Tuesday, 5 August 2014

Moses and the Vision of God


The vision of God is presented in the Holy Scriptures in two different forms which appear to be mutually exclusive. Some passages characterize the vision of God as an impossibility. In the book of Exodus, for example, God tells Moses: “You cannot see My face; for no man can see My face and live,”[1] while the psalmist notes that God “made darkness His hiding place.”[2] In the New Testament, the Apostle and Evangelist John writes: “No one has ever seen God”[3], And the Apostle Paul adds that God is He “whom no one has ever seen or can see”[4].


At the same time, however, the Holy Scriptures also detail numerous theophanies. For instance, Jacob says: “For I saw God face to face, and my soul was saved”[5]. And of Moses, it is recorded: “Thus the Lord spoke to Moses face to face, as a man speaks to his friend”[6]. Finally, Job, addressing the Lord, says: “I have heard of You by the hearing of the ear, but now my eye sees You”[7]. In the New Testament, Christ calls “the pure in heart”[8] blessed because they will see God. And the Apostle John writes: “Beloved, we are God’s children now; it does not yet appear what we shall be, but we know that when he appears we shall be like him, for we shall see him as he is”[9].
Commenting on these passages, Saint Gregory Palamas notes that theology deems the vision of God impossible, yet simultaneously promotes it. It is considered impossible because God is inconceivable according to His essence. Yet it is advocated because God approaches the world and makes Himself approachable through His energies. Thus, these two things are not contradictory, but rather work in harmony.

Monday, 4 August 2014

Πώς να περάσεις τη νύχτα σου...


Το βράδυ, με το τέλος όλων των έργων της ημέρας, ευχαρίστησε τον Θεό για όλες τις ευεργεσίες πού έλαβες κατά τη διάρκεια της ημέρας, δηλαδή: επειδή παρέμεινες ζωντανός, κι ακόμη για τις πνευματικές και σωματικές σου δυνάμεις, για την υγεία σου, για την τροφή, το ποτό, για όλους τους ψυχοσωτήριους λογισμούς, για όλες τις άγιες επιθυμίες, για το γήινο και το ουράνιο φως, για τη βοήθεια και προστασία Του, δηλαδή για κάθε ευεργεσία Του.
Ύστερα απασχόλησε την καρδιά σου με τούς ακόλουθους πνευματικούς λογισμούς: «Να πού εγώ για μια ακόμη μέρα ήρθα πιο κοντά στο θάνατο. Τι θα συμβεί, αν θελήσει ο Κύριος να με βάλει αυτή τη νύχτα μπροστά στο Δίκαιο Κριτήριο Του; Θα αντέξω; Το πρωί έβαλα σκοπό να περάσω όλη την ημέρα με αγιότητα. Πώς την πέρασα; Μήπως παρόργισα τον Κύριο με κάτι;
Μετά απ' αυτές τις ερωτήσεις:
α) Προσευχήσου μέσα στην καρδιά σου στο Πανάγιο Πνεύμα για να φωτίσει το νου σου και με ακρίβεια ως και τη μικρότερη λεπτομέρεια θυμήσου: Πώς έζησες τη μέρα πού πέρασε, πώς σηκώθηκες το πρωί, πώς ετοιμάστηκες, πώς έκαμες την πρωινή προσευχή σου, πώς πέρασες κατά τη διάρκεια των πρωινών σου ασχολιών σύμφωνα με τη θέση σου, πώς συμπεριφέρθηκες κατά το φαγητό και την ανάπαυση, πώς στην σχέση σου με τούς οικείους σου, τούς γείτονές σου, με τούς ξένους, ειδικά σε περιστάσεις επικίνδυνες για σένα. Μήπως υπέκυψες στην αμαρτία; Μήπως χαλάρωσε ή διάθεσή σου να αποφεύγεις την αμαρτία; Πώς φέρθηκες όταν σου συμπεριφέρθηκαν με αγένεια, όταν δεν σε άκουσαν ή γέλασαν εις βάρος σου;
β) Προσευχήσου, ώστε το Άγιο Πνεύμα να σε οδηγήσει να θυμηθείς: Τι σκέφτηκες τη σημερινή ημέρα, τι είπες, τι έκανες. Πώς προσπάθησες ή δεν προσπάθησες να φυλάξεις την αγία απόφαση πού είχες πάρει το πρωί να απομακρυνθείς από την αμαρτία τι ιδιαιτέρως σε τραβούσε ή τι σε παρέσυρε στην αμαρτία, τι τρόπο επιχείρησες να χρησιμοποιήσεις εναντίον της αμαρτίας ή εναντίον των εμποδίων να εκπληρώσεις το θέλημα του Θεού και γιατί ο τρόπος αυτός φάνηκε ανεπαρκής.
γ) Προσευχήσου, ώστε το Άγιο Πνεύμα να σε οδηγήσει να θυμηθείς σε τι και γιατί αμάρτησες, τι και γιατί δεν το έκανες, μήπως αμάρτησες τρέφοντας τον εαυτό σου με κακούς λογισμούς και επιθυμίες, μήπως αμάρτησες παραλείποντας να κάνεις κάτι καλό ή πρέπον, μήπως αμάρτησες εναντίον της πρώτης, της δεύτερης ή της τρίτης εντολής κ.λπ., μήπως είχες συμμετοχή σε ξένες αμαρτίες κ.λπ.
δ) Ενθυμούμενος πώς πέρασες τη μέρα σου, θα βρεις στον εαυτό σου και καλά και κακά. Όλα τα καλά να τα επιγράφεις στον Θεό και τα κακά στον εαυτό σου. Πάρε εκ νέου στερεά απόφαση να εναντιωθείς στην αμαρτία, ιδιαιτέρως την πιο προσφιλή σου αμαρτία. Επινόησε τα πιο δυνατά μέσα και τούς τρόπους για να λυτρωθείς απ' αυτήν. Αλλά ταυτόχρονα προσευχήσου και παρακάλεσε τον Κύριο και Θεό να σου αποκαλύψει ελπίδα και τρόπους πού θα ενισχύσουν ιδιαίτερα την αγαθή σου προαίρεση, ώστε να είσαι έτοιμος να πεθάνεις παρά να ξανακάνεις τις προηγούμενες αμαρτίες σου και να προσβάλεις εκ νέου τον Θεό.

