Όταν σε πληγώνουν χριστιανοί
Monday, 22 September 2014
When Orthodox Theologians Theologize Like Protestants
Breaking the Unity of Theology
By His Eminence Metropolitan Hierotheos of Nafpaktos and Agiou Vlasiou
By His Eminence Metropolitan Hierotheos of Nafpaktos and Agiou Vlasiou
In our days there is much talk about so-called “post-patristic theology”. Whatever definition anyone gives to this phenomenon, one thing is certain, that it is a “theology” that alters Orthodox ecclesiastical theology and associates it with so-called “scientific” theology, which in many ways deconstructs all the basic principles of the theology of the Church.
Many theologians, through the use of logic, reflection and biblical study methods developed in Protestant lands, try to interpret the prophetic, apostolic and patristic texts through different methods to that which has been given by Orthodox theology. Here I will briefly comment on one aspect of this interpretation.
Professor Savvas Agourides, who is well known to all modern theologians, and whom I had as a professor in the interpretation of the New Testament at the Theological School of Thessaloniki, speaks of “attempts within biblical scholarly circles towards the breaking of the continuity of the unity of the biblical message with Ecclesiastical Tradition.”
What does this reality mean?
Protestant biblical scholars, whom some Orthodox biblical theologians admire and counterpoise with the Fathers of the Church, the latter of whom they do not consider scholars, support the view that there is a break in the teachings between the Prophets, Apostles and Fathers. Within this perspective they say that the Prophets of the Old Testament heard things about God, while the Apostles saw God. They distinguish between the Prophets prior to the Babylonian exile and the Prophets after the Babylonian exile. They write about protocanonical and deuterocanonical books of the Old Testament as well as about a First Isaiah, a Second Isaiah and a Third Isaiah. They distinguish between the Christ of History and the Christ of Faith. They also speak of the differences between the “schools” of Matthew the Evangelist, John the Evangelist and the Apostle Paul. They write about the alteration of the original ecclesiology of the Early Church by the Early Fathers, and many other things.
Students of our Theological Schools are taught these things by modern scholarly professors and then these theologians transfer them to the fullness of the Church unknowingly, either through religious education in schools, or through sermons, or in organized gatherings.
The teachings of the Church are in opposition to this mentality, because according to the theology of the Church there is no division or break between the theology of the Prophets, Apostles and Fathers, since they all had the same experience of God. The difference is that the Old Testament Prophets and the Righteous had an experience of the Pre-Incarnate Word while the Apostles in the New Testament and the Fathers had an experience of the Incarnate Word. Thus, there is the identity of experience, as we confess in the Synodikon of Orthodoxy: “As the Prophets have seen, as the Apostles taught, as the Church received, as the Teachers dogmatized….” Yet the saints throughout the ages expressed the revelatory experiences they had with the terms of their time. There is no other difference that exists.
“Post-patristic theologians”, who delude themselves into thinking they are doing science, are transferring into the Orthodox world the problems of the Protestants, who, because they rejected Tradition and the Fathers of the Church, examine and interpret biblical texts with their logical opinions, investigating the letter while the spirit of the Scriptural and Patristic texts eludes them. The question arises: Why do post-patristic theologians consciously or unconsciously break away from Orthodox teachings as they have been expressed by the Fathers? Why do they undermine Orthodox teachings, as found in the liturgical texts and the worship tradition of the Church, for the sake of scientific theology? Why do they break the unity of the Prophets, the Apostles and the Fathers?
Source: Ekklesiastiki Paremvasi, “Διάσπαση τής ενότητας στήν Θεολογία”, August 2012. Translated by John Sanidopoulos.
Sunday, 21 September 2014
Συμμετοχή στήν Θεία Λειτουργία μέ τήν εὐλαβική παρασκευή τοῦ προσφόρου.
ΤΑ ΑΣΚΗΤΙΚΑ ΤΗΣ ΕΝΟΡΙΑΣ
3.ΜΥΣΤΗΡΙΑΚΗ ΖΩΗ
Συμμετοχή στήν Θεία Λειτουργία μέ τήν εὐλαβική παρασκευή τοῦ προσφόρου.
