Thursday, 13 March 2014

Elder Thaddeus of Vitovnica-On Children and Obedience

 Elder Thaddeus of Vitovnica

Obedience constructs and self-will destructs. A child has to learn to be obedient to its parents and to God. It’ll remember the words of its parents all its life and will always respect its elders, and not only those but people who are younger, too. It’ll be polite and careful with everyone. Unfortunately, there are very few families who bring their children up in this way.

The spirits of evil provide a distraction in the minds of our children and they try to upset them. Children have to be taught obedience, especially before they’re five years old, because it’s at this age that their characters are formed. So the traces of the way their characters have been shaped will remain with them for the rest of their lives. Parents should teach their children total obedience at this time of their lives. When one of the parents says something, the response should be: “Whatever you say”. Today, unfortunately, parents don’t know this and teach their children exactly the opposite. But then they’re bringing them up…

            If parents say, “Stay here” then the child should stay where it’s been told to. But the child’s a child; it can’t stay still in one place. What usually happens is that the parents smack the child for its disobedience. This isn’t a good way to teach a child obedience. It may be that, sometimes, such a reaction is necessary, but it should be performed with love and the child should feel this love. Parents should never smack  their children in anger. Because if you start chastising someone when you’re angry, you’ll get nowhere. You’ll damage the person in front of you and yourself, as well. If you want to set someone on the right road, you should teach them and advise them. You should first humble yourself and speak to them with a great deal of love. They’ll accept your advice if it’s given with love. But if you want your own will to be imposed at all costs, you won’t achieve anything at all. That’s what makes children react badly. When a child is disobedient, the answer isn’t to smack it.

            Parents berate their children over the slightest things. It’s as if they don’t know how people can speak calmly and gently to them. When a parent has to set boundaries for a child, it should feel that, behind the strictness, there’s love. It’s a great mistake to punish children at the moment that they’re doing wrong, because that won’t do any good. You should wait for them to calm down and then, with lots of love, tell the child it’s done wrong and that it has to accept some form of punishment. If the same thing happens again, then the child is given a more severe punishment and, in this way, learns.

            The holy will of God works within us from our parents or through our teachers or our employers. If we need to correct the behavior of a child, we have to do it with great love and care. If the only thing we have in mind is to change the life of the child, we’ve already given it a slap just with our thoughts. I’ve noticed this during my time as an abbot: I’ve often seen one of the brothers not acting properly, but at the moment when I was about to tell him off, I’ve felt that I’d already given him a slap.

            Our thoughts can be very intrusive and have great power. This is true particularly in the case of the thoughts of parents. A parent needs to put up with much and forgive everything. We can forgive others only if we have good and kindly thoughts.  If we have thoughts aimed at correcting other people’s mistakes, it’s as if we’re striking them. Irrespective of how close somebody is to us, they’ll be driven away, because we’ll have given them a slap, through our thoughts.  And we’re of the opinion that thoughts are a mere nothing!

            We punish our children, but, in fact, have no right to do so, because we’ve failed to teach them the right way. A lady doctor told me some time ago in a letter: “I’ve got a son by my husband, who’s also a doctor. Our son has written off three cars- thank God he’s still alive. Now he wants us to buy him another car, but we can’t afford it any more. When we get home from work he tries to get money from us, even by force. What can I do to solve this problem?” I told her that the only ones to blame were themselves. They had a son and they’d allowed him to do whatever he wanted, even from when he was very little. When he was a child, his demands were commensurately less, but now he’s older, so they’d become greater. The only thing they could now do would be to give their son lots of love and care so that he might come to his senses and realize that the only thing his parents were concerned about was his own good. There’s no other way except the way of love. Do you see from this example how we can improve our own lives and those of our neighbours, with our thoughts? We hope that your own efforts in this direction will bear fruit.

Kakve su ti misli, takav ti je život ((Какве су ти мисли, такав ти је живот; Our Thoughts Determine our Lives).

Συνέντευξη με το Διάβολο...


