is someone with a profound mind who conceives God and dogmas. Therefore when he says, ‘one essence, three hypostases’, he understands it. All these professors ignore Gregory the Theologian’s words, ‘It is impossible to express God and even more impossible to conceive Him.'”

Dogma cannot be approached from a metaphysical angle. In Western theology metaphysics dominated even in dogmatic issues, which is why Western dogmatics was not successful.

“It is impossible to approach dogma about God and the subject of perfection through metaphysics.”

“In the West, since metaphysics was predominant, they thought that metaphysics was independent of success. The Americans have identified truth with success. Whatever is successful is true. If something is unsuccessful, it is not true.

Metaphysics may be true without having any success. This truth is independent of success. Orthodox people who followed this line also made a metaphysical approach to theological issues and suffered the same fate. They think of dogmas as metaphysical phenomena, as metaphysical realities, which have no connection with the meaning of success, and are something separate from success. They are truths in themselves.”

The holy Fathers, however, were not metaphysical philosophers, so it is impossible for the Orthodox tradition to be interpreted through metaphysics.

“The Fathers of the Church do not accept metaphysics, because metaphysics is human thought about ‘the immutable’. By means of concepts and words, man thinks about and expresses ‘the immutable’. That is the foundation of metaphysics.

In patristic theology, however, we have the famous saying of Gregory the Theologian, the compass for every Orthodox theologian, which tells us, ‘It is impossible to express God and even more impossible to conceive Him.’ We can neither describe God in words nor understand Him. For that reason words and concepts about God do not “express” God. They are simply part of the ascetic means by which man attains, if he ever does attain, to glorification-theosis.

The fact that dogma is temporary removes all metaphysical meaning from Orthodox theology. Metaphysics cannot be founded upon Orthodox tradition. For the same reason the philosophical approach to theology is completely foreign to the Orthodox tradition.”

Western theology was closely connected with metaphysics, so there was a serious reaction against it from the Enlightenment.

“The main feature of the French Enlightenment, apart from Voltaire, was its opposition to metaphysics: the anti-metaphysical orientation of the French Enlightenment. The French Enlightenment, at least in its final state, what it led to, was an attempt to stop anyone accepting dogmas which have their basis somewhere in heaven, out of human sight. Instead, the verification of the truth should come from man’s experience, from the experience of knowledge.”

This does not happen in the Orthodox Church, which regards dogmas as expressions of experience and not metaphysical speculations.

In Orthodox theology dogmas are the fruit of the experience of glorification=theosis and signposts pointing the way to glorification=theosis. In the West, by contrast, dogmas are linked with speculation, and dogma and mystery are regarded as identical.

“Augustine is the only Orthodox theologian of the early Church who confused dogma and mystery, and believed that it was possible to understand the mystery by means of dogma. For the Fathers of the Church, on the contrary, dogma does not lead to comprehension of the mystery, but to union with the mystery. And this mystery, even in union, goes beyond all human categories.”
 

Augustine identified theology with philosophy. The dogma of the Holy Trinity is also regarded as part of natural revelation, whereas the dogma concerning the incarnation belongs to supernatural revelation.

“Augustine believed that theology is like philosophy, that it is a speculative attempt by man to conceive the truth. So we have the truth from philosophy. For Augustine, the dogma of the Holy Trinity was not part of supernatural revelation, as you see, since the Platonists had it. What was part of the supernatural revelation was the incarnation of Christ, the Word of God. The incarnation, the doctrine of divine grace and the doctrine of the Fall and sin: these constitute the specific form of supernatural revelation, whereas the dogma of the Holy Trinity belongs to natural revelation.

As time passed, however, in the Western tradition — this view of Platonists and so on — it began to be considered in the Middle Ages that the doctrine of the Holy Trinity was also part of the supernatural revelation. This means — and you will see in the neo-scholastic textbooks of the Papal Church, particularly from the dogmatic standpoint — that they no longer write in the same way. You see that the doctrine of the Holy Trinity is part of the supernatural revelation and no longer of the natural revelation.”