Ἡ λειτουργιά ἤ πρόσφορο, πού θά γίνει
Σῶμα τοῦ Χριστοῦ πρέπει νά παρασκευάζεται μέ πολλή προσοχή καί εὐλάβεια
ἀπό τούς εὐλαβεῖς ἐνορῖτες καί ὄχι ἀπό τό φοῦρνο βιομηχανικά καί
τυποποιημένα. Γιά τό λόγο αὐτό παραθέτουμε τήν μαρτυρία εὐλαβοῦς
γυναικός, ὅπως μᾶς τήν διέσωσε ὁ ἀγαπητός ἐν Χριστῷ ἀδελφός καί
καθηγητής τῆς Φιλοσοφίας Λάμπρος Σιάσος στό βιβλίο του: Ἀπό τήν
ἐκκλησιαστική στήν λαϊκή εὐσέβεια, Ἐκδ. Πουρναρᾶ Θεσ/νίκη 1994 καί
ἀναδημοσίευσε ὁ π. Ἀθ. Κατζιγκᾶς στό βιβλίο του Ἀκολουθία τῆς Ἱερᾶς
Προθέσεως ἤ Προσκομιδῆς, Ἐκδ. Μυγδονία,ἀπό ὅπου καί λάβαμε τό κείμενο.
Ἡ προετοιμασία γιά τίς λειτουργιές-
Ἀληθινό ἀφήγημα ἀπό τήν Δυτική Στερεά.
« - Πές μου γιαγιά Μαρία, σέ παρακαλῶ, πῶς ἔφτιαχναν στά χρόνια σου τίς λειτουργιές.
Ἡ μάννα μου, παιδί μου, ἦταν
Χριστιανή…, πάντοτε ἔκανε αὐτή τήν ἑτοιμασία. Τ’ ἀλεύρι τό εἶχε χώρια·
ὅταν ἤτανε καθαρή, θά τό συμμάζευε τ’ ἀλεύρι -μήν πάει ἀκάθαρτη καί
ἁπλώσει μέσα.
Χώρια, λοιπόν, τ’ ἀλεύρι γιά τίς λειτουργιές.
Τότε ἐμεῖς εἴχαμε τήν ἀλισσίβα.
Ἔβανε μιά κατσαρόλα στήν φωτιά μέ νερό καί πέταγε μέσα στάχτη· ἔβραζε ἡ
στάχτη μέ τό νερό, κι’ αὐτή ἤτανε ἡ ἀλισσίβα. Ἔπαιρνε ὕστερα μικρό
κατσαρολάκι, τό ἔβραζε, τό ἔβγαζε, τό ἔτριβε μέ τήν ἀλισσίβα, τό ἔφτιανε
μέ ἄμμο καί ἔφεγγε. Μετά ἔπλενε τά σαγάνια, τά χαλκοματένια. Ἔπαιρνε
αὐτό γιά τό προζύμι χωριστά.
Γιατί χωριστά;
Γιά νά βράσει, νἄναι καμμένο, νά καθαρίσει καλά, νἄναι εὐχαριστημένη, μήν πέρασε φίδι, πέρασε ποντίκι…
Πότε γινόταν αὐτό;
Μιά μέρα πρίν. Ἄς ποῦμε ὅτι ἤθελε
τίς λειτουργιές γιά τήν Κυριακή. Θά τίς πήγαινε Σάββατο τό βράδυ. Αὐτή ἡ
ἑτοιμασία γινόταν τήν Πέμπτη ἤ τήν Παρασκευή. Μόλις ἔπλενε τά
χαλκώματα, τά τύλιγε μέ καθαρό πανί, τἄδενε μέ κλωστή καί τά κρέμαγε
ψηλά τά κατσαρολικά καί τά σαγάνια, νἄναι σίγουρη ὅτι αὐτά εἶναι
πεντακάθαρα.
Ὕστερα, παραμονή τό βράδυ, θά
ἀνάπιανε τό προζύμι· ξανάβγανε τό κατσαρολάκι τό ξεχωριστό, ζέσταινε τό
νερό, ἔπαιρνε μέ τό μικρό κουτάλι νά δεῖ πόσο ζεστάθηκε, μήν καεῖ τό
προζύμι…
Ποῦ ἔριχνε νερό;
Ἔγερνε ἐπάνω στό χέρι της, νά δεῖ
εἶναι μαλακούλι τό νερό· ἅμα καίει, πάει τὄκαψε, δέν γίνεται λειτουργιά,
δέν ἀναπιάνεται τό προζύμι. Ἀναπιάνει λοιπόν τό προζύμι καί τ’ ἀφήνει
νά γένει.