Καλησπέρα, παιδί μου. Χαίρομαι που σε βλέπω.
Εγώ αντίθετα δεν χαίρομαι καθόλου και δεν είμαι παιδί σου!
Ώστε ανήκεις στον «Άλλο» ε;
Ανήκω στον «Ένα».
Τελοσπάντων. Πολλοί έχουν αυτή την αυταπάτη, αλλά στην ουσία είναι δικοί μου.
Ακόμα και ο Γιος του «Άλλου» είπε ότι πολλοί θα λένε «Κύριε, Κύριε δεν κάναμε θαύματα στο Όνομά Σου;» και Εκείνος θα τους πει, «Φύγετε από εμένα οι εργάτες της ανομίας. Ποτέ δεν σας γνώρισα.» Ε, εγώ τους γνώριζα και πολύ καλά μάλιστα.
Αν έχω πολλούς που κάνουν θαύματα, φαντάσου πόσους έχω που δεν κάνουν θαύματα.
Λοιπόν εγώ δεν είμαι σαν κι αυτούς.
Αυτό νόμιζαν κι εκείνοι. Εγώ όμως βλέπω μέσα στην καρδιά σου. Είσαι ένας απ' τους δικούς μου.
Είσαι γνωστός ως «ο πατέρας του ψεύδους», ο μεγάλος απατεώνας. Έχω μάθει να μη σε πιστεύω.
Λέω ψέματα όταν με βολεύει, μα λέω την αλήθεια όταν με βολεύει. Τουλάχιστον είμαι ειλικρινής όσον αφορά αυτό το σημείο. Εσείς οι άνθρωποι είστε ορθολογιστές και βρίσκετε δικαιολογίες, όταν λέτε ψέματα.
Τελικά, έχεις διαφορετική όψη απ' ό,τι περίμενα. Για την ακρίβεια είσαι μάλλον ελκυστικός.
Σκέψου αν έχει νόημα να φοβίζεις τους ανθρώπους; Μπορεί να είμαι κακός, αλλά θυμήσου, ήμουν το πιο ύπουλο πλάσμα στον Παράδεισο. Η μεταμφίεση είναι πολύ μεγάλο εργαλείο. Σκοτώνω δέκα φορές περισσότερο κόσμο κάθε χρόνο με το τσιγάρο από ό,τι με τις βόμβες, τα περίστροφα και τα τουφέκια συνολικά. Οι άνθρωποι φοβούνται όλα αυτά τα όπλα, αλλά κανείς δεν φοβάται ένα από τα μεγαλύτερα θανατικά μου. Αυτή είναι η μεγάλη μου δύναμη, της απάτης και της πλάνης.
Ένα από τα μεγαλύτερα θανατικά σου, είπες; Πόσα έχεις, δηλαδή;
Περισσότερα από ό,τι φαντάζεσαι. Έχω θανατικά που σκοτώνουν το σώμα, το μυαλό και το πνεύμα. Ξέρεις πόσους γάμους διαλύω; Και οι ανόητοι ούτε καν το ξέρουν ότι το κάνω εγώ.
Πώς το κάνεις αυτό;
Α, είναι απλό. Τους βάζω να σκέφτονται τους εαυτούς τους ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ από ό,τι ο ένας τον άλλο. Η περηφάνια και ο εγωισμός πάντα ήταν από τα καλύτερα εργαλεία μου.
Δεν το ξέρεις ότι είσαι νικημένος; Δεν το ξέρεις ότι δεν μπορείς να νικήσεις;
Και λοιπόν; Ήμουν εδώ για χιλιάδες χρόνια και ακόμα και σύμφωνα με το Bιβλίο που διαβάζεις και πιστεύεις έχω αρκετά ακόμη. Πολλοί από αυτούς που ζουν κάτω από την εξουσία μου ξέρουν ότι θα ξοδέψουν την αιωνιότητα στην κόλαση. Αν λοιπόν εσείς οι άνθρωποι είστε διατεθειμένοι να θυσιάσετε ολόκληρη την αιωνιότητα για μερικές δεκαετίες καλοπέρασης, φαντάσου πώς νιώθω εγώ, που έχω μερικές χιλιάδες χρόνια ακόμα μπροστά μου. Φυσικά αυτή η «καλοπέραση» είναι η μεγαλύτερη απάτη μου. Τους υπόσχομαι την ευτυχία με το σεξ, τα ναρκωτικά, το ποτό, τη διαφθορά και πολλούς τρόπους να ικανοποιήσουν τη σάρκα τους. Αυτά κρατάνε περίπου 26 μήνες πριν αρχίσει να γίνεται αισθητή η ματαιότητα και η δυστυχία.
26 μήνες; Πού τον βρήκες αυτόν τον αριθμό;
Από χιλιάδες χρόνια εμπειρίας. Πίστεψέ με, ξέρω τι σου λέω. Επιπλέον, μπορεί να καταλήξω νικημένος στο τέλος, αλλά ακόμη και τότε εγώ θα έχω πολύ περισσότερες ψυχές από τον «Άλλο». Πολύ περισσότερες. Ακόμη και το Bιβλίο σου το λέει.
Άρα τελικά ποιος κερδίζει στην πραγματικότητα;
Μα γιατί σου αρέσει να κάνεις τους ανθρώπους δυστυχισμένους και να προκαλείς τόσο πόνο και καταστροφή;
Μερικές φορές απολαμβάνω περισσότερη εκτίμηση από όση αξίζω. Μερικοί από εσάς μπορούν να είναι ακριβώς τόσο κακοί όσο εγώ. Δεν τα κάνω εγώ όλα αυτά. Αρκετά από όσα βλέπεις γύρω σου είναι αποτέλεσμα της ανθρώπινης σάρκας και του ανθρώπινου μυαλού. Κοίτα πόσα αδέρφια είναι τσακωμένα, δε μιλιούνται. Πόσα παιδιά μισούν τους γονείς τους και μισούνται μεταξύ τους. Είμαι πολύ καλός στο να δημιουργώ χάος. Αλλά πρέπει να το παραδεχτώ, ότι η ανθρώπινη φύση μπορεί να πέσει αρκετά χαμηλά και χωρίς τη βοήθειά μου.
Αλλά εσύ κάποτε ήσουν άγγελος. Πώς άλλαξες έτσι;
Αυτή είναι μια μεγάλη ιστορία. Δεν θα καταλάβαινες.....
Ας πούμε πως απλώς κουράστηκα να δέχομαι εντολές και δεν ήθελα να είμαι υπό την εξουσία κανενός. Ήθελα να κάνω το δικό μου. Ήθελα εγώ να είμαι ο κύριος της ζωής μου. Αλλά από την άλλη, μήπως θα μπορούσες να καταλάβεις....Εσύ δεν ένιωσες ποτέ έτσι;
...
Λοιπόν δεν ένιωσες;
Δεν παίρνουμε συνέντευξη από εμένα, αλλά από εσένα.
Άγγιξα ένα ευαίσθητο σημείο σου, έτσι; Αυτό που σου είπα, ότι δεν ήθελα να εκτελώ εντολές. Και να κανονίζω μόνος μου τη ζωή μου. Ήταν το πρώτο μου βήμα μακριά από τον Άλλο. Και από τη στιγμή που απομακρύνθηκα εγώ, βάζω το ίδιο πνεύμα και στους ανθρώπους, για να τους απομακρύνω κι αυτούς. Παίρνω λίγο από τον εαυτό μου και τον εμφυσώ μέσα τους. Έχω βάλει λίγο από τον εαυτό μου μέσα σε όλους. Μόνο ένας ανόητος θα το αρνιόταν αυτό.
Και λοιπόν τι έρχεται μετά; Τι σχεδιάζεις τώρα;
Σχεδιάζω ένα πολύ μεγάλο ταρακούνημα. Ετοιμάζω κάποια πολύ άσχημα πράγματα, με τα οποία νομίζω πως θα επιτύχω μια μεγάλη παγκόσμια καταστροφή.
Α, εννοείς όλη αυτή την παγκόσμια διαμάχη και την αναταραχή που υπάρχει στον κόσμο μας.