Sunday, 3 August 2014

Μας σώζει η Αγάπη!

  
Αντώνιος (Μπλουμ) Μητροπολίτης Σουρόζ

Μερικὲς φορὲς φοβούμαστε ν' ἀκούσουμε προσεκτικὰ κάποιο πρόσωπο, διότι τὸ ν' ἀκούσεις σημαίνει ν' ἀνταποκριθεῖς κι ὄχι μόνο γιὰ ἕνα λεπτὸ ὅσο ἡ καρδιὰ εἶναι συγκινημένη καὶ μὲ μιὰ περαστικὴ σκέψη ἀλλὰ γιὰ πάντα. Μὲ τὸν τρόπο ποὺ ὁ Χριστὸς ἀνταποκρίθηκε στὴν ἀνθρώπινη θλίψη καὶ τὴ φρίκη τῆς στέρησης τοῦ Θεοῦ κι ἔγινε γιὰ πάντα ἄνθρωπος.
Δὲ σωζόμαστε ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἀγωνιζόμαστε καὶ πετυχαίνουμε κάποιου εἴδους ἀποτέλεσμα, σωζόμαστε ἀπὸ τῆς ψυχῆς μας τὸν πόθο ποὺ μᾶς τραβᾶ στὸ ζωντανὸ Θεό, ἀπὸ τὴν ἀγάπη ποὺ μᾶς τραβᾶ στὸ Χριστό. Καὶ ὅταν ἀκόμα ἀποτυγχάνουμε - καὶ αὐτὸ ἰσχύει καὶ στὶς ἀνθρώπινες σχέσεις -δὲν πρέπει νὰ ξεχνοῦμε ὅτι ἀκριβῶς, ὅπως καὶ ὁ Ἄπ. Πέτρος ἀφοῦ εἶχε ἀρνηθεῖ τὸ Χριστὸ ἦταν ἱκανὸς νὰ ἀπαντήσει τὴν τριπλῆ ἐρώτησή του, μποροῦμε νὰ ποῦμε: «Κύριε, ἐσὺ γνωρίζεις τὰπάντα, γνωρίζεις τὴν ἀσθένειά μου, τὶς ἐκτροπές, τὴν ἀβεβαιότητα, τὴν ἀστάθειά μου, γνωρίζεις ὅμως καὶ ὅτι σὲ ἀγαπῶ, ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ τελευταῖο, τὸ βαθύτατο πράγμα μέσα μου».

Κανεὶς δὲν μπορεῖ ν' ἀγαπᾶ ἕναν ἀόρατο Θεὸ ἂν πρῶτα δὲ μάθει ν' ἀγαπᾶ τὸ συγκεκριμένο, ζωντανό, πραγματικὸ πρόσωπο τὸ ὁποῖο ἔχει ἀπέναντί του. Πρὶν λοιπὸν θέσουμε τὸ ἐρώτημά τοῦ πῶς θὰ φτάσουμε στὸ Θεό, ἂς ρωτήσουμε τοὺς ἑαυτοὺς μας ποιὰ εἶναι ἡ στάση μας ἀπέναντι στὸν πλησίον μας· ἂν ἡ καρδιὰ μας εἶναι κρύα, ἐπιφυλακτικὴ καὶ κλεισμένη, ἂν μᾶς τρομοκρατεῖ ἀκόμη καὶ ἡ ἰδέα ὅτι ὁ πλησίον μας μπορεῖ νὰ ἀπαιτήσει τὴν καρδιὰ καὶ τὴ ζωή μας δὲν ὑπάρχει κανένας λόγος νὰ ἐπιζητοῦμε συνάφεια μὲ τὸ Θεό. Θὰ πρέπει πρῶτα νὰ μάθουμε τὸ πῶς ν' ἀποκτήσουμε μιὰ καρδιὰ ζεστή, μιὰ καρδιὰ ζωντανή, μιὰ καρδιὰ ποὺ νὰ ἀνταποκρίνεται στὸν πλησίον μας καὶ ἡ καρδιὰ ἐκείνη τότε, ἀνοιγμένη, μὲ τὴν καθαρότητά της θὰ δεῖ τὸ Θεό.