Πῶς γινόταν αὐτό, θειά Μαρία;
Ἐδῶ πού ἦρθα ηὗρα τά ἴδια· ὅ,τι
ἔκανε ἡ μάννα μου τό βρῆκα κι’ ἀπ’ τήν πεθερά μου, τήν Βασίλω. Ἔβανε,
πού λές, τό χλιαρό νερό, κοσκίναγε τ’ ἀλεύρι καί τὄπαιρνε μέ τό κουτάλι
καί τά ἀναπιάνει νά εἶναι σίγουρη ὅτι ἡ λειτουργιά θά γίνει σῶμα καί
αἷμα.
Ἐκεῖ τό μυαλό της.
Ἐκεῖ καρφωμένο. Τ’ ἀνάπιανε καί
τόβανε κοντά στήν φωτιά γιά νά φουσκώσει. Καί στίς δύο τήν νύχτα
σηκωνόταν νά ζυμώσει τήν λειτουργιά. Μετά θανάπαιρνε, μόλις τελείωνε τό
προζύμι, θερμό νερό νά πλύνει τό σκαφίδι· ξύλινο σκαφίδι, τόσο δά,
(μικρό) ἴσα γιά τίς λειτουργιές.
Τόσο μικρό;
Ἦταν μικρό μόνο γιά λειτουργιές, ἄς
ποῦμε μισό μέτρο, ὅσο εἶναι ἡ γωνιά καί λιγότερο. Τό ἄλλο γιά τό ψωμί
ἤτανε ἐδῶ καί ἐκεῖ πέρα· γιόμιζε τό φοῦρνο καρβέλια. Ἐπαιρνε λοιπόν τό
μικρό σκαφίδι καί τό ζεμάταγε κι’ αὐτό.
Πότε;
Ἀπό τό βράδυ τῆς παραμονῆς. Τὄπαιρνε
ὕστερα μ’ ἕνα μεσάλι τό σκαφιδάκι αὐτό καί τό τύλιγε καλά κι’ ἔβανε ἕνα
σκαμνί ξύλινο καί τό ἀναποδογύριζε ἀπό πάνω, δίπλα στήν φωτιά, δίπλα
στό προζύμι κι αὐτό· γιά νά στεγνώσει τό σκαφίδι ἀπό μέσα. Ἀφοῦ ἐκεῖ θά
κοσκίναγε ἔπειτα.
Τί ἄλλο ἑτοίμαζε, θειά Μαρία;
Νά ἔβλεπες παιδί μου, τί φοροῦσε θἄκοβες τό αἷμα σου. Τά ἴδια γινότανε καί μέ τήν ἀδερφή τοῦ πατέρα μου.
Δηλαδή;
Αὐτά πού θά ἀκούσεις τά εἶδα μέ τά
μάτια μου: πλένονταν, ἄλλαζε ἀπό τό πρωΐ πού θά σηκωνόταν νά ζυμώσει
λειτουργιά…, θά φόραγε κουρελάκια, ἀλλά ἔλαμπαν ἀπό τήν καθαριότητα,
πλυμένα μέ ἀλισσίβα.
Δέν ἦταν καινούργια, ἀλλά καθαρά!
Ναί, κουρελάκια… δέν χώραγαν ἄλλα
μπαλώματα σοῦ λέω· σάκκο καί φουστάνι, τό φουστάνι τό φτιάχνανε μοναχές,
κάθε μία μοδίστρα μοναχή της, τά χεράκια της ὅλη τήν νύχτα ἔραβαν.
Καί ὁ σάκκος;
Ὁ σάκκος ἤτανε τό ἀπό πάνω, μπλούζα
πού λέμε τώρα. Ἤτανε ἀνοιχτός κάπως ἐδῶ μπροστά, ἀλλά τόφκιανε μέ μέση
καί ἔπεφταν τά καμφάκια ἐδῶ, νά χαρίζει καί λίγο. Κουμπάκια ἤ σοῦστες
ἔβανε κάτω-κάτω, ἀλλά ὁ λαιμός ἐκεῖ κλειστός.
