Thursday, 7 August 2014

The external appearance, moral rectitude and glory of the Holy Mother of God.


The Holy Theotokos’ virtues and the grace of God that purified Her to become the Mother of God, have placed Her higher than all the righteous and holy people and even the heavenly host. Her zeal towards prayer and pious activities, Her ever-virginal purity and chastity, Her faith in God’s promises, Her constant attentiveness to the paths of God’s Providence, Her devotion to God’s will, Her equable tolerance of difficult circumstances of life, Her unshakeable courage amid the greatest sorrows and tribulations, Her maternal concern and heartfelt warmth towards those around Her, and most of all – Her absolute humility: such are the moral perfections that were constantly manifested in Her, from childhood to dormition. 


Tuesday, 5 August 2014

π.Ανδρεας Κονανος -Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ(Ομιλία)

Εκπομπή Αθέατα Περάσματα του π.Ανδρέα Κονάνου

Moses and the Vision of God


The vision of God is presented in the Holy Scriptures in two different forms which appear to be mutually exclusive. Some passages characterize the vision of God as an impossibility. In the book of Exodus, for example, God tells Moses: “You cannot see My face; for no man can see My face and live,”[1] while the psalmist notes that God “made darkness His hiding place.”[2] In the New Testament, the Apostle and Evangelist John writes: “No one has ever seen God”[3], And the Apostle Paul adds that God is He “whom no one has ever seen or can see”[4].


At the same time, however, the Holy Scriptures also detail numerous theophanies. For instance, Jacob says: “For I saw God face to face, and my soul was saved”[5]. And of Moses, it is recorded: “Thus the Lord spoke to Moses face to face, as a man speaks to his friend”[6]. Finally, Job, addressing the Lord, says: “I have heard of You by the hearing of the ear, but now my eye sees You”[7]. In the New Testament, Christ calls “the pure in heart”[8] blessed because they will see God. And the Apostle John writes: “Beloved, we are God’s children now; it does not yet appear what we shall be, but we know that when he appears we shall be like him, for we shall see him as he is”[9].
Commenting on these passages, Saint Gregory Palamas notes that theology deems the vision of God impossible, yet simultaneously promotes it. It is considered impossible because God is inconceivable according to His essence. Yet it is advocated because God approaches the world and makes Himself approachable through His energies. Thus, these two things are not contradictory, but rather work in harmony.

Monday, 4 August 2014

Πώς να περάσεις τη νύχτα σου...


