Sunday, 15 December 2013

Το νόημα του μαρτυρίου των τριών παίδων

(Προοίμιον εορτής Χριστουγέννων και μνήμη Αγίου Διονυσίου της Ζακύνθου)
γέροντος ιωσήφ του ησυχαστή
 
     Θαυμάσια η Εκκλησία μας προβάλλει ήδη από τα προοίμια των εορτών των Χριστουγέννων, τους Τρεις Παίδας και Δανιήλ τον προφήτη, οι οποίοι, αν και δεν ήσαν μέσα στο δένδρο της γενεαλογίας των προπατόρων του Ιησού, εν τούτοις κατηριθμήθησαν εις αυτό, χάριν της εναρέτου ζωήςτων, χάριν της φιλοθεΐας των και ιδίως χάριν του δράματός των, πού ευρίσκομε στο βίο τους. Υπήρξαν πραγματικά η αναπαράστασι και η προαπόδειξι του τρόπου, πώςο Θεός Λόγος θα επιδημήση στον κόσμο. Αλλά γενικά και από την προσωπική τους ζωή, αντλούμε τεράστια παραδείγματα φιλοθεΐας και αυταπαρνήσεως, όπως πολλές φορές ετονίσαμε.
Συνέπεσε να εορτάζεται και ο Άγιος Διονύσιος, ένας εκ των νεωτέρων φωστήρων της εκκλησίας μας, του οποίου το άφθαρτο λείψανο ευρίσκεται στην περιφέρεια των επτανήσων. Και αυτός μας αφήνει από την βιογραφία του άριστα και ενισχυτικά για την ζωή μας παραδείγματα. Ένα δε από τα σπουδαιότερα πού μας προβάλλει είναι το θέμα της αμνησικακίας.
Όπως ενθυμείσθε, όταν ήτο επίσκοπος ο Αγ. Διονύσιος, ένας λαϊκός είχε παρωξυνθή και εσκότωσε τον αδελφό του Αγίου. Τρέχοντας να κρυφθή από την δικαιοσύνη πού τον είχε αντιληφθή, κατέφυγε στο σπίτι του ιδίου του Επισκόπου και εζήτησε άσυλο και στοργή από τον μητροπολίτη, λέγοντάς του. Εγώ, Δέσποτα, εσκότωσα τον τάδε άρχοντα και τώρα με κυνηγούν θέλω να με προστατεύσης. Και αυτόν πού εσκότωσε ήταν ο αδελφός του Αγίου. Και έδειξε τόση αμνησικακία και μεγαλοψυχία ο αληθινός αυτός ποιμένας και δεν εφάνη ότι γνωρίζει τον φονευθέντα, αλλά επροστάτευσε τον φονέα, κρύβοντάς τον στην μονή. Και όταν σε λίγο έφθασε η δικαιοσύνη, αρνήθηκε ο Επίσκοπος να ομολογήση ότι εγνώριζε τίποτε περί του φονέως. Αυτό πραγματικά για μας, οι οποίοι αγωνιζόμεθα μέσα στην πρακτική του πώς να καθαρίσωμε τον εαυτό μας και να απαλλαγούμε από τα πάθη μας και τον παλαιό άνθρωπο, είναι ένα ζωντανό και μεγάλο παράδειγμα, αφού εμείς με την παραμικρή πρόφασι του θύμου εξαγριωνόμεθα και δεν ημπορούμε να συγκρατηθούμε.
Ας επανέλθωμε όμως στο προκείμενο θέμα των μεγάλων προπατόρων του Χριστού μας, όπου εκεί θα βρούμε περισσότερα και λαμπρότερα παραδείγματα αυταπαρνήσεως και ομολογίας, πού ιδίως χαρακτηρίζουν το ιδικόμαςβίωμα. Η περιπετειώδης ζωή αυτών των τεσσάρων φωστήρων της Εκκλησίας της Παραδόσεως, της εκκλησίας του Νόμου, είναι τόσο μεγάλη και ποικίλη, πού δεν μπορεί φυσικά να περιγραφή από μας τους ευτελείς, αλλά θα δανειστούμε ελάχιστα για παραδειγματισμό.
     Ωνομάσθη ο μεν Δανιήλ ανήρ επιθυμιών, γιατί ουδέποτε ηττήθη από καμμία επιθυμία. Αυτός κατήγετο από βασιλική οικογένεια και ένεκα της χάριτος πού του έδωσε ο Θεός, έγινε σύμβουλος των διαφόρων κατακτητών και βασιλέων η συνέχεια δε της ζωήςτου ήτο βασιλική. Ευρισκόμενος στην βασιλική αυτή χλιδή και έχοντας τόση μεγάλη εξουσία, ουδέποτε ηττήθη από κανένα πάθος. Ιδίως στο ζήτημα της ηδονής, τόσο ήτο εγκρατής και τόσο επεβάλλετο στον εαυτό του, ώστε απέκτησε ιδιαιτέρως το χάρισμα να λέγεται ανήρ επιθυμιών. Μαζί με αυτόν ήσαν και τρεις άλλοι Παίδες. Παίδες κατά την γλώσσα του τότε καιρού δεν εσήμαινε παιδιά, ούτε πάλι δούλους. Κατά την τότε συνήθεια των επικρατούντων, εδιάλεγαν εκλεκτά παιδιά από τους αιχμαλώτους, τα οποία ανέτρεφαν βασιλικά και αυτά εζούσαν μέσα στα ανάκτορα και ήσαν θετοί πρίγκηπες και είχαν ιδιαίτερη παρρησία και ηγετικές θέσεις στα βασίλεια.
Εις αυτές τις θέσεις ευρίσκοντο οι τρεις σύντροφοι του Δανιήλ. Ο Ανανίας, ο Αζαρίαςκαι ο Μισαήλ οι οποίοι, χάριν της μεγάλης τους ανδρείας και θεοφιλίας, ωνομάσθησαν από τον Ναβουχοδονόσορα, Σεδράχ, Μισάχ και Αβδεναγώ, πού εσήμαινε στην γλώσσα τους, θείες κλήσεις, θείες ιδιότητες. Τότε λοιπόν τους εφθόνησαν οι υπόλοιποι μέσα στην επικράτεια, στην οποία αν και ήσαν ξένοι, είχαν τόση αίγλη και αξία, ώστε ηθέλησαν να τους κακοποιήσουν, αλλά όμως δεν μπορούσαν με κανένα άλλο τρόπο, είμη να εύρουν κάποια μομφή εναντίον τους, ως παραβάτες των νόμων. Έτσι τους κατήγγειλαν ότι δεν δείχνουν σεβασμό εις όσα εσέβετο ή επικροτούσε ο βασιλεύς και αυτό ήταν μια πρόφασι πού ημπορούσε να τουςεπιβάλη τιμωρία. Και έτσι ερεθίσαντεςτον τύραννο, ο οποίος ήτο κοσμοκράτωρ, οι περί αυτόν αυλοκόλακες τον έπεισαν, ότι οι Σεδράχ, Μισάχ και Αβδεναγώδεν επροσκυνούσαν τους θεούςτους, ούτε τους ελάτρευαν, αλλά ούτε αυτό τον ίδιο υπελόγιζαν. Ο Ναβουχοδονόσορ τότε, είχε στήσει στην πόλι την εικόνα του, την μορφή του, πού ήταν ένα πανύψηλο άγαλμα, ένας ανδριάντας και διέταξε όλους να προσκυνούν και να προσφέρουν θυμίαμα, σαν να επρόκειτο περί κάποιας θεότητος διότι επίστευε ότι, μετέβη πλέον απότην ανθρωπινή στην θεία αξία και ότι, με την παντοδυναμία και ισχύ του κατώρθωσε τα τόσα μεγάλα, με το να καταστρέψη και κατασφάξη τουςλαούς.
Έτσι ευρήκαν αυτή την πρόφασι οι εχθροί, γιατί ήξεραν ότι ήτο αδύνατο να προσκυνήσουν αυτοί- σαν γνήσιοι θεοσεβείς Ιουδαίοι - είδωλα και αγάλματα και εικόνες. Κατήγγειλαν λοιπόν τους Τρεις Παίδες επισήμως ότι·Ιδού, κύριε, τώρα στην εορτή την οποία κάνεις, αυτοί οι τρεις, παρ῏όλο πού τους έχεις άρχοντας και ηγεμόνας, δεν θα προσκυνήσουν. Τότε τουςεκάλεσε ιδιαιτέρως ο βασιλεύς να τους ερωτήση προσωπικά, ει αληθώς ούτωςέχει Σεδράχ, Μισάχ και Αβδεναγώ, ότι τη εικόνι τη χρυσή, ην έστησα εν παιδίω Δεηρά, ου προσκυνείτε, ουδέ τους θεούς μου λατρεύετε; (Δαν. 3,14). Προσέξατε μόλις αρχίσουν τα σύμβολα, οι σάλπιγγες, τα μουσικά όργανα και οι χορδές να δίδουν το σύνθημα της προσκυνήσεως και εσείς αμέσως να προσκυνήσετε, αλλοιώς θα σας ρίξω μέσα στην κάμινο του πυρός, την οποία έχω αναμμένη για να τιμωρήσω τους απειθείς.
     Εδώ εφάνη το μεγαλείο εκείνων των ηρωικών ψυχών. Τότε μετά παρρησίας και οι τρεις, οι οποίοι φυσικά δεν ήσαν παίδες, όπως είπα, αλλά μεγάλοι άνδρες, ηγεμόνες, του απήντησαν με υπερηφάνεια, όχι όμως με εγωισμό. Επί του ρήματος τούτου ουκ έχομεν χρείαν αποκριθήναι σοι ω βασιλεύ(Δαν. 3,16).