Ντυμένη λοιπόν πεντακάθαρα.
Κατακάθαρα ὁπωσδήποτε. Καί στόν
ἑαυτό της ἤξερε ὅτι εἶναι καθαρή καί ἤξερε ὅτι θά τήν φκιάσει τήν
λειτουργιά· ἀλλιῶς δέν τήν ἔφκιανε.
Ἀλήθεια;
Δέν τήν ἔφκιανε· θά ἔβαζε ἐμένα πού
ἤμουνα κοριτσάκι καί θά τήν ζύμωνα· καί μέ ὁρμήνευε, ἔτσι φκιάσε… καί
τήν ἔφκιανα. Ἔπρεπε νά εἶναι σίγουρη ὅτι ἡ λειτουργιά θἄναι καθαρή·
ἀλλιῶς δέν τήν πήγαινε στόν παπᾶ.
Ὅλα αὐτά λοιπόν τήν παραμονή.
Τήν ἄλλη μέρα τό πρωΐ θ΄ασηκωνότανε, χαράματα;
Ἄλλοτε χαράματα, ἄλλοτε στίς τρεῖς,
δέν εἶχε ὕπνο· ἅμα τό προζύμι φούσκωνε, τότε θά ἄρχιζε. Μόλις ἔβλεπε ὅτι
ἔγινε τό προζύμι, ἔπαιρνε τήν σήτα τήν πλυμένη, πού τήν εἶχε μέσα στήν
σακούλα, γιά νά κοσκινίσει τό ἀλεύρι, λίγο ἀλεύρι· δέν ἔφκιανε τίς
λειτουργιές ὅπως τίς κάνουν τώρα, ἀλλά τόσο μικρές.
Πόσο δηλαδή;
Νά πατάει ἡ σφραγίδα καί λίγο νά
μένει στήν ἄκρη. Ἔπαιρνε τό ἀλεύρι καί τό ζύμωνε, ἔπαιρνε τό πλαστράκι,
ὄχι μεγάλο, ἀλλά μικρό καί ἐκεῖ ἐπάνω ζύμωνε. Μετά ἔβαζε τίς λειτουργιές
στά σαγανάκια πού τά ζέσταινε καί πάταγε τό ζυμάρι. Ἐκείνη τήν ὥρα
πρόσεχε πολύ. Τά μαλλιά της καλοτυλιγμένα μέσα στό μαντήλι νά μήν
ξεπέχει τίποτε ἀπ’ ἔξω.
Γιατί;
Γιατί ἔχει καί ὁ πειρασμός μ’ αὐτά
νά κάνει. Νάρθει, λέει, νά τήν τραβήξει νά πέσει μέσα στό ζυμάρι. Τρέμει
ἡ νοικοκυρά ἐκείνη τήν ὥρα, ἡ λειτουργιά της θά γίνει σῶμα και αἷμα.
Λεει στό Θεό: «Εἶμαι καθαρή Θεέ μου; συγχώρα με, συγχώρα με…». Καί
προσεύχεται ἀσταμάτητα. Λέει τό «Πάτερ ἡμῶν…» χωρίς σταματημό. Ὁ
μακαρίτης ὁ παπα-Νταλιάνης μᾶς ἔλεγε: «Ὅταν ζυμώνετε λειτουργιά νά
προσέχετε. Νά μή λούζεστε ἐκείνη τήν ὥρα, ἀλλά τήν προηγούμενη μέρα. Κι’
ὅταν ἔρθει ἡ ὥρα γιά τό ζύμωμα τά μαλλιά νά τά δένετε σφιχτά μέ τό
μαντήλι γιά νά μήν ἔχει δικαίωμα ὁ πειραυθλφσμός νά ἁπλώσει…».
Πόση ὥρα ζυμώνει τό ζυμάρι;
Πολλή ὥρα θέλει, ὅπως τό ψωμί· νά
γένει ἡ λειτουργιά. Φαίνεται αὐτό, γιατί κάνει φουσκάλες τό ζυμάρι· ἅμα
τό ζυμώσει, καλά, μαρτυράει μοναχό του τό ζυμάρι. Ἅμα ζυμωθεῖ, λοιπόν
ἀπό τήν δύναμη, καί κούλημα καί ζύμωμα, ἔρχεται αὐτό μοναχό του καί
ἀμολάει. Τό καταλαβαίνει ἡ νοικοκυρά. Μετά κάνει τό σταυρό ἀπό πάνω καί
τ’ ἀφήνει.
