Monday, 29 September 2014

Γέροντας Εφραίμ Αριζόνας- «... καί ἄφες ἡμῖν...»

 
ΟΜΙΛΙΑ Κ΄
Γέροντος Ἐφραίμ Φιλοθεΐτου( Αριζόνας)

Ἀγαπητά μου παιδιά,

Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός στήν παραβολή τῶν ταλάντων ἐκθέτει, παρουσιάζει παραστατικά κι ἀνάγλυφα τίς συνέπειες τῆς μή συγχωρήσεως ὅλων ἐκείνων τῶν σφαλμάτων πού οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι μᾶς ἔκαναν· δηλαδή τί συμβαίνει, ὅταν δέν συγχωροῦμε μέ ὅλη μας τήν καρδιά ἐκείνους πού μᾶς ἔκαναν ὁποιοδήποτε κακό.
Ἡ παραβολή τοῦ Εὐαγγελίου λέει, ὅτι ἕνας βασιλιᾶς θέλησε νά λογαριαστῆ μέ τούς δούλους του, ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους. Μεταξύ τῶν ἄλλων παρουσιάστηκε κι ἕνας δοῦλος πού χρεωστοῦσε στόν κύριό του, τόν βασιλέα, μύρια τάλαντα – ἕνα ἀμύθητο ποσό. Ὁ δοῦλος φυσικά δέν εἶχε νά ἐξοφλήση αὐτό τό τεράστιο ποσό. Τότε ὁ κύριος του, τό ἀφεντικό του, διέταξε νά πουληθῆ ὅ,τι εἶχε καί δέν εἶχε, ἀκόμα καί ἡ γυναίκα του καί τά παιδιά του, γιά νά ἐξοφληθῆ τό χρέος. Ὁ δοῦλος βλέποντας ὅτι καταστρέφεται πλέον διά παντός, χωρίς καμμιά ἐλπίδα ἐξοφλήσεως τοῦ χρέους, ἔπεσε στά πόδια τοῦ κυρίου του. Τόν παρακαλοῦσε νά μακροθυμήση, νά τόν συγχωρήση, καί ὑποσχόταν ὅτι θά προσπαθήση νά ἀποδώση τό ὀφειλόμενο ποσό. Ἔτσι κάνουμε ὅλοι, ὅταν χρεωστοῦμε καί δέν ἔχουμε νά τά δώσουμε.
Ὁ κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου, ὅταν εἶδε τήν συντριβή του, ὅταν ἄκουσε τά παρακάλια του καί τίς μεγαλόστομες ὑποσχέσεις του, τόν εὐσπλαχνίσθηκε, τόν λυπήθηκε καί τοῦ χάρισε τό χρέος. Ὅλο τό τεράστιο χρέος τό ἔσβησε! Ἦταν στήν ἐξουσία του, ἦταν πλούσιος καί μποροῦσε νά τό κάνη.
Ὅταν ὁ δοῦλος ἐκεῖνος ἔφυγε ἀπό τά ἀνάκτορα τοῦ βασιλέως, κατά σύμπτωσι συνάντησε ἕνα σύνδουλό του, ἕνα συνάδελφό του, ὁ ὁποῖος τοῦ χρεωστοῦσε μόνον ἑκατό δηνάρια, δηλαδή ἕνα τιποτένιο, μηδαμινό ποσό, περίπου ἑκατό σημερινές δραχμές. Τόν κράτησε καί τόν ἔπνιγε, λέγοντάς του νά ἀποδώση χωρίς ἀναβολή αὐτά πού τοῦ χρωστοῦσε. Ὁ σύνδουλος ἔπεσε στά πόδια του κι ἄρχισε νά τόν παρακαλῆ –ἀκριβῶςμέ τίς ἴδιες λέξεις πού παρακαλοῦσε αὐτός τόν βασιλέα προηγουμένος– νά μακροθυμήση γιά λίγο μέχρι νά τοῦ δώση τό ὀφειλόμενο μικρό ποσό. Ἐκεῖνος ὅμως, ὄχι μόνον δέν μακροθύμησε, ὄχι μόνον δέν τοῦ ἔδωσε προθεσμία, ὄχι μόνον δέν τόν εὐσπλαχνίσθηκε γιά ἕνα τόσο μικρό ποσό –κι ἐνῷ ἦταν ἕνας ἁπλός φτωχός ἄνθρωπος αὐτός ὁ σύνδουλος του– ἀλλά ἀπό ἀσπλαχνία τόν ἔβαλε στήν φυλακή, ἕως ὅτου δώση τίς ἑκατό δραχμές.
Ὅταν οἱ ἄλλοι σύνδουλοι εἶδαν αὐτά πού ὁ δοῦλος ἐκεῖνος ἔκανε στόν σύνδουλό τους καί ὅταν μάλιστα ἔμαθαν ὅτι ὁ κύριος τους μόλις πρό ὀλίγου τοῦ εἶχε χαρίσει τό τεράστιο ποσό πού τοῦ χρεωστοῦσε, λυπήθηκαν πολύ. Ἕνα τόσο σοβαρό γεγονός δέν μποροῦσαν νά τό παραβλέψουν, νά τό ἀφήσουν νά περάση ἔτσι. Παρουσιάστηκαν μπροστά στόν βασιλέα καί τοῦ διηγήθηκαν μέ ἀκρίβεια, ἀλλά καί μέ πόνο ψυχῆς, ὅλα τά συμβάντα, τά τόσο θλιβερά, αὐτῶν τῶν δύο συνδούλων τους. Τότε ὁ κύριος ἐκάλεσε τόν δοῦλο ἐκεῖνο, τόν ἀχάριστο, πού τοῦ εἶχε χαρίσει τό χρέος, καί τοῦ εἶπε: «Δοῦλε πονηρέ, δοῦλε ἀχάριστε καί σκληρέ, ἐγώ σοῦ χάρισα ὅλο τό τεράστιο ἐκεῖνο χρέος σου, μόνο καί μόνο γιατί μέ παρακάλεσες. Δέν ἔπρεπε κι ἐσύ νά εὐσπλαχνισθῆς, νά λυπηθῆς, νά ἐλεήσης, νά συγχωρήσης τόν σύνδουλό σου, τόν φίλο σου, τόν φτωχό αὐτόν ἄνθρωπο, ὅπως κι ἐγώ κύριός σου ἐλέησα καί συγχώρεσα ἐσένα; Ἀνακαλῶ τό χαριστήριο γράμμα. Παίρνω πίσω τήν ἐξόφλησι, μιά καί φάνηκες τόσο ἀχάριστος. θέσι σου εἶναι τώρα στή φυλακή, ἐφ᾿ ὅσον δέν ἔχεις νά τό πληρώσης. Οἱ βασανιστές θά σέ βασανίζουν, ἑως ὅτου ἀποδώσης τό ὀφειλόμενο ποσό κι ἐξοφλήσης τό χρέος σου, δηλαδή αἰώνια».
Συμπέρασμα τῆς Παραβολῆς: Ἔτσι, λέει Κύριος, καί Πατέρας μου Οὐράνιος θά μεταχειρισθῆ ἐσᾶς. Τά ἴδια θά πάθετε καί ὅλοι ἐσεῖς, πού δέν θελήσατε μέ τήν καρδιά σας, νά συγχωρήσετε τόν ἀδελφό σας, γιά ὅλα τά φταιξίματά του, γιά ὅλα ὅσα κακά σᾶς ἔκανε.