Ἡ ἀγάπη δὲ γνωρίζει ὅρια. Δὲν εἶναι ποτὲ δυνατὸ νὰ ποῦμε ὅτι ἔχουμε ἀγαπήσει, ὅτι ἔχουμε κάνει πράξη τὴν κάθε παρακίνηση τῆς καρδιᾶς μας, ὅτι ἔχουμε ἀγαπήσει μὲ τρόπο τέλειο γιατί τέλεια ἀγάπη ἦταν ἐκείνη μὲ τὴν ὁποία ὁ Χριστὸς ἀγάπησε τοὺς μαθητές Του. Μὲ τὰ λόγια τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Εὐαγγελιστῆ (Ἰω. 15.13): «μείζονα ταύτης ἄγαπην οὐδεὶς ἔχει, ἵνα τις τὴν ψυχὴν αὐτοῦ θῇ ὑπὲρ τῶν φίλων αὐτοῦ».
Πρὶν δοκιμάσουμε νὰ ζήσουμε μὲ μόνη βάση τὴν ἀγάπη ἂς κάνουμε μιὰ προσπάθεια, ἂς δοκιμάσουμε νὰ ζήσουμε σύμφωνα μὲ τὸ νόμο, νὰ μὴν παραβλέπουμε δηλαδὴ τὶς ἀπαιτήσεις τοῦ νόμου: τὴ δικαιοσύνη καὶ τὴν εἰλικρίνεια, ὅλες τὶς ἀπαιτήσεις τῆς φύσης ὅσον ἀφορᾶ τὸν τομέα τῶν σχέσεων ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Τότε μόνο θὰ εἶναι δυνατὸ νὰ φτάσουμε σ' ἕνα τέτοιο ἀνάστημα, ποὺ ἔχοντας προχωρήσει πέρα ἀπὸ τὸ νόμο θ' ἀγαπᾶμε μὲ ὅλη μας τὴν καρδιά, μὲ ὅλη μας τὴν ψυχή, ὅλη τὴ δύναμη καὶ τὸ εἶναι μας, μὲ τὴ ζωὴ καὶ τὸ θάνατό μας.

Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπέραντη καὶ βαθειὰ καὶ ἀγκαλιάζει τοὺς πάντες. Αὐτὸ τὸ ὁποῖο μπορεῖ νὰ ἀλλάξει στὴν ἀγάπη αὐτὴ εἶναι μία κάποια ἐσωτερικὴ ἰδιότητά της: ὁ Θεὸς μπορεῖ ἀγαπώντας νὰ χαίρεται ἤ ἀλλοιώτικα νὰ πληρώνει τὸ τίμημα τῆς ἀγάπης Του πάνω στὸ σταυρό.
Πρέπει νὰ πάρουμε φωτιὰ μὲ ὁλόκληρο τὸ εἶναι μας, μὲ μυαλὸ καὶ καρδιὰ καὶ θέληση καὶ σῶμα καὶ νὰ γίνουμε ἡ καιόμενη βάτος τὴν ὁποία εἶδε ὁ Μωυσῆς νὰ καίγεται ὁλόκληρη χωρὶς νὰ ἀναλίσκεται.
Μόνο ἂν ἡ ἀνθρώπινη ἀγάπη φωτιστεῖ μὲ τὸ θεϊκὸ μυστήριο θὰ πάψει νὰ καταναλίσκει τὸ ὑλικὸ τὸ ὁποῖο τὴν τρέφει. Ἡ θεϊκὴ ἀγάπη καίει, κάνει τὸ κάθε τι μιὰ ζωντανὴ φλόγα, δὲν τρέφεται ὅμως μὲ τὸ ὑλικό της: καταστρέφει αὐτὸ ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει στὴν αἰωνιότητα• αὐτὸ ποὺ μένει εἶναι μία καθαρὴ φλόγα ἡ ὁποία μεταμορφώνει τὸν ἄνθρωπο σὲ Θεό.

The Theotokos and the Church


By His Eminence Metropolitan Hierotheos of Nafpaktos

The Church of Christ, my beloved brethren, is the Divine-human Body of Christ. The Church of the Old Testament was spiritual and consisted of the righteous, who did not overcome death, but with the incarnation of Christ the Church became physical, that is it was recruited by Christ and became His Body. This was accomplished together with the Panagia, because she gave her body to Christ, who deified it and made it a church. This alone shows the great worth of our Panagia, and that she is the joy and cause of our deification.