Όχι, αυτός είναι μόνο ένας περισπασμός. Ξέρεις, είμαι πολύ καλός στους περισπασμούς. Σίγουρα θα προκαλέσω κάποια τεράστια προβλήματα παγκόσμιας κλίμακας, αλλά δεν είναι αυτό που επηρεάζει τους περισσότερους ανθρώπους. Πέρα από αυτά που θα ακούνε στις ειδήσεις, η αύξηση της τιμής του πετρελαίου για παράδειγμα, δεν επιδρά και πολύ στο δικό τους κόσμο. Τα πολύ άσχημα που ετοιμάζω αφορούν το δικό τους κόσμο και όχι τον παγκόσμιο. Οι ανόητοι, ανησυχούν για τις διαμάχες των εθνών, ενώ εγώ τους έχω σε συνεχείς διαμάχες με τους συναδέλφους τους στο ίδιο τους το γραφείο. Αγωνίες, ανασφάλειες, τσακωμοί, εντάσεις στην κάθε τους μέρα. Βρίσκονται σε πόλεμο με τους ανθρώπους που βλέπουν κάθε μέρα, με τους ανθρώπους που ζουν κάτω από την ίδια στέγη. Ακόμα και με τον άνθρωπο που μοιράζονται το ίδιο κρεβάτι. Και μια που το' φερε η κουβέντα, έχεις προσέξει πόσο έχω αλλάξει το ποιοι μοιράζονται το ίδιο κρεβάτι στις μέρες μας; Είμαι πραγματικά περήφανος γι' αυτό. Βλέπεις, αυτά που δείχνει η τηλεόραση είναι ο περισπασμός. Το Βιβλίο σου λέει «ν' αγαπάς τον πλησίον σου σαν τον εαυτό σου». Δεν λέει ν' αγαπάς «τα άλλα έθνη». Εγώ τους κάνω να μισούν τόσο τον πλησίον τους όσο και τα άλλα έθνη. Καλά, είμαι φοβερός!
Αλλά γιατί προκαλείς όλες αυτές τις καταστροφές;
Έχεις πατήσει ποτέ ζουζούνι; Δεν σου λέω ένα κουνούπι που μπορεί να σε τσιμπούσε ή ένα έντομο όπως η μέλισσα ή η σφήκα, αλλά ένα έντομο που δεν θα μπορούσε να σου κάνει ποτέ κακό. Και το σκότωσες μόνο γιατί είχε πλάκα.
...
Λοιπόν; Πάτησες ποτέ ένα ζουζούνι για να σπάσεις πλάκα; Ε, το' κανες ποτέ σου;
Φαντάζομαι πως ναι.
Λοιπόν, πολλαπλασίασε αυτή την ευχαρίστηση επί εκατομμύρια φορές. Μου αρέσει να συνθλίβω ζωές, ελπίδες, όνειρα, τη χαρά, την ειρήνη, την ευτυχία, την υγεία, την προκοπή και την αρμονία. Απλώς μου αρέσει πάρα πολύ! Έντομα. Έτσι σας βλέπω όλους. Αβοήθητα έντομα που θέλω να πολτοποιήσω.
Θα με αφήσεις να φύγω από εδώ, για να πω στους ανθρώπους τα σχέδιά σου; Γιατί εάν σε εκθέσω, οι άνθρωποι θα σε πάρουν πιο σοβαρά και θα σε προσέχουν.
Δεν έχω σκοπό να σε σταματήσω. Δεν μπορείς να με βλάψεις ούτε εμένα ούτε τα σχέδιά μου. Έχω εκτεθεί στους ανθρώπους από την πολύ αρχή και το λέει και το Βιβλίο σου. Επιπλέον εάν διαβάζεις το Βιβλίο σου και εάν στ' αλήθεια δεν είσαι δικός μου, τότε θα ξέρεις ότι δεν μπορώ να σε σταματήσω. Έχω εξουσία επάνω σους δικούς μου, αλλά όχι στους δικούς Του. Εγώ δεν είμαι τίποτα παραπάνω από ένας διαβολέας. Από εκεί βγαίνει και το όνομά μου. Ο διάβολος, αυτό είμαι. Οι άνθρωποι πάντα γνώριζαν τη φύση μου. 142.314.762 διέπραξαν μοιχεία φέτος. Όλοι εκτός από τρεις ήξεραν ότι είναι λάθος. Λοιπόν ξεκίνα. Πήγαινε πες τους τα και δες τι καλό θα βγει. Ήδη το ξέρουν μέσα στις καρδιές τους τι είναι κακό και τι καλό. Ο «Άλλος» έγραψε τις εντολές Του στις καρδιές τους. Εγώ απλώς έβαλα και λίγο από τον εαυτό μου μέσα. Σας κρατάω στο χέρι μου εσάς τους ανθρώπους και δεν σας αφήνω εύκολα. Αλλά από την άλλη, οι περισσότεροι από σας δεν θέλουν οι ίδιοι να με αφήσουν. Στο είπα είμαι πολύ καλός σε αυτό που κάνω.
Και τι γίνεται με τον Ιησού; Αυτόν δεν Τον φοβάσαι;
Γιατί να Τον φοβάμαι; Κοίτα το σκορ. Ακόμη και Κείνος το είπε: «επειδή, πλατιά είναι η πύλη, και ευρύχωρος ο δρόμος που φέρνει στην απώλεια (η απώλεια, είμαι εγώ) και πολλοί είναι αυτοί που μπαίνουν μέσα απ' αυτή. Επειδή, στενή είναι η πύλη, και θλιμμένος ο δρόμος που φέρνει στη ζωή (η ζωή, είναι Εκείνος), και λίγοι είναι αυτοί που τη βρίσκουν.» Πρόσεξε ότι λέει πως πολλοί θα μπουν στο δικό μου δρόμο, αλλά μόνο λίγοι θα βρουν το δικό Του. Και να σου πω κάτι; Μη νομίσεις ότι όλοι όσοι βρίσκουν το δρόμο Του μπαίνουν σ' αυτόν ή μένουν . Έχω πολλούς από αυτούς να στέκονται στην πόρτα. Γνωρίζοντας το σωστό δρόμο, αλλά ακόμα αναποφάσιστοι και παγιδευμένοι και χωρίς να θέλουν να εγκαταλείψουν τις απάτες μου. Ναι, κρατάω αρκετούς σε αυτή την κατάσταση. Βλέπεις, άλλο να τον βρεις το δρόμο και άλλο να τον πάρεις. Και όταν υπολογίσεις το σκορ, έχεις: Έναν ευρύχωρο δρόμο που οδηγεί σε μένα. Αυτό είναι το ισοδύναμο ενός αυτοκινητόδρομου οχτώ λωρίδων κυκλοφορίας σε ώρα αιχμής. Και έναν στενό και θλιμμένο δρόμο που οδηγεί σε Κείνον. Αυτό είναι το ισοδύναμο ενός μικρού μονοπατιού πάνω σε ένα βουνό, που το παίρνει κάποιος ταξιδιώτης καμιά φορά. Άρα γιατί να Τον φοβάμαι;
Ναι, αλλά στο τέλος θα καταστραφείς.
Και λοιπόν; Θα έχω βασιλέψει για χιλιάδες χρόνια και θα πάρω τους περισσότερους από σας μαζί μου.
Δεν έχεις καθόλου έλεος;
Το έλεος δεν είναι αντικείμενό μου. Ποτέ δεν ήταν και ποτέ δεν θα είναι. Είναι δικό Του γνώρισμα μόνο. Το αντικείμενο το δικό μου είναι η πλάνη, το ψέμα ότι θα λύσω τα προβλήματά σας και θα σας φέρω την ευτυχία. Αυτή η απάτη αποδίδει εδώ και χιλιάδες χρόνια και η επιτυχία της δε μειώνεται. Δελεάζω εσάς τους μικρούς και αδύναμους ανθρώπους με όλα τα υλικά πράγματα αυτού του κόσμου. Υλικά που σαπίζουν και εξαφανίζονται. Και εσείς οι ανόητοι συνεχίζετε να τα αγαπάτε.
Θα σε εκθέσω σε χιλιάδες ανθρώπους! Θα τους εξηγήσω ποιος είσαι στ' αλήθεια! Θα τους κάνω να καταλάβουν!
Θα το διηγηθείς αυτό σε χιλιάδες, ίσως και σε εκατομμύρια ανθρώπους. Αλλά θα σου πω εγώ τι θα γίνει. Θα το ευχαριστηθούν. Κάποιοι θα πουν «Αμήν», κάποιοι θα το πουν και σε άλλους, αλλά δεν θα αλλάξουν. Για κάθε 3422 δικούς μου που θ' ακούσουν αυτά που είπαμε σήμερα, μόνο ΕΝΑΣ θ' αλλάξει. Μόνο ΕΝΑΣ. Ανόητε! Μόνο ο ένας θ' αλλάξει. Τους άλλους θα τους κρατήσω εγώ. Και επίσης από την εμπειρία μου ξέρω, ότι και σας έχω και σας κρατάω, τους περισσότερους από σας. ΕΝΑΣ στους 3422! Εγώ θα κρατήσω τους 3421! Τι έχεις να πεις γι' αυτό;
Ο Ιησούς Χριστός σου έχει ήδη δώσει την απάντηση:«Σας λέω ότι έτσι θα είναι χαρά στον ουρανό για έναν αμαρτωλό που μετανοεί, περισσότερο παρά για 99 δίκαιους, που δεν έχουν ανάγκη μετάνοιας.» (Λουκάς ιε΄ 7).