Το βράδυ, με το τέλος όλων των έργων της ημέρας, ευχαρίστησε τον Θεό για όλες τις ευεργεσίες πού έλαβες κατά τη διάρκεια της ημέρας, δηλαδή: επειδή παρέμεινες ζωντανός, κι ακόμη για τις πνευματικές και σωματικές σου δυνάμεις, για την υγεία σου, για την τροφή, το ποτό, για όλους τους ψυχοσωτήριους λογισμούς, για όλες τις άγιες επιθυμίες, για το γήινο και το ουράνιο φως, για τη βοήθεια και προστασία Του, δηλαδή για κάθε ευεργεσία Του.
Ύστερα απασχόλησε την καρδιά σου με τούς ακόλουθους πνευματικούς λογισμούς: «Να πού εγώ για μια ακόμη μέρα ήρθα πιο κοντά στο θάνατο. Τι θα συμβεί, αν θελήσει ο Κύριος να με βάλει αυτή τη νύχτα μπροστά στο Δίκαιο Κριτήριο Του; Θα αντέξω; Το πρωί έβαλα σκοπό να περάσω όλη την ημέρα με αγιότητα. Πώς την πέρασα; Μήπως παρόργισα τον Κύριο με κάτι;
Μετά απ' αυτές τις ερωτήσεις:
α) Προσευχήσου μέσα στην καρδιά σου στο Πανάγιο Πνεύμα για να φωτίσει το νου σου και με ακρίβεια ως και τη μικρότερη λεπτομέρεια θυμήσου: Πώς έζησες τη μέρα πού πέρασε, πώς σηκώθηκες το πρωί, πώς ετοιμάστηκες, πώς έκαμες την πρωινή προσευχή σου, πώς πέρασες κατά τη διάρκεια των πρωινών σου ασχολιών σύμφωνα με τη θέση σου, πώς συμπεριφέρθηκες κατά το φαγητό και την ανάπαυση, πώς στην σχέση σου με τούς οικείους σου, τούς γείτονές σου, με τούς ξένους, ειδικά σε περιστάσεις επικίνδυνες για σένα. Μήπως υπέκυψες στην αμαρτία; Μήπως χαλάρωσε ή διάθεσή σου να αποφεύγεις την αμαρτία; Πώς φέρθηκες όταν σου συμπεριφέρθηκαν με αγένεια, όταν δεν σε άκουσαν ή γέλασαν εις βάρος σου;
β) Προσευχήσου, ώστε το Άγιο Πνεύμα να σε οδηγήσει να θυμηθείς: Τι σκέφτηκες τη σημερινή ημέρα, τι είπες, τι έκανες. Πώς προσπάθησες ή δεν προσπάθησες να φυλάξεις την αγία απόφαση πού είχες πάρει το πρωί να απομακρυνθείς από την αμαρτία τι ιδιαιτέρως σε τραβούσε ή τι σε παρέσυρε στην αμαρτία, τι τρόπο επιχείρησες να χρησιμοποιήσεις εναντίον της αμαρτίας ή εναντίον των εμποδίων να εκπληρώσεις το θέλημα του Θεού και γιατί ο τρόπος αυτός φάνηκε ανεπαρκής.
γ) Προσευχήσου, ώστε το Άγιο Πνεύμα να σε οδηγήσει να θυμηθείς σε τι και γιατί αμάρτησες, τι και γιατί δεν το έκανες, μήπως αμάρτησες τρέφοντας τον εαυτό σου με κακούς λογισμούς και επιθυμίες, μήπως αμάρτησες παραλείποντας να κάνεις κάτι καλό ή πρέπον, μήπως αμάρτησες εναντίον της πρώτης, της δεύτερης ή της τρίτης εντολής κ.λπ., μήπως είχες συμμετοχή σε ξένες αμαρτίες κ.λπ.
δ) Ενθυμούμενος πώς πέρασες τη μέρα σου, θα βρεις στον εαυτό σου και καλά και κακά. Όλα τα καλά να τα επιγράφεις στον Θεό και τα κακά στον εαυτό σου. Πάρε εκ νέου στερεά απόφαση να εναντιωθείς στην αμαρτία, ιδιαιτέρως την πιο προσφιλή σου αμαρτία. Επινόησε τα πιο δυνατά μέσα και τούς τρόπους για να λυτρωθείς απ' αυτήν. Αλλά ταυτόχρονα προσευχήσου και παρακάλεσε τον Κύριο και Θεό να σου αποκαλύψει ελπίδα και τρόπους πού θα ενισχύσουν ιδιαίτερα την αγαθή σου προαίρεση, ώστε να είσαι έτοιμος να πεθάνεις παρά να ξανακάνεις τις προηγούμενες αμαρτίες σου και να προσβάλεις εκ νέου τον Θεό.

Sunday, 3 August 2014

Μας σώζει η Αγάπη!

  
Αντώνιος (Μπλουμ) Μητροπολίτης Σουρόζ

Μερικὲς φορὲς φοβούμαστε ν' ἀκούσουμε προσεκτικὰ κάποιο πρόσωπο, διότι τὸ ν' ἀκούσεις σημαίνει ν' ἀνταποκριθεῖς κι ὄχι μόνο γιὰ ἕνα λεπτὸ ὅσο ἡ καρδιὰ εἶναι συγκινημένη καὶ μὲ μιὰ περαστικὴ σκέψη ἀλλὰ γιὰ πάντα. Μὲ τὸν τρόπο ποὺ ὁ Χριστὸς ἀνταποκρίθηκε στὴν ἀνθρώπινη θλίψη καὶ τὴ φρίκη τῆς στέρησης τοῦ Θεοῦ κι ἔγινε γιὰ πάντα ἄνθρωπος.
Δὲ σωζόμαστε ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἀγωνιζόμαστε καὶ πετυχαίνουμε κάποιου εἴδους ἀποτέλεσμα, σωζόμαστε ἀπὸ τῆς ψυχῆς μας τὸν πόθο ποὺ μᾶς τραβᾶ στὸ ζωντανὸ Θεό, ἀπὸ τὴν ἀγάπη ποὺ μᾶς τραβᾶ στὸ Χριστό. Καὶ ὅταν ἀκόμα ἀποτυγχάνουμε - καὶ αὐτὸ ἰσχύει καὶ στὶς ἀνθρώπινες σχέσεις -δὲν πρέπει νὰ ξεχνοῦμε ὅτι ἀκριβῶς, ὅπως καὶ ὁ Ἄπ. Πέτρος ἀφοῦ εἶχε ἀρνηθεῖ τὸ Χριστὸ ἦταν ἱκανὸς νὰ ἀπαντήσει τὴν τριπλῆ ἐρώτησή του, μποροῦμε νὰ ποῦμε: «Κύριε, ἐσὺ γνωρίζεις τὰπάντα, γνωρίζεις τὴν ἀσθένειά μου, τὶς ἐκτροπές, τὴν ἀβεβαιότητα, τὴν ἀστάθειά μου, γνωρίζεις ὅμως καὶ ὅτι σὲ ἀγαπῶ, ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ τελευταῖο, τὸ βαθύτατο πράγμα μέσα μου».