Therefore, when we say Church we mean Christ the Bridegroom, the Mother of Christ the Bridegroom, and the friends of Christ the Bridegroom, the saints. Within this communion the deification of man is achieved as well as the sanctification of all creation, and of course great changes occur in society and the world.

In the sermons of the months that have past and are ahead of us, we mentioned and will refer to the Mysteries of our Church, and we saw the importance they have for our lives. There cannot be a spiritual life outside the Mysteries of our Church, especially without Holy Baptism, Holy Chrismation, and Divine Communion. But these Mysteries also involve our Panagia. The visitation of the angel at the Annunciation and the receiving of the Holy Spirit was the Baptism and Chrismation of our Panagia, because by this means she was purified according to her image and was anointed by the Holy Spirit. If we view Holy Baptism through the Orthodox perspective, not simply as a release from inherited guilt, but as the purification of the image, then we will also understand the situation of the nature of the Panagia during the Annunciation. With the conception of Christ in the womb of our Panagia one could say that the Panagia communed with Christ. The close relationship of Christ the embryo with His Mother shows that the Panagia had nine months during which she bore Christ in a constant Divine Communion. With her dormition and her bodily rise to heaven, the Panagia lived the Second Coming of Christ and the resurrection of her body.

Once we recognize the great value of the Divine Eucharist we must also view the relationship between the Panagia and the Mystery of the Divine Eucharist. The important thing is that we have the great honor, during the Divine Eucharist, to commune of the Body and Blood of Christ, but we also owe this to the Panagia, because that Body of His was received by Christ from His Mother and deified it. Within this perspective Saint Symeon the New Theologian says that those who commune of the flesh of our Lord Jesus Christ commune also of the flesh of the Panagia. Even the antidron, according to one interpretation, is a blessing of our Panagia. Because the bread offered during the proskomide (offertory) recalls the Theotokos, since from the prosphoron the lamb comes out to be offered and changed into the Body of Christ, and the rest of it is offered in memory of the Panagia.

The Panagia, beloved brethren, is closely linked with Christ, which is why iconographers usually depict her holding Christ in her arms. Hence the Panagia is also linked to the Church, because just as the Church has Christ as its center, so also does the Panagia hold Christ in her arms. And just as through the Church we know Christ, so also through the Panagia we are led to love towards Christ. And just as the Church prays for our salvation, so also does the Panagia pray without ceasing for us.

We praise Christ who is our Savior and Benefactor, but we also glorify our Panagia who became the joy and cause of our regeneration. We abandon ourselves to her divinely-maternal heart and her philanthropy for all of us. We supplicate and plead to her to protect us, to strengthen us, and to intercede for us, for all of our lives, at the hour of our death, and especially during the terrible hour of the Second Coming of Christ.

"Most-Holy Theotokos, save us."


Source : Ekklesiastiki Paremvasi , "Θεοτόκος και Εκκλησία", July 2002. Translated by John Sanidopoulos.