Wednesday, 12 March 2014

I cannot Manage My own self;Grant me the spirit of repentance( A prayer)


By Saint Ephraim The Syrian
 
Before thy glory,O Christ my Savoir,i will announce all my misconduct and confess the infinitude of Thy mercies,which thou pourest out upon me according to Thy kindness.
From my mother's womb i began to grieve Thee,and utterly have I disregarded Thy Grace,for I have neglected my soul.Thou,O my Master,according to the multitude of Thy mercies,hast regarded all my wickedness with patience and kindness.Thy grace has lifted up my head,but daily it is brought low by my sins.
Bad habits entangle me like snares,and I rejoice at being thus bound.I sink to the very depths of evil,and this delights me.Daily the enemy gives me new shackles,for he sees how this variety of bonds pleases me.
The Fact that I am bound by my own desires should provoke weeping and lamentation,shame and disgrace.and yet more terrible is the fact that I bind myself with the shackles that the enemy places upon me,and I slay myself with the passions that give him pleasure.
Although I know how dreadful these shackles are,I hide them behind a noble appearance from all who might see.I appear to be robed in the beautiful clothes of reverence,but my soul is entangled with shameless thoughts.Before all who might see,I am reverent,but inside I am filled with all manner of indecency.
My conscience accuses me of all this,and i act as if I wish to be freed  of my shackles.Everyday I worry and sigh over this,yet I ever remain bound by the same snares.
How pitiful am I;and how pitiful is my daily repentance,for it has no firm foundation.Everyday I lay a foundation for the building,and again with my own hands I demolish it.
My repentance has not even made a good beginning as yet;yet there is no end to my wicked negligence.I have become a slave to passions and to the evil will of the enemy who destroys me.
Who will give the water to my head,and the founts to my eyes for tears,so that I may ever weep before Thee,O merciful God,that Thou mightest send Thy grace and draw me,a sinner,out of the sea,furious with the waves of sin,that hourly convulses my soul?For my desires are worst than wounds that cannot be bandaged.
I wait hoping for repentance and deceive myself with this vain promise until my death.Ever do I say,"I will repent," but never do I repent.My words give the appearance of heartfelt repentance,but in deed I am always far from repentance.
What will happen to me in the day of the trial,when God unveils all things at His court!

Certainly I shall be sentenced to torment,if here I have not moved Thee to mercy,O my Judge,by my tears.
I hope on Thy mercies,O Lord;I fall at Thy feet and beseech Thee:Grant me the spirit of repentance and lead my soul out of the dungeon of iniquity!May a ray of light shine in my mind before I go to the terrible judgement which awaits me,where there is no opportunity to repent of one's wicked deeds.

Source:
"A SPIRITUAL PSALTER" BY  SAINT EPHRAIM THE SYRIAN

Νηστεία σημαίνει πείνα για τον Θεό…


«Νηστεία σημαίνει πείνα για το Θεό». 
«Μόνο αυτός που ευχαριστεί ζει αληθινά».
 π. Αλέξανδρος Σμέμαν. 