Πῶς γίνεται αὐτό;
Νά ἔτσι μέ τήν παλάμη ὄρθια τρεῖς
φορές τό πατᾶς τό ζυμάρι νά χαράζεται. Τό σκεπάζει μέ τήν πετσετούλα,
παίρνει τά σαγανάκια, τά ζεσταίνει ἅμα κάνει κρύο, βάζει μιά σταγόνα
λάδι καί τά ἀλείφει καί τά δύο τά σαγανάκια. Μετά θά κόψει τό ἀνάλογο.
Θά κανονίσει μέσα στήν μέση στό ζυμάρι νά τό χωρίσει. Τό χωρίζει…
κοντεύει νά κοπεῖ καί τό πατάει πρός τά κάτω. Κι αὐτό γίνεται σάν
λειτουργιά ξεχωριστή κάτω.
Τό ἄλλο; Τό ἀπάνω μένει αὐτό καί τό στρίβει ἔτσι λιγάκι καί τό πατάει ἀπό πάνω καί εἶναι χωρισμένο. Τό βλέπεις, χωρίζει.
Τί σημαίνει αὐτό;
Τό κάτω εἶναι ἡ γῆς καί τό πάνω ὁ
οὐρανός· καί συνδέεται ἡ γῆς μέ τόν οὐρανό. Τό βάζει λοιπόν στό σαγανάκι
καί πατάει μέ τήν σφραγίδα ἀπό πάνω… τά τυλίγει, τά βάζει στό κρεββάτι
καί δέν βάζει πιάτα ἀπό πάνω γιατί ἱδρώνει καί χαλᾶνε τά γράμματα. Θά
βάλει καθαρό μεσάλι και τρία μαξιλάρια ὁλόγυρα. Τό μεσάλι ἀπό πάνω νἄναι
ψηλότερο, νά μήν ἀγγίζει πάνω στήν λειτουργιά. Καί ἡ κουβέρτα, ἀπό
πανω. Γιατί, ἅμα εἶναι χειμώνας δέν γίνεται. Αὐτή κρατάει ζέστα. Ἔτσι
περιμένεις νά φουσκώσει.
Τήν παρακολουθάει δηλαδή.
Ὁπωσδήποτε. Αὐτό γίνεται τό Σάββατο
τό πρωΐ. Ἅμα θά γίνει, θά τήν φουρνίσει. Ἡ νοικοκυρά πρέπει νά
κουβεντιάζει μέ τό ζυμάρι. Ξέρει πού θά πάει αὐτό. Κι ὅλη τήν ὥρα δέν
ἔχει ἄλλη ἔγνοια, μόνο αὐτή, μέχρι νά τήν βάλει στό φοῦρνο. Κι ὅσο τήν
φουρνίζει, προσέχει νά μη χαλάσει, νά μή γίνουν ἐλιές ἀπάνω της.
Δηλαδή;
Οἱ παλιές λέγανε ὅτι ὁ Θεός τότε σοῦ
δείχνει σημάδια· νά μήν τήν πᾶς στήν ἐκκλησία. Δέν εἶναι εὔκολα
πράγματα αὐτά. Πώς λένε ὅτι κατεβαίνουν ἄγγελοι καί λειτουργᾶνε μέ τόν
παπᾶ. Σ’ αὐτό βοηθάει καί ἡ νοικοκυρά, ἡ ἄξια καί ἡ καθαρή, μέ τά χέρια
της καί μέ τήν ψυχή της.
Ὁ παπᾶς τῆς ἐνορίας θά διαλέξει τήν
λειτουργιά πού θά εἶναι καθαρή. Μπορεῖ νά πᾶνε καί πενήντα λειτουργιές
στήν ἐκκλησία· αὐτός ὅμως θά διαλέξει τήν καθαρή καί τήν σωστή. Ἐκείνη
θά προσκομίσει»42.