Ἡ κυρά Βασιλική


Στο Μεσολόγγι ζούσε μία ευλαβέστατη γυναίκα, ονόματι Βασιλική (Κούλα την φώναζαν), παντρεμένη με τον Δημήτριο, ψαρά στο επάγγελμα. Ήταν και οι δυο πολύ πιστοί και πολύ απλοί άνθρωποι. Όταν η Βασιλική ήταν νέα, την ήμερα των Θεοφανείων «είδε τους; ουρανούς ανεωγμένους» και τούς Αγγέλους τού Θεού να ψάλλουν. Γι’ αυτό έλεγε: «Αυτή την ήμερα μη φεύγεις από την εκκλησία, έστω και αν καίγεται το σπίτι σου, γιατί ανοίγουν οι ουρανοί».
Το σπίτι πού κατοικούσαν ήταν Ισόγειο και για πάτωμα είχε τσιμέντο, Όταν έβρεχε γέμιζε νερό πού έφθανε τα είκοσι εκατοστά. Είχαν τοποθετήσει πέτρες για να πατάνε και με ένα “γκιούμι” άδειαζαν το νερό. Το χειμώνα δεν έστρωναν κουρελούδες για να έχουν λίγη ζέστη, γιατί μούσκευαν από τα νερά.Αλλά μέσα σ’ αυτό το παγωμένο σπίτι η καρδιά τους χτυπούσε πολύ ζεστά για τον Χριστό και τα πρόσωπα τους ήταν πάντα χαρούμενα και ειρηνικά. Η θεία Χάρι τούς φύλαγε και δεν αρρώσταιναν.
Είχαν στο σπίτι τους μία εικόνα της Παναγίας θαυματουργή, μπρος στην οποία άναβαν ακοίμητο καντήλι και εκεί έκαναν τις προσευχές και τις μετάνοιες τους. Στην Εκκλησία πήγαιναν πάντα Κυριακές και εορτές.
Όταν εκοιμήθη ό Δημήτριος, η σύζυγος του Βασιλική άρχιζε να μοιράζει τα υπάρχοντά της. Κράτησε μόνο τα απολύτως απαραίτητα και τα υπόλοιπα τα έδωσε ελεημοσύνη. Άδειασε το σπίτι της. Γύριζε με το Ευαγγέλιο στη μασχάλη και το διάβαζε ευκαίρως – ακαίρως με πολλή ευλάβεια. Από την σύνταξη της κρατούσε ένα μικρό μέρος για τις ανάγκες της και τα υπόλοιπα τα μοίραζε στους φτωχούς. Την ρωτούσε ο γιός της τί τα κάνει τα χρήματα, και αυτή απαντούσε: «Τα ξόδεψα, παιδί μου».
Μία Κυριακή πήγε κατά τη συνήθεια της στην Εκκλησία και κοινώνησε. Όταν επέστρεψε και έφθασε έξω από το σπίτι της κατάλαβε ότι έφθασε το τέλος της. Εκεί μπροστά στην πόρτα του σπιτιού γονάτισε, έκανε τον σταυρό της και φώναξε τη νύφη της πού έμενε δίπλα, λέγοντας της ότι πεθαίνει. Και έτσι γονατιστή και σταυροκοπημένη παρέδωσε το πνεύμα της στον Κύριο τον όποιον τόσο αγάπησε εκ νεότητας της και τήρησε πιστά τις εντολές Του.’ Εκοιμήθη περίπου το έτος 1970.
Όταν έγινε γνωστή η κοίμηση της γέμισε το σπίτι της φτωχούς ανθρώπους. Ό ένας έλεγε «έμενα μού έδωσε κουβέρτα, Θεός σχωρέσ’ την», ό άλλος έλεγε «μού έδωσε πιάτα», ό άλλος «ποτήρια», ό άλλος «χρήματα». Έτσι αποκαλύφθηκε μετά την κοίμηση της πού πήγαιναν τα πράγματα και τα χρήματα της.
Όσο ζούσε την επισκεπτόταν ή αδελφή της Γεωργία με τον εγγονό της. Ή συμβουλή της ήταν: «Να διαβάζεις, παιδί μου, Ευαγγέλιο. Αυτό είναι το καλό το βιβλίο».

Saturday, 2 August 2014

Evangelical Monasticism...

  
by Abbot George Kapsanis of Gregoriou, Mount Athos
 
The Gospel of our Lord Jesus Christ is glad tidings [Gospel= gōd ‘good’ + spel news], because it brings into the world not only a new teaching, but a new life to replace the old one. The old life was dominated by sin, passions, corruption and death, and ruled by the devil. Despite its ‘natural’ joys, it leaves a bitter taste, because it’s not the real life that people were made for, but a life corrupted and diseased, which is why it’s marked with the feeling of absurdity, emptiness and anxiety.
The new life is offered to people by our theanthropic Christ as a gift and a potential for everyone. The faithful are united with Jesus Christ and so they partake in His divine and immortal life, that is eternal= real life.

A prerequisite for people to be united with Christ and to be resuscitated is that they should first die, through repentance, as regards the people they formerly were. People have first to crucify and bury their former selves (i.e. egotism, passions and selfish will) on the Cross and in the Grave of Christ, so that they can arise with Him and ‘walk in the newness of life’ (Rom. 6, 4). This is the work of repentance and the acceptance of the Cross of Christ. Without repentance, that is the continuous crucifying on one’s former self,  it’s impossible for the faithful to believe in a Gospel manner, that is to give up the whole of themselves to God and to love ‘the Lord God with all their heart and with all their soul, with all their mind and with all their strength’ (Mark 12, 30).

Friday, 1 August 2014

Ἡ Παναγία Μητέρα μας...


(Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός)
Όλα τα κτίσματα έχουν προσφέρει, το κάθε ένα με τη σειρά του, τον τρόπο της εξυπηρετήσεως τους στο -θέμα της σαρκώσεως του Θεού Λόγου. Εκείνο δε πού προσφέραμε εμείς, η ανθρώπινη φύση, ως αντιπροσφορά για το μέγιστο δώρο της θείας κενώσεως του Ιησού μας, το κατ' εξοχήν τελειότατον των δώρων, είναι η Παναγία μητέρα Του και μητέρα όλων μας.