Έτσι κάθε ευγενής ψυχή αποκρίνεται, όταν κρούουν στην θύρα των αισθήσεών της τα ποικιλόμορφα αίτια της πολύμορφης αμαρτίας. Ανίσταται μεγαλοπρεπώςκαι φωνάζει, "κάτω τα χέρια. Επίτου ρήματοςτούτου ουκ έχομεν χρείαν αποκριθήναι σοι, ω βασιλεύ. Έστιν ο Θεόςημών εν τω ουρανώ ος δύναται εξελέσθαι ημάς εκ των χειρών σου"(Δαν. 3,16-17). Αλλά και αν ο Θεός τον οποίο πιστεύομε και πού είναι παντοδύναμος, δεν μας ελευθέρωση από τα ιδικάσου χέρια και από οτιδήποτε άλλο, γνώριζε πώς δεν θα μας κακοφανή πλην όμως σου λέγομε και τούτο, ότι, και αν ακόμη ο Θεός δεν θελήση να μας απαλλάξη από την παρούσα δοκιμασία, γιατί έτσι θέλει Εκείνος, εμείς ούτε την εικόνα σου προσκυνούμε ούτε τους θεούς σου λατρεύομε. Και αν μας απειλής με την κάμινο και με το πυρ, μόνοι μας θα εισέλθωμε, για να καταλάβης ότι οι πραγματικά θεοφιλείς δεν φοβούνται τον θάνατο". Καμμία περίστασι ούτε κανέναςπαράγων μπορεί να τους αποτρέψη από την φιλοθεΐα και το προς τον Θεό καθήκο τους, εάν όντως είναι ευσεβείς.
Και τότε επλήσθη θύμου και ηλλοιώθη η όψι του και διέταξε να δέσουν ισχυράτους Σεδράχ, Μισάχ και Αβδεναγώ, με τις σαρβάρες και τις περικνημίδες και με αυτές να πλησιάσουν την βροντώσαν κάμινο, από την οποία εξεχύνετο σαρανταενιά πήχες η φλόγα. Και έτσι ατάραχοι προσήλθαν και αυτά πού είπαν τα επραγματοποίησαν χωρίς να φοβηθούν. Δεν εδειλίασαν, αλλά επήγαν με προθυμία και όχι μόνο εδέχθηκαν αλλά συνετέλεσαν και οι ίδιοι με το να προχωρήσουν μόνοι τους μέσα στην βροντώσαν κάμινο, πού δεν ημπορούσε να πλησίαση κανείς. Και απέδειξαν πραγματικά ότι δεν προσκυνούν ξένα είδωλα αλλά μόνο τον θείο νόμο, το θείο θέλημα, αυτό πού ανήκει σε κάθε ευσεβή ψυχή.
Ο ίδιος Ναβουχοδονόσορ πού ήταν τότε, είναι και τώρα. Φυσικά, όχι ο ιστορικός εκείνος, αλλά ο νοητός ο οποίος και τότε εις αυτού τον νου ήταν και εν συνεχεία εις όλουςτους κακοήθεις και κακούργους μέχρι δε της συντέλειας, θα είναι μέσα στα όργανα της απείθειας και απώλειας. Αυτός ο νοητός Ναβουχοδονόσορ και σε μας ακριβώς το ίδιο κάνει τώρα και σε κάθε ευγενή ψυχή, είτε μεμονωμένα, είτε συνολικά. Συνεχώς μας απειλεί, μας φοβίζει, μας προκαλεί. Ή θα προσκυνήσωμε το εκάστης προφάσεως και αμαρτίας είδωλο, ειδ᾽άλλως θα εγείρη εναντίον μαςπειρασμό. Αυτό είναι το νόημα. Και εμείς εάν πράγματι είμεθα μαθηταί του Ιησού μας, εάν είμεθα κατά τον Παύλο οι του Χριστού, τότε είμεθα έτοιμοι, ίνα την σάρκα σταυρώσωμεν συν τοις παθήμασι και ταις επιθυμίαις και να μην κλίνωμε γόνυ τω Βάαλ δηλαδή προς την πολύμορφο αμαρτία.
Και κοιτάξετε τα μυστήρια της Χάριτος πώςγίνονται. Επέτρεψε ο Θεός να πειρασθούν. Και όταν τους έρριξαν μέσα στην κάμινο, τότε επαρουσιάσθη η Χάρις. Ενώ μπορούσε και προτύτερα να δείξη την παρουσία της και να φοβήση τους εχθρούς και έτσι να απαλλαγούν από την ατιμία οι πραγματικοί δούλοι του Θεού. Όμως δεν το έκανε, ακριβώς για να αποδείξη ότι η υπερβολή της δυνάμεως εκ Θεού εστί και ουκ εξ ημών (Β᾽Κορ. 4,7).
Επέτρεψε να εισέλθουν στην κάμινο για να αποδειχθή η ομολογία τους και τότε να παρουσιασθή για να τους σώση και να τους μεγαλύνη. Τότε και στους τρείς λύθηκαν τα δεσμά και άρχισαν να περιπατούν μέσα στην κάμινο, και η βροντώσα φλόγα έγινε ως δρόσος. Και άρχισαν εκεί μέσα να εξομολογούνται* και να ψάλλουν. Και πάλι δεύτερο θαύμα, του πρώτου μεγαλύτερο. Μέσα στην αισθητή παρουσία της Χάριτος όντες οι δίκαιοι, δεν υπερηφανεύθησαν, αλλά με βάθος ταπεινοφροσύνης εξομολογούντο στον Θεό και έλεγαν. Πανάγαθε, αυτό πού επάθα με μας άξιζε, γιατί και εμείς και οι πατέρες μας δεν εφυλάξαμε τον νόμο Σου και δικαίως τώρα μας παρέδωσες εις έθνη άπιστα και εις βάρβαρο και αποστάτη άνθρωπο και δικαίως παθαίναμε τις ατιμίες αυτές για τις ιδικές μας αμαρτίες. Και Συ δίκαιος ει, και δικαιοσύνην ηγάπησας, ευθύτητας οίδε το πρόσωπον Σου.
Κοιτάξετε βάθος ταπεινώσεως. Και ύστερα, ενώ έβλεπαν ότι δεν τους κατακυριεύει το πυρ, αυτοί επιζητούσαν να καούν και έλεγαν, προσδεχθείημεν ενώπιόν Σου ως θυσία και έστω η θυσία ημών ως αρνών μυρίων. Άφησέ μας να καούμε και πες ότι τα τόσα και τόσα αρνιά και σφάγια πού έπρεπε να θυσιάσουν οι πατέρες μας για Σένα και τα εγκατέλειψαν από ασέβεια και ραθυμία, άφησε εμάς να ψηθούμε και δέξου την ιδική μας θυσία και εξιλέωσε τους προγόνους μας και ελευθέρωσε την φυλή μας. Κοιτάξετε μεγαλείο. Τους απαλλάσει η Χάρις και αυτοί δεν θέλουν να λυτρωθούν, αλλά θέλουν να καούν και να γίνη η θυσία τους ελευθερία της φυλής. Βλέπετε τις υγιείς ψυχές; Βλέπετε ανδρεία, βλέπετε φιλοθεΐα; Βλέπετε θέωσι; Όπως ο Θεός είναι πάντοτε ευσπλαχνία, πάντοτε παναγαθότης, πάντοτε φιλανθρωπία, έτσι και οι κατά μέθεξι  θεωμένες ψυχές επιθυμούν αυτές οι ίδιες να φθαρούν, για να ζήσουν αντί αυτών οι άλλοι.
Αυτός είναι ο τέλειος όρος της αγάπης για τον οποίο και εμείς επειγόμεθα. Και αυτό απαίτησε ο Ιησούς μας, όταν μας είπε εντολήν καινήν δίδωμι υμίν, ίνα αγαπάτε αλλήλους(Ιωάν. 13,34) και εν τούτω γνώσονται ότι εμοί μαθηταί εστέ, εάν αγάπην έχητε εν αλλήλοις(Ιωάν. 13,35).
     Και αυτό θα το κατορθώσωμε, εάν αρχίσωμε από τα μικρά προοίμια, ούτως ώστε να ανεχώμεθα τον βαρύ λόγο του άλλου, να ανεχώμεθα το σκώμμα του, ακόμα και την αφροσύνη του. Και σιγά-σιγάμε την αυτομεμψία, με την σιωπή, με την ανοχή, βαστάζοντες αλλήλων τα βάρη, θα φθάσωμε στην αξία της αληθινής αγάπης και θα εκπληρώσωμε την σκληρότερα μορφή των εντολών, πού είναι να αγαπούμε και τους εχθρούς μας. Είδατε ο Γέρων Σιλουανός πόσο τονίζει την αγάπη προς τους εχθρούς και ότι αυτό είναι το πραγματικό δείγμα της χριστιανοσύνης; Και μάλιστα είπε, ότι κανείς να μην πλανάται πώς έχει θέσι κοντά στο Θεό, εάν δεν έχει εκπλήρωση αυτή την εντολή. Το είπε βέβαια κάπως τολμηρά αλλά αυτή είναι η πραγματικότης. Όπως η κακία όταν εισχωρήση θα φέρη και τα συγγενικά, έτσι και το νόημα της αγάπης, όταν επικρατήση δεν μένει εκεί, αλλά ολοκληρώνεται και φθάνει ακριβώς εις τούτο το πανάγιο τέρμα. Να συγχωρή και τους εχθρούς και να εύχεται για εκείνους πού τον διώκουν.
Αυτά λοιπόν να συνειδητοποιούμε συνεχώς και ιδίως το παράδειγμα των Τριών Παίδων να μην φεύγει καθόλου από την μνήμη μας, διότι πράγματι οι Τρεις Παίδες εξεικονίζουν κάθε ψυχή μέχρι της συντέλειας των αιώνων. Το ίδιο δράμα εκτυλίσσεται και σε μας και θα εκτυλίσσεται έως να εκπνεύσωμε.
Συνεχώς ο νοητός Ναβουχοδονόσορ θα μας απειλή και θα μας αναγκάζη και θα μας γαργαλά και θα μας κολακεύει στο να κλίνωμε γόνυ και να προσκυνήσωμε εικόνες πολύμορφες της ποικίλης αμαρτίας. Αλλά εμείς να είμεθα έτοιμοι να σηκώσωμε το ανάστημά μας και να ειπούμε, Κύριον τον Θεόν ημών προσκυνήσωμεν και Αυτώ μόνω λατρεύσωμεν. Διότι όντως εις Αυτόν ανήκει πάσα δόξα στούς αιώνας.
 Αμήν
 