Όταν διψάσεις, θα ανακαλύψεις τη γεύση του νερού, που αγνοούσες λόγω της συνήθειας. Βάλε το στόμα σου στο τρεχούμενο νερό και γεύσου τις σταγόνες που σου έκαναν τη χάρη να μείνουν για να σε δροσίσουν.
Όταν πεινάσεις, θα ανακαλύψεις τη γεύση του ψωμιού, που αγνοούσες λόγω της συνήθειας. Φάε το ψωμί σου αργά και ταπεινά. Δέξου το με ευγνωμοσύνη ως δώρο και θα σου είναι πιο γλυκό κι από το μέλι.
Με τη νηστεία που μας διατηρεί σε κατάσταση πείνας, ασκούμαστε να λαμβάνουμε την τροφή και τη ζωή ευχαριστιακά. Να τη λαμβάνουμε ως δώρο από τα χέρια του Θεού. Η νηστεία -ως πείνα και δίψα- ανοίγει άλλες προοπτικές, άγνωστες παντελώς στον κορεσμένο άνθρωπο. Το ψωμί, τα φρούτα, το νερό γίνονται ξαφνικά τόσο όμορφα…εμπνέουν τόσο σεβασμό που θέλεις να τα φιλήσεις… Τα απλά ακτινοβολούν μια αγνή ομορφιά που τα κάνει πιο ποθητά από τα πολυποίκιλα και επιτηδευμένα…
Η νηστεία, ως πείνα και δίψα, δίνει στην τροφή και τη ζωή τη γεύση της ευλογίας και της ευχαριστίας. Βλέποντας το ψωμί και το νερό ως δώρο του Θεού, ανακαλύπτεις τελικά παντού γύρω σου τα κρυμμένα Του δώρα… Έχει δίκιο ο π. Αλέξανδρος. “Μόνο αυτός που ευχαριστεί ζει αληθινά”!
Η πείνα και η δίψα της νηστείας είναι στο βάθος της πείνα και δίψα για τον Θεό. Αυτό το ζεις πραγματικά στην εσπερινή λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων, όταν όλη μέρα πεινάς και διψάς τον Άρτο και τον Οίνο της Ευχαριστίας… 

πηγή:pentapostagma

Tuesday, 11 March 2014

"Η Λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων"


Κύρηγμα εκφωνηθέν εις τον ιερόν Ναόν αγ. Ισιδώρων Λυκαβητού, 20 Μαρτίου 1973 

 (Αρχιμανδρίτης Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης)

Θα ήθελα στην σημερινή μας λειτουργία των προηγιασμένων δώρων να πούμε δύο σκέψεις τις οποίες σημείωσα προηγουμένως, ενώ εσείς ψάλλατε.

Τελέσαμε σήμερα μίαν θείαν λειτουργίαν χωρίς να τελέσωμε θυσίαν. Πώς όμως μπορεί να είναι λειτουργία, αφού, όταν λέμε λειτουργία, εννοούμε θυσία; Οπωσδήποτε είναι ένα έργο το οποίο επιτελέσαμε ως εκκλησία, ως σύναξις, ως λαός. Αλλά ποιο είναι το στοιχείο εκείνο το οποίο την καθιστά τελικώς μίαν λειτουργίαν, μίαν θυσίαν και όχι απλώς μίαν εωθινήν ή εσπερινήν, όπως κανονικά είναι, ακολουθίαν; Το βασικό στοιχείο της θυσίας είναι ο θάνατος και εν τω άμα η προσφορά εις τον Θεόν του θυσιαζομένου. Εις την θείαν λειτουργίαν κάνομε αναπαράστασιν της θυσίας του Χριστού· μεταβάλλομεν τον άρτον και τον οίνον εις το εσταυρωμένον και αναστημένο σώμα του Χριστού.


Είχαμε δηλαδή σήμερα μίαν λειτουργίαν, μίαν θυσίαν, διότι υψώσαμε μίαν ζωήν, την ζωήν του Χριστού, η οποία έχει απολεσθεί. Όταν λέγαμε «πρόσχωμεν, τα προηγιασμένα άγια τοις αγίοις», εκείνην ακριβώς την ώρα υψώναμε την δοσμένη πλέον, την χαμένη και ταυτοχρόνως ευρημένη ζωή του σταυρωθέντος και αναστάντος Κυρίου μας. Αυτό το οποίο είχε ήδη αρχίσει να καθιστά αυτήν την προσευχήν μας όχι μίαν εσπερινήν απλώς ακολουθίαν αλλά μίαν λειτουργίαν, μίαν αναφοράν, ήτο αυτή η κατά τόσον παραστατικόν τρόπον ανύψωσις. Το θυμίαμά μας το προσφέραμε εις έπαρσιν των χειρών μας, διότι δεν εγένετο, όπως είπαμε, σήμερα η θυσία του Κυρίου.

Ένα βασικό στοιχείο το οποίο βλέπομε σήμερα εις την Προηγιασμένην είναι η ανύψωσις, η απόδοσις, το δόσιμο εις τον Θεόν· είναι το αγίασμα, το ξεχώρισμα και το αφόρισμα ημών αυτών εις τον Θεόν. Το επιτυγχάνομεν δια της αναγωγής μας, της ανυψώσεως των καρδιών και των χειρών μας, και εν συνεχεία δια της ανυψώσεως αυτού τούτου του αμνού ως μιας ζωής χαμένης πλέον και συνάμα δοσμένης εις τον Θεόν.

Έχομεν λοιπόν τον Χριστόν ο οποίος απωλέσθη και τον άνθρωπο ο οποίος απόλλυται την ώρα τούτη. Αυτός είναι ο αγιασμός, αυτό είναι το αγίασμα, το δώρημα το οποίο έγινε εις τον Θεόν, δηλαδή ο ίδιος ο Χριστός που θυσιάσθηκε, αλλά και εγώ ο άνθρωπος που θυσιάζομαι. Δεν υπάρχει τίποτε που να με εμποδίζει εις αυτό το δόσιμο του είναι μου, «Ούτε η ανομία μου ούτε η αμαρτία μου, Κύριε», όπως χαρακτηριστικά λέγει ό Ψαλμωδός. «Άνευ ανομίας έδραμον»· έτρεξα κοντά σου χωρίς ανομία, χωρίς κάποιο ανασταλτικό, χωρίς κάτι που να με καθιζάνει, να με κωλύει. Ήταν το ανέβασμά μου προς εσένα ελεύθερο και ολοκληρωτικό. Και όταν έχωμε ενώπιόν μας και βλέπωμε αυτόν τον Κύριον που ήδη έχει προσφερθεί για μας, το νοιώθει αμέσως η καρδιά μας και λέγει· «Πῶς τοίνυν οὐ θελήσομεν... ἐκδότους ἑαυτούς αὐτῷ καταστῆσαι;» Πώς είναι δυνατόν εμείς να μη πωλήσωμε, να μη παραδώσωμε, να μη αναγάγωμε και να μη καθοσιώσωμε την ύπαρξή μας εις αυτόν ο οποίος πουλήθηκε, παραδόθηκε για μας;

Ώστε κατά την Προηγιασμένην είναι κάτι το απολεσθέν ο Χριστός και κάτι το απολλύμενον ο άνθρωπος. Προσερχόμεθα τρόπον τινά εις την ακολουθίαν της Προηγιασμένης, βαστάζοντες ήδη εις τας χείρας μας το αίμα μας.