Έτσι εδώ έγινε κάτι το απερίγραπτο. Πώς ευρέθη η ικανότητα σε αυτήν την Κόρη, ούτως ώστε να μπορέσει να εξυπηρέτηση έναν τέτοιο σκοπό, όπου όλα τα υπόλοιπα κτίσματα δεν ήσαν πλέον ικανά να προσφέρουν αυτό πού έλειπε; Εάν ο άνθρωπος δεν είχε την δυνατότητα να προσφέρη την Παναγία ως δώρο, τότε θα μπορούσε να πή κανείς ότι εματαιώνετο το θέμα της θείας οικονομίας, έτσι η σωτηρία του ανθρώπου, η επιστροφή και επαναφορά των κτισμάτων στην θέση τους και η αποκατάσταση στην ισορροπία της διεφθαρμένης κτίσεως, δεν θα εγίνετο.Αυτό το επίτευγμα πού η ανθρώπινη φύση κατόρθωσε, είναι το μεγαλύτερο πού έγινε και δεν πρόκειται ποτέ να επαναληφθή. Διεθέσαμε αυτό το μεγάλο δώρο στο να κολακεύσωμε, τρόπον τινά, την θείαν αγάπη για να μας πλησίαση.

Άπαξ δοθείσα η χαριτωμένη αυτή Κόρη, η οποία τώρα είναι Θεοτόκος, μένει πλέον στο διηνεκές να έχη ιδιαιτέραν θέση έναντι στον Θεό και σε μας. Μέσω της δικής της μεσολαβήσεως ο Υιός του Θεού απέκτησε την ανθρωπινή φύση και έγινε ταυτοχρόνως Θεάνθρωπος. Ότι είχε, αυτή του το έδωσε όλο, αφού του πρόσφερε ολόκληρη την ανθρώπινη φύση της. Έτσι και Αυτός με την σειρά Του της μετέδωσε την θέωση, όσο μπορεί βέβαια να χωρέση η ανθρώπινη φύση. Διότι να την μεταβολή σε κατά φύσιν Θεόν ήταν αδύνατο. Κατά Χάριν όμως την εθέωσε στο σημείο εκείνο πού, κατά τους θεολόγους της Εκκλησίας, να μην της λείπη τίποτα.

Με την προσφορά μας αυτή κατορθώσαμε και ανεβήκαμε και εμείς και πλησιάσαμε τον Θεό. Διότι έχομε από την δική μας φύση πλέον, τέτοιας μορφής συγγένεια, μέσω αυτής της Κόρης, πού απεκτήσαμε τον θεανθρωπισμό σε τέτοιο αναφαίρετο και πλούσιο σημείο, ώστε να είμεθα όντως «κληρονόμοι του Θεού και συγκληρονόμοι του Υιού Αυτού».

Γι΄ αυτό και η Εκκλησία μας μετά τα Χριστούγεννα, πού εορτάζει την εξ αυτής άσπορο Γέννηση του Θεού Λόγου, εορτάζει την Σύναξή της. Την παρουσιάζει στην θέση της μητρότητας πλέον και τιμά την προσφορά της, πού συνήργησε σαν κανένας άλλος στο υπέρτατον αυτό μυστήριο.

Κοιτάξετε με ποια σοφία η Θεία Πρόνοια αναμόρφωσε την «παλαιωθείσαν» εικόνα! Ο διάβολος κατόρθωσε να πλανέση το ένα εκ των δύο όντων πού εδημιούργησε ο Θεός. Επλάνεσε την γυναίκα και την έκανε όργανο απάτης και αφορμή καταστροφής. Η Θεία Πρόνοια οικονόμησε να συγκεντρωθή σ' αυτή την αγνή Κόρη ολόκληρη η αρετή της ανθρώπινης τελειότητας, ούτως ώστε το όργανο της απώλειας και της απάτης να γίνη τώρα όργανο σωτηρίας και επιστροφής. Και όχι μόνο να γίνη, αλλά να παραμείνη στον αιώνα.

Στην θέση πού ευρίσκεται τώρα η Δέσποινα μας Θεοτόκος, θεωθείσα πλέον, απέκτησε και ολόκληρη την μητρότητα, διότι είναι η πηγή της πραγματικής και αδιάφθορου μητρότητος. Η πρώτη Εύα, σαν πρώτη μητέρα, απώλεσε την αξία της μητρότητος, εφ' όσον μαζί με μας γέννησε και τον θάνατο και μαζί του την έχθρα, το μίσος, την φθορά, την καταστροφή. Δεν είχε πλέον προσωπικότητα μητρότητος. Η Δέσποινα μας Θεοτόκος με το αδιάφθορον της αγνότητας της, ολοκλήρωσε την μητρότητα στην εντέλεια. Όπως στον Θεό Πατέρα ευρίσκεται ολόκληρος η πατρική στοργή, ώστε «ουδέ του ιδίου Υιού να φεισθή», αλλά «υπέρ πάντων ημών» να παραδώση Αυτόν, έτσι και τώρα στα σπλάχνα της Δέσποινας μας Θεοτόκου, της Θεωθείσης αυτής Κόρης, ευρίσκεται ολόκληρος η προσωπικότης, ολόκληρος η θέση της τελείας μητρότητος.