* εξομολογούμαι = (στη γλώσσα της Αγίας Γραφής) δοξολογώ

Saint Theophylact of Ochrid -The Parable of the Supper

 Twenty-eighth Sunday after Pentecost
The Parable of the Supper

Luke 14:16-24

From The Explanation of the Gospel of St. Luke

by Blessed Theophylact, Archbishop of Ochrid and Bulgaria

16-20. Then said He unto him, A certain man made a great supper, and called many, and sent his servant at supper time to say to them that were called, Come; for all things are now ready. And they all with one accord began to make excuse. The first said unto him, I have bought a piece of ground, and I must needs go and see it: I pray thee have me excused. And another said, I have bought five yoke of oxen, and I go to prove them: I pray thee have me excused. And another said, I have married a wife, and therefore I cannot come. Because the man who sat at table with Him had said, Blessed is he that shall eat bread in the kingdom of God, the Lord teaches him at some length what it means to feast with God, and tells this parable. By a certain man the Lord means His Father, the Lover of man. Whenever Scripture alludes to God's power to punish, He is called a panther, a leopard, or a bear [Hos. 13:7-8]. But whenever it alludes to God's love for man, He is presented as a man, as is the case here. Since the parable treats of God's extreme love for man and the divine economy of the Incarnation which He worked in us, making us sharers of the Flesh of His Son, the parable calls God a man and this divine economy a great supper. It is a supper because the Lord came in the last days, as it were at the evening of this age. And this supper is great because great indeed, we confess, is the mystery of our salvation. [I Tim. 3:16] And he sent his servant at supper time. Who is this servant? The Son of God, Who assumed the form a servant and became man, and as a man is said to have been sent forth. Notice how He did not say "a servant," but instead, using the definite article, the servant [of his.] (1)
Christ is the One and only Servant Who in His human nature was perfectly obedient and pleasing to God. For Christ is pleasing to the Father not only as Son and God, but also as Man. He is the only Sinless One Who carried out all the counsels and commandments of the Father and fulfilled all righteousness, and in this sense is said to serve God the Father. He alone can be called the true Servant of God. He was sent at supper time, that is, at the appointed and proper time. For there was no other time more opportune for our salvation than the reign of Caesar Augustus, when iniquity had reached its peak and it was critical that it be cleansed. Just as physicians allow a festering and malignant boil to burst and release all its foul pus, and only then apply the medication, so too it was necessary that sin first display all its forms, and then the Great Physician applied His medicine. For this very reason the Lord waited for the devil to fill the full measure of iniquity, and then the Son of God took flesh and healed every form of iniquity by every aspect of His holy life. Therefore He was sent at that hour, that is, at that comely and opportune season of which David says, Gird Thy sword upon Thy thigh, 0 Mighty One, in Thy comeliness. (2) Certainly the sword here signifies the Word of God [Heb. 4:12], while the words upon Thy thigh indicate His Nativity in the flesh which was in comeliness, that is, when the time was right and seemly. He was sent to speak to those who had been called. Who are those that were called? Perhaps this refers to all men. For God has called all to the knowledge of Him, by means of the order and harmony of visible creation, and by means of the natural law. But those that were called are also, more specifically, the children of Israel, who were called through the law and the prophets. In the first place, then, the Lord was sent to the sheep of the house of Israel. [Mt. 15:24] The Lord was saying to all the Jews, Come, for all things are now ready, when He proclaimed the good tidings that the kingdom of heaven is at hand [Mt. 4:17], and among you [Lk. 17:21].
And they all with one accord began to make excuse, that is, as if at a signal. For all the leaders of the Jews refused to have Jesus as their King, and thus were found unworthy of the supper, one because of his love of wealth, and another because of his love of pleasure. The man who bought a piece of ground and the man who bought the five yoke of oxen signify those who love wealth, while the man who married a wife signifies those who love pleasure. Furthermore, the man who bought a piece of ground signifies the man who cannot accept the mystery of faith because he is governed by the wisdom of this world. The piece of ground represents the world and, in general, nature, and the man who must go and see his piece of ground is he who sees only nature, and cannot accept what is beyond nature. Therefore the Pharisee, for example, "sees his piece of ground," that is, he looks only at the laws of nature and cannot accept that a Virgin gave birth to God, because that is beyond nature. Because they are examining this "piece of ground," that is, nature, none of those who boast in external wisdom have recognized Jesus Who made nature new. The man who bought five yoke of oxen, and tested them, also represents a man who loves the material world. He has yoked the five senses of the soul to the five senses of the body and has made the soul into flesh. For this reason he is concerned only with the earth and does not desire to commune of the rational Supper, for as Wisdom says, How can he get wisdom that holdeth the plough? [Eccles. (Wis. of Sirach) 38:25] He who stays behind because of a wife is a lover of pleasure who has devoted himself to the flesh, the mate of the soul. By cleaving to the flesh he cannot please God. You may also understand these things literally. We also fall away from God because of fields, because of yokes of oxen, because of marriages, when we become so attached to them that they consume our whole life and we are carried away even to the point of shedding blood over them. Then there is no divine thought or word that we can practice, or even comprehend.
21-24. So that servant came, and declared to his lord these things. Then the master of the house being angry said to his servant, Go out quickly into the streets and lanes of the city, and bring in hither the poor, and the maimed, and the halt, and the blind. And the servant said, Lord, it is done as thou hast commanded, and yet there is room. And the lord said unto the servant, Go out into the highways and hedges, and compel them to come in, that my house may be filled. For I say unto you, That none of those men which were called shall taste of my supper. The rulers of the Jews were rejected, and not one of them believed in Christ. And they even boasted of their malice, saying, Have any of the rulers believed on Him? [Jn. 7:48] Therefore these students of the law and scribes, as the prophet says, became foolish and fell from grace. But the simple from among the Jews are likened to the halt, the blind, and the maimed. It is the foolish of this world, the lowly, who were called. For the multitude marvelled at the words of grace which proceeded from the mouth of Jesus, and they rejoiced in His teaching. But after these had come to Him from the sons of Israel, that is, from the chosen whom God foreordained for His glory, such as Peter, and the sons of Zebedee, and the tens of thousands of those Jews who believed, then God's goodness was poured out also upon the Gentiles. For those who are in the highways and hedges mean the Gentiles. The Israelites were within the city, inasmuch as they had received the lawgiving and inherited a civil and moral way of life. But the Gentiles were strangers to the Covenants, and the lawgiving of Christ was foreign to them. They were not fellow citizens of the saints, and did not travel the one true path, but instead followed many highways of lawlessness and coarseness, and were to be found in the hedges, that is, in sins. For sin is a great hedge and middle wall which separates us from God. By highways He signifies the Gentiles' coarse way of life, which led them to so many false beliefs. By hedges He signifies their life of sins. The master does not command his servant simply to call all those in the highways and hedges, but to compel them to come in, although each man is free whether to believe or not. But He uses the word compel to teach us that it is a sign of God's great power that the Gentiles, who were in such ignorance, came to believe. If the power of the preaching and the might of the word of truth had not been so great, how could men who were crazed with idol worship and practiced unspeakable things have been persuaded all at once to know the true God, and to perfect a spiritual life? He called this "compulsion" to show the miraculousness of their change. One might say that the pagan Greeks did not want to leave their idols and their rich feasting, yet they were compelled to flee from them by the truth of the Gospel. Also, the power of the miracles He worked was a strong force that induced them to be converted to faith in Christ. Every day this Supper is prepared and we are all invited to the kingdom which God prepared for man even before the foundation of the world. But we are not worthy of this Supper—some of us because of useless philosophical musings, others because of love of material things, and yet others because of pleasures of the flesh. But God in His love for man freely bestows this kingdom upon other sinners, upon the blind who have no spiritual vision to perceive the will of God; or if they can perceive it, upon those who are crippled and unable to take a step to do the will of God. And in short He grants the kingdom of heaven to all the poor who have fallen away from the glory above, and even to the maimed who cannot show forth in themselves a blameless life. To invite these sinners to the Supper, who are wandering astray in the streets and broad avenues of sin, the Father sends His Son Who became a Servant according to the flesh, and Who came not to call the righteous, but sinners. All these He feasts liberally, instead of the clever, the rich, and those who indulge the flesh. By the judgments known to Him alone He sends diseases and dangers upon many, causing them, even against their will, to renounce this life. Thus He leads them to His Supper, "compelling" them by means of the dangers. There are many examples of this. Understood in a simpler way, this parable also teaches us to show favor to the poor and the crippled rather than to the rich, just as He exhorted us to do a short while before. [Lk. 14:13-14] It is for this reason that He tells this parable, to confirm that we must give hospitality to the poor. And we may also learn from this that we should be so eager and generous in welcoming our brethren that, even when they are reluctant, we should compel them to partake of our good things. This is also good advice for teachers: teach what is necessary, even when the students are unwilling.

1. The definite article is present in the Greek text, ton doulon autou [the servant of him], but not in the English translation, his servant, because in English the possessive pronoun coming before the noun replaces any articles.
2. Ps. 44:3. The Greek word oraiotetos, rendered here as comeliness, derives from the adjective oraios, which in turn derives from the noun ora, which means "hour." This Greek word for "beautiful," oraios, has a broad range of meanings including, "coming at the right season [ora], seasonable, timely, ripe, at the bloom of youth, beautiful."

Saturday, 14 December 2013

"Η υπομονή αγιάζει"


(Νικόλαος Βοϊνέσκος)
Πριν μερικά χρόνια μία κυρία έστειλε ένα γράμμα στον μακαριστό γέροντα Εφραίμ τον Κατουνακιώτη και του έγραφε ότι έχει πολλά βάσανα, μεγάλο σταυρό και δεν μπορεί να σηκώσει τον Σταυρό της.
Και ο γέροντας Εφραίμ της απάντησε: «Μου γράφεις ότι έχεις πολλά βάσανα. Και εγώ σου λέγω τόσο το καλύτερο για την ψυχή σου! Ο Θεός που σου δίδει αυτά τα βάσανα γνωρίζει ότι τόσα βαστάζεις, σε τόσα αντέχει η ψυχή σου, αν σου δώσει περισσότερα θα πέσεις, εάν σου δώσει ολιγότερα βάσανα σε αδικεί, από αιώνιο μισθό, από αιώνια χαρά.