προειδοποίησις αὐτή τοῦ Κυρίου γιά τό φοβερό, τελικό κι ἀνεπανόρθωτο κατάντημα κάθε χριστιανοῦ πού δέν θέλησε νά συγχωρήση, δηλαδή αἰώνια καταδίκη του, θά πρέπει νά μᾶς βάλη ὄχι ἁπλῶς σέ ἔννοια, σέ σκέψι, σέ φόβο καί τρόμο, ἀλλά σέ ἀγῶνα. Ἀγῶνα ἐναντίον τῆς ἐκδικητικότητος.
Τί θά ποῦμε; Τί θά ἀπολογηθοῦμε κατά τήν μεγάλη ἐκεῖνη ἡμέρα τῆς Κρίσεως, ὅταν βίβλοι ἀνοιγήσονται καί θά κριθοῦμε ἐκ τῶν γεγραμμένων ἔργων ἡμῶν ἐν τοῖς βιβλίοις; Ὅταν ὅλα αὐτά τά μικροπράγματα τοῦ κόσμου τούτου, γιά τά ὁποῖα ἐκδικούμεθα καί μαλώνουμε, θά ἔχουν παρέλθει ἀνεπιστρεπτί καί δέν θά μπορέσουμε νά τά διορθώσουμε; Ὅταν τά χρήματα, τά κτήματα, οἱ ἀξιοπρέπειες, οἱ προσβολές, οἱ ὑποτιμήσεις ἐντός εἰσαγωγικῶν καί τά παρόμοια θά ἔχουν περάσει; Ὅταν τά δικά μας πταίσματα θά εἶναι ὁλόκληρη βιβλιοθήκη, ἐνῷ τῶν ἄλλων πρός ἐμᾶς μιά μόνο μικρή σελίδα ἤ ἔστω λίγες σελίδες; Πῶς ὁ Θεός θά διαγράψη ὅλους αὐτούς τούς τόμους μέ τά δικά μας ἁμαρτήματα, ὅταν ἐμεῖς δέν θά ἔχουμε θελήσει μόνο μιά σελίδα νά διαγράψουμε μέ τῶν ἀδελφῶν μας τά πταίσματα;
Τό ὁποιοδήποτε κακό πού μᾶς ἔκανε ὁ ἄλλος, ὁ γείτονας, ὁ ἀδελφός, ὁ συνεργάτης, ὁ συγγενής, δέν εἶναι τόσο μεγάλο, ὅσο μᾶς φαίνεται. Εἶναι παροδικό, δηλαδή καί σ᾿ ὅλη τήν ζωή νά διαρκέση, θά περάση κάποια μέρα. Δέν ἔχει αἰώνια ἰσχύ καί δύναμι καί ὕπαρξι. Τό κακό ὅμως πού κάνουμε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι στόν ἑαυτό μας, ὅταν δέν συγχωροῦμε, εἶναι χωρίς τέλος. Ἔχει αἰώνια ἰσχύ καί θά τιμωρούμεθα αἰωνίως.
Ἔχουμε λοιπόν νά διαλέξουμε μεταξύ δύο κακῶν. Ἐκείνου πού ἄλλος μᾶς κάνει καί πού εἶναι παροδικό, κι ἐκείνου πού κάνουμε ἐμεῖς στόν ἑαυτό μας, ὅταν δέν συγχωροῦμε, πού εἶναι αἰώνιο. Τώρα ποιός λογικός ἄνθρωπος θέλει τό κακό του καί μάλιστα τό αἰώνιο; Ξέρουμε ὅτι οἱ παρανοϊκοί εἶναι αὐτοί πού κάνουν κακό στόν ἑαυτό τους, αὐτοί πού ἔχουν πρόβλημα στό μυαλό τους. Οἱ ἀξιολύπητοι αὐτοί ἄνθρωποι, πού ἔχουν χάσει τίς φρένες τους, κόβουν μέ γυαλιά τά χέρια τους, πατοῦν σέ ἀναμμένα κάρβουμα, αὐτοτραυματίζονται, αὐτοκτονοῦν καί τόσα ἄλλα. Ὡστόσο κανείς λογικός δέν κάνει τέτοια πράγματα. Ἐάν λοιπόν τά μικρότερα αὐτά δέν τά κάνουμε, γιατί δέν τά βρίσκουμε λογικά, θά κάνουμε τά ἀπείρως μεγαλύτερα κακά στόν ἑαυτό μας; Θά τόν καταδικάσουμε οἱ ἴδιοι στό αἰώνιο σκοτάδι καί θά τόν στείλουμε νά κάνη συντροφιά μέ τούς δαίμονες, μόνο καί μόνο γιατί δέν θελήσαμε ἀπό ἐγωϊσμό νά διαγράψουμε τά μικροπράγματα πού μᾶς ἔκαναν οἱ ἄλλοι; Θά κάνουμε ἕνα τόσο μεγάλο λάθος;
Ποῦ εἶναι ὅλες οἱ προηγούμενες γενεές, στίς ὁποῖες ἦσαν καί ἄνθρωποι πού ἔφυγαν ἀπό δῶ γιά πάντα, χωρίς νά συγχωρήσουν; Τί κέρδισαν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί μέ τήν ἀσυγχωρησία πρός τούς ἄλλους; Δέν θά ἔχουν τώρα πιά μετανοιώσει πικρά, χωρίς ὠφέλεια καί χωρίς διόρθωσι; Βεβαίως. Ἐάν κάποιος δέν τά πιστεύη αὐτά, εἶναι φυσικά ἐλεύθερος νά κάνη ὅ,τι νομίζει. Ἕνας ὅμως πού λέει ὅτι εἶναι Χριστιανός Ὀρθόδοξος καί πιστεύει στόν Θεό καί στό Εὐαγγέλιο, δέν πρέπει νά τοῦ λείπη τό κόκκινο μολύβι. Τί σημαίνει αὐτό;
Στά ἐπίσημα βιβλία τῶν ὑπηρεσιῶν οἱ διαγραφές γίνονται μέ κόκκινο μολύβι. Μέ αὐτό τό μολύβι ὁ καθένας, πού θέλει νά λέγεται Χριστιανός Ὀρθόδοξος, θά διαγράψη ἀπό σήμερα κάθε φταίξιμο τοῦ ἀδελφοῦ του. Ἀδελφός του εἶναι κάθε ἄνθρωπος, γνωστός καί ἄγνωστος, ὀρθόδοξος καί μή.
Τό μολύβι αὐτό θά τοῦ χρησιμεύση, ὅταν πλέον φύγη ἀπό τόν κόσμο αὐτόν, σάν κλειδί, πού θά ἀνοίξη τήν πόρτα τοῦ Παραδείσου. Δηλαδή, ἐάν δέν τά διαγράψη μ᾿ αὐτό τό μολύβι τό κόκκινο, δέν μπορεῖ νά ἀνοίξη τόν Παράδεισο. Θά βάλει τό μολύβι τό κόκκινο ἐπάνω στήν κλειδαριά τῆς πόρτας τοῦ Παραδείδου καί θά ἀνοίξη. Μέ τό νά πῆ: «Θεός συγχωρήσοι σε» καί κάνοντας προσευχή γιά τόν ἀδελφό, ὁ Παράδεισος ἄνοιξε!