Θά μποροῦσε ὁ ἱερέας νά προχωρήσει,
ἔπειτα ἀπό ἐνημέρωση καί σχετική διδασκαλία τοῦ ποιμνίου του, σ’ ἕνα
ρηξικέλευθο μέτρο: Νά δέχεται γιά προσκομιδή μόνο πρόσφορα χειροποίητα
παρακινώντας τό ποίμνιό του στήν ἐκμάθηση καί εὐλαβική παρασκευή τους.
Παράλληλα μέ τήν παρασκευή τοῦ προσφόρου
πολύ καλό θά ἦταν οἱ ἐνορῖτες νά παρασκευάζουν μόνοι τους τούς ἄρτους
τῆς Ἀρτοκλασίας καθώς καί τά κόλλυβα τῶν μνημοσύνων ἤ τῶν τιμωμένων
Ἁγίων. Ὅ,τι προσφέρουμε στόν Θεό πρέπει νά εἶναι τέλειο.
42 Λάμπρου Σιάσου, Ἀπό τήν Ἐκκλησιαστική
στή λαϊκή εὐσέβεια, Ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσ/κη 1994, στό: Πρωτ. Ἀθ.
Κατζιγκᾶ, Ἀκολουθία τῆς Ἱερᾶς Προθέσεως ἤ Προσκομιδῆς, Ἐκδ. Μυγδονία,
Α΄ἔκδ. 1999 σελ. 136-144.
ΑΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ, ΟΛΑ ΔΙΟΡΘΩΝΟΝΤΑΙ!
Πριν
από μερικές δεκαετίες ο μετέπειτα διάσημος γαλλορουμάνος θεατρικός
συγγραφέας Ευγένιος Ιονέσκο επισκέφθηκε για πρώτη φορά το Άγιον Όρος.
Εκεί συνέβη το εξής περιστατικό, όπως ο ίδιος το διηγήθηκε σε συνέντευξή
του στο περιοδικό Paris match πριν από αρκετά χρόνια:
«Είχα
γεννηθεί σε ορθόδοξη οικογένεια και ζούσα στο Παρίσι. Είκοσι πέντε
χρονών, γνήσιος νέος της κοσμικής εποχής του τότε Παρισιού. Μου ήρθε η
ιδέα να επισκεφθώ το Άγιον Όρος λόγω της θέσης που είχε -και έχει
βέβαια- ως τόπος ασκήσεως στην ορθόδοξη Εκκλησία. Και εκεί, μου ήρθε
ακόμη μία σκέψη στο μυαλό: να εξομολογηθώ. Επήγα λοιπόν και βρήκα ένα
ιερομόναχο -πνευματικό. Τί του είπα; Τα συνηθισμένα αμαρτήματα ενός
κοσμικού νέου πού ζει χωρίς γνώση Θεού. Ο Ιερομόναχος, αφού με άκουσε,
μου είπε:
-Στον Χριστό πιστεύεις παιδί μου;
-Ναι, ναι, λέει ο Ίονέσκο. Πιστεύω πάτερ. Άλλωστε είμαι βαπτισμένος χριστιανός ορθόδοξος.
-Βρε
παιδάκι μου, του λέει εκείνος ο διακριτικός πνευματικός, πιστεύεις, το
αποδέχεσαι πλήρως, ότι ο Χριστός είναι ο Θεός και δημιουργός του κόσμου
και δικός μας;
Τα
έχασα, λέει ο συγγραφέας. Γιατί πρώτη φορά με έβαζε ένας άνθρωπος
μπροστά σ’ αυτό το ερώτημα, στο οποίο έπρεπε να απαντήσω με ειλικρίνεια
και να πάρω θέση. Όχι απλώς αν πιστεύω ότι κάποιος έφτιαξε τον κόσμο.
Αλλά ότι αυτός ο Θεός, ο δημιουργός του κόσμου, έχει να κάνει με μένα.
Και εγώ έχω προσωπική σχέση μαζί του! Του απάντησα:
-Πιστεύω πάτερ, αλλά βοηθήστε με να το καταλάβω καλά αυτό το γεγονός,
-Αν πραγματικά πιστεύεις, τότε όλα διορθώνονται».