Κανεὶς δὲν μπορεῖ ν' ἀγαπᾶ ἕναν ἀόρατο Θεὸ ἂν πρῶτα δὲ μάθει ν' ἀγαπᾶ τὸ συγκεκριμένο, ζωντανό, πραγματικὸ πρόσωπο τὸ ὁποῖο ἔχει ἀπέναντί του. Πρὶν λοιπὸν θέσουμε τὸ ἐρώτημά τοῦ πῶς θὰ φτάσουμε στὸ Θεό, ἂς ρωτήσουμε τοὺς ἑαυτοὺς μας ποιὰ εἶναι ἡ στάση μας ἀπέναντι στὸν πλησίον μας· ἂν ἡ καρδιὰ μας εἶναι κρύα, ἐπιφυλακτικὴ καὶ κλεισμένη, ἂν μᾶς τρομοκρατεῖ ἀκόμη καὶ ἡ ἰδέα ὅτι ὁ πλησίον μας μπορεῖ νὰ ἀπαιτήσει τὴν καρδιὰ καὶ τὴ ζωή μας δὲν ὑπάρχει κανένας λόγος νὰ ἐπιζητοῦμε συνάφεια μὲ τὸ Θεό. Θὰ πρέπει πρῶτα νὰ μάθουμε τὸ πῶς ν' ἀποκτήσουμε μιὰ καρδιὰ ζεστή, μιὰ καρδιὰ ζωντανή, μιὰ καρδιὰ ποὺ νὰ ἀνταποκρίνεται στὸν πλησίον μας καὶ ἡ καρδιὰ ἐκείνη τότε, ἀνοιγμένη, μὲ τὴν καθαρότητά της θὰ δεῖ τὸ Θεό.

Ἡ ἀγάπη δὲ γνωρίζει ὅρια. Δὲν εἶναι ποτὲ δυνατὸ νὰ ποῦμε ὅτι ἔχουμε ἀγαπήσει, ὅτι ἔχουμε κάνει πράξη τὴν κάθε παρακίνηση τῆς καρδιᾶς μας, ὅτι ἔχουμε ἀγαπήσει μὲ τρόπο τέλειο γιατί τέλεια ἀγάπη ἦταν ἐκείνη μὲ τὴν ὁποία ὁ Χριστὸς ἀγάπησε τοὺς μαθητές Του. Μὲ τὰ λόγια τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Εὐαγγελιστῆ (Ἰω. 15.13): «μείζονα ταύτης ἄγαπην οὐδεὶς ἔχει, ἵνα τις τὴν ψυχὴν αὐτοῦ θῇ ὑπὲρ τῶν φίλων αὐτοῦ».
Πρὶν δοκιμάσουμε νὰ ζήσουμε μὲ μόνη βάση τὴν ἀγάπη ἂς κάνουμε μιὰ προσπάθεια, ἂς δοκιμάσουμε νὰ ζήσουμε σύμφωνα μὲ τὸ νόμο, νὰ μὴν παραβλέπουμε δηλαδὴ τὶς ἀπαιτήσεις τοῦ νόμου: τὴ δικαιοσύνη καὶ τὴν εἰλικρίνεια, ὅλες τὶς ἀπαιτήσεις τῆς φύσης ὅσον ἀφορᾶ τὸν τομέα τῶν σχέσεων ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Τότε μόνο θὰ εἶναι δυνατὸ νὰ φτάσουμε σ' ἕνα τέτοιο ἀνάστημα, ποὺ ἔχοντας προχωρήσει πέρα ἀπὸ τὸ νόμο θ' ἀγαπᾶμε μὲ ὅλη μας τὴν καρδιά, μὲ ὅλη μας τὴν ψυχή, ὅλη τὴ δύναμη καὶ τὸ εἶναι μας, μὲ τὴ ζωὴ καὶ τὸ θάνατό μας.

Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπέραντη καὶ βαθειὰ καὶ ἀγκαλιάζει τοὺς πάντες. Αὐτὸ τὸ ὁποῖο μπορεῖ νὰ ἀλλάξει στὴν ἀγάπη αὐτὴ εἶναι μία κάποια ἐσωτερικὴ ἰδιότητά της: ὁ Θεὸς μπορεῖ ἀγαπώντας νὰ χαίρεται ἤ ἀλλοιώτικα νὰ πληρώνει τὸ τίμημα τῆς ἀγάπης Του πάνω στὸ σταυρό.
Πρέπει νὰ πάρουμε φωτιὰ μὲ ὁλόκληρο τὸ εἶναι μας, μὲ μυαλὸ καὶ καρδιὰ καὶ θέληση καὶ σῶμα καὶ νὰ γίνουμε ἡ καιόμενη βάτος τὴν ὁποία εἶδε ὁ Μωυσῆς νὰ καίγεται ὁλόκληρη χωρὶς νὰ ἀναλίσκεται.
Μόνο ἂν ἡ ἀνθρώπινη ἀγάπη φωτιστεῖ μὲ τὸ θεϊκὸ μυστήριο θὰ πάψει νὰ καταναλίσκει τὸ ὑλικὸ τὸ ὁποῖο τὴν τρέφει. Ἡ θεϊκὴ ἀγάπη καίει, κάνει τὸ κάθε τι μιὰ ζωντανὴ φλόγα, δὲν τρέφεται ὅμως μὲ τὸ ὑλικό της: καταστρέφει αὐτὸ ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει στὴν αἰωνιότητα• αὐτὸ ποὺ μένει εἶναι μία καθαρὴ φλόγα ἡ ὁποία μεταμορφώνει τὸν ἄνθρωπο σὲ Θεό.

The Theotokos and the Church


By His Eminence Metropolitan Hierotheos of Nafpaktos

The Church of Christ, my beloved brethren, is the Divine-human Body of Christ. The Church of the Old Testament was spiritual and consisted of the righteous, who did not overcome death, but with the incarnation of Christ the Church became physical, that is it was recruited by Christ and became His Body. This was accomplished together with the Panagia, because she gave her body to Christ, who deified it and made it a church. This alone shows the great worth of our Panagia, and that she is the joy and cause of our deification.

Therefore, when we say Church we mean Christ the Bridegroom, the Mother of Christ the Bridegroom, and the friends of Christ the Bridegroom, the saints. Within this communion the deification of man is achieved as well as the sanctification of all creation, and of course great changes occur in society and the world.

In the sermons of the months that have past and are ahead of us, we mentioned and will refer to the Mysteries of our Church, and we saw the importance they have for our lives. There cannot be a spiritual life outside the Mysteries of our Church, especially without Holy Baptism, Holy Chrismation, and Divine Communion. But these Mysteries also involve our Panagia. The visitation of the angel at the Annunciation and the receiving of the Holy Spirit was the Baptism and Chrismation of our Panagia, because by this means she was purified according to her image and was anointed by the Holy Spirit. If we view Holy Baptism through the Orthodox perspective, not simply as a release from inherited guilt, but as the purification of the image, then we will also understand the situation of the nature of the Panagia during the Annunciation. With the conception of Christ in the womb of our Panagia one could say that the Panagia communed with Christ. The close relationship of Christ the embryo with His Mother shows that the Panagia had nine months during which she bore Christ in a constant Divine Communion. With her dormition and her bodily rise to heaven, the Panagia lived the Second Coming of Christ and the resurrection of her body.

Once we recognize the great value of the Divine Eucharist we must also view the relationship between the Panagia and the Mystery of the Divine Eucharist. The important thing is that we have the great honor, during the Divine Eucharist, to commune of the Body and Blood of Christ, but we also owe this to the Panagia, because that Body of His was received by Christ from His Mother and deified it. Within this perspective Saint Symeon the New Theologian says that those who commune of the flesh of our Lord Jesus Christ commune also of the flesh of the Panagia. Even the antidron, according to one interpretation, is a blessing of our Panagia. Because the bread offered during the proskomide (offertory) recalls the Theotokos, since from the prosphoron the lamb comes out to be offered and changed into the Body of Christ, and the rest of it is offered in memory of the Panagia.

The Panagia, beloved brethren, is closely linked with Christ, which is why iconographers usually depict her holding Christ in her arms. Hence the Panagia is also linked to the Church, because just as the Church has Christ as its center, so also does the Panagia hold Christ in her arms. And just as through the Church we know Christ, so also through the Panagia we are led to love towards Christ. And just as the Church prays for our salvation, so also does the Panagia pray without ceasing for us.

We praise Christ who is our Savior and Benefactor, but we also glorify our Panagia who became the joy and cause of our regeneration. We abandon ourselves to her divinely-maternal heart and her philanthropy for all of us. We supplicate and plead to her to protect us, to strengthen us, and to intercede for us, for all of our lives, at the hour of our death, and especially during the terrible hour of the Second Coming of Christ.