Οἱ πέντε μωρές παρθένες χτύπαγαν ἄδικα τήν πόρτα τοῦ Παραδείσου τήν νύχτα ἐκείνη. Ἔμειναν ὅμως ἔξω στό σκοτάδι. Γιατί; Διότι δέν εἶχαν δείξει ἔλεος συμπάθεια, συγχωρητικότητα. Δέν εἶχαν οὔτε λάδι πού μαλακώνει τίς πληγές, οὔτε κόκκινο μολύβι πού σβήνει τά πταίσματα τῶν ἄλλων κι ἀνοίγει τόν νυμφῶνα, ἀνοίγει τόν Παράδεισο, ἀνοίγει τήν πύλη τῆς Ἄνω Ἱερουσαλήμ. Ναί, ἔμειναν ἔξω δυστυχῶς· καί ἔξω ἦταν σκοτάδι, πολύ σκοτάδι, κόλασις. Ἦταν νύχτα ἀσέληνη χωρίς φεγγάρι, παγερή νύχτα χωρίς θερμότητα.
Οἱ φρόνιμες ὅμως, αὐτές πού εἶχαν σώφρονα νοῦ καί σκέψι καί κυβέρνησι, μπήκανε στόν νυμφῶνα, μπήκανε στόν Παράδεισο καί στήν αἰώνια ζωή τοῦ φωτός. Εἴχανε λάδι, εἴχανε τήν καλοσύνη, τήν ἀγάπη, πού δέν ἐκδικεῖται, ἀλλά συγχωρεῖ ὅλους καί ὅλα.
Ἀπό ἐμᾶς ἐξαρτᾶται νά καθορίσουμε ἀπό τώρα τήν θέσι μας. Ἀπό ἐμᾶς ἐξαρτᾶται, ἐάν θά μποῦμε στόν νυμφῶνα μέ τίς φρόνιμες παρθένες ἤ θά μείνουμε ἔξω στό σκοτάδι τῆς παγερῆς νύχτας μέ τίς μωρές. Ἐφ᾿ ὅσον ἀκόμη εὑρισκόμεθα στήν ζωή αὐτή, ἐφ᾿ ὅσον ἡ αὐλαία τοῦ θεάτρου τοῦ παρόντος κόσμου δέν ἔπεσε καί τό νῆμα τῆς ζωῆς μας δέν κόπηκε, μποροῦμε νά συγχωρέσουμε. Μποροῦμε νά πάρουμε τήν ἡρωϊκή ἀπόφασι τοῦ « ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν».
Κατά τήν Κυριακή προσευχή (τό «Πάτερ ἡμῶν»), πού μᾶς δίδαξε ὁ Κύριος, μέ τήν ὁποία προσευχόμεθα κάθε μέρα, σέ κάθε ἀκολουθία καί κάθε Κυριακή, λέμε στόν Θεό· «Συγχώρησέ με, Θεέ μου, ὅπως κι ἐγώ συγχωρῶ». Ὅταν ὅμως δέν συγχωροῦμε, Τοῦ λέμε ψέμματα. Ψευδόμεθα κάθε φορά, πού προσευχόμεθα μέ τό «Πάτερ ἡμῶν», διότι, ἐφ᾿ ὅσον δέν συγχωροῦμε τούς ἄλλους, ἀπαιτοῦμε συγχώρησι ἀπό τόν Θεό. Νά συγχωροῦμε, ὁπότε κι ὁ Θεός θά μᾶς συγχωρέση. Στήν προσευχή μας νά ζητοῦμε πρῶτα νά συγχωρέση ὁ Θεός ὅλους ἐκείνους πού μᾶς ἔκαναν κακό, νά συγχωρέση ὅλων τῶν ἀνθρώπων τίς ἁμαρτίες, καί μετά νά παρακαλοῦμε νά συγχωρέση κι ἐμᾶς, πού Τοῦ φταίξαμε δυστυχῶς πολύ περισσότερο.
Κάποτε, γράφει τό Γεροντικό, ἕνας ἀδελφός, ἕνας νεώτερος μοναχός πῆγε σ᾿ ἕνα Γέροντα πνευματικό καί τοῦ εἶπε:
  • Κάποιος ἄνθρωπος κλέπτης γυρνᾶ καί κλέβει τίς καλύβες τῶν Πατέρων. Ἔκλεψε καί τά δικά μου, τό παξιμάδι καί τά ἐλάχιστα τρόφιμα πού εἶχα. Σκέφτομαι, πῆρα τήν ἀπόφασι νά τόν καταγγείλω στό δικαστήριο γιά νά συμμορφωθῆ, νά σταματήση τήν ἁμαρτία, νά πληρώση κι ἔτσι νά τοῦ γίνη καλό μάθημα.
Ὁ Γέροντας ὅμως ὁ πνευματικός τόν συμβούλευε καί τοῦ ἔλεγε:
  • Ὄχι, παιδί μου, μήν τό κάνης αὐτό, μήν τόν πᾶς στόν δικαστή, μήν τόν καταγγείλης – ἄνθρωπος εἶναι, συγχώρεσέ τον· κάνε προσευχή νά τόν φωτίση ὁ Θεός νά ἀφήση τήν κλεψιά.
  • Ὄχι, Γέροντα, αὐτός δέν συμμορφώνται, ἔχει πάρα πολύ καιρό πού τό κάνει αὐτό. Ἄν δέ τιμωρηθῆ, θά συνεχίση, ὁπότε τοῦ κάνουμε κακό.
  • Ὄχι, παιδί μου, δέν πρέπει νά τόν καταγγείλης· ὄχι στόν δικαστή. Στόν Θεό ἄφησε τήν ὑπόθεσι.
Ὁ νεώτερος στηριζόμενος στήν ἄποψί του δέν ὑποχωροῦσε. Τότε ὁ Γέροντας τοῦ λέει:
  • Ἐφ᾿ ὅσον τὄχεις ἀποφασίσει, πᾶμε νά κάνουμε προσευχή, νά πάη καλά ἡ δουλειά σου.
Ὅταν γονάτισαν γιά προσευχή ἄρχισε ὁ Πνευματικός νά λέη τό «Πάτερ ἡμῶν». Ὅταν ἔφτασε στό σημεῖο: «καί ἄφες ἡμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν», εἶπε ὁ Γέροντας:
  • Κύριε μήν μᾶς ἀφήνης τά ἁμαρτήματά μας, διότι κι ἐμεῖς δέν ἀφήνουμε τά ἁμαρτήματα τῶν ἀδελφῶν μας, πού μᾶς ὀφείλουν.
  • Πάτερ, κάνετε λάθος, δέν εἶναι ἔτσι τό «Πάτερ ἡμῶν».
  • Ἐφ᾿ ὅσον θά πᾶς στόν δικαστή νά καταγγείλης τόν ἀδελφό πού ἁμάρτησε, αὐτό τό «Πάτερ ἡμῶν», θά ποῦμε.
Ὁ ἀδελφός κατάλαβε, ὅτι εἶχε λάθος στήν ἄποψί του, ζήτησε συγγνώμη κι ἔτσι ὑποχώρησε καί δέν κατήγγειλε τόν πταίσαντα ἀδελφό του.
Αὐτή ἡ διήγησις εἶναι τόσο πολύ διδακτική, εἶναι τόσο πολύ ὠφέλιμη, πού ἄν συνειδητοποιήσουμε τήν ἔννοια καί τήν οὐσία της, εἶναι πάρα πολύ εὔκολο νά ἀγωνισθοῦμε, γιά νά ἔχουμε παρρησία στόν Θεό, παρρησία στήν προσευχή. Ὅταν θά συγχωροῦμε ἀφειδῶς, πλούσια κάθε ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος μᾶς ἔκανε κακό, θά ἔχουμε τό θάρρος, θά ἔχουμε τήν παρρησία, νά ζητήσουμε τήν αἰώνια συγγνώμη μας κι ἔτσι νά βρεθοῦμε μετά τῶν σωζομένων δούλων τοῦ Θεοῦ. Ἀμήν.