Και τώρα μετά παρρησίας προσερχόμεθα σ' αυτόν τον θρόνον της Χάριτος της μητρότητος και σαν υιοί προς την μανούλα μας την ικετεύαμε και είναι αδύνατο να μην μας ακούση. Είναι αδύνατον διότι πώς γίνεται στην τελειότητα της μητρότητος να κλείσουν τα σπλάχνα, όταν φωνάζουν και ζητούν τα παιδιά;

Δεν είναι δύσκολο να δανεισθούμε από την οικογενειακή μας πείρα, ζωντανά παραδείγματα της μητρικής ιδιότητος. Αντικρίσαμε κάποτε να μεταβάλλεται η στοργή και η αγάπη της μητέρας εξ αιτίας της αταξίας και σκληρότητας του παιδιού, ώστε να πάρη την θέση της αγάπης η απειλή. Όταν όμως το παιδί πόνεσε, ταπεινώθηκε και έκλαψε, μεταβλήθη αμέσως η οργή της μητέρας σε συμπάθεια και φίλτρο και όλο το δυσάρεστο το αντικατέστησε η μητρική αγκάλη. Εάν αυτά υπάρχουν μέσα στην ευτελή, την ατελή, την διαβεβλημένη, την ασθενή ανθρώπινη φύση, σε πόση έκταση ευρίσκονται αυτά μέσα στην τελειότητα της πνευματικής, της θεοπρεπούς μητρότητος;

Έχοντες αυτήν την μητέρα σαν εχέγγυο και ισταμένην μεταξύ ημών και του Θεού, έχομε την τελεία ελπίδα ότι καμμιά προσδοκία μας, καμμιά επιθυμία μας εν Θεώ, κανένα αίτημα μας, αλλά και καμμιά ανάγκη τωρινή και μέλλουσα είναι δυνατόν να μην ικανοποιηθούν. Διότι, όταν τρέχωμε στην μητρικήν της αγάπη, δεν μπορεί να αρνηθή, δεν θέλει να το κάνη. Αρκεί φυσικά από μέρους μας να γίνεται ή ελαχίστη προσπάθεια, να στεκώμεθα σαν λογικά όντα πάνω στην βάση του προορισμού μας. Και έτσι, έχοντας την Δέσποινα μας Θεοτόκο σαν εγγύηση, καθ' ότι έγινε αφορμή της σωτηρίας μας, λύνομε κάθε πρόβλημα μας και στο παρόν και στο μέλλον.

Άρα λοιπόν τί απόκειται σε μας; Να ερευνήσωμε βαθύτερα την υίική μας πλέον κατάσταση απέναντι της, να την αγαπήσωμε ειλικρινέστερα, πιστότερα, υπολογίζοντες την πραγματική της θέση και να είμεθα βέβαιοι ότι το θέμα όλων μας των προβλημάτων είναι ήδη λελυμένο διότι, είναι μεσίτης μεταξύ ημών και του Υιού της, διότι, πλέον γι΄ αυτήν ο Θεός, ο Σωτήρ του κόσμου, ο Χριστός, δεν είναι Κύριος και Θεός μόνον, αλλά είναι και ο κατά φύσιν Υιός της. Και δεν είναι δυνατόν, όπως έχομε πείρα, να πλησίαση η ιδανική μητέρα τον ιδανικόν υιόν ζητώντας του κάποια χάρη και αυτός να της αρνηθή. Αυτό δεν γίνεται.

Εκείνο το όποιο απομένει σε μας είναι να ερεθίσωμε μέσα μας ο,τιδήποτε υπάρχει έναντι της μητρικής της αγάπης και ο,τιδήποτε άφορα αυτό, στην υμνολογία της, στην ευχαριστία της, στην δοξολογία της, στην παράκληση της, στην επίκληση της, ακόμα και σε κάθε άλλο το όποιον ευρίσκεται και αρμόζει στον θεοπρεπή χαρακτήρα της.

Αυτή είναι κατάφορτη με όλες τις αρετές. Ιδιαίτερα όμως περισσεύει η ταπεινοφροσύνη και η αγνότης, γι' αυτό λέγεται Αειπάρθενος. Δεν είναι μόνο Αειπάρθενος στο ότι πράγματι ήταν Παρθένος και δεν εγνώρισε ούτε καν την έννοια του ανδρός, αλλά και μέσα στην αγνότατη της ύπαρξη δεν συνελήφθη η αμαρτία ούτε κατά διάνοιαν. Ούτε στον αγνό ψυχικό της κόσμο εισήλθε η φθορά και η αμαρτία. Και έτσι ακριβώς είναι και μένει Παναγία και Αειπάρθενος.

Στους νέους, στους αγάμους, στους μοναχούς, πού το κέντρο της ιδιότητος τους είναι η παρθενία απευθύνομαι. Όποιος θέλει να την τίμηση, ας κάνη περισσότερη προσφορά κρατώντας την αγνότητα του. Να πώς δοξάζεται αυτή.