Το παραστατικό στοιχείο της θυσίας μας είναι η ανύψωσις, η τόσο γνωστή από την Παλαιά Διαθήκη. Ό,τι υψούτο υπεράνω του θυσιαστηρίου ή ετίθετο επί της εσχάρας ανήκε εις τον Θεόν. Από την ώρα λοιπόν που τα τίμια δώρα την Κυριακή, πριν ακόμη καθαγιασθούν, ανυψώθησαν ή από την ώρα που σήμερα αι χείρες μας υψώθησαν δια του ιερού θυμιάματος, από εκείνην την ώρα πλέον εμείς έχομε εγγίσει εις τον Θεόν. Έχομε αναθέσει, έχομε εμπιστευθεί τον εαυτόν μας εις τον Θεόν.

Αυτή η αναγωγή, αυτή η ανάτασις είναι μία έγερσις ιδική μας προς συνάντησιν του εγηγερμένου Κυρίου. Έχομε την ιδικήν μας ανύψωση και την ανύψωση των τιμίων και προηγιασμένων δώρων. «Εξεγέρθητι, Κύριε, εις συνάντησίν μου και ίδε», λέγει ο Ψαλμωδός. Ο Κύριος παρουσιάζεται ως κεκοιμημένος. Εις την τελευταίαν μόλις πράξιν αυτής της λειτουργίας έχομε την εξέγερσιν του Κυρίου. «Εξεγέρθητι, Κύριε, εις συνάντησίν μου και ίδε». Εγώ σηκώθηκα, σήκω τώρα και συ.

Αλήθεια τι είναι αυτή η εξέγερσις του Κυρίου; Δεν είναι παρά μία κάθοδος του Κυρίου, μία κατάβασίς του, μία κένωσις, ένα τρέξιμο προς ημάς και συγχρόνως μία όρασίς του. «Εξεγέρθητι και ίδε». Σε κοιτάζω, όταν θέλω να σου μιλήσω, όταν θέλω να επικοινωνήσω μαζί σου. Αρχίζει δηλαδή ο Κύριος να συνάπτει μαζί μας ένα διάλογον, ο οποίος είναι διάλογος δύο προσώπων, όχι δύο ατόμων. Είναι ένας διάλογος που συνάπτεται μεταξύ δύο προσώπων, δύο συνειδήσεων, αι οποίαι τρόπον τινά συνχωρούν, συνχωρούνται, μεταχωρούνται, διαχωρούνται, περιχωρούνται. Ο Θεός και ο άνθρωπος· ο ένας χωράει εις τον άλλον, διότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος με τον οποίον μπορεί ουσιαστικά να μας μιλήσει ο Θεός.

Επομένως, αυτή η κάθοδος, αυτή η εξέγερσις του Κυρίου και ταυτοχρόνως η δική μας είναι η αίσθησις της επαφής και της αντιδόσεως, της αντιμεταχωρήσεώς μας, η οποία γίνεται την ώρα της Προηγιασμένης. Είναι αυτό που λέγει ο ιερός Πατήρ, ότι ο Χριστός είναι βρώσις και πόσις, χωρίς να εννοεί απλώς την βρώσιν εν τω μυστηρίω αλλά αυτό το είναι εν, το οποίο επιτελείται διαρκώς εντός της υπάρξεώς μας.

Και όπως, όταν κανείς εσθίει, γλυκαίνεται, ερεθίζεται και θέλει να φάει περισσότερο, έτσι και αυτή η βρώσις της θεότητος και ταυτοχρόνως η βρώσις η δική μας υπ' αυτού, η περιχώρησίς μας εις την ύπαρξίν Του και εις την αγάπην Του, γίνεται ένας ερεθισμός του νου μας, διότι δια του νου γίνεται η κατάληψις και η όρασις του Θεού, και συνάπτεται ένας ακόρεστος, ένας ακατάσχετος χορός και ένα αλληλοκυνηγητό μεταξύ εμού και Εκείνου. Είναι εν τέλει μία άπληστος επιζήτησις και μία βρώσις. Και επειδή ουδέποτε θα μπορούσε να κατανοήσει αυτό ο άνθρωπος, λέμε ότι είναι ένα μυστήριον ακατανόητον εις τον ανθρώπινον νουν και άρρητον. Ουδέποτε ο άνθρωπος μπόρεσε να συλλάβει μίαν τοιαύτην κάθοδον του Θεού, μίαν τοιαύτην ανάστασιν, μίαν τοιαύτην εξέγερσιν. Κάθοδον βέβαια του Θεού συνέλαβε το ανθρώπινον πνεύμα και εις την φιλοσοφίαν, όμως δεν μπόρεσε να ψηλαφίσει στην ουσία το γεγονός, γι' αυτό και παρέμεινε από των αιώνων ακατάληπτον.

Η κάθοδος του Θεού δεν ήτο μία απλή ένωσις μαζί μας, αλλά μία πρόσληψις της ανθρωπίνης φύσεως, μία σάρκωσις. Δεν ήτο, αλλά είναι μία σάρκωσις διαρκώς επιτελουμένη, την οποίαν ουδέποτε ηδυνήθη να κατανοήσει ο ανθρώπινος νους. Αυτή η εξέγερσις του Θεού, αυτή η θυσία του, η οποία επιτελείται εις το διηνεκές, είναι κάτι που Αυτός ούτος προσλαμβάνει εν εαυτώ. Και εδώ ακριβώς έγκειται το φοβερό αυτό μυστήριον: δεν το κάνω εγώ· το επιτελεί μόνον Αυτός καθ' εαυτόν και το επιτελεί δι' εμού.