Τέλος καί τῷ Θεῷ δόξα!

Ἀπό τό βιβλίο: “ Ἡ τέχνη τῆς σωτηρίας”
Γέροντος Ἐφραίμ Φιλοθεΐτου

Ἔκδοσεις Ἱερᾶς Μονῆς Φιλοθέου Ἅγιον Ὄρος

Τόμος α΄

Κεντρική διάθεση:
ΕΚΔΟΣΕΙΣ: «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»

How to train one’s will to have but one ultimate aim in all things, both external and internal— to please God

Saint Nikodemos the Hagiorite

An excerpt from "Unseen Warfare"by Saint Nicodemus of the Holy Mountain, and Saint Theophan the Recluse

In addition to training your mind to learn, you should also control your will, so as not to let it lean towards your own desires, but instead to lead it to be perfectly as one with the will of God. Moreover keep it firmly planted in your mind, that it is not enough for you merely to desire and seek to please God. 
Always and in everything; you must desire it as if moved by God Himself, and for one single aim—to please Him with a pure heart. 
To be firmly grounded in this aim, we have to endure a much greater struggle with our nature than in anything we have mentioned above. For our nature is so accustomed to please itself, that it seeks its own comfort and pleasure in all its doings, even the most righteous and spiritual, and secretly and lustfully feeds on it as though it were food.

And so it happens that when we see the chance of spiritual doing lying before us, we immediately desire it and impetuously rush towards it;yet not as men moved by the will of God, nor for the sole purpose of pleasing Him, but for the sake of the comfort and joy which is born in us, when we desire and seek that which God wants from us. This prelest is the better concealed and hidden, the higher and more spiritual is the nature of what we desire. This is why I say that we should not be satisfied with desiring what God wills, but must desire it how He wishes it, when He wishes it and for the reason and purpose He wishes it.

The Apostle also teaches us to prove what is the will of God, that it is not only good, but also acceptable to Him and perfect in all respects. He says: ‘Be not conformed to this world: but be ye transformed by the renewing of your mind, that ye may prove what is that good, and acceptable, and perfect, will of God’ (Rom. xii. 2). For if our action is faulty, even in one respect, or if we do something not with our whole will and strength, it is clear that it is, and is called, imperfect. This should lead you to the conclusion that even when we desire God Himself and seek Him, even this desire and search can contain some fault or omission, and may be mixed with some pandering to our self-love or vainglory; since we may have in view more our own good than the will of God, and do something rather for our own sake than for the sake of God. Yet He considers only those actions acceptable, which are done solely for His glory and wishes us to love Him alone, desire Him alone and work for Him alone.

Thus, my brother, if you wish to safeguard yourself from such hidden obstacles on the path to perfection, if you wish to be firmly grounded in such an attitude as to desire and do all things only because God wishes it, desirous only to please and glorify Him and to work for Him alone, since He wishes to be the beginning and the end in every action and every thought of ours— act in the following manner.

Sunday, 28 September 2014

Σταυρός, ἡ σκέπη τῆς Ἐκκλησίας...