Εις τα μέρη των Αθηνών ήτο ένας παπουτσής πολύ σκληρός άνθρωπος, είχε ένα κοριτσάκι μικρό, το όποιο πολύ το παίδευε. Το καημένο έκανε υπομονή έως ότου χτίκιασε, δηλ. έπαθε φυματίωση, και έπεσε στο κρεβάτι. Δεν γόγγυζε, δεν αντιμιλούσε του θετού πατέρα της, αλλά ήταν όλο υπομονή. Στο τέλος πέθανε, αφού προηγουμένως μία Γερόντισσα το έκανε καλογριούλα και το ονόμασε Ανυσία μοναχή. Όταν της έκαναν ανακομιδή τα λείψανά της ευωδίασαν. Αυτό είναι σημάδι αγιότητας. Βλέπετε πως πληρώνει ο Χριστός την υπομονή; Εάν γνωρίζαμε τα αιώνια αγαθά, που θα μας χαρίσει ο Πανάγαθος Θεός θα τον παρακαλούσαμε να έχουμε εδώ πάντοτε θλίψεις, βάσανα και πίκρες, για να χαιρόμαστε εκεί αιωνίως. Η Εκκλησία μας λέγει ότι, εάν ο άνθρωπος γνώριζε τα αιώνια αγαθά θα υπέμεινε ευχαρίστως όλες τις θλίψεις και τα βάσανα από κτίσεως κόσμου μέχρι της συντέλειας του αιώνος, για αυτά τα ανέκφραστα αγαθά, αλλά επειδή δεν γνωρίζει για αυτό εύκολα απογοητεύεται και εύκολα απελπίζεται.
Στην Κρήτη μία γυναίκα πολύ υπέφερε από τον άνδρα της. Ήσαν φτωχοί, πάμφτωχοι. Ο άνδρας ήτο καπνιστής μανιώδης και έπινε πολύ. Όταν δεν είχε χρήματα για το πιοτό και τα τσιγάρα στη γυναίκα του ξεθύμαινε και πολύ ξύλο της έδινε. Μία βραδιά πήγε στο σπίτι του και πολύ χτύπησε τη γυναίκα του. Αυτή όμως, Μαρία το όνομα της, υπέμενε γενναίως και όλο την Παναγία επεκαλείτο. Τα μεσάνυχτα σηκώθηκε, χτενίστηκε, φόρεσε τα καλά της ρούχα και πλάγιασε, για να μην ξυπνήσει πλέον. Απέθανε. Όταν, μετά ένα χρόνο, την έκαναν ανακομιδή όλος ο τόπος ευωδίασε. Δεν είχαν ακόμη φτάσει σκάφτοντας στα οστά της και μία άρρητος ευωδιά εξήλθε. Όταν έβγαλαν τα οστά της γέμισε ο τόπος αρρήτου ευωδιάς. Έκλαιγαν όλοι. Ο άνδρας της συγκινημένος και αυτός άλλαξε πλέον βίο. Σταμάτησε να καπνίζει και να πίνει και έζησε εν ειρήνη και μετάνοια. Έτσι λοιπόν βραβεύει, έτσι ανταμείβει ο Χριστός εκείνους πού κάνουν υπομονή. Μακάρι με τις ευχές του μακαριστού Γέροντος Εφραίμ του Κατουνακιώτη ο Χριστός να χαρίζει την αγία υπομονή του σε όλους μας.
Τον Μάιο του 1988 επισκέφτηκε τον Γέροντα Παΐσιο ένας φίλος μου αρχιμανδρίτης. Ανάμεσα στα άλλα σοφά που του είπε ο γέροντας τόνισε ιδιαίτερα την ανάγκη της υπομονής θυμίζοντας τα λόγια του Χριστού: «Εν τη υπομονή υμών κτήσασθε τας ψυχάς υμών» Όταν ο αρχιμανδρίτης τον ρώτησε: «Γιατί πάτερ δεν πάτε σε γιατρό, για να ανακουφιστείτε από τους πόνους;», ο Γέροντας απάντησε: «Πάτερ, ιερεύς εσείς με ρωτάτε γιατί δεν πάω στους γιατρούς; Ότι κερδίζουμε με τις προσευχές, με τις νηστείες, με τον αγώνα που νομίζουμε ότι κάνουμε, τα ξοδεύουμε. Για αυτό πρέπει να κάνουμε αποταμίευση, υπομένοντας τις θλίψεις πού επιτρέπει ο Θεός».
Μετά του διηγήθηκε μία πολύ διδακτική ιστορία: Εδώ στην Αθωνιάδα Σχολή είναι δύο αδέρφια, που προέρχονται από πρώην μουσουλμανική οικογένεια. Ο πατέρας αυτών των παιδιών, αν και δεν ήξερε πολλά πράγματα, δεν ικανοποιείτο από τη μουσουλμανική θρησκεία. Έβλεπε τη χριστιανική θρησκεία ανώτερη από τη μουσουλμανική, για αυτό φρόντισε, κατηχήθηκε και βαφτίστηκε Χριστιανός Ορθόδοξος. Δεν καταλάβαινε πολλά πράγματα. Όμως δυο πράγματα έλεγε συνεχώς και προσπαθούσε να τα εφαρμόζει. Πρώτον ότι πρέπει να τηρούμε τις εντολές του Θεού, για να πετύχουμε τη σωτηρία μας και δεύτερον ότι ο Χριστός είναι δίκαιος.
Από την ώρα που έγινε Ορθόδοξος, η γυναίκα του και οι δικοί του τού κήρυξαν τον πόλεμο. Όταν πήγαινε και γονατιστός προσευχόταν σε ένα δωμάτιο, η γυναίκα του τον ειρωνευόταν και του έλεγε: «Άντε καημένε, δεν υπάρχει τίποτα, δεν υπάρχει Χριστός, μόνο Αλλάχ υπάρχει και Μωάμεθ». Εκείνος όμως συνέχιζε τον πνευματικό του αγώνα με υπομονή. Ένας μουσουλμάνος ιερέας, για να τον καταφέρει να επιστρέψει στη μουσουλμανική θρησκεία είπε στη γυναίκα του και στους δικούς του να μην του δίνουν φαγητό και να μην του δίνουν ρούχα να αλλάζει. Είπε ακόμη στη γυναίκα του, την ώρα που ο άνδρας της προσεύχεται να παίρνει έναν κουβά νερό και να τον περιλούζει και έπειτα να μην του δίνει ρούχα να αλλάζει. Αυτά, λοιπόν, εφάρμοσαν η γυναίκα του και οι δικοί του. Εκείνος όμως με θαυμαστή υπομονή και καρτερία αγωνιζόταν τηρώντας τις εντολές του Θεού. Δεν θύμωνε και δεν αγανακτούσε και αν βρισκόταν κανένα ξεροκόμματο το έτρωγε. Ακόμη συνέβη και το εξής θαυμαστό. Αυτός εργαζόταν στη Νομαρχία. Εκεί έβλεπε τις αδικίες που γίνονταν και δεν το άντεχε. Έτσι παραιτήθηκε από την δουλειά του και προτίμησε να εργάζεται ως οικοδόμος.
Το μαρτύριό του κράτησε περισσότερο από δύο χρόνια, ώσπου μία ευλογημένη μέρα, την ώρα που προσευχόταν, η γυναίκα του πήγε και γονάτισε δίπλα του. Εκείνος ξαφνιασμένος τη ρώτησε: «Τί θέλεις γυναίκα;» Εκείνη απάντησε συγκινημένη, θέλω να προσευχηθώ και εγώ και θέλω να γίνω και εγώ χριστιανή. «Γιατί είδες τίποτα;» τη ρώτησε πάλι. «Σκέφτηκα, απάντησε εκείνη, ότι αν ο Θεός των χριστιανών ήταν τόσο καλός σαν εσένα, τότε θα ήταν πολύ καλύτερος από τον Αλλάχ και τον Μωάμεθ. Τώρα που εσύ αγωνίζεσαι να μοιάσεις στο Θεό, σκέφτομαι πόσο καλύτερος είναι ο Θεός των χριστιανών». Πράγματι μετά από λίγο καιρό έγιναν και αυτή και τα παιδιά τους χριστιανοί Ορθόδοξοι.
Όταν τα δυο αδέρφια πήγαν για πρώτη φορά στο Κελλί του Γέροντα Παϊσίου δεν έφαγαν το λουκούμι και δεν ήπιαν το νερό που είχε ο πατήρ Παΐσιος για τους προσκυνητές. Όταν το είδε αυτό ο γέρων Παΐσιος τα ρώτησε γιατί δεν έφαγαν το λουκούμι και εκείνα απάντησαν: «Θέλαμε πάτερ πρώτα να προσκυνήσουμε στο εκκλησάκι σας και έπειτα να φάμε λουκούμι». Κι ο πατήρ Παΐσιος θαύμασε τη συμπεριφορά αυτών των παιδιών λέγοντας: «Τόσοι άνθρωποι έρχονται να με δουν, αλλά μόνο αυτά τα παιδιά φέρθηκαν με αυτόν τον τρόπο».
Βλέπετε αδελφοί μου, πόσο αναγκαία και πόσο σπουδαία είναι η αρετή της υπομονής και πόσο ευεργετικά και σωτήρια αποτελέσματα έχει; Μακάρι με τις ευχές του μακαριστού γέροντα Παϊσίου ο Θεάνθρωπος Κύριος να χαρίζει σε όλους μας αυτή τη μεγάλη και σωτήρια αρετή.
--------------------------------------------
(από το περιοδικό «ΠΡΩΤΑΤΟΝ», Απρίλιος –Ιούνιος 2013, Αριθ. 130)

Friday, 13 December 2013

Η αγάπη πληροφορεί...

 
- Γέροντα, πώς θα δείξω αγάπη;
- Να δείξω αγάπη; Δεν το καταλαβαίνω. Αυτό είναι κάτι ψεύτικο, υποκριτικό. Να υπάρχη η αγάπη μέσα μας και να μας προδώση, ναι. Η αληθινή αγάπη πληροφορεί τον άλλον χωρίς εξωτερικές εκδηλώσεις. Αγάπη είναι να ακούσης με πόνο την στενοχώρια του άλλου. Αγάπη είναι κι ένα βλέμμα πονεμένο κι ένας λόγος που θα πης με πόνο στον άλλον, όταν αντιμετωπίζη κάποια δυσκολία. Αγάπη είναι να συμμερισθής την λύπη του, να τον αναπαύσης στην δυσκολία του. Αγάπη είναι να σηκώσης έναν βαρύ λόγο που θα σου πη. Όλα αυτά βοηθούν περισσότερο από τα πολλά λόγια και τις εξωτερικές εκδηλώσεις.
Όταν πονάς εσωτερικά για τον άλλον, ο Θεός τον πληροφορεί για την αγάπη σου και την καταλαβαίνει χωρίς εξωτερικές εκδηλώσεις. Όπως και όταν δεν εκδηλώνεται η κακία μας, αλλά είναι εσωτερική, πάλι ο άλλος την καταλαβαίνει. Βλέπεις, και ο διάβολος, όταν παρουσιάζεται ως «άγγελος φωτός», φέρνει ταραχή, ενώ ο Άγγελος ο πραγματικός φέρνει μια απαλή ανέκφραστη αγαλλίαση.
- Τι είναι αυτό, Γέροντα, που με εμποδίζει να πληροφορούμαι την αγάπη των άλλων;
- Μήπως δεν έχεις καλλιεργήσει την αγάπη; Όποιος αγαπάει, πληροφορείται για την αγάπη του άλλου, αλλά και πληροφορεί τον άλλον για την αγάπη του.
Καταλαβαίνει ο άλλος αν υποκρίνεσαι ή αν τον αγαπάς πραγματικά, γιατί πάει σαν τηλεγράφημα η αγάπη. Αν κάνουμε λ.χ. μια επίσκεψη σ’ ένα ορφανοτροφείο , τα παιδιά αμέσως θα καταλάβουν με τι διάθεση πήγαμε. Είχαν έρθει μια φορά στο Καλύβι να ζητήσουν τη γνώμη μου κάποιοι που ήθελαν να κάνουν ένα ίδρυμα για εγκαταλελειμμένα παιδιά. «Το κυριώτερο από όλα, τους είπα, είναι να πονέσετε τα παιδιά αυτά σαν παιδιά σας και ακόμη περισσότερο. Αυτό είναι που θα πληροφορήση τα παιδιά για την αγάπη σας. Αν δεν τα πονάτε, μην ξεκινάτε να κάνετε τίποτε». Τότε ένας γιατρός , πολύ ευλαβής, είπε: «Έχεις δίκαιο, Πάτερ. Κάποτε μια συντροφιά είχαμε επισκεφθή για πρώτη φορά ένα ορφανοτροφείο και τα παιδιά κατάλαβαν την διάθεση του καθενός. “Ο κύριος τάδε, είπαν, είναι περαστικός ∙ ο κύριος τάδε ήρθε να περάση την ώρα του μαζί μας∙ ο κύριος τάδε μας αγαπάει πραγματικά”». Βλέπετε πώς πληροφορεί η αγάπη.
Από το βιβλίο: «ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΛΟΓΟΙ Ε΄
ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΑΡΕΤΕΣ»
ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
«ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ»
ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
2007