Και έτσι έχομε πάλι έν εν δυσίν, που σημαίνει ότι ούτε καν μπορείς να τα ξεχωρίσεις. Είναι λοιπόν ακατάληπτον και άρρητον μυστήριον, διότι δεν υπάρχει κάτι το ανάλογον στην ανθρώπινη ζωή, για να μπορέσει κανείς να το παραβάλει και να το εκφράσει. Δεν το κατανοεί ο άνθρωπος και εν τούτοις — ω του θαύματος του ακαταλήπτου! — αυτό επιτελεί ο Κύριος διαρκώς και κατά την ώρα που επιτελούμε την λειτουργία.

Ανακεφαλαιώνοντας λέγομεν ότι η Προηγιασμένη αυτή λειτουργία μας πρώτον, είναι ένα δώρημα, ένα αγίασμα· είναι κάτι που εναποτίθεται, ανήκει πλέον οριστικά και μόνιμα εις τον Θεόν ως κτήμα, ως περιουσία του.

Δεύτερον, είναι ένα έγγισμα, είναι μία εξέγερσις του Θεού. Και η εξέγερσις του Θεού είναι μία σάρκωσις, μία κάθοδος. Η δική μου εξέγερσις είναι μία πρόσληψις, που επιτελείται υπ' αυτού τούτου του Θεού και μόνου.

Τρίτον, η Προηγιασμένη καθίσταται λειτουργία, θυσία, διότι έχει το μόνιμο στοιχείο του μυστηρίου της αδιαλείπτου θεωρίας, της επαγρυπνήσεως, της μυστικής αυτής ενοράσεως, το οποίον άρχεται αυτήν την στιγμή, και το εκφράζει ο Ψαλμωδός, όταν λέγει· «οι οφθαλμοί μου προέφθασάν σε εν αωρία»· προτού καν δω την αυγή, πριν χαράξει, οι οφθαλμοί μου σε έχουν προφθάσει.

Εμείς τον παρακαλούμε· «το έλεός σου, Κύριε, προφθάσει με». Αυτό όμως που με προφθαίνει δεν είναι το έλεος, αλλά αυτός ούτος ο Κύριος. Μη μπορώντας να το νοιώσω, το εκφράζω τόσο ωραία με την λέξη «το έλεος» που είναι ενέργεια του Θεού. Εκείνος ο ίδιος με φθάνει και εγώ ήδη τον έχω προφθάσει δια της ανυψώσεως των οφθαλμών μου. Και εφ' όσον εκείνου η κάθοδος, η κένωσις, είναι αδιάλειπτος, σημαίνει ότι και το δικό μου μυστικό κοίταγμα, η μυστική μου ενατένισις, είναι αδιάλειπτος, εδώ μεν μυστηριακά, διηνεκώς δε μυστικά.

«Το κράτος μου, προς σε φυλάξω», λέγει ο Ψαλμωδός. Εσύ είσαι που μου δίνεις το κράτος, την δύναμη, την ύπαρξη, την οντότητα, την κυριότητα. Αν έχω δύναμη, αν έχω ζωή, είσαι Συ ο ίδιος. Γι' αυτό «προς σε φυλάξω»· διαρκώς κοιτάζω εσένα, σε φυλάττω, σε παρακολουθώ· διαρκώς το βλέμμα μου δεν ξεκολλάει από εσένα.

Μόνον μια τέτοια ψυχή, μια τέτοια καρδιά αντικρύζουσα κατ' αυτόν τον τρόπον τον Κύριον, είναι δυνατόν να είναι αυτή επί της οποίας επαναπαύεται ως επί των χερουβίμ και των σεραφίμ ο Θεός και ολόκληρη η Εκκλησία. Αυτός παρεγένετο νυν δι' εμέ και εγώ παραγίνομαι νυν προς αυτόν. Ενώ προηγουμένως είχα σύνοικον την αμαρτίαν μου, τώρα Εκείνος είναι σύνοικός μου και εγώ σύνοικός του.

Αυτή λοιπόν η εγρήγορσις και ταυτοχρόνως αυτή η συνοίκησις, αυτή η μία ζωή εν τω ενί που στην ουσία είναι δύο, το έν εν δυσί, είναι το τρίτο στοιχείο αυτής της λατρευτικής μας συνάξεως. Και ενώ ζούμε συνεχώς το μυστήριον και το μυστικό τούτο γεγονός, πόσες φορές εμείς, αγαπητά μου παιδιά, παρ' ότι είμεθα χορτάτοι, εν τούτοις δεν έχομεν την αίσθησιν της δικής του βρώσεως, αυτού το οποίον τρώγομεν και μεταβάλλει την ύπαρξίν μας!

Μία τέτοια ζωή, χωρίς την αίσθησιν της ζωής του προαιωνίου και ατελευτήτου Θεού, μπορεί ποτέ να θεωρηθεί ζωή; Νομίζω ότι εξισούται με ένα θάνατον, με μίαν νέκρωσιν. Η ζωή μου ζει, μόνον όταν είναι κεκρυμμένη «εν τω Θεώ συν τω Χριστώ» τω κατερχομένω, τω νενεκρωμένω και παρόντι ενώπιόν μου, μόνον όταν είναι μία ζωή την οποίαν είναι αδύνατον να ξεχωρίσεις από την ιδικήν του.

πηγή: Αρχιμ. Αιμιλιανού, Κατηχήσεις και Λόγοι, τόμος 4, Θεία Λατρεία - Προσδοκία και Όρασις Θεού, εκδ. Ορμύλια, 2001.

Τhe Desire for Heaven..


Saint Gregory of Nyssa
But so as not to fatigue your mind in vain by gazing out over the infinite, we’ll desist from poring over the nature of God Who lies beyond, because it’s impossible to understand Him. From what we’ve looked at, we’ve formed some sort of notion of His greatness, but all we’ve really gained is the knowledge that we’re unable to understand much else. And the more superior we believe the nature of God to be to our knowledge, the greater our sorrow is, because the summum bonum, from which we’ve been separated, is so great, and is such that we can’t bear any real knowledge of Him.

And yet, sometimes we find ourselves in such close communion with God that it defies any attempt at explanation. And this God, Who’s beyond our comprehension, is so profoundly entrenched in our nature that we can actually be transformed in accordance with the original image, so that we seem to be new persons because of the absolute likeness. Because, whatever we think now about God, all of it was – once upon a time –  inside people. People once enjoyed incorruption and blessedness and composure and freedom. They didn’t know sorrow or the cares of life. They were closer to God and saw Him with a clear and free intellect, unhindered by any intermediate impediment. In short, all of this suggests to us the reason for the creation of the world, when it says that people were made in the image of God, that they lived in paradise and enjoyed the trees planted there. The fruit of these trees was life, knowledge and so on.