π.   Δ η μ η τ ρ ί ο υ   Μ π ό κ ο υ 
Μιὰ ἐν­τε­λῶς θαυ­μα­στή, ὅ­σο καὶ πα­ρά­δο­ξη ἐμ­φά­νι­ση τοῦ Θε­οῦ ἔ­γι­νε στὸν πα­τριά­ρχη Ἀ­βρα­άμ, ἐ­νῶ αὐ­τὸς κα­θό­ταν στὴ θύ­ρα τῆς σκη­νῆς του, μέ­ρα με­ση­μέ­ρι, στὴ Χε­βρών, κον­τὰ στὴ δρῦ τοῦ Μαμ­βρῆ.
Κα­θὼς σή­κω­σε τὰ μά­τια του, εἶ­δε τρεῖς ἄν­δρες νὰ στέ­κον­ται ἀ­πέ­ναν­τί του. Ἔ­τρε­ξε ἀ­μέ­σως νὰ τοὺς προ­ϋ­παν­τή­σει καὶ τοὺς προ­σκύ­νη­σε ὣς τὴ γῆ.
-  Κύριέ μου­, εἶ­πε, ­ἂν ἔ­χω τὴν εὔ­νοι­ά σου, μὴν προ­σπε­ρά­σεις τὸν δοῦ­λο σου. Ἂς φέ­ρουν λί­γο νε­ρὸ νὰ πλύ­νε­τε τὰ πό­δια σας, καὶ με­τὰ μπο­ρεῖ­τε νὰ δρο­σι­στεῖ­τε κά­τω ἀ­πὸ τὸ δέν­τρο. Θὰ φέ­ρω καὶ λί­γο ψω­μὶ νὰ πά­ρε­τε δύ­να­μη, καὶ με­τὰ μπο­ρεῖ­τε νὰ πη­γαί­νε­τε. Πε­ρά­στε λοι­πὸν ἀ­πὸ τὸν δοῦ­λο σα­ς.
Ἐ­κεῖ­νοι ἀ­πάν­τη­σαν:
-  Κάνε ὅ­πως εἶ­πε­ς.
Τό­τε ὁ Ἀ­βρα­ὰμ ἔ­τρε­ξε στὴ σκη­νὴ καὶ εἶ­πε στὴ Σάρ­ρα:
-  Πάρε γρή­γο­ρα τρεῖς γα­βά­θες ἀ­λεύ­ρι ἐ­κλε­κτό, ζύ­μω­σέ το καὶ κά­νε πίτ­τε­ς.
Με­τὰ ἔ­τρε­ξε στὰ βό­δια, πῆ­ρε ἕ­να μο­σχά­ρι τρυ­φε­ρὸ καὶ κα­λό, τὸ ἔ­δω­σε στὸν ὑ­πη­ρέ­τη κι ἐ­κεῖ­νος τὸ ἑ­τοί­μα­σε γρή­γο­ρα. Πῆ­ρε ἀ­κό­μα βού­τυ­ρο, γά­λα καὶ μαζὶ μὲ τὸ μο­σχά­ρι ποὺ εἶ­χε ἑ­τοι­μά­σει,   τὰ πα­ρέ­θε­σε μπρο­στά τους. Καὶ ἐ­νῶ ἐ­κεῖ­νοι ἔ­τρω­γαν,  αὐ­τὸς τοὺς πα­ρα­στε­κό­ταν κά­τω ἀ­πὸ τὸ δέν­τρο (Γεν. 18, 1-8).
Τὸ πε­ρι­στα­τι­κὸ αὐ­τό, γνω­στὸ καὶ ὡς «Φιλοξενία τοῦ Ἀ­βραά­μ», θε­ω­ρεῖ­ται ὡς φα­νέ­ρω­ση τοῦ Τρι­α­δι­κοῦ Θε­οῦ, Πα­τρός, Υἱ­οῦ καὶ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, καὶ κα­θι­ε­ρώ­θη­κε στὴν ὀρ­θό­δο­ξη εἰ­κο­νο­γρα­φί­α ὡς ἡ κα­τ’ ἐ­ξο­χὴν εἰ­κό­να τῆς Ἁ­γί­ας Τριά­δος. Εἶ­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό, ὅ­τι μι­λών­τας γιὰ τοὺς τρεῖς ἄν­δρες ἡ Ἁ­γί­α Γρα­φή, τοὺς προσ­δι­ο­ρί­ζει συ­νε­χῶς μὲ τὸ ὄ­νο­μα «­ὁ Κύ­ρι­ο­ς».
Πέ­ρα ὅ­μως ἀ­πὸ τὸ ὅ­τι τὸ γε­γο­νὸς αὐ­τὸ εἶ­ναι μιὰ φα­νε­ρὴ μαρ­τυ­ρί­α τῆς τρι­α­δι­κό­τη­τας τοῦ Θε­οῦ, ἐ­νυ­πάρ­χει καὶ μιὰ ἀ­κό­μη δι­ά­στα­ση σ’ αὐ­τό. Εἶ­ναι μιὰ προ­τύ­πω­ση, ἕ­νας συμ­βο­λι­σμὸς τοῦ γε­γο­νό­τος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας: Ἔ­χου­με τὸν Τρι­α­δι­κὸ Θε­ό, τὸν δη­μι­ουρ­γὸ καὶ πα­τέ­ρα, σὲ μιὰ ἀ­ξι­ο­ζή­λευ­τη σκη­νὴ ἀ­λη­θι­νῆς κοι­νω­νί­ας μὲ τὰ ἐ­πὶ γῆς πι­στὰ τέ­κνα Του, τὸν Ἀ­βρα­ὰμ καὶ τὴ Σάρ­ρα. Μιὰ πρότυπη εἰ­κό­να, ἕνα ἀρχέτυπο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, θρι­αμ­βεύ­ου­σας καὶ στρα­τευ­ο­μέ­νης.
Στὸ ὅ­λο σκη­νι­κὸ κά­τω ἀ­πὸ τὴν δρῦ τὴν Μαμ­βρῆ, ἕ­να δέν­τρο ρω­μα­λέ­ο, γε­μά­το ζω­ὴ καὶ δρο­σιά, ποὺ δὲν μνη­μο­νεύ­ε­ται τυ­χαῖ­α, ἀ­φοῦ ἡ Ἁ­γί­α Γρα­φὴ δὲν μᾶς συ­νη­θί­ζει σὲ ἄ­χρη­στες πλη­ρο­φο­ρί­ες καὶ λε­πτο­μέ­ρει­ες, ἀ­να­φέ­ρε­ται ὁ ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης ὁ Χρυ­σό­στο­μος λέ­γον­τας: «Ποιὰ εἶ­ναι ἡ σκη­νὴ κά­τω ἀ­πὸ τὴν δρῦ τοῦ Μαμ­βρῆ; Εἶ­ναι ὁ­πωσ­δή­πο­τε ἡ Ἐκ­κλη­σί­α ὑ­πὸ τὴν σκέ­πη τοῦ Σταυ­ροῦ. Καὶ πα­ρο­μοι­ά­ζε­ται ὁ Σταυ­ρὸς μὲ τὴ βε­λα­νι­διά, ἐ­πει­δὴ τὸ ξύ­λο της εἶ­ναι γε­ρὸ καὶ ἀ­λύ­γι­στο».
Καὶ εἶ­ναι ἀ­πό­λυ­τα φυ­σι­κὸς ὁ συμ­βο­λι­σμὸς αὐ­τός, ἀ­φοῦ ὁ Σταυ­ρὸς πε­ρι­γρά­φε­ται παν­τοῦ σὰν ἕ­να ζω­η­φό­ρο φυ­τό, ποὺ φυ­τρώ­νει ἀ­πὸ τὰ ἄ­δυ­τα τῆς γῆς, ὑ­ψώ­νε­ται σὲ ὕ­ψος τε­ρά­στιο, γί­νε­ται σὲ εὗ­ρος καὶ μῆ­κος ἴ­σος μὲ τὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ ἁ­γιά­ζει μὲ τὰ τέσ­σα­ρα ἄ­κρα του (τε­τρα­με­ρὴς) τὸν τε­τρα­πέ­ρα­το κό­σμο (=τὰ τέσ­σα­ρα πέ­ρα­τα τοῦ κό­σμου). Ποὺ βλα­στά­νει καὶ ἀ­να­πτύσ­σε­ται στὸ μυ­στι­κὸ πα­ρά­δει­σο (=κῆ­πο) ποὺ λέ­γε­ται Θε­ο­τό­κος. Καὶ μᾶς θυ­μί­ζει τὸ δέν­τρο τῆς ζω­ῆς στὸ μέ­σον τοῦ Πα­ρα­δεί­σου, ἀ­π’ τὸν καρ­πὸ τοῦ ὁ­ποί­ου ἔ­φα­γαν πα­ρά­και­ρα οἱ Πρω­τό­πλα­στοι, ὁ­δη­γών­τας ἔ­τσι τὸ γέ­νος μας στὸν πνευ­μα­τι­κὸ καὶ σω­μα­τι­κὸ θά­να­το. Αὐ­τὸν τὸν θά­να­το κα­ταρ­γεῖ τώ­ρα ὁ Σταυ­ρός, κα­θὼς μᾶς ὁ­δη­γεῖ πρὸς τὸν καρ­πὸ τοῦ ξύ­λου τῆς ζω­ῆς, τὸν Χριστό, ἀ­π’ τὸν ὁ­ποῖ­ο τρώ­γον­τας δὲν ἀ­πο­θνή­σκου­με. Εἶ­ναι ὁ Σταυ­ρός, μα­ζὶ μὲ τὴν Ἀ­νά­στα­ση, ἡ σω­τη­ρί­α ποὺ «πρὸ αἰ­ώ­νων εἰρ­γά­σα­το (=πραγματοποίησε) ἐν μέ­σῳ τῆς γῆς» ὁ Θε­ός. Σκε­πά­ζει τώ­ρα καὶ σώ­ζει ὁ­λό­κλη­ρη τὴν Ἐκ­κλη­σί­α,  ὅ­πως προ­στά­τευ­ε ἡ δρῦς τοῦ Μαμ­βρῆ τὴ σκη­νὴ τοῦ Ἀ­βρα­άμ. 

Ἐ­μεῖς; Εἴ­μα­στε ἄ­ρα­γε κά­τω ἀ­πὸ αὐ­τὴν τὴν σκέ­πη τοῦ Σταυ­ροῦ; 


(ΛΥΧΝΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ, ἀρ. φ. 350, Σεπτ. 2012)