Augustine also puts faith first, followed by knowledge. He said that we accept dogmas in order to understand them and learn the truth through the process of rational thought.

“In the penultimate chapter of Contra Academicos, which is a summary of all the others, he tells us the most important fact: that we are now convinced that we believe ‘that we might know the truth’. I believe in order to understand.

The basic presupposition of all the scholastic theology of the Middle Ages is that, in order to understand the truth, someone must first accept the truth by faith. Once he has accepted the truth or the dogma by faith, he then makes an effort through reasoning and afterwards he actually understands.”
The Western tradition maintains that, by means of the philosophical method and profound reasoning, we can understand the dogmas of faith. This runs counter to the Orthodox tradition, where dogmas are the fruit of experience, not human axioms aimed at leading us to rational understanding.

“This method of Augustine’s, that on the basis of faith, assisted by the philosophical method and profound reflection, we shall come to understand the dogmas of the Church, became the basic method of the Frankish tradition in the West.

This view of the patristic tradition is in all the textbooks — as far as I know and have been able to check — in all the textbooks here in Greece from high school up to university. They constantly follow this line: that faith must be changed into knowledge, into understanding, and this is achieved with the help of philosophy.

Here, modern Greek theology, due to modern Greek patriotism along the lines drawn up by Korais, put the purist form of the Greek language and philosophy at the heart of Greek education in the early years. It was considered indispensable for a theologian, particularly a systematic or dogmatic theologian, to have mastered philosophy, so that he could ponder correctly on the dogmas of the faith. In the patristic tradition, however, we have purification, we have illumination and afterwards we have glorification=theosis.”

In addition to this mistaken method, in which faith precedes knowledge, the Church is regarded as the authority instead of the glorified Fathers, as we encounter in the Orthodox tradition.

“Augustine put faith first and knowledge comes afterwards. The fundamental presupposition of Augustine is that man cannot know the truth through his reason alone, but his reason must first know the truth through faith. Faith comes first. Someone accepts the dogmas by faith, and after that he understands the dogmas. So faith comes before knowledge.

In this way another curious theory of Augustine’s developed. Why do we accept dogmas? Because they are the Church’s dogmas, they are the teaching of the Church. For Augustine, the authority for their acceptance is the Church.

It is the first time that this perception appears. Whereas for us this perception does not exist. For us it is the Fathers, not the Church. The Church for us is not an abstract idea, which is an organised, ecclesiastical, hierarchical authority. For us it is ‘those who have experience'; the glorified are the reason why we accept the dogmas. The glorified, who have direct knowledge about God, are the foundation of our own faith. Those of us who do not have knowledge about God accept the teaching of those who have knowledge.

The same happens as in astronomy. Not all of us have looked through telescopes and seen the heavenly bodies. There are, however, astronomers who have done so. They describe things to us and even take photographs for us. We open a book on astronomy and, having confidence in the experience of the astronomers, we read all these things and accept them, since we are sure of the trustworthiness of these people.

In the same way, we have God-seers, who have beheld God, and we too accept what these people have said about God, until the time when we too, perhaps, may reach that state. Then we shall have the same experience and the same teaching again.”

We also find in Augustine that he uses psychological terms for the Holy Trinity.

“If anyone wants to do an analysis of Augustine’s book De Trinitate, it is a curious account. The significant thing is that the basic method used by Augustine — he was the first to undertake a psychoanalysis of the Holy Trinity — was to take humanistic psychology, Neoplatonic in this case, in order to investigate the dogma of the Holy Trinity and reflect more deeply upon it.

He makes comparisons between God and the human nous, memory and reason in order to understand the dogma of the Holy Trinity in a psychological way. We see scholastic theology deriving from this. Instead of occupying themselves with asceticism, they sat at their desks and devised theory and philosophical theory about the Holy Trinity. They thought that the great task of theologians was to sit and try to understand dogmas and understand God, the essence of God. Thus the great universities of Europe were built in the monasteries.

—Metropolitan Hierotheos: Protopresbyter John Romanides, Empirical Dogmatics, Volume One

Source-http://thoughtsintrusive.wordpress.com
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...