Το
περιστατικό αυτό υπήρξε η αιτία της μεταστροφής του Ιονέσκο, ο οποίος
μέχρι τα βαθειά του γεράματα, όντας διάσημος και περιβόητος, έζησε ως
ευλαβής και βαθειά πιστός ορθόδοξος χριστιανός.
Τα
λόγια του αγιορείτη γέροντα «αν πραγματικά πιστεύεις, τότε όλα
διορθώνονται» σημαίνουν ότι: η πίστη στο Χριστό δεν είναι μια αφηρημένη
θεωρία ούτε «λόγια του αέρα».
-Πίστη στο Χριστό σημαίνει απόλυτη εμπιστοσύνη και υπακοή σε ένα συγκεκριμένο Πρόσωπο, που είναι ο Δημιουργός και ο Σωτήρας μου!
-Άρα
πίστη στο Χριστό δεν είναι μόνο λόγια αλλά κυρίως είναι έργα συνειδητής
μετανοίας και συνεχούς επιστροφής στο θέλημα του Χριστού και στην
αγκαλιά του Χριστού, που είναι η Εκκλησία Του.
(Αρχιμ. Νίκων Κουτσίδης, «Μαρτυρίες φωτός», Ι.Μ.Προφήτου Ηλιού-Πρέβεζα)
Saturday, 20 September 2014
Άλλο θλίψη κι άλλο νήψη!
Πρέπει να καταλάβεις, ότι άλλο πράγμα
είναι η πατερική Νήψη και άλλο η θλίψη. Γι αυτό σπάσε αυτό το πέτρινο
και άκαμπτο ενοχικό προσωπείο που σε βοηθάει με πρόσχημα την
«πνευματικότητα» να κρατιέσαι μακριά από τα συναισθήματα σου και από ότι
βαθιά σε φοβίζει.
Βρες, βρες το μονοπάτι που οδηγεί στο παιδί μέσα σου. Το φίμωσες. Το εξουθένωσες. Του είπες να μεγαλώσει, να μην κάνει φασαρία, να μην μιλάει και το σημαντικότερο να μην γελά κι να μην παίζει. Γιατί η ζωή είναι σοβαρή υπόθεση. Είναι για τους "μεγάλους" και όχι για τα παιδιά.
Μάλιστα είπες, η "πνευματική" ζωή δεν έχει γέλιο και χωρατά. Τόσο πολύ πήρες στα σοβαρά τον εαυτό σου, που τον λάτρεψες, τον ειδωλοποίησες, τον έκανες "Θεό" στην θέση του Όντως Θεού.
Τόσο πολύ ασχολήθηκες με την "σωτηρία" σου, που στο τέλος την έχασες. Γιατί ξέχασες ότι η σωτηρία περνάει μέσα απο τον άλλο και Άλλον. Ενώ εσύ λάτρεψες τον εαυτό σου.
Δεν φοβήθηκες την αμαρτία αλλά τον ευατό σου.
Δεν φοβήθηκες τον θάνατο μα την ζωή.
Δεν πόθησες τον Χριστό και την Εκκλησία Του, μα την κρυψώνα που λέγεται "θρησκεία".
Σπάσε την θλίψη, δεν είναι νήψη. Φόβος και ενοχή είναι.
Το παιδί είναι ακόμη εκεί. Είναι ακόμη εκεί και σε περιμένει. Ακόμη δεν σταμάτησε να χαμογελά και να παίζει. Να χαίρεται την ύπαρξη. Γιατί η ζωή δεν έχει κάποιο νόημα, είναι η ίδια νόημα. Δώρο του Θεού, αποκάλυψη πληρότητας στο πρόσωπου του Χριστού μας.
What is Happiness?
How does Christianity deal with this problem?
If we turn to the beginning of human history, the developments happening then would seem strange to us now. The first humans in the Garden of Eden seemed to be happy, but one day they suddenly felt an inner discontent. Was it because they were lacking something in their so-called “external life”? No, they were sovereigns of the earthly world; they reigned in it and had all there was in it for their needs and happiness. Nevertheless, they began looking for something else. They went so far as to taste the fruit God had forbidden, in full awareness of what would follow. How could this happen? There is a brief narration to us about the temptation by the serpent, who said that having broken God’s covenant, they would become gods. (Ye shall be as gods.—Gen.3:5). It would seem hard to understand how they could have fallen to this temptation! But here is an interesting real-life story.