Μία άδικη καταδίκη πού έγινε αιτία γιά μία ευλογημένη και διδακτική ιστορία…


Πριν πολλά χρόνια και μετά την λήξη του εμφυλίου σπαραγμού και του αδελφοκτόνου πολέμου, σε κάποιο χωριό, έγινε ένας φόνος, για πολιτικούς μάλλον λόγους και εξαιτίας του μεγάλου φανατισμού, που επικρατούσε εκείνη την εποχή.
Κατηγορήθηκε, λοιπόν, κάποιος χωριανός, ο Πέτρος Γ. και με τις μαρτυρίες πέντε συγχωριανών του δικάστηκε και καταδικάστηκε σε 30 χρόνια φυλάκιση.
Ο κατηγορούμενος όμως ισχυρίζετο συνεχώς ότι ήτο αθώος. Κλείσθηκε σε αγροτικές φυλακές, αλλά μέρα-νύχτα διαλαλούσε και μονολογούσε ότι ήτο αθώος.
Σ' αυτές τις φυλακές πήγαινε μια φορά τον μήνα ένας ευλαβέστατος ιερεύς και λειτουργούσε στο εκκλησάκι που υπήρχε και κατόπιν εδέχετο για εξομολόγηση όσους εκ των φυλακισμένων το επιθυμούσαν. Ύστερα από 5-6 μήνες, πήγε και ο εν λόγω χωριανός στον ευλαβή εκείνον ιερέα και εξομολόγο, και ενώπιον του Αγίου Θεού και μπροστά στο πετραχήλι του Πνευματικού, βεβαίωνε με όρκους ότι ήταν αθώος.
Από τότε που εξομολογήθηκε μέσα στις φυλακές ο Πέτρος Γ., άλλαξε τελείως διαγωγή και έγινε ο άνθρωπος της προσευχής και της μελέτης του Ευαγγελίου, που του δώρησε εκείνος ο καλός ιερεύς. Μέσα σ' έναν χρόνο αλλοιώθηκε τόσο πολύ, που όλοι οι συγκρατούμενοί του και βαρυποινίτες άρχισαν να τον σέβωνται και να του φέρωνται φιλικά. Και με την Χάρι και τον φωτισμό του Θεού γρήγορα πείσθηκε ο ευλαβής ιερεύς για την αθωώτητά του, ώστε του επέτρεπε να κοινωνή κάθε φορά που λειτουργούσε στις φυλακές.
Ο ιερεύς προσπάθησε κάτι να κάμη μέσω κάποιων δικηγόρων, αλλά οι μάρτυρες ήσαν απολύτως κατηγορηματικοί, γιατί ήσαν δήθεν παρόντες στον φόνο. Παρά ταύτα ο Εξομολόγος πίστευε ότι όντως ήτο αθώος και θύμα σκευωρίας. Ο Πέτρος Γ. όχι μόνο προσηύχετο με το Όνομα του Ιησού Χριστού, που το έμαθε από το βιβλίο «Οι περιπέτειες ενός προσκυνητού», αλλά μελετούσε το Ευαγγέλιο και κοινωνούσε των αχράντων Μυστηρίων, σκορπώντας σε όλους τους συγκρατουμένους του πολλή καλωσύνη.
Συγχωρούσε δε με όλη του την καρδιά και τους κατηγόρους του και αυτόν ακόμα τον άγνωστο φονιά. Δεν φταίνε, οι καημένοι, έλεγε. Φταίει το πολιτικό και ιδεολογικό πάθος, φταίει και ο διάβολος που τους σκοτείνιασε το μυαλό κι έτσι κρύψανε την αλήθεια.
Θεέ μου, συγχώρεσέ τους. και από μένα να 'ναι συγχωρεμένοι. και χάρισέ τους πλούτη και αγαθά πολλά, αλλά χάρισέ τους προπαντός και ιδιαιτέρως φωτισμό και υγεία.
Έτσι πέρασαν 19 χρόνια. Κατόπιν, λόγω της καλής και αρίστης διαγωγής και επειδή έκανε και στις τότε αγροτικές φυλακές, όπου εμειώνετο η ποινή, αποφυλακίσθηκε. Ήτο πλέον 50 ετών. Στο χωριό όμως δεν έγινε δεκτός, επειδή τον πίστευαν όλοι για φονιά και κυρίως οι συγγενείς του φονευμένου. Έτσι, μετακόμισε σε μια γειτονική πόλι και έκαμε τον εργάτη, τον οικοδόμο και κυρίως τον μαραγκό, δουλειά που την έμαθε στην φυλακή. Η ζωή του όμως εξακολουθούσε να είναι ζωή ενός αληθινού χριστιανού, με την ακριβή συμμετοχή στα Μυστήρια, με την σωστή τήρηση των ευαγγελικών εντολών και ιδιαιτέρως με την προσευχή. Η προσευχή ήταν το οξυγόνο της ζωής του. Η Ευχή και το Ευαγγέλιο ήσαν γι' αυτόν «άρτος ζωής» και «ύδωρ ζων».
Μία κοπέλα 42 ετών, θεολόγος σε κάποιο Γυμνάσιο της περιοχής, πληροφορήθηκε από τον Πνευματικό των φυλακών, που ήτο και δικός της Πνευματικός, τα πάντα για τον Πέτρο Γ. και ιδιαιτέρως για το πόσο ήτο αφοσιωμένος στον Χριστό και στην Εκκλησία Του. Πήγε, τον βρήκε και κατόπιν τον ζήτησε η ίδια σε γάμο!. Από τον ευλογημένο αυτό γάμο προήλθαν δυό παιδιά, υγιέστατα.
Ύστερα από μερικά χρόνια, στο χωριό που έγινε ο φόνος, κάποιος αρρώστησε βαρειά με ανεξήγητους φοβερούς πόνους σε όλο του το σώμα. Η επιστήμη με τους γιατρούς και τις κλινικές εξετάσεις, που ήσαν προηγμένες, στάθηκαν αδύνατον να τον βοηθήσουν!!! Ούτε καν την αιτία δεν μπόρεσαν να εντοπίσουν!
Έτσι, μια βραδυά στο σπίτι του, αφού επέστρεψε από το νοσοκομείο, σ' αυτήν την φοβερή κατάστασι, άρχισε να κραυγάζη μέσα στους φοβερούς του πόνους ότι αυτός ήτο ο φονιάς και με τους 4 ψευδομάρτυρες, τους οποίους εξηγόρασε με μεγάλα χρηματικά ποσά, κατηγόρησαν τον Πέτρο Γ., που συμπτωματικά περνούσε από εκείνο το σταυροδρόμι, την ώρα που έγινε ο φόνος.
Φώναξαν τον αστυνόμο του τμήματος του χωριού, υπέγραψε την ομολογία του κατονομάζοντας και τους 4 ψευδομάρτυρες και συνεργούς του. Ποια νομική διαδικασία ακολουθήθηκε μετά, δεν γνωρίζω. Η ομολογία του όμως έκανε κρότο στο χωριό, προκαλώντας σύγχυσι, ταραχές και πολλές κατάρες, οι οποίες βάραιναν τον φονιά. Παρά ταύτα, η ψυχή του φονιά δεν έφευγε. Κι αυτός εξακολουθούσε να τσιρίζη και να κραυγάζη.
Ο Πέτρος Γ., όπως ήτο επόμενον, το έμαθε. Δεν κίνησε όμως καμιά διαδικασία για την αποκατάστασι της τιμής του με αναθεώρησι της δίκης, με μηνύσεις κατά των ενόχων και άλλων ενδίκων νομίμων μέσων. Αλλά τι έκανε;
Πήγε στο σπίτι του φονιά!...Οι πάντες πάγωσαν. Οι περισσότεροι χωρικοί, όταν τον είδαν να περνάη μέσα από το χωριό, από την ντροπή τους κρύφθηκαν. Πάγωσε και ο φονιάς όταν τον αντίκρυσε, και με γουρλωμένα τα μάτια από την έκπληξι και την φρίκη, τον άκουσε να του λέη:
Γιώργο, σε συγχωρώ με όλη μου την καρδιά. Και σ' ευχαριστώ, γιατί ήσουν η αιτία να γνωρίσω τον Χριστό με την Εκκλησία Του και τα άγια Μυστήριά της. Εύχομαι να Τον γνωρίσεις κι εσύ, με μετάνοια και προσευχή!
Τον αγκάλιασε, τον φίλησε και έφυγε, ενώ κάποια δάκρυα κρυφά έτρεχαν από τα μάτια του.
Ο θρίαμβος της δικαιοσύνης του Θεού ήλθε, ύστερα από 35 χρόνια! Αλλά υπήρξε και θρίαμβος της εμπιστοσύνης, της πίστεως και της αδιαλείπτου προσευχής του αδικημένου Πέτρου Γ. στην Πρόνοια του Θεού. Και ταυτόχρονα στέφανος δόξης στην υπομονή και μακροθυμία, που έδειξε τόσα χρόνια.
Ευλογήθηκε η μετέπειτα ζωή του, όπως προείπαμε, μ' έναν χριστιανικό γάμο και με οικογένεια που ήτο «κατ' οίκον εκκλησία» και με δύο τρισευλογημένα παιδιά. Και μάλιστα, μετά την ολοκάρδια συγχώρησι που έδωσε και την αγάπη που έδειξε προς όλους, πολλαπλασιάσθηκε η ευλογία του Θεού στο σπιτικό του. Είχε την Χάρι του Θεού πάνω του, την ευλογία της Παναγίας, την προστασία των Αγίων και την συμπαράστασι των Αγγέλων.
Εκοιμήθη οσιακώς σε ηλικία 80 ετών, το 1999. Παρών στην κοίμησί του ήτο και ο εννενηντάχρονος ιερεύς των φυλακών, που μού διηγήθηκε αυτό το γεγονός, για να με διαβεβαιώση ότι λίγο πριν το τέλος του Πέτρου Γ., Άγγελοι και Αρχάγγελοι πλημμύρισαν το δωμάτιο του, τους οποίους έβλεπε όχι μόνο ο ψυχορραγών με τα μάτια του, αλλά και ο εν λόγω ιερεύς. Αυτοί και παρέλαβαν την ψυχή του, μετά το τελευταίο σημείον του σταυρού που έκανε ο Πέτρος Γ., λέγοντας:
- Άγγελέ μου! Άγγελέ μου. , δεν την αξίζω αυτή την τιμή. Και τούτο ειπών, εκοιμήθη!.
Ο άνθρωπος αυτός, παρ' όλο που ήταν έγγαμος και ζούσε μέσα στον σημερινό κόσμο, μετά από την τεράστια και άδικη δοκιμασία και ταλαιπωρία του στην φυλακή, μαζί με βαρυποινίτες, είχε καρπούς της Ευχής, της θείας Κοινωνίας και της ευαγγελικής ζωής. Η έγγαμη ζωή του δεν τον εμπόδισε να λέγη μερα-νύχτα την Ευχή, όπως την έμαθε από το βιβλίο «Οι περιπέτειες ενός προσκυνητού».