Thursday, 12 December 2013

ΤΙ ΦΕΡΝΕΙ ΤΟΥΣ ΑΓΓΕΛΟΥΣ ΚΟΝΤΑ ΜΑΣ;


Είναι δόγμα της Εκκλησίας μας η ύπαρξη των αύλων πνευμάτων, των αγγέλων. Στο «Πιστεύω» ομολογούμε ότι ο Θεός είναι «ποιητής ουρανού και γης, ορατών τε και αοράτων». Ανάμεσα στα αόρατα κτίσματα του Θεού είναι οι άσαρκοι –και ως εκ τούτου αόρατοι- άγγελοι. Το σώμα που βλέπουν οι πιστοί όταν κάποτε αυτοί εμφανίζονται, είναι φαινομενικό -κατά τους πατέρες- για να μπορούν να τους αντιλαμβάνονται και να επικοινωνούν μαζύ τους. Το ίδιο και τα φτερά τους. Φανερώνουν το ύψος της φύσεως τους, λέγει ο ι. Χρυσόστομος, και επίσης δείχνουν ότι κατεβαίνουν από ψηλά από το Θεό του οποίου είναι αγγελιοφόροι. Και είναι δόγμα της Εκκλησίας μας ότι οι άγγελοι βοηθούν και συμπαραστέκονται τους ανθρώπους ποικιλοτρόπως. Λέγει η προς Εβραίους επιστολή ότι οι άγγελοι είναι «λειτουργικά πνεύματα εις διακονία αποστελλόμενα διά τους μέλλοντας κληρονομείν σωτηρίαν» (Εβρ. 1,14). 

Ο Μ. Βασίλειος (E.Π.E. 5,219·221) λέγει· «Κοντά στο καθένα που πιστεύει στον Κύριο βρίσκεται άγγελος· εάν βέβαια δεν τον απομακρύνουμε με τα πονηρά μας έργα. Διότι όπως τις μέλισσες τις φυγαδεύει ο καπνός και τα περιστέρια τα εκδιώκει η δυσωδία, έτσι και τον άγγελο που είναι φύλακας της ζωής μας τον απομακρύνει ‘η πολύδακρυς και δυσώδης αμαρτία’. Εάν έχεις μέσα στη ψυχή σου έργα που αξίζουν αγγελικής προστασίας και κατοικεί μέσα σου νους πλούσιος στη γνώση της αλήθειας, τότε εξ αιτίας του πλούτου των τιμίων έργων της αρετής, θα εγκαταστήσει αναγκαία ο Θεός φρουρούς και φύλακες κοντά σου και θα σε περιβάλει με αγγελική φρουρά. Γι’ αυτό λέγει ο Δαυίδ· ‘Παρεμβαλεί άγγελος Κυρίου κύκλω των φοβουμένων αυτόν και ρύσεται αυτούς’ (Ψαλμ. 33,7).

»Σκέψου πόσο μεγάλη είναι η φύση των αγγέλων· ότι ο ένας άγγελος παρουσιάζεται με ολόκληρο στρατόπεδο και με πολυάριθμη παράταξη. Από το μέγεθος λοιπόν αυτού που σε φυλάσσει, σε χαρίζει ο Κύριος στρατοπεδεύουσα δύναμη· λόγω δε της δυνάμεως που έχει ο άγγελος, σε περιβάλλει τρόπον τινά από παντού και σε ασφαλίζει. Αυτό σημαίνει το ‘κύκλω’. Διότι όπως τα τείχη των πόλεων κτίζονται γύρω απ’ αυτές και εμποδίζουν τις επιθέσεις των εχθρών από παντού, έτσι και ο άγγελος μας φυλάγει και από εμπρός και από πίσω και από τα πλάγια. Κι όπως λέγει ο Δαυίδ σε άλλο ψαλμό του «θα πέσουν από το αριστερό μέρος σου χίλιοι νεκροί και μύριοι από το δεξιό σου και συ θα μείνεις άτρωτος. Διότι ο Κύριος θα διατάξει τους αγγέλους του να σε φυλάγουν σ’ όλες τις ενέργειες σου’ (Ψαλμ. 90,70)».

Α΄. Έντονο αγώνα βίωσε και ο Χριστός ως άνθρωπος, όταν έζησε σαράντα μέρες στην έρημο με απόλυτη νηστεία, αγρυπνία και προσευχή και αντιμετώπισε τους πειρασμούς του διαβόλου εντελώς μόνος του. Η αμοιβή του, κατά το ανθρώπινο, ήταν μετά το τέλος της ασκήσεως και των πειρασμών να τον διακονούν άγγελοι. «Τότε αφίησιν αυτόν ο διάβολος και ιδού άγγελοι προσήλθον και διηκόνουν αυτώ» (Ματθ. 4,11).

Β΄. Τον Χριστό ενίσχυσε επίσης άγγελος στη κορυφαία στιγμή της δοκιμασίας του στο όρος των Ελαιών, όταν προσευχόταν εντελώς μόνος και εγκαταλειμμένος από τους μαθητές του να παρέλθει το ποτήριον του μαρτυρίου του. Τότε «ώφθη αυτώ άγγελος απ’ ουρανού ενισχύων αυτόν» (Λουκ. 22,4).

Γ΄. Ο προφήτης Δανιήλ στο 10ο κεφάλαιο της προφητείας του παρουσιάζεται να είναι γεμάτος αγωνία για το μέλλον των ομοεθνών του, οι οποίοι περνούσαν δύσκολες στιγμές εξόριστοι στην Βαβυλώνα και αλλάζοντας συνεχώς κυρίους. Από την υποτέλεια στους Βαβυλωνίους περάσανε στην υποτέλεια των Περσών και το μέλλον τους διαγραφόταν δυσοίωνο. Λοιπόν ο Δανιήλ χωρίς να είναι περίοδος νηστείας ή άλλη θρησκευτική ή εθνική επέτειος, αρχίζει να νηστεύει αυστηρότατα για τρεις ολόκληρες εβδομάδες, προσευχόμενος και στενάζων, χωρίς ν’ αλείφεται με μύρα για να του αποκαλύψει ο Θεός τι θα γίνει με το λαό του. Και πράγματι αξιώνεται φοβεράς και μεγαλοπρεπούς οπτασίας αγγέλου που απεστάλη από το θεό για να τον ενισχύσει και να του υποσχεθεί ότι ο Θεός φροντίζει για το έθνος του.

Δ΄. Οι άγγελοι στους αγωνιστές που «βιάζουν» τον εαυτό τους κατ’ αυτό τον τρόπο, μερικές φορές, δεν εμφανίζονται ενώ ζουν οι άγιοι και αγωνίζονται. Εμφανίζονται όμως μετά θάνατον, προς επιβράβευση της αρετής τους. Η περικοπή του πλουσίου και του φτωχού Λαζάρου (Λουκ. 16,19-31) είναι χαρακτηριστική. Ο Λάζαρος φτωχός σε απόλυτο βαθμό -δεν είχε ούτε ψίχουλο- ήταν συγχρόνως και άρρωστος και αδύνατος, σε τέτοιο βαθμό, που δεν μπορούσε να διώξει ούτε τα σκυλιά που γλύφανε τις πληγές του. Ήταν ένας πάμφτωχος ζωντανός νεκρός. Αβοήθητος, τελείως μόνος, χωρίς κανένα δικό του. ΄Εβλεπε τον πλούσιο απέναντι του να φορά εκκεντρικά ρούχα, να γλεντά καθημερινά, να μη έχει κανένα πρόβλημα, να είναι απόλυτα υγιής, να έχει πλήθος επισκέπτες. Δεν ήξερε τότε για ανάσταση νεκρών, για κρίση και αμοιβή. Κι όμως δεν διαμαρτύρεται, δεν λέγει που είναι ο Θεός, που είναι η θεία του πρόνοια. Δεν τον βλασφημεί, όπως δυστυχώς συνηθίζουν πολλοί. Δεν μισεί τον πλούσιο, δεν τον καταριέται, δεν τον φθονεί. Υπομένει τα δεινά αδιαμαρτύρητα και εν ευχαριστία και δοξολογία προς το Θεό. Κι όμως σημάδι θείας παρηγοριάς και ενισχύσεως πουθενά. Στους πολύ δυνατούς αγίους ο Θεός δεν εμφανίζεται καθόλου, κάποτε, ούτε οι άγγελοί του. Όταν όμως πέθανε ο Λάζαρος τότε άγγελοι τον συνόδευσαν τιμητικά στον κόλπο του Αβραάμ δηλαδή στον παράδεισο. Πέθανε και ο πλούσιος· ποιος τον συνόδευσε αυτόν; Οι δαίμονες απαντά ο ι. Χρυσόστομος.