Friday, 19 September 2014
Πώς είναι ο Θεός;

Ένας νέος πήγε σ ‘ έναν σοφό γέροντα και τον παρακάλεσε θερμά:
-Με απασχολεί το ερώτημα: Υπάρχει Θεός; Ειπέ μου, σε παρακαλώ! Εσύ το πιστεύεις ότι υπάρχει Θεός;
-Και βέβαια το πιστεύω, του απάντησε ο γέροντας.
-Και ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο, το πιστεύεις κι αυτό;
-Και βέβαια, το πιστεύω.
-Και τον Θεό ποιος τον έφτιαξε;
-Εσύ, του απάντησε σοβαρά και ξερά ο γέροντας.
Ο νεαρός σοκαρίστηκε με την απάντηση του γέροντα.
Τον ρώτησε και πάλι λοιπόν:
-Γέροντα, εγώ σε ρωτάω σοβαρά, του είπε. Κι εσύ μου λες πως εγώ έφτιαξα το Θεό.
-Μα κι εγώ σοβαρά σου μιλάω, του απάντησε ο γέροντας. Πολύ σοβαρά. Και πρόσεξε γιατί. Εσύ μ’ όλ’ αυτά που με ρωτάς, δείχνεις πως δεν ψάχνεις να βρεις το Θεό όπως είναι. Εσύ ψάχνεις να βρεις έναν Θεό όπως τον θέλεις εσύ, όπως τον φαντάζεσαι εσύ, κομμένον στα μέτρα σου. Αυτόν τον Θεό λοιπόν θα τον έχεις φτιάξει εσύ. Δεν θα είναι ο αληθινός Θεός. Και πρόσθεσε ο άγιος αυτός γέροντας:
-Ψάξε να βρεις τον αληθινό Θεό, παιδί μου. Να Τον δεχτείς όπως είναι. Μην Τον θέλεις όπως εσύ τον φαντάζεσαι. Προσπάθησε να γίνεις εσύ όπως σε θέλει ο Θεός. Προσπάθησε να Τον καταλάβεις όπως είναι. Και ν’ αγαπήσεις το θέλημά Του, όπως είναι.
-Με απασχολεί το ερώτημα: Υπάρχει Θεός; Ειπέ μου, σε παρακαλώ! Εσύ το πιστεύεις ότι υπάρχει Θεός;
-Και βέβαια το πιστεύω, του απάντησε ο γέροντας.
-Και ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο, το πιστεύεις κι αυτό;
-Και βέβαια, το πιστεύω.
-Και τον Θεό ποιος τον έφτιαξε;
-Εσύ, του απάντησε σοβαρά και ξερά ο γέροντας.
Ο νεαρός σοκαρίστηκε με την απάντηση του γέροντα.
Τον ρώτησε και πάλι λοιπόν:
-Γέροντα, εγώ σε ρωτάω σοβαρά, του είπε. Κι εσύ μου λες πως εγώ έφτιαξα το Θεό.
-Μα κι εγώ σοβαρά σου μιλάω, του απάντησε ο γέροντας. Πολύ σοβαρά. Και πρόσεξε γιατί. Εσύ μ’ όλ’ αυτά που με ρωτάς, δείχνεις πως δεν ψάχνεις να βρεις το Θεό όπως είναι. Εσύ ψάχνεις να βρεις έναν Θεό όπως τον θέλεις εσύ, όπως τον φαντάζεσαι εσύ, κομμένον στα μέτρα σου. Αυτόν τον Θεό λοιπόν θα τον έχεις φτιάξει εσύ. Δεν θα είναι ο αληθινός Θεός. Και πρόσθεσε ο άγιος αυτός γέροντας:
-Ψάξε να βρεις τον αληθινό Θεό, παιδί μου. Να Τον δεχτείς όπως είναι. Μην Τον θέλεις όπως εσύ τον φαντάζεσαι. Προσπάθησε να γίνεις εσύ όπως σε θέλει ο Θεός. Προσπάθησε να Τον καταλάβεις όπως είναι. Και ν’ αγαπήσεις το θέλημά Του, όπως είναι.
Subscribe to:
Posts (Atom)