If we had all that, how is it possible not to mourn the disaster that befell us, when you compare and contrast the blessedness we knew then and today’s misery. We who were elevated have been humbled; we who were made in the image of the heavenly, have become dust; we who were destined to become royalty, are slaves; we who were created immortal have been destroyed by death; we who enjoyed the delights of paradise have been transported to this afflicted and wearisome place.

We’ve exchanged the ambience of freedom from the passions for this tedious and mortal life. We, who were once free and autonomous, are now dominated by so many and such varied evils that it’s not easy even to number our vicissitudes. Because each of the passions we have within us, when it becomes dominant, takes control of the person who’s subject to it. And just like any tyrant, when it captures the citadel of the soul, it exploits the occupants with the things that should be subject to them: each passion uses our very thoughts to our detriment, in order to benefit from them.

In this way, anger, fear, cowardice, audacity, excessive sorrow or joy, hatred, contentiousness, callousness, harshness, envy, flattery, resentment, heartlessness, and all the passions, which are all ranged in antipathy towards us, are simply an enumeration of some of the tyrants and oppressors who subjugate our souls as captives. And if you think about the bodily tribulations which have become part and parcel of our very nature, meaning the many and varied forms of illness we suffer from and yet which, initially, we had no experience of, you’ll weep all the more at seeing woe where there was once weal and at comparing what is bad with what is so much better.

It appears that this is what the Lord is teaching when He praises mourning, that is that the soul looks to the real good and doesn’t wallow in the essential falseness of this life. Because, if you look carefully at things the way they really are, how can you live without tears? In the same way, if you don’t –  and are absorbed in the pleasures of life- how can you understand that you’re actually floundering in a pernicious morass and are in no better state than dumb animals? The way their bodies have been formed is miserable. What could be worse than being deprived of reason?

They’ve got no idea of their distressed condition, yet their lives go on, with some sort of pleasure. A horse, for example, will whinny when it’s pleased, and a bull will paw the ground  and send up dust; a pig raises the hairs on its back and dogs play; calves gambol. You can see in each of the animals how they express their pleasure by certain signs. If these animals had any understanding of the value of reason, they wouldn’t spend their dumb, miserable lives in sensual pleasure. The same is true of those people who have no cognizance of the good things of which our nature’s been deprived. For them, enjoyment of the present life means sensual pleasure.

True Beauty

What words can describe the magnitude of the damage done by the failure of the effort to know God? What more can your intellect conceive of? How can you manifest and describe the ineffable in words, and that which is beyond conception by the intellect? But if the eye of your intellect is so well cleansed that you can somehow see what Christ promises in the Beatitudes, you’ll scorn all human discourse, because it’s unable to express what you think. But if you’re still bound to the bodily passions and have the eyes of your soul closed, as though from illness, because of your impassioned condition, then the whole power of rhetoric is of no avail, for that very reason. It’s the same for those who are insensitive, whether you play down or overstress the wonders of words.

In the same way, describing a shaft of sunlight in words is neither use nor ornament to somebody who’s been blind from birth, because you cannot convey the brightness of a ray through the hearing. In a somewhat similar manner, you have to have special eyes adjusted to the spiritual and true light in order to see this beauty. If, by divine dispensation and in an inexplicable manner, you’ve seen this, you preserve the wonder deep in your consciousness. But those who haven’t seen it can’t even begin to comprehend the damage to those who’ve been deprived of it.

How can you describe to them the good they’re missing out on? How can you show anybody something which is beyond expression? We don’t know any special words that would do justice to that beauty. There’s nothing in creation that we  can use as a reference. And comparisons wouldn’t do it justice either. How can you compare a small spark with the sun? Or a drop of water with the boundless oceans? Because the ratio between a drop and the enormous masses of waters in the deeps, or a little spark and the great rays of the sun, is retained with regard to everything we view as good when seen  in relation to the beauty that is to be perceived around the first good, and beyond and above any other good.

So how can we present the magnitude of this catastrophe to those who have suffered it? I think David expresses this inability very well. On one occasion he was caught up in his mind with the power of the Holy Spirit and, as if transcending his self, in this state of blessed ecstasy, he saw this indescribable and unimaginable beauty. He saw what is possible for a person to see if they’re relieved of their corporeal impedimenta and are able to enter, through the intellect, into contemplation of conceptual and bodiless things. And since he wanted to say something commensurate to what he’d seen, he let out this great cry, which everyone repeats: “All people are liars” (Ps. 115, 2).

Now this, as I understand it, means that anyone who tries to interpret the indescribable light by using words, is really a liar. Not because they hate the truth, but because they’re unable to describe it. Because with visible beauty, such as we have in our lives on earth, whether in inanimate objects or animate beings with dazzling colours, we have the potential to admire them and accept them and to tell others about them, painting their description in words, like an image of their beauty. But how can words reveal something, the original of which is beyond understanding, when there’s no means of description? We can’t talk about colour, or shape, size or even harmony of form or any other such irrelevance in general. How can you perceive something through the things that can be understood by the senses alone, when it’s so far away, and is shapeless, unformed and foreign to the very idea of size and to all the things that are manifest in and around materials and the senses.

But just because it appears to be beyond our powers of comprehension is no reason to despair that our desire will be forever unrequited. On the contrary, however much greater and more sublime the thing we desire is shown to be, the more it’s necessary to elevate our intellect and to bring it up to the mark of our desideratum, so that we’re not excluded from communion with God. Because there’s a great danger that we’ll stop thinking about Him completely, precisely because He’s so sublime and so far beyond description, since we can’t base our knowledge of Him on any of the things we know.

Saint Gregory of Nyssa, Μυστική Θεολογία, selected texts, pubd. by Epektasi, pp. 103-9.

Source-Pemptousia.com

π. Ανδρέας Κονάνος-Ησύχασε ψυχή μου(Αθέατα Περάσματα)


π. Ανδρέας Κονάνος Αθέατα Περάσματα 8 3 11  Ησύχασε ψυχή μου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...