Ε΄. Την παρουσία αγγέλων μετά θάνατον, την συναντούμε και στο τέλος του αγίου Ανδρέα, του κατά Χριστόν σαλού. Αντιγράφουμε από το συναξάρι του· «Τον σήκωσαν δύο άνδρες· χωρίς να τον έχουν φροντίσει, χωρίς να τον έχουν πλύνει, χωρίς θυμίαμα και ψαλμωδίες και πήγαιναν να τον θάψουν σ’ ένα κοινοτάφιο. Όταν έφθασαν στο σπίτι ενός Εβραίου, φάνηκε να δοξολογείται το λείψανο του αγίου από πλήθος ανθρώπων που έψαλλαν γλυκύτατα και άλλοι τον προέπεμπαν και άλλοι τον ακολουθούσαν. Βγήκε ο Εβραίος στο παράθυρο σαν άκουσε τις τόσες ψαλμωδίες και σκύβοντας είδε μόνον δύο φτωχαδάκια να σηκώνουν το λείψανο του οσίου. Και τότε είπε· ‘Είσαι ευτυχής σαλέ, γιατί μη έχοντας ανθρώπους να σε ψάλουν έχεις τις επουράνιες δυνάμεις να σε τιμούν με ύμνους’». Τι μεγάλα δώρα παίρνεις όταν πεθαίνεις μόνος και αβοήθητος!

Μήπως θα πρέπει να ζηλέψουμε και εμείς αυτή τη συντροφιά των αγγέλων αδιαφορώντας τι δοκιμασίες θα περάσουμε για να τη πετύχουμε;

ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ


Συνεπώς αυτό που φέρνει τους αγγέλους κοντά μας είναι ο ενάρετος βίος. Είναι ο αγώνας για τη βίωση των εντολών του Χριστού και την αποφυγή της αμαρτίας. Ο αγώνας αυτός μερικές φορές προσλαμβάνει μεγάλη ένταση και απαιτεί αιματηρή προσπάθεια. Είναι αυτό που λέγει ο Ιωάννης της Κλίμακος, για τους μοναχούς βέβαια, ότι πρέπει να είναι η ζωή τους «βία φύσεως διηνεκής και φυλακή αισθήσεων ανελλιπής».

St. John of Kronstadt-On Divine Providence

 Saint John of Kronstadt
 
If God does not leave a blade of grass, a flower, or a small leaf of a tree without His good providence, will He leave us? O, let every man be convinced with his whole heart that God is true to Himself in His providence for even the least of His creatures. Let him understand that the Creator invisibly dwells in all His creatures. In the words of our Saviour, God clothes the grass of the field, feeds the fowls of the air.[52]

Excerpts from the diary of St. John of Kronstadt on Providence and the Will of God

We must trust in God in all temptations, in all desolate conditions of the soul. The Lord will deliver.

Give yourself up entirely to God's providence, to the Lord's Will, and do not grieve at losing anything material, nor in general at the loss of visible things; do not rejoice at gain, but let your only and constant joy be to win the Lord Himself. Trust entirely in Him: He knows how to lead you safely through this present life, and to bring you to Himself — into His eternal Kingdom. From want of trust in God's providence many and great afflictions proceed: despondency, murmurings, envy, avarice, love of money or the passion for amassing money and property in general, so that it may last for many years, in order to eat, drink, sleep and enjoy; from want of trust in God's providence proceed in particular afflictions such as arise, for instance: from some loss of income through our own oversight, from the loss of objects, specially valuable and necessary, as well as immoderate joy at recovering some objects, or at receiving some large income or gain, or some profitable place or employment. We, as Christians, as "fellow citizens with the Saints and of the household of God,"[574] ought to commit all our life, together with all its sorrows, sicknesses, griefs, joys, scarcities and abundance unto Christ our God.

Bear with humble submission to the will of God every sorrow, every sickness and infirmity, every labour, every offence and disappointment, saying: "Thy Will be done,"[1360] knowing that God's mercy orders everything for your good, and that the Lord can easily change every disappointment into happiness and joy.

"That they all may be one, as Thou, Father, art in me, and I in Thee, that they also may be one in us."[522] What separates us from God and each other? Money, food, and drink — this dust, this dross, this corruption. Why? Because we have not living Christian trust and faith in God. We do not know, or we forget, that man's true life is love for God and his neighbour. Setting our life upon dust and trusting in it, we do not render to the Heavenly Father the glory that is due to Him, by putting our whole trust in Him, by casting all our care upon Him, as His faithful children in Christ should do. "If then I be a Father, where is Mine honour? [523] Where is your trust in Me? Where is your love for Me? Where is your detachment from earthly, corrupt things, and your hearty desire for the heavenly, spiritual, and eternal ones?

When you are disturbed and depressed by the wickedness of men, remember how boundlessly you are beloved by the Almighty and All-righteous God, Who suffers the evil until the time comes, and then will justly punish it. You cannot master yourself, your tongue, or one single member of your body. Judge by this what He must be, Who governs the whole world, Who keeps it in such wonderful order, Who governs the whole of mankind, evil, perverted as we are, ever ready as we are to destroy each other, and yet meanwhile more prosperous than needy under His sovereignty. How almighty and wise must He be to govern such heterogeneous multitudes! Trust in Him entirely.

"Thy will be done." For instance, when you wish and by every means endeavour to be well and healthy, and yet remain ill, then say: "Thy will be done." When you undertake something and your undertaking does not succeed, Say: "Thy will be done." When you do good to others, and they repay you by evil, say: "Thy will be done." Or when you would like to sleep and are overtaken by sleeplessness, Say: "Thy will be done." In general, do not become irritated when anything is not done in accordance with your will, but learn to submit in everything to the Will of the Heavenly Father. You would like not to experience any temptations, and yet the enemy daily harasses you by them; provokes and annoys you by every means. Do not become irritated and angered, but say: "Thy will be done."

It is never so difficult to say from the heart, "Thy Will be done, Father," as when we are in sore affliction or grievous sickness, and especially when we are subjected to the injustice of men, or the assaults and wiles of the enemy. It is also difficult to say from the heart "Thy Will be done" when we ourselves were the cause of some misfortune, for then we think that it is not God's Will, but our own will, that has placed us in such a position, although nothing can happen without the Will of God. In general, it is difficult to sincerely believe that it is the Will of God that we should suffer, when the heart knows both by faith and experience that God is our blessedness; and therefore it is difficult to say in misfortune, "Thy Will be done." We think, "Is it possible that this is the Will of God? Why does God torment us? Why are others quiet and happy? What have we done? Will there be an end to our torments?" And so on. But when it is difficult for our corrupt nature to acknowledge the Will of God over us, that Will of God without which nothing happens, and to humbly submit to it, then is the very time for us to humbly submit to this Will, and to offer to the Lord our most precious sacrifice — that is, heartfelt devotion to Him, not only in the time of ease and happiness, but also in suffering and misfortune; it is then that we must submit our vain erring wisdom to the perfect Wisdom of God, for our thoughts are as far from the thoughts of God "as the heavens are higher than the earth."[317]

"For Thine is the kingdom, and the power, and the glory," not ours. We ourselves should like to reign with our passions — that is, to order everything as we like, to trust to our own power, and not to Thine, to seek our own glory, and not Thine; but this is the Devil's wish in us. We ought to submit everything to Thy will, seek in all matters Thy power, and do everything for Thy glory. "Do all to the glory of God."[756]

"Let it be as I will, and not as thou wilt." Such is the mighty voice of God, which our soul ever hears when it has fallen into sin and desires to emerge from a state of spiritual, sinful affliction. "Let it be as I will: either repent from the depths of your heart in proportion to the sin, and return to the road that leads to life, shown by Me; either bear the punishment, corresponding to the sin and determined by My justice, or your sin will torment you as a deviation from My laws." And only then will our soul enjoy peace when we truly repent from the depths of our heart in proportion to the sin, or bear the punishment due from God. O! Almighty and most just power of our God, invisibly governing our invisible souls, all glory to Thee, glory to Thee, God our Saviour! Thy will be done in us!

Breathe by faith (by certitude in God's truth), by trust in God, and by love for God and your neighbour. And how can you help yourself in this? By unbelief in the durability of everything earthly; by not putting your trust in earthly blessings, such as food, drink, money, riches, and earthly ties; by not caring for, by being indifferent to everything earthly and perishable. Do not let your heart cling to anything, do not attach yourself to anything. "Set your affection on things above, not on things on the earth."[1295]

To trust in God means to confide to Him our life, our fate, all our future, and to wait with confidence for the fulfilment of His promises. Hope proceeds from faith, as the plant from the seed, or the stream from the source. We believe that the Lord is good and merciful, that He loves us as a Father, and therefore that He desires every good and true happiness for us. He is most wise and omniscient, and consequently He knows better than we ourselves what is really needful and useful for us. He is almighty; and thus He is always able to bestow upon us that which He pleases, to fulfil that which He has promised. He is holy and righteous, and therefore all His words are truth. His promises are unchangeable. The highest proof of God's love to man is shown in the fact that He did not spare His Only begotten Son, but delivered Him for our sakes unto sufferings and death. Having strengthened our soul by the thought of the boundless mercy, wisdom, omnipotence, and holiness of our Creator and Provider, we can pass through the course of our earthly life without fear and without disturbance, like a child in its mother's arms, like a ship with trusty anchors. And therefore "Blessed is the man that trusteth in the Lord, and whose hope the Lord is."[1166] "The Lord is my deliverer, in Whom I will trust."[1167] "I will not be afraid for ten thousand of the people."[1168] However, while having trust, we must not ourselves be careless and idle. The essence of Christian hope is a lively, active, and constant aspiration after the Highest Blessing and the Source of all blessings, God, with an insatiable longing to come near or to Him and to receive from Him and in Him the kingdom of heaven, prepared before the creation of the world. "Like as the hart desireth the water-brooks, so longeth my soul after Thee, O God. My soul is athirst for God, yea, even for the living God. When shall I come to appear before the presence of God?"[1169]

Thy name, Lord, is Almighty, because Thou holdest not only heaven and earth, but also all mankind, the life of every man, the hearts of all in Thy Hand; and not only the life of every man, but also of every beast, bird, fish, insect, worm, reptile, and of every infusoria invisible to the eye. Glory to Thine infinite Omnipotence, Lord! Glory to Thine All-merciful, Most-wise, and All-powerful Providence! Lord of heaven and earth! Almighty Sovereign! Thou likewise holdest in Thy Hand all hell, with Satan and his innumerable hordes; and it is only by Thy permission, for our instruction and punishment, that Satan and his angels can lay their snares for us. As soon as we pray to Thee our Saviour, as soon as we unfeignedly repent before Thee of our sins, Thou, having taught us, sendest away our enemies from us, saying: "You have done enough evil to My servants; they belong to Me again." Thus, Lord, if Thine unceasing benefits and mercies to us do not teach us, what remains to be done? It only remains for Thee to teach us by chastisement, by bitterness, by oppression, by fire, and by our own wickedness — we sensual men, who love space, freedom, vain carnal freshness; who are slothful, negligent, and evil by nature.