"Most-Holy Theotokos, save us."


Source : Ekklesiastiki Paremvasi , "Θεοτόκος και Εκκλησία", July 2002. Translated by John Sanidopoulos.

Ἡ κυρά Βασιλική


Στο Μεσολόγγι ζούσε μία ευλαβέστατη γυναίκα, ονόματι Βασιλική (Κούλα την φώναζαν), παντρεμένη με τον Δημήτριο, ψαρά στο επάγγελμα. Ήταν και οι δυο πολύ πιστοί και πολύ απλοί άνθρωποι. Όταν η Βασιλική ήταν νέα, την ήμερα των Θεοφανείων «είδε τους; ουρανούς ανεωγμένους» και τούς Αγγέλους τού Θεού να ψάλλουν. Γι’ αυτό έλεγε: «Αυτή την ήμερα μη φεύγεις από την εκκλησία, έστω και αν καίγεται το σπίτι σου, γιατί ανοίγουν οι ουρανοί».
Το σπίτι πού κατοικούσαν ήταν Ισόγειο και για πάτωμα είχε τσιμέντο, Όταν έβρεχε γέμιζε νερό πού έφθανε τα είκοσι εκατοστά. Είχαν τοποθετήσει πέτρες για να πατάνε και με ένα “γκιούμι” άδειαζαν το νερό. Το χειμώνα δεν έστρωναν κουρελούδες για να έχουν λίγη ζέστη, γιατί μούσκευαν από τα νερά.Αλλά μέσα σ’ αυτό το παγωμένο σπίτι η καρδιά τους χτυπούσε πολύ ζεστά για τον Χριστό και τα πρόσωπα τους ήταν πάντα χαρούμενα και ειρηνικά. Η θεία Χάρι τούς φύλαγε και δεν αρρώσταιναν.
Είχαν στο σπίτι τους μία εικόνα της Παναγίας θαυματουργή, μπρος στην οποία άναβαν ακοίμητο καντήλι και εκεί έκαναν τις προσευχές και τις μετάνοιες τους. Στην Εκκλησία πήγαιναν πάντα Κυριακές και εορτές.
Όταν εκοιμήθη ό Δημήτριος, η σύζυγος του Βασιλική άρχιζε να μοιράζει τα υπάρχοντά της. Κράτησε μόνο τα απολύτως απαραίτητα και τα υπόλοιπα τα έδωσε ελεημοσύνη. Άδειασε το σπίτι της. Γύριζε με το Ευαγγέλιο στη μασχάλη και το διάβαζε ευκαίρως – ακαίρως με πολλή ευλάβεια. Από την σύνταξη της κρατούσε ένα μικρό μέρος για τις ανάγκες της και τα υπόλοιπα τα μοίραζε στους φτωχούς. Την ρωτούσε ο γιός της τί τα κάνει τα χρήματα, και αυτή απαντούσε: «Τα ξόδεψα, παιδί μου».
Μία Κυριακή πήγε κατά τη συνήθεια της στην Εκκλησία και κοινώνησε. Όταν επέστρεψε και έφθασε έξω από το σπίτι της κατάλαβε ότι έφθασε το τέλος της. Εκεί μπροστά στην πόρτα του σπιτιού γονάτισε, έκανε τον σταυρό της και φώναξε τη νύφη της πού έμενε δίπλα, λέγοντας της ότι πεθαίνει. Και έτσι γονατιστή και σταυροκοπημένη παρέδωσε το πνεύμα της στον Κύριο τον όποιον τόσο αγάπησε εκ νεότητας της και τήρησε πιστά τις εντολές Του.’ Εκοιμήθη περίπου το έτος 1970.
Όταν έγινε γνωστή η κοίμηση της γέμισε το σπίτι της φτωχούς ανθρώπους. Ό ένας έλεγε «έμενα μού έδωσε κουβέρτα, Θεός σχωρέσ’ την», ό άλλος έλεγε «μού έδωσε πιάτα», ό άλλος «ποτήρια», ό άλλος «χρήματα». Έτσι αποκαλύφθηκε μετά την κοίμηση της πού πήγαιναν τα πράγματα και τα χρήματα της.
Όσο ζούσε την επισκεπτόταν ή αδελφή της Γεωργία με τον εγγονό της. Ή συμβουλή της ήταν: «Να διαβάζεις, παιδί μου, Ευαγγέλιο. Αυτό είναι το καλό το βιβλίο».
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...