Saturday, 27 September 2014

The two Kinds of Laughter...


Archbishop John Shakhovskoy
There are two kinds of laughter, light and dark. They can be easily distinguished from one another by the laughing person's eyes and smile. You can also distinguish the two within yourself by what kind of spirit accompanies the laughter. In the absence of a light joy, a subtle feeling of light-heartedness, the laughter is not light. If what you feel within your breast is coarse and dry, and you are wearing a crooked smile, then the laughter is filthy. [That type of laugh] always follows some type of joke, something that mocks the harmony of the world. Distorting harmony in the world also distorts one's soul, and that is reflected in one's twisted facial expression.

Woe unto you that laugh now! For ye shall mourn and weep. (Luke 6: 25). Ye shall weep! For you took joy in what you should not, in what merits torment.
 
 
St John Maximovitch

"A serene smile," is the mirror of discovered harmony. The saints smile without laughing. Laughter, as the fullness of clean joy, is the condition of the age to come. Blessed are ye that weep now, for ye shall laugh. Ascetic experience in one's enlightening and transfiguration even recommends smiling without showing one's teeth (better to have a little less joy than to have even a fleeting moment of impurity therein!)
 
"Joking laughter" - the laughter heard in films, theaters, at parties and soirees, casually ridiculing one's neighbor, laughing at weaknesses and human dignity for the sake of amusement and to forget sorrow, pointless laughter, and vain ridicule of others - all these are a spiritual disease. More precisely, they can be characterized as symptoms of spiritual disease.
 
In the world of the spirits are unclean spirits, spirits seen in the faces of those roaring with laughter… Angelic joy puts a smile on the face.
 
Healthy laughter can quietly dissipate the gathering clouds of evil argumentativeness, enmity, and even murder... Good laughter restores friendships and the family hearth.
 
Caustic, sarcastic laughter is not of God. A sarcastic smile, biting sarcasm, is a mockery of the Gospel salt of wisdom. It is mockery contained in a twisted smile.
 
Words of sharp witticism always cut open the soul. Sharpness is sharpness whether the knife is held by a surgeon or by a brigand; yet it can be used to diametrically opposite effect. Incision can allow in the Heavenly Light and the warmth of the Spirit, can be employed in order to excise rotting tissue and to ablate necrosis. Yet there is a sharpness that is not beneficial, one that cuts, carelessly cuts up the soul, and often kills.
 
Only the saints are incisive, and only the holy is incisive. Unclean spirits are a mockery of incisiveness, and many people in the world hone their ability to speak their minds with such wittiness, such [mock] incisiveness.
 
The boundary between clean and unclean laughter is "Homeric laughter," cackling, roaring laughter... This is the kind of laughter encountered at opulent banquets.
 
Who is vigilant, remaining pious in cognizance of the Mystery of his life, will be vigilant with respect to his entire life, including his laughter. Before God, he will even watch how he smiles. For him, and with the help of his invisible protectors, everything will be clean and bright.
 
Just like children, the saints illumined the world both with their weeping and with their smiles. Only children and those who have true love for Christ possess that purity of life that can be seen with human eyes - seen even in their facial expression.
 
For children as yet untainted by the spirit of corruption, everything is direct and pure. For them, death has not yet revealed itself to mock their mortality. They still possess the spring of life both as a beginning and a memory of Heaven. Thus, their vision and laughter is clean and pure, they speak without dissembling, they find it easy to weep, and to forget that they had been weeping...
 
"Except ye be converted and become as little children, ye shall not enter into the Kingdom of Heaven…" The reason is clear.
 
The greatest praise for a person is "He has the laughter of a child"… incorrupt laughter, approaching Heavenly harmony.

Source- stjohndc.org

Άγ.Ιωάννης ο Χρυσόστομος-" Ντρέπεσαι και κοκκινίζεις να ομολογήσεις τις αμαρτίες σου";