How must we look upon the gifts of intellect, feeling and freedom? With the intellect we must learn to know God in the works of His creation, revelation, providence, and in the destinies of men; with the heart we must feel God's love, His most heavenly peace, the sweetness of His love, we must love our neighbour, sympathise with him in joy and in sorrow, in health and in sickness, in poverty and in wealth, in distinction and in low estate (humiliation); we must use freedom, as a means, as an instrument for doing as much good as possible, and for perfecting ourselves in every virtue, so as to render unto God fruits a hundredfold.

Concerning praise. The soul involuntarily longs to praise when we gaze upon the starry sky; but still more when, in looking upon the sky and the stars, we represent to ourselves God's providence towards men, how infinitely He loves men, cares for their eternal beatitude, not having even spared His only-begotten Son for our salvation and our repose in the Heavenly Kingdom! It is impossible not to praise God when you remember that you were created from nothing, that you were predestined from the foundation of the world for eternal blessedness, quite without cause, not in accordance with your merits — when you remember what grace God has bestowed upon you for your salvation during all your life-time, what an innumerable multitude of sins are forgiven you, and this not once or twice but an incalculable number of times, what a multitude of natural gifts are bestowed upon you, beginning with health down to the current of air, down to the drop of water. We are involuntarily incited to praise when we see with wonder the infinite variety of things created on the earth, in the animal kingdom, in the vegetable kingdom, and in the mineral kingdom. What wise order in all, both in great and small! We involuntarily praise and exclaim: "O Lord! how manifold are Thy works! in wisdom hast Thou made them all: Glory to Thee, Lord, Who hath created everything!"[219]

Until now I have not become impoverished by being merciful to others, and shall not become impoverished to the last, for "Jesus Christ is the same yesterday and to-day."[696] It is not said without reason: "He that giveth to the poor shall not lack." Indeed, up till now the Lord has only increased my temporal blessings, and has not taken them away. I praise the bountifulness of the Lord, His rich Providence.

Maladies in our eyes only appear painful, unpleasant, and terrible. It is seldom that any one of us during the time of sickness represents to himself the profit which his illness brings to his soul; but in God's all wise and most merciful Providence, not a single malady remains without some profit to our soul. Sicknesses in the hands of Providence are the same as bitter medicines for our soul, curing its passions, its bad habits and inclinations. Not a single malady sent to us shall return void. Therefore, we must keep in view the utility of sicknesses, in order that we may bear them more easily and more calmly. "He that hath suffered in the flesh hath ceased from sin,"[848] says the Holy Scripture.

Let heaven and earth, created by the Lord, and existing, acting, and moving through Him, teach me — I, who am one spirit with the Lord! What is there for me to grieve at, when I am, and can ever be, one spirit with the Lord? I will cast all my care upon Him. Heaven and earth exist for thousands of years through the Lord, through His power and laws, though they are soulless, inert, inactive, and powerless matter. And the grass, the flowers of the field, the birds, fishes, and so forth. How all these teach us to entirely trust in God's providence!

In the matter of God's providence for men, and in accordance with the requirements of reason, there must be mediators between men and God from the spiritual world (as men occupy the medium between the spiritual and material worlds), who may guide us to the heavenly kingdom — namely, the angels. There is an astonishing gradation and order with the Lord in all His works. Everywhere in His kingdom the lower are guided by the higher; hence the necessity of guardian-angels for Christians redeemed by the blood of the Lord. Besides this, the angels themselves are full of love for us, and rejoice over the conversion of one sinner; but love is active, and the Lord has given perfect freedom to their noble and useful activity, as we see from the Holy Scripture. Guardian-angels are indispensable for men, owing to the craftiness of the evil spirits. Men themselves do not see them, for men are very infirm in the spiritual life. Therefore, besides the grace of God, we require a person, or persons, full of this grace, wise, firm by their nature: and such are the angels. Besides this, after man departs this life, there must be witnesses of his deeds against the demons.

A visible proof of the omnipresence and of the providence of God is presented to us by vegetation. Where is it not to be found upon the terrestrial globe? It covers the plains, it climbs up the inaccessible heights of rocky mountains, it grows in the deserts, spreads its roots in the waters and amongst the waters, upon desert islands. And who is it that gives it growth and adorns it with beautiful varieties of shapes, colours, and flowers? The Lord God. "God so clothes it." But if God so carefully clothes the grass, then shall He forsake and forget man, even for a minute? "Wherefore, if God so clothe the grass of the field, which to-day is and to-morrow is cast into the oven, shall He not much more clothe you, O ye of little faith?"[1241] If God at every instant vivifies the grass, and His life does not forsake it, then shall He cease to give life to me? No; if He clothes and gives life to the grass, then in me He dwells continually, as in His temple, if I do not voluntarily drive Him away by my sins. "Know ye not that ye are the temple of God, and that the Spirit of God dwelleth in you?"[1242] In reference to the temple, we may remark that the Apostle calls a Christian the temple, because the Spirit of God dwells in him. This signifies that God dwells continually in Christian temples. Hence the holiness of the temple; hence the reverence due to it. And the action of God dwelling in the temple is very perceptible upon the hearts of those who turn to Him in prayer.

May my soul understand that as everything proceeded from God and exists in God, therefore the Lord God in the most perfect manner knows at every moment of the existence and of the nature of every being, and that He supports its existence, at every moment, by the laws of nature given by Him. If we, ourselves, having written a book, know all about its disposition and contents, about all the ideas to be found in it, so that when other people explain us the idea, and especially the plan of our book, we say that it is our plan, our idea; then why should we take from the Lord His omniscience of all worlds, of all creatures, of all things contained in the world, with all their qualities and conditions? Are they not, so to say, the book of God? And thus, my soul, reverence thy Creator every moment of thy life, and know that at every moment He knows thee wholly, that He supports and gives thee life and everything necessary for thy existence and welfare. "How could anything have endured if it had not been Thy will?"[1131]

Concerning trust in God's providence. "Can a woman" (a mother) " forget her sucking child, that she should not have compassion on the son of her womb? Yea, they may forget, yet will I not forget thee,"[1367] says the Lord. And who could be more tender and careful than a mother of her children? What woman will forget to feed the children of her womb? But let us even admit that mothers who forsake their children may be found; "But I," says the Lord, "am not like such carnal mothers, and will not forget nor forsake you." What trust, what hope, the Lord Himself inspires in us by these words, in His Providence con- tinually caring for us and never forsaking any one of us! You are sometimes anxious about what you shall eat and drink, and how you shall be clothed; you greatly afflict your heart if you part grudgingly, sorrowfully with your money, when it is necessary to give to another, although you have plenty left, and you thus show that you put your trust and hope in earthly dross. But why are you anxious? Why do you cling to dross? Cling to the heavenly Father; He will not forget you, and will not forsake you. Let the dross forsake you; you will only feel easier without it; for the more money you have, the greater the quantity of this dross that adheres to your heart, the more will your heart which is not earthly be afflicted. There is a saying amongst men that money is no hindrance, however much of it we may have. This is untrue. It greatly hinders our soul from rising upwards, or from meditating upon our heavenly country, and the more we have of it the more it drags our soul down to earth, inciting us to occupy ourselves with various earthly devices, such as buildings, rich furniture in our houses, rich clothes, luxurious viands and drinks, and thus depriving our soul of holy zeal and precious time, during which it ought to be earning future bliss for itself.

If you wish to be humble, consider yourself worthy of all malice and hatred on the part of others, and of every calumny. Do not grow irritated, and do not nourish malice against those who bear malice against you, slander you, or falsely blame you. Say: "Holy Father, Thy will be done! "Remember the words of the Lord: "The servant is not greater than his Lord; if the world hate you, ye know that it hated Me before it hated you."[1396] If the world hated Him, the Most-righteous, the Most-merciful, then why should it be wonderful if other people hate you, a sinful and evil man?

My God! to what have we come? In what are we better than heathens in our mode of life? Where is our faith, our trust in God, our love for our neighbour? O, pride of Satan! O, what shame is ours! Heavenly Father! Thou who knowest what things we have need of, and givest them to us before we ask Thee, [468] have mercy upon us unfaithful, ungrateful, and evil-natured ones. Lord, we hear Thy merciful words: "I will never leave thee nor forsake thee;"[469] but being daily tempted by earthly blessings, we do not heed them, and transgress Thy will.

Footnotes
[219] Psalm civ. 24.
[317] Isaiah lv. 8, 9.

[468] St. Matthew vi. 8.
[469] Hebrews xiii. 5.
[522] St. John xvii. 21.
[523] Malachi i. 6.
[574] Ephesians ii. 19.
[696] Hebrews xiii. 8.
[756] 1 Corinthians x. 31.
[848] 1 Peter iv. 1.
[1131] Wisdom xi. 25.
[1166] Jeremiah xvii. 7; Psalm ii. 12; Proverbs xvi. 20.
[1167] Psalm xviii. 1.
[1168] Psalm iii. 6.
[1169] Psalm xlii. 2, 3.
[1241] St. Matthew vi. 30; St. Luke xii. 28.
[1242] 1 Corinthians iii. 16.
[1295] Colossians iii. 2.
[1360] St. Matthew vi. 10; St. Luke xi. 2.
[1367] Isaiah xlix. 15.
[1396] St. John xiii. 16; xv. 18.


Excerpts compiled from: My Life in Christ or Moments of Spiritual Serenity and Contemplation, of Reverent Feeling, of Earnest Self-Amendment, and of Peace in God, St. John of Kronstadt.