Το δεύτερο στοιχείο πού την χαρακτηρίζει – αν και είναι πλήρης από αρετές – είναι ειδικά η ταπεινοφροσύνη. Όταν ήλθε ο Αρχάγγελος και της είπε καθαρά: «Χαίρε, Μαρία, ευρήκες χάριν από τον Θεό και συ θα γίνης μητέρα του Θεού», δεν υπερηφανεύθη και να σκεφθή, «ώστε λοιπόν, εγώ θα είμαι πλέον μητέρα του Θεού;» Άλλα απάντησε ταπεινά. «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτο μοι κατά το ρήμα σου». Αρπάζει την πρακτική ταπείνωση, ονομάζοντας τον εαυτό της «δούλην Κυρίου» και προσφέρει την απόλυτη υποταγή, «γένοιτο μοι κατά το ρήμα σου». «Αμέσως τώρα, τί προστάζεις, Κύριε μου; Έτοιμη είμαι».

Βλέπετε με ποιο χειρισμό; Με δυο άπλες λέξεις, με δυο άπλες κινήσεις αυτό το τρυφερό κοριτσάκι, όπως ήτο τότε, προσέφερε όλη την δύναμη της τελειότητας της αρετής. Ταπείνωση και υποταγή. Αυτές οι αρετές είναι και για μας οι βάσεις. Διότι αυτές συγκροτούν το κεφάλαιο της ιδιότητος μας της πρακτικής – για μας τουλάχιστον τους μοναχούς – μέσω του οποίου και προσωπικά θα κρατήσωμε την μοναχική μας ιδιότητα, αλλά και στους συνανθρώπους μας και στην Εκκλησία θα φανούμε ποίοι είμεθα και θα δώσωμε το παράδειγμα και την γραμμή πλεύσεως στο υπόλοιπο χριστεπώνυμο πλήρωμα.

Όποιος λοιπόν θέλει να τίμηση την Πανάχραντο μας Δέσποινα και να την προκαλέση να σκορπίση πάνω του την μητρική της στοργή, θα καλλιεργήση αυτές τις αρετές, την ταπείνωση και την υποταγή. Όσο για την αγνότητα, δεν θα μιλήσω, διότι αλοίμονο αν δεν υπάρχη στον μοναχό αγνότης! Τότε χάθηκαν όλα τα κεφάλαια!

Και σεις λοιπόν, εκεί πού ευρίσκεσθε, μπορείτε να πήτε έναν δικό της ύμνο. Ψάλλετε ένα τροπάριο δικό της. Φέρτε στα χείλη σας την ευωδιά του ονόματος της.

Είδατε τί είπε μόνη της; Μόλις επλήσθη Πνεύματος Αγίου, άρχισε να προφητεύη για τον εαυτό της, ότι: «Ιδού γαρ από του νυν μακαριούσι με πάσαι αι γενεαί».

Αυτό της το φανέρωσε η Χάρις του Αγίου Πνεύματος πού κατοίκησε μέσα της μόνιμα. Την ανάγκασε να το πη. Εδανείσθη τα χείλη της η ενοικούσα σε αυτήν Χάρις του Αγίου Πνεύματος, σαν ένας μουσουργός πού κινεί τις χορδές για να παραγάγη μέλος. Και άρχισε να λέη μέσα της ταπεινά: «Ιδού γαρ από του νυν μακαριούσι με πάσαι αι γενεαί, ότι εποίησέ μοι μεγαλεία ο δυνατός».

Βέβαια μεγαλεία! Εφ' όσον κατοίκησε μέσα της ολόκληρο το πλήρωμα της θεότητος σωματικώς, τί άλλο μπορούσε να γίνη; Μία ακτίνα Χάριτος, μία μόνον ακτίνα εάν επιλάμψη σε ολόκληρη την κτίση, είναι ικανή αυτή και μόνη να την μεταφέρη σε θέση θεότητος, κατά Χάριν. Εδώ όμως, σ' αυτήν δεν πήγε απλώς ακτίνα Χάριτος. Κατοίκησε μέσα της ολόκληρο το πλήρωμα της Θεότητος σωματικώς.

Αυτά ήθελα να ενθυμίσω σήμερα στην αγάπη σας και να σας κάνω θερμούς και φλογερούς απέναντι της δικής της αγάπης. Διότι έχομε και ένα ζωντανό παράδειγμα, του αειμνήστου μας Γέροντα, πού τόσο πολύ τον αγαπούσε, γιατί και αυτός την αγάπησε. Ήταν αδύνατον, αν ήταν εδώ ο αείμνηστος και άκουγε αυτά, να μην χύση άφθονα δάκρυα. Μόνο πού άκουγε το όνομα της, σκιρτούσε σαν μωρό! Άλλα του έδειξε τόσες φορές την αγάπη της αισθητά και τον αξίωσε να φυγή την ήμερα πού και αυτή έφυγε οπό τον κόσμον αυτόν.

Η Χάρις της και οι πρεσβείες της και πάντων των αγίων να ενισχύουν και μας. Αμήν.

Πηγή- agiazoni.gr
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...