Ντρέπεσαι και κοκκινίζεις να ομολογήσεις τις αμαρτίες σου; Και αν ακόμα έπρεπε να τις ομολογείς μπροστά στους ανθρώπους και να εξευτελίζεσαι, ούτε τότε έπρεπε να ντρέπεσαι· διότι ντροπή και αισχύνη είναι το να αμαρτάνεις και όχι το να ομολογείς τις αμαρτίες σου. Τώρα όμως δεν είναι ανάγκη να είναι παρόντες και μάρτυρες κατά την ώρα της εξομολογήσεως. Η εξέταση και εξομολόγηση των αμαρτιών ας γίνει μέσα στο νου- ας είναι το δικαστήριο χωρίς μάρτυρα- ας δει την εξομολόγηση σου μόνον ο Θεός, ο Θεός που δεν κατηγορεί για τις αμαρτίες, άλλα που τις συγχωρεί όταν τις εξομολογούμαστε. Άλλ’ ακόμα και έτσι διστάζεις και υποχωρείς; Γνωρίζω και εγώ ότι δεν ανέχεται η συνείδηση την ενθύμηση των αμαρτιών μας. Διότι αν θυμηθούμε μόνον τις αμαρτίες μας η ψυχή μας αναπηδά όπως ακριβώς αναπηδά κάποιο αδάμαστο και δύστροπο πουλάρι. Όμως συγκράτησε, χαλιναγώγησε, χάιδευσε τη ψυχή με το χέρι, κάνε τη ήμερη, πείσε την, ότι αν δεν εξομολογηθεί τώρα, θα εξομολογηθεί εκεί όπου είναι περισσότερη η τιμωρία, όπου είναι μεγαλύτερος ο παραδειγματισμός. Εδώ το δικαστήριο είναι χωρίς μάρτυρα και δικαστής του εαυτού σου είσαι συ ο οποίος αμάρτησες· εκεί όμως θα παρευρίσκεται όλο το πλήθος της οικουμένης αν δεν προλάβουμε να τα σβήσουμε εδώ. Ντρέπεσαι να ομολογήσεις το αμαρτήματα; Να ντρέπεσαι και να τα διαπράξεις.
Εμείς όμως όταν διαπράττουμε αυτά τολμάμε να τα διαπράττουμε κατά τρόπον αναίσχυντο και προκλητικό· όταν όμως πρόκειται να τα ομολογήσουμε, τότε ντρεπόμαστε και αποφεύγουμε, ενώ έπρεπε να κάνομε τούτο με μεγάλη προθυμία. Διότι δεν είναι ντροπή το να κατηγορείς τα αμαρτήματα, αλλά δικαιοσύνη και αρετή· εάν δεν ήταν δικαιοσύνη και αρετή δεν θα έδινε γι’ αυτήν ο Θεός αμοιβή. Το ότι πράγματι έχει αμοιβές η εξομολόγηση, άκουσε τί λέγει· «Λέγε πρώτος εσύ τα αμαρτήματά σου για να δικαιωθείς». Ποιός ντρέπεται να πράξει κάτι από το οποίο θα γίνει δίκαιος; Ποιός ντρέπεται να ομολογήσει τα αμαρτήματα, για να απαλλάξει τον εαυτόν του από τα αμαρτήματα; Μήπως σε προτρέπει να τα ομολογήσεις για να σε τιμωρήσει; Όχι βέβαια για να τιμωρήσει, αλλά για να συγχωρήσει. Στα κοσμικά δικαστήρια συμβαίνει να επέρχεται η τιμωρία μετά την ομολογία της ενοχής. Για τούτο και ο ψαλμός υποπτευόμενος ακριβώς αυτό, μη τυχόν δηλαδή φοβούμενος κανείς τιμωρία μετά την εξομολόγηση αρνηθεί να εξομολογηθεί τα αμαρτήματά του, λέγει· «εξομολογηθείτε στον Κύριο τα αμαρτήματά σας, διότι είναι αγαθός, διότι το έλεος αυτού μένει εις τον αιώνα». Μήπως δεν γνωρίζει τα αμαρτήματα σου, εάν εσύ δεν τα ομολογήσεις; Λοιπόν τί περισσότερο γίνεται σε σένα όταν δεν τα ομολογείς; Μήπως μπορείς να διαφύγεις την προσοχή του; Και αν ακόμα δεν τα πεις εσύ, εκείνος τα είδε· αν δε τα πεις εσύ εκείνος τα λησμονεί. Διότι λέγει· «Ιδού εγώ είμαι ο Θεός εκείνος ο οποίος από αγάπη εξαλείφω τις αμαρτίες σου, και δεν τις ενθυμούμαι». Βλέπεις; «Εγώ δεν θα τις ενθυμηθώ» λέγει· διότι τούτο είναι ίδιον της φιλανθρωπίας· συ να τις θυμηθείς για να σου γίνει αφορμή σωφρονισμού.

Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου


Πηγή: agapienxristou.blogspot.ca

Friday, 26 September 2014

Δαίμονες....


Πρώτοι δαίμονες που αντιστέκονται και πολεμούν στην πρακτική άσκηση της αρετής είναι οι δαίμονες εκείνοι που τους έχει ανατεθεί να πειράζουν τους ανθρώπους στη γαστριμαργία και τη φιλαργυρία κι εκείνοι που παρακινούν στη φιλοδοξία. Οι άλλοι δαίμονες έρχονται πίσω τους και παραλαμβάνουν εκείνους που προσβάλλουν οι πρώτοι.

Γιατί δεν μπορεί να πέσει κανείς στα χέρια του δαίμονα της πορνείας, αν δεν πέσει πρωτύτερα στη γαστριμαργία. Και δεν μπορεί να τον ταράξει ο θυμός, αν αυτός δεν πολεμά πρώτα για φαγητά, ή χρήματα, ή δόξα. Και δεν μπορεί να περιπέσει κανείς στον δαίμονα της λύπης, αν δεν υποστεί πρωτύτερα τη στέρηση όλων αυτών. Ούτε θα διαφύγει κανείς την υπερηφάνεια, που είναι το πρώτο γέννημα του διαβόλου, αν δεν εξορίσει τη ρίζα όλων των κακών, τη φιλαργυρία, αφού κατά τον Σολομώντα, «η φτώχεια κάνει τον άνθρωπο ταπεινό». Και γενικά, δεν μπορεί να περιπέσει ο άνθρωπος σε δαίμονα αν δεν καταπληγωθεί από τους παραπάνω πρωτοστάτες και αρχηγούς δαίμονες, δηλ. της γαστριμαργίας, της φιλαργυρίας και της φιλοδοξίας.

Γι’ αυτό και ο διάβολος με αυτούς τους τρεις λογισμούς πολέμησε τότε τον Σωτήρα στην έρημο. Πρώτα Του πρότεινε να μεταβάλει τις πέτρες σε ψωμιά. Έπειτα, Του υποσχέθηκε τον κόσμο αν έπεφτε και τον προσκυνούσε• και τρίτο, Του είπε ότι αν τον ακούσει, θα δοξαστεί επειδή δεν θα πάθει τίποτε από το πέσιμο. Ο Κύριος αναδείχτηκε ανώτερος σε όλα και διέταξε το διάβολο να φύγει πίσω• διδάσκοντας με αυτά ότι δεν είναι δυνατό να αποκρούσομε το διάβολο, αν δεν καταφρονήσομε τους τρεις αυτούς λογισμούς.

Όλοι οι δαιμονικοί λογισμοί εισάγουν στην ψυχή ιδέες των αισθητών πραγμάτων, τις οποίες ο νους, αφού δώσει μορφή τις στριφογυρίζει μέσα του. Και από αυτό γνωρίζει το δαίμονα που τον πλησίασε. Παραδείγματος χάρη, αν έρθει στο νου μου το πρόσωπο εκείνου που με ζημίωσε ή με έβρισε, τότε είναι φανερό πως ήρθε ο λογισμός της μνησικακίας. Αν πάλι μας γίνει κάποια υπόμνηση χρημάτων ή δόξας, από αυτό γίνεται γνωστός ο δαίμονας που μας στενοχωρεί. Και στους άλλους λογισμούς επίσης από το πράγμα που σου υποβάλλει στο νου θα καταλάβεις ποιος δαίμονας βρίσκεται δίπλα σου και σου υποβάλλει το λογισμό.

Αλλά δεν λέω ότι όλες οι μνήμες των πραγμάτων αυτών προέρχονται από τους δαίμονες. Επειδή και ο ίδιος ο νους όταν μπαίνει σε κίνηση από τον άνθρωπο ξαναφέρνει τις παραστάσεις των γεγονότων. Αλλά όσες μνήμες τραβούν μαζί τους θυμό ή επιθυμία έξω από τις φυσικές ανάγκες, εκείνες είναι οπωσδήποτε από τους δαίμονες.
Γιατί από την ταραχή που προκαλούν αυτές οι δυνάμεις, ο νους αμαρτάνει με τη διάνοια και πολεμά επειδή δεν μπορεί να δεχτεί τη φαντασία του νομοθέτη Θεού. Επειδή αυτή η λαμπρότητα παρουσιάζεται στο λογικό κατά τον καιρό της προσευχής, όταν απουσιάζουν τα νοήματα των υλικών πραγμάτων.

Κεφάλαια περί διακρίσεως παθών και λογισμών
Ευάγριος ο Ποντικός
ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ ΤΟΜΟΣ Α’
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...