Wednesday, 11 December 2013

Η τάξις των δακρύων


Σε προηγούμενο γραπτό μας, εξετάζοντας την αξία που έχει η θλίψη στην ανθρώπινη ζωή, αναφερθήκαμε και στους ποικίλους πειρασμούς που την προκαλούν, και στα δάκρυα που συχνά την συνοδεύουν. Έτσι είχαμε την ευκαιρία να δούμε, στα σύντομα, και την θετική -την ευεργετική θάπρεπε να πούμε- όψη κάποιων δεδομένων του παρόντος κόσμου, που κατά την τρέχουσα λογική θεωρούνται, εκ πρώτης όψεως, αρνητικά και απευκταία.
Ενώ όμως είπαμε τα απαραίτητα για θλίψη και πειρασμούς, είχαμε επιφυλαχθεί να μιλήσουμε εδώ διεξοδικά, σε ιδιαίτερο άρθρο, για τα δάκρυα. Κι' αυτό, όχι μόνο γιατί υπάρχει μια τεράστια ποικιλία δακρύων, όπως θα δούμε πιο κάτω, αλλά προ πάντων γιατί τα δάκρυα τοποθετούνται από τους «νηπτικούς Πατέρας» της ερήμου στην κορυφή των «αγαθών» του παρόντος κόσμου. Δεν είναι τυχαίο ότι, στην κατανυκτικότερη στιγμή της προσευχής των, δεν ζήτησαν ποτέ από τον Θεό μήτε σοφία, μήτε καρτερία και θάρρος, μήτε ακόμη και αγιότητα. Κορυφαίο αίτημά τους ήταν πάντα, στερεοτύπως, το «δάκρυά μοι δος ο Θεός, δάκρυα μετανοίας». Αυτό και μόνο είναι αρκετό για να μας βάλει σε σκέψεις βαθύτερες, και να μας οδηγήσει να μελετήσουμε δύο κυρίως ερωτήματα σχετικά με τα δάκρυα. Πρώτον, την φύση και προέλευση των δακρύων, την αξία τους για την πνευματική ζωή.

Είναι προφανές ότι τα δύο αυτά ερωτήματα συνδέονται βαθιά, όχι μόνο από το γεγονός ότι και τα δύο αναφέρονται στα δάκρυα. Η σχέση τους είναι πολύ πιο ουσιαστική. Τό δεύτερο εξαρτάται τελείως από το πρώτο. Αυτό σημαίνει ότι η αξία των δακρύων εξαρτάται από το τι είδους είναι. Έτσι πρέπει να βάλουμε και τα δάκρυα σε μια σειρά, Να τα διακρίνουμε σε κατηγορίες και να τα ιεραρχήσουμε ανάλογα. Μιλούμε για «τάξη δακρύων», όπως θα λέγαμε σύστημα δακρύων. Έτσι άλλωστε δεν μιλούμε για συστήματα και τάξεις αγγέλων, ανθρώπων, υδάτων κ.ά.;

Το κυριότερο στοιχείο των δακρύων δεν είναι οπωσδήποτε το υγρό που αναβλύζει κάποια στιγμή από τα μάτια. Αυτό σ' όλες τις περιπτώσεις ασφαλώς έχει την ίδια χημική σύνθεση. Όμως, ανάλογα με την αιτία που το προκάλεσε σε κάθε περίπτωση, έχουμε και άλλη ποιότητα και κατηγορία δακρύων. Κυριότερες είναι ίσως οι ακόλουθες:

Δάκρυα μετανοίας / Δάκρυα φόβου Θεού / Δάκρυα κατανύξεως


***
Δάκρυα συγκινήσεως / Δάκρυα χαράς / Δάκρυα πόνου και τρόμου / Δάκρυα αγανακτήσεως


***
Δάκρυα υποκρισίας

Όταν οι Πατέρες και μεγάλοι ασκητές μιλούν για δάκρυα, εννοούν πάντα τα δάκρυα της πρώτης τριάδας. Η μετάνοια είναι το πιο συγκλονιστικό θαύμα και βίωμα στη ζωή του ανθρώπου. Η πιο ολοκληρωτική και βίαιη πράξη του. Ριζικό ξήλωμα όλων των στοιχείων της προηγούμενης ζωής.

Έτσι, που τίποτα να μη μένει όρθιον κατά κόσμον. Κυριολεκτικά «τα πάνω κάτω». Να τα νιώσεις όλα να γυρνάνε πίσω. Όλα να αμφισβητούνται. Να ανατρέπονται. Να ματαιώνονται. Να μηδενίζονται διά παντός. Αυτό θα πει «μετάνοια». Είναι δυνατόν μια τέτοια ανασκολόπιση ψυχής και πνεύματος να μη φέρει δάκρυα, να μη προξενήσει πόνο;

Ρίζα λοιπόν των δακρύων, πρωταρχική και ακένωτη πηγή των, η μετάνοια. Απ' αυτήν γεννιέται πρώτος και κύριος καρπός ο «φόβος» του Θεού. Ένας φόβος που από τη Γραφή χαρακτηρίζεται ως «αρχή σοφίας» (Ψαλμ. 110, 10. Όσο ο άνθρωπος «σοφίζεται» εν φόβω Θεού, τόσο βαθύτερα βλέπει και νιώθει τα θαύματα μέσα και γύρω του. Τό θαύμα δεν είναι θαύμα, αν κάποιος δεν το θαύμασε σ' όλο του το βάθος. Θαύμασμα λοιπόν είναι το θαύμα.

Γι' αυτό και μόνο έπλασε ο Θεός τον άνθρωπο. Για να θαυμάζει και να ανακαλύπτει συνεχώς, διά βίου, όλο και βαθύτερες πτυχές της αλήθειας, δηλαδή της αγάπης του Θεού. Να λοιπόν ακόμη μια καινούργια έννοια του βιβλικού λόγου «ο προστιθείς γνώσιν προσθήσει άλγημα» (Εκκλησιαστής 1, 18), που είναι η πιο μυστική εξίσωση στην ανθρώπινη ζωή.

Είναι φυσικό, ύστερα από μια τέτοια βαθειά κατάδυση στα μυστήρια της ζωής και του θανάτου, να αισθάνεται ο πιστός όλο και περισσότερο προνομιούχος μεταξύ των άλλων κτισμάτων. Είναι προνόμιο ανυπέρβλητο το να μετέχεις στο βαθύτερο ρυθμό του κόσμου, ανακαλύπτοντας από πρώτο χέρι την άμετρη του Θεού φιλανθρωπία. Μόνη απάντηση του ανθρώπου σ' αυτή τη «μύηση», που κορυφώνεται στην «μέθεξη», για να καταλήξει στη «θέωση», αν ο Θεός «ευδοκήσει»,είναι τα δάκρυα. Δάκρυα κατανύξεως, συντριβής και ευγνωμοσύνης, που γι' αυτό ακριβώς γίνονται «δάκρυα παρακλητικά», καθώς λυτρώνουν απ' όλες τις κατά κόσμον αβεβαιότητες και «αμφι-βολίες».

Σ' ένα τέτοιο ακριβώς συσχετισμό φόβου Θεού και δακρύων μετανοίας, ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος γράφει: «δεν έχω καρδίαν θλιβομένην προς αναζήτησίν σου, δεν έχω μετάνοιαν, δεν έχω κατάνυξιν, ουδέ δάκρυα, τα οποία επαναφέρουσι τα τέκνα εις την ιδίαν αυτών πατρίδα. Δεν έχω, δέσποτα, δάκρυον παρακλητικόν· εσκοτίσθη ο νους μου από την ματαιότητα του κόσμου, και δεν δύναται ν' ατενίση προς σε μετά πόνου· εψυχράνθη η καρδία μου από το πλήθος των πειρασμών, και δεν δύναται να θερμανθή διά των δακρύων της προς σε αγάπης. Αλλά συ, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός μου, ο θησαυρός των αγαθών, δώρησαί μοι τελείαν μετάνοιαν και καρδίαν επίπονον, ίνα ολοψύχως εξέλθω εις αναζήτησίν σου· διότι άνευ σου θέλω αποξενωθή από παντός αγαθού» (Λόγος β', Περί απαρνήσεως κόσμου κλπ.)

Και μόνο μια φράση αν απομονώσουμε και υπογραμμίσουμε από το κατανυκτικότατο αυτό χωρίο, έχουμε πλήρη την αξία που ο Άγιος αναγνωρίζει στα δάκρυα, όταν παρατηρεί ότι αυτά και μόνον είναι «τα οποία επαναφέρουσι τα τέκνα εις την ιδίαν αυτών πατρίδα».

Όλα τα πιο πάνω αναφέρονται λοιπόν, όπως είναι φανερό, μόνο στα κατά Θεόν δάκρυα. Αυτά είναι που οι Πατέρες ονόμασαν ύψιστο «αγαθό» του παρόντος κόσμου. Γιατί είναι φυσικό, αφού αναβλύζουν από το φόβο του Θεού και την μετάνοια, να οδηγούν κατ' ευθείαν μόνο στον ίδιο το Θεό, κατά τη χάρη Του. Έτσι συμπίπτει απολύτως ο χαρακτήρας με την αξία των δακρύων.

Η δεύτερη ομάδα των δακρύων είναι και αξιολογικά δεύτερη. Γιατί περιορίζεται, κατ αρχήν, στις αξίες του παρόντος κόσμου, που τις θρηνεί ή τις πανηγυρίζει αναλόγως. Πρόκειται για την τετράδα που ακολουθεί την προηγηθείσα τριάδα. Είναι δάκρυα πόνου και τρόμου ή χαράς αφ' ενός, αγανακτήσεως η συγκινήσεως αφ' ετέρου. Κι' αυτά τα δάκρυα δεν παύουν νάχουν κάποια αξία, εφ' όσον είναι δάκρυα ειλικρινείας, δηλαδή αυθόρμητα. Μπορούν μάλιστα, καλλιεργώντας και εξευγενίζοντας τον άνθρωπο, να τον οδηγήσουν κάποια στιγμή στην μετάνοια, δηλαδή στον Θεό. Οπότε εισερχόμαστε «διά της πλαγίας» στην μυστική διαδικασία των κατά Θεόν δακρύων, όπως ήδη την περιγράψαμε. Γι'αυτό μπορούσε ακόμη κι ένας άνθρωπος του κόσμου, όπως ήταν ο Βίκτωρ Ουγκώ, να δηλώνει πως «δεν μπορεί κανείς να δει τον Θεό, παρά μόνο με μάτια δακρυσμένα».

Κατακλείοντας αυτή τη σύντομη αναφορά στην τάξη των δακρύων, πρέπει να πούμε, ότι αν υπάρχουν κάποια δάκρυα που είναι τελείως μάταια και δεν μπορούν νάχουν καμμιά σχέση με την καλλιέργεια και την μοίρα της ψυχής, είναι τα δάκρυα της υποκρισίας. Αυτά, ως δάκρυα σκοπιμότητος, μπορεί να είναι χρήσιμα μονάχα στους ηθοποιούς, επαγγελματικά. Κι ακόμη πιο πολύ στους κροκόδειλους, που γίνονται μέσον να εξασφαλίσουν την τροφή τους. 
 
  Στυλιανού, Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας
 Εκδόσεις Αρμός, Μαυροκορδάτου 7, 106 78 Αθήνα